Η μετάλλαξη της γυναίκας μου

Η μετάλλαξη της γυναίκας μου

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή*

Η μετάλλαξη της γυναίκας μου, διηγήματα, Δημήτρης Γ. Μαγριπλής (για τις εκδόσεις Κριτική 2016) – Τα καναπεδάκια της ανεργίας

Η επιστολή το ανέφερε ρητά. Το ερχόμενο Σάββατο όλοι οι υπάλληλοι της υπηρεσίας θα έπρεπε να παραβρεθούν στη διάλεξη του γενικού  γραμματέα του υπουργείου, με θέμα την καταπολέμηση της ανεργίας.

Με τον φόβο της ανεργίας λοιπόν, άρχισα να ετοιμάζομαι. Προηγουμένως εξάντλησα τα περιθώρια λάθους για τον επιτακτικό χαρακτήρα της πρόσκλησης. Ο προϊστάμενος όμως  ήταν σαφής: «Λόγω της εξαιρετικής σημασίας της  εκδήλωσης  αυτής  η παρουσία όλων και ιδιαιτέρως των συμβασιούχων είναι υποχρεωτική». Ανήκω στη δεύτερη κατηγορία. Η σύμβασή μου έληγε σε λίγες ημέρες. Χρειαζόταν επομένως σωστή διαγωγή για την ανανέωσή της. Έβγαλα  το κουστούμι από την ντουλάπα, για να πάρει αέρα.

Το πρωί της επίμαχης ημέρας ξυρίστηκα κόντρα, φόρεσα λευκό πουκάμισο, γραβάτα, ημιάρβυλα σαλονιού, και, μέσα στο μαύρο αερισμένο μου περιτύλιγμα, πήρα θέση στο ακροατήριο. Στις πίσω θέσεις. Μπροστά ο τόπος κατακλύστηκε από τους επίσημους.

Όλοι οι βουλευτές της περιφέρειας, ο νομάρχης, δημοτικοί άρχοντες, ο μητροπολίτης με τους δύο διάκους του, ο αρχηγός της αστυνομίας, ο εκπρόσωπος του Λιμενικού Ταμείου, ο επικεφαλής του  πυροσβεστικού σταθμού, ο λυκειάρχης, ο πρόεδρος της τοπικής πρωτοβάθμιας, ο διοικητής του νοσοκομείου, μέχρι και η φιλαρμονική του δήμου. Την τελευταία στιγμή απωθήθηκε εκτός, διότι το νόημα ήταν να παιανίσει κατά την άφιξη του γενικού και φυσικά κατά την αποχώρησή του.

Αναμέναμε όλοι με ανάλαφρη διάθεση. Ήταν σαν να είχε πάει ο δημοσιοϋπαλληλικός κόσμος της κωμόπολής μας εκδρομή. Κεφτεδάκια δεν είχαμε πάρει, αφού η υπόσχεση ήταν για μεζεδάκια τύπου κέτερινγκ στο τέλος της διάλεξης. Το μάτι μου πήρε λοξά τις ετοιμασίες του γεύματος και δεν είχα καμία αμφιβολία ότι  άξιζε η ταλαιπωρία μου.

Με μισή ώρα καθυστέρηση άρχισαν τα εμβατήρια. Ξέραμε ότι ο επίσημος προσκεκλημένος είχε έρθει. Μετά τα πρώτα χειροκροτήματα εισήλθε στην κατάμεστη αίθουσα και ως καλός χριστιανός έκλινε την κεφαλή του στη μητροπολιτική χειραψία. Έγνεψε με θριαμβική χειρονομία σε όλους μας και, μέσα στα παραληρήματα της κατάμεστης αίθουσας, κάθισε δίπλα στο νομάρχη.

Την εκδήλωση άνοιξε ο  προϊστάμενός μας. Με περισσή σεμνότητα καλωσόρισε τους επισήμους και στο τέλος εμάς τους εργάτες της υπηρεσίας. Κατόπιν άρχισαν οι χαιρετισμοί. Όλοι συγκινημένοι χαιρέτησαν αυτή την αξιοζήλευτη πρωτοβουλία  του υπουργείου και ιδιαιτέρως τον γενικό γραμματέα,  για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης  πάνω στο σημαντικότερο πρόβλημα της εποχής.  Κατεβαίνοντας από το βήμα οι πιο πολλοί κάτι έλεγαν με χαμόγελα στο αυτί του γενικού και έφευγαν διακριτικά από την αίθουσα. Εμείς με ανακούφιση βλέπαμε τα καναπεδάκια να πλουτίζονται στη μερίδα μας.

Επιτέλους ο γενικός ανέβηκε στο βήμα και μια σιγή κατέκλυσε το ακροατήριο. Επί ώρα χαιρετούσε δια λόγου τους επισήμους. Εκεί μάθαμε τα ονόματα όλων των δημοσίων ανδρών του νομού καθότι πολλά μας διέφευγαν λόγω της ακριτικής θέσης στην γεωγραφία της περιοχής μας. Στις επόμενες εκλογές θα το παίζαμε έξυπνοι στα καφενεία, όταν θα έρχονταν να μας χτυπήσουν τις πλάτες. Θα τους αποκαλούσαμε με το όνομά τους και ξαφνικά θ’ αποκτούσαμε το κύρος του κομματάρχη από τους παρευρισκόμενους. Τιμή και δόξα να αποκαλείς τον βουλευτή με το όνομά του. Λόγω των περιστάσεων μπορούσες ακόμη και με το βαφτιστικό του.  Ακολουθούν χαριεντισμοί και οικειότητες. Τώρα μετά τις εκλογές δεν συνιστούσε η σωφροσύνη παρόμοιες αβρότητες.

Ο λόγος είχε μπει στην εισαγωγή. Η ανεργία ως λέξη ετυμολογικά προσδιορίστηκε από το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη. Οι  φιλολογούντες αισθανθήκαμε μια ανάταση. Βεβαίως σύντομα, αναγνωρίζοντας τα απανωτά λάθη του ομιλούντος, μας έμεινε η ανατριχίλα της ανύψωσης.

Επί της ουσίας, η ετυμολογικά προσδιορισμένη ανεργία, αποδόθηκε στη διεθνή οικονομική κρίση, στην αδυναμία της αγοράς να λειτουργήσει εύρυθμα και στην έλλειψη ηθικής από τον σύγχρονο άνθρωπο. Στα συμπεράσματα συνειδητοποιήσαμε ότι, όταν θα ξεπεραστεί η κρίση και η αγορά θα λειτουργήσει,  εμείς ως αναγεννημένοι άνθρωποι, ο καθένας από το πόστο του, θα χτίσουμε τον παράδεισο. Το όλο, όπως φάνηκε στις προτάσεις, ήθελε υπομονή και ιδιαίτερη επιμονή στους στόχους του υπουργείου, που προφανώς είχε επιφορτιστεί την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Δυστυχώς ο ομιλητής  δεν δέχθηκε διευκρινιστικές ερωτήσεις, λόγω περιορισμένου χρόνου. Έτσι έμεινε το μυαλό μου μπλοκαρισμένο και μάλλον περισσότερο μπερδεμένο παρά γαλήνιο στις απαντήσεις του. Τα δικά μου συμπεράσματα περιορίζονταν σε λίγες σειρές:

«Το κακό που χτύπησε τον τόπο είναι αποτέλεσμα διεθνούς συνωμοσίας ή σκοτεινών δυνάμεων, που μας μισούν γιατί είμαστε Έλληνες.  Εμείς όμως μπορούμε να απαντήσουμε με το ήθος που πάντοτε μας διέκρινε και τον ηρωισμό των προγόνων μας. Με την βοήθεια του Θεού της πατρίδας μας σύντομα η κακιά μάγισσα θα εξαφανιστεί και οι ουρανοί θα ανοίξουν για μας.

Θα έχουμε δουλειές και χρήματα και φυσικά όλος ο κόσμος θα μοιάζει με θερμοκήπιο -δυστυχώς  τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα είναι υπόθεση άλλου υπουργείου-  γεμάτο αγαθά και λουλούδια. Ας προσευχηθούμε λοιπόν και ας αναμένουμε με πίστη την επιφοίτηση να μας οδηγήσει στη λύση των προβλημάτων μας.

Μέχρι τότε ας έχουμε υπομονή και ας ράψουμε τις τσέπες μας. Άμα μας αρέσει. Διαφορετικά μια στρατιά ανέργων, που συνεχώς διογκώνεται, περιμένουν να πάρουν τη θέση μας. Αυτοί  έχουν λιγότερες απαιτήσεις και μπορούν να δουλεύουν με αντικαταβολή σε είδος και όχι χρήμα.

Να λέμε λοιπόν δόξα στην πολιτική της κυβέρνησης, να αγαπάμε το υπουργείο που μας δείχνει ελεημοσύνη, να αγαπάμε τον υπουργό και τον γραμματέα και να μην ξεχάσουμε στις εκλογές να τους ψηφίσουμε.

Ωραία περάσαμε. Γεια σας! Ας πάμε τώρα να φάμε. Πληρώνω εγώ, ο γενικός γραμματέας, δηλαδή το κράτος».

Όλοι περάσαμε χαρούμενοι στο φουαγιέ. Περιμέναμε να συγχαρούμε τον γενικό, για τον υπέροχο και φωτισμένο λόγο, ή μάλλον καλύτερα να μας δει το μάτι του προϊσταμένου. Ήμασταν εκεί και το δείχναμε. Και αφού παρουσιολόγιο δεν υπήρχε ήταν σαν να φωνάζαμε: «ουάου είμαι εδώ!».

Μετά τις φωνές πέσαμε πάνω στα καναπεδάκια. Οι επίσημοι, όσοι έμειναν, είχαν φραγμούς. Η ευγένεια δεν επέτρεπε την απροκάλυπτη κατάδειξη της πείνας.

Εμείς πεινούσαμε και είχαμε να δούμε καλούδια εξωτικά από την εποχή των εορτοδανείων και των εύκολων  τραπεζιτικών δανεισμών. Μπουκιά και ανάμνηση. Ήπιαμε και αρκετά. Σε όλα πρωτοστάτησε η μπάντα. Αυτοί και αν ήταν άνεργοι. Φαγοπότι αλησμόνητο. Με την αποχώρηση του γενικού, μάλλον στης «Αρκαδιάς τον πλάτανο σκότωσαν την Ελένη» παρά τον εθνικό ύμνο ακούσαμε.

Γύρισα σπίτι με εθνική έπαρση. Ουδείς το συμμερίστηκε. Η μόνη ερώτηση είχε την πάγια ποταπότητα των ημερών: «Είπε τίποτα για τη μονιμοποίησή σας;» Κοίταξα με αποστροφή και εξήγησα στη γυναίκα μου ότι σήμερα ο τόπος απέκτησε στόχους και προοπτικές. Το μέλλον μας  είναι σε χέρια σπουδαίων και λαμπρών πολιτικών. Αυτοί οι άνδρες γνωρίζουν τις ανάγκες μας και φυσικά δεν θα αδικήσουν κανέναν. Επιπλέον το υπουργείο μας, με τη βοήθεια των εργαζομένων του, θα λύσει το πρόβλημα της ανεργίας.  Άρα είμαστε όλοι απαραίτητοι. Κανένας δεν κινδυνεύει να χάσει τη θέση του.

Οι μέρες κύλησαν με την ανάμνηση της λαμπρής εκείνης εκδήλωσης. Είχα όμως ένα βάρος στο στομάχι. Μάλλον έφταιγαν τα εξωτικά καναπεδάκια. Αυτό ήταν ιδέα μου, όπως με εφησύχασε ο οικογενειακός παθολόγος μας.  Μέχρι τη μέρα που μας ανακοινώθηκε η απόλυση, λόγω λήξης της σύμβασης και αδυναμίας του δημοσίου για την ανανέωσή της. Τότε ανακάλυψα πως ο γιατρός είχε άδικο. Αλλιώτικα, πώς, μετά από τόσες μέρες, το μόνο που απέβαλα ήταν την ελεημοσύνη του υπουργείου ανακατεμένη με την θλίψη μου, καταμεσής της τουαλέτας; Τα καναπεδάκια για την  καταπολέμηση της ανεργίας, ποτέ δεν τα χώνεψα τελικά.

Η αποικία

Προτού γίνει βασίλισσα είχε φτερά. Πετούσε μπροστά  και μεις την ακολουθούσαμε εκστασιασμένοι, πεζοί  και απόλυτα πιστοί. Ζητούσε ένα μέρος για να μείνουμε και η αλήθεια είναι πως μόνο αυτή μπορούσε να πάρει τη σωστή απόφαση. Είχε το πλεονέκτημα να κοιτά από πάνω την πλάση και αυτό αρκούσε.

Εμείς, τα πλάσματα, αν και μεγαλόσωμα με τεράστια σαγόνια και δύναμη, μέσα σε ολόμαυρες στολές ομοιόμορφες, χωρίς καμία αντίρρηση, κινούμασταν στην σειρά, στοιχισμένα και πάντοτε αμίλητα. Όλοι παιδιά μιας άλλης εποχής. Επικοινωνούσαμε βουβά. Δεν  χρειαζόταν ο λόγος. Ο θάνατος όριζε την ζωή. Το μόνο που τον απέτρεπε ήταν η τροφή και η αποφυγή του εχθρού. Στείροι, δεν μας ενδιέφερε τίποτα άλλο. Απλά η επιβίωση. Ευτυχώς ήταν ακόμη καλοκαίρι, αν και τα πάντα είχαν μεταλλαχθεί.

Ο χρόνος είχε πια δύο εποχές, που άλλαζαν απροειδοποίητα και ξαφνικά αφήνοντας πάντοτε χιλιάδες νεκρούς. Πτώματα παντού. Τόσα που πατούσαμε πάνω τους, όταν θέλαμε να περάσουμε από τα δηλητηριασμένα εδάφη. Ευτυχώς η περιπλάνηση δεν κράτησε πολύ. «Εδώ» βροντοφώνησε η καλύτερη και μεις βαλθήκαμε να σκάβουμε καταφύγιο. Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, μα σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα. Δεν υπάρχει χρόνος για τίποτα άλλο. Ίσως δεν έχει και νόημα. Να παίξεις, να απολαύσεις, να ονειρευτείς; Να ρωτήσεις; Να πεις καλημέρα; Τίποτα. Τίποτα. Ο οδηγός στις κεραίες σε καθοδηγεί. Άγρυπνα, χωρίς συναίσθημα, απόλυτα.

«Κινδυνεύουμε» σου θυμίζει αν κάνεις το λάθος να φύγεις, κοιτώντας τα χρώματα ή αποζητώντας την ελάχιστη προσωπική περίσκεψη. Είσαι για τους άλλους ή μάλλον μόνο για αυτήν.

Αυτή από άγγελος έγινε τύραννος. Ποιος το περίμενε. Θρονιάστηκε σε ένα ευρύχωρο θάλαμο και έβαλε άλλους να την υπηρετούν.  Δεν έκανε τίποτα. Απέξω στεκόντουσαν φρουροί ακοίμητοι και μέσα βασιλικές υπηρέτριες την  πλένανε και  την ταΐζανε.  Κάθε τόσο κυλούσαν στους διαδρόμους μικρά αυγά και  έβαζαν άλλους να τα προσέχουν. Απαίσιο! Τα έγλειφαν με τη γλώσσα τους, τόσο πολύ που στο τέλος ήταν κολλώδη και έβγαζαν από μέσα μικρά σκουλήκια που σιγά – σιγά μετασχηματιζόταν σε πλάσματα σαν και εμάς.

Έτσι γεννιόμασταν και ενώ της μοιάζαμε κανείς δεν είχε το θάρρος να την αμφισβητήσει. Εμείς δουλεύαμε χωρίς σκέψη και κοιμόμαστε λιπόθυμοι από την κούραση στοιβαγμένοι στα υπνωτήρια. Κάθε μέρα διανύαμε τεράστιες αποστάσεις για να βρούμε τροφή και ύστερα χωρίς καμία καθυστέρηση τη μεταφέραμε πάνω στο σώμα μας. Ήταν για όλους, αν και κανείς δεν νοιαζότανε τελικά αν γυρίσαμε ή μείναμε βορά στην όρεξη των εχθρών μας. Δεν υπήρχε αγάπη. Ήμασταν απλά μια οργανωμένη – παραγωγική κοινωνία. Μια κοινωνία απόλυτα σύγχρονη, που ο κάθε ένας ήταν μόνος του υπό τη σκέπη του  νόμου. Ο νόμος μάς εξασφάλιζε την επιβίωση, την ασφάλεια, την προστασία από διαθέσεις ορισμένων να καταστρέψουν την αποικία.

Φυσικά  δεν χρωστούσαμε πουθενά. Ήμασταν κυρίαρχοι σε τούτο τον τόπο και ίσοι με κείνη να μας καθοδηγεί και να φροντίζει κάθε μας ανάγκη.  Όλοι για αυτήν και όλα για εκείνη αν και στους μόνους που έδινε αξία ήταν σε κάτι φτερωτούς που την επισκέπτονταν μια – δυο φορές το χρόνο. Επιδίδονταν μαζί τους στην  αναπαραγωγή.  Εμείς νομίζαμε ότι ήταν άγγελοι, μα της κολάσεως, όπως και κείνη στα σίγουρα. Τι είχαμε πάθει;

Βγήκα από την αποθήκη όλο θυμό. Δεν άντεχα άλλο μια τέτοια ζωή. Διέσχισα τον νότιο διάδρομο και βρέθηκα μπροστά στην φρουρά της εισόδου.  Νόμιζαν πως είχα βάρδια και δεν με σταμάτησαν για έλεγχο. Έτρεξα ελεύθερος στο μονοπάτι του κάμπου. Πρωτάκουστο! Μα δεν μπορούσα να αντισταθώ. Τι μου συμβαίνει; αναρωτήθηκα και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ο ήλιος. Λούστηκα όλος. Έμεινα εκεί ακίνητος. Αμέτρητοι συνέχιζαν την σκυφτή διαδρομή τους. Ίσως ήμουν αόρατος ή απλά ακολουθούσαν τις εντολές. Έφταναν μπροστά μου και με μια πλάγια κίνηση με προσπερνούσαν χωρίς ούτε μια κίνηση ούτε μια λέξη ούτε ένα συναίσθημα. «Ζωντανός ή νεκρός;». Το «κινδυνεύουμε» μου έσκισε το μυαλό. Σήκωσα τα χέρια μου να σπάσω τις δύο μαύρες κεραίες, που στερεωμένες πάνω στο κεφάλι μας διατηρούσαν την επικοινωνία με τον απόλυτο έλεγχο. Θα το έκανα αν δεν σκοτείνιαζε απότομα ο ουρανός. Πανικός παντού. Έτρεχαν όλοι. Άναρχα και απεγνωσμένα ζητούσαν την σωτηρία. «Από τι, άραγε;».

Έμεινα  πάλι ακίνητος. Κοίταξα ξανά για το φως. Τίποτα, ένα σκοτάδι πνιχτό και απαίσιο και μια αίσθηση σαν κάτι αδιόρατο να σε πλακώνει. Ήμουνα μόνος για πρώτη φορά. Μόνος στο μονοπάτι  που έμοιαζε τάφος, που έγινε τάφος μου, αφού μυρμήγκι ήμουνα εντέλει, όταν η σόλα του άγνωστου που με έλιωσε, μου κατάδειξε για πρώτη και τελευταία φορά την ύπαρξή μου.

ΠΗΓΗ: vakxikon.gr, Τεύχους 32, http://www.vakxikon.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B3-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B3/

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν «αυθαίρετα» από τΜτΒ.

Ο Δημήτρης Μαγριπλής είναι διηγηματογράφος, πρώην επιστημονικός συνεργάτης της Γ/βάθμιας εκπ/σης και … αγρότης!