«Αναμνήσεις συμμετρίας»: Η ευστάθεια της αβεβαιότητας

Η ευστάθεια της αβεβαιότητας*

Του Γιάννη Στρούμπα

Είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε ένας και μοναδικός ή μήπως υπάρχουν κι άλλα, παράλληλα σ’ αυτόν σύμπαντα; Ο τρόπος ύπαρξης των πραγμάτων είναι ο αντιληπτός από τις ανθρώπινες αισθήσεις ή κάποιος διαφορετικός, δεδομένου πως οι αισθήσεις υπόκεινται σε πλάνες; Τα ερωτήματα απασχολούν την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την τέχνη. Από μια μικτή σκοπιά τα εξετάζει ο πρωτοεμφανιζόμενος Κομοτηναίος λογοτέχνης, μαθηματικός στο επάγγελμα, Ανδρέας Λύκος, στο μυθιστόρημά του «Αναμνήσεις συμμετρίας». Συνδυάζοντας τα πορίσματα των μαθηματικών με τους απορρέοντες προβληματισμούς από την τέχνη της ζωγραφικής και, συγκεκριμένα, από τους πίνακες του Ολλανδού ζωγράφου Μάουριτς Κορνέλις Έσερ (1898-1972), ο Λύκος αναπτύσσει τη δική του λογοτεχνική εκδοχή αναφορικά με τα όντα, τον χώρο που τα περιβάλλει και τις βεβαιότητες ή τις αβεβαιότητες που εμπερικλείουν οι όποιες, κάθε φορά, απαντήσεις επί του θέματος. Όταν μάλιστα οι απαντήσεις αυτές είναι κι εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους, σχηματίζουν, παρά τη φαινομενική τους ασυμβατότητα, μωσαϊκά με σχέδια συμμετρικά.

Ο Θωμάς Ιωάννου, καθηγητής μαθηματικός, παρατηρώντας στο μουσείο του Έσερ στη Χάγη τον πίνακα «Πινακοθήκη», ενσωματώνεται στο απεικονιζόμενο στον πίνακα αστικό τοπίο της ιταλικής πόλης Ατράνι, όπου ο Έσερ συνήθιζε για πολλά χρόνια να περνά τις διακοπές του. Συναντιέται μάλιστα με τον ίδιο τον ζωγράφο, ενώ γνωρίζει και τη φίλη εκείνου, τη Ραφαέλα Μπελσίνι, από το ημερολόγιο της οποίας γίνεται γνωστή η περιπέτεια η δική της και του καθηγητή μέσα στον ζωγραφικό πίνακα! Η Ραφαέλα, όπως κι ο Θωμάς, δεν είναι πρόσωπο καταγόμενο από τον κόσμο του ζωγραφικού πίνακα, αλλά βρέθηκε επίσης μέσα του όταν παρακολουθούσε στη Ρώμη μία έκθεση με έργα του Έσερ.

Η μετάβαση των ηρώων σε μια διαφορετική διάσταση, οριζόμενη από το καλλιτεχνικό έργο του Έσερ, δεν είναι το μόνο παράδοξο γεγονός του μυθιστορήματος. Οι παραδοξότητες συνεχίζονται κι εντός της νέας διάστασης, εξακολουθώντας να τροφοδοτούνται από το έργο του ζωγράφου. Ο Θωμάς και η Ραφαέλα, περιηγούμενοι στο Ατράνι, συνειδητοποιούν ότι τα αξιοθέατά του φέρουν το ίδιο όνομα με τους πίνακες του Έσερ. Η γνωριμία τους με το έργο του ζωγράφου, λοιπόν, πραγματοποιείται πια σε τρισδιάστατο χώρο, κι όχι απλώς στις δύο διαστάσεις ενός ζωγραφικού πίνακα. Οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με ένα αγόρι που κρατά έναν κύβο Νέκερ, έναν κύβο ικανό να υπάρχει μόνο στις δύο διαστάσεις σαν οφθαλμαπάτη, κι όχι σαν πραγματικότητα στις τρεις. Το γεγονός θέτει υπό αμφισβήτηση τον βαθμό στον οποίο μπορεί να είναι αληθινές οι τρεις διαστάσεις του ζωγραφικού Ατράνι, εντός του οποίου βρέθηκαν τα δύο πρωταγωνιστικά μυθιστορηματικά πρόσωπα. Παράδοξο είναι και το ζωντάνεμα των αποτυπωμένων ερπετών στα πλακάκια της πλατείας, που αναγκάζει τους ήρωες να σκεφτούν ότι και οι ίδιοι έχουν αποσχιστεί από την προηγούμενή τους διάσταση ύπαρξης. Στο ξενοδοχείο, πάλι, του Θωμά και της Ραφαέλας, η οροφή μετατρέπεται κατά μυστηριώδη τρόπο σε πάτωμα αποκαλύπτοντας δύο ακόμη ορόφους, ενώ όταν οι ήρωες απομακρύνουν το βλέμμα τους από την οροφή, το κτίριο, σαν σε αναδίπλωση, μετατρέπεται ξανά σε διώροφο ξενοδοχείο. Περαιτέρω, κτίρια που μοιάζουν με πιόνια σκακιού παίζουν σκάκι πάνω σε μια σκακιέρα από λιβάδια, μετασχηματισμένα σε άσπρα και μαύρα τετράγωνα. Η Ραφαέλα σκέφτεται πως ίσως τα κτίρια-πιόνια τα μετακινούν κάποιες τεράστιες οντότητες, πιθανώς οι ίδιες που μετακίνησαν κι εκείνη από τη Ρώμη στο Ατράνι.

Ο αλλόκοτος κόσμος που αναπτύσσεται στο ημερολόγιο της Ραφαέλας εύλογα θα γινόταν αντικείμενο αμφισβήτησης απ’ όσους απορρίπτουν εκδοχές μη επαληθευμένες ακόμη στην πράξη, παρά τη θεωρητική τους υποστήριξη από ποικίλους επιστημονικούς τομείς. Ο ίδιος ο γιος της Ραφαέλας, αποδέκτης της μητρικής εμπιστοσύνης και κληρονόμος του μυστικού της ημερολογίου, αρνείται να αποδεχτεί την ιστορία της μητέρας του. Επιστήμονας γιατρός ο ίδιος, με ειδίκευση στην ψυχιατρική, αποδίδει τη συγγραφή του ημερολογίου σε πνευματικά παραληρήματα της μητέρας του, λόγω του όγκου στον εγκέφαλό της, από τον οποίο κι έχασε εντέλει τη ζωή της.

Η υπονόμευση, όμως, του διαφορετικού επιπέδου ύπαρξης, μέσω της οποίας επιχειρείται η εκλογίκευση κάθε παράδοξου φαινομένου, δεν είναι η μοναδική παρεχόμενη λύση από τον Λύκο στους αναγνώστες του. Η εκλογίκευση υπονομεύεται, με τη σειρά της, μέσα από ένα πλέγμα σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των εμφανιζόμενων προσώπων στις δύο διαφορετικές διαστάσεις ύπαρξης των μυθιστορηματικών ηρώων. Οι δύο ήρωες διαπιστώνουν ότι ο θείος του Θωμά και ο παππούς της Ραφαέλας υπήρξαν φίλοι από την περίοδο της ιταλικής κατοχής στην Ελλάδα, οπότε κι ο παππούς της Ραφαέλας είχε βρεθεί με τον ιταλικό στρατό στη χώρα. Περαιτέρω διαπιστώνουν ότι η Ελληνίδα που ερωτεύτηκε ο Ιταλός παππούς της Ραφαέλας στα Γιάννινα ήταν η γιαγιά του Θωμά. Η δε κόρη που γέννησε η γιαγιά του από την εγκυμοσύνη της, την οφειλόμενη στον Ιταλό αγαπημένο της, είναι η μητέρα του. Έτσι, ο παππούς της Ραφαέλας αποδεικνύεται παππούς καί του Θωμά! Τα πρόσωπα, συνεπώς, που διαπλέκονται στην ιστορία των δύο ηρώων και τους συνοδεύουν στο πέρασμά τους στην καλλιτεχνική διάσταση του έργου του Έσερ, είναι ισχυρότατος παράγοντας επιβεβαίωσης ότι τόσες «συμπτώσεις» συγγενικών και φιλικών σχέσεων δεν επιτρέπουν την απλή τους θεώρηση ως αποκυημάτων φαντασίας. Κι αν επιβεβαιώνονται μέσα στον καλλιτεχνικό κόσμο των ζωγραφικών πινάκων του Έσερ, τότε συμπαρασύρουν μαζί τους στην «πραγματικότητα», οποιαδήποτε κι αν είναι, ακόμη και τον κόσμο αυτό.

Τη σημαντικότερη απόδειξη, ωστόσο, ότι η διάσταση στην οποία συναντήθηκαν και γνωρίστηκαν ο Θωμάς κι η Ραφαέλα είναι υπαρκτή, αποτελεί η εγκυμοσύνη της Ραφαέλας στην αρχική διάσταση της ύπαρξής της, έξω από τους πίνακες του Έσερ, εφόσον ο μόνος άντρας με τον οποίο είχε συνευρεθεί εκείνη την περίοδο ερωτικά ήταν ο Θωμάς. Η μεταφορά της εγκυμοσύνης έξω από το Ατράνι των πινάκων του Έσερ νομιμοποιεί την ύπαρξη του «πλαστού» καλλιτεχνικού κόσμου και, κατά κάποιον τρόπο, την αποδεικνύει. Ο καρπός, μάλιστα, του έρωτα των δύο ηρώων, δηλαδή ο γιος της Ραφαέλας, όσο κι αν επιχειρεί με τη λογική να απορρίψει τις αποκαλύψεις της μητέρας του στο ημερολόγιό της, δεν μπορεί παρά να μείνει προβληματισμένος όταν διαπιστώνει ότι το επίτευγμα του καθηγητή Θωμά Ιωάννου να συμπληρώσει, μέσω ενός μαθηματικού μοντέλου, το κενό που υπήρχε στον πίνακα «Πινακοθήκη» του Έσερ, αποτελούσε στόχευσή του καταγραμμένη από καιρό, αναφερόμενη μάλιστα από τη μητέρα του στο ημερολόγιό της ήδη προτού αυτή εκπληρωθεί από την έρευνα του Θωμά!

Αντιπαραβάλλοντας τους δύο του κόσμους, τον «πραγματικό» και τον καλλιτεχνικό «πλαστό» του Έσερ, ο Λύκος τους αντιδιαστέλλει, δομώντας πάνω στην αντίθεσή τους ένα συμμετρικό σχέδιο παράλληλης ύπαρξης διαφορετικών διαστάσεων. Η συμμετρία αυτή δημιουργεί στον μυθιστορηματικό κόσμο ένα ενδιαφέρον παιχνίδι προβληματισμού επί των αντιθέτων, τα οποία, αντί να αλληλοαναιρούνται, επιβεβαιώνουν την παράλληλή τους ύπαρξη. Επί της λατρείας των δύο μυθιστορηματικών ηρώων για τη συμμετρία ερμηνεύεται η επιλογή τους από τον Έσερ, προκειμένου να καταστούν εκείνοι οι αποδέκτες της προσφοράς του για μια «τρισδιάστατη» περιήγηση στον ζωγραφικό του κόσμο, αφού η Ραφαέλα, παρά την προτίμησή της για την αποτύπωση στον δικό της ζωγραφικό καμβά συναισθημάτων και ιδεών, δημιουργεί έργα που ασυναίσθητα βασίζονται στους κανόνες της συμμετρίας, ενώ και ο Θωμάς αναζητά διαρκώς τη μαθηματική δομή της συμμετρίας. Στη συνάντηση δε των δύο ηρώων στο σημείο τομής των βίων τους, που ορίζεται από το κοινό τους ενδιαφέρον για τη συμμετρία, συναντιούνται, επίσης, ο συναισθηματικός με τον επιστημονικό τρόπο προσέγγισης του κόσμου, αποκαλύπτοντας άλλο ένα πεδίο δυνατότητας της ύπαρξης να μετεωρίζεται σε πολλαπλές διαστάσεις.

Ακόμη και η λύση του μυθιστορήματος στηρίζεται στη συμμετρία, καθώς ο Θωμάς κι η Ραφαέλα, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στον κόσμο απ’ τον οποίο «κατάγονται», δραπετεύοντας από τον τρισδιάστατο καλλιτεχνικό χώρο του Έσερ, αναζητούν την πόλη «Ινάρτα», συμμετρική του Ατράνι κι αναγραμματισμό αυτού, στα όρια της οποίας με το Ατράνι βρίσκεται η γέφυρα που αποτέλεσε για τους δύο ήρωες τόσο το σημείο εισόδου στην καλλιτεχνική διάσταση του Έσερ, όσο και το σημείο εξόδου από αυτήν. Πολύ περισσότερο όμως, η συμμετρία αξιοποιείται από τον Λύκο και για τη δόμηση του μυθιστορήματός του, αφού ο φοιτητής που εμφανίζεται στο ξεκίνημά του να παρακολουθεί τη διάλεξη του Θωμά στη Ρώμη και να διαπιστώνει ότι η ζωντάνια της παρουσίασης από τον Θωμά του έργου του Έσερ δίνει την εντύπωση πως έχει εκείνος ταξιδέψει μέσα του, εμφανίζεται ξανά στο τέλος του μυθιστορήματος, με την αποκάλυψη πλέον ότι πρόκειται για τον ψυχίατρο γιο της Ραφαέλας και του Θωμά.

Παρά τη διάθεσή του να συστηθεί στον Θωμά, ο γιος του δεν το αποτολμά. Παραμένει ωστόσο προβληματισμένος συνειδητοποιώντας τη συμμετρική επανάληψη του αριθμού των 23 ετών στη ζωή όσων συμμετείχαν σ’ αυτή την ιστορία, γεγονός που ίσως προοικονομεί κάτι σημαντικό και για τον ίδιο, αφού άλλη μια σειρά 23 ετών πρόκειται σε λίγο να συμπληρωθεί στη ζωή του. Ο Λύκος, υπονοώντας κάποιον επικείμενο αδόκητο θάνατο, δεν τον επιβεβαιώνει, αφού τερματίζει στο σημείο αυτό το μυθιστόρημά του, προτού συμπληρώσει μάλιστα και το ίδιο 23 κεφάλαια –με το προλογικό μότο και τα περιεχόμενα να συνυπολογίζονται, το μυθιστόρημα περιορίζεται μόλις στις 22 ενότητες! Η επιβεβαίωση μιας εξέλιξης, ωστόσο, δεν αποτελεί στόχευση του συγγραφέα, αφού το μυθιστόρημα πραγματεύεται την ευστάθεια της αβεβαιότητας και τη δυνατότητα περισσότερων από μία εναλλακτικών διαστάσεων ύπαρξης των όντων.

Τον ίδιο στόχο, άλλωστε, υπηρετεί ο Λύκος και όταν επιχειρεί υπογείως να συνδέσει τον δικό του, τον «πραγματικό» κόσμο όπου ζει ο συγγραφέας, με τον μυθιστορηματικό του κόσμο, κάτι που το επιτυγχάνει δίνοντας στον μυθιστορηματικό του ήρωα, Θωμά Ιωάννου, τα ονόματα των δύο γιων του, του Θωμά και του Γιάννη, στους οποίους αφιερώνει το έργο του. Επιπλέον, το θόλωμα της διακριτής γραμμής πραγματικότητας – καλλιτεχνικού θέματος το ενισχύει η αντιμετώπιση από τον Λύκο του μυθιστορήματός του σαν πραγματεία, με την προσθήκη ικανού αριθμού ερμηνευτικών σημειώσεων, που τείνει να αμφισβητήσει άλλη μία βεβαιότητα, εκείνη του γραμματειακού είδους στο οποίο ανήκει το πόνημα του συγγραφέα. Εισάγοντας στη δομή του μυθιστορήματός του όλα τα στοιχεία που ενισχύουν τις προθέσεις του, ο Λύκος παραδίνει στο αναγνωστικό κοινό ένα υποψιασμένο μυθιστόρημα, με ευρηματική πλοκή και πολυεπίπεδες στοχεύσεις, που αίρει κάθε βεβαιότητα.

Ανδρέας Λύκος, «Αναμνήσεις συμμετρίας», εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015, σελ. 160.

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 424, 1/10/2015.