Ἕλληνες Πατέρες καί πρόσωπο

λληνες Πατέρες καί πρόσωπο

Του Φώτη Σχοινά*

Ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου εἶναι γέννημα καί θρέμμα τῆς πατερικῆς σκέψεως, ἄγνωστη στούς Ἕλληνες. Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει ὅτι « ννοια το προσώπου καθ’ αυτήν πήρξε πιθανς μεγαλύτερη χριστιανική συμβολή στή φιλοσοφία» (π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα ρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 1989, σ. 154). Βέβαια οἱ Πατέρες διήνυσαν πολύ δρόμο γιά νά φθάσουν στήν ἔννοια τοῦ προσώπου. Πρῶτα διέκριναν τήν οὐσία ἀπό τήν ὑπόσταση καί κατόπιν ἐταύτισαν τήν ὑπόσταση μέ τό πρόσωπο.

Ὅσον ἀφορᾶ τή θεολογία εἶναι γεγονός ὅτι μέχρι τούς Καππαδόκες Πατέρες οἱ Ἕλληνες Πατέρες στήν Ἀνατολή ταύτιζαν τήν πόσταση μέ τήν οσία γιά νά ἐκφράσουν ἐμφαντικά τό ὁμούσιον τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα. Ἐπί τοῦ προκειμένου γράφει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος Βλάχος: «Καί ἐδῶ ἀκριβῶς βλέπουμε τήν ὕπαρξη δύο “σχολῶν” στήν πατερική ὁρολογία. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἀλεξανδρινή   σχολή, ἡ ὁποία ταύτιζε τήν οὐσία μέ τήν ὑπόσταση-πρόσωπο, καί βάσει αὐτῆς τῆς ὁρολογίας καταρτίσθηκε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως στήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο, καί ἡ δεύτερη εἶναι ἡ καππαδοκική σχολή, ἡ ὁποία διέκρινε τήν ὑπόσταση ἀπό τήν οὐσία καί καθόρισε τίς ἀποφάσεις τῆς Δευτέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ταύτιζε στά ἔργα του τήν οὐσία μέ τήν ὑπόσταση. Ὁ ἴδιος, ἄλλωστε, συνετέλεσε στήν διατύπωση τῆς πίστεως στήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου στό Σύμβολο τῆς Πίστεως λέγεται: “Καί ες να Κύριον ησον Χριστόν, τόν Υόν το Θεο, γεννηθέντα κ το Πατρός μονογεν, τοτέστι κ τς οσίας το Πατρός”. Καί πρός τό τέλος καταδικάζονται ὅσοι ἔχουν ἐσφαλμένες ἰδέες, ὅπως ὅτι ὁ Υἱός “ξ τέρας ποστάσεως οσίας φάσκοντας  εναι”. Φαίνεται ἐδῶ ὅτι ἡ οὐσία ταυτίζεται μέ τήν ὑπόσταση, προφανῶς γιατί πρέπει νά τονισθῆ τό ὁμοούσιο τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα. Ἡ ταύτιση οὐσίας καί ὑποστάσεως γίνεται κυρίως ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο μέ σκοπό νά τονισθῆ ἡ ὁμοουσιότητα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ. Ἑπομένως χρησιμοποιεῖται μέ καθαρῶς ὀρθόδοξη ἔννοια, γιά νά πολεμηθῆ ἡ αἱρετική διδασκαλία ὅτι ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα καί δέν ἔχει τήν ἴδια οὐσία μέ τόν Πατέρα. Μ. θανάσιος, ποστηρίζοντας τήν πόφανση ατή τς Πρώτης Οκουμενικς Συνόδου, διατυπώνει τήν ποψη τι πόσταση καί οσία δηλώνουν τό διο πράγμα, ἀφοῦ καί τά δυό σημαίνουν τήν ὕπαρξη: “ δέ πόστασις καί οσία παρξις στιν”. Ἡ ὑπόσταση εἶναι οὐσία καί τό σημαινόμενό της εἶναι τό ὄν, πού ἑρμηνεύεται ὡς ὕπαρξη. Γράφει χαρακτηριστικά: “  πόστασις οσία στι, καί οδέν λλο σημαινόμενον χει ατό τό ν, περ ερεμίας παρξιν νομάζει λέγων· καί οκ κουσαν φωνήν πάρξεως”. Μάλιστα δέ ὁ Μ. Ἀθανάσιος κατηγορεῖ τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι τόλμησαν νά γράψουν “μή χρναι λέγειν οσίαν πόστασιν χει τόν Θεόν”. Φαίνεται σαφῶς ὅτι στήν διδασκαλία τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἡ ὑπόσταση ταυτίζεται μέ τήν οὐσία». (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, Τό πρόσωπο στήν ρθόδοξη παράδοση, Δ′ ἔκδοση, Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Λεβάδεια 2005, σελ. 206-207).

Ὅθεν ὡς πρός τήν παρατήρηση τοῦ Νεμό ὅτι ἡ  “ὑπόστασις”ἐταυτίζετο μέ τήν “οὐσία”, αὐτό ὄντως συνέβαινε μέχρι τούς Καππαδόκες Πατέρες. Ὁ Μ. Βασίλειος προβαίνει στήν διάκριση οὐσίας καί ὑποστάσεως, κατά τήν ὁποία ἡ ὑπόστασις δηλοῖ τό “ἰδιάζον” τῆς θεότητος, ἐνῶ ἡ οὐσία τό “κοινόν”αὐτῆς. Πολύ γενικά καί ὄχι ἀκριβολόγως μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ “ὑπόσταση” ταυτίζεται μέ τήν ἀριστοτελική “πρώτη οσία”, δηλ. τό καθ’ ἕκαστον, τό ἐπιμέρους, τό ἀτομικό  καί ἡ “οὐσία” μέ τήν ἀριστοτελική “δευτέρα οσία”, δηλ. τό καθόλου, τό γενικό. Μ. Βασίλειος θεωρε κεφαλαιώδους σημασίας τή διάκριση οσίας καί ποστάσεως γιά τήν ρθή κατανόηση το τριαδολογικο δόγματος, καί συγκεκριμένα γιά τήν ἀποφυγή τῆς σαβελλιανικῆς αἱρέσως. Στήν 236 ἐπιστολή μφιλοχί πισκόπ γράφει: «Ο δέ τατόν λέγοντες οσίαν καί πόστασιν ναγκάζονται πρόσωπα (ἐδῶ χρησιμοποιεῖ ὁ Μ. Βασίλειος τό ὄνομα «πρόσωπα» μέ τή Σαβελλιανή σημασία, δηλαδή τοῦ προσωπείου) μόνον μολογεν διάφορα, καί ν τ περιίστασθαι λέγειν τρες ποστάσεις, ερίσκονται μή φεύγοντες τό το Σαβελλίου κακόν, ς καί ατός πολλαχο συγχέων τήν ννοιαν πιχειρε διαιρεν τά πρόσωπα, τήν ατήν πόστασιν λέγων πρός τήν κάστοτε παρεμπίπτουσαν χρείαν μετασχηματίζεσθαι» (P.G.32 884 C). Μετάφραση (Παναγ. Χρήστου): «σοι δέ ταυτίζουν οσίαν καί πόστασιν, ναγκάζονται νά μολογήσουν διάφορα μόνον τά πρόσωπα καί, πειδή διστάζουν νά κάμουν λόγον περί τριν ποστάσεων, δέν κατορθώνουν νά ποφύγουν τό κακόν το Σαβελλίου, ποος πίσης, ν καί ες πολλά σημεα συγχέει τάς ννοίας, πιχειρε νά διακρίν τά πρόσωπα μέ βάσιν τήν ρχήν τι δία πόστασις μετασχηματίζεται σύμφωνα μέ τήν κάστοτε παρεμβαλλομένην νάγκην» (Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολή 236 μφιλοχί πισκόπ 6, μετάφρασις Παναγιώτου Κ. Χρήστου, ΕΠΕ, τόμος 1ος, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 177). Ὁ Μ. Βασίλειος χρησιμοποιεῖ, ὅπως εἴπαμε, στό ἀνωτέρω χωρίο τόν ὅρο «πρόσωπο» μέ τήν ἔννοια πού τήν χρησιμοποιοῦσε ὁ Σαβέλλιος ὡς κενή ὀντολογικοῦ περιεχομένου, μέ τήν ἔννοια δηλαδή τοῦ ἁπλοῦ-ψιλοῦ προσωπείου. Τοὐναντίον ὁ Μ. Βασίλειος προσδίδει ὀντολογικό περιεχόμενο στόν ὅρο ὑπόσταση» γιά νά ἐκφράσει τό «ἰδιάζον» ἑκάστου θείου προσώπου ἐν ἀντιθέσει μέ τό κοινόν τῆς οὐσίας: «Οσία δέ καί πόστασις ταύτην χει τήν διαφοράν ν χει τό κοινόν πρός τό καθ᾿ καστον, οον ς χει τό ζον πρός τόν δενα νθρωπον. Διά τοτο οσίαν μέν μίαν πί τς θεότητος μολογομεν, στε τόν το εναι λόγον μή διαφόρως ποδιδόναι· πόστασιν δέ διάζουσαν, ν᾿ σύγχυτος μν καί τετρανωμένη περί Πατρός καί Υο καί γίου Πνεύματος ννοια νυπάρχ»(Μ. Βασιλείου, Ἐπιστ. 236, Τ μφιλοχί, Ρ.G. 32, 884 Α). Μετάφραση (Παναγ. Χρήστου): «Οσία δέ καί πόστασις χουν τήν δίαν διαφοράν πού χει τό κοινόν πρός τό πί μέρους· παραδείγματος χάριν, πού χει τό ζον νθρωπος πρός τόν τάδε νθρωπον. Διά τοτο ες τήν θεότητα μολογομεν οσίαν μέν μίαν, οτως στε ρισμός τς πάρξεώς της νά μή διαφοροποιται, πόστασιν δέ χωριστήν κατά πρόσωπα, διά νά νυπάρχ ες μς σύγχυτος καί καθαρά ννοια περί το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος» (Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολή 236 μφιλοχί πισκόπ 6, μετάφρασις Παναγιώτου Κ. Χρήστου, ΕΠΕ, τόμος 1ος, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 175-177). Μάλιστα σέ μία ἄλλη ἐπιστολή Πρός τούς λογιωτάτους τς Νεοκαισαρείας (P.G. 32, 776 B-C) σχετικῶς μέ τήν ἴδια διάκριση οὐσίας καί ὑποστάσεως γράφει: «Ε γάρ εδέναι χρή τι σπερ τό κοινόν τς οσίας μή μολογν ες πολυθεΐαν κπίπτει, οτως τό διάζον τν ποστάσεων μή διδούς ες τόν ουδαϊσμόν ποφέρεται». Μετάφραση (Παναγ. Χρήστου): «Πρέπει δέ νά γνωρίζ κανείς τι, πως κενος πού δέν παραδέχεται τήν κοινότητα τς θείας οσίας, κπίπτει ες πολυθεΐαν, οτω καί πορρίπτων τήν διάκρισιν τν ποστάσεων δηγεται ες τόν ουδαϊσμόν» (Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολή 210, Τος κατά Νεοκαισαρείαν Λογιωτάτοις 5,μετάφρασις Παναγιώτου Κ. Χρήστου, ΕΠΕ, τόμος 3ος, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 187). Μάλιστα σχετικά μέ τό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ πολύ διαφωτιστική εἶναι ἡ λη’ἐπιστολή Γρηγορί δελφ περί διαφορς οσίας καί ποστάσεως (P.G. 32, 325 BC-328 A) τοῦ Μ. Βασιλείου: «Πάντων τν νομάτων τά μέν πί πλειόνων καί τ ριθμ διαφερόντων λεγόμενα πραγμάτων καθολικωτέραν τινά τήν σημασίαν χει, οον νθρωπος. γάρ τοτο επών, τήν κοινήν φύσιν διά το νόματος δείξας, ο περιέγραψε τ φων τόν τινά νθρωπον, τόν δίως διά το νόματος γνωριζόμενον. Ο γάρ μλλον Πέτρος νθρωπος στιν, καί νδρέας, καί ωάννης, καί άκωβος. ον κοινότης το σημαινομένου, μοίως πί πάντας τούς πό τό ατό νομα τεταγμένους χωροσα, χρείαν χει τς ποδιαστολς, δι’ ς ο τόν καθόλου νθρωπον, λλά τόν Πέτρον τόν ωάννην πιγνωσόμεθα. Τά δέ τν νομάτων δικωτέραν χει τήν νδειξιν, δ’ς οχ κοινότης τς φύσεως νθεωρεται τ σημαινομέν, λλά πράγματος τινός περιγραφή, μηδεμίαν χουσα πρός τό μογενές, κατά τό διάζον, τήν κοινωνίαν, οον Παλος, Τιμόθεος. Οκέτι γάρ τοιαύτη φωνή πί τό κοινόν τς φύσεως φέρεται, λλά χωρίσασα τς περιληπτικς σημασίας, περιγεγραμμένων τινν πραγμάτων μφασιν διά τν νομάτων παρίστησι. ταν ον δύο καί πλειόνων  κατά τό ατό ντων, οον Παύλου καί Σιλουανο καί Τιμοθέου, περί τς οσίας τν νθρώπων ζητται λόγος· οκ λλον τις ποδώσει τς οσίας πί το Παύλου λόγον, τερον δέ πί το Σιλουανο, καί λλον πί το Τιμοθέου· λλά δι’ ν ν λόγων οσία το Παύλου δειχθ, οτοι καί τος λλοις φαρμόσουσι· καί εσιν λλήλοις μοούσιοι, ο τ ατ λόγ τς οσίας πογραφόμενοι.πειδάν δέ τις, τό κοινόν μαθών, πί τά διάζοντα τρέψ τήν θεωρίαν, δι’ν χωρίζεται τό τερον το τέρου, οκέτι κάστου γνωριστικός λόγος τ περί το λλου διά πάντων συνενεχθήσεται, κν ν τισι ερεθ τό κοινόν χων. Τοτο τοίνυν φαμέν τό δίων λεγόμενον τ τς ποστάσεως δηλοσθαι ρήματι». Μετάφραση (Ντίνας Σαμοθράκη): «Τά νόματα, τά ποα ναφέρονται σέ πολλά καί διαφορετικά ς πρός τόν ριθμό πράγματα, χουν καθολικώτερη σημασία· πί παραδείγματι λέξη νθρωπος. Μ’ ατήν δείχνομε τήν κοινή φύση, δέν περιγράφομε κάποιον συγκεκριμένο νθρωπο, ποος γνωρίζεται καί ξεχωρίζεται πό τό νομά του. Πέτρος λοιπόν δέν εναι περισσότερο νθρωπος πό τόν νδρέα, τόν ωάννη τόν άκωβο. κοινή ννοια σχύει μοίως γιά λους τούς κατατασσομένους κάτω πό τό διο νομα, γι’ ατό καί χει νάγκη σημείου διακριτικο, διά το ποίου ναγνωρίζομε χι τόν νθρωπο γενικς, λλά τόν Πέτρο τόν ωάννη συγκεκριμένα. Τά νόματα πάλι δείχνουν κάτι εδικώτερο· δέν ξετάζομε δηλαδή τήν κοινότητα τς φύσεως το νομαζομένου, λλά περιγράφομε συγκεκριμένο πργμα· περιγραφή ατή κατ’οδένα τρόπο κοινωνε μέ τό κοινό γένος βάσει το διάζοντος χαρακτηριστικο, π.χ. Παλος Τιμόθεος. Τά νόματα ατά δέν ναφέρονται πλέον στήν κοινή φύση λλά ξεχωρίζουν πό τήν σημασία, ποία τά περιλαμβάνει λα, κάποια συγκεκριμένα πράγματα καί τά παρουσιάζουν μφαντικά. ταν λοιπόν μιλμε γιά δύο περισσοτέρους νθρώπους μαζί, π.χ. τόν Παλο, τόν Σιλουανό καί τόν Τιμόθεο, προσπαθομε νά ρίσουμε τήν οσία το γένους “νθρωπος”. ταν πρόκειται περί τς οσίας δέν θά νομάση κανείς λλις τόν Παλο, λλις τόν Σιλουανό κι λλις τόν Τιμόθεο. Ο διοι λόγοι, μέ τούς ποίους θά δείξωμε τήν οσία το Παύλου, θά σχύουν καί γιά τούς λλους· ατοί λοιπόν πού κατατάσσονται στόν διο ρισμό τς οσίας εναι μεταξύ τους μοούσιοι. ταν κάποιος, φο μάθη τό κοινό τους γένος, ρχίζη νά ξετάζη τά διαίτερά των  χαρακτηριστικά, διά τν ποίων χωρίζεται νας πό τόν λλον, τότε πλέον τό νομα διά το ποίου καστος γνωρίζεται δέν θά συγχέεται μέ τό νομα το λλου, κόμη κι ν βρεθον κοινά χαρακτηριστικά σέ κάποιες περιπτώσεις. δού λοιπόν τί ννο: Τό συγκεκριμένο δηλώνεται μέ τήν λέξη πόστασις» (Πανόραμα το προσώπου, συλλογικό ἔργο, μετάφραση Μαβίνας Παντζαρᾶ καί Ντίνας Σαμοθράκη, γενική ἐπιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη, Μοῦσες, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2000, σελ. 9-10). Συγκαιφαλεοντες λέγουμε τι πόσταση δηλο τό τομικό, τό ριθμητικά να, ν οσία τό γενικό, τό κοινόν.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη «ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ἀναφέρει εἰς τό περί Ἁγίας Τριάδος ἔργον του τήν διάκρισιν αὐτήν μεταξύ οὐσίας καί ὑποστάσεων, ἀλλά ὁμολογεῖ, ὅτι δέν τήν κατανοεῖ καί δέν δύναται νά ἐξηγήσῃ διατί οἱ Ἕλληνες κάμνουν τήν διάκρισιν αὐτήν» (Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τς ρθοδόξου Καθολικς κκλησίας, τόμος Α’, ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983, σελ.  95).

Κατά τόν Χρ. Γιανναρᾶ ὁ Γρηγόριος Νύσσης θά προβεῖ στήν ἐννοιολογική ταύτιση ὑποστάσεως καί προσώπου. (Χρήστου Γιανναρᾶ, Τό πρόσωπο καί ρως, τέταρτη ἔκδοση, ἐκδόσεις  Δόμος, Ἀθήνα 1987, σελ. 33). Κατά τόν Μητοπολίτη Ναυπάκτου Ἱερόθεο ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος θά ταυτίσει τήν ὑπόσταση μέ τό πρόσωπο. (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ἔνθ. ἀν., σελ. 71 κ. ἑ.).  Γιά τήν βαθιά τομή πού ἐπέφερε στήν Ἑλληνική σκέψη ὁ ταυτισμός αὐτός ὁ Σεβασμιώτατος π. Ἰωάννης Ζηζιούλας γράφει: «Ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου εἰς τό ἀπόλυτον καί ὀντολογικόν περιεχόμενόν της γεννᾶται ἱστορικά μέσα ἀπό τήν προσπάθειαν τῆς Ἐκκλησίας νά ἐκφράση ὀντολογικά τήν πίστιν της εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν. Ἡ πίστις αὐτή ἦτο παλαιά ‒ἀνάγεται εἰς τούς πρώτους ἤδη χρόνους‒ καί παρεδίδοτο ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν μέ τήν πρᾶξιν τοῦ Βαπτίσματος. Ἡ διαρκῶς καί βαθυτέρα ὅμως  ἐπαφή τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμόν ἔθετε ὀξύ τό πρόβλημα τῆς ἑρμηνείας τῆς πίστεως αὐτῆς κατά τρόπον πού νά ἱκανοποιῆ τήν σκέψιν τῶν Ἑλλήνων. Τί σημαίνει τι Θεός εναι Πατήρ, Υός καί Πνεμα, χωρίς νά παύη νά εναι νας Θεός; Ἡ ἱστορία τῶν συζητήσεων πού διεξήχθησαν ὡς πρός τό μέγα αὐτό θέμα δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ λεπτομερῶς. Ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ἔχει σημασίαν εἶναι ὅτι ἡ ἱστορία αὐτή περιλαμβάνει ἕνα φιλοσοφικόν ὁρόσημον, μίαν ἐπανάστασιν εἰς τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν. Ἡ ἐπανάστασις αὐτή ἐκφράζεται ἱστορικά μέ ἕνα   ταυτισμόν: τόν ταυτισμόν τς “ποστάσεως” μέ τό “πρόσωπον”» (Ἰωάννου Ζηζιούλα, “Ἀπό τό προσωπεῖον στό πρόσωπον. Ἡ συμβολή τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τήν ἔννοιαν τοῦ προσώπου” στό Χαριστήρια ες τιμήν το μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, πατριαρχικόν Ἵδρυμα Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1977, σελ.294).

Κατά τόν Σεβασμιώτατο π. Ἰωάννη Ζηζιούλα στήν Ρωμαϊκή  σκέψη «ὁ ὅρος  persona σημαίνει “ρόλον”, ὁ ὁποῖος διαδραματίζεται εἴτε εἰς τό θέατρον εἴτε εἰς τήν κοινωνικήν ζωήν» (Ἰωάννου Ζηζιούλα, ἐνθ. ἀν., σελ. 292.). Δηλαδή ὁ ὅρος “persona” εἶναι κενός ὀντολογικοῦ περιεχομένου καί ταυτίζεται μέ τό ἑλληνικόν προσωπεῖον. Εἰσήχθη στήν Τριαδολογία ἀπό τήν Λατινική Πατερική σκέψη διότι ἡ Λατινική δέν διέθετε ἀντίστοιχο ὅρο-λέξη γιά νά ἀποδώσει τόν ἑλληνικό ὅρο “ὑπόστασις”. Ὁ ὅρος “ὑπόστασις” ἀποδιδόταν στά Λατινικά ὡς “substantia”, δημιουργώντας ὅμως σύγχυση μέ τήν ἀπόδοση τοῦ ὅρου “οὐσία”, καθότι αὐτή ἀποδιδόταν στά Λατινικά ἄλλοτε ὡς “essentia” καί ἄλλοτε ὡς “substantia”. Ἔτσι πρός ἀποφυγή τῆς συγχύσεως χρησιμοποιήθηκε ἡ λέξη “persona” πρός ἀπόδοση τῆς ἑλληνικῆς λέξεως “ὑπόστασις”. Ἀπό τούς Λατίνους παρελήφθη καί χρησιμοποιήθηκε ἡ λέξη “πρόσωπον” στήν Τριαδολογία ἀπό τούς Ἕλληνες Πατέρες (Τοῦτο τοὐλάχιστον ὑποστηρίζει ὁ Φ. Νεμό, τό ὁποῖο ὅμως δέν εἶναι ὀρθό ὅπως θά δοῦμε κατωτέρω). Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται νά ἔχει ἔχει δίκιο ὁ Φ. Νεμό ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ λέξη “persona”καί ἡ μεταγραφή της “πρόσωπο” πρωτοχρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς Λατίνους Πατέρες. Ὅμως τήν οἰκοδομή τῆς ἐννοίας, τήν σύσταση τοῦ σημαινομένου, ἔκαμαν πρῶτοι οἱ Ἕλληνες Πατέρες (Βλ. Ζάν Ντανιελού,  ννοια το προσώπου στούς λληνες Πατέρες στό Πανόραμα το προσώπου, συλλογικό ἔργο, μετάφραση Μαβίνας Παντζαρᾶ καί Ντίνας Σαμοθράκη, γενική ἐπιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη, Μοῦσες, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2000, σελ. 71-81) χρησιμοποιώντας τήν λέξη, τό σημαῖνον “πόστασις”. Τό σημαῖνον “persona” καί ἀκατάλληλο καί ἀνεπαρκές ἦταν, ἐπειδή σήμαινε τήν σημαινομένη ἔννοια “ρόλος” στό θέατρο ἤ στήν κοινωνική ζωή. Ὅτι ἦταν καί ἀκατάλληλος καί ἀνεπαρκής ὑποστηρίζει καί ὁ Σεβ. π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς (Βλ. τό μόλις κατωτέρω καταχωριζόμενο ἐδάφιο ἀπό τό βιβλίο Χριστός, ρχή καί τέλος, Ἀθῆναι 1983τοῦ π. Ἀθανασίου Γιέβτιτς). Βέβαια τελικά ἐπεκράτησε ὁ ὅρος “πρόσωπο”. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ προτιμᾶ τόν ὅρο “πόστασις”: «Προτιμῶ τόν ὅρον “ὑπόστασις” ὡς δηλοῦντα τό ὄντως ὄν, τό κείμενον εἰς θεμέλιον παντός τοῦ εἶναι» (Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ψόμεθα τόν Θεόν καθώς στι, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1992, σελ. 294). Σημειωτέον ἀκόμη ὅτι ὁ καθηγητής Σπ. Τσιτσίγκος ἔχει γράψει ἄρθρο, ἀνηρτημένο στό Ἀντίφωνο, μέ τόν τίτλον: «Πρός τούς ἀκρίτως ταυτίζοντας Πρόσωπο καί Ὑπόσταση στήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική Θεολογία».

Παρ’ὅλα αὐτά ὅμως ὁ Πιέρ Ἁντό ἀναφέρει ὅτι τήν λέξη “persona” χρησιμοποίησε ὁ Τερτυλλιανός, ὁ ὁποῖος ἐπηρεάσθηκε ἀπό τόν Ἱππόλυτο, πού χρησιμοποιεῖ τή λέξη “πρόσωπον” (Πιέρ Ἁντό, πό τόν Τερτυλλιανό στόν Βοήθιο. νάπτυξη τς ννοίας το προσώπου μέσα πό τίς θεολογικές διαμάχεςστό Πατέρες στό Πανόραμα το προσώπου, συλλογικό ἔργο, μετάφραση Μαβίνας Παντζαρᾶ καί Ντίνας Σαμοθράκη, γενική ἐπιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη, Μοῦσες, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2000, σελ. 56). Ὁμοίως καί ὁ Ζάν Ντανιελού ἀναφέρει ἕνα χωρίο τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τήν λέξη “πρόσωπον” γιά τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Τό χωρίον τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας εἶναι τό κάτωθι: « μέν θεός καί πατήρ τν λων χώρητός στιν καί ν τόπ οχ ερίσκεται… δέ λόγος ατο,  δι’ο τά πάντα πεποίηκεν, δύναμις ν καί σοφία ατο, ναλαμβάνων τό πρόσωπον το πατρός καί κυρίου τν λων, οτος παρεγίνετο ες τόν παράδεισον ν προσώπ το θεο καί μίλει τ δάμ» (Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Ατόλυκον, Β’, 22). Βέβαια στήν ἀνωτέρω περίπτωση ὁ Θεόφιλος Ἀντιοχείας (προφανῶς καί ὁ Ἱππόλυτος) δέν χρησιμοποιεῖ τήν λέξη “πρόσωπον” μέ ὀντολογικό περιεχόμενο. Εἶναι ὅμως σαφές ὅτι ἡ λέξη “πρόσωπον” χρησιμοποιήθηκε κατά πρῶτον ἀπό τούς πρώιμους Ἕλληνες Πατέρες καί ὄχι ἀπό τούς Λατίνους, καίτοι οἱ μεταγενέστεροι Ἕλληνες Πατέρες προτιμοῦν τήν λέξη “ὑπόστασις”.

Τώρα ἔχουν γραφεῖ πολλά γιά τήν περιλάλητη προσωποκρατία τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς καί τήν οὐσιοκρατία τῆς Λατινικῆς Δύσεως. Εἶναι γεγονός ὅτι στούς Ἕλληνες Πατέρες δέν ὑπάρχει προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἤ τῆς οὐσίας ἀλλά συμπροτεραιότητα τοῦ προσώπου καί τῆς οὐσίας. (Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ἔχει γράψει τεκμηριωμένη ἀνάλυση ὁ π. Νικόλαος Λουδοβίκος στό βιβλίο του Ο τρόμοι το προσώπου καί τά βάσανα το ρωτα, ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 2009, στό ὁποῖο καί παραπέμπουμε τόν ἀναγνώστη πρός ἔγκυρη ἐπί τοῦ θέματος ἐνημέρωση). Ὅταν ἤθελαν νά τονίσουν τήν ἑνότητα στήν ἁγία Τριάδα ἔδιναν ἔμφαση στήν οὐσία, ἀλλά καί στή “μοναρχία” τοῦ Πατρός, ὅταν ἤθελαν νά τονίσουν τήν διάκριση στήν ἁγία Τριάδα ἔδιναν ἔμφαση στίς ὑποστάσεις/πρόσωπα. Εἶναι γεγονός ὅμως ὅτι οἱ Ἕλληνες Πατέρες ἔμειναν σταθερά ριζωμένοι στόν Βιβλικό περσοναλισμό καί ὅταν ἀναφέρονταν στό θεῖον τόνιζαν τίς μαρτυρούμενες ἀπό τή Γραφή τρεῖς ὑποστάσεις, τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς ἦσαν πλησιέστερα στόν Βιβλικό περσοναλισμό  ἀπ’ ὅ,τι στόν  ἀφηρημένο ἀρχαιοελληνικό φιλοσοφικό  ἐσσενσιαλισμό κατ’ἀντίθεσιν πρός τούς Δυτικούς Πατέρες. Οἱ Λατίνοι Πατέρες ξεκινοῦσαν ἀπό τήν ἀφηρημένη θεία «οὐσία» καί κατόπιν ἀνάγονταν στά τρία θεῖα πρόσωπα.

Ὁ Σεβασμιώτατος π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς γράφει συναφῶς: «Ες τήν Δύσιν πρχε τότε καί ργότερα κάποια τάσις τς λατινικς θεολογικς σκέψεως πρός να μονισμόν (unitarismus), πρός μίαν μονόπλευρον πογράμμισιν καί τονισμόν περισσότερον τς νότητος παρά τς τριαδικότητος ν τ Θε. Ες τήν προσέγγισιν το μυστηρίου το Θείου Εναι δυτική θεολογική σκέψις ξεκίνει συχνότατα πό τήν νότητα τς φύσεως το Θεο, πό τήν μίαν οσίαν (unasubstantia) τς Θεότητος, καί τοτο ξρεν ες τήν πρώτην θέσιν, καί μόνον κατόπιν τούτων μίλει διά τρία πρόσωπα (trespersonae),ν γνωρίζομεν τι κφρασις ατή δέν το κατάλληλος οτε παρκής… Ες τήν νατολήν τό φετηριακόν σημεον τς θεολογίας περί Τριάδος το πόστασις το Θεο Πατρός, δι’ατό θεολογική προοπτική το τριαδική, τρισυπόστατος, δηλαδή βιβλική, προσωπική προοπτική, που ς σημεον τς πίστεως καί τς θεολογίας τς κκλησίας χρησίμευεν προσωπική το Θεο ποκάλυψις, ποστατική καί ατουργική, πως λέγουν ο Πατέρες, φανέρωσις το Υο το Θεο ν σαρκί… Δι’λα δέ ατά δικαίως λέχθη καί διεπιστώθη κ μέρους πολλν θεολόγων καί πατρολόγων, τι νατολή ες τήν Τριαδικήν της θεολογίαν ξεκίνει προπαντός κ τς μολογίας τν Τριν Θείων ποστάσεων, καί κατόπιν τούτου πεστήριζε καί βεβαίωνε τήν διαίρετον νότητα ατν» (Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Χριστός, ἀρχή καί τέλος, Ἀθῆναι 1983, σσ. 207-214).

Ὁμοίως ὁ Ρωμαιοκαθολικός π. De Régnon γράφει: « λατινική φιλοσοφία ξεκιν πό τήν θεώρηση τς φύσεως καθ’ αυτήν καί φτάνει στό ργανο (τό πρόσωπο)∙ λληνική φιλοσοφία θεωρε πρτα τό ργανο καί στερα εσδύει, γιά νά νακαλύψει τήν φύση. Λατνος θεωρε τήν προσωπικότητα σάν να τρόπο τς φύσεως, λληνας θεωρε τή φύση ς τό περιεχόμενο το προσώπου. τσι Δύση ξεκιν πό τή μία φύση, γιά νά θεωρήσει στή συνέχεια τά Τρία Πρόσωπα∙ νατολή ξεκιν πό τά Τρία Πρόσωπα, γιά νά θεωρήσει πειτα τή μία φύση» (Παράθεμα πό τό Paul Eudokimov, Τό γιο Πνεμα στήν ρθόδοξη παράδοση, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 59-60).

Ὁμοίως καί ὁ Πιέρ Ἁντό «Πολύ συχνά, χωρίς μφιβολία, ντιπαραθέτουμε τίς ντιλήψεις περί Τριαδικότητος πού εχαν ο λληνες Πατέρες καί ο λατνοι Πατέρες. Ο πρτοι ξεκινοσαν πό τά πρόσωπα ποστάσεις καί κατόπιν ναγνώριζαν τήν νότητά τους, ν ο δεύτεροι ξεκινοσαν πό τήν νότητα τς φύσεως γιά νά καταλήξουν στά πρόσωπα» (Πιέρ Ἁντό, ἔνθ. ἀν.,σελ.61).

Ἔχοντας ἡ λατινική Τριαδολογία ὡς ἀφετηρία τήν ἑνότητα τῆς φύσεως/οὐσίας μοιραίως κατέληξε στήν «δυαρχία» Πατρός καί Υἱοῦ (ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἀνατολική «μοναρχίαν» τοῦ Πατρός) καί δι’αὐτῆς στό Filioque: ἀφοῦ τό Ἅγιον Πνεῦμα προΐεται ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός καί ὁ Υἱός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα (θέσεις βέβαια γιά τίς ὁποῖες δέν θά εἶχαν ἀντίρρηση οἱ Καππαδόκες Πατέρες), γιατί νά μή εἶναι καί ὁ Υἱός πηγή τῆς ὑπαρκτικῆς προόδου τοῦ Ἀγίου Πνεύματος; (Θέση ἐντελῶς ἀπαράδεκτη ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Τριαδολογία).

Κατά τούς λληνες Πατέρες θεογόνος πηγή ν τ γί Τριάδι εναι μόνο τό νούσιον πρόσωπο/πόσταση το Πατρός. Ὁ Πατήρ προαιωνίως προΐησι γεννητῶς τήν ἐνούσιον ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ καί ἐκπορευτῶς τήν ἐνούσιον ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Πατήρ εἶναι ἡ ἀναίτιος καί ἀγέννητος ὑπόσταση/πρόσωπο, ὁ Υἱός εἶναι ἡ αἰτιατή καί γεννητή ὑπόσταση/πρόσωπο καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ἡ αἰτιατή καί ἐκπορευτή ὑπόσταση/πρόσωπο. Ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα προΐενται ὁ μέν γεννητῶς, τό δέ ἐκπορευτῶς ἀπό τόν Πατέρα. Τοῦτο ὅμως οὐδόλως σημαίνει ὅτι οἱ δύο αἰτιατές ὑποστάσεις, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι −ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, καταχρηστικῶς τήν χρησιμοποιοῦμε− «ἀδέλφια». Διότι ἄλλος τρόπος ὑπάρξεως εἶναι τό γεννητόν τοῦ Υἱοῦ καί ἄλλος τρόπος ὑπάρξεως τό ἐκπορευτόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὡς πρός τήν πάγια θέση τῶν Ἕλλήνων Πατέρων νά τονίζουν, πιστοί στόν Βιβλικό περσοναλισμό, τήν “προτεραιότητα” τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος χαρακτηριστικό εἶναι τό ἑξῆς χωρίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Καί τ Μωυσ χρηματίζων Θεός οκ επεν “γώ εμί οσία”, λλ’ “γώ είμί ν”·ο γάρ κ τς οσίας ν, λλ’κ το ντος οσία· ατός γάρ ν λον ν αυτ  συνείληφε τό εναι» (Γρηγορίου Παλαμᾶ, πέρ τν ερς συχαζόντων   3, 2, 12, ΕΠΕ, τόμος 2, Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 668). Θά σημειώσουμε καί τήν ἑρμηνεία τοῦ ἀνωτέρω παλαμικοῦ χωρίου ἀπό τόν Σεβασμιώτατο π. Ἀθανάσιο Γιέβτιτς: «κενο πού δ προέχει εναι βιβλική, προσωπική ντολογία περί το Ζντος καί ληθινο Θεο, ποος δέν προσδιορίζεται πό τίποτε λλο, οτε κν πό τήν δια τή φύση οσία Του, λλ’εναι ατός ς Πρόσωπον, ς προσωπική παρξις, ς θεία πόστασις, πού περιέχει τήν οσία καί τήν φύση τς Θεότητος. Τό Πρόσωπον το Θεο, κατά τό προαναφερθέν χωρίον το γίου Παλαμ, δέν εναι “προϊόν” τς Θεότητος, τς θείας φύσεως, λλά εναι κριβς ν, ς θεον Πρόσωπον, τό ποον “νυποστασιάζει”, δηλαδή ποστατικοποιε τή Θεία Φύσι Του καί τς δίνει “τόν τρόπον τς πάρξεως” (τό νά φίσταται πραγματικά, συγκεκριμένα καί προσωπικά)» (Γιέβτιτς Ἀθανασίου, Φς λαρόν, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1991, σελ. 135).

Ὁμοίως στήν Χριστολογία οἱ Ἕλληνες Πατέρες ἐτόνιζαν τήν ἑνότητα τοῦ θεανδρικοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ Λατίνοι τήν δυαδικότητα τῶν φύσεων τοῦ Χριστοῦ, τῆς θείας καί τῆς ἄνθρωπίνης. Ὡς γνωστόν ἡ σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος τό 451 μ.Χ. εἶχε θεσπίσει τό ὅρο «μία ὑπόσταση/πρόσωπο καί δύο φύσεις/οὐσίες» γιά τόν Χριστό. Ἡ Ἑλληνική Ἀνατολή ἔδιδε ἔμφαση στήν ἑνικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἡ Λατινική Δύση στήν δυαδικότητα τῶν φύσεων.

Ἐξ ὅλων τῶν ἀνωτέρω, χωρίς νά ἀμφισβητοῦμε τό κῦρος καί τήν εὐρυμάθεια τοῦ Φιλίπ Νεμό φέρουμε μερικές ἐνστάσεις στίς προαναφερθεῖσες ἀπόψεις του, ὅτι δηλαδή τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς ἔννοια διαμορφώθηκε ἀπό τό Ρωμαϊκό ἰδιωτικό δίκαιο, τή Ρωμαϊκή λογοτεχνία καί τέχνη καί ἀπό τούς Λατίνους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Βλ. Τό ἄρθρο μας Τό Ρωμαϊκό ἰδιωτικό καί τό ἀνθρώπινο πρόσωπο). Ἐπίσης διαπιστώνουμε (ἀπό τό παρόν ἄρθρο καί τήν συναφῆ σειρά τῶν ἄρθρων Πολιτική καί πρόσωπο, Τέχνη καί πρόσωπο, Σωκράτης καί πρόσωπο, Πλάτων καί πρόσωπο, Ἀριστοτέλης καί πρόσωπο) ὅτι καί ἡ συμβολή τῶν Ἑλλήνων, τῶν ἀρχαίων ἀλλά κυρίως τῶν Χριστιανῶν Πατέρων, δέν ἦταν ἀμελητέα καί ἀναξία λόγου στή διαμόρφωση τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου.

 Εικόνα: Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Από την περιοχή του Νόβγκοροντ, στη Ρωσία.

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 03 Οκτώβριος 2017, Aντίφωνο.

* Ο Φώτης Σχοινάς είναι συνταξιούχος φιλόλογος εκπαιδευτικός και πρώην σχολικός σύμβουλος.

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τΜτΒ.

Συνέχεια από το: «Φιλοσοφία καί πρόσωπο (Πλάτων καί πρόσωπο) μέρος Β’».