Στους καιρούς της παρατεταμένης εφηβείας, τρεις πινακίδες έξω απ΄ τα Σκόπια, στην Μακεδονία

Στους καιρούς της παρατεταμένης εφηβείας, τρεις πινακίδες έξω απ΄ τα Σκόπια, στην Μακεδονία

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*

Οι μεταμοντέρνοι κινηματογραφικοί τίτλοι της εποχής μας, είναι μάλλον μια καλή αφετηρία για να επιχειρήσει να περιγράψει κανείς τα όσα «εφηβικά» συμβαίνουν γύρω μας. Σύμφωνα με τον Ε. Erikson, ένα άτομο θα διαμορφώσει μια ικανοποιητική ταυτότητα, αν κατορθώσει να συγκεράσει τις αντιθετικές όψεις-πτυχές του. Αν όχι, θα βιώσει μια κρίση ταυτότητας. Κι αν κάτι είναι, πλέον, έκδηλο παντού, είναι αυτή ακριβώς η κρίση ταυτότητας. Και φαίνεται ότι –ανάμεσα στα άλλα- δεν πήραμε χαμπάρι τις σχετικές προκλήσεις – δυσλειτουργίες που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί το παγκόσμιο πολιτισμικό αφήγημα στη συνάντηση του με τις εθνικές πολιτισμικές ιδιομορφίες. Η παγκοσμιοποίηση όταν συναντιέται με τις τοπικές παραδόσεις –σε όσες χώρες τουλάχιστον διαθέτουν τέτοιες- δεν προκαλεί κάποιον «παγκοσμιοποιητικό χυλό», αλλά μια κρίση ταυτότητας.

Έτσι κι αλλιώς, πάλι όπως προειδοποιούσε από το μακρινό 1950, ο Erikson, είναι ήδη πολλά τα είδη ταυτοτήτων που πρέπει να κατακτηθούν ταυτόχρονα στη διάρκεια της εφηβείας (θρησκευτική, πολιτική, επαγγελματική, σεξουαλική, εθνική κ.λπ) και το κοινωνικό πλαίσιο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωσή της. Και κατάκτηση ταυτότητας δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τη σταθερή αποσαφήνιση των σχετικών ποιοτήτων.

Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν, με την εισβολή της στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα τις τελευταίες δεκαετίες, επιφόρτισε τον εφηβικό ψυχισμό με πληθώρα νέων δυνητικών ταυτοτικών αυτο-αναπαραστάσεων, που βρίσκονταν μάλιστα, το πιο συχνά, στον αντίποδα των αντιλήψεων της τοπικής-ελληνικής παράδοσης και επιβάρυνε έτσι την προσπάθεια να συγκεραστούν, όχι μόνο αντιθετικές όψεις του χαρακτήρα, αλλά και οι συγκρουόμενες πτυχές δύο διαφορετικών πολιτισμικών υποδειγμάτων.

Αρκεί να φανταστεί κανείς, παραδειγματικά, την κρίση στην ταυτότητα ενός εφήβου που καλείται να συγκεράσει και να αφομοιώσει την αρχή της ανεξιθρησκείας και της ανοχής που προτείνει η παγκοσμιοποίηση από την μιά, με την βαθιά θρησκευτικότητα της ελληνικής παράδοσης, από την άλλη. Αντίστοιχα, σε ότι αφορά στη σεξουαλικότητα ή ακόμη και στην επαγγελματική ταυτότητα, όπου ενώ η πλευρά της παγκοσμιοποίησης υπόσχεται κινητικότητα, εξέλιξη, δημιουργικότητα, δια βίου μάθηση και ενδιαφέρον, από την άλλη, η νεο-ελληνική κουλτούρα είναι συνυφασμένη με την δημοσιοϋπαλληλική ασφάλεια και απονοηματοδότηση,  ενώ προσφάτως παραπέμπει, μάλλον, στην… δια βίου ανεργία.

Έτσι κι αλλιώς, η παγκοσμιοποίηση, έχει σημαντικές ψυχολογικές συνέπειες και για τους ενήλικες καθώς, όπως επισημαίνει ο Arnett, «οδηγεί σε μετασχηματισμούς της ταυτότητας, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο σκέφτονται οι άνθρωποι για τον εαυτό τους σε σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον». Πόσο μάλλον, λοιπόν, όταν αυτή η ταυτότητα, που καλείται σε μεταμόρφωση από την παγκοσμιοποίηση, είναι μια εφηβική ταυτότητα που δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Πρόκειται για μια κλήση σε «μεταμόρφωση του μη-μορφοποιημένου», με ό,τι σύγχυση μπορεί να επιφέρει ακόμη και η λεκτική αυτή έκφραση.

Τι συνεπάγονται όλα αυτά;

(α) ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο αναπτύσσουν μια δια-πολιτισμική (bicultural) ταυτότητα, στην οποία ένα μέρος έχει τις ρίζες του στον τοπικό πολιτισμό, ενώ ένα άλλο μέρος πηγάζει από την επίγνωση της σχέσης τους με τον παγκόσμιο πολιτισμό, (β) ότι η διαπεραστικότητα της σύγχυσης των ταυτοτήτων μπορεί να αυξηθεί μεταξύ των νέων ανθρώπων και πως καθώς οι τοπικοί-εθνικοί πολιτισμοί αλλάζουν -για να ανταποκριθούν στην παγκοσμιοποίηση- μερικοί νέοι δεν βρίσκουν «καταφύγιο» ούτε στον τοπικό πολιτισμό ούτε στον παγκοσμιοποιητικό, (γ) ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν να διαμορφώσουν, μαζί με ομοϊδεάτες τους, αυτο-επιλεγμένους πολιτισμούς, διεκδικώντας μια ταυτότητα «αμόλυντη» από τον παγκόσμιο πολιτισμό και τις αξίες του, όπως και αντίθετα άνθρωποι που επιλέγουν να διαμορφώσουν «οικουμενικούς πολιτισμούς», «αμόλυντους» από την «καθυστέρηση» των τοπικών παραδόσεων…που δεν πέρασαν Διαφωτι(ζ)μό.

Αυτή μοιάζει να είναι μια νέα διαχωριστική γραμμή, «οικουμενιστών» vs «εθνο-τοπικιστών», που φαίνεται να υπερβαίνει τα εγνωσμένα μέχρι σήμερα σχήματα κοινωνικών αντιπαραθέσεων και τροφοδοτεί με ισχυρό δια-ομαδικό άγχος και απειλή και τα δύο «στρατόπεδα». Τα μπινελίκια που εκτοξεύθηκαν, ένθεν κακείθεν, τις προηγούμενες ημέρες αποδεικνύουν ακριβώς αυτό. Πίσω από τον διαχωρισμό «φασίστες» vs «εθνομηδενιστές», κρύβεται στην πραγματικότητα μια πολύ πιο σοβαρή ταυτοτική πόλωση, ως συνέπεια της σύγκρουσης του παγκοσμιοποιητικού πολιτισμικού υποδείγματος με τις τοπικές πολιτισμικές παραδόσεις.

Η ίδια σύγκρουση προκαλεί επιπρόσθετα την παράταση των εφηβικών ταυτοτικών αναζητήσεων, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στα πεδία του Έρωτα και της Εργασίας, επεκτείνοντας τη χρονική διάρκεια της εφηβείας κατά μία περίπου δεκαετία, σε αυτό που η επιστημονική κοινότητα ορίζει πλέον ως «αναδυόμενη ενηλικίωση» και φτάνει ως το τέλος της δεκαετίας των 20.

Αυτή η παρατεταμένη ταυτοτική σύγχυση, οδηγεί τους νέους σε ένα ταυτοτικό εκκρεμές που αφού κινηθεί, πιθανόν, για κάποιο διάστημα μεταξύ των δύο άκρων (παγκοσμιοποίηση-τοπική παράδοση) θα προσδεθεί στην συνέχεια με μπόλικο μειονεκτικό φανατισμό-ναρκισσισμό σε ένα από τα δύο. Στην πραγματικότητα, το άτομο δεν έχει δεσμευτεί ακόμη πλήρως και οριστικά σε καμιά ταυτότητα και γι’ αυτό η ταυτότητα του Άλλου είναι εξόχως απειλητική. Αρκεί να δει κανείς τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις πολλών γύρω μας, για να διαπιστώσει πόσοι Νεοέλληνες διερευνούν -ακόμη και κατά την διάρκεια της μέσης ηλικίας- και εξακολουθούν να αναζητούν τους στόχους της ταυτότητάς τους, επιδεικνύοντας, όπως οι έφηβοι, τόσο θετικές όσο και αντικοινωνικές συμπεριφορές ή δυσκολίες στις σχέσεις οικειότητας, που χαρακτηρίζονται από ένταση, συντομία και δυσκολία δέσμευσης.

Όπως εξηγεί ο Arnett, όλα αυτά φαίνεται να είναι συνέπειες της «δια-πολιτισμικής ταυτότητας» (bicultural), που βρίσκεται «εκατέρωθεν» ή και «στις δύο πλευρές» των πολιτισμικών αφηγήσεων, γι’ αυτό και οι αμφιθυμικές -τόσο θετικές όσο και αντικοινωνικές- συμπεριφορές, γι’ αυτό και οι δυσκολίες του σχετίζεσθαι.

Ίσως, από την άλλη, να οδηγούμαστε όχι τόσο σε μια δια-πολιτισμική ταυτότητα, όσο σ’ αυτό που αναφέρουν οι Hermans & Kempen, (1998) ως «υβριδική ταυτότητα», έναν συνδυασμό, δηλαδή, του τοπικού πολιτισμού με στοιχεία του παγκόσμιου πολιτισμού.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια διασταύρωση δυο «γενετικά», μάλλον, ανόμοιων πολιτισμικών παραδόσεων, ιδιαίτερα μάλιστα σε κοινωνίες, όπως η ελληνική, που δεν έχουν έντονη ατομοκεντρική (καπιταλιστική) παράδοση.

Η αλήθεια είναι, πως στην ελληνική μεταπολιτευτική κοινωνία, οι αξίες, οι ευκαιρίες, οι νέες ιδέες και ο ριζοσπαστισμός που οι έφηβοι θεώρησαν ότι έφερνε μαζί της η παγκοσμιοποίηση, υπονόμευσαν μάλλον τις αξίες των τοπικών παραδόσεων που ήταν κυρίαρχες -κατά το μάλλον ή ήττον- στις ταυτότητες των γονιών τους. Και μαζί με τις τοπικές παραδόσεις υπονομεύτηκαν συχνά και οι σχέσεις με τους ίδιους τους γονείς, στα πρόσωπα των οποίων προβλήθηκε-μεταβιβάστηκε –με την ψυχαναλυτική σημασία του όρου– η οπισθοδρόμηση και ο συντηρητισμός της ελληνικής παράδοσης. Ή και αντίστροφα, για να «προφυλαχθούν» οι οπισθοδρομικοί και συντηρητικοί γονείς υπονομεύτηκε η ίδια η σχέση με την ελληνική κοινωνία και την ελληνική ταυτότητα, ενάντια στην οποία προβλήθηκε-μεταβιβάστηκε η εφηβική επαναστατικότητα, επενδυμένη –στη συνέχεια, στην ενήλικη εκδοχή της– με τον μανδύα μιας ιδεολογικής αντισυστημικότητας, που βέβαια κατέρρεε εύκολα στα «πρώτα φράγκα» ή στην «πρώτη καρέκλα» που βρισκόταν στο διάβα της.

Όπως υποστηρίζει ο Arnett, «για μερικούς νέους, αυτή η απο-τοπικοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μια οξεία αίσθηση αλλοτρίωσης και παροδικότητας, καθώς θα μεγαλώνουν με ένα έλλειμμα πολιτισμικής βεβαιότητας, δηλαδή με ένα έλλειμμα αποσαφηνισμένων κατευθυντήριων γραμμών για το πώς αξίζει να ζήσουν τη ζωή τους και να ερμηνεύσουν την εμπειρία τους».

Και με τον τρόπο αυτό, κάποιοι έφηβοι ή «γέροντες έφηβοι» μπορεί να στραφούν υπεραναπληρωτικά προς την παγκοσμιοποιητική κουλτούρα, απορρίπτοντας τυφλά το σύνολο των τοπικών παραδόσεων, παριστάνοντας τους «οικουμενιστές» ή κάποιοι άλλοι, αντιστρόφως, να οχυρωθούν αμυντικά πίσω από την τοπική πολιτισμική παράδοση, καταγγέλλοντας την παγκοσμιοποίηση και παριστάνοντας τους φασίστες. Μόνο που όταν παριστάνει κανείς μια ταυτότητα για μεγάλο διάστημα στο τέλος παγιδεύεται, στον ίδιο τον μύθο του, και την υιοθετεί.

Μπροστά όμως, απ’ αυτήν την ταυτοτική εκκρεμότητα, την ευαλωτότητα και την μειονεκτικότητα που συνεπάγεται, θα προβάλλεται προς τα έξω ένας «πανίσχυρος» ναρκισσισμός βεβαιοτήτων πάσης φύσεως, ένα υποκατάστατο ταυτοτήτων που θα συγκρούονται, όλο και πολύ πλέον, στο κοινωνικό πεδίο-βάλτο προς όφελος βέβαια των επικυρίαρχων τάξεων και σε βάρος του Λαού.

Εν τέλει, το «μακεδονικό» είναι ακόμα μία έκφανση της βαθιάς υπαρξιακής-ταυτοτικής κρίσης, που διέρχεται η νεοελληνική κοινωνία. Και θα ακολουθήσουν και άλλες.

ΠΗΓΗ: 10-02-2018, https://www.thepressproject.gr/article/123801/Stous-kairous-tis-paratetamenis-efibeias-treis-pinakides-ekso-ap-ta-Skopia-stin-Makedonia

Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης γεννήθηκε στη Σητεία της Κρήτης και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Έχει βραβευτεί από το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρύθμισης για την καινοτομική μεθοδολογία του στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Η διδακτορική του διατριβή με θέμα τη Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Εργασίας… απορρίφθηκε «πανηγυρικά». Μετά την παραίτηση του από τον Δημόσιο Τομέα, προώθησε τις αντιλήψεις εξανθρωπισμού της οργάνωσης της εργασίας και του Κοινοτισμού ως νέου πολιτισμικού προτύπου, με δεκάδες σεμινάρια, διαλέξεις και άρθρα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την προσωποκεντρική συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία, σαν Σύμβουλος Προσωπικής Ανάπτυξης.