Αρχείο κατηγορίας Αναμνήσεις

Στ’ αλώνια και στα σαλόνια – Χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος: Όπως τον έζησα και τον κρίνω

Στ’ αλώνια και στα σαλόνια

Χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος: Όπως τον έζησα και τον κρίνω

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

α. Το βάπτισμα του πυρός…

   Οκτώβρης 1973: Είμαι πρωτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας (τμήμα Φυσικό). Πήγα στο Παράρτημα του Πανεπιστημίου επί της Κορίνθου (πάνω από την πλατεία Όλγας, στο κέντρο) για να κάνω την εγγραφή μου. Έγινε επιτυχώς. Άρχισα, λοιπόν, να φοιτώ. Δεν γνώριζα τι θα με περίμενε στη γωνία της ιστορίας σε λίγες ημέρες…

   Άρχισαν τα μαθήματα και οι μαζικές παρακολουθήσεις. Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, κλπ. Κάποια στιγμή σε μία απ’ αυτές στο αμφιθέατρο μπαίνει μια ομάδα φοιτητών γενειοφόρων και κάποια φοιτήτρια, μεγαλύτεροι σε ηλικία από μένα. Ζητούν από τον καθηγητή να σταματήσει το μάθημα και να φύγει! Ω, τι έκπληξη ήταν αυτή!

   Μας ενημέρωσαν όλους και όλες αναλυτικά για την κατάσταση στο Πανεπιστήμιο, για τους εγκάθετους φοιτητές, για τους ασφαλίτες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας, για τη νοθεία στις φοιτητικές εκλογές την προηγούμενη άνοιξη, για το ρόλο της διοίκησης και του ίδιου του διορισμένου Πρύτανη Τάγαρη…

   Μας είπαν τι είχε συμβεί το Μάρτη στην Πάτρα και μάλιστα στην κατάληψη της Φοιτητικής Λέσχης. Μας εξήγησαν για τις δίκες του Αυγούστου και τα λοιπά. Το ένστικτό μου θυμήθηκε την καθηγήτρια φιλόλογο Καψάλη που μας έκανε αρχαία και δίδασκε Δημοκρατία με αφορμή τον Επιτάφιο του Περικλή την προηγούμενη χρονιά στο 1ο Γυμνάσιο Πάτρας. Μας δήλωσαν ότι στις 15 Νοέμβρη να είμαστε όλες και όλοι εκεί. Εκεί θα αποφασίσουμε το τι θα γίνει κατόπιν. Σε μένα, ως αστραπή που πέφτει από τον ουρανό, πήρα άμεσα την απόφαση να συμμετάσχω.

   Που να γνώριζα ότι αυτή η συνέλευση θα αποτελούσε το πολιτικό βάπτισμά μου, που θα με ακολουθούσε ως τα γεράματά μου; Που να γνώριζα ότι θα αποτελούσε την αφετηρία του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου που ξεκίνησα και συνεχίζω μέχρι τις ημέρες μας. Κυρίως παλεύω «στ’ αλώνια κι όχι στα σαλόνια». Ειδικά μετά τη μεταπολίτευση κουβάλησα στις πλάτες μου κυριολεκτικά στο αμφιθέατρο στο Παράρτημα της οδού Κορίνθου στην Πάτρα την αφετηρία ενός γόνιμου τέτοιου διαλόγου…

   «…Ανοίγω παρένθεση. Ένας φοιτητής που γνώρισα αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, καθηγητής αργότερα στην Πάτρα και ενεργός συνδικαλιστικά διατηρεί δική του ιστοσελίδα στην οποία παρουσιάζει καταθέσεις από τη δίκη και τις απολογίες ημών των κατηγορουμένων. Οι απολογίες δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Χριστιανική.

   Η εφημερίδα με πλήρη τίτλο «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ήταν όργανο μιας μικρής πολιτικής ομάδας με τον ίδιο τίτλο. Η ομάδα αυτή συνεργάστηκε στις εκλογές του 1977 με αριστερές πολιτικές δυνάμεις στα πλαίσια της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ. Επί δικτατορίας η εφημερίδα αναγκάστηκε να κυκλοφορεί με τον τίτλο «Χριστιανική». Παραθέτω από τις απολογίες όσων παιδιών μπόρεσα να βρω…».[1]

β. Η πρώιμη μεταπολίτευση της δεκαετίας του ‘70

   Η συμμετοχή μου στα γεγονότα του Νοέμβρη του ’73 μου έδωσε ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την έναρξη ενός νέου γύρου χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου στα αμφιθέατρα, στα πηγαδάκια και στις συνελεύσεις των τμημάτων. Αυτό το είχαν άλλοι δύο συμφοιτητές μου, που είχαν σχέση με την «Χριστιανική».

   «…Η δικτατορία ήταν πια παρελθόν το 1974 και  μια νέα ελπίδα ερχόταν. Οι αμφιβολίες μου και η κριτική μου ήταν έντονες και σε μεγάλο βαθμό. Η μάνα όμως συνέχιζε νά’ναι απλή και με σκέπαζε μόνο με την απλότητά της, την αγάπη της, τις σκέψεις, το υπόδειγμά της και τις προσευχές της… Στο δρόμο μου βρέθηκαν δύο συμφοιτητές αρκετά πιστοί και χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλον ιδιαίτερα, παρότι είμασταν στο ίδιο έτος και τμήμα! …Βρήκα στη συνέχεια τον θυρωρό κυρ-Γιάννη Τσιλίρα και τον χριστιανοκοινωνιστή διακο-Γιάννη Κατωπόδη.[2] …Όλοι εξαίρετοι!»[3]

   Δέκα χρόνια μετά, μέσα από τα ΣΗΜΑΔΙΑ, τ. 8, Νοέμβρης 1983 και σε αφιέρωμα στα πλαίσια του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου, ανακεφαλαίωσα τη σκέψη μου από την εμπειρία μου, δίπλα σε τέσσερις πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου:

   «Η εκδοχή της μη βίας, στη βία της χούντας. Η προβολή συνθημάτων που προφήτευαν μια καινούργια κοι­νωνία, παρά μια πολεμική πρακτική, που ζητούσε ν’ αρπάξει τη διαχείριση μιας άλφα κατάστασης, του κράτους ή του συστήματος.

   Ονειρώδεις ήταν πραγματικά οι διαπροσωπικές σχέσεις –παρόλα τα προβλήματα και τις αντεγκλήσεις στις συζητήσεις– που διαμορφώθηκαν και αναπτύχθηκαν στην κοινωνία–αντίσωμα της κατάληψης. Καθιερώθηκαν πολιτικές διαδικασίες ουσιαστικής πολιτικής αυτονομίας, προγραμματισμένου καταμερισμού ευθυνών, άμεσης ανάκλησης των υπευθύνων κι αίσθηση της παρουσίας του άλλου, πέρα από το φόβο ή την αγνωσία της ψυχής του.

   Τώρα, μετά δέκα χρόνια πολιτικής εμπειρίας και μελέτης, φέρνοντας στη μνήμη μου εκείνες τις αιώνιες ώρες, μου φαν­τάζουν ως οι ζωντανές κοινότητες στην Τουρκοκρατία ή τα χωριά να ξεπέρασαν τον εαυτό τους, και τώρα, παρά την μπότα της χούντας, να οπλίστηκαν κι’ άλλο από την υπόγεια ορθόδο­ξη δυναμική (που καταχωνιάστηκε 150 χρόνια στο υποσυνείδητο ή έστω στις απλές σχέσεις του λαού). Ν’ αποζητούν προφητικά τον πολιτικό και υπαρκτικό στόχο: αυτό πού ονομάζουμε κοινωνία αυτόνομη, αυτοδιαχειριζόμενη κι αυτοδιευθυνόμενη και τώρα τελευταία ερωτικά κι ασκητικά προσδιοριζόμενη.

   Μόνο που εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε, πως το «Πολυτεχνείο» είναι ένα γεγονός έκλαμψη, ένας διάττοντας αστέρας που υπήρξε για να δείξει πώς μπορούν να λάμπουν «τ’ αστέρια» του (πολιτικού) «στερεώματος». Το «Πολυτεχνείο» έγινε όχι τόσο για να συνεχιστεί, όσο για να δημιουργήσει καινούργια…».[4]

   Αργότερα ο πυρήνας αυτός μεγάλωσε.[5] Το ίδιο έγινε και στα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων. Βρήκαμε στήριγμα στην εφημερίδα «Χριστιανική», στους κατά τόπους πυρήνες τους και στην εξορία του Νίκου Ψαρουδάκη στη Γυάρο, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το ‘73. Εκεί είχε ήδη ξεκινήσει ένας άτυπος χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος, όπου το υπόβαθρο ήταν η κοινή τους εξορία από τη δικτατορία.

   «…Είχαμε πολλές συζητήσεις. Ξεκινάγαμε από τα κοινωνικά κι’ όλο καταλήγαμε στα μεταφυσικά. Υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει Θεός; Τι ήταν ο Χριστός; Θεός ή κοινωνικός επαναστάτης; Με τρόμαζε η ευκολία με την οποία ωρισμένοι κομμουνιστές ομολογούσαν την αθεΐα τους…».[6] Μα και ο διάλογος αυτός ήταν πρώιμος, αφού οι συζητητές δεν εστίαζαν να βρουν τρόπους κοινής πρακτικής, αλλά μετέφεραν τη συζήτηση στα βαθύτερα της ζωής. Κατά τη γνώμη μου αυτό το είδος διαλόγου ήταν «διάλογος κωφών», παρότι υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ τους.

   Παρά την αρχική εκλογική συνεργασία της Χ. Δ. με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Ι. Μαύρου το Νοέμβρη του 1974, η συνέχιση του διαλόγου στα Πανεπιστήμια και οι συνεργασίες κατά τόπους των πολιτικών νεολαιών (ανάμεσά τους και η δυναμική Ε.Χ.Ο.Ν. της Χ.Δ.) οδήγησαν στο πείραμα στις εκλογές του 1977 με τη «Συμμαχία» των πέντε μικρών πολιτικών κομμάτων της κεντροαριστεράς (ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ. – Γιάγκος Πεσματζόγλου), της αριστεράς (ΚΚΕ Εσ. – Λεωνίδας Κύρκος, ΕΔΑ – Ηλίας Ηλιού, Σοσιαλιστική Πορεία – Σάκης Καράγιωργας) και της ιδιόμορφης Χ.Δ. – Νίκος Ψαρουδάκης.

   Δυστυχώς, παρά το προεκλογικό πρόγραμμα, την καλή διάθεση, υπήρξαν κατά τη γνώμη μου δύο αιτίες που το πείραμα αυτό απέτυχε στην πράξη: Αφενός η αλματώδης άνοδος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και αφετέρου η έλλειψη εισόδου στα βαθύτερα του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου έκαναν τη «Συμμαχία» φύλλο και φτερό μετά τις εκλογές, παρά την εκλογή δύο βουλευτών.

   Αυτή την Συμμαχία την έζησα από πολύ κοντά και την στήριξα, τόσο ως προς την απόφαση (Κ. Ε. της Χ.Δ.), όσο και στη Δυτική Ελλάδα. Στην Πάτρα ήμουν ομιλητής σε πολλές μαζώξεις, μιάς και ήμουν αρκετά γνωστός. Υπήρξα όμως και ομιλητής σε ανοικτές συγκεντρώσεις σε Αμαλιάδα, Πύργο και Ζάκυνθο μαζί με τον Λεωνίδα Κύρκο και άλλα στελέχη. Επίσης συμμετείχα σε περιοδεία στην επαρχία Καλαβρύτων και συζητήσεις σε καφενεία, που τότε έσφυζαν ακόμα σε ζωή.

   Η εκ των υστέρων πολιτική ματιά μου είναι μικτή. Από τη μία δημιουργήθηκε μια εμπιστοσύνη για πολλά ζητήματα που ήταν κοινές επιδιώξεις, αλλά και ανθρώπινη. Από την άλλη έλλειπε ένας βαθύτερος διάλογος που να δημιουργεί γερά θεμέλια και σε πιο θεωρητικά ζητήματα, πέραν της χριστιανικής ή μη πίστης.

   Είναι χαρακτηριστική η γνώμη, λίγα χρόνια αργότερα, του τότε αντιπροέδρου της Χ. Δ. Μανώλη Μ. Μηλιαράκη: «Πρώτα πρέπει να τονιστεί ότι ο χριστιανομαρξιστικός διάλογος δεν είναι κάτι καινούριο. Μια πρώτη μορφή του συναντάμε στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Κληρικοί όλων των βαθμίδων, μοναχοί, βαθιά πιστοί λαϊκοί χριστιανοί, βρίσκονται στο ίδιο μετερίζι με μαρξιστές και πολεμούν το φασισμό…

   Το πείραμα της «Συμμαχίας» που ακολούθησε το ’77, προϊόν της κοινής αντιδικτατορικής πάλης, χριστιανοσοσιαλιστών, σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών και αριστερών του μαρξιστικού χώρου, κατέληξε σε ένα κοινό προεκλογικό πρόγραμμα, ύστερα από πολύμηνο και κοπιαστικό διάλογο…».[7]

   Η τελική γνώμη μου είναι ότι ο διάλογος αυτός έγινε στην πρώιμη μεταπολίτευση στα σαλόνια κι όχι «στ’ αλώνια» της σκληρής καθημερινότητας, εκτός από τα φοιτητικά αμφιθέατρα. Γι’ αυτό οι κοινές θέσεις της «Συμμαχίας» αφορούσαν την κεντρική πολιτική σκηνή και όχι συνδικάτα, τοπική αυτοδιοίκηση, συνεταιρισμούς, πολιτισμό, γνώση, νέες τεχνολογίες, ουσιαστικό βάθεμα των κοινών ενδιαφερόντων. Επίσης πίσω τους κρυβόταν μια ακραία ιδεολογικοποίηση τόσο της χριστιανικής πίστης, όσο και της μαρξιστικής θεωρίας. Κατά τη γνώμη μου οι ευθύνες βρίσκονταν και στις δύο πλευρές.

γ. Η απόπειρα του διαλόγου στις αρχές του 1980

   Η ομάδα των νέων χριστιανοσοσιαλιστών (Ε.Χ.Ο.Ν.) μπήκε στο χώρο του δημόσιου διαλόγου με δύο τρόπους τέλος της δεκαετίας του 1970 και αρχές αυτής του 1980. Αφενός εξέδωσε το περιοδικό «ΣΗΜΑΔΙΑ» με πάνω από 10 τεύχη και αφετέρου προκαλώντας οργανωμένες συζητήσεις στα αμφιθέατρα των Πανεπιστημίων. Το 1981 ανέρχεται στην κυβέρνηση το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου με πάταγο. Η άνοδος στην κυβέρνηση ενός αρχικά σοσιαλιστικού εγχειρήματος, αφενός επιταχύνει τον όποιο χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο και αφετέρου τον νοθεύει, αφού «βιάζονται» οι εξελίξεις μακριά από το λαό και «από τα κάτω».

   Παράλληλα μέσα στα κόμματα της πολυδιασπασμένης αριστεράς υπήρχαν και άνθρωποι χριστιανοί, αλλά στο εσωτερικό τους αυτός ο διάλογος ήταν σχεδόν αδύνατος. Το ίδιο συνέβαινε, αλλά πιο «έξυπνα», στο χώρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Έχω γνωρίσει στη διαδρομή μου αρκετούς απ’ αυτούς. Πάντως η πιο εμφανής περίπτωση ήταν αυτή του Κωστή Μοσκώφ.

   Ήταν άνοιξη του 1983 όταν ήταν να μιλήσει μαζί με τον Κώστα Ζουράρη στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος της Πάτρας. Ξεκινήσαμε (ήμουν κι εγώ μέσα) από την Αθήνα στο ίδιο αυτοκίνητο, μαζί με τους δύο, και ο Γιώργος Χατζηϊακώβου και ο Κώστας Καμαριάρης/ «Ψυχραιμίας». Το ΚΚΕ διεμήνυσε στον σπουδαίο Κωστή Μοσκώφ, όπως μας αποκάλυψε ο ίδιος, ότι «αν ανοίξει το στόμα του» θα διαγραφεί πάραυτα. Ο ίδιος προτίμησε να μη μιλήσει, να μη διαγραφεί, αλλά να αποχωρήσει ο ίδιος κατόπιν…

   Στην έρευνα που κινήθηκε σχεδόν παράλληλα από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (1983) και τον δημοσιογράφο Πέτρο Μακρή, η οποία περιλαμβάνεται σε βιβλίο με το τίτλο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΞ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ» (Οκτώβρης 1983), η συζήτηση μεταφέρθηκε πολύ γρήγορα «στα σαλόνια» και ξέφυγε ουσιαστικά από τους καθ’ εαυτό πολιτικο-κοινωνικούς χώρους. Σ’ αυτήν τη συζήτηση έμειναν ουσιαστικά απέξω αυτοί που τον προκάλεσαν (χριστιανοσοσιαλιστές), μπήκαν άνθρωποι που δεν είχαν μεγάλη εμπειρία, εκτός από ελάχιστους.

   Ας δούμε τρεις ακόμα αναφορές απ’ αυτή την έρευνα, τις οποίες και θα σχολιάσουμε κατόπιν:

   α) «…Στα μεταδικτατορικά χρόνια η ολομέτωπη επίθεση της κυρίαρχης ιδεολογίας βρίσκει την ελληνική Αριστερά όχι μόνο ανέτοιμη αλλά σε φάση προϊούσας κρίσης, να αποζητάει μέχρι σήμερα το πρόσωπό της τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικά πρακτικό επίπεδο…».[8]

   β) «…Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι η σχέση προσώπου και κοινότητας. Την κοινότητα σήμερα τη λένε σοσιαλισμό και η πρωτοπορία ζητάει, πολύ ορθά στο επίπεδο που θέτει τα πράγματα, ένα «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το ορθόδοξο ευαγγελικό όραμα θεωρεί ότι δεν υπάρχει πρόσωπο έξω από την κοινότητα, ούτε κοινότητα χωρίς πρόσωπα. Αυτή η σε φιλοσοφικό και βιωματικό επίπεδο διαλεκτική ταυτότητα προσώπου και κοινότητας είναι επίσης ένα βήμα μπροστά από τις σημερινές αναζητήσεις. Γι’ αυτή την έννοια η Ορθοδοξία είναι πρωτοπορία…».[9]

   γ) «Είμαι υπέρ του διαλόγου και στο ιδεολογικό και στο θεωρητικό επίπεδο και υπέρ της συνεργασίας με τους χριστιανούς σε θεμελιώδη προβλήματα, όπως η ειρήνη, ο πόλεμος, η καπιταλιστική εκμετάλλευση, η αλλοτρίωση των σημερινών ανθρώπων και η συμπαράταξη στην πολιτική μάχη για ένα καθεστώς δημοκρατικό, καθώς και για την ολοκλήρωση της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα. Νομίζω όμως ότι οι μαρξιστές πρέπει να προχωρούν στην πραγματοποίηση αυτών των επιδιώξεων ξεκαθαρίζοντας και βαθαίνοντας τις δικές τους μαρξιστικές θέσεις και όχι προσπαθώντας να κάνουν ένα είδος αμαλγάματος ανάμεσα στο μαρξισμό και στο χριστιανισμό…».[10]

   Κατά τη γνώμη μου ελάχιστες φορές ο διάλογος ήταν πραγματικός. Κι αυτό οφειλόταν τόσο σε γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, όπως ο εμφύλιος και το μετεμφυλιακό κράτος, η σύνδεση μεγάλου μέρους των «αστοχριστιανών» με την επτάχρονη δικτατορία, αλλά και η τεράστια απόσταση της ιεραρχίας της ορθόδοξης εκκλησίας και μιας μεγάλης μερίδας θεολόγων στην Ελλάδα από τα πολλαπλά προβλήματα της σύγχρονης ζωής. Από την άλλη η μεταφυσική προσέγγιση του μαρξισμού από μια τεράστια μερίδα θεωρητικών της αριστεράς οδηγούσε σε θεολογική περιχαράκωση από τη μια, από την άλλη ήθελαν συνεργασία με τους χριστιανούς, αλλά μόνο κάτω από την δική τους ιδεολογική και μεταφυσική ομπρέλα τους.

   Τον ημιτελή και διάλογο αυτόν των σαλονιών, μακριά από «τ’ αλώνια» της από κάτω πολιτικοκοινωνικής δράσης, εκμεταλλεύτηκε έξυπνα ο περίγυρος του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και φυσικά ο ίδιος. Οι μετεγγραφές για τις εκλογές του 1985 του Νίκου Ψαρουδάκη, του Στέλιου Παπαθεμελή, του Μανώλη Γλέζου, αλλά και άλλων, έδωσε οριστικό τέλος στο διάλογο και των σαλονιών. Στην κεντρική πολιτική σκηνή η επιρροή των ίδιων ήταν μηδαμινή. Έτσι ο μεν Ν. Ψαρουδάκης βρέθηκε το 1989 στα ψηφοδέλτια της Ν. Δ. (!) και διαγράφτηκε ατιμωτικά από την Χ. Δ., ενώ ο Μανώλης Γλέζος κινήθηκε σε πιο ρηχά νερά, μέχρι να τον αρμέξει κι αυτόν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Αλέξη Τσίπρα και κατόπιν να αποχωρήσει… Θα έλεγα ότι μεγαλύτερο ρόλο έπαιξε ο ιδιόμορφος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (Τίκας) στις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις, παρά οι εν λόγω πολιτικοί.

   Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν η ΧΔ (1981) έκανε σημαντική κριτική στο ανερχόμενο ΠΑ.ΣΟ.Κ.: «…Η γνώμη μας είναι πως, αν και το ΠΑΣΟΚ συγκινεί βαθιά τον ελληνικό λαό με τα συνθήματά του και τις παραπάνω αξιόλογες, σε πολλά θέσεις του, όμως δεν έχει τον ιδεολογικό οπλισμό που χρειάζεται για την μάχη που άρχισε. Δεν μπορεί για το λόγο αυτό να δημιουργήσει αληθινούς επαναστάτες για την αλλαγή. Δεν μπορεί ένα Κίνημα που επιδιώκει να αλλάξει, να ανακαινίσει την Ελλάδα σύμφωνα με το σοσιαλιστικό πρότυπο, να μην έχει αφομοιώσει βαθιά την Ορθόδοξη λαϊκή παράδοση, που δημιούργησε το πνεύμα της Κοινότητας, διατήρησε την πίστη και την αγάπη για τον συνάνθρωπο, ενέπνευσε την ανυστερόβουλη θυσία για τους αδελφούς…».[11]

   Αυτό δεν εμπόδισε μια ομάδα γύρω από τον Νίκο Ψαρουδάκη με «ταχυδακτυλουργική μέθοδο» να συνεργαστεί εκλογικά το 1985, με τις συνέπειες που αναφέραμε. Γι’ αυτό αυτή η Χ.Δ. έχει τεράστιες ευθύνες γιατί δεν βάθυνε τον διάλογο, ενώ αντίθετα επεδίωξε επιφανειακές συνεργασίες. Κατά τη γνώμη μου με άλλη στρατηγική, που τις πρότεινε συνεχώς το ρεύμα της νεολαίας της, θα είχε επηρεάσει και βαθύνει τον χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο.

   Από την άλλη η χριστιανοσοσιαλιστική νεολαία έχασε τις πρωτοβουλίες, έκλεισε το περιοδικό ΣΗΜΑΔΙΑ, και άρχισε να διασπάται και να αποσυντίθεται. Κάποιοι όμως συνεχίσαμε στην δράση μας με πιο σταθερά θεμέλια, είτε στην τοπική αυτοδιοίκηση, είτε σε συνδικάτα (όπως ο γράφων), είτε στο χώρο του βιβλίου, είτε στο χώρο της επιστημονικής έρευνας. Μια μικρή ομάδα παρέμεινε στη Χ.Δ. και αποτελεί πλέον αφενός ένα σύμβολο και αφετέρου μια μικρή συνέχεια, χωρίς να παίζει το ρόλο που υποτίθεται υπηρετεί. Το ίδιο συνέβη και με τα μεγάλα και μικρά κόμματα ή οργανώσεις της αριστεράς.

   Αξίζει όμως να δώσουμε και μια ευχάριστη νότα, μιας και ο διάλογος αυτός έστειλε χιλιάδες νέους ανθρώπου σε μοναστήρια για να δουν από κοντά τις εκκλησιαστικές κοινότητες (κοινόβια). Αντί δικών μου σκέψεων, θα παραθέσω τι έγραψε ο πασίγνωστος και ανιδιοτελής εκφωνητής του Πολυτεχνείου στην Αθήνα το Νοέμβρη του 1983 για μια επίσκεψή του με παρέα στο Άγιο Όρος…

   «…Ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. Είχε αρχίσει να σπάζει το πάγωμα. Σηκωθήκαμε. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Συζητούσαμε, το να φύγουμε ή να μείνουμε. Ο Γιάννης έλαμπε από ευχαρίστηση. Ο Μακάριος περίμενε την απόφασή μας. Μονάχα όταν καταλήξαμε, έκφρασε τη μεγάλη του επιθυμία να μείνουμε με ένα αγκάλιασμα αγάπης… Δεν καταλάβαμε πως βρεθήκαμε στο κελί του, η ώρα κόντευε για τον Εσπερινό…».[12]

   Κλείνοντας, θα έλεγα, πως ο διάλογος αυτός στην καλύτερη περίπτωση ήταν ημιτελής, ενώ στην χειρότερη έπαιξε αρνητικό ρόλο, αφού έφυγε από τα χέρια αυτών που τον ξεκίνησαν και οδηγήθηκε στα χέρια των ονομάτων, των δημοσιογράφων, των εξουσιαστών, δηλαδή των «σαλονιών». Ευτυχώς όμως μια «μικρή ζύμη» ανθρώπων, που τον πίστεψαν, τον έκαναν πράξη «στ’ αλώνια», έπαιξαν ένα μικρό ρόλο χωρίς ιδιοτέλεια, κυρίως στην εκπαίδευση, βοήθησαν νέους ανθρώπους σ’ αυτόν τον προβληματισμό και συνεχίζουν να το κάνουν μέχρι τις ημέρες μας αρκετά καλά…

* Ο Παναγιώτης Μπούρδαλας είναι πτ. θεολογίας, συνταξιούχος Φυσικός, συνδικαλιστής (Πάτρα).

Παραπομπές

[1] Κώστας Βογιατζής, «Νοέμβρης ’73…», Πάτρα, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ,  Νοέμβρης 2022, σελ. 62. Ο συγγραφέας ήταν ένας από τους κατηγορούμενους φοιτητές για τη μικρή εξέγερση στην Πάτρα το Μάρτιο του 1973, παράλληλα με τα γεγονότα της Νομικής στην Αθήνα. Το Νοέμβρη ήταν ένας από τα 11 μέλη της επιτροπής κατάληψης του Παραρτήματος του Πανεπιστήμιου της Πάτρας, φυλακίστηκε και δικάστηκε και γι’ αυτήν. Μετά το 1990 βρεθήκαμε μαζί στις Παρεμβάσεις της Β/βάθμιας εκπ/σης και είχαμε στενή επαφή.

[2] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΧΑΪΚΗ ΓΗ ΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΑΤΑ», εκδόσεις Αρμός 2022, σελ. 73-75.

[3] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΧΑΪΚΗ ΓΗ ΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΑΤΑ», ό. π., σελ. 40.

[4] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, ΣΗΜΑΔΙΑ τ. 8, Νοέμβρης 1983, σελ. 25-26. Εκτενή αποσπάσματα περιλήφθηκαν στο βιβλίο: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ – ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΔΑΦΕΡΜΟΣ, «ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝ…», εκδόσεις ΕΔΙΑ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ, Νοέμβριος 2005, σελ. 190, 341. Επίσης ολόκληρη η συνέντευξή μου αναδημοσιεύεται και στο βιβλίο μου: «ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», εκδόσεις Αρμός 2019, σελ. 279-285.

[5] Ανάμεσά τους και λίγο μικρότερος από μένα, ο Γιώργος Θεμ. Χατζηϊακώβου, ο οποίος αναδείχτηκε στο χώρο του βιβλίου κατόπιν και κατά σειρά στο Μήνυμα, στην Παρουσία και τώρα στον Αρμό.

[6] Νικου Ψαρουδακη, «7 μηνες στην ασφαλεια και στη γυαρο», ΕΚΔ. ΜΗΝΥΜΑ, 1975, σελ. 131.

[7] Πέτρος Μακρής, ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ή ΔΙΑΜΑΧΗ;, β΄ έκδοση, επικαιροτητα, Αθήνα 1983, σελ. 55-56.

[8] Γιώργος Θ. Χατζηϊακώβου στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 68-69.

[9] Παναγιώτης Νέλλας στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 75.

[10] Ευτύχης Μπιτσάκης στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 23. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι λίγα χρόνια πριν τον επίσημο αυτό διάλογο στα σαλόνια, συνάντησα τον εν λόγω φυσικό και φιλόσοφο της κομμουνιστικής αριστεράς στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος της Πάτρας, τον οποίο είχε φέρει η Κ.Ν.Ε.. Εκεί ανάμεσα σε πολλά κατηγόρησε το χριστιανισμό ότι ασχολείται μόνο με την ψυχή και όχι με το σώμα, με τη μεταφυσική και όχι την ύλη, κλπ. Στο διάλογο που ακολούθησε διαφώνησα δημόσια μαζί του. Τον ρώτησα μάλιστα αν γνωρίζει τον Νικήτα Στηθάτο, που έγραφε ότι η ψυχή είναι υλική και τα σχετικά. Με ειλικρίνεια ξεκαθάρισε ότι δεν τον γνώριζε. Αυτό δείχνει και την έλλειψη ώσμωσης ανάμεσα σε σκληρούς μαρξιστές και χριστιανούς…

[11] ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, έκδοση ΑΘΗΝΑ 1981, «δημοκρατικές δυνάμεις και δυνάμεις αλλαγής», ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Της Κ.Ε., που εργάστηκε με βάση τις ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Α΄ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ Χ.Δ. και κείμενα του Π.Γ. – Π.Ν. – Δ.Τ. – Γ.Ζ. -Π. Μ. (με αποστολή κειμένου) και Θ. Κ., Συνδρομή Φ. Κ.), σελ. 48.

[12] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ, «ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΝΑΝ’ ΚΑΛΑ», ένα μυθιστόρημα ορθοδοξίας, πίστης κι αναρχίας, εκδόσεις ΘΕΩΡΙΑ, 1983, σελ. 91.

Τα σχολεία της Κέρτεζης – ΜΕΡΟΣ Β΄

Τα σχολεία της Κέρτεζης – ΜΕΡΟΣ Β΄

Πινακίδα ανέγγιχτη από το 1876 στο ιστορικό και διατηρητέο κτήριο Στριφτόμπολα

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α΄

VΙ. ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

   Δεν είναι και τόσο απλό στην έρευνα για να ξεχωρίσουμε με πλήρη ακρίβεια τα είδη των σχολείων και τα κτήρια κατά την περίοδο της Νεο-Ελληνικής Πολιτείας, που λειτούργησαν στην Κωμόπολη της Κέρτεζης, πόλου της δυτικής κοιλάδας του Βουραϊκού.

   Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί. Πρώτον υπάρχουν αρκετές άμεσες προφορικές ακόμα μαρτυρίες, αλλά αφορούν περισσότερο τη δεκαετία του 1930 και κατόπιν. Για τις προηγούμενες δεκαετίες οι μαρτυρίες αποτελούν αναπαραγωγή από ακούσματα μεγαλύτερων, οπότε χρειάζονται διασταυρώσεις. Υπάρχουν κάποια επίσης γραπτά στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούμε σε σύνθεση με τις προφορικές μαρτυρίες για να δούμε πιο καθαρά την εικόνα.

   Δεν είχαμε, επίσης, στην Κέρτεζη μέχρι το 1876 σταθερά σχολικά κτήρια, πλην ίσως ενός ακόμα. Κάποια είχαν την μορφή ενοικίασης, κάποια τη μορφή προσωρινότητας, ενώ για μια αγορά σχολικού κτηρίου διαθέτουμε ως ντοκουμέντο τη συμβολαιογραφική πράξη πώλησής του σε ιδιώτη, τέλη της δεκαετίας του 1950, αλλά και έκθεση του 1955 από τον τότε διευθυντή του τελευταίου Δημ. Σχολείου.

   Τέλος, υπάρχει ακόμα άλλη μία σημαντική πλευρά. Αφορά το πλήθος των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό το πλήθος σε άλλα ζητήματα μας βοηθά και μας ξεκαθαρίζει το είδος των σχολείων που λειτούργησαν στην Κέρτεζη, ενώ σε άλλα μας αφήνει μια θαμπάδα.

   Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της μετεξέλιξης της Ελληνικού Σχολείου, που ήταν μια ανώτερη βαθμίδα από το πρωτοβάθμιο σχολείο. Η Δρ Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου μου τόνισε σε πρόσφατη γραπτή συνομιλία μας:

   «…Τα ημιγυμνάσια λειτούργησαν κατά κύριο λόγο σε κωμοπόλεις, ως  μορφή μετεξέλιξης του σχολαρχείου, το οποίο είχε τρεις τάξεις και παρείχε ανώτερες σπουδές από το Δημοτικό, δηλαδή, δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού και μια του γυμνασίου. Στην συνείδηση πολλών αυτή η ενδιάμεση βαθμίδα ταυτίστηκε με το επίσης τριτάξιο Ελληνικό που θεσπίστηκε στην Οθωμανική περίοδο».[1]

   Επίσης δεν φθάσαμε στο Δημοτικό Σχολείο του 20ου αι. από παρθενογένεση. Προεπαναστατικά υπήρχε το Κοινό Σχολείο, ενώ επί Ιωάννη Καποδίστρια εισάχθηκε το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο που εξελίχθηκε σε πλήρως Δημοτικό Σχολείο. Και τα δύο τα διέθετε η Κέρτεζη με βεβαιότητα.

   Η Κέρτεζη, λοιπόν, διέθετε Κοινό Σχολείο, αλλά και Αλληλοδιδακτικό. Κάποια στιγμή απέκτησε και Ελληνικό Σχολείο που εξελίχθηκε σε Σχολαρχείο. Για χάρη του δωρήθηκε το σπίτι του Στριφτόμπολα. Τα Σχολαρχεία καταργήθηκαν στην Ελλάδα το 1929. Όμως στοιχεία αναφέρουν ότι μέχρι και την Κατοχή υπήρξε Ημιγυμνάσιο στην Κέρτεζη, ως Παράρτημα του Γυμνασίου Καλαβρύτων, τουλάχιστον από τα μέσα ης δεκαετίας του 1930.

   Το πλήθος αυτών των στοιχείων θα προσπαθήσουμε να τα χωρέσουμε σε δύο ή τρία άρθρα. Επομένως θα έχουμε και συνέχεια στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας. Για όποιες πλευρές δεν υπάρχουν διασταυρωμένες πληροφορίες, αφού χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, θα τις προσφέρουμε με την μέθοδο της λεγόμενης σοβαρής υπόθεσης, δηλαδή ως ένα σοβαρό ενδεχόμενο.

VΙΙ. ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΣΤΟ ΚΤΗΡΙΟ ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑ

   Το 1876, ο γιός του Αναγνώστη (Δημητρίου) Στριφτόμπολα Γεώργιος, επί δημαρχίας του επανασυσταθέντα το 1870 Δήμου Καλλιφωνίας (με έδρα την Κέρτεζη) Χρήστου Σκαμβούγερα, δωρίζει το τριώροφο κτήριο που αγόρασαν στις 22 Μαρτίου 1821.  Τότε, με 5 τάλιρα στη «Δίκη της άμμου», ο πατέρας του Αναγνώστης, ο απελευθερωτής των Καλαβρύτων (21 Μαρτίου) και στις 22 Μαρτίου της Κέρτεζης, εξανάγκασε τον φιλότουρκο Κερτεζίτη Τετρεμέλη να το πουλήσει. Η γειτονιά λεγόταν «Άμμος», διότι το έδαφος αποτελείται από καφετί στουρνάρι.

   Ο Γεώργιος ήδη εργαζόταν στην Φάλαγγα και έμενε στο Μιντιλόγλι Πατρών. Βλέποντας τις δυσκολίες για σταθερό και μεγάλο κτήριο για τη στέγαση και δημιουργία Ελληνικού σχολείου (Σχολαρχείου) και στην Κέρτεζη, αλλά και θέλοντας να τιμήσει τον ήρωα και οπλαρχηγό Αναγνώστη Στριφτόμπολα, πρωτίστως ως δάσκαλο, δωρίζει το κτήριο στο Δήμο (βλέπε επιγραφή). Στην επιγραφή τονίζεται ότι πρόκειται για «Ελληνικό σχολείο Ο ΣΤΡΕΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ».

   Στο κτήριο πρέπει να λειτούργησε το Σχολαρχείο (η εξέλιξη του Ελληνικού σχολείου) για πολλές δεκαετίες. Εκεί μετακόμισε  το Δημοτικό σχολείο μετά από περιπλάνηση 30 ετών το 1929 και λειτούργησε μέχρι το 1951. Μου επιβεβαιώνουν πολλοί γέροντες που ήταν εκεί μαθητές, αλλά και η έκθεση (1955) του Αντωνίου Χρ. Οικονόμου, Διευθυντή τότε του Δημοτικού σχολείου. Υπενθυμίζουμε ότι το 1929 καταργήθηκαν τα Σχολαρχεία.

   Το σχολικό κτήριο πέρασε στην ιδιοκτησία της Κοινότητας Κερτέζης με την κατάργηση των μικρών και εκτεταμένων δήμων και τη δημιουργία Κοινοτήτων από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (1913). Το 1951 δημοτικό σχολείο μεταφέρθηκε στο τελευταίο μας δημοτικό σχολείο, στον Αη Θανάση.

   Το Δημοτικό σχολείο ήταν μικτό (αρρένων και θηλέων). Λειτουργούσαν τέσσερις αίθουσες στο κτίριο του Στριφτόμπολα. Δύο στο ισόγειο και δύο στον όροφο. Δεν γνωρίζουμε την χρήση του υπογείου.

   Οι μαθητές προαυλίζονταν κυρίως στα ΝΑ του κτηρίου που υπάρχει μέχρι τις ημέρες μας δρόμος με διχάλι και μεγάλο άνοιγμα. Ρόλο προαυλίου έπαιζε εν μέρει και ο κεντρικός δρόμος στα βόρεια, όπου είχε γίνει και η «δίκη της Άμμου».

VΙΙΙ. ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΡΤΕΖΗ

   «…Η δημογραφική αύξηση που σημειώνεται κατά τη δεκαετία του 1930 στην επαρχία Καλαβρύτων είναι ευθέως ανάλογη και του αριθμού των μαθητών που συνεχίζουν τις σπουδές τους στο Γυμνάσιο.  Είναι εμφανές ότι όλο και περισσότερο γίνεται συνείδηση πως η γνώση εξασφαλίζει καλύτερες προοπτικές και συνθήκες διαβίωσης (βλ. πιν. 2). 

   Με βάση τα ελάχιστα αρχειακά κατάλοιπα [(τα Μαθητολόγια και το άλλο αρχειακό υλικό του Σχολείου κατακάηκαν από τους Γερμανούς (Καλδίρης, χ.χ.)] που ερεύνησα, διαπιστώνεται πως από το 1935-36 και τουλάχιστον έως το 1947-48 λειτουργούσε και γυμνασιακό παράρτημα στην Κέρτεζη που βρίσκεται σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων ΝΔ της πόλης των Καλαβρύτων (βλ. πιν.3).

   Το Γυμνασιακό αυτό παράρτημα κάλυψε τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών των γύρω χωριών και της πόλης των Καλαβρύτων στα δύσκολα γι’ αυτήν, χρόνια της Κατοχής και ιδιαίτερα στην περίοδο 1943-44 που τα Καλάβρυτα και η ευρύτερη περιοχή δοκιμάστηκαν βάναυσα από τα Γερμανικά τάγματα κατοχής.  Είναι χαρακτηριστικό πως το σχολικό έτος 1936-37 ο αριθμός των παιδιών που φοιτούν στο γυμνασιακό παράρτημα Κερτέζης (συν. 148 <20>) προσεγγίζει εκείνο του Γυμνασίου Καλαβρύτων (συν. 143 <13>). 

   Το σχολικό έτος 1943-44 το Γυμνασιακό παράρτημα Κερτέζης εύλογα  με βάση τις τοπικές δημογραφικές συνθήκες συγκεντρώνει 195 μαθητές εκ των οποίων  34 είναι κορίτσια, ενώ το 1947-48 ο αριθμός μειώνεται στους 86 μαθητές και μαθήτριες. Ήδη από το 1946-47 επαναλειτουργεί ως οκτατάξιο το Γυμνάσιο Καλαβρύτων με 295 μαθητές και 75 μαθήτριες (βλ. πιν. 4)…».[2]

   Κατά το γέροντα Γεώργιο Παν. Λαφογιάννη οι νέοι μαθητές έδωσαν το 1944 εισαγωγικές εξετάσεις στο κτήριο του Στριφτόμπολα και κατόπιν φοίτησαν στο νέο κτήριο (Αη Θανάσης). Το ίδιο πρέπει να γινόταν και πριν την Κατοχή). Αντίθετα ο Χρίστος Φωτεινόπουλος αναφέρει ότι φοίτησαν στον Στριφτόμπολα:[3] «Στην περίοδο 1944-47 υπολειτούργησαν δύο (2) Γυμνάσια, το ένα στην Κέρτεζη – στεγάστηκε στο σπίτι του Στριφτόμπολα και το άλλο στα Καλάβρυτα, το οποίο στεγάστηκε στο στενόχωρο και ‘’καταθλιπτικό’’ κτίριο Τσεντούρου…». Μάλλον η αλήθεια γέρνει στον αυτόπτη μάρτυρα.[4]

   Διαθέτω αρκετές πληροφορίες από του Μαρκέους, αλλά και άλλους Κερτεζίτες ότι το Δημοτικό σχολείο μετακόμισε στο διπλανό ανατολικά κατά 50 μέτρα (σε σχέση με την παλιά του θέση έναντι του Δημητράκη) μακρόστενο ισόγειο με τις πολλές αίθουσες του κτηρίου του Λερούνη και κατόπιν του γέρο Κώστα Μάρκου, πατέρα και του Βασιλείου Κ. Μάρκου, δικηγόρου Καλαβρύτων.  Ο Αντώνης Χρ. Οικονόμου αναφέρει στην έκθεσή του το 1955 ότι αυτό έγινε μετά το 1900, αλλά όχι μόνο στο κτίριο των Μαρκέων.

Κτήριο των Λερούνη – Μάρκου κοντά στην κεντρική πλατεία της Κέρτεζης

   Έτσι Δημοτικό σχολείο και σχολαρχείο ήταν στα δυο κτήρια. Πάντως μετά το 1929 το δημοτικό ήλθε στου Στριφτόμπολα με βεβαιότητα. Επομένως εκείνη την περίοδο το Ημιγυμνάσιο (Παράρτημα του Γυμνασίου Καλαβρύτων) πρέπει να στεγαζόταν στο ισόγειο του κτηρίου Λερούνη/Μάρκου. Μόνο μετά το ολοκαύτωμα ήλθε στον Αη Θανάση, που ήδη είχε ανοικοδομηθεί το νέο κτήριο για το Δημοτικό σχολείο (έως το 1948).

IX. ΤΟ ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟ

   Το κτήριο του Στριφτόμπολα αποτέλεσε αρχικά το κτήριο για το Ελληνικό σχολείο (Σχολαρχείο) για κάποιες δεκαετίες, με βεβαιότητα μέχρι το 1929. Φοίτησαν και αποφοίτησαν πολλοί Κερτεζίτες και λίγες Κερτεζίτισσες. Φοιτούσαν ακόμη και μαθητές από τη δυτική κοιλάδα του Βουραϊκού, αλλά και μαθητές από τα Λαπατοχώρια, την Κούτελη και γύρω χωριά. Αυτοί έρχονταν από τον δρόμο που τα συνδέει με την Κέρτεζη και διέρχεται από το διάσελο του Αη Θόδωρου. Έμεναν βεβαίως στην Κέρτεζη.

   Οι προφορικές πληροφορίες μου αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι αποφοίτησαν οι αείμνηστοι από την Κέρτεζη: Σπήλιος Πανόπουλος (Δημητράκας), Γεώργιος Παρασκευόπουλος/«Τζόβολος», Γεώργιος Δημ. Κανελλόπουλος (Σαμαράς), ο Γεώργιος Σπηλιόπουλος (Παντοπώλης και Γραμματέας της Κοινότητας), η Αικατερίνη σύζ. Μιχάλη Δ. Ανδριόπουλου (Κρησαρομιχάλη, το γένος Ρέλλα), η  Αγγελική Πολ. Αγγελοπούλου, η Βασιλική Τριανταφυλλοπούλου/«Τσίκολα» (σύζ. Ανδρέα Δ. Βορύλλα/«Ζάντα»), κ.ά.

   «Με διάταγμα της  31ης  Δεκεμβρίου 1836 ιδρύθηκαν ως σχολεία Μ.Ε. τα τριτάξια Ελληνικά Σχολεία και τα Τετρατάξια Γυμνάσια».[5] Η Κέρτεζη δεν διέθετε για κάποιες δεκαετίες. Η δωρεά όμως του κτηρίου του Στριφτόμπολα το 1876 έγινε για ίδρυση Ελληνικού Σχολείου που μετεξελίχθηκε σε Σχολαρχείο, το οποίο συναντάμε και στις αρχές του 1900. Η σχετικά θαμπή αυτή εικόνα θέλει κι άλλη έρευνα, που ίσως την καθαρίσει.

   Ως δομή στην Παλαιά Ελλάδα μαρτυρείται από το 1871 με την ονομασία Ελληνικό Σχολείο. Ήταν προβαθμίδα του Γυμνασίου. Αποτελεί ιστορικά το παλιότερο τριτάξιο σχολείο στην Ελλάδα (ανώτερο από το δημοτικό σχολείο και κατώτερο από το γυμνάσιο). Για την εποχή εκείνη οι απόφοιτοι θεωρούνταν σχετικά μορφωμένοι. Έκλεισαν όλα οριστικά το 1929, μετά από ευρεία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

   «…Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που συντελέστηκε το 1929 (Μπουζάκης, 1997), ήταν η συνέχεια των σχεδιασμών του 1913 και 1917 και κρίθηκε αναγκαία, όπως ορθά γράφει ο Σπ. Ευαγγελόπουλος (Ευαγγελόπουλος, 1999), για μια συνολική αντιμετώπιση και εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος. 

   Η θέσπιση της υποχρεωτικής φοίτησης στο εξατάξιο Δημοτικό σχολείο, η πρόβλεψη για σύσταση ημιγυμνασίων σε επαρχιακά κέντρα και η αύξηση του χρόνου παρεχόμενης φοίτησης σε (12) δώδεκα χρόνια είχε θετικά αποτελέσματα όσον αφορά στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα…».[6]

   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1) 1η δημοσίευση στην ΩΡΑ των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, φ. 84, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2024, σελ. 28-29. 2) Στο δημοσιευμένο κείμενο έγιναν κάποιες μικρές διορθώσεις.

   ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.


Παραπομπές

[1] Δρ Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου, 22.12.2024.

[2] Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου, Δρ Ιστορίας, Συγγραφέας στο «Η παρουσίαση έγινε στο 20 ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ «Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ» – «ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ» – «Β5. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΤΟΠΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», 2002, Πάτρα.

[3] Χρίστος Α. Φωτεινόπουλος, «Το σχολείο στο εκτελεστικό απόσπασμα», Καλάβρυτα 2004, σελ. 166.

[4] Γεώργιος Παν. Λαφογιάννης, 26.12.2024, τηλεφωνική πληροφορία.

[5] Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου, ό. π.

[6] Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου, ό. π.

Τα σχολεία της Κέρτεζης – ΜΕΡΟΣ Α΄

Τα σχολεία της Κέρτεζης

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

ΜΕΡΟΣ Α΄

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

   Για λόγους μεθοδολογικούς, επειδή τα γνωστά κτήρια που λειτούργησαν από τον 18ο αι. έως τις μέρες μας ως σχολεία είναι έξι στην Κέρτεζη, αλλά και επειδή είχαμε πέντε διαφορετικά είδη σχολείων, αποφάσισα να ακολουθήσω την αντίστροφη πορεία στο χρόνο κατά την ανάλυση.

   Τα πέντε διαφορετικά είδη σχολείων στην Κέρτεζη, κατά χρονολογική σειρά εμφάνισης στο δημόσιο προσκήνιο, είναι τα εξής: 1) Ελληνικό σχολείο, 2) Δημοτικό σχολείο, 3) Σχολαρχείο (Ημιγυμνάσιο), 4) Γυμνάσιο (Καλαβρύτων) και 5) Νηπιαγωγείο.

   Επειδή το νηπιαγωγείο τις τελευταίες λίγες δεκαετίες λειτούργησε παράλληλα και μαζί με το δημοτικό θα αναφερθούν μαζί. Επίσης σε ξεχωριστές ενότητες στο τελευταίο μας δημοτικό σχολείο θα αναπτύξουμε επί πλέον τα του προαυλίου του αφενός και τα τέσσερα μικρά προσαρτημένα βοηθητικά του κτήρια αφετέρου.

   Στη συνέχεια θα περάσουμε στο δημοτικό σχολείο που λειτούργησε στο ιστορικό και διατηρητέο κτήριο των Τετρεμέλη – Στριφτόμπολα. Θα υπάρξουν ξεχωριστές ενότητες για το κτήριο που στεγάστηκε το σχολαρχείο, το δημοτικό σχολείο πριν δωρισθεί το κτήριο από τον υιό Στριφτόμπολα και τέλος τα δύο κτήρια που στεγάστηκε το ελληνικό σχολείο.

ΙΙ. ΤΟ ΕΚΤΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΚΤΗΡΙΟ (ΔΗΜΟΤΙΚΟ) ΤΗΣ ΚΕΡΤΕΖΗΣ

Συνέχεια

Οι εκπαιδευτικοί αγώνες και οι ριψάσπιδες – Μια ιστορική αναδρομή στην 35ετία (1988-2023)

Οι εκπαιδευτικοί αγώνες και οι ριψάσπιδες – Μια ιστορική αναδρομή στην 35ετία (1988-2023)

Του Γιώργου Καββαδία*

Εδώ και τριάντα πέντε χρόνια οι κυβερνήσεις επιδιώκουν τις  αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις – μεταρρυθμίσεις της εκπαίδευσης σύμφωνα με τις ΕΟΚικές –τότε- και σήμερα της ΕΕ ντιρεκτίβες. Αυτές συνδέονται στενά με τους εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς αγώνες. Η μεγάλη απεργία του 1988 παίζει καταλυτικό ρόλο στη συγκρότηση σε πανελλαδικό επίπεδο των Αγωνιστικών Παρεμβάσεων-Συσπειρώσεων-Κινήσεων που αποτέλεσαν και αποτελούν τον ταξικό πόλο του εκπαιδευτικού κινήματος, αλλά και την ατμομηχανή της Εκπαιδευτικής Αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο ο «Εκπαιδευτικός Όμιλος και το περιοδικό  «Αντιτετράδια» προσπάθησαν να αρθρώσουν ένα ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό λόγο, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, «εφ’ όλης της ύλης”. Προσπάθησαν να ξεπεράσουν τη συνδικαλιστική επιφάνεια και να συνδέσουν τα εκπαιδευτικά με τα κοινωνικά προβλήματα και να φωτίσουν τις αιτίες τους, που είναι ριζωμένες στη δομή της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η μεγάλη απεργία των 37 ημερών του 1988

Συνέχεια

Ο Κάρολος κι εγώ. (Κατάθεση)

Ο Κάρολος κι εγώ. (Κατάθεση)

Του Αλέξανδρου Σταθακιού*

Ήμουν 16 χρονών όταν έπεσε στα χέρια μου το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος «.

Τότε ήρθα σε επαφή πρώτη φορά με τον Κάρολο.

 Είχα γίνει ήδη Κομμουνιστής και ψαχνόμουν, χωρίς να έχω διαβάσει ούτε μια αράδα Κομμουνιστική.

Μάλλον είχα προετοιμαστεί για «Καλός Σαμαρείτης» από το περιβάλλον μου, αλλά είδα με τη φωτιά της νιότης, ότι όσο και να προσπαθείς να δώσεις λύση ατομικά σε κάποιους, το κοινωνικό κακό όλο και μεγαλώνει.

Συνέχεια

Σφαγή των Καλαβρύτων: Ο μύθος του Καλού Αυστριακού και η αλήθεια για τη φωτιά στο Σχολείο από καταθέσεις επιζώντων

Σφαγή των Καλαβρύτων: Ο μύθος του Καλού Αυστριακού και η αλήθεια για τη φωτιά στο Σχολείο από καταθέσεις επιζώντων

Του Νίκου Τζιανίδη*

Τα γεγονότα και η ταινία

Είναι από εκείνες τις σελίδες της Ιστορίας που πολλοί ονομάζουν «μαύρες», που άλλοι έχουν σκίσει για να μην πονάει η μνήμη κι άλλοι τις έχουν κεντήσει βελονιά βελονιά στο νου για να μην ξεχάσουν ποτέ: Η σφαγή των Καλαβρύτων.

Με λίγα λόγια – πόση αξία έχουν άλλωστε τα λόγια σε ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα; – Γερμανοί Ναζί εκδικούμενοι τον θάνατο συμπατριωτών τους χίμηξαν σαν λυσσασμένα σκυλιά σε χωριά και πόλεις της Πελοποννήσου και άφησαν πίσω τους αίμα, πόνο και θρήνο.

Η γη των Καλαβρύτων σκέπασε 499 ανθρώπους! Η πόλη των Καλαβρύτων ακόμη είναι μια πληγή που σαν την ξύσεις ματώνει. Κι αυτό έγινε με την ταινία «Καλάβρυτα 1943»: Έξυσε παλιές πληγές και μάτωσαν οι μνήμες! 

Η σκηνή της ταινίας, που έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στον μαρτυρικό τόπο, είναι αυτή που προβάλλεται (και) στο τρέιλερ και αναβιώνει έναν μύθο περί δήθεν «Καλού Αυστριακού Ναζί», που παράκουσε τις εντολές ανωτέρων του και έσπασε την πόρτα του Δημοτικού Σχολείου που έχει τυλιχτεί στις φλόγες, για να σώσει τα γυναικόπαιδα.

Ένα βιβλίο που απαντάει σε πολλά

Δημόσια Υγεία: Τι «ξέχασε» να μας πει ο κ. Τσίπρας;

Τι «ξέχασε» να μας πει ο κ. Τσίπρας;

Του Δημήτρη Ζιαζιά*

Αν έχεις τέτοιους φίλους (αντιπολίτευση), τι τους θέλεις τους εχθρούς (κυβέρνηση)

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης παρουσίασε το πρόγραμμα για το Νέο ΕΣΥ σε διαδικτυακή εκδήλωση σε μια προσπάθεια να βγάλει τον ΣΥΡΙΖΑ από την αντιπολιτευτική ανυποληψία στην οποία έχει περιέλθει εδώ και ένα χρόνο. Παράλληλα, σα να μην κυβέρνησε ποτέ, σαν όλα τα αδιέξοδα και οι ελλείψεις στο ΕΣΥ να προέκυψαν μόλις τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, δεν έκανε καμιά στοιχειώδη αυτοκριτική για τη διάρκεια της δικής του διακυβέρνησης. Με ευχολόγια, αναμάσημα τετριμμένων τσιτάτων και εκθέσεις ιδεών επιχειρεί να στήσει ένα δίπολο ανάμεσα στην «κακιά ΝΔ» και τον καλό ΣΥΡΙΖΑ, στη λογική του ώριμου φρούτου.

Αναμνήσεις από τις μακρινές ημέρες του Πάσχα στην Κέρτεζη

Αναμνήσεις από τις μακρινές ημέρες του Πάσχα στην Κέρτεζη

Σχόλια για την φωτογραφία του Παναγιώτη Σπανού στο τέλος

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Οι μέρες του Πάσχα στην Κέρτεζη είχαν έναν εορταστικό ανάμικτο τρόπο ανάδειξης, λαμβάνοντας υπόψιν τόσο τις εργασίες των κατοίκων (κυρίως μικροαγροτών και τσοπάνηδων), όσο και επιρροές του μοναστηριακού τυπικού! Φυσικά και συμμετείχαν και πολλά γνωστά λαογραφικά στοιχεία, όπως τα λεγόμενα κάλαντα. Το εκκλησιαστικό και λαογραφικό τυπικό με αργίες ημερών και ωρών ξεκινούσε από το Σάββατο του Λαζάρου και τελείωνε την Κυριακή του Θωμά! Πολλά στοιχεία απ’ αυτά διατηρούνται ακόμα.

Το πρωινό του Λαζάρου στον μεν ναό γιορταζόταν η προσδοκία της «κοινής Ανάστασης», ενώ στα σπίτια τα παιδιά έψαλλαν: «Ήλθε ο Λάζαρος, ήλθαν τα βάγια,/ ήλθε κι ο Υιός της Παναγίας./ Κάπου λάλησε πουλί κι αηδόνι/ κι απλοήθηκε το χελιδόνι./ Έβγα Λάζαρε δος μου λεμόνι,/ να το φύτευα στο περιβόλι…». Από την προηγούμενη τα παιδιά είχαν στολίσει με άγρια πορτοκαλί άνθη τα καλαθάκια και πρωί-πρωί περνούσαμε από τα σπίτια. Στο ψάλσιμο οι κυράδες μας φίλευαν κυρίως φρέσκα αυγά και σπάνια κουλούρια. Τα λαμπροκούλουρα φτιαχνόντουσαν την ίδια μέρα, αλλά μετά το σχόλασμα της εκκλησίας. Ήταν δύο ειδών: Τα αρτύσιμα με αυγά και γάλα και τα λαδερά με προζύμι.

Η επόμενη ημέρα, Κυριακή των βαΐων, ήταν εορταστική με τα βάγια ως ευλογία και το μεσημεριανό με μπακαλιάρο τηγανιτό και σκορδαλιά από πουρέ πατάτας.

Η πορεία

Η πορεία

Του Νίκου Προσκεφαλά*

Όνειρο έβλεπα χθες, επετειακό. Πως ήμουν τάχα στην εσωτερική αυλή του Πανεπιστημίου, ανήμερα δεκαεφτά Νοέμβρη, είκοσι και βάλε χρόνια πίσω, λίγο πριν την καθιερωμένη πορεία προς τη Νομαρχία και πίσω πίσω απ’ το πανό των Ρηγάδων. Με τα χέρια στις τσέπες, με σκούφο για το κρύο, συντονισμένος, καλοκουρδισμένος, έτοιμος. Κατέβαινα εκστασιασμένος τη Δωδώνης κι ο φρέσκος αέρας που μου μαστίγωνε το πρόσωπο, δρόσιζε τα πλακάτ του μυαλού, φούσκωνε το νεανικό μου στήθος. Μέρες του ‘90. Τι κι αν ο υπαρκτός ο ανύπαρκτος κατέρρεε ανατολικά; την είχα κάνει εγώ την κριτική μου. Κι ο οίστρος της επετείου με είχε απόλυτα συνεπάρει. Όπως κι η πορεία, που κατηφόριζε με παλμό.

Ο δολοφονημένος άγνωστος ήρωας του Πολυτεχνείου Γιάννης Καΐλης

Ο δολοφονημένος άγνωστος ήρωας του Πολυτεχνείου Γιάννης Καΐλης

Της Βάσως Βέτσικα*

«Δεν μπορούσαμε ούτε να τον κλάψουμε»

Στις 22 Φεβρουαρίου 1974, τρεις μήνες μετά την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο, σε ένα οικόπεδο της οδού Βαλτετσίου, δίπλα σε μια νεοανεγειρόμενη οικοδομή της Αθήνας, περαστικοί ανακάλυπταν το πτώμα ενός 24χρονου άνδρα. Χτυπημένος μέχρι θανάτου, με σπασμένα τα δάχτυλα και κατακρεουργημένο το κεφάλι, ο νεκρός παρουσίαζε μια εικόνα που δεν δικαιολογούσε την επίσημη αιτία θανάτου. Η εκδοχή της «αυτοκτονίας» δεν έπειθε κανέναν. Τις αμφιβολίες ενίσχυε το γεγονός ότι ο 24χρονος φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών καταζητούνταν από τη χούντα, είχε εξαφανιστεί επί μέρες από τους οικείους του και οι πληροφορίες έλεγαν ότι είχε ήδη συλληφθεί. Ονομαζόταν Γιάννης Καΐλης. Ηταν ο φοιτητής που είχε γράψει με το πινέλο του στην πύλη του Πολυτεχνείου τα δύο συνθήματα που έμειναν άσβηστα στην Ιστορία: «Έξω αι ΗΠΑ», «Έξω το ΝΑΤΟ»…