Ἡ τέχνη καί τό πρόσωπο

τέχνη καί τό πρόσωπο

Του Φώτη Σχοινᾶ*

Ὁ Φιλίπ Νεμό ἰσχυρίζεται πώς ἡ ρωμαϊκή λογοτεχνία καί τέχνη μαζί βέβαια μέ τό ρωμαϊκό ἰδιωτικό δίκαιο ὑπῆρξαν ἡ μήτρα πού κυοφόρησε τό ἀνθρώπινο πρόσωπο (Βλ. τό ἄρθρο μας Τό ρωμαϊκό ἰδιωτικό δίκαιο καί τό ἀνθρώπινο πρόσωπο πού ἀναρτήθηκε στό Ἀντίφωνο στίς 5 Ἀπριλίου 2016).

Ἐμεῖς στό παρόν ἄρθρο θά δείξουμε ὅτι καθοριστική γιά τήν γέννηση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἦταν ἡ ἑλληνική λογοτεχνία καί τέχνη. Τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀναδύθηκε ἀπό τήν ἑλληνική ἐπική ποίηση, τήν ἑλληνική λυρική ποίηση, τήν ἑλληνική τραγική ποίηση καί γενικώτερα ἀπό τό τραγικό πνεῦμα, βέβαια καί ἀπό τήν χριστιανική ἀποστολική καί πατερική σκέψη.

Χρστος Μαλεβίτσης πισημαίνει συναφς: « σημασία το τραγικο νθρώπου περβαίνει τήν τραγωδία ς εδος ντεχνου λόγου, διότι μέ τόν τραγικό νθρωπο ρχισε νά ποκαθαρίζεται παρουσία το προσώπου, πού ποτελε κορυφαο πίτευγμα το δυτικο πολιτισμο. πορεία πρός τήν φανέρωση το προσώπου ρχισε πό τά μηρικά πη, πέρασε πό τίς μυστηριακές λατρεες, πό τή λυρική ποίηση, πό τήν κλασική Τραγωδία, σπου λοκληρώθηκε μέσα στό ποκαλυπτικό φς τς Καινς Διαθήκης. Τότε εναι πού διεκδίκησε τήν αωνιότητά του, ς στοιχεο καθαρς πνευματικό, κεθεν τς μπλοκς του στόν κόσμο».

   Στήν Τραγωδία, ἀπολειστικό δημιούργημα τῆς ἐλληνικῆς ψυχῆς καί οὐσιαστικά ξένο, ἀλλότριο τῆς ρωμαϊκῆς ψυχῆς (Βλ. Τό ἄρθρο μας “Τό τραγικό θέατρο στήν Ἀθήνα καί τή Ρώμη” πού ἀναρτήθηκε στό Ἀντίφωνο στίς 24 Ἰουλίου 2014), τό πρόσωπο εἶναι παρόν καί δεσπόζον στήν καθ’ὅλου ἐκτύλιξη τῆς τραγικότητος. Ἡ τραγική ἐνοχή,ὕβρις καί νέμεσις εἶναι ἀποκλειστικά προσωπικές. Κώστας Γεωργουσόπουλος γράφει π’ατο: «Στήν τραγωδία, ταν κόμη πικρατε διονυσιακός μύθος, βρις φαίνεται νά ντοπίζεται στόν τρόπο μέ τόν ποο θριαμβευτής νέος θεός σύντριβε τήν ντίδραση καί τήν μφισβήτηση λων κείνων πού ντιστέκονταν στό νέο ρίγος καί στό νέο θος τς καινούργιας θρησκείας. τιμωρία ταν τεκμαρτή καί κδίκηση εχε προσωπικό χαρακτήρα. προσβολή γινόταν πό να πρόσωπο. Ποσειδώνας π.χ. νιώθει προσβεβλημένος πό τίς πράξεις το δυσσέα καί προσβολή ατή δέν ντανακλ ποχρεωτικά σέ λο τό Πάνθεον.ντίθετα πουσία το Ποσειδώνα δίνει τήν εκαιρία στήν θην νά μεσολαβήσει στό Δία γιά τή σωτηρία του. Βέβαια στήν “λιάδα” προσβολή το γαμέμνονα πρός τόν ερέα Χρύση πισύρει τήν πέμβαση το πόλλωνα πού τιμωρία πού πιβάλλει δίνει τήν ντύπωση πώς εναι διαίρετη, βασισμένη πάνω στήν ρχή τς συλλογικς εθύνης· δέν παύει μως νά προέρχεται πό τή ρήξη μεταξύ προσώπων». Στήν τραγωδία τάνυση το τραγικο ρωα νάμεσα στήν τομικότητά του καί τό βύθισμα στή συλλογικότητα εναι χαρακτηριστική. πως χει γραφε: «πρχαν μως πιπλέον στήν ττική καί τά Διονυσιακά καί τά ρφικά Μυστήρια, χι μόνο ς θρησκευτικές λειτουργίες, λλά καί ς ψυχική ναγκαιότητα, γιατί πελευθέρωναν μέσα στήν ττική ψυχή καινούριες δυνάμεις. Σκύβοντας μέσα του νθρωπος βλεπε μέ φρίκη τίς ντιφάσεις τς διας του ψυχς.  Ασθανόταν παράλληλα καί τό χέρι τς Μοίρας τιμωρό πάνω του γιά κάθε περιέργεια καί προσπάθειά του νά γνωρίσει τό πεπρωμένο του. βλεπε πομένως νθρωπος τή ζωή του σάν κάτι παροδικό καί πολύ εθραστο. Καί σο   περισσότερο νθρωπος ασθανόταν σάν τομο, τόσο μεγαλύτερο νοιωθε μέσα του τό διχασμό· ασθανόταν σάν νταν διος τόπι ντισφαίρισης νάμεσα στήν τάση του φ’νός νά τομικοποιηθε καί νά λυτρωθε πό τήν νυπαρξία καί φ’ τέρου στήν τάση τς λξης πού τόν συναδέλφωνε μέ τούς πάντες καί τά πάντα καί παιτοσε καί ατή τό ποξέχασμα το αυτο του».

Πιό χαρακτηριστικός ὅμως γιά τήν ἐμπλοκή τοῦ προσώπου στήν τραγική πράξη εναι Χρστος Μαλεβίτσης. Τό πρόσωπο εἶναι πού δημιουργεῖ τήν τραγική κατάσταση.   Ἄς ἀκούσουμε ἐπ’αὐτοῦ τόν ἴδιο τόν Χρῆστο Μαλεβίτση: «Ατή τήν “πόλυτη” σχέση τήν τονίζει καί λλο Μινωτής, καί καλς τήν πισημαίνει, πειδή μόνο ατή δημιουργε τήν τραγική μπλοκή το προσώπου. Διότι ν τό ατημα το προσώπου δέν τίθετο κατά τρόπο πόλυτο ναντι τς σχετικότητας τς παρξης στόν κόσμο, δέν θά ρχόταν σέ σύγκρουση μέ τόν κόσμο, λλά θά ποχωροσε σχετικοποιούμενο (Βλ. τή στάση τς ντιγόνης καί τς σμήνης, στήν “ντιγόνη” το Σοφοκλ). Καί τσι θά παυε νά εναι τραγικό πρόσωπο, θά ταν τό πολύ-πολύ δραματικό. Πράγμα πού σημαίνει πώς τό πρόσωπο δημιουργε τήν τραγική κατάσταση, ατό νυψώνεται καί ς ψηλό σημεο μέσα στήν πλάση λκύει τόν κεραυνό.  Ατό εναι τό πρωταρχικό ατιο τς σύγκρουσης, διότι μόνο τσι βεβαιώνει τήν πόλυτη παρουσία του ς πρόσωπο. λλις παύει νά εναι πρόσωπο, δηλαδή   κείνη ριακή κατάσταση πάρξεως, πού ριοθετε τήν βυσσο». τσι λοιπόν ντιγόνη, Οδίπους, ρέστης, λέκτρα, Μήδεια εναι ρχετυπικά τραγικά πρόσωπα τν ποίων μβέλεια εναι καθολική-πανανθρώπινη. Τό νθρώπινο πρόσωπο γεννιέται γιά πρώτη φορά στήν στορία τς νθρωπότητος στήν λληνική λογοτεχνία, στήν τραγωδία καί πρό ατς στό μηρικό πος. χιλλεύς, κτωρ καί νδρομάχη εναι ξίσου καθολικά-τραγικά πρόσωπα.  Κατά τόν Χρστο Μαλεβίτση « τραγωδία τς Εμαρμένης, συνηδητοποιεται γιά πρώτη φορά στήν ρωϊκή πική ποίηση. κπρεπ παραδείγματα παρέχει μηρική λιάδα. δ ρως δέν εναι “πάσχων” λλά “μοιράμενος”νά πεθάνει. χι πό ποιοδήποτε θάνατο, λλά πό τόν θάνατο πού το χαρίζει τή δόξα. μοιράμενος ρωας πισπεύδει τήν κορύφωση τς ζως του, μολονότι γνωρίζει πώς τσι πισπεύδει τόν θάνατό του. Καί τότε καθίσταται πολύτως τραγικός».

  Ἀλλά καί ἡ συμβολή τῆς λυρικῆς ποιήσεως δέν εἶναι ἀμελητέα στόν ἀπαρτισμό τοῦ προσώπου. Κατά τόν καθ. ριστόξενο Σκιαδ στή λυρική ποίση ναδύεται γιά πρώτη φορά τό «γώ». Ὅπως γράφει «γιά μᾶς σήμερα, πού ἑρμηνεύομε τούς ἀρχαίους ποιητές, ἡ ἀρχαϊκή λυρική ποίηση τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἱστορική μαρτυρία γιά τούς ἀνθρώπους καί τήν ἐποχή, ὅπου τό ἄτομο χειραφετεῖται καί ἀποδεσμεύεται ἀπό μιά “δεδομένη”τάξη καί ἀναζητεῖ τήν προσωπική του φυσιογνωμία, τήν ταύτισή του μέ τόν ἑαυτό του, μέσα στήν πολιτική καί κοινωνική πράξη.  Μέ τήν λυρική ποίηση οὐσιαστικά ἐπιτελεῖται ἡ ἀνακάλυψη τοῦ “Ἐγώ”».

   Βέβαια κατά τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη π. ωάννη Ζηζιούλα στήν τραγωδία οἱ τραγικοί ἥρωες “τείνουν”νά γίνουν πρόσωπα, ἀλλά δέν εἶναι ὁλοκληρωμένα-ἀπηρτισμένα πρόσωπα. Μένουν στό προσωπεῖον. Ὁλοκληρωμένο πρόσωπο μέ ὀντολογικό περιεχόμενο θά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος στήν Πατερική θεολογία. Γράφει χαρακτηριστικά: «Τό θέατρον καί εδικά τραγωδία εναι χρος που διαδραματίζονται α συγκρούσεις τς λευθερίας το  νθρώπου μέ τήν λογικήν ναγκαιότητα το νιαίου καί ρμονικο κόσμου, πως τήν ντελαμβάνοντο ο ρχαοι λληνες. Ες τό θέατρον  κριβς νθρωπος πιχειρε νά γίνη “πρόσωπον”, νά ψώση τό νάστημά του ναντι ατς τς ρμονικς νότητος, ποία το πιβάλλεται ς λογική καί θική νάγκη. κε μάχεται τούς θεούς καί τήν μοραν του, κε μαρτάνει καί παρανομε, λλά καί κε  πάντοτε μαθαίνει κατά στερεότυπον ρχήν τς ρχαίας τραγωδίας τι οτε τήν μοραν τελικά μπορε νά ποφύγη, οτε τήν “βριν”τν θεν νά συνεχίζει τιμώρητος, οτε νά μαρτάνη χωρίς νά φίσταται τάς συνεπείας. τσι διαπιστώνει τραγικά τι λευθερία του εναι περιωρισμένη μλλον τι δέν πάρχει δι’ατόν λευθερία φο μία “περιωρισμένη λευθερία” θά ταν σχμα ξύμωρον  καί συνεπς τι τό “πρόσωπόν” του δέν ταν παρά “προσωπεον”, κάτι πού δέν συνδέεται μέ τήν ληθινήν πόστασίν του, κάτι χωρίς ντολογικόν περιεχόμενον. Ατή εναι μία πλευρά, μία ννοια το προσωπείου. Μαζί μέ ατήν μως πάρχει καί λλη, τι χάρις ες τό προσωπεον ατό πέκτησε νθρωπος θοποιός λλά καί θεατήν κυρίως κάποιαν γεσιν τς λευθερίας, κάποιαν πόστασιν διαιτέραν, κάποιαν ντότητα πού το ρνεται λογική καί θική ρμονία το κόσμου, ες τόν ποον ζ. διος βεβαίως νθρωπος χάρις   ες τό διον προσωπεον πέκτησε πίσης καί τήν πικράν γεσιν τν συνεπειν τς νταρσίας του.  λλά χάρις ες τό προσωπεον γινε πρόσωπον, στω καί π’λίγον, καί μαθε τί εναι νά πάρχης ς λευθέρα, μοναδική καί νεπανάληπτος ντότης. Τό προσωπεον δέν εναι σχετον μέ τό πρόσωπον, σχέσις των μως εναι τραγική: ες τόν ρχαον λληνικόν κόσμον τό νά εναι κανείς πρόσωπον εναι να πίθεμα τς ντότητός του, δέν εναι ληθινή πόστασίς του. “πόστασις” σημαίνει κόμη “φύσιν”, “οσίαν”. Θά χρειασθ νά περάσουν ρκετοί αἰῶνες, διά νά φθάση λληνική σκέψις ες τόν στορικόν  ταυτισμόν “ποστάσεως” καί “προσώπου”».

   Φιλίπ Νεμό παρατηρε τι «δ (στήν ρωμαϊκή λογοτεχνία) βρισκόμαστε σέ ναν λλο πολιτισμό, πολύ πλησιέστερο στόν πολιτισμό τν σύγχρονων Ερωπαίων πό ,τι ταν λληνικός πολιτισμός: ο Λατίνοι συγγραφες ζον σέ ναν κόσμο που νθρωπος ς τομο διαθέτει ναν θεσμοθετημένο κοινωνικό χρο, πού ενοε τήν νθηση τς τομικς μοίρας καί ψυχολογίας. Στίς σάτιρες το ράτιου το ουβενάλιου κόσμος τς “διωτικς ζως”εναι κενος πού καταλαμβάνει λη τή σκηνή» (Βλ. “Τό ρωμαϊκό ἰδιωτικό δίκαιο καί τό ἀνθρώπινο πρόσωπο”). Στήν παρατήρηση τοῦ Φιλίπ Νεμό μποροῦμε νά ἀντιτάξουμε ὅτι στήν ἑλληνική λογοτεχνία τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνα ὁ Μένανδρος στήν Νέα Κωμωδία ἐγκαταλείπει τούς μυθικούς ἥρωες τῶν τραγωδῶν τοῦ 5ου π.Χ. αἰῶνα καί προβαίνει σέ δημιουργία ψυχογραφικῶν πορτραίτων τῶν συγχρόνων του Ἀθηναίων ἀστῶν. Ἄρα καί σέ αὐτό τό σημεῖο πού ἐπικαλεῖται ὁ Φιλίπ Νεμό ἡ ρωμαϊκή λογοτεχνία δέν πρωτοπορεῖ ἀφοῦ προηγεῖται γιά αἰῶνες ἡ ἑλληνική λογοτεχνία.

   Ὅσον ἀφορᾶ τίς εἰκαστικές τέχνες ἔχουμε νά σημειώσουμε πώς ἡ κλασσική τέχνη τελεῖ σέ στενή συνάφεια μέ τήν τραγωδία, ἄρα καί  μέ τό πρόσωπο. Ἡ κλασσική τέχνη εἶναι ἀπότοκος τῆς τραγικῆς αἰσθήσεως τῆς ζωῆς καί ἐκφράζει τό πρόσωπο σέ ὅλο τό τραγικό βάθος του. Ἡ ἐπιφάνεια εἶναι ἤρεμη, ἀλλά κάτω ἀπό αὐτή κρύβεται ἔνα ἀσπαῖρον τραγικό βάθος.

Χρστος Καροζος γράφει συναφς: «Στήν λληνική ρχαιότητα μαζί μέ τήν τέχνη το Φειδία καί τν γύρω π’ ατόν, γνησιώτερη κδήλωση το κλασσικο πνεύματος καί πολυτιμότερη δημιουργία του καί, ταυτόχρονα, τό σφαλέστερο μέσο γιά νά εσχωρήσουμε στό νόημα τς κλασσικς τέχνης  καί νά καταλάβομε τό μήνυμά της εναι τραγωδία: προπάντων τελευταος Ασχύλος καί Σοφοκλς· λλά καί μιά κόμη μεγάλη πνευματική φυσιογνωμία: Θουκυδίδης χι ς στορικός λλά ς καλλιτέχνης: μέ πόση θερμή συμμετοχή καί κατανόηση τς νθρώπινης μοίρας Θουκυδίδης σκύβει πάνω στήν βυσσο τν νθρωπίνων παθν καί μς δίνει τό δρμα τους πού τά κφραστικά του μέσα χουν μιά λιτότητα καί μετριοπάθεια πού εναι γι’ατό κριβς  πιό συγκλονιστική. λεγόμενη κλασσική τέχνη εναι θερμή, πειδή εναι στό βάθος δραματική καί τραγική δέν εναι ψυχρή καί πόκοσμη πως πιτηδευμένη σκόπιμη γαλήνη το κλασσικισμο. Σωστά χουν πε, τι ρεμη κφραση τς κλασσικς τέχνης εναι σάν τήν ρεμη πιφάνεια νός βάθους μέτρητου (βαθιά νερά). τραγική ντίληψη τς ζως εναι δημιουργός τς κλασσικς τέχνης χωρίς ατήν δέν πάρχει πουθενά καί ποτέ κλασσική τέχνη». Ἡ κλασσική τέχνη ὡς συνδεόμενη μέ τό τραγικό πνεῦμα τῆς Δημοκρατικῆς Ἀθήνας εἶναι ἐμφαντική τοῦ προσωπικοῦ-ἀτομικοῦ στοιχείου.

Μάλιστα τό προσωπικό-ἀτομικό στοιχεῖο γίνεται ἐντονότερο στούς ἑλληνιστικούς χρόνους. πως γράφει Χρστος Καροζος:«σπου εναι ριμος πιά γιά τήν κλασσική τριακονταετία (450-420 π.Χ.), πού τό διαλεκτικό της θαμα μόνο μέ φτωχά ξύμορα μπορομε νά τό διατυπώσουμε: που ρεμία εναι μορφή  φοβερο ψυχικο καί πνευματικο γνα, καθολικότητα μορφή τς πιό πλούσιας τομικότητας, δανικότητα κφραση τς πιό κοντινς πραγματικότητας. Δέν κρατε πολλά χρόνια τό θαμα ατό· μονόπλευρη νδοσκόπηση το τόμου πικρατε σέ λίγο, καί στούς λληνιστικούς χρόνους φτάνει ως τήν ξέγερσή του τό ντίστοιχό της τήν γκαρτέρηση.Μά σύνδεσμος μέ τόν κόσμο δέν κόβεται κόμη: τό πάθος καί γωνία, συστροφή τν λληνιστικν ργων πηγάζουν πό γνα πού γίνεται μέσα σέ τοτον τόν κόσμο με τοτον τόν κόσμο». Καί ὁ  Χρῆστος Καροῦζος συμπληρώνει: «Καί ο πιό “τέλειες” μορφές το Φειδία δέν εναι ποτέ ψυχρές, γιατί διακρίνομε στή φόρμα τους νά πέφτει πάνω σάν σκιος γνοια τς φθορς, το θανάτου, καί ασθανόμαστε μέσα μας να νυγμό. Πρώτη στήν στορία λληνική τέχνη ασθάνθηκε τσι τήν νθρωπιά καί τς δωσε μορφή. Ατό τό πόχτημα λληνοχριστιανικός πολιτισμός καί τέχνη του δέν τό ξέχασαν ποτέ ντελς».

  Κύριο μέλημα τῆς ἑλληνικῆς κλασσικῆς τέχνης εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἐφήμερη ὕπαρξή του καί ἡ τραγική του μοῖρα στόν κόσμο αὐτό. Ὁ Οἰδίπους θά ἀπαντήσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό αἴνιγμα πού τοῦ πρόβαλλε ἡ Σφίγγα. Ὁ ἄνθρωπος ὄχι ὅπως εἶναι, ἀλλά ὅπως θά ἔπρεπε νά εἶναι: τέλεια ὡραῖος καί θεϊκά ἐξιδανικευμένος, ἀλλά καί ὑποκείμενος στήν φθορά καί στόν θάνατο.  Γι’αὐτό ἡ κλασσική γλυπτική τόν παρουσιάζει «λαφρά θλιμμένο καί σύγκριτα ραο», πως γραφε Δ. Λιαντίνης. Ἀκόμη ὅπως γράφει ὁ Δ. Λιαντίνης « τέχνη τν λλήνων εναι ποτύπωση τς συμπεριφορς τους νά ξεπεράσουνε τόν πόνο πού τούς δινε γνώση τους γιά τόν κόσμο καί γιά τή θέση το νθρώπου μέσα στόν κόσμο». Ἡ τέχνη τῶν Ἑλλήνων εἶναι ὁ ἐναγώνιος ἀγώνας τους νά μετουσιώσουν τήν μελαγχολία σέ χαρά, τήν τραγικότητα σέ γαλήνη, τόν θάνατο σέ ζωή. Ὅπως ἔχει ἐπίσης γραφεῖ ἀπό τόν Δ. Λιαντίνη, « λληνική τέχνη εναι τό γέννημα το δυσώπητου λλά καί το ξαίσιου κόπου νά μετουσιωθε τό βάρος το κόσμου σέ λαφράδα ζως». Ἡ ἀρχαία τέχνη δέν εἶναι «ψυχρή, ψυχη καί νούσια», ὅπως εἶναι ἡ τρέχουσα ἀντίληψη, λέγει ὁ Ernst Gombrich, ἀλλά φτιαγμένη «πό νθρώπους γιά νθρώπους».

  Γενικῶς ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ κλασσική τέχνη τοῦ 5ου π.Χ. αἰῶνα ἐκφράζει κατά τρόπο ἀπρόσωπο ἕνα ἤρεμο καί ἐξιδανικευμένο μεγαλεῖο. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, «ο ραοι μαρμάρινοι καί χάλκινοι νέοι καί νέες πού στήνονταν θρόα στούς ναούς, στά διάφορα ερά στήν γορά, στω καί ν σαν εκόνες το πόλλωνα, το ρμ τς φροδίτης στήν πραγματικότητα σαν νσάρκωση τς δέας τοθικο”, το “δικαίου” καί τοραίου” σέ μία καί μόνο μορφή, ατή το δανικο νθρώπου, γέννημα τς Σωκρατικς καί Πλατωνικς φιλοσοφίας».

  Γύρω στά μισά τοῦ 4ου π. Χ. αἰῶνα γίνεται στροφή στήν ἀπεικόνιση προσώπων μέ ἔντονα τά ἀτομικά στοιχεῖα. Εἶναι τά λεγόμενα πορτραῖτα (προσωπογραφίες) ἤ ἡ εἰκονιστική ἀδριαντοποιΐα. Τό πρῶτο ἑλληνικό πορτραῖτο εἶναι τοῦ Μαυσώλου στό Μαυσωλεῖο τῆς Ἀλικαρνασσοῦ. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι τό Μαυσωλεῖο τῆς Ἀλικαρνασσοῦ εἶναι τό μνημεῖο-κλειδί γιά νά κατανοήσουμε τό πνεῦμα τῆς ὕστερης κλασσικῆς ἐποχῆς, ὅπως ἀντιστοίχως ὁ Παρθενώνας εἶναι τό μνημεῖο-κλειδί γιά νά κατανοήσουμε τό πνεῦμα τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς.

  Οἱ  νεωτερισμοί τοῦ 4ου αἰῶνα εἶναι ἡ προσωπογραφία, ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ ἤρεμου ἐξιδανικευμένου μεγαλείου τοῦ 5ου αἰῶνα καί ἡ υἱοθέτηση χαρακτηριστικῶν καί στάσεων πού ἀποπνέουν πάθος (καθώς καί τό γυναικεῖο γυμνό πού κάνει τήν ἐμφάνισή του τόν 4ο αἰῶνα)

  Τήν ἐποχή λοιπόν αὐτή ἐπισυμβαίνει ἡ ἐνασχόληση τῆς ἀρχαίας γλυπτικῆς μέ τήν προσωπογραφία. «Μιά γενιά μετά τόν Πραξιτέλη, πρός τό τέλος το τέταρτου αώνα…ο καλλιτέχνες νακάλυψαν τόν τρόπο νά ζωντανεύουν τά χαρακτηριστικά το προσώπου χωρίς νά καταστρέφουν τήν μορφιά τους. Κάτι περισσότερο: μαθαν πς νά συλλαμβάνουν τήν λειτουργία τς τομικς ψυχς, τόν διαίτερο χαρακτήρα τς φυσιογνωμίας, καί νά φτιάχνουν προσωπογραφίες μέ τήν ννοια πού δίνουμε μες σήμερα στόν ρο», ὅπως γράφει E. H. Gοmbrich.

μοίως καί καθηγ. Μιχ. Τιβέριος γράφει συναφς: «Τά πορτρατα τς ποχς ατς χουν πιό ντονα τά τομικά χαρακτηριστικά, χωρίς στόσο νά παραμελονται κι ατά το χαρακτήρα τν εκονιζομένων, ν γίνεται προσπάθεια νά ποδοθον καί ο πολιτικές πνευματικές τους κανότητες».

   Μάλιστα ἡ κλασσική γλυπτική τοῦ 5ου αἰῶνα δέν ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τήν εἰκονιστική ἀδριαντοποιΐα τοῦ 4ου αἰῶνα. J. Boardman γράφει: «Ο ρχές τς κλασικς γλυπτικς μλλον δέν λειτουργοσαν νάντια στή ρεαλιστική προσωπογραφία· ντούτοις, φαίνεται τι συνέβαλαν σταδιακά σέ μιά πρακτική πού μποροσε νά πηγαίνει πέρα πό τήν πλή περιγραφή καί νά συνδυάζει κάποιο σχόλιο πάνω στήν προσωπικότητα μέ τήν κριβή πόδοση τν χαρακτηριστικν». Εναι χαρακτηριστικό τι κατά τόν πρώϊμο 4ο αἰῶνα γλύπτης Δημήτριος κατασκεύαζε ντελς νθρώπινα γάλματα. Λουκιανός γράφει τι ν λόγ γλύπτης Δημήτριος κατασκεύασε να γαλμα το Κορινθίου στρατηγο Πελλίχου τόν ποο πεικόνισε «προγάστορα, φαλαντίαν, μίγυμνον τήν ναβολήν, νεμωμένου το πώγωνος τάς τρίχας, πίσημον τάς φλέβας, ατοανθρώπ μοιον» (Λουκιανοῦ, Φιλοψευδής 18). Μετάφραση: «κοιλαρ, φαλακρό, μισόγυμνο με τήν ναβολή (=τόν τρίβωνα, τό μάτιο), μέ κάποιες τρίχες τς γενειάδας του νά νεμίζουν, τίς φλέβες του νά φαίνονται λοκάθαρα, μοιο μέ ληθινό νθρωπο».

  Κατά τήν ἑλληνιστική ἐποχή κορυφώνεται ἡ ἀπεικόνιση τοῦ «ἤθους» (=χαρακτήρα) καί τοῦ πάθους τῶν ἀπεικονιζομένων προσώπων. Θά ἀφήσουμε, λόγῳ οἰκονομίας χώρου, τίς πάμπολλες ἄλλες περιπτώσεις καί θά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας στό σύμπλεγμα τοῦ Λαοκόωντα. Στό ἐν λόγῳ σύμπλεγμα, ἡ πάλη μέ τόν ἐπικείμενο θάνατο, ἡ ὀδύνη, ἡ ἀπελπισία καί ὁ τρόμος εἶναι ἀριστουργηματικά ζωγραφισμένα στά πρόσωπα τοῦ συμπλέγματος.

   Ὄχι μόνο στήν γλυπτική ἀλλά καί στή ζωγραφική ἡ ἀρχαία ἑλληνική τέχνη παρήγαγε ἀριστουργήματα, ἐκφραστικά τοῦ προσώπου. Βέβαια τά ζωγραφικά ἔργα εἶναι ὅλα σχεδόν χαμένα. Ἀπό ἀρχαῖες μαρτυρίες σχηματίζουμε μιά ὅσο μποροῦμε πιό ἄρτια εἰκόνα γι’αὐτά. Τόν 4ο μ. Χ. αἰῶνα λοιπόν ὄχι μόνο ἡ γλυπτική ἀλλά καί ἡ ζωγραφική δημιουργεῖ ἀριστουργηματικές προσωπογραφίες. Ρωμαος Πλίνιος Πρεσβύτερος μαρτυρε τά ἑξῆς γιά τήν ζωγραφική τοῦ Ἀπελλῆ: «Ζωγράφισε ( πελλς) προσωπογραφίες τόσο  παράλλακτες πό τό πρωτότυπο, στε, πράγμα πίστευτο, ππίων γραμματικός φησε να γραπτό   που βεβαιώνει τι νας π’ατούς πού μαντεύουν τό μέλλον πό τό πρόσωπο τν νθρώπων καί πού τούς νομάζουν “μετωποσκόπους”, πό τίς προσωπογραφίες ατές μποροσε νά μαντέψει πόσα χρόνια κόμα πομένουν στόν εκονιζόμενο μέχρι τό θάνατό του πόσα χει κιόλας ζήσει». Ὁμοίως γιά τόν Παρράσιο γράφει: «Ζωγράφισε ( Παρράσιος) τόν Δμο τν θηναίων μέ διοφυή  καί παραδειγματικό τρόπο, γιατί τόν δειχνε εμετάβολο, θυμωμένο, δικο, στατο καί συγχρόνως πράο, πιο, μεγαλόψυχο, καυχησιάρη, λαζονικό καί ταπεινό, γριο, φοβισμένο κι λ’ατά ταυτόχρονα».

    Τό ἰσχυρότερο τεκμήριο τῆς συνδέσεως τῆς ἑλληνικῆς τέχνης μέ τό πρόσωπο εἶναι ἀσφαλῶς τά πορτραῖτα τοῦ Φαγιούμ. Τά πορτρατα το Φαγιούμ εναι δηλωτικά καί μφαντικά το νθρωπίνου προσώπου· εἶναι ὁλοζώντανα πρόσωπα. Κατ’ἀρχήν νά σημειώσουμε ὅτι «στίς προσωπογραφίες το Φαγιούμ, πως καί στά ργα το ριστοφάνη, το Μενάνδρου το Πετρωνίου, συναντμε καθημερινούς νθρώπους καί χι ρωες θεούς· νθρώπους πού ζησαν πρίν 2000 περίπου χρόνια, πιό ζωντανούς καί πό τούς λογοτεχνικούς χαρακτρες».

   καθ. Γιργος Κόρδης θεωρε ὅτι τό πλέον χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῶν νεκρικῶν προσωπογραφιῶν τοῦ Φαγιούμ εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ προσώπου: «Κι ς λθουμε τώρα  σέ να λλο στοιχεο, πού ποτελε, κατά τή γνώμη μας, βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα τν νεκρικν προσωπογραφιν το Φαγιούμ, τήν κφραση το προσώπου. Παρατηρώντας τίς μορφές ατές κανείς μέσως χει τήν ντύπωση μις ζωντανς παρξης πού σιωπηλά καί συχα τενίζει πό τόν δικό της κόσμο πρός τή μεριά το θεατ, στόν ποον φτάνει καί δέν φτάνει. Τά πρόσωπα τν Φαγιούμ ποπνέουν να πολύ ξεχωριστό κλίμα, πού δέν θά τό χαρακτηρίζαμε συναισθηματισμό. κπέμπουν κάτι πό τήν ψυχή τν εκονιζομένων πού μως μένει προσδιόριστο καί σκεμμένα σαφές. πάρχει να παιχνίδισμα στήν κφραση τν προσώπων. Λές καί ζητον νά κδηλώσουν κάτι πό τόν ψυχικό τους κόσμο, ξεκινον τήν κδήλωση ατή καί κάπου στή μέση σταματον καί ποχωρον. Συμβαίνει, νομίζω, κάτι νάλογο μέ ατό   πού γίνεται στό πίπεδο τς κίνησης. π’τή μιά πάρχει κδήλωση καί πό τήν λλη ναίρεσή της. τσι τά πρόσωπα μοιάζουν θά λεγα κάπως μετέωρα. Σέ γγίζουν καί χι. Σέ χαϊδεύουν καί ταυτόχρονα ποτραβιονται. παρουσία τους ποκτ μιά σεμνότητα καί μιά τρυφερότητα. Μοιάζει μέ τήν τμόσφαιρα τν πρώιμων φηβικν ρώτων, μέ πρωτοβρόχι, μέ τίς πρτες στιγμές το οράνιου τόξου, μέ τήν μυρουδιά τς καλαμις μέσα στήν πρωινή δροσιά καί τό τρελαμένο, φευγάτο, μακρόσυρτο τραγούδι το κορυδαλλο στήν ρημία το Αγούστου. κραση τν Φαγιούμ, γιά τούς λόγους πού περιγράψαμε, χει νοσταλγία καί ζεστασιά καί ταυτόχρονα μιά θαυμαστή ντιφατικότητα, πού σύνθεσή της παράγει τμόσφαιρα ποιητική. τσι εναι χοϊκά πνευματική καί πνευματικά γήινη».

  Οἱ προσωπογραφίες τοῦ Φαγιούμ ἀποτελοῦν τόν συνδετικό κρίκο ἀνάμεσα στήν ἀρχαία ἑλληνική ζωγραφική καί τή βυζαντινή ζωγραφική.

  Ἐκ τῶν προηγηθέντων νομίζουμε ὅτι κατέστη σαφής ἡ συμβολή τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας καί τῆς ἑλληνικῆς τέχνης στή διαμόρφωση τῆς ἐννοίας καί ὀντολογίας τοῦ προσώπου. Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ Φιλίπ Νεμό ὅτι τό ἀνθρώπινο πρόσωπο εἶναι ἀπότοκο ἀποκλειστικά τῆς ρωμαϊκῆς λογοτεχνίας καί τέχνης εἶναι ὑπερβολικός καί μαρτυρεῖ μεροληψία ὑπέρ τῆς ρωμαϊκῆς κουλτούρας καί τοῦ ρωμαϊκοῦ πνεύματος ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς κουλτούρας καί τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἄλλωστε ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Εὐφροσύνη Δοξιάδη «ἐλάχιστα ὀνόματα ζωγράφων τῆς Ρωμαϊκῆς περιόδου εἶναι γνωστά· ἄλλωστε, κανένας ρωμαῖος καλλιτέχνης δέν ἀπέκτησε ποτέ τή φήμη τῶν μεγάλων ἑλλήνων ζωγράφων καί γλυπτῶν τῆς Κλασικῆς ἤ τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου». Πέραν τούτου καί Πλίνιος Πρεσβύτερος, πού ἔζησε τόν 1ο αἰῶνα μ. Χ., γράφει: «ξάλλου ζωγραφική τν προσωπογραφιν πού μετέφερε μέσα στούς αἰῶνες τό ληθινό μοίωμα τν μορφν, χει φανιστε ντελς». Βέβαια ἡ μαρτυρία αὐτή τοῦ Πλινίου τοῦ Πρεσβυτέρου ἐν μέρει εἶναι ἀληθής γιατί προφανῶς ἀγνοεῖ  τίς προσωπογραφίες τοῦ Φαγιούμ, πού ὅμως εἶναι ἑλληνική τέχνη, ἑλλήνων τεχνιτῶν κατά τή ρωμαϊκή περίοδο (1ος, 2ος καί ὡς καί τά μισά τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ.) Γιά τήν ρωμαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή καθεαυτήν ἀσφαλῶς ἰσχύει ἡ μαρτυρία τοῦ Πλινίου.

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 29 Οκτώβριος 2016, Αντίφωνο.

* Σημείωση από τΜτΒ: Ο Φώτης Γεωργ. Σχοινάς είναι συνταξιούχος φιλόλογος και κατάγεται από την Κέρτεζη Καλαβρύτων.