Αρχείο ετικέτας Βασιλική Νευροκοπλή

Η χούντα της ανυπαρξίας

Η χούντα της ανυπαρξίας

Της Βασιλικής Νευροκοπλή*

Αν ως χούντα ορίζεται ένα καθεστώς το οποίο διαμορφώνεται από μια μικρή ομάδα ανθρώπων και επιβάλλεται βίαια σε μια ολόκληρη κοινωνία, αφαιρώντας της το δικαίωμα άλλης επιλογής και αντίδρασης, τότε ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε γύρω από την πολυσυζητημένη έννοια της σημερινής «οικονομικής χούντας».

Προτείνω να αφαιρέσουμε την προϋπόθεση της στρατιωτικής επιβολής μιας χούντας, διότι τα «όπλα» στους καιρούς μας είναι ποικίλα, και αυτό διαφοροποιεί και το «πρόσωπο» του εν λόγω ανελεύθερου καθεστώτος, που ενδέχεται και να μην καταλάβει ποτέ θέση πολιτικής εξουσίας σε μία χώρα, αλλά κατ’ ουσία να εξουσιάζει αντιστοίχως ανελεύθερα τις ζωές μας, συχνά δίχως καν να το υποψιαζόμαστε, εγκλείοντας τους «αντιφρονούντες» στο περιθώριο –πολιτισμικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, εργασιακό κλπ.

Συνέχεια

Γράμμα από την Αστυπάλαια

Γράμμα από την Αστυπάλαια

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

Σάββατο πρωί το αεροπλάνο προσγειώνεται στην Αστυπάλαια και τρεις νεαρές γυναίκες μας παραλαμβάνουν απ’ το αεροδρόμιο. Η μία είναι δασκάλα κι οι άλλες δύο νηπιαγωγοί. Καμιά δεν είναι ντόπια. Απ’ τη Θεσσαλονίκη η μια, απ’ την Καστοριά η άλλη κι απ’ τη Σίφνο η τρίτη. Εκτός απ’ αυτήν που είναι αναπληρώτρια και μετακινείται κάθε χρόνο, οι άλλες δύο είναι αποφασισμένες να στεριώσουν εδώ. Δεν είναι όμως οι μόνες. Τις επόμενες μέρες θα γνωρίσουμε πολλούς νέους ανθρώπους που είτε σαν νύφες και γαμπροί είτε επειδή βρήκαν κάποιο καλοκαίρι δουλειά, έμειναν εδώ και δεν το έχουν σκοπό να φύγουν. Μα τι κάνουν σ’ αυτόν τον τόπο, που τον γυρνάς ολόκληρο μέσα σε μια μέρα, τόσοι  άνθρωποι ερχόμενοι από μεγαλουπόλεις που υποτίθεται πως προσφέρουν πολλαπλές ευκαιρίες, διεξόδους και δυνατότητες; Τι κάνουν; Ζουν! Και ζουν όμορφα!

Συνέχεια

Η σφαγή των νηπίων – Τρεις εικόνες – τρία χάι κου

Η σφαγή των νηπίων – Τρεις εικόνες – τρία χάι κου

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

Vasiliki-Neyrokopli_f-b6-11-2015

Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Τοιχογραφία Θεοφάνους από το Καθολικό, 16ος αι.

1. Μετακομίζουν

μάτια πανσέληνα

στο πατρικό τους

Το Συμβάν: Κεφ. 24ο – 25ο

Το Συμβάν: Κεφ. 24ο – 25ο

(τελευταία προδημοσίευση μυθιστορήματος)

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

 Κεφ. 24ο

24. «Γιε μου, αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα για να καταλάβεις καλύτερα όλα τα άλλα που θα διαβάσεις και που το πιθανότερο είναι πως θα σε ξαφνιάσουν. Εξάλλου, η αλληλογραφία που κρατάς στα χέρια σου δεν περιέχει γεγονότα ή περιγραφές που αφορούν την γέννηση και την εξέλιξη αυτής της σχέσης. Φαίνονται αλλόκοτα και κυρίως από δικής μου μεριάς, γιατί εσύ το ξέρεις καλά πως εγώ δεν έγραφα ποτέ μου και ποτέ δεν φαντάστηκα πως θα μπορούσα να γράψω σε κάποιον και μάλιστα μ’ αυτόν τον τρόπο. Εδώ όμως είναι όλο το μυστήριο, και ό, τι περιέχει βαθιά κλεισμένο μέσα του είναι ένα μαργαριτάρι μέσα σε όστρακο:

Συνέχεια

Το Συμβάν: Κεφ 22ο – 23ο

Το Συμβάν: Κεφ  22ο – 23ο

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

Κεφ. 22ο

22. Μαζευτήκαμε όλοι ένα γύρο απ’ το κρεβάτι. Κανείς δε μιλούσε. Λίγο πιο πίσω μας, δίπλα στην πόρτα, στεκόταν διακριτικά ο κύριος Ιωάννης.

 -Παιδιά μου… ήρθε η ώρα… αρκετά σας κούρασα…, ψέλλισε ο παππούς.

Έσκυψε πρώτη η μάνα μου και τον φίλησε. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα κοντά του και κάτι ψιθύρισε ο ένας στον άλλο. Αποτραβήχτηκε και τα μάτια της πλημμύρισαν λάμψεις υγρές. Μετά τον φίλησε ο πατέρας μου κι ακολούθησαν με τη σειρά τα κορίτσια. Σε όλους κάτι έλεγε. Έμεινα τελευταίος. Τον κοιτούσα ασάλευτος. Βγήκαν όλοι έξω και μας άφησαν μόνους.

Συνέχεια

Το Συμβάν: Κεφ 19ο – 21ο

Το Συμβάν:  Κεφ 19ο, 20ο, 21ο

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

Κεφ. 19ο

19. Ξημέρωσε. Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Η αγωνία μου δεν μ’ άφησε στιγμή να χαλαρώσω. Με δάγκωνε σα λυσσασμένο σκυλί που δηλητηρίαζε το αίμα μου. Και μόνο στην σκέψη πως θα έβγαζα τους επιδέσμους και δεν θα έβλεπα τρελαινόμουν. Το σώμα μου είχε μετατραπεί σε ηλεκτροφόρο καλώδιο. Τεντωμένο. Φορτισμένο. Άκαμπτο.

 Χτύπησε η Αγγελική την πόρτα.

Συνέχεια

Το Συμβάν: Κεφ 16ο – 18ο

Το Συμβάν:  Κεφ 16ο, 17ο, 18ο

 (προδημοσίευση μυθιστορήματος)

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 Κεφ. 16ο

16. Το χάραμα με ξύπνησε η μπουρού του καραβιού. Από το ένα μπράτσο μ’ έπιασε ο θείος κι από το άλλο η μάνα μου, κουβαλώντας με τα ελεύθερα χέρια τους μπόγους και τις βαλίτσες με τα χρειαζούμενα των περασμένων ημερών. Με το που πατήσαμε στην προκυμαία με υποδέχτηκε η ζεστή αγκαλιά της Καλλιόπης. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό μου και με φίλησε μ’ ένα φιλί που θαρρείς κόλλησε στο μάγουλό μου μέχρι σήμερα. Μετά πήρε σειρά ο πατέρας μου, λέγοντας ένα αμήχανο και ελαφρώς συγκινημένο: «καλωσόρισες, γιε μου», και με κράτησε λίγο παραπάνω απ’ ότι συνήθιζε στη δική του αγκαλιά.

Συνέχεια