Αρχείο κατηγορίας Εκκλησία και Μεταπολίτευση

Στ’ αλώνια και στα σαλόνια – Χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος: Όπως τον έζησα και τον κρίνω

Στ’ αλώνια και στα σαλόνια

Χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος: Όπως τον έζησα και τον κρίνω

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

α. Το βάπτισμα του πυρός…

   Οκτώβρης 1973: Είμαι πρωτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας (τμήμα Φυσικό). Πήγα στο Παράρτημα του Πανεπιστημίου επί της Κορίνθου (πάνω από την πλατεία Όλγας, στο κέντρο) για να κάνω την εγγραφή μου. Έγινε επιτυχώς. Άρχισα, λοιπόν, να φοιτώ. Δεν γνώριζα τι θα με περίμενε στη γωνία της ιστορίας σε λίγες ημέρες…

   Άρχισαν τα μαθήματα και οι μαζικές παρακολουθήσεις. Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, κλπ. Κάποια στιγμή σε μία απ’ αυτές στο αμφιθέατρο μπαίνει μια ομάδα φοιτητών γενειοφόρων και κάποια φοιτήτρια, μεγαλύτεροι σε ηλικία από μένα. Ζητούν από τον καθηγητή να σταματήσει το μάθημα και να φύγει! Ω, τι έκπληξη ήταν αυτή!

   Μας ενημέρωσαν όλους και όλες αναλυτικά για την κατάσταση στο Πανεπιστήμιο, για τους εγκάθετους φοιτητές, για τους ασφαλίτες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας, για τη νοθεία στις φοιτητικές εκλογές την προηγούμενη άνοιξη, για το ρόλο της διοίκησης και του ίδιου του διορισμένου Πρύτανη Τάγαρη…

   Μας είπαν τι είχε συμβεί το Μάρτη στην Πάτρα και μάλιστα στην κατάληψη της Φοιτητικής Λέσχης. Μας εξήγησαν για τις δίκες του Αυγούστου και τα λοιπά. Το ένστικτό μου θυμήθηκε την καθηγήτρια φιλόλογο Καψάλη που μας έκανε αρχαία και δίδασκε Δημοκρατία με αφορμή τον Επιτάφιο του Περικλή την προηγούμενη χρονιά στο 1ο Γυμνάσιο Πάτρας. Μας δήλωσαν ότι στις 15 Νοέμβρη να είμαστε όλες και όλοι εκεί. Εκεί θα αποφασίσουμε το τι θα γίνει κατόπιν. Σε μένα, ως αστραπή που πέφτει από τον ουρανό, πήρα άμεσα την απόφαση να συμμετάσχω.

   Που να γνώριζα ότι αυτή η συνέλευση θα αποτελούσε το πολιτικό βάπτισμά μου, που θα με ακολουθούσε ως τα γεράματά μου; Που να γνώριζα ότι θα αποτελούσε την αφετηρία του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου που ξεκίνησα και συνεχίζω μέχρι τις ημέρες μας. Κυρίως παλεύω «στ’ αλώνια κι όχι στα σαλόνια». Ειδικά μετά τη μεταπολίτευση κουβάλησα στις πλάτες μου κυριολεκτικά στο αμφιθέατρο στο Παράρτημα της οδού Κορίνθου στην Πάτρα την αφετηρία ενός γόνιμου τέτοιου διαλόγου…

   «…Ανοίγω παρένθεση. Ένας φοιτητής που γνώρισα αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, καθηγητής αργότερα στην Πάτρα και ενεργός συνδικαλιστικά διατηρεί δική του ιστοσελίδα στην οποία παρουσιάζει καταθέσεις από τη δίκη και τις απολογίες ημών των κατηγορουμένων. Οι απολογίες δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Χριστιανική.

   Η εφημερίδα με πλήρη τίτλο «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ήταν όργανο μιας μικρής πολιτικής ομάδας με τον ίδιο τίτλο. Η ομάδα αυτή συνεργάστηκε στις εκλογές του 1977 με αριστερές πολιτικές δυνάμεις στα πλαίσια της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ. Επί δικτατορίας η εφημερίδα αναγκάστηκε να κυκλοφορεί με τον τίτλο «Χριστιανική». Παραθέτω από τις απολογίες όσων παιδιών μπόρεσα να βρω…».[1]

β. Η πρώιμη μεταπολίτευση της δεκαετίας του ‘70

   Η συμμετοχή μου στα γεγονότα του Νοέμβρη του ’73 μου έδωσε ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την έναρξη ενός νέου γύρου χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου στα αμφιθέατρα, στα πηγαδάκια και στις συνελεύσεις των τμημάτων. Αυτό το είχαν άλλοι δύο συμφοιτητές μου, που είχαν σχέση με την «Χριστιανική».

   «…Η δικτατορία ήταν πια παρελθόν το 1974 και  μια νέα ελπίδα ερχόταν. Οι αμφιβολίες μου και η κριτική μου ήταν έντονες και σε μεγάλο βαθμό. Η μάνα όμως συνέχιζε νά’ναι απλή και με σκέπαζε μόνο με την απλότητά της, την αγάπη της, τις σκέψεις, το υπόδειγμά της και τις προσευχές της… Στο δρόμο μου βρέθηκαν δύο συμφοιτητές αρκετά πιστοί και χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλον ιδιαίτερα, παρότι είμασταν στο ίδιο έτος και τμήμα! …Βρήκα στη συνέχεια τον θυρωρό κυρ-Γιάννη Τσιλίρα και τον χριστιανοκοινωνιστή διακο-Γιάννη Κατωπόδη.[2] …Όλοι εξαίρετοι!»[3]

   Δέκα χρόνια μετά, μέσα από τα ΣΗΜΑΔΙΑ, τ. 8, Νοέμβρης 1983 και σε αφιέρωμα στα πλαίσια του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου, ανακεφαλαίωσα τη σκέψη μου από την εμπειρία μου, δίπλα σε τέσσερις πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου:

   «Η εκδοχή της μη βίας, στη βία της χούντας. Η προβολή συνθημάτων που προφήτευαν μια καινούργια κοι­νωνία, παρά μια πολεμική πρακτική, που ζητούσε ν’ αρπάξει τη διαχείριση μιας άλφα κατάστασης, του κράτους ή του συστήματος.

   Ονειρώδεις ήταν πραγματικά οι διαπροσωπικές σχέσεις –παρόλα τα προβλήματα και τις αντεγκλήσεις στις συζητήσεις– που διαμορφώθηκαν και αναπτύχθηκαν στην κοινωνία–αντίσωμα της κατάληψης. Καθιερώθηκαν πολιτικές διαδικασίες ουσιαστικής πολιτικής αυτονομίας, προγραμματισμένου καταμερισμού ευθυνών, άμεσης ανάκλησης των υπευθύνων κι αίσθηση της παρουσίας του άλλου, πέρα από το φόβο ή την αγνωσία της ψυχής του.

   Τώρα, μετά δέκα χρόνια πολιτικής εμπειρίας και μελέτης, φέρνοντας στη μνήμη μου εκείνες τις αιώνιες ώρες, μου φαν­τάζουν ως οι ζωντανές κοινότητες στην Τουρκοκρατία ή τα χωριά να ξεπέρασαν τον εαυτό τους, και τώρα, παρά την μπότα της χούντας, να οπλίστηκαν κι’ άλλο από την υπόγεια ορθόδο­ξη δυναμική (που καταχωνιάστηκε 150 χρόνια στο υποσυνείδητο ή έστω στις απλές σχέσεις του λαού). Ν’ αποζητούν προφητικά τον πολιτικό και υπαρκτικό στόχο: αυτό πού ονομάζουμε κοινωνία αυτόνομη, αυτοδιαχειριζόμενη κι αυτοδιευθυνόμενη και τώρα τελευταία ερωτικά κι ασκητικά προσδιοριζόμενη.

   Μόνο που εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε, πως το «Πολυτεχνείο» είναι ένα γεγονός έκλαμψη, ένας διάττοντας αστέρας που υπήρξε για να δείξει πώς μπορούν να λάμπουν «τ’ αστέρια» του (πολιτικού) «στερεώματος». Το «Πολυτεχνείο» έγινε όχι τόσο για να συνεχιστεί, όσο για να δημιουργήσει καινούργια…».[4]

   Αργότερα ο πυρήνας αυτός μεγάλωσε.[5] Το ίδιο έγινε και στα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων. Βρήκαμε στήριγμα στην εφημερίδα «Χριστιανική», στους κατά τόπους πυρήνες τους και στην εξορία του Νίκου Ψαρουδάκη στη Γυάρο, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το ‘73. Εκεί είχε ήδη ξεκινήσει ένας άτυπος χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος, όπου το υπόβαθρο ήταν η κοινή τους εξορία από τη δικτατορία.

   «…Είχαμε πολλές συζητήσεις. Ξεκινάγαμε από τα κοινωνικά κι’ όλο καταλήγαμε στα μεταφυσικά. Υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει Θεός; Τι ήταν ο Χριστός; Θεός ή κοινωνικός επαναστάτης; Με τρόμαζε η ευκολία με την οποία ωρισμένοι κομμουνιστές ομολογούσαν την αθεΐα τους…».[6] Μα και ο διάλογος αυτός ήταν πρώιμος, αφού οι συζητητές δεν εστίαζαν να βρουν τρόπους κοινής πρακτικής, αλλά μετέφεραν τη συζήτηση στα βαθύτερα της ζωής. Κατά τη γνώμη μου αυτό το είδος διαλόγου ήταν «διάλογος κωφών», παρότι υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ τους.

   Παρά την αρχική εκλογική συνεργασία της Χ. Δ. με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Ι. Μαύρου το Νοέμβρη του 1974, η συνέχιση του διαλόγου στα Πανεπιστήμια και οι συνεργασίες κατά τόπους των πολιτικών νεολαιών (ανάμεσά τους και η δυναμική Ε.Χ.Ο.Ν. της Χ.Δ.) οδήγησαν στο πείραμα στις εκλογές του 1977 με τη «Συμμαχία» των πέντε μικρών πολιτικών κομμάτων της κεντροαριστεράς (ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ. – Γιάγκος Πεσματζόγλου), της αριστεράς (ΚΚΕ Εσ. – Λεωνίδας Κύρκος, ΕΔΑ – Ηλίας Ηλιού, Σοσιαλιστική Πορεία – Σάκης Καράγιωργας) και της ιδιόμορφης Χ.Δ. – Νίκος Ψαρουδάκης.

   Δυστυχώς, παρά το προεκλογικό πρόγραμμα, την καλή διάθεση, υπήρξαν κατά τη γνώμη μου δύο αιτίες που το πείραμα αυτό απέτυχε στην πράξη: Αφενός η αλματώδης άνοδος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και αφετέρου η έλλειψη εισόδου στα βαθύτερα του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου έκαναν τη «Συμμαχία» φύλλο και φτερό μετά τις εκλογές, παρά την εκλογή δύο βουλευτών.

   Αυτή την Συμμαχία την έζησα από πολύ κοντά και την στήριξα, τόσο ως προς την απόφαση (Κ. Ε. της Χ.Δ.), όσο και στη Δυτική Ελλάδα. Στην Πάτρα ήμουν ομιλητής σε πολλές μαζώξεις, μιάς και ήμουν αρκετά γνωστός. Υπήρξα όμως και ομιλητής σε ανοικτές συγκεντρώσεις σε Αμαλιάδα, Πύργο και Ζάκυνθο μαζί με τον Λεωνίδα Κύρκο και άλλα στελέχη. Επίσης συμμετείχα σε περιοδεία στην επαρχία Καλαβρύτων και συζητήσεις σε καφενεία, που τότε έσφυζαν ακόμα σε ζωή.

   Η εκ των υστέρων πολιτική ματιά μου είναι μικτή. Από τη μία δημιουργήθηκε μια εμπιστοσύνη για πολλά ζητήματα που ήταν κοινές επιδιώξεις, αλλά και ανθρώπινη. Από την άλλη έλλειπε ένας βαθύτερος διάλογος που να δημιουργεί γερά θεμέλια και σε πιο θεωρητικά ζητήματα, πέραν της χριστιανικής ή μη πίστης.

   Είναι χαρακτηριστική η γνώμη, λίγα χρόνια αργότερα, του τότε αντιπροέδρου της Χ. Δ. Μανώλη Μ. Μηλιαράκη: «Πρώτα πρέπει να τονιστεί ότι ο χριστιανομαρξιστικός διάλογος δεν είναι κάτι καινούριο. Μια πρώτη μορφή του συναντάμε στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Κληρικοί όλων των βαθμίδων, μοναχοί, βαθιά πιστοί λαϊκοί χριστιανοί, βρίσκονται στο ίδιο μετερίζι με μαρξιστές και πολεμούν το φασισμό…

   Το πείραμα της «Συμμαχίας» που ακολούθησε το ’77, προϊόν της κοινής αντιδικτατορικής πάλης, χριστιανοσοσιαλιστών, σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών και αριστερών του μαρξιστικού χώρου, κατέληξε σε ένα κοινό προεκλογικό πρόγραμμα, ύστερα από πολύμηνο και κοπιαστικό διάλογο…».[7]

   Η τελική γνώμη μου είναι ότι ο διάλογος αυτός έγινε στην πρώιμη μεταπολίτευση στα σαλόνια κι όχι «στ’ αλώνια» της σκληρής καθημερινότητας, εκτός από τα φοιτητικά αμφιθέατρα. Γι’ αυτό οι κοινές θέσεις της «Συμμαχίας» αφορούσαν την κεντρική πολιτική σκηνή και όχι συνδικάτα, τοπική αυτοδιοίκηση, συνεταιρισμούς, πολιτισμό, γνώση, νέες τεχνολογίες, ουσιαστικό βάθεμα των κοινών ενδιαφερόντων. Επίσης πίσω τους κρυβόταν μια ακραία ιδεολογικοποίηση τόσο της χριστιανικής πίστης, όσο και της μαρξιστικής θεωρίας. Κατά τη γνώμη μου οι ευθύνες βρίσκονταν και στις δύο πλευρές.

γ. Η απόπειρα του διαλόγου στις αρχές του 1980

   Η ομάδα των νέων χριστιανοσοσιαλιστών (Ε.Χ.Ο.Ν.) μπήκε στο χώρο του δημόσιου διαλόγου με δύο τρόπους τέλος της δεκαετίας του 1970 και αρχές αυτής του 1980. Αφενός εξέδωσε το περιοδικό «ΣΗΜΑΔΙΑ» με πάνω από 10 τεύχη και αφετέρου προκαλώντας οργανωμένες συζητήσεις στα αμφιθέατρα των Πανεπιστημίων. Το 1981 ανέρχεται στην κυβέρνηση το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου με πάταγο. Η άνοδος στην κυβέρνηση ενός αρχικά σοσιαλιστικού εγχειρήματος, αφενός επιταχύνει τον όποιο χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο και αφετέρου τον νοθεύει, αφού «βιάζονται» οι εξελίξεις μακριά από το λαό και «από τα κάτω».

   Παράλληλα μέσα στα κόμματα της πολυδιασπασμένης αριστεράς υπήρχαν και άνθρωποι χριστιανοί, αλλά στο εσωτερικό τους αυτός ο διάλογος ήταν σχεδόν αδύνατος. Το ίδιο συνέβαινε, αλλά πιο «έξυπνα», στο χώρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Έχω γνωρίσει στη διαδρομή μου αρκετούς απ’ αυτούς. Πάντως η πιο εμφανής περίπτωση ήταν αυτή του Κωστή Μοσκώφ.

   Ήταν άνοιξη του 1983 όταν ήταν να μιλήσει μαζί με τον Κώστα Ζουράρη στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος της Πάτρας. Ξεκινήσαμε (ήμουν κι εγώ μέσα) από την Αθήνα στο ίδιο αυτοκίνητο, μαζί με τους δύο, και ο Γιώργος Χατζηϊακώβου και ο Κώστας Καμαριάρης/ «Ψυχραιμίας». Το ΚΚΕ διεμήνυσε στον σπουδαίο Κωστή Μοσκώφ, όπως μας αποκάλυψε ο ίδιος, ότι «αν ανοίξει το στόμα του» θα διαγραφεί πάραυτα. Ο ίδιος προτίμησε να μη μιλήσει, να μη διαγραφεί, αλλά να αποχωρήσει ο ίδιος κατόπιν…

   Στην έρευνα που κινήθηκε σχεδόν παράλληλα από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (1983) και τον δημοσιογράφο Πέτρο Μακρή, η οποία περιλαμβάνεται σε βιβλίο με το τίτλο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΞ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ» (Οκτώβρης 1983), η συζήτηση μεταφέρθηκε πολύ γρήγορα «στα σαλόνια» και ξέφυγε ουσιαστικά από τους καθ’ εαυτό πολιτικο-κοινωνικούς χώρους. Σ’ αυτήν τη συζήτηση έμειναν ουσιαστικά απέξω αυτοί που τον προκάλεσαν (χριστιανοσοσιαλιστές), μπήκαν άνθρωποι που δεν είχαν μεγάλη εμπειρία, εκτός από ελάχιστους.

   Ας δούμε τρεις ακόμα αναφορές απ’ αυτή την έρευνα, τις οποίες και θα σχολιάσουμε κατόπιν:

   α) «…Στα μεταδικτατορικά χρόνια η ολομέτωπη επίθεση της κυρίαρχης ιδεολογίας βρίσκει την ελληνική Αριστερά όχι μόνο ανέτοιμη αλλά σε φάση προϊούσας κρίσης, να αποζητάει μέχρι σήμερα το πρόσωπό της τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικά πρακτικό επίπεδο…».[8]

   β) «…Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι η σχέση προσώπου και κοινότητας. Την κοινότητα σήμερα τη λένε σοσιαλισμό και η πρωτοπορία ζητάει, πολύ ορθά στο επίπεδο που θέτει τα πράγματα, ένα «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το ορθόδοξο ευαγγελικό όραμα θεωρεί ότι δεν υπάρχει πρόσωπο έξω από την κοινότητα, ούτε κοινότητα χωρίς πρόσωπα. Αυτή η σε φιλοσοφικό και βιωματικό επίπεδο διαλεκτική ταυτότητα προσώπου και κοινότητας είναι επίσης ένα βήμα μπροστά από τις σημερινές αναζητήσεις. Γι’ αυτή την έννοια η Ορθοδοξία είναι πρωτοπορία…».[9]

   γ) «Είμαι υπέρ του διαλόγου και στο ιδεολογικό και στο θεωρητικό επίπεδο και υπέρ της συνεργασίας με τους χριστιανούς σε θεμελιώδη προβλήματα, όπως η ειρήνη, ο πόλεμος, η καπιταλιστική εκμετάλλευση, η αλλοτρίωση των σημερινών ανθρώπων και η συμπαράταξη στην πολιτική μάχη για ένα καθεστώς δημοκρατικό, καθώς και για την ολοκλήρωση της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα. Νομίζω όμως ότι οι μαρξιστές πρέπει να προχωρούν στην πραγματοποίηση αυτών των επιδιώξεων ξεκαθαρίζοντας και βαθαίνοντας τις δικές τους μαρξιστικές θέσεις και όχι προσπαθώντας να κάνουν ένα είδος αμαλγάματος ανάμεσα στο μαρξισμό και στο χριστιανισμό…».[10]

   Κατά τη γνώμη μου ελάχιστες φορές ο διάλογος ήταν πραγματικός. Κι αυτό οφειλόταν τόσο σε γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, όπως ο εμφύλιος και το μετεμφυλιακό κράτος, η σύνδεση μεγάλου μέρους των «αστοχριστιανών» με την επτάχρονη δικτατορία, αλλά και η τεράστια απόσταση της ιεραρχίας της ορθόδοξης εκκλησίας και μιας μεγάλης μερίδας θεολόγων στην Ελλάδα από τα πολλαπλά προβλήματα της σύγχρονης ζωής. Από την άλλη η μεταφυσική προσέγγιση του μαρξισμού από μια τεράστια μερίδα θεωρητικών της αριστεράς οδηγούσε σε θεολογική περιχαράκωση από τη μια, από την άλλη ήθελαν συνεργασία με τους χριστιανούς, αλλά μόνο κάτω από την δική τους ιδεολογική και μεταφυσική ομπρέλα τους.

   Τον ημιτελή και διάλογο αυτόν των σαλονιών, μακριά από «τ’ αλώνια» της από κάτω πολιτικοκοινωνικής δράσης, εκμεταλλεύτηκε έξυπνα ο περίγυρος του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και φυσικά ο ίδιος. Οι μετεγγραφές για τις εκλογές του 1985 του Νίκου Ψαρουδάκη, του Στέλιου Παπαθεμελή, του Μανώλη Γλέζου, αλλά και άλλων, έδωσε οριστικό τέλος στο διάλογο και των σαλονιών. Στην κεντρική πολιτική σκηνή η επιρροή των ίδιων ήταν μηδαμινή. Έτσι ο μεν Ν. Ψαρουδάκης βρέθηκε το 1989 στα ψηφοδέλτια της Ν. Δ. (!) και διαγράφτηκε ατιμωτικά από την Χ. Δ., ενώ ο Μανώλης Γλέζος κινήθηκε σε πιο ρηχά νερά, μέχρι να τον αρμέξει κι αυτόν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Αλέξη Τσίπρα και κατόπιν να αποχωρήσει… Θα έλεγα ότι μεγαλύτερο ρόλο έπαιξε ο ιδιόμορφος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (Τίκας) στις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις, παρά οι εν λόγω πολιτικοί.

   Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν η ΧΔ (1981) έκανε σημαντική κριτική στο ανερχόμενο ΠΑ.ΣΟ.Κ.: «…Η γνώμη μας είναι πως, αν και το ΠΑΣΟΚ συγκινεί βαθιά τον ελληνικό λαό με τα συνθήματά του και τις παραπάνω αξιόλογες, σε πολλά θέσεις του, όμως δεν έχει τον ιδεολογικό οπλισμό που χρειάζεται για την μάχη που άρχισε. Δεν μπορεί για το λόγο αυτό να δημιουργήσει αληθινούς επαναστάτες για την αλλαγή. Δεν μπορεί ένα Κίνημα που επιδιώκει να αλλάξει, να ανακαινίσει την Ελλάδα σύμφωνα με το σοσιαλιστικό πρότυπο, να μην έχει αφομοιώσει βαθιά την Ορθόδοξη λαϊκή παράδοση, που δημιούργησε το πνεύμα της Κοινότητας, διατήρησε την πίστη και την αγάπη για τον συνάνθρωπο, ενέπνευσε την ανυστερόβουλη θυσία για τους αδελφούς…».[11]

   Αυτό δεν εμπόδισε μια ομάδα γύρω από τον Νίκο Ψαρουδάκη με «ταχυδακτυλουργική μέθοδο» να συνεργαστεί εκλογικά το 1985, με τις συνέπειες που αναφέραμε. Γι’ αυτό αυτή η Χ.Δ. έχει τεράστιες ευθύνες γιατί δεν βάθυνε τον διάλογο, ενώ αντίθετα επεδίωξε επιφανειακές συνεργασίες. Κατά τη γνώμη μου με άλλη στρατηγική, που τις πρότεινε συνεχώς το ρεύμα της νεολαίας της, θα είχε επηρεάσει και βαθύνει τον χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο.

   Από την άλλη η χριστιανοσοσιαλιστική νεολαία έχασε τις πρωτοβουλίες, έκλεισε το περιοδικό ΣΗΜΑΔΙΑ, και άρχισε να διασπάται και να αποσυντίθεται. Κάποιοι όμως συνεχίσαμε στην δράση μας με πιο σταθερά θεμέλια, είτε στην τοπική αυτοδιοίκηση, είτε σε συνδικάτα (όπως ο γράφων), είτε στο χώρο του βιβλίου, είτε στο χώρο της επιστημονικής έρευνας. Μια μικρή ομάδα παρέμεινε στη Χ.Δ. και αποτελεί πλέον αφενός ένα σύμβολο και αφετέρου μια μικρή συνέχεια, χωρίς να παίζει το ρόλο που υποτίθεται υπηρετεί. Το ίδιο συνέβη και με τα μεγάλα και μικρά κόμματα ή οργανώσεις της αριστεράς.

   Αξίζει όμως να δώσουμε και μια ευχάριστη νότα, μιας και ο διάλογος αυτός έστειλε χιλιάδες νέους ανθρώπου σε μοναστήρια για να δουν από κοντά τις εκκλησιαστικές κοινότητες (κοινόβια). Αντί δικών μου σκέψεων, θα παραθέσω τι έγραψε ο πασίγνωστος και ανιδιοτελής εκφωνητής του Πολυτεχνείου στην Αθήνα το Νοέμβρη του 1983 για μια επίσκεψή του με παρέα στο Άγιο Όρος…

   «…Ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. Είχε αρχίσει να σπάζει το πάγωμα. Σηκωθήκαμε. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Συζητούσαμε, το να φύγουμε ή να μείνουμε. Ο Γιάννης έλαμπε από ευχαρίστηση. Ο Μακάριος περίμενε την απόφασή μας. Μονάχα όταν καταλήξαμε, έκφρασε τη μεγάλη του επιθυμία να μείνουμε με ένα αγκάλιασμα αγάπης… Δεν καταλάβαμε πως βρεθήκαμε στο κελί του, η ώρα κόντευε για τον Εσπερινό…».[12]

   Κλείνοντας, θα έλεγα, πως ο διάλογος αυτός στην καλύτερη περίπτωση ήταν ημιτελής, ενώ στην χειρότερη έπαιξε αρνητικό ρόλο, αφού έφυγε από τα χέρια αυτών που τον ξεκίνησαν και οδηγήθηκε στα χέρια των ονομάτων, των δημοσιογράφων, των εξουσιαστών, δηλαδή των «σαλονιών». Ευτυχώς όμως μια «μικρή ζύμη» ανθρώπων, που τον πίστεψαν, τον έκαναν πράξη «στ’ αλώνια», έπαιξαν ένα μικρό ρόλο χωρίς ιδιοτέλεια, κυρίως στην εκπαίδευση, βοήθησαν νέους ανθρώπους σ’ αυτόν τον προβληματισμό και συνεχίζουν να το κάνουν μέχρι τις ημέρες μας αρκετά καλά…

* Ο Παναγιώτης Μπούρδαλας είναι πτ. θεολογίας, συνταξιούχος Φυσικός, συνδικαλιστής (Πάτρα).

Παραπομπές

[1] Κώστας Βογιατζής, «Νοέμβρης ’73…», Πάτρα, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ,  Νοέμβρης 2022, σελ. 62. Ο συγγραφέας ήταν ένας από τους κατηγορούμενους φοιτητές για τη μικρή εξέγερση στην Πάτρα το Μάρτιο του 1973, παράλληλα με τα γεγονότα της Νομικής στην Αθήνα. Το Νοέμβρη ήταν ένας από τα 11 μέλη της επιτροπής κατάληψης του Παραρτήματος του Πανεπιστήμιου της Πάτρας, φυλακίστηκε και δικάστηκε και γι’ αυτήν. Μετά το 1990 βρεθήκαμε μαζί στις Παρεμβάσεις της Β/βάθμιας εκπ/σης και είχαμε στενή επαφή.

[2] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΧΑΪΚΗ ΓΗ ΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΑΤΑ», εκδόσεις Αρμός 2022, σελ. 73-75.

[3] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΧΑΪΚΗ ΓΗ ΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΑΤΑ», ό. π., σελ. 40.

[4] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, ΣΗΜΑΔΙΑ τ. 8, Νοέμβρης 1983, σελ. 25-26. Εκτενή αποσπάσματα περιλήφθηκαν στο βιβλίο: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ – ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΔΑΦΕΡΜΟΣ, «ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝ…», εκδόσεις ΕΔΙΑ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ, Νοέμβριος 2005, σελ. 190, 341. Επίσης ολόκληρη η συνέντευξή μου αναδημοσιεύεται και στο βιβλίο μου: «ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», εκδόσεις Αρμός 2019, σελ. 279-285.

[5] Ανάμεσά τους και λίγο μικρότερος από μένα, ο Γιώργος Θεμ. Χατζηϊακώβου, ο οποίος αναδείχτηκε στο χώρο του βιβλίου κατόπιν και κατά σειρά στο Μήνυμα, στην Παρουσία και τώρα στον Αρμό.

[6] Νικου Ψαρουδακη, «7 μηνες στην ασφαλεια και στη γυαρο», ΕΚΔ. ΜΗΝΥΜΑ, 1975, σελ. 131.

[7] Πέτρος Μακρής, ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ή ΔΙΑΜΑΧΗ;, β΄ έκδοση, επικαιροτητα, Αθήνα 1983, σελ. 55-56.

[8] Γιώργος Θ. Χατζηϊακώβου στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 68-69.

[9] Παναγιώτης Νέλλας στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 75.

[10] Ευτύχης Μπιτσάκης στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 23. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι λίγα χρόνια πριν τον επίσημο αυτό διάλογο στα σαλόνια, συνάντησα τον εν λόγω φυσικό και φιλόσοφο της κομμουνιστικής αριστεράς στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος της Πάτρας, τον οποίο είχε φέρει η Κ.Ν.Ε.. Εκεί ανάμεσα σε πολλά κατηγόρησε το χριστιανισμό ότι ασχολείται μόνο με την ψυχή και όχι με το σώμα, με τη μεταφυσική και όχι την ύλη, κλπ. Στο διάλογο που ακολούθησε διαφώνησα δημόσια μαζί του. Τον ρώτησα μάλιστα αν γνωρίζει τον Νικήτα Στηθάτο, που έγραφε ότι η ψυχή είναι υλική και τα σχετικά. Με ειλικρίνεια ξεκαθάρισε ότι δεν τον γνώριζε. Αυτό δείχνει και την έλλειψη ώσμωσης ανάμεσα σε σκληρούς μαρξιστές και χριστιανούς…

[11] ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, έκδοση ΑΘΗΝΑ 1981, «δημοκρατικές δυνάμεις και δυνάμεις αλλαγής», ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Της Κ.Ε., που εργάστηκε με βάση τις ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Α΄ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ Χ.Δ. και κείμενα του Π.Γ. – Π.Ν. – Δ.Τ. – Γ.Ζ. -Π. Μ. (με αποστολή κειμένου) και Θ. Κ., Συνδρομή Φ. Κ.), σελ. 48.

[12] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ, «ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΝΑΝ’ ΚΑΛΑ», ένα μυθιστόρημα ορθοδοξίας, πίστης κι αναρχίας, εκδόσεις ΘΕΩΡΙΑ, 1983, σελ. 91.