Ο Γεώργιος Σφραντζής και το «Χρονικό της Άλωσης»

Ο Γεώργιος Σφραντζής και το «Χρονικό της Άλωσης»

Της Γιούλας Κωνσταντοπούλου*

     Ο Γεώργιος Σφραντζής είναι γνωστός ως ένας από τους τέσσερις Βυζαντινούς «ιστορικούς της Άλωσης». Το έργο του (εν μέρει τα «απομνημονεύματά» του) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς (1453), παρά τις μεταγενέστερες διαστρεβλώσεις που υπέστη. Ο κυριότερος λόγος γι ’ αυτό δεν είναι άλλος από τη θέση του συγγραφέα ως γραμματέα του τελευταίου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία του επέτρεπε να γνωρίζει σκοτεινές πτυχές πολλών γεγονότων.

     Ο 13ος αιώνας αποτέλεσε μία περίοδο ση­μαντικών εξελίξεων για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Στο διάστημα των δύο περίπου αι­ώνων (1261-1453), κατά τους οποίους κατείχαν την εξουσία οι Παλαιολόγοι, εντάθηκαν οι εμφύ­λιες διαμάχες, καθώς κορυφωνόταν ο αγώνας για τη διαδοχή του θρόνου. Βούλγαροι και Σέρβοι αναδιοργάνωσαν τα κράτη τους, ενώ στα μικρα­σιατικά υψίπεδα εμφανίσθηκαν οι Οθωμανοί Τούρκοι.

Στην αυγή του 15ου αιώνα, ο οποίος άρ­χιζε με δυσοίωνες προβλέψεις για τον βυζαντινό κόσμο, γεννήθηκε ο Γεώργιος Σφραντζής, ένας από τους σημαντικότερους ιστοριογράφους της Άλωσης, η δραστηριότητα του οποίου εξακτινώθηκε σε ποικίλους τομείς της πολιτικής, διπλω­ματικής και στρατιωτικής ζωής. Τα προ της Άλωσης και τα μετά την Άλωση γεγονότα καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, στο χρονικό του Σφραντζή (Minus), καθώς και σε αυτό που του αποδόθηκε ψευδεπίγραφα (Majus).

     Η νίκη των στρατευμάτων του Μογγόλου πο­λέμαρχου Ταμερλάνου (Timur-lenk) στην Άγκυρα, τον Δεκέμβριο του 1402, επί των Οθωμανών, ήταν ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο κατέγραψαν σχεδόν όλοι οι ιστορικοί της εποχής. Καταλύοντας το κράτος του σουλτάνου Βαγιαζήτ A’ (Yildirim), ο Μογγόλος «Χάνης» έδωσε «πνοή» ζωής στους Βυζαντινούς και χαροποίησε όλο τον χριστιανικό κόσμο στην Ευρώπη. Σε αυτή τη συγκυρία ο καιρός προσφερόταν για πολιτικούς ελιγμούς, οι οποίοι θα έσωζαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, και έτσι ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος άρχι­σε να ετοιμάζει την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, μετά από το πολύ­χρονο ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει σε διάφορες Αυλές ηγεμόνων της Δύσης, προκειμένου να εξασφαλίσει υποστήριξη κατά του τουρκικού κινδύνου.

     Περίπου ένα έτος νωρίτερα, στις 30 Αυγούστου 1401, γεννήθηκε ο Γεώργιος Σφραντζής, ένας από τους γνωστότερους ιστοριογράφους της δεύτερης και ορι­στικής Άλωσης, ο οποίος ανδρώθηκε στο αυλικό περιβάλλον των Παλαιολόγων. Στο περιβάλλον αυτό, ο Σφραντζής επρόκειτο να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο ως ένας εκ των έμπιστων συνεργατών αρχικά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και αρ­γότερα του αδελφού του, Θωμά.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΦΡΑΝΤΖΗ ΒΙΟΣ

     Ο Γεώργιος Σφραντζής έλκει την καταγωγή του από αριστοκρατική οικογένεια της Λήμνου. Το όνομά του (κατά τη νεώτερη έρευνα Σφραντζής ή Φραντζής), «πι­θανώς προέρχεται από το λατινικό Frangia και την εξελληνισμένη μορφή του Φράντζια ή Φράντζα» (1).

     Ο ίδιος ο ιστοριογράφος δίνει ακριβή στοιχεία της ταυτότητάς του στο Majus: «επί της βασιλείας λοιπόν τούδε του αυτοκράτορος κυρ-Μανουήλ, εν τω αποκλεισμώ  της πόλεως, τω τότε καιρώ εγεννήθην εγώ έτει από κτίσεως κόσμου 6909 (=1401) Αυγούστου λ’, ανεγεννήθην δε δια του θείου 6απτίσματος υπό της οσιωτάτης μητρός αγίας Θωμαϊδος…», ενώ στο Minus αρκείται στα εξής: «καλόν ην μοι ει ουκ εγεννήθην, ή παιδίον αποθάνειν, επεί δε τούτο ουκ εγένετο, ιστέον, ότι εν έτει σλθ’ -ω εγεννήθην, αυγούστω λη’, ημέρα τρίτη, ανεγεννήθην δε υπό της οσιωτάτης και αγίας Θωμαϊδος…» («καλό θα ήταν να μην είχα γεννηθεί, ή να είχα πεθάνει σε παιδι­κή ηλικία, επειδή όμως αυτό δεν συ­νέβη, ας γίνει γνωστό ότι γεννήθηκα το έτος σλθ’ (1401), στις 31 Αυγού­στου, ημέρα Τρίτη, και ότι ξαναγεννήθηκα από την οσιότατη και αγία Θωμαϊδα»).

     Από την ηλικία των δεκαέξι ετών ο Σφραντζής εισήλθε στην υπηρεσία του Μανουήλ Β’. Ο συγγραφέας δεν παρέχει καμία πληροφορία για τη μόρφωση που έλα6ε ή για το περιεχόμενο των σπουδών του. Αν ληφθεί, όμως, υπόψη η καταγωγή του και το ότι έζησε στο αυτοκρατορικό περιβάλλον επί μακρό διά­στημα, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έλαβε σημαντική μόρφωση. Η ενασχόληση άλ­λωστε με την πολιτική και τη διπλωματία, οι οποίες προϋποθέτουν, πέρα από τα φυσικά προσόντα, ιδιαίτερες γνώσεις, ενισχύει αυτή την άποψη.

Ο Μανουήλ Β’, εκτιμώντας την αφοσίωση του Σφραντζή, τον όρισε λίγο πριν από τον θάνατό του εκτελεστή της διαθήκης του. Ο νέος Βυζαντινός αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Η’, πρότεινε στον Σφραντζή να παραμείνει στην υπηρεσία του, ωστόσο εκείνος προτίμησε να ακολουθήσει τον δεσπότη του Μυστρά και μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο (IB’) Παλαιολόγο. Στην υπηρεσία του ο Σφραντζής παρέμεινε έως τον θάνατο του Κωνσταντίνου, κατά την Άλωση της Κωνσταντινού­πολης.

     Το 1428 ο Σφραντζής διορίσθηκε διοικητής της Γλαρέντζας, ενώ το 1429 έλαβε μέρος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Κωνσταντίνου κατά των Φράγκων στη Λευκάδα, στη Γλαρέντζα και στην Πάτρα. Στην επιχείρηση, μάλιστα, εναντίον της Πάτρας έσωσε τη ζωή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο ίδιος όμως δεν απέ­φυγε τελικά την αιχμαλωσία. Μετά την εξαγορά του, επέστρεψε στην Κωνσταντι­νούπολη και ανέλαβε δύο σημαντικές διπλωματικές αποστολές προς τον σουλτά­νο Μουράτ Β’ και προς τους γιους του Καρόλου Τόκκου «για να συμβιβάσει τους που έριζαν μεταξύ τους». Αργότερα, συνελήφθη και πάλι αιχμάλωτος από Καταλανούς πειρατές. Μετά την απελευθέρωσή του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τον διό­ρισε διοικητή («κεφαλή») της Πάτρας (Σεπτέμβριος 1430). Στις 31 Ιανουαρίου 1432 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η’ του απένειμε το αξίωμα του «πρωτοβεστιαρίτου», αξίωμα που κατελάμβανε τη 19η θέση στη βυζαντινή ιεραρχία, σύμφωνα με το έρ­γο αυλικής εθιμοτυπίας De Officiis του Γεωργίου (Ψευδό-) Κωδινού (Σαββίδης, 1983, σ σ. 16-18).

     Κατά το χρονικό διάστημα 1434/1436 έλαβε μέρος σε διπλωματικές αποστολές, επισκεπτόμενος δύο φορές την Αθήνα και μία τη Θήβα, όπου ήλθε σε επαφή με τον Οθωμανό πολέμαρχο Τουραχάν μπέη (2). Οι προσπάθειες όμως του Σφραντζή απέβησαν άκαρπες, γιατί δεν κατέστη δυνατό να τεθεί ένα τέλος στις επιδρομές των Τούρκων.

     Στις 26 Ιανουαρίου 1438 ο Γ Σφραντζής νυμφεύθηκε την Ελένη, κόρη του “επί του κανικλείου» Αλεξίου Παλαιολόγου Τζαμπλάκωνα: «ευλογήθην εγώ γυναίκα την θυγατέρα του επί κανικλείου Αλεξίου Παλαιολόγου του Τζαμπλάκωνος». Από τον γάμο αυτό γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά, ο Ιωάννης, ο Αλέξιος (πέθανε βρέφος λί­γων ημερών), ένας άλλος Αλέξιος (πέθανε σχεδόν έξι ετών) και η Θάμαρ. Τον θά­νατο του πρωτότοκου γιου του Ιωάννη και της θυγατέρας του Θάμαρ ο Σφραντζής πληροφορήθηκε αργότερα (1455), όταν είχε καταφύγει στην Πελοπόννησο.

     Τον Δεκέμβριο του 1440 ο Σφραντζής μετέβη στη Λέσβο για να συνάψει συνοι­κέσιο υπέρ του Κωνσταντίνου με την Αικατερίνη – Catarina Gattilusio – γόνο αριστο­κρατικής οικογένειας της Γένοβας που ηγεμόνευε στη Λήμνο έως το 1462, οπότε ο Μωάμεθ κατέλαβε το νησί (πβλ. A. Σαββίδη, λήμμα «Αικατερίνη Γατελούζου (Γκαττιλούσιο)», ΕΠΛΒΙΠ 1 (1996), 167).

     Τον Μάρτιο του 1443 διορίσθηκε διοικητής Σηλυμβρίας και τρία χρόνια αργό­τερα (τον Σεπτέμβριο του 1446) έλαβε ως «κεφαλίτικον» («κεφαλιτίκιον») τον Μυστρά.

     Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ στέφθηκε νέος αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος IB’ Παλαιολόγος (1 Ιανουαρίου 1449), ο οποίος ανέθεσε στον Σφρα­ντζή διπλωματική αποστολή στην Τραπεζούντα και στην Ι6ηρία για αναζήτηση νέας συζύγου, δεδομένου ότι η Καταρίνα είχε ήδη πεθάνει στη γέννα. Αργότερα του ανατέθηκε μια νέα διπλωματική αποστολή στον Μυστρά, την Κύπρο και την Τραπε­ζούντα. Προκειμένου να κάμψει την άρνηση του Σφραντζή να την αναλάβει, ο Κων­σταντίνος υποσχέθηκε να νυμφεύσει τον γιο του Ιωάννη με τη θυγατέρα του Ιω­άννη Γουδέλη, αλλά και να του απονείμει τα εύσημα του τέταρτου αξιώματος στη βυζαντινή διοικητική ιεραρχία, δηλαδή του αξιώματος του Μεγάλου Λογοθέτη. Τε­λικά ο Σφραντζής αρνήθηκε ευγενικά το αξίωμα αυτό, καθώς και εκείνο του πριμικηρίου, ισχυριζόμενος «ουδέν το θέλω επί το έχει και άλλος» (3).

     Την άνοιξη του 1453, κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, ο Σφραντζής βρισκόταν εκεί, μαχόμενος και ο ίδιος κοντά στα βομβαρδιζόμενα τείχη της Πόλης. Έτσι, δεν ήταν παρών όταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έπεσε νεκρός. Ιδού πώς καταγράφει αυτές τις στιγμές: «Και τη 29η Μαΐου, ημέρα Τρίτη ώρα της ημέρας αρχή, απήρε την Πόλιν ο αμηράς, εν ή ώρα και αλώσει της Πόλεως, και ο μακαρίτης αυθέντης μου κυρ Κωνσταντίνος βασιλεύς ο Παλαιολόγος σκοτωθείς απέθανεν, εμού πλησίον αυτού ουχ ευρεθέντος τη ώρα εκείνη…».

     Κατά την Άλωση ο Σφραντζής και μέλη της οικογένειάς του αιχμαλωτίσθηκαν από τους Τούρ­κους. Την 1η Σεπτεμβρίου 1453 κατόρθωσε να διαφύγει στην Πελοπόννησο, στον φιλενωτικό δε­σπότη του Μυστρά Θωμά Παλαιολόγο (1443-1460), αφού πρώτα διέσωσε τη σύζυγο και την κόρη του από την αιχμαλωσία. Επειδή ο Σφραντζής υπηρέτησε πιστά τον Θωμά Παλαιολόγο, ο Θωμάς τον ευεργέτησε για τις υπηρεσίες του παραχωρώντας του την Κέρτεζη Καλαβρύτων: «το χωρίον το Κέρτεζιν, ευεργέτησεν αργυβούλω» (Chronicon Minus, σελ. 144).

     Ο Θωμάς Παλαιολόγος ανέθεσε στον Σφραντζή διπλωματικές αποστολές στη Σερβία (1454) και προς τους ηγεμόνες Γεώργιο και Λάζαρο Μπράνκοβιτς (Brankovic) στη Βενετία, το 1455/56. Το 1459-60, όταν τα στρατεύματα του Μωάμεθ εισέβαλαν και κατέλαβαν το δεσποτάτο του Μορέως και ο Θωμάς Παλαιολόγος κατέφυγε στην Ιταλία, ο Σφραντζής τον ακολούθησε για μικρό χρονικό διάστημα. Το 1460 μετέβη στην Κέρκυρα μαζί με τη σύζυγό του. Τα τελευταία του ταξίδια (1467) είχαν ως προορισμό την Ιταλία (Βιτέρμπο ή Βιτέλμο, Αγκώνα, Βενετία, Ρώμη), προκειμένου να συναντήσει τον εξόριστο δεσπότη αλλά και τον καρδινάλιο Βησσαρίωνα.

     Περί το 1468/69 ο Σφραντζής επέστρεψε οριστικά πλέον στην Κέρκυρα και, μα­ζί με τη σύζυγό του, αποσύρθηκαν στη μονή των Αγίων Αποστόλων, όπου και ασπάσθηκαν τον μοναχισμό, λαμβάνοντας τα ονόματα Γρηγόριος και Ευπραξία. Εκεί ο Σφραντζής συνέγραψε το έργο του κατά προτροπή ορισμένων Κερκυραίων ευγενών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασθενούσε σοβαρά (υπέφερε από ρευματι­σμούς, ρινορραγίες και κώφωση) και τα πέρασε στη μονή έως τον θάνατό του (1478). Αξίζει πάντως να σημειώσουμε πως ο Grecu θεωρεί ως terminus post quem για τον θάνατο του Σφραντζή το 1481 (4).

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ

     Δεν είναι γνωστό ποια είναι η οριστική μορφή που επιθυμούσε να δώσει ο Σφραντζής στο σημαντικό, όπως αποφαίνεται η επιστημονική κοινότητα, έργο του. Το έργο αυτό, καθώς συνάγεται από τον «επίλογο» του Μικρού Χρονικού, δεν ολο­κληρώθηκε πιθανότατα εξαιτίας της σοβαρότητας της ασθένειας του συγγραφέα του. Οι πληροφορίες ωστόσο, που μας παρέχει, δίνουν εύγλωττα το στίγμα της τα­ραγμένης εκείνης εποχής. Άλλοτε μιλά ο ανώτατος κρατικός αξιωματούχος, ο ευ­φυής, ο έμπιστος της αυτοκρατορικής Αυλής, ο φίλεργος και διορατικός πολιτικός άνδρας, και άλλοτε ο γνήσιος Βυζαντινός, που θεωρεί καθήκον του να αναφερθεί στη μεγαλοπρέπεια της Αυλής, στις ενδυματολογικές συνήθειες και στις σκηνές του καθημερινού 6ίου, καταγράφοντας με αυτόν τον τρόπο -ενδεχομένως ασυνεί­δητα· τις λαογραφικές του παρατηρήσεις.

     Συνειδητοποιώντας ο Σφραντζής τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτιζε ως δι­πλωματικός υπάλληλος, βίωνε και ενστερνιζόταν το εθνικό ιδεώδες και τεχνηέ­ντως το προέβαλλε μέσα από τις αναφορές του στις συγκρούσεις με τους Τούρ­κους, τον σουλτάνο των οποίων (τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή) δεν παραλείπει να χαρακτηρίσει με το επίθετο «ασεβής».

Στη συνείδηση, ωστόσο, του ιστοριογράφου συνταυτίζεται το εθνικό με το θρησκευτικό στοιχείο. Έτσι, αφήνει να διαφανεί η θέση του σχετικά με το επίμαχο για την εποχή εκείνη ζήτημα της ένωσης των Εκκλησιών. Συγκεκριμένα, στρέφεται κατά των Λατίνων και της πολιτικής τους, απορρίπτοντας την ενωτική Σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439) με επιχειρήματα όχι τόσο δογματικά, όσο πο­λιτικά και εθνικά. Η ενδοτική πολιτική, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις επιχειρήθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η Άλωση, έβρισκε τελείως αντίθετο τον Σφραντζή, ο οποίος σε μια στιγμή κατάθλιψης για την Άλωση της Πόλης εξαπολύει δριμύ «κατηγορώ» κατά πάντων, Σέρβων, Ούγγρων, Δυτικών, οι οποίοι αθέτησαν ή αμέλησαν πλήρως να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους: «...Ιδού και οι Σέρβοι καθ’ ημών εισί. Τις των Χριστιανών ή τάχα του βασιλέως της Τραπεζούντος ή των Βλά­χων ή των Ιβήρων απέστειλαν έναν οβολόν ή έναν άνθρωπον εις βοήθειαν ή φανερώς ή κρυφίως;» Οι θρησκευτικές, εν τέλει, πεποιθήσεις του Σφραντζή δηλώνονται απερίφραστα στην κατάθεση ενός δικού του «Συμβόλου της Πίστεως», μέσω του οποίου βρίσκει την ευκαιρία να ψέξει τα κακώς κείμενα και να επικρίνει τις αποσχιστικές τάσεις και τις αιρέσεις που επεδίωξαν να κλονίσουν το κύρος της Ορθόδο­ξης Ανατολικής Εκκλησίας.

     Ο ιστοριογράφος Σφραντζής δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο Θεός προνοεί και κατευθύνει την τύχη και τη ζωή των ανθρώπων. Δεν σπανίζουν οι αναφορές του στον παρεμβατικό ρόλο του θείου κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να εξετάσουμε και τη μνεία ονείρων (π.χ. το όνειρο στην αιχ­μαλωσία) ή διάφορα προμηνύματα συμφορών, λοιμούς, πυρκαϊές, καθώς και εκλεί­ψεις ηλίου και σελήνης. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Hunger, βρίσκει κανείς αρκετές εσχατολογικές σκέψεις στο έργο πολλών χρονικογράφων και ιστοριογράφων.

     Ο Σφραντζής επιθυμούσε να είναι ακριβής στην καταγραφή των γεγονότων, γι’ αυτό και κατέθετε πλήρη στοιχεία για τους βασιλείς και τους δεσπότες, δίνοντας παράλληλα τον συνολικό χρόνο της άσκησης εξουσίας τους. Η τάση αυτή του συγ­γραφέα να καταγράφει με ακρίβεια πόσους χρόνους, πόσους μήνες και πόσες ώρες έζησε κάποιος, ενδέχεται να δηλώνει χαρακτηρολογικά τον φόβο του συγγραφέα για τον χρόνο που φεύγει ή και για τον ίδιο τον θάνατο. Όταν αναφέρει ένα όνομα, κατά κανόνα παραθέτει και ένα επίθετο δηλωτικό του χαρακτήρα του αναφερομένου. Αρκετές φορές, όταν πρόκειται για τοπωνύμια, προβαίνει σε ετυμολογική ανάλυση (π.χ. Χάνδαξ) και δεν παραλείπει να αναφέρει την παλαιά και τη σύγχρονη ονομασία για χώρες, πό­λεις ή τους κατοίκους τους, επισημαίνοντας με τον τρόπο αυ­τό το ενδιαφέρον του για τη διαχρονική διάσταση του τόπου. Ειδικότερα για τόπους που γνώριζε καλά, έκρινε απαραίτητο να τους περιγράφει λεπτομερώς. Οι περιγραφές περιοχών, τις οποίες ο ίδιος δεν επισκέφθηκε, αλλά τις γνώριζε μέσω αφη­γήσεων άλλων προσώπων, είναι εξίσου γλαφυρές και ενδιαφέ­ρουσες.

     Την ιστορική του αφήγηση συχνά ποικίλλει με παρεκβά­σεις, προκειμένου να διαπραγματευθεί διάφορα θέματα. Οι πα­ρεκβάσεις αυτές, που θυμίζουν Ηρόδοτο, είναι άλλωστε αρκε­τά συνήθεις και στο έργο σύγχρονών του ιστοριογράφων, ιδι­αίτερα, όμως, του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη που είχε ως πρότυ­πο τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη. Ο Σφραντζής απέφευγε γενικά το επιτηδευμένο ύφος του Χαλκοκονδύλη, επιχειρώ­ντας να μείνει «πιστός» στα γεγονότα, προσπαθώντας να είναι αξιόπιστος, αλλά δεν διέθετε την οξυδέρκεια του ιστορικού που διέκρινε τον Κριτόβουλο.

     Ο Ιω. Β. Παπαδόπουλος θεωρεί ότι ο Σφραντζής δανείσθηκε ορισμένα χωρία από την ιστορία του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, του Λεονάρδου του Χίου και του Νικολό Μπάρμπαρο (Nicolo Barbaro) για τη συγγραφή του δικού του χρονικού (5). Ει­δικότερα ισχυρίζεται ότι: «τα δύο χωρία που ο Σφραντζής αφιερώνει στους Οσμανίδες προέρχονται το ένα από τον Νικήτα Χωνιάτη και το άλλο από τον Νικηφόρο Γρηγορά», επισημαίνει όμως ότι «αδυνατεί να βρει τις πηγές πληροφόρησης αφ’ ενός για τα φυσικά φαινόμενα (και τις ασθένειες, θα προσθέταμε), αφ΄ ετέρου για τη γενεαλογία των Οσμανιδών».

     Ίσως γι΄ αυτό το τελευταίο έχουμε σχηματίσει την άποψη ότι ο Σφραντζής δα­νείσθηκε στοιχεία από λαϊκούς μύθους που είναι ιδιαίτερα προσφιλείς στους απλούς ανθρώπους του λαού.

ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ

     Στον Γεώργιο Σφραντζή αποδίδονται δύο σωζόμενα ιστοριογραφικά έργα: το «Μικρό Χρονικό» και το «Μεγάλο Χρονικό». Όπως επισημαίνει ο Α. Σαββίδης, «μεγά­λο όμως ιστορικό φιλολογικό πρόβλημα δημιούργησε το γεγονός πως στα σωθέντα χειρόγραφα ο συγγραφέας αναφέρεται και ως «Σφραντζής» (στο Minus) και ως «Φραντζής» (στο Majus)» (6). Παραθέτει, μάλιστα, τους πλήρεις τίτλους των δυο χρονικών: α) του Minus: «Οικτρός Γεώργιος Σφραντζής ο και πρωτοβεστιαρίτης Γρηγόριος τάχα μοναχός ταύτα εγράψαμεν από των καθ’ εαυτόν τινών μερικών γεγο­νότων εν τω της αθλίας αυτού ζωής χρόνω», και, β) του Majus: «Χρονικόν του Γε­ωργίου Φραντζή του χρηματίσαντος πρωτοβεστιαρίου είτα Μεγάλου Λογοθέτου δια δε του θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντα Γρηγορίου μοναχού».

     Το γεγονός, άλλωστε, ότι τα ιστορούμενα γεγονότα στο Μεγάλο Χρονικό εκτεί­νονται σε τέσσερα βιβλία, καθώς καλύπτουν χρονική περίοδο δυόμισι περίπου αι­ώνων (1258-1478), σε σύγκριση με το Μικρό Χρονικό που είναι συνοπτικό και μικρής συγκριτικά χρονικής εμβέλειας (1413-1477),οδήγησε πολλούς επιστήμονες να πι­στέψουν ότι το Μικρό Χρονικό είχε αποτελέσει βάση και αφετηρία συγγραφής του Μεγάλου Χρονικού. Η ευσύνοπτη ύλη του Minus έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο για επίτομο έργο εκτενέστερης ιστορικής γραφής (του Majus). Από την πλευρά του, ο Γαβριήλ Δεστούνης επεχείρησε να αποδείξει με ισχυρά επιχειρήματα ότι το Minus ήταν ένα προσχεδίασμα της εκτεταμένης χρονογραφίας που έγραψε ο Σφραντζής (7).

     Ωστόσο, ο επί σειράν πολλών ετών ασχολούμενος με το έργο του Σφραντζή, Ι.Β. Παπαδόπουλος, κατέληξε στο συμπέρασμα (ό. π. σελ. 119) ότι τα σωζόμενα χει­ρόγραφα (είκοσι τον αριθμό) της εκτενούς ιστοριογραφίας (του Majus) περιέχουν αρκετά υποβολιμαία χωρία. Ιδιαίτερα, επεσήμανε πως τα χωρία, τα οποία αναφέρονται στους Μελισσηνούς, τους Acciajuoli των Αθηνών, τους Caraccioli και τους Τολέδους της Νάπολης, έχουν υποστεί νοθεία από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας, Μακάριο Μελισσηνό. Είναι γνωστό ότι ο μητροπολίτης Μονεμβασίας, Μακάριος Μελισσηνός, μαζί με τον αδελφό του Θεόδωρο, εξήγειρε τους Χριστιανούς της Πελοποννήσου εναντίον των Τούρκων κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571.Αρ­γότερα, οι δύο αδελφοί εγκαταστάθηκαν στη Νάπολη, όπου και παρέμειναν έως τον θάνατό τους. Ο Θεόδωρος Μελισσηνός πέθανε το 1583 και ο Μακάριος το 1585.

 Με την άποψη του Ιω. Παπαδόπουλου συντάχθηκε και ο  Franz Dölger. Κατά τη δημοσίευση των πορισμάτων της έρευνάς του ο Dölger  παρατήρησε ότι ο Μακάριος Μελισσηνός νόθευσε κείμενα και άλλων χειρογράφων και χρυσοβούλλων (8).

    Σταχυολογώντας τα στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τη νεώτερη έρευνα, ενι­σχύουν τη θέση πως το κείμενο του Majus έγινε αντικείμενο επεξεργασίας και με­ταγενέστερων προσθηκών, αναφέρουμε ότι:

    Σε αυτό γίνονται σποραδικές αναφορές σε γεγονότα του 16ου αιώνα. Στο Minus ουδέποτε γίνεται μνεία του ονόματος Μελισσηνός. Αντίθετα, οι συ­χνές αναφορές στο Majus φαίνεται ότι είχαν σκοπό να εξυπηρετήσουν και να προωθήσουν τα συμφέροντα της οικογένειας των Μελισσηνών.

     Στο Majus εντοπίζεται η εξής χρονολογική ανακολουθία: ο Σφραντζής, αν και ολοκληρώνει το έργο του την 29η Μαρτίου του 6986 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 1478, στο κεφάλαιο 23 του Α’ βιβλίου κάνει μνεία του θανάτου του Μωάμεθ του Β’, ο οποίος πέθανε το 1481.

     Οι πληροφορίες που δίνει το Majus για τον γάμο του δούκα των Αθηνών Αντωνίου Β’ με τη Μαρία Μελισσηνή δεν είναι αληθείς. Ο Ι.Β. Παπαδόπουλος ισχυ­ρίζεται, χωρίς όμως να παραπέμπει σε άλλη αρχειακή ή βιβλιογραφική πηγή, ότι Μα­ρία Μελισσηνή ουδέποτε υπήρξε. Κατά την άποψή του, δηλαδή, ήταν φανταστικό πρόσωπο. Εξάλλου, το ότι ο Αντώνιος Β’ μετονομάσθηκε Κομνηνός φαίνεται μάλ­λον να αποσκοπεί στο να αποδειχθεί συγγένεια των οίκων των Μελισσηνών με τους Κομνηνούς.

     Επειδή οι σημειώσεις που βρέθηκαν στην ώα των χειρόγραφων ABCDMS (9) και φέρουν την επιγραφή «Παχώμιος» (10) προσιδιάζουν γλωσσικά με το ιδίωμα του Μεγάλου Χρονικού, ο Ι.Β. Παπαδόπουλος αποφαίνεται (ό. π., σ.σ. 69-73) ότι, «εν των επιχειρημάτων τα οποία προσήγαγον όπως υποστηρίξω την υπόνοιαν περί του ότι η μεγάλη χρονογραφία είναι διασκευή μεταγενεστέρα επί τη βάσει της αυθεντικής χρονογραφίας του Γεωργίου Φραντζή, μεταξύ των ετών 1573-1575, είναι και το γε­γονός ότι ουδέν χειρόγραφον της μεγάλης χρονογραφίας υπάρχει προγενέστερον του έτους 1575».

     Επιπρόσθετα, επισημαίνουμε και άλλες διαφορές, οι οποίες είναι δυνατόν να ενισχύσουν τη συγκεκριμένη άποψη.

     α. Η έκταση, το ύφος, αλλά και το περιε­χόμενο του προοιμίου της εκτεταμένης χρονογραφίας προδίδουν μάλλον τη γραφί­δα ανθρώπου που, αφενός, προκαταβάλλει τον αναγνώστη, ώστε να μην αμφισβητηθεί η ειλικρίνεια των γραφομένων του, και, αφε­τέρου, εκφράζει ασυνείδητα την αποστα­σιοποίησή του από τα γεγονότα (11), όπως είναι φυσικό εκ των πραγμάτων και της χρο­νικής συνιστώσας. Αντίθετα, ο Σφραντζής στο Minus δεν φαίνεται να διατηρεί τη νηφαλιότητά του σε κάθε περίσταση, ίσως επειδή είναι «μέσα στα πράγματα» και βιώνει διαφορετικά την ιστορική πραγματικό­τητα. Ο Herbert Hunger (ό. π., σελ. 353) θεω­ρεί ότι το προοίμιο του Majus έχει αντιγραφεί από το έργο του Γεωργίου Ακροπολίτη.

     β. Τα ιστορούμενα αναφορικά με το συ­νοικέσιο, με το οποίο ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σκόπευε να ανταμείψει τον Σφραντζή για τις υπηρεσίες που αυτός προσέφερε: κατά το Μεγάλο Χρονικό η Θά­μαρ, θυγατέρα του Σφραντζή, θα παντρευόταν τον Νικηφόρο Μελισσηνό, γόνο αρι­στοκρατικής οικογένειας (12) και κληρονόμο μεγάλης εδαφικής περιουσίας (στην Αίνο και στην Ιθώμη). Σύμφωνα όμως με το Μικρό Χρονικό, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος υποσχέθηκε στον Σφραντζή πως, εάν αναλάμβανε και διεκπεραίωνε μια τε­λευταία αποστολή στην Πελοπόννησο και την Κύπρο, θα έδινε στον γιο του Ιωάν­νη τη θυγατέρα του Νικολάου Γουδέλη, ευπατρίδη και συγγενούς του αυτοκράτορα. Ας σημειωθεί, δε, πως στο Majus το όνομα του Γουδέλη δεν αναφέρεται ούτε μία φορά.

     γ. Όσον αφορά το γλωσσικό ιδίωμα, παρατηρείται ότι ο συγγραφέας του Μεγά­λου Χρονικού, ακολουθώντας το παράδειγμα και άλλων Βυζαντινών, χρησιμοποιεί την αττικίζουσα, ενώ δεν λείπουν και κάποιοι δημώδεις τύποι. Η γλώσσα του Μι­κρού Χρονικού κινείται περισσότερο στο πλαίσιο της δημώδους έκφρασης όσον αφορά τη σύνταξη και το λεξιλόγιο δίχως, βέβαια, να λείπουν και γραμματικοί τύ­ποι που τείνουν να διολισθήσουν προς την καθαρεύουσα (π.χ. «θέλω πράξειν»).

     δ. Ουσιαστική, τέλος, διαφορά παρουσιάζει το Μεγάλο Χρονικό σε σύγκριση με το Minus από άποψη έκτασης, δομής και περιεχομένου του κειμένου.

     Το Μεγάλο Χρονικό το χωρίζει ο συγγραφέας του σε τέσσερα βιβλία, με την ύλη να κατανέμεται σε ενότητες που καλύπτουν χρονικά την περίοδο από την ανάρρη­ση στον θρόνο (της Νίκαιας) του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1258) έως το 1478, χρο­νολογία του πιθανολογούμενου θανάτου του Γεωργίου Σφραντζή. Ειδικότερα, στο πρώτο βιβλίο του «Chronicon Majus» εμπεριέχεται η ιστορία της οικογένειας των Παλαιολόγων έως τον θάνατο του Μανουήλ Β’, το 1425. Παράλληλα, ο συγγραφέας εξιστορεί τα σχετικά με τους Οθωμανούς Τούρκους έως την εποχή του Μωάμεθ Β’, καθώς και τα της προγενέστερης παρουσίας των Αράβων στην Ισπανία και την Κρήτη.

     Στο δεύτερο βιβλίο τον συγγραφέα απασχολούν τα γεγονότα της βασιλείας του Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου (1425-1448). Επίσης γίνεται μία κριτική παρέκβαση για τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας και, όπως παρατηρεί ο Hunger, «βρίσκονται προ­σθήκες που προδίδουν τον Μακάριο Μελισσηνό και αφορούν κυρίως μέλη της οικογένειάς του» (ό. π., σελ. 354).

     Στο τρίτο βιβλίο εξιστορούνται τα γεγονότα σχετικά με την Άλωση της Κων­σταντινούπολης με τέτοια ζωντάνια και παραστατικότητα που θα χαρακτήριζαν κατ’ εξοχήν την αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα.

     Στο τέταρτο βιβλίο ο συγγραφέας κάνει μνεία όλων των γεγονότων της Πελοποννήσου μετά το 1453. Η δριμεία κριτική που ασκείται κατά των Λατίνων φαίνεται να πηγάζει από θέματα δογματικής διαφοροποίησης και αντιπαράθεσης, η οποία έλαβε πλέον άλλες διαστάσεις στη συνείδηση του συγγραφέα με δεδομένη την αδιαφορία των Δυτικών για την τύχη των Βυζαντινών. Έτσι, η ταύτιση θρησκευτικού και εθνικού στοιχείου στρέφει τον συγγραφέα σε σφοδρή πολεμική κατά του Ισλάμ. Η πολεμική αυτή, κατά τον Hunger, εκπορεύεται από τον Ιωάννη Καντακουζηνό.

     Γενικά, στο Chronicon Majus ο συγγραφέας επιχειρεί συχνές παρεκβάσεις, προκειμένου να κάνει μνεία φυσικών φαινομένων, να αναφερθεί σε πυρκαγιές (Β’, 26), να αφηγηθεί ήθη διαφόρων χωρών (Β’, 56), να περιγράφει τα πλοία (Β’, 42) ή τον οπλισμό των στρατιωτών (Β’, 16).

     Δεν παραλείπει, επιπλέον, να μιλήσει για λοιμούς (Β’, 25) και τις συνέπειές τους, αλλά και να προβεί, με τη μέθοδο του αφηγημένου διαλόγου, σε λεπτομερή περιγραφή άλλοτε της αφρικανικής ζούγκλας (Β’, 51) και άλλοτε περιοχών που φαίνε­ται να γνωρίζει από επιτόπια έρευνα, όπως η Κρή­τη και η Βενετία (Β;, 40). Ιδιαίτερα η περιγραφή της Βενετίας είναι τόσο γλαφυρή, ώστε να δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη ότι μετέχει και ο ίδιος της μεγαλειώδους πομπής και εισόδου των πλοίων στη Γαληνό­τατη.

     Αντίθετα, στο Chronicon Minus παράλληλα με την εξιστόρηση των γεγονότων προβάλλει η προσωπικότητα του συγγραφέα. Ο Hunger (ό. π., σελ. 355) φαίνεται να συμφωνεί με την άποψη του V. Grecu που χαρακτήρισε το Minus έργο «εξαιρετικά προσωπικό», ενώ για τον συγγραφέα του Majus ο Grecu, ως γνωστόν, χρησιμοποίη­σε τον χαρακτηρισμό Pseudo-Sphrantzes (13).

     Σε τελευταία ανάλυση, θεωρούμε ότι επειδή ο Σφραντζής στο Chronicon Minus φωτίζει αρκετές πτυχές της ιδιωτικής του ζωής και προβάλλει στοιχεία της πολιτι­κής και διπλωματικής του δραστηριότητας, το τελευταίο αυτό έργο θα πρέπει να αποτελεί το αυτοβιογραφικό του σημείωμα.

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΠΚΟ ΕΠΙΜΕΤΡΟ

     Ο Α. Σαββίδης γράφει ότι «δυο χαρακτηριστικά τοπωνύμια υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα, που πιθανότατα προέρχονται από το Φραντζής: στο νομό Φθιώτιδος…  υπάρχει το χωριό που ονομάζεται χαρακτηριστικά «του Φραντζή» και στα Κύ­θηρα υπάρχουν τα Φράτσια ή τα Φράντζια, έδρα ομώνυμης κοινότητας του νησιού» (14).

     Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει το γεγονός της επιβίωσης του ονόματος της βυζαντινής οικογένειας Φραντζή στο Μεσορούγι και στην Κέρτεζη Καλαβρύτων. Τα Καλάβρυτα και η ευρύτερη περιοχή, αν δεν αποτέλεσαν για μικρό χρονικό διάστη­μα ένα ξεχωριστό «δεσποτάτο», σίγουρα όμως είλκυαν πάντοτε το ενδιαφέρον των Παλαιολόγων λίγο πριν και μετά την Άλωση.

     Βυζαντινοί πύργοι, όπως το ανάκτορο της Παλαιολογίνας και άλλα κτίσματα, εί­ναι αδιάψευστοι μάρτυρες αυτού του ενδιαφέροντος. Ο ιστορικός Σφραντζής μάς πληροφορεί ότι ο Θωμάς Παλαιολόγος επέλεξε τους Κραστικούς (ένα μικρό χωριό, μόλις 10 χιλιόμετρα μακριά από τα Καλάβρυτα) για να τελέσει τους αρραβώνες του με τη θυγατέρα του Ασάνη Ζαχαρία Κεντυρίωνα, Αικατερίνη (15), ενώ παράλληλα σημειώνει όλα εκείνα τα μέρη που επισκέφθηκε ως στρατιωτικός και πολιτικός ακόλουθος: τη Χαλανδρίτζα, την Καμενίτζα, το Χλεμούτσι, το Σεραβάλλιο και την Κέρτεζη. Της τελευταίας, μάλιστα, ανέλαβε τη διοίκηση με αργυρόβουλλο του Θω­μά Παλαιολόγου. Δεν είναι γνωστό εάν και πόσο διέμεινε στην Κέρτεζη, καθώς σε σχέση με αυτό ο Σφραντζής δεν δίνει άλλες πληροφορίες. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα σε ποιον ανήκε το οίκημα που σωζόταν μέχρι τις ημέρες μας, το επονο­μαζόμενο «Το παλάτι», ή ο «Πύργος του Λιάρου», όπως και ποια σχέση είχε η οικο­γένεια Φραντζή, η παρουσία της οποίας φθάνει έως τις ημέρες μας στη μικρή κω­μόπολη. Ας σημειωθεί ότι η περιοχή που Βρίσκεται η οικία Φραντζή ονομάζεται «Κάρα τα Βράχα».

Φανταστική απεικόνιση του Γεωργίου Σφραντζή (αριστερά) με ζωγράφους τους Μανουήλ Πανσέληνο και Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (τοιχογραφία του Φώτη Κόντογλου στο Δημαρχείο Αθηνών).

     Ο Ν. Παπαδόπουλος ισχυρίζεται πως από τον οικογενειακό κλάδο των Φραντζήδων έλκουν την καταγωγή τους τα μέλη των οικογενειών Φραντζή στο Μεσορούγι και την Κέρτεζη (16). Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο Γ. Π. Κουρνούτος (17), ο οποίος υποστηρίζει ότι «σύμφωνα με τα στοιχεία που βρίσκουμε και από χρό­νια που δεν μπορούν εύκολα να προσδιοριστούν, γιατί την απαρχή τους την ποριζόμεθα απ’ τη στοματική παράδοση, στον Μοριά υπάρχουν στους αιώνες της Τουρ­κοκρατίας τρεις κλάδοι Φραντζήδων που χαρακτηρίζονται ο καθένας με το δικό του παρωνύμιο. Είναι οι Μπεγιάννηδες, οι Περεντιάδες (18) και οι Βεκιαρέληδες (19)».

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΣΦΡΑΝΤΖΗ

     Το έργο του Γεωργίου Σφραντζή είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί ως μια πολύ ση­μαντική καταγραφή μιας ιδιαίτερα ταραγμένης εποχής από έναν άνθρωπο ευρείας μόρφωσης, γνώστη, αναλυτή και χειριστή των καταστάσεων. Η σπουδαιότητα του ανθρώπου δεν έγκειται απλά και μόνο στο γεγονός ότι κατείχε αξιώματα ανάλογα των προτερημάτων και των υπηρεσιών που προσέφερε αλλά, κυρίως, στο ότι επεχείρησε να διαγράψει σε γενικές γραμμές πράξεις και θεσπίσματα προσωπικοτήτων   της εποχής του και κατόρθωσε τις περισσότερες φορές τις μεν πράξεις να τις ανα­λύει στο μέτρο του δυνατού και των αξιολογικών του αντιλήψεων, τα δε θεσπίσμα­τα να τα παραθέτει με τρόπο ώστε να είναι εφικτή η ανασύνδεση των γεγονότων της εποχής του. Άλλωστε, οι κανόνες της ιστοριογραφίας είναι αυστηροί και δεν παρέχουν τα περιθώρια μιας ιδεολογικά ανεπηρέαστης συγγραφής.

      Ο απομνημονευτικός λόγος, όσο και να ελέγχεται ως προς την και την ευπρέπεια του γράφοντος, διατηρεί τη δυναμική του, αν ληφθεί υπόψη ειλικρίνεια και η αναγνωρισμένη δεινότητα του συγγραφέα σε συμπεριφορές που επέβαλε η ανά­ληψη διπλωματικών αποστολών εκ μέρους του Γεωργίου Σφραντζή.

     Σημείωση: Η πρώτη δημοσίευση έγινε από την συγγραφέα στο περιοδικό «Ιστορικά Θέματα» στο τεύχος 5, «Μάρτιος 2002».

     * Η Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου είναι Δρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Πατρών.

Παραπομπές

(1). Α.Γ.Κ. Σαββίδης, Ο Βυζαντινός  ιστοριογράφος τον ΙΕ’ αιώνα. Γεώργιος Σφραντζής (Φραντζής), Βιβλιοπωλείο των Βιβλιόφιλων, Αθήνα 1983, σελ. 44.

(2). Για τις σχετικές ιστορικές πηγές, βλ. Α. Σαββίδη, Η Οθωμανική κατάκτηση της Θήβας και της Λεβάδειας, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1995, σσ. 30-31.

(3). GEORGII SPHRANZAE CHRONICON, εκδ. R. Maisano, Academia Nazionale dei Lincei, Ρώμη 1990, σελ. 126.

(4). Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης, Βυζαντινό Ιστοριογραφικό Πεντάπτυχο. Προκόπιος, Μιχαήλ Ψελλός, Άννα Κομνηνή, Ιωάννης Κίνναμος, Γεώργιος Σφραντζής, συμβολή για τους ιστοριογράφους και την εποχή τους, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 107.

(5). Ι.Β. Παπαδόπουλος, Αι περί του Γεωργίου Φραντζή διατριβαί, επιμ. 0δ. Λαμψίδου, Αθήναι 1957,σσ. 44-45.

(6). Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης, Βυζαντινό Ιστοριογραφικό Πεντάπτυχο…, ό.π., σσ. 113-4.

(7). Γ. Δεστούνης, Δοκίμιον βιογραφίας του Φραντζή εν τη ( Ρωσική) εφημερίδα του Υπουργείου της Παιδείας (1893), τ. 287, τ. Ιουνίου, σσ. 427-97.

(8). Fr. Dolger, «Macarios von Monembasia», στο Otto Glauning zum 60 Geburtstag, Festgabe ans Wissenschaft und Bibliothek, Λειψία, Verlag Richard Hadt, 1936, σσ. 25-36.

(9). Ι.Β. Παπαδόπονλος, Αι περί του Γεωργίου Φραντζή διατριβαί ό.π. Πρβλ. και Δεστούνη, Δοκίμιον βιογραφίας τον Φραντζή… ό.π., σελ. 455. Πρόκειται για τους κώδικες A=Ambrosianus B=c Taurinensis C=c Additional (Βρετανικού’ Μουσείου) D-c Ambrosianus M=c Monacensis S=c Neapoiitanus, των οποίων τα χειρόγραφα, όπως σημειώνει ο Παπαδόπουλος, είναι τα αρχαιότερα.

(10). Ο Παχώμιος Ρουσάνος ήταν μοναχός στη μονή τον Κρημνού στη Ζάκυνθο. Ο Κ. Σάθας, στο έργο του «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς» (Αθήναι 1869 και ανάτυπο. 1990, εκδ. Διον. Ν. Καραβίας, σελ. 122, σημ. 1) αναφέρει ως έτος γέννησης του Παχώμιου το 1509, χρονολογία, άλλωστε, που δέχονται και οι Ν. Βέης και Κ. Άμαντος. Το γεγονός αυτό διευκολύνει την ιστορική έρευνα, διότι η σύγκλιση και των τριών ιστορικών στη συγκεκριμένη χρονολογία αίρει τυχόν αμφισβήτηση περί της ορθότητας της άποψης Σάθα.

(11). Συγκεκριμένα, ο Σφραντζής – κατά τον ΜελισσηνόΙ;) – γράφει: «Στο δικό μας σύγγραμμα θα προβάλουμε ό,τι είναι αξιόλογο στην εποχή, πέρα απ’ όσα εκείνοι (άλλοι ιστορικοί) είπαν, κι αυτά είναι τα καινούρια απ’ όσα συνέβησαν… και το καινούριο συμβαίνει να είναι και το ωφέλιμο (επισήμανση Γιούλα Κωνσταντοπούλου) που συνέβη εν γνώσει των ανθρώπων» (σελ. 11 της έκδοσης της Βόννης (1838) – με νεοελληνική απόδοση στην έκδοση «Βιβλιοθήκη των Ελλήνων» τον Majus).

(12). Οι Μελισσηνοί ήταν μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια, κλάδοι της οποίας συναντώντο πριν και μετά την Άλωση στη Μ. Ασία, την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Ιταλία.

(13). Α.Γ.Κ. Σαββίδης, Ο Βυζαντινός ιστοριογράφος του ΙΕ’ αιώνα…, ό.π., σελ. 34.

(14). ό.π., σελ. 45.

(15). Γι’ αυτήν, βλ. Α. Σαββίδη, λήμμα «Αικατερίνη Ζακκαρία – Ασενίνα», ΕΠΑΒΙΠ1(1996), σσ. 167-8, με τη βιβλιογραφία.

(16). Ν. Παπαδόπουλος, Κατακαημένου Μοριά σελίδες του 1821, τ. Α’, Αθήναι, 1974, σελ. 506.

(17). Γ. Π. Κουρνούτος, «Ο πρωτοσύγκελλος Αμβρόσιος Φραντζής», Πελοποννησιακά 12 (1976), σελ. 13. Σύμφωνα με την παράδοση ονομάστηκαν έτσι από τον Ιω. Φραντζή, γιο του Γεωργίου, που δεν σκοτώθηκε από τον Μωάμεθ, αλλά του προσφέρθηκε ο τίτλος του Μπέη.

(18). Το παρωνύμιο τον γενάρχη των Περεντιάδων προέρχεται από την αλβανική λέξη περεντιά (=θεός).

(19). Οι Βεκιαρέληδες οφείλουν την ονομασία τους στη σύναψη συγγενικής σχέσης με       ομώνυμη ενετική οικογένεια.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.