«Κοινά επωφελής»…

«Κοινά επωφελής»…*

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Η συμφωνία της 12/7/2015 μεταξύ της Ελλάδας και του ευρωιερατείου αποτέλεσε, δυστυχώς, τη διολίσθηση μιας κυβέρνησης με αντιμνημονιακά χαρακτηριστικά, εκείνης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των ΑΝ.ΕΛ., στην υπογραφή ενός ακόμη μνημονίου, με επιμονή σε υφεσιακά μέτρα και τις ίδιες προοπτικές εξέλιξης, δηλαδή την περαιτέρω επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας και τον αέναο εγκλωβισμό της χώρας σ’ ένα διαρκώς διογκούμενο χρέος. Σημειώναμε την άνοιξη («Υπόθεση “κατεργαραίων”…», εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 414, 1/5/2015), κι ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη: «Μια διαπραγμάτευση με “κατεργάρηδες”, δεν μπορεί παρά να είναι υπόθεση “κατεργαραίων”. Προφανώς χωρίς ειλικρίνεια καί από την ελληνική πλευρά. Οπωσδήποτε με “plan b».

Η ατολμία εφαρμογής κάποιου εναλλακτικού σχεδίου από μια ελληνική πλευρά που τήρησε κατά γράμμα τις ισχύουσες συμφωνίες εντός της Ε.Ε., όταν παράλληλα οι υπόλοιπες πλευρές τις έχουν καταστρατηγήσει επανειλημμένως προωθώντας τα συμφέροντά τους, οδήγησε μοιραία στην υποταγή μιας ακόμη ελληνικής κυβέρνησης στον ζυγό των γερμανοκίνητων Βρυξελλών.

Κι όμως, πριν από την οδυνηρή υποχώρηση και την ερμηνεία ως «ΝΑΙ» του εκκωφαντικού «ΟΧΙ», από το 62% περίπου των Ελλήνων πολιτών στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, στις άθλιες «συμφωνίες» υποταγής και λεηλάτησης που εκπονεί το Βερολίνο, υπήρχαν σημεία που άφηναν να διαφανεί ότι το εναλλακτικό σχέδιο απάντησης στους εκβιασμούς των τοκογλύφων υπήρχε κι ότι η ελληνική κυβέρνηση σκόπευε να αξιοποιήσει τα όπλα που διέθετε για να αντισταθεί στη μαφία του ευρωιερατείου. Στα σημεία που ενέπνεαν αισιοδοξία περιλαμβάνονταν οι προθέσεις της κυβέρνησης για τη χρήση ηλεκτρονικού χρήματος στις συναλλαγές, η έκδοση του πορίσματος για το δημόσιο χρέος της Ελλάδας από την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, η συγκρότηση της Επιτροπής Διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών προς τη χώρα, η πρόθεση να ανακτηθεί ο έλεγχος του χρήματος μέσα από την ίδρυση της λεγόμενης «Αναπτυξιακής» τράπεζας. Κανένα, ωστόσο, από τα τεκμηριωμένα πυρηνικά όπλα της Ελλάδας απέναντι στη μαφία των τοκογλύφων δεν αξιοποιήθηκε. Η ελληνική κυβέρνηση, πέραν του ότι επέλεξε να αφοπλίσει η ίδια τον εαυτό της σκορπίζοντας στον άνεμο ιδίως το πόρισμα για το δημόσιο χρέος, οδήγησε με την υποχωρητικότητά της τις εξελίξεις σε έναν ακόμη βιασμό της λογικής.

Η υπογραφή ενός τρίτου μνημονίου δεν είναι ολέθρια μόνο επειδή θα συνεχίσει να καταστρέφει τη χώρα οικονομικά, δημογραφικά, ψυχολογικά. Είναι ολέθρια προπάντων επειδή έδωσε την ευκαιρία σε όλους τους αντίπαλους των δύο μέχρι πρότινος αντιμνημονιακών ελληνικών κομμάτων να τα κατηγορήσουν για ανευθυνότητα, αεροβασία, αδυναμία «ρεαλιστικής» αντιμετώπισης των δεδομένων, ενισχύοντας την εκ μέρους τους υπηρέτηση κάθε αντιδραστικής σειράς νομοθετημάτων, που προωθούν τα συμφέροντα των οικονομικών ολιγαρχιών κι εξευτελίζουν τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ευρωπαϊκή πλευρά υπηρέτησης των προαναφερθέντων συμφερόντων, όπως εκφράζεται από τους τραγικούς τους αχυρανθρώπους κ. Άγκελα Μέρκελ, κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, κ. Μάρτιν Σουλτς και όλο το θλιβερό συναπάντημα των αξιωματούχων στους θεσμούς της γερμανοκίνητης Ε.Ε., άδραξε την ευκαιρία να κατηγορήσει την ελληνική κυβέρνηση ως αναξιόπιστη κι ασταθή στις θέσεις της, τη στιγμή που η ίδια δεν σεβάστηκε καμία από τις αρχικές δεσμεύσεις της απέναντι στον Έλληνα πρωθυπουργό κι επαναπροσδιόριζε διαρκώς τις αξιώσεις της, απαιτώντας αλλεπάλληλες νέες υποχωρήσεις από την ελληνική πλευρά. Είχε, επίσης, το θράσος να επικαλείται δημοψηφίσματα που θα διενεργούνταν στα υπόλοιπα κράτη της Ε.Ε., αποσιωπώντας, φυσικά, ότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη είναι σκοπίμως παραπληροφορημένη επί του ελληνικού ζητήματος από τα κέντρα του ευρωιερατείου, οι υπάλληλοι του οποίου δεν θα επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να πληροφορηθούν οι Ευρωπαίοι πολίτες τι ακριβώς συμβαίνει.

Η ελληνική κυβέρνηση, που είχε υποσχεθεί στους Έλληνες πολίτες ότι όλες οι διαπραγματεύσεις θα διενεργούνται φανερά, παγιδεύτηκε στο όνομα μιας υποτιθέμενης «εμπιστοσύνης» κι «εχεμύθειας» κι επέτρεψε στον εαυτό της να μετατραπεί σε θύμα των απειλών και των εκβιασμών της ευρωπαϊκής μαφίας. Με τη μαφία, ωστόσο, δεν νοούνται συζητήσεις δημοκρατικού πλαισίου. Όπως σημειωνόταν και στο κείμενο «Ο “ρεαλισμός” του ενδοτισμού» (εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 404, 1/12/2014), «με τοκογλύφους που δημιούργησαν την κρίση και τη συντηρούν, δεν νοούνται περαιτέρω συζητήσεις»· μονάχα νοούνται είτε μονομερείς ενέργειες, κατά τρόπο συμφέροντα για την Ελλάδα κι όχι για τους μαφιόζους, είτε ολοφάνερες, δημόσιες τοποθετήσεις, που θα αναγκάσουν την απέναντι πλευρά να τοποθετηθεί και να αποκαλύψει τη γύμνια της. Η αλήστου μνήμης εικόνα του «πολύ» κ. Σόιμπλε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του και να μασά τα λόγια του, εκφέροντας εντέλει ασυναρτησίες, όταν ρωτήθηκε από Έλληνα δημοσιογράφο γιατί η Γερμανία δεν προωθεί την έκδοση του κ. Χριστοφοράκου στην Ελλάδα, δίνει το πλαίσιο των κινήσεων. Θα μπορούσε η γερμανική κυβέρνηση να εξηγήσει δημοσίως γιατί ακόμη και σήμερα αρνείται να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με την Ελλάδα, σαν να συνεχίζεται ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος; Θα δεχόταν ο κ. Σόιμπλε να παραχωρήσει συνέντευξη σε μαχητικούς Έλληνες δημοσιογράφους, όπως, για παράδειγμα, ο κ. Στάθης Σταυρόπουλος κι ο κ. Νίκος Μπογιόπουλος; Μήπως δεν πρόκειται να το κάνει ποτέ, επειδή οι μόνες του απαντήσεις είναι οι εκβιασμοί, που δημοσίως δεν είναι «πολιτικά ορθοί»; Η ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, αν και ξεκίνησε πολύ σωστά θέτοντας δημοσίως το ζήτημα των γερμανικών οφειλών, όπως εκφράστηκε από τον Έλληνα πρωθυπουργό κ. Τσίπρα στη Γερμανίδα καγκελάριο κ. Μέρκελ, περιέργως εγκατέλειψε τις φανερές αντιπαραθέσεις πάνω στο τραπέζι. Άλλωστε κάθε ελληνικό όπλο στην πορεία των διαπραγματεύσεων σίγησε.

Πλάι στην ευρωπαϊκή πλευρά, που εμφανίστηκε να δικαιώνεται εξαιτίας της δειλίας της ελληνικής κυβέρνησης, ανέκαμψαν, σαν «δικαιωμένες», όλες οι ελληνικές πολιτικές παρατάξεις που υπεράσπισαν και υπηρέτησαν τα μνημόνια· κι αυτό το δικαίωμα που έδωσε η ελληνική κυβέρνηση στους ολετήρες της χώρας να εμφανίζονται σαν «προνοητικοί» και οι μόνοι «επαρκείς αναγνώστες» των πολιτικών εξελίξεων, αν δεν είναι κίνηση μελετημένη, ώστε να οδηγήσει σε κάποια μελλοντική συγκυβέρνηση, είναι οπωσδήποτε μια ασύγγνωστη αμέλεια. Με τη γνωστή τους θρασύτητα, πολιτικά στελέχη της μείζονος μα και της υπόλοιπης μνημονιακής αντιπολίτευσης έσπευσαν να αποκαθάρουν τον εαυτό τους στα ιαματικά γι’ αυτούς νάματα του νέου μνημονιακού «μονόδρομου» και, κατηγορώντας τη σημερινή συγκυβέρνηση για λαϊκισμό, να επιδοθούν οι ίδιοι, οι τάχα «σοβαροί» κι «επιβεβαιωμένοι», σ’ έναν απίστευτο πραγματικό λαϊκισμό. Ο λαϊκισμός τους ξεκινούσε από τις περιαυτολογίες τους για τα δήθεν σαφώς ελαφρύτερα μέτρα του «ιμέιλ Χαρδούβελη» και συνεχιζόταν στον μεταξύ τους διαγωνισμό ως προς το ποιος είναι «ειλικρινέστερος» και «λιγότερο λαϊκιστής», αφού, σε σχέση μ’ εκείνους που κοστολογούσαν τα μέτρα του ιμέιλ Χαρδούβελη μόλις στο 1 δισ. €, υπήρχαν και οι άλλοι, οι «σοβαρότεροι», που, χωρίς «ιδιοτέλεια», διπλασίαζαν το κόστος στα 2 δισ. €! Φυσικά, κανείς από τη δωσιλογική πανήγυρη των μνημονιακών κυβερνήσεων δεν θα τολμήσει να εξηγήσει στους Έλληνες πολίτες με ποιον τρόπο θα αποπληρώνονταν τα απαιτούμενα χρέη, ύψους 12,5 περίπου δισ. € μόνο για το καλοκαιρινό δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου 2015, τα οποία όφειλε η χώρα στους τοκογλύφους. Δεδομένης της λήξης του προηγούμενου «προγράμματος “σωτηρίας”» και των ελάχιστων ποσών που υπήρχαν στα ταμεία του ελληνικού κράτους, είτε θα έπρεπε να υπογραφεί ένα νέο «πρόγραμμα “σωτηρίας”», όπως αυτό στο οποίο σύρθηκε η πάλαι ποτέ αντιμνημονιακή συγκυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ., είτε, μέσω μονομερών ενεργειών, να αρνιόταν η χώρα το επαχθές χρέος και να το πάγωνε έως ότου το ευρωιερατείο παραδεχόταν κι αναλάμβανε τις ευθύνες του για την αποικιακή αντιμετώπιση που επέβαλε στην Ελλάδα. Καθώς, όμως, οι «υπεύθυνοι» μνημονιακοί φωστήρες δεν είχαν στο πρόγραμμά τους ουδόλως μια κατεύθυνση σαν τη δεύτερη, προφανώς θα επέλεγαν την πρώτη. Μόνο που η «σοβαρότητά» τους δεν τους επέτρεψε να θυμηθούν το κόστος της υποταγής, ούτε φυσικά ότι οι «νοικοκυραίοι» αυτοί, είναι εκείνοι που χρεοκόπησαν οικονομικά το ίδιο τους το κόμμα της Ν.Δ., αλλά συνεχίζουν να «σώζουν» με την «εμπειρία» τους τη χώρα!

Πλάι δε στους «ρεαλιστές», «μη λαϊκιστές», προστέθηκε ο «υπηρεσιακός» αρχηγός της Ν.Δ. κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ο οποίος, αν και νέος στην ηγεσία της παράταξής του, δεν απέβαλε ούτε τον παλαιοκομματικό του χαρακτήρα ούτε τον αστείο κουτσαβακισμό του, και βιάστηκε, με τη σειρά του, να «δικαιωθεί», ψέγοντας τον «εκβιαζόμενο» από το ευρωιερατείο κ. Τσίπρα, επειδή δεν είχε πιστέψει παλαιότερα την προηγούμενη κυβέρνηση πως κι εκείνη εκβιαζόταν! Κι έτσι, σύσσωμοι οι «ορθολογιστές», αντί να απολογούνται που απέκρυψαν από τον ελληνικό λαό τους εκβιασμούς και δεν παραιτήθηκαν πάραυτα μπροστά στις όποιες ιταμές απειλές, επιζητώντας τη συγκρότηση μετώπου απέναντι στους εκβιαστές, πανηγυρίζουν επειδή «δικαιώθηκαν» που «εκβιάζονταν»! Και δεν αισθάνονται ίχνος ντροπής που ένας ολόκληρος λαός, στο προηγούμενο δημοψήφισμα, απέρριψε τον εκβιασμό των κλειστών τραπεζών και έδειξε στην ηγεσία του τον δρόμο της αξιοπρέπειας, ασχέτως αν η ηγεσία επιλέγει να ερμηνεύει κατά το δοκούν τη λαϊκή βούληση. Τουλάχιστον, με την κοινή «δικαίωση» τόσο των εκβιαστών όσο και των εκβιαζόμενων, κατέστη κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο συνάπτεται μια συμφωνία «κοινά επωφελής» για δανειστές-εκβιαστές και δανειζόμενους-εκβιαζόμενους!

Η διολίσθηση της αρχικά αντιμνημονιακής συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. στα μνημόνια δημιουργεί πλέον τόσο αδιέξοδες πολιτικές συνθήκες, ώστε οι επικείμενες εκλογές να μοιάζουν πια χωρίς νόημα. Στις εκλογές που θα διεξαχθούν, είτε επανασχηματιστεί μια νέα κυβέρνηση από τα κόμματα της απερχόμενης κυβέρνησης, είτε μια ευρύτερη κυβέρνηση συνεργασίας, που θα ενσωματώσει, πλάι στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., μνημονιακούς πόλους όπως το Ποτάμι, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή ακόμη και τη Ν.Δ., η πολιτική που θα ακολουθηθεί θα είναι η επιτασσόμενη από το νέο μνημόνιο. Για να κατορθωθεί η συγκέντρωση των πολιτών γύρω από κάποιο νέο αντιμνημονιακό δημοκρατικό σχηματισμό, θα απαιτηθεί άλλη μια περίπου τριετία, κι αφού το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών φανερώσει εάν υπάρχει πλέον προοπτική για κάτι τέτοιο.

Στο μεταξύ, όμως, κάθε πολύτιμος πόρος της ελληνικής επικράτειας, που θα έπρεπε να διαφυλάσσεται και να αξιοποιείται από το ελληνικό κράτος, θα έχει μεταβιβαστεί, στο πλαίσιο των μνημονιακών ιδιωτικοποιήσεων, στους τοκογλύφους δανειστές. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και οι ΑΝ.ΕΛ. απεμπόλησαν την τελευταία ευκαιρία αντίστασης που θα μπορούσε να εκδηλώσει η Ελλάδα και ακύρωσαν την ελπίδα, παρά την υπόσχεσή τους για τη διαφύλαξή της. Φαίνεται, δυστυχώς, ότι η ελπίδα, που αντέχει υπό αντίξοες συνθήκες κι εγκαταλείπει τη μάχη μόνο τελευταία, απεβίωσε κάπου εδώ. Καλείται, ωστόσο, να διαψεύσει τα φαινόμενα και να αποδειχτεί εφτάψυχη.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 422, 1/9/2015.