Αρχείο κατηγορίας Γυναίκες και άνδρες και ολίγοι ενδιάμεσοι

Απηχήσεις ενός παλιού βιβλίου

Απηχήσεις ενός παλιού βιβλίου

Του Γιώργου – Νεκτάριου Παναγιωτίδη*

   Το 1987 μοιάζει, η αλήθεια είναι, κάπως μακρινό. Όσοι γεννήθηκαν τότε περίπου, όπως κάποιοι από εμάς, ανήκουν στη Γενιά Υ ή τους “millenials” (millenium=χιλιετία), τα παιδιά της νέας χιλιετίας. Τότε ήταν που βγήκε σε κυκλοφορία το βιβλίο του μεγάλου θεολόγου Νικόλαου Θ. Μπουγάτσου με τίτλο “Ορθοδοξία και σεξουαλικό πρόβλημα”. Το βιβλίο έτυχε επιμέλειας και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μήνυμα!

   Το βιβλίο περιλαμβάνει στην αρχή ένα ανάτυπο από τη ΘΗΕ, και ένα πρωτότυπο κείμενο, και ξεκινάει με ένα επίγραμμα: “δεν επιθυμώ τον καλλωπισμό με τη σεμνότητα του λόγου, αλλά να καταστήσω σεμνούς τους ακροατές”. Αλλού ο συγγραφέας του επιγράμματος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είχε πει σε παρόμοιο πνεύμα και τόνο: “ορισμένοι από εσάς αποκαλείτε τα λόγια μου άσεμνα”. Ο θεολόγος-κοινωνιολόγος έδωσε στο βιβλίο αυτό μια προσέγγιση που άξιζε να διαβαστεί πάνω σε θέματα δύσκολα και πολυταλανισμένα: του έρωτα (με όλες τις έννοιες), καθώς και των σεξουαλικών σχέσεων.

   Η γνώση του συγγραφέα πάνω στην κοινωνιολογία, την ψυχολογία, τη θύραθεν φιλοσοφία, διαλάμπει μέσα στο κείμενο. Επίσης, αυτό που εκπλήσσει είναι ότι έχει μια πολύ καλή γνώση της Πατερικής σοφίας και ξέρει να τη χρησιμοποιήσει σωστά, αφού την αποσυνδέσει αρχικά και στη συνέχεια επανεντάξει, “γειώσει” στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ένα υποκεφάλαιο το αφιερώνει συγκεκριμένα στους νέους με τίτλο “ο νέος τώρα τι θα κάνει;” Εκεί, προσπαθεί να δώσει το μέτρο, τη μέση και βασιλική οδό, τοποθετώντας μπροστά την αγάπη μεταξύ των δύο και στη συνέχεια την σωματική τους σχέση. Έτσι, όπως στο γάμο, υπάρχει “ομόνοια ψυχών και σωμάτων” και το κάρο δεν τοποθετείται πίσω από το άλογο, αλλά το αντίστροφο.

   Το βιβλίο αυτό γράφτηκε σε μια δύσκολη εποχή, και ειδικά για τους Χριστιανούς νέους και νέες. Η ελλαδική Διοικούσα Εκκλησία τελούσε ακόμη υπό την ισχυρή επίδραση τόσο του πιετισμού όσο και, όπως είχε παρατηρήσει ο π. Ιωάννης Μάιεντορφ, απόψεων ταυτόσημων με αυτών του Πάπα Παύλου του 6ου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ερωτικό αίσθημα, όπως αναγνωριζόταν εμφατικά από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως “εγκατασπορά του Θεού”, δεν είχε καμία… απήχηση μέσα στην “ποιμαντική των εγκυκλίων” της εποχής εκείνης. Οι επιδράσεις του αυγουστινισμού καθιστούσαν το γάμο από μυστήριο αγάπης ένα όχημα τυφλής διαιώνισης του είδους και διαχείρισης του δημογραφικού προβλήματος. Είναι εμφανές ότι μια τέτοια έωλη προσέγγιση δε βρήκε καμιά ανταπόκριση στους νέους της δεκαετίας του 1990, που ήρθαν αντιμέτωποι από την άλλη με έναν ανέραστο και εφετζίδικο υπερσεξουαλισμό.

   Στις μέρες μας, η Γενιά Ζ, που είναι η νεότερη από τις δύο νέες ενήλικες γενιές, έχει εμφανίσει σημάδια αλλαγών. Από τη μία, περισσότερα μέλη της φέρονται να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως “σεξουαλικά ιδιαίτερους”. Από την άλλη, ο υπερκορεσμός των εφήμερων σχέσεων σε όλα τα επίπεδα ίσως ήταν που καλλιέργησε την εντυπωσιακή στροφή μακριά τους και προς τη μονογαμικότητα, που παρατηρείται, τουλάχιστον ως στόχος, σε εντυπωσιακό βαθμό. Όντως, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, από το βιβλίο ακόμη του Τωβίτ, έχουμε το νυμφαγωγό Χριστό: ο Χριστός προσάγει τη νύμφη και η ερωτική σχέση που δημιουργείται μέσα από τον ορθόδοξο γάμο συνεχίζεται ως πνευματικός έρωτας ως την αιωνιότητα.

   Ας μην αποκαλέσουμε λοιπόν τέτοια λόγια άσεμνα, αλλά ας κρατήσουμε την αληθινή σεμνότητα, απορρίπτοντας την πλάνη και τη “σεμνοτυφία”.

Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2026

* O Γιώργος-Νεκτάριος Παναγιωτίδης είναι Συγγραφέας, Πληροφορικός-Οικονομολόγος (M.Sc./M.A.)».

Οι γυναίκες στην εκκλησία: Μεταξύ ευαγγελίων και ανδροκρατίας – Μέρος Β΄

Οι γυναίκες στην εκκλησία: Μεταξύ ευαγγελίων και ανδροκρατίας

(Προδημοσίευση από συλλογικό τόμο[1])

Μέρος Β΄

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ Μέρος Α΄

IV. ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΑΝΩΤΕΡΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΡΟΛΟ  

Για να δούμε, λοιπόν, το ρόλο των γυναικών, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, τα εκατό τελευταία χρόνια. Οι γυναίκες θεολόγοι σπούδασαν στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1940, αποφοίτησαν και διδάσκουν ανελλιπώς στα σχολεία της Β/βαθμιας εκπαίδευσης μέχρι τις ημέρες μας. Πώς έγινε αυτή η αλλαγή; Μα οι σπουδές και οι διορισμοί είναι κρατική υπόθεση. Εάν ήταν εκκλησιαστική δεν θα υπήρχαν κάν κατά πάσα πιθανότητα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε και γυναίκες θεολόγους στις θεολογικές σχολές (Γ/βαθμια). Ως μαθητής είχα την ευλογία να έχω μία από τις πρώτες αποφοίτους, την «καθηγήτρια της αγάπης»,[2] την καθηγήτρια δηλαδή Μαρία Παπαγιάννη, στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Μια χαρά λοιπόν.

Συνέχεια →

Οι γυναίκες στην εκκλησία: Μεταξύ ευαγγελίων και ανδροκρατίας – Μέρος Α΄

Οι γυναίκες στην εκκλησία:

Μεταξύ ευαγγελίων και ανδροκρατίας

(Προδημοσίευση από συλλογικό τόμο[1])

Μέρος Α΄

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗΣ

    Έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια που η γυναικεία χειραφέτηση στον ευρωπαϊκό κόσμο -και εν γένει στο «δυτικό»- έχει φτάσει σ’ ένα βαθμό μέσα και στα λαϊκά στρώματα. Μέχρι τότε ελάχιστες γυναίκες είχαν περάσει το φράγμα της υποτέλειας, της ανδροκρατίας και της πατριαρχίας. Ενδεικτικά θυμίζουμε κάποιες γυναίκες «βασιλομήτορες» στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (λόγω ανήλικων τέκνων και πολύ αργότερα στη ρωσική). Φαινόμενα τέτοια δεν γνωρίζω στην εγγύς και μέση Ανατολή, ούτε στη Βόρεια Αφρική.

   Η αναφορά σ’ αυτόν το γεωγραφικό χώρο γίνεται διότι στις περιοχές αυτές άνθησε κατά καιρούς η χριστιανική πίστη, όχι πάντα με αυθεντικό τρόπο. Αργότερα η επέλαση και η κυριαρχία του Ισλάμ επέτεινε αυτή την υποβάθμιση της γυναίκας. Πέρασαν πολλοί αιώνες μέχρι να έλθει η νεωτερικότητα στο δυτικό κόσμο για να ξεκινήσει θεωρητικά και πρακτικά η γυναικεία χειραφέτηση, τόσο από την ανδροκρατία, όσο και από ένα ισχυρό πλέγμα κοινωνικής, θρησκευτικής και πολιτικής υποταγής. Φυσικά στο δρόμο αυτό υπήρξαν και λανθασμένες απολήξεις, αλλά αυτό ήταν μοιραίο.

Συνέχεια →

«Γάμος» ΛΟΑΤΚΙ+ και «διάλογος» κωφών…

«Γάμος» ΛΟΑΤΚΙ+ και «διάλογος» κωφών…

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

   Με 176 βουλευτές από τους 300, με ψήφους κυρίως από τα τρία μνημονιακά κόμματα Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με καθολική υπερψήφιση από την «Πλεύση Ελευθερίας», σηματοδοτήθηκε μια νέα πραγματικότητα.

   Ονομάστηκε «γάμος» (πολιτικός), μεταξύ μελών της «ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας», δηλαδή των ομόφυλων συνανθρώπων μας με ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τον καθιερωμένο των ετερόφυλων. H Χώρα μας κατατάσσεται ως η 37η χώρα στον κόσμο για την αναγνώριση αυτού του θεσμού, ως πολιτικού γάμου.  Έτσι οδηγήθηκε και στην τροποποίηση του άρθρου 1350 του Αστικού Κώδικα. Εισάχθηκε νομικά για το κράτος ο κανόνας ότι «γάμος συνάπτεται μεταξύ δύο προσώπων ίδιου ή διαφορετικού φύλου». Η Ελλάδα έγινε η πρώτη «ορθόδοξη» χώρα που διαφοροποιείται από τις άλλες χώρες της «ορθόδοξης» Ανατολής.

ΙΙ. Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Συνέχεια →

Γυναίκες στην Εκκλησία: Με την συνήθεια ή τη θεολογία;

Γυναίκες στην Εκκλησία: Με την συνήθεια ή τη θεολογία;

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. ΟΙ ΑΦΟΡΜΕΣ

Τον τελευταίο καιρό, ειδικά μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των δέκα (εκ των 14 τότε) τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Κολυμπάρι της Κρήτης (Εβδομάδα Πεντηκοστής του 2016), αυξήθηκε η κινητικότητα σε θεολογικούς και συγγραφικούς κύκλους για την πληρότητα της θέσης των γυναικών στο θεσμικό χώρο των ορθοδόξων εκκλησιών.

Βεβαίως πολλά χρόνια πριν έχει τεθεί ανοικτά στις θεολογικές σχολές, αλλά και σε εφημερίδες και περιοδικά το ζήτημα αυτό. Όμως στην «Εκκλησία της Ελλάδας» και το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται, υπόκωφα, κατά περίπτωση, περιστασιακά και ανάλογα με τις προσωπικές οπτικές του οικείου Μητροπολίτη. Θεσμικά όμως ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε στα ίσια, με θεανθρωπολογικά κριτήρια και όχι με τη λογική της μακρόχρονης συνήθειας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συντηρητική πλειοψηφικά Εκκλησία της Ελλάδος, με δύο θεολογικές σχολές και τρεις εκκλησιαστικές ακαδημίες, δεν είχε καμία γυναικεία συμμετοχή!

Όντως «…το ζήτημα αυτό είναι στην εποχή μας και πολύπλοκο και ακανθώδες. Το ακανθώδες οφείλεται στη σχέση του με δύο σοβαρά ζητήματα. Το ένα είναι ότι η σύγχρονη εποχή είναι εικονοκλαστική. Το δεύτερο ότι συνυπάρχει το δίπολο πατριαρχίας και φεμινισμού.

Συνέχεια →