‘‘Οι άνθρωποι και αι εφημερίδες”: (Για το λουκέτο στα Νέα και στο Βήμα)

‘‘Οι άνθρωποι και αι εφημερίδες”: (Για το λουκέτο στα Νέα και στο Βήμα)

Της Μαριάννας Τζιατζή

Επιτέλους, δύο εφημερίδες λιγότερες”, ίσως να έλεγε με ανακούφιση ο Διονύσης Φαραζουλής (1882-1920), ο εισηγητής του χριστιανικού χρονογραφήματος στην Ελλάδα. Και όχι απλώς χριστιανικού, αλλά μαχόμενου χριστιανικού. Σε ένα κείμενο του με τίτλο “Οι άνθρωποι και αι εφημερίδες” γράφει ότι οσάκις περνά από κάποιο καφενείο του κάνει εντύπωση η προθυμία με την οποία οι θαμώνες (εννοείτε άντρες) “διαβάζουν τις εφημερίδες”. ‘’Δεν τις αναγιγνώσκουν απλώς, αλλά τας κατατρώγουν. Δεν τας αφήνουν δε από τα χέρια των, αν δεν ιδούν και την τελευταίαν σελίδαν μέχρι και της τελευταίας στήλης”.

Δυστυχώς, οι εφημεριδοφάγοι των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα δεν περιορίζονταν στην ανάγνωση, αλλά αρχίζουν τα σχόλια, οι επεξηγήσεις και οι γνώμες για τα εθνικά και διεθνή ζητήματα. Όμως, αυτή δεν είναι ζωή χριστιανική, υποστηρίζει ο Φαραζουλής: “Προορισμός του ανθρώπου είναι όχι να πιπιλίσει τας εφημερίδας δια να μάθη τα ανωφελή νέα, αλλα […] να πιπιλίση την Αγίαν Γραφήν, δια να μάθη το θέλημα του Θεού”. Και όταν υπενθυμίζεις σε κάποιον θαμώνα του καφενείου ότι πρέπει να κοιτάξει και την ψυχή του, εκείνος ανταποκρίνεται: “Δεν βαρύνεσαι, αδελφέ, Άφησε τα αυτά τώρα. Τι γίνεται το Μαρόκον και το Κογκό;

Το κείμενο του Φαραζουλή ξεχειλίζει από αγανάκτηση μπροστά στο πάθος που δείχνουν οι συμπατριώτες του για τα “νέα”: “Εις τον δρόμον εφημερίδα, εις στο σπίτι εφημερίδα, εις το φαγητόν εφημερίδα, εις τον ύπνον εφημερίδα, πανταχού εφημερίδα”.

Μιλάμε για τη προ ραδιοφώνου, προ τηλεοράσεως, προ διαδικτύου εποχή. Το πάθος για τα νέα δεν έχει εξαφανιστεί, όμως έχει μετατοπιστεί. Ένα μεγάλο μέρος των διαδικτυακών αναγνωστών ενδιαφέρεται κυρίως για τα νέα ενός μικρόκοσμου που τον απαρτίζουν οι ίδιοι, οι παρέες τους και οι εγχώριες ή ξένες διασημότητες. Είναι αλήθεια ότι τα σχόλια, οι γνώμες και τα likes δίνουν και παίρνουν, συχνά όμως είναι περιορισμένης ευθύνης.

Η επιβίωση, η ύπαρξη πολιτικών εφημερίδων, σε χάρτινη ή ηλεκτρονική μορφή, ανεξάρτητα από τον βαθμό πολιτικής συγγένειας τους με τον αναγνώστη, είναι ζωτικό συστατικό της δημοκρατίας, του πολιτισμού ενός λαού. Κι ας ξέρουμε ποιος δίνει τον τόνο, ποιος χαράζει τη γενική γραμμή, ας ξέρουμε ότι δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι ίδιοι. Ας ξέρουμε ότι η ρουτίνα, οι σκοπιμότητες, οι στάχτες συνυπάρχουν με τα διαμάντια. Τα κλείσιμο δύο μεγάλων εφημερίδων σημαίνει ότι τα διαμάντια όλο και θα λιγοστεύουν ή θα υποτάσσονται στο κυρίαρχο φαιό.

«Ο άνθρωπος και αι εφημερίδαι»

Οσάκις περνώ από τα καφενεία, μου κάμνει μεγάλην αίσθησιν το ανθρωπομάζευμα εκείνο, που εννοεί να δαπανήση ώρας ολοκλήρους εκεί μέσα, και να αναπνεύση τον μεμολυσμένο αέρα από τους καπνούς και τα διάφορα και εν γένει από την κλεισούρα του καφενείου.

    Μου κάμνει όμως μεγαλυτέραν εντύπωσιν και η προθυμία με την οποίαν όλοι εκεί μέσα διαβάζουν τας εφημερίδας. Τας αρπάζουν και τι νομίζετε; Δεν τας αναγιγνώσουν απλώς, αλλά τας κατατρώγουν. Δεν τας αφίνουν δε από τα χέρια των, αν δεν ιδούν και την τελευταίαν σελίδα μέχρι και της τελευταίας στήλης. Και με δύο λέξεις τρομάζουν να τας ξεκολλήσουν από τα χέρια των.

    Μα, θα πήτε, να μην ιδούν οι άνθρωποι και εφημερίδας να μάθουν τι γίνεται εις τον κόσμον;

    Να ιδούν και να μάθουν, αλλ’ όχι και κατ’ αυτόν τον τρόπον! Πρωί-πρωί, που θα χαράξη ο Θεός την ημέρα, αυτοί τρέχουν εις το καφενείον. Καφέ αμέσως από το ένα χέρι και εφημερίδα από το άλλο.

    Και αρχίζει αμέσως η εργασία. Τι γίνεται το ένα ζήτημα; Τι απέγινε το άλλο; Πώς θα λυθούν αι διεθνείς υποθέσεις; Πώς σκέπτονται οι μεν, τι λέγουν οι δε; Και δος του ανάγνωσιν.

    Αλλ’ αν ήτο μόνον αυτό! Ετελείωσε η ανάγνωσις; Εις πολλά καφενεία αρχίζουν έπειτα τα σχόλια και οι επεξηγήσεις. Και επακολουθούν αι ατελείωτοι συζητήσεις και ακούονται σοφαί (!) γνώμαι διά τα διεθνή ζητήματα, και με σοβαρότητα, την οποία ματαίως θ’ ανεζήτεις εις αγγλικά κοινοβούλια, προφέρει έκαστος την γνώμην του, βασιζόμενος όχι τόσον εις τα νέα της ημέρας, όσον εις την οξύτητα της διανοίας του και την διπλωματική ικανότητά του.

    Και επί τέλους! Νταγκ, η καμπάνα. Μεσημέρι πλέον. Καιρός διά φαγητόν. Τα άλλα θα είπουν το απόγευμα, που θα έλθουν και τα εσπερινά νέα. Τοιουτοτρόπος δε περνά διά πλείστους ανθρώπους η ημέρα, έρχεται η νυξ, και ξημερώνει πάλι διά να εξακολουθήση η αυτή τακτική.

    Αλλ’ είναι ζωή αυτή; Είναι ζωή χριστιανική; Κάθε άλλο Διότι ζωή χριστιανική σημαίνει εργασίαν σύμφωνα με τον προορισμό του ανθρώπου. Προορισμός δε του ανθρώπου είναι όχι να πιπιλίση τας εφημερίδας διά να μάθη τα ανωφελή νέα, αλλά προορισμός του είναι να πιπιλίση την Αγίαν Γραφήν διά να μάθη το θέλημα του Θεού, που δύναται να τον σώση αιώνιον σωτηρίαν.
Πού όμως προθυμία! Πού νόησις, πού φωτισμός! Δος του εφημερίδα να την καταφάγη – δος του Ευαγγέλιον να αδιαφορήση.

    Ειπέ του διά τα νέα της ημέρας, να λησμονήση και το φαγητόν του – ειπέ του διά την ψυχήν του, τίποτα!

     Βλέπετε, περί ζητημάτων υψίστου ενδιαφέροντος, οποία είναι τα ζητήματα της αιωνίου ζωής, δεν έχομεν όχι το ήμισυ, αλλά ο΄τε το τρίτον, ούτε το πέμπτον τουλάχιστον του ενδιαφέροντος, που έχομεν διά τας εφημερίδας!

    Ημείς δεν λέγομεν βέβαια να μην ιδούν οι άνθρωποι και εφημερίδα και να μη παρακολουθήσουν ζωτικότατα εθνικά συμφέροντα. Αλλά μας κάμνει αλγεινήν εντύπωσιν το ότι ημπορείς να είπης εις έναν άνθρωπο: «Καλά είν’ αυτά, αλλά κύττα και την ψυχήν σου», και εκείνος να σου αποκριθή: «Δεν βαρύνεσαι, αδελφέ. Άφησέ τα αυτά τώρα. Τι γίνεται το Μαρόκον και το Κόγκο»;

    Και έπειτα; Έπειτα να, ότι εφθάσαμεν και τας Κυριακάς ακόμη να τας διερχώμεθα με την εφημερίδα εις το χέρι. ΄Η, να περιμένομεν πότε ν’ ανοίξη το καφενείον, διά να εισελάσωμεν και να αρπάσωμεν τας εφημερίδας.

    Εις τον δρόμον εφημερίδα, εις το σπίτι εφημερίδα, εις το φαγητόν εφημερίδα, εις τον ύπνο εφημερίδα, πανταχού εφημερίδα.

    Αλλά δι’ αυτό ακριβώς θρηνούμεν σήμερον, όχι μόνο των ατόμων την ηθικήν χαλάρωσιν και την θρησκευτικήν αδιαφορίαν, αλλά και των οικογενειών ακόμη την πνευματικήν αθλιότητα και σχεδόν την αποσύνθεσιν.

    Διότι εκεί, όπου έπρεπε να έχη την πρώτη θέσιν το βιβλίο του Θεού, διά του οποίου θα ενισχύωνται αι ψυχαί μας, θα παρηγορούνται αι καρδίαι μας και θα αναπαύωνται τα πνεύματά μας, βασιλεύει τουναντίον η εφημερίδα. Και εκείνη απασχολεί αιωνίως τας διανοίας των ανθρώπων με της ημέρας τα νέα και με τα διάφορα γεγονότα, τα οποία πολλάκις, προς μεγίστην ηθικήν του κόσμου ζημίας, εκτίθενται χωρίς συστολήν και εντροπήν.

Ταλαίπωροι άνθρωποι! Αλλ’ έως πότε πλέον;

Ποιος ήταν ο Διονύσιος Φαραζουλής

Ο γεννημένος το 1882 Διονύσιος Φαραζουλής, γόνος εύπορης ικογένειας του Αιγίου, σπούδασε Θεολογία και ανέπτυξε πλούσια δράση ως ιεροκήρυκας. Έγινε μοναχός, διάκος και αργότερα χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Έγραφε χρονογραφήματα στα θρησκευτικά περιοδικά «Ανάπλασις» και «Ζωή». Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 38 ετών.

Το πιο πάνω κείμενο, που αναδημοσιεύτηκε στην ανθολογία «Ο Κονδυλάκης και το χρονογράφημα» (Εκδοτικός Οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 1956), πέρα από τη χριστιανική καταγγελτική οπτική του, περιγράφει γλαφυρά το ζωηρό ενδιαφέρον που είχαν οι σύγχρονοί του Αθηναίοι για τις δημόσιες υποθέσεις.

ΠΗΓΗ: Εφημεριδα των Συντακτών, 09.02.2017, http://www.efsyn.gr/arthro/oi-anthropoi-kai-ai-efimerides. Το είδα:  http://www.iskra.gr.

Ένα σχόλιο στο ‘‘Οι άνθρωποι και αι εφημερίδες”: (Για το λουκέτο στα Νέα και στο Βήμα)

  1. philalethe00

    Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο…

    Ο Ζωΐτης Δ. Φαραζουλής ίσως δεν γνώριζε τότε ότι τα κείμενα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας ήταν πλουσιότατη πηγή των κοινωνικών δρωμένων της εποχής τους.

    Αλλά και οι μοναχοί ακόμη όπως ο διορατικός στάρετς Σέργιος του Παρισιού, διάβαζαν πολύ εφημερίδες, και μάλιστα έλεγε ο συγκεκριμένος ότι πρέπει η ανάγνωσή τους να μας οδηγήσει [συν τοις άλλοις] στην συμπόνια προς τους (συν)ανθρώπους.