Τα τραπέζια που μιλούν, της Λήδας Παναγιωτοπούλου: Θλιμμένη απαλότητα

Θλιμμένη απαλότητα*

Του Γιάννη Στρούμπα

Η κυκλοφορία το 2011 του λευκώματος «Στίχοι στο καβαλέτο», όπου ο ζωγράφος Νίκος Οικονομίδης αποτύπωνε τις προσωπικές του εκδοχές απεικόνισης όσων στοιχείων ξεχώριζε η ευαισθησία του από ποιήματα εννέα ποιητών της σύγχρονης εποχής, μας είχε δώσει το έναυσμα για το ακόλουθο σχόλιο: «Οι ζωγραφικές ενσαρκώσεις του Οικονομίδη […] δεν επιθυμούν να περιχαρακώσουν ούτε τη ματιά του θεατή τους ούτε τα ποιήματα. Αν μέχρι ενός σημείου υλοποιούν τις ποιητικές ιδέες, από το ίδιο σημείο κι εξής τις προεκτείνουν. […] Η σχέση ποιήματος-ζωγραφικού πίνακα μεταστρέφεται. Το ποίημα παύει να είναι η αφορμή για τον πίνακα. Ο πίνακας παρέχει πλέον την αφορμή για νέα ποιήματα.» (Γιάννης Στρούμπας, «Εικόνες ποιητικές [σ.σ.: τίτλος “πειραγμένος” αντί του γνήσιου “Ενσάρκωση και εξαΰλωση”]» – κριτική για το λεύκωμα του Νίκου Οικονομίδη “Στίχοι στο καβαλέτο”, εφημ. «Η Αυγή», αρ. φύλλου 11744, 7/7/2013, http://www.avgi.gr/article/569583/eikones-poiitikes.)

Τη διαπίστωση ότι οι αφορμώμενοι από ποιήματα πίνακες του Οικονομίδη παρέχουν την έμπνευση για τη σύνθεση νέων ποιημάτων, ανατροφοδοτούμενων από τα ζωγραφικά έργα, συμμερίζεται η συγγραφέας, σύζυγος του ζωγράφου και κόρη του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Λήδα Παναγιωτοπούλου, στο βιβλίο της «Τα τραπέζια που μιλούν». Με πηγή των στοχασμών της τους πίνακες του Νίκου Οικονομίδη, η Λήδα Παναγιωτοπούλου συνθέτει έναν τόμο από ποιήματα και τρία πεζά, στα οποία σχολιάζει αλλά και προεκτείνει το έργο του συζύγου της, αναδεικνύοντας κυρίως τη θεματολογία των τραπεζιών, που βρίσκεται στο επίκεντρο του ζωγραφικού ενδιαφέροντος.

Συλλαμβάνοντας κι επεξεργαζόμενη το κεντρικό θέμα των τραπεζιών στα έργα του Οικονομίδη, η Παναγιωτοπούλου το εισάγει ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής της, όπου δύο τραπέζια προσμένουν τον ζωγράφο για να περιπλανηθούν στο ταξίδι τους μαζί του. Η προσέγγιση της ποιήτριας διέρχεται από προσωποποιήσεις των άψυχων όντων, οι οποίες προσιδιάζουν στα παραμύθια. Η επιλογή της συγκεκριμένης επεξεργασίας, ακόμη κι αν προκύπτει ασύνειδα, δεν είναι καθόλου τυχαία. Συγγραφέας παιδικών βιβλίων, η Παναγιωτοπούλου δεν παύει ποτέ να διακινεί μια λεπτή ευαισθησία, συμβατή με τον ψυχισμό των παιδιών. Η κατακτημένη της εμβάθυνση σ’ αυτόν αξιοποιεί μια εκφραστική αμεσότητα, ικανή να κινητοποιήσει τους μικρούς αναγνώστες.

«Τι να βλέπει άραγε;» ή «Περίεργο, ε;» είναι τα ερωτήματα που επιστρατεύει η ποιήτρια για να αφυπνίσει την παιδική σκέψη, ενεργοποιώντας τον προβληματισμό και τη φιλοπεριέργεια. Στόχος της Παναγιωτοπούλου είναι η προέκταση, η παρότρυνση στη φαντασία να καλπάσει. Ο καλπασμός συντελείται με ποικίλα μέσα. Άλλοτε εκμεταλλεύεται στοιχεία αγαπητά στα παραμύθια, όπως οι προσωποποιήσεις των άψυχων ή η απόδοση ανθρώπινης λαλιάς σε πλάσματα του ζωικού βασιλείου. Άλλοτε τα σουρεαλιστικά στοιχεία προσαρμόζονται στην παιδική τρυφερότητα, ώστε να μαγεύουν χωρίς να φαντάζουν απίθανη πρόκληση, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των σπιτιών που πετούν.

Με τη βοήθεια των εκφραστικών της μέσων η Παναγιωτοπούλου αναδεικνύει την ανθρώπινη απουσία από τα ζωγραφικά θέματα κι επιχειρεί να προσθέσει εκείνη τα απόντα πρόσωπα. «Πετούν αλλού τα σπίτια/ […]/ Χωρίς ανθρώπους…/ Δεν ξέρουν πού να πάνε.» Αλλού, μια τράπουλα μονάχη πάνω στο τραπέζι περιμένει τους ανθρώπους. Τα τραπέζια, πάλι, μελαγχολούν επειδή δεν έχουν κόσμο γύρω τους. Η αναμονή από τα όντα που πρωταγωνιστούν στο καλλιτεχνικό δημιούργημα για την έλευση των ανθρώπων συνιστά μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση, η οποία δεν δίνει μόνο στον άνθρωπο, ως ον, την αξία που του πρέπει, μα υπονοεί συνάμα και την ανθρωπιά και διεκδικεί τη συμφιλίωση με το φυσικό περιβάλλον.

Όταν η ανθρώπινη απουσία επιμένει, η ελπίδα παραμένει σιωπηλή, ανενεργή. Το θαλασσινό τοπίο, χωρίς κάποια παρουσία να το ζωντανέψει, προκαλεί το ερώτημα «είναι ο θάνατος του μπλε/ ή ο θρίαμβός του;». Η διερώτηση αυτή, μάλιστα, αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στον θρίαμβο του φυσικού κάλλους και τον θάνατό του, δεδομένης της ανυπαρξίας των πλασμάτων που θα το χαίρονταν και θα έδιναν υπόσταση στην αξία του, είναι ενδεικτική μιας πολυεπίπεδης ποιητικής λειτουργίας.

Η στοχαστική και κριτική διάθεση διαπιστώνεται και στα τρία πεζά που επιστεγάζουν τον τόμο. «Ο κόσμος μιλούσε, σχολίαζε, σκότωνε την πλήξη του· επιτέλους, θα είχε κάτι να κουβεντιάζει, ένας άνθρωπος σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια του, δεν ήταν λίγο», μοιάζει να διαχειρίζεται απαλά τον θάνατο η Παναγιωτοπούλου, στην προοπτική να παρουσιαστεί αυτός μπροστά καί σε παιδικά μάτια. Πίσω, ωστόσο, από τη φαινομενική απαλότητα, διακρίνεται ένα θλιμμένο σχόλιο για τον αλλοτριωμένο κόσμο, που αντιμετωπίζει το τραγικό συμβάν του θανάτου σαν απλό χάπενινγκ, αρκετό μονάχα για να μετριάσει την ανθρώπινη πλήξη. Άλλοτε, η Παναγιωτοπούλου δημιουργεί την προσδοκία μιας αποκάλυψης σε ό,τι αφορά την εξέλιξη της ιστορίας που πλάθει, όμως δεν προβαίνει σ’ αυτήν, αφήνοντας στον αναγνώστη τόσο την αγωνία της εξέλιξης όσο και τη λύση της.

Ο Οικονομίδης, συνθέτοντας τον ζωγραφικό του κόσμο, υπερβαίνει τα ποιήματα που αποτελούν τη βάση των οπτικοποιήσεών του και χτίζει νέα καλλιτεχνικά σύμπαντα. Η Παναγιωτοπούλου, αμιλλώμενη τον Οικονομίδη, ακολουθεί το ίδιο πνεύμα αλλά όχι πορευόμενη από τον λόγο στην εικόνα, παρά, αντίστροφα, από την εικόνα στον λόγο. Δίνει έτσι και το έναυσμα στον αναγνώστη όχι μόνο να παρακολουθήσει τις προσωπικές της οπτικές, μα να δομήσει κι εκείνος τον φανταστικό κόσμο που του ταιριάζει.

Λήδα Παναγιωτοπούλου, «Τα τραπέζια που μιλούν», ζωγραφική Νίκος Οικονομίδης, εκδ. Τέχνης Οίστρος, Αθήνα 2015, σελ. 104.

Η θάλασσα τρικυμισμένη.

Κάθεται στην καρέκλα, πίνει τον καφέ του.

Στο τραπέζι χαρτιά απλωμένα.

Κοιτάζει το πέλαγος.

Αγναντεύει τους ορίζοντες.

Συλλογιέται όσους έφυγαν

εκείνους που θα ’ρθουν.

Πίνει μια γουλιά.

Σκύβει στα χαρτιά του

αρχίζει να γράφει

αρχίζει να ξαναματώνει δηλαδή.

Σπίτια σε χρώμα κόκκινο.

Ουρανός ανέφελος.

 

Καλοκαίρι των μελτεμιών.

Ένα χειρόγραφο αιωρείται

πάνω από τις στέγες

αναποφάσιστο.

 

Οι καιροί γαρ χαλεποί και

οι λέξεις έχουν γίνει πια εκλεκτικές.

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 429, 16/12/2015.