ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ

ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ:

αντιεκκλησιαστικη διαστροφη & ersatz παραδοση

 Του Βασίλη Ψύλλη

 

  Ο κληρικαλισμός είναι ο καταλύτης στην μετατροπή της πολιτικής κοινωνίας σε μικροαστική-γραφειοκρατική κοινωνία. σαν τέτοιος πρωταγωνιστεί στην βία της και στην καταστολή όποιας προσπάθειας για ελευθερία-συμμετοχή στο ζωντανό σώμα της Εκκλησίας. πρόκειται για διαστροφή-βλασφημία που αρνείται την ζωντανή μνήμη του Θεού [Λκ.22:19] και την υποκαθιστά με μιαν μπαρόκ τελετουργική επαναληπτικότητα.

Η εκκλησιολογική αίρεση του κληρικαλισμού-της απολυτοποίησης του ρόλου του κλήρου στην Εκκλησία μέσω της κατ’αποκλειστικότητα ταύτισής του με την ιερωσύνη-έχει πάρει πολλές και διάφορες μορφές στην πορεία της εκκλησιαστικής ιστορίας. συνήθως πιό γνωστή είναι η περίπτωση της λατινόφωνης Χριστιανωσύνης και λιγότερο γνωστές αυτές των ανατολικών εκκλησιών (Συριακή, Κοπτική, Αρμενική κ.λπ.). στην περίπτωση της ελληνόφωνης εκκλησίας πολιτικοί και θεολογικοί παράγοντες δεν επέτρεψαν την πλήρη ανάπτυξη του μέχρι τα τέλη της ζωής του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, αν και στην διάρκεια της κυριαρχίας αυτού του κράτους τέθηκαν πολλά και σημαντικά εκκλησιολογικά ανοσιουργήματα με επιπτώσεις που διαρκούν ακόμη (και μάλλον θα διαρκέσουν για πολύ).

Στα χρόνια που ακολούθησαν την παρακμή και πτώση αυτού τού κράτους γεννιέται ο νεοελληνικός κληρικαλισμός που στοιχειώνει ακόμη την θεσμική εκκλησία υπό την μορφή της «παράδοσης». η όποια ιδιοτυπία του έχει να κάνη με τις ιδιαίτερες συνθήκες, πολιτικές και θεολογικές, που τον γέννησαν: από την μία η ισλαμικής έμπνευσης εξουσιοδότηση του κλήρου (ο ιδιότυπος ελληνο-οθωμανικός παποκαισαρισμός) και από την άλλη οι εσωτερικές συνθήκες της ελληνόφωνης εκκλησίας. στις δεύτερες οι σημαντικότερες ήταν η λειτουργική εξαφάνιση-μεταμόρφωση του ρόλου των διακόνων (μια εξέλιξη που ξεκινά από τους ύστερους αυτοκρατορικούς χρόνους) και η παρακμή της θεολογίας. η πρώτη περίπτωση θα μας απασχολήση παρακάτω, όταν αναφερθούμε στην λειτουργική αλλοτρίωση, που είναι και το κύριο θέμα αυτού του άρθρου. η δεύτερη άνοιξε τις θύρες στους Ιησουϊτες μισιονάριους της Τουρκοκρατίας. ο Ιησουϊτισμός και οι εκκλησιολογικές του απόψεις μπόλιασε δραματικά τα μυαλά των υπόδουλων κληρικών της εποχής. είναι χαρακτηριστικό ότι και υπερλιαν ορθόδοξοι-παραδοσιακοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς αναλώθηκαν σε μεταφράσεις-εκδόσεις πολλών τέτοιων κειμένων κατηχητικής φύσης. η συνέχεια μετά την δημιουργία του νεοελλαδικού κρατιδίου υπήρξε δραματικά χειρότερη. το αποκορύφωμα ήταν η συμμετοχή-συμπρωταγωνισμός της θεσμικής κληρικαλιστικής εκκλησίας στον εθνικό διχασμό (από την αρχή του με την σύγγρουση Βενιζελικών-Βασιλικών μέχρι το τέλος του με τον Εμφύλιο και τον μετεμφυλιακό διχασμό). σε όλες τις φάσεις του δράματος η κληρικαλιστική εκκλησία ήταν παρούσα σαν κρίσιμος παράγοντας βίας και διάλυσης του όποιου κοινωνικού ιστού.

Παρόλαυτα θα ήταν δύσκολες έως αδύνατες αυτές οι εξελίξεις αν πρώτα δεν είχε συμβεί κάτι βαθύτερα διεστραμμένο μέσα στην φύση της Εκκλησίας, κάτι που αποτελεί και την καρδιά του κληρικαλισμού, την ιησουϊτική καρδιά του: η λειτουργική αλλοτριώση, ο αποκλεισμός του λαού του Θεού από την ενεργό συμμετοχή στην Λειτουργία.

Η εξαφάνιση των διακόνων που χοραρχούσαν και συντόνιζαν αυτήν την ενεργό συμμετοχή και η μεταμόρφωση τους, όποτε υπήρχαν, σε υπασπιστές των πολιτικοθρησκευτικών Δεσπότων, η σταδιακή μετατροπή των ιερέων σε αυτόνομες τελετουργικές φιγούρες κλεισμένες πίσω από ισπανο-ρωσικά τέμπλα-τείχη και προστατευμένες από την οπερετική διαμεσολάβηση των ψαλτών, μετέτρεψαν το έργο του λαού σε τελετουργία ειδικών, με τον λαό να κρατά τον παθητικό ρόλο του θεατή σε μια τελετουργία καθιέρωσης θρησκευτικής εξουσίας. τα αποτελέσματα αυτών των εξελίξεων, που είναι πολλές και σύνθετες, δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αλήθεια της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά έχουν πολλές σημαντικές πολιτικές διαστάσεις.

Από την στιγμή που αλλοιώνεται το εκκλησιαστικό ήθος αλλοιώνεται και το πολιτικό ήθος του λαού της Εκκλησίας. η παθητικότητα των πιστών συνεπάγεται και την ανευθυνότητα τους στα εκκλησιαστικά πράγματα. ό,τι ήταν κοινό πραγματικά γίνεται συλλογική κατανάλωση θρησκευτικών αφαιρέσεων. η αισθητικοποίηση της λατρείας την μετατρέπει σε ιδιότυπη μαγική τεχνική απόκτησης αφηρημένης «χάριτος», σε κατανάλωση «πνευματικών» προϊόντων. μέσα σε αυτό το πλαίσιο το πρόσωπο δεν μπορεί να ολοκληρωθή πραγματικά και αυτή η συνειδησιακή του ανωριμότητα το οδηγεί στον πολιτικό του ευνουχισμό. ο πιστός πλέον, σαν άτομο και μόνο σαν τέτοιο, γίνεται καταναλωτής εξουσιαστικών ψευδο-σωτηριολογιών και, σαν τέτοιος, υπήκοος πολιτικών φαντασμάτων. μ’ένα λόγο: ο κληρικαλισμός γίνεται ο καταλύτης στην μετατροπή της πολιτικής κοινωνίας σε μικροαστική-γραφειοκρατική κοινωνία. σαν τέτοιος πρωταγωνιστεί στην βία της και στην καταστολή όποιας προσπάθειας για ελευθερία-συμμετοχή στο ζωντανό σώμα της Εκκλησίας. πρόκειται για διαστροφή-βλασφημία που αρνείται την ζωντανή μνήμη του Θεού [Λκ.22:19] και την υποκαθιστά με μιαν μπαρόκ τελετουργική επαναληπτικότητα.

Επίμετρο

Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι οι πιό φλογεροί συνήγοροι του κληρικαλισμού επικαλούνται το όνομα της «παράδοσης» όντες επίγονοι της ιησουϊτικής Αντιμεταρρύθμισης και όταν η όλη δομή του λόγου τους αποτελεί επαρχιώτικη εκδοχή μετακαντιανών αξιολογισμών. αλλά αυτή είναι η φύση της πλαστής συνείδησης που παραπλανά εαυτήν και αλλήλους.

Επίσης, πρέπει να ειπωθή και αυτό, οι ευσεβιστές της «Ζωής» διέκριναν το πρόβλημα της λειτουργικής αλλοτρίωσης πολύ σωστά, αλλά η παρέμβαση τους έκανε κακό πάνω στο κακό λόγω των προϋποθέσεων τους: του ελιτισμού τους και της αγγλικανίζουσας νοοτροπίας τους, που έβαλε το αστικό κράτος ακόμη βαθύτερα στους κόλπους της εκκλησίας. δεν γίνεται να πολεμάς τον ιησουϊτικό συντηρητισμό με καλβινίζουσες νεωτερικότητες. (όπως μας διδάσκει και η ιστορία του Κυρίλλου Λούκαρη.) η λειτουργική αναγέννηση μπορεί να είναι έργο μόνο του λαού του Θεού και όχι κάποιων πεφωτισμένων ελίτ. όπως και η διάρκεια του έργου του λαού δεν μπορεί να είναι δουλεία καμμιάς κληρικής ελίτ. κάθε είδους ελιτισμός (δεξιός ή αριστερός) είναι μαχαιριά στο σώμα του σαρκωμένου Λόγου.