Η αυτοαναίρεση του μεταμοντερνισμού – Ν. Βαγενάς

Η αυτοαναίρεση του μεταμοντερνισμού*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


Καλλιτεχνικά ρεύματα, των οποίων μονάχα τα ονόματα αποδεικνύονται οικεία σ' όσους προσεγγίζουν τις τέχνες υπό το πρίσμα μιας πρωτογενούς, ερασιτεχνικής πρόσληψης, παραμένουν συνήθως ως προς τα χαρακτηριστικά τους γρίφοι μυστηριώδεις για το ανειδίκευτο φιλότεχνο κοινό. Η αμηχανία που συνοδεύει το συγκεκριμένο κοινό απέναντι….


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 354, 1/11/2012.

…σε ρεύματα με πολυσύνθετο αυτοπροσδιορισμό κι εξίσου απαιτητική σκιαγράφηση των χαρακτηριστικών τους στα εγχειρίδια καλλιτεχνικής θεωρίας, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να του προσάψει την κατηγορία της επιπόλαιης προσέγγισης, απαλύνεται μπροστά στη διαπίστωση πως η αδυναμία να καταστεί κατανοητός ο χαρακτήρας συγκεκριμένων ρευμάτων κάποτε δεν είναι προϊόν αποκλειστικά της επιφανειακής προσέγγισης των φιλότεχνων, παρά και των αντιφάσεων που εντοπίζονται στα θεωρητικά εποικοδομήματα κάποιων καλλιτεχνικών ρευμάτων, οι οποίες ερμηνεύουν τη σύγχυση.

Ο μεταμοντερνισμός είναι καλλιτεχνικό ρεύμα που ταλανίζεται ακριβώς από τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Ένα ξεκλείδωμά του αναλαμβάνει ο νεοελληνιστής καθηγητής και ποιητής Νάσος Βαγενάς στο βιβλίο του «Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία». Το βιβλίο, κυκλοφορώντας σε δεύτερη επαυξημένη έκδοση δέκα χρόνια μετά από την πρώτη του έκδοση (2002), περιλαμβάνει, πλάι στα τρία του αρχικά δοκίμια («Ταυτότητα και ποιητικός λόγος», «Μοντερνισμός και λογοτεχνική κριτική», «Η κρίση του ελεύθερου στίχου»), δύο ακόμη («Λογοτεχνία και οργανική μορφή» και «Λογοτεχνία και ηθική»), που επεκτείνουν τα προηγούμενα, έχοντας γραφτεί κατόπιν της πρώτης έκδοσης.

Η κυρίαρχη άποψη των τελευταίων σαράντα ετών ότι μπορεί να υπάρξει λογοτεχνία χωρίς οργανική μορφή είναι προϊόν του μεταμοντερνισμού, και μάλιστα φυσική συνέχεια της αντίληψής του για το άπειρο ερμηνευτικό άνοιγμα του λογοτεχνικού κειμένου, δηλαδή για την αποδοχή κάθε ερμηνείας επ' αυτού – μιας πανσημίας – ως νόμιμης. Η μεταμοντέρνα απόρριψη όμως της οργανικής μορφής στα λογοτεχνικά έργα και ο εκθειασμός της αποσπασματικότητας αποδεικνύονται πυροτεχνήματα, εφόσον η αποσπασματικότητα αδυνατεί από μόνη της να προσδώσει σ' ένα έργο καλλιτεχνική υπόσταση. Η αίσθηση μιας υπέρτατης ισορροπίας κι αρμονίας, μιας ψυχικής κάθαρσης, προκύπτει ακριβώς από την οργανική μορφή του λογοτεχνικού έργου, η οποία αποτυπώνει γλωσσικά την ανθρώπινη τραγικότητα συσχετίζοντας τα σημαίνοντα με τα σημαινόμενα, δηλαδή τη μορφή με το περιεχόμενο, και συμβάλλοντας στην κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης και στη συμφιλίωση με την τραγικότητά της.

Οι μεταμοντέρνοι, περιφερόμενοι από τη μορφή του λογοτεχνήματος στο πρόσωπο του συγγραφέα, φτάνουν μέσω του διάσημου δοκιμίου του Ρολάν Μπαρτ «Ο θάνατος του συγγραφέα» στην άποψη πως ο συγγραφέας είναι κατασκεύασμα της σύγχρονης εποχής. Παραμένει μάλιστα αμέτοχος στη σύνθεση του λογοτεχνήματος, αφού δημιουργός αυτού είναι η γραφή, η ίδια η Γλώσσα: η Γλώσσα παίρνει στην τύχη το χέρι του ανθρώπου που θα διεκπεραιώσει τη συγγραφή, δηλαδή του γραφέα πλέον, κι όχι του συγγραφέα. Όμως ο λογοτέχνης δεν είναι πρόσωπο ανύπαρκτο. Είναι δημιουργός, γιατί ό,τι ποιεί δεν υπήρχε νωρίτερα. Ούτε υπάρχει πριν από το λογοτέχνημα λογοτεχνική γλώσσα, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει κανείς. Ιδίως η ποιητική γλώσσα είναι ακριβώς η ανάγκη του ανθρώπου να εξαγνιστεί από το προπατορικό αμάρτημα της γλώσσας, δηλαδή από τη διάσπαση της λέξης σε σημαίνον και σημαινόμενο. Ο βαθμός ανάκτησης, μάλιστα, της χαμένης ενότητας του σημείου ορίζει και τον βαθμό επιτυχίας της ποιητικής έκφρασης.

Οι μεταμοντέρνες παραδοξότητες προσκρούουν όχι μόνο στο γεγονός πως όσο μεγάλο κι αν είναι το μέρος της γλώσσας που ο ποιητής δεν μπορεί να ελέγξει, άρα που ευνοεί την υποστήριξη του άπειρου ερμηνευτικού ανοίγματος, το μέρος της γλώσσας που ελέγχεται από τον ποιητή είναι εκείνο που ανατάσσει το μη ελέγξιμο μέρος και το νοηματοδοτεί· προσκρούουν κυρίως στο γεγονός της μειωμένης ιστορικής αίσθησης των πραγμάτων και των αντιφάσεων στις οποίες υποπίπτουν όσοι ενστερνίζονται τις μεταμοντέρνες θέσεις. Αν ο Μπαρτ εμφανίζεται βέβαιος πως συγγραφείς παλιότερα δεν υπήρχαν, οι θεωρητικοί της αρχαιότητας, όπως ο Λογγίνος κι ο Αριστοτέλης, διαβεβαιώνουν για το αντίθετο. Συγγραφείς όπως ο Σοφοκλής κι ο Ευριπίδης ή ο Οράτιος κι ο Κάτουλλος προφανώς και δεν συνιστούν κατασκευάσματα της σύγχρονης εποχής ή απλούς αφηγηματικούς διαμεσολαβητές. Ούτε οι σύγχρονοι λογοτέχνες διατυπώνουν παρόμοια αμφισβήτηση ή δέχονται την εγκυρότητά της. Ενώ όμως οι θιασώτες της μεταμοντέρνας θεωρίας αρνούνται την ύπαρξη του συγγραφέα και τη δυνατότητα να εκφράζονται συγκεκριμένα νοήματα, θεωρούν τους εισηγητές του μεταμοντερνισμού μεγάλους συγγραφείς! Με ύφος ιδιαιτέρως εκφραστικό, κάθε άλλο παρά απρόσωπο, οι μεταμοντέρνοι κριτικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν τον εαυτό τους λογοτέχνη, αντιφάσκοντας με την ίδια τους τη θεωρία. Ο μεταμοντερνιστής Ζακ Ντεριντά, υπέρμαχος της πανσημίας, οδηγήθηκε στην αντίφαση να απειλεί με μήνυση πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο, επειδή η μετάφραση κειμένου του δεν απέδιδε πιστά το νόημά του!

            Οι μεταμοντέρνοι κριτικοί, λοιπόν, συναισθανόμενοι τις αντιφάσεις της θεωρίας τους, επιχειρούν να μετριάσουν τα ανοίγματά τους με όρους μιας «περιορισμένης» πανσημίας, η οποία ωστόσο ακυρώνει τελικά το μεταμοντέρνο θεωρητικό εποικοδόμημα. Οι θέσεις του Μπαρτ θα πρέπει να μη νοηθούν κυριολεκτικά, αν δεν θα ήθελαν να κονιορτοποιηθούν μπροστά στον έλεγχο της κοινής λογικής. Αν όμως νοηθούν μεταφορικά, στο πλαίσιο της «περιορισμένης πανσημίας», τότε η πανσημία παύει να υφίσταται, εφόσον περιορίζεται, οπότε προκύπτει πως ο Μπαρτ θα πρέπει να υποστηρίζει μόνο την πολυσημία των λογοτεχνικών κειμένων. Τότε ασφαλώς πρόκειται για θέσεις πεπαλαιωμένες, που δεν επιτρέπουν καμία διάκριση του μεταμοντερνισμού από τον μοντερνισμό, και οδηγούν τον πρώτο στην αυτοαναίρεσή του. Γιατί η πολυσημία των έργων, ότι δηλαδή οι ερμηνείες ενός λογοτεχνικού έργου μπορεί να είναι πολλαπλές, μα όχι απεριόριστες, είναι μοντερνισμός, όχι μεταμοντερνισμός. Γι' αυτό ακόμη κι ο ίδιος ο Ντεριντά φαίνεται σταδιακά να παραδέχεται (2001) ότι η μεταμοντέρνα θεωρία δεν είναι πλέον καθεστώς.

Κι ενώ οι μεταμοντέρνες παραδοξότητες έχουν σήμερα χάσει έδαφος, ο Βαγενάς διαπιστώνει πως μόνο οι Έλληνες μεταμοντέρνοι κριτικοί νομίζουν ότι βρίσκονται ακόμη στη δεκαετία του 1970. Οι μεταμοντερνιστικές απηχήσεις οδηγούν σε περίεργες τοποθετήσεις ακόμη και στο θέμα της λογοτεχνικής ηθικής, σε σημείο να υποστηρίζεται η απόρριψη του διαχωρισμού καλού-κακού, επειδή το έγκλημα είναι ανθρώπινο και χωρίς αυτό η ανθρωπότητα δεν ολοκληρώνει την ανθρώπινη υπόστασή της. Όσα όμως απάνθρωπα στοιχεία κι αν περιέχει ένα λογοτεχνικό έργο, δεν παύει το ίδιο να λειτουργεί σαν φίλτρο που αποστάζει και αμβλύνει τα στοιχεία της απανθρωπίας. Σ' αυτό συντελεί και η ηθική ευθύνη του συγγραφέα του. Η μεταμοντέρνα αποποίηση της συγγραφικής ευθύνης σχετίζεται άμεσα με τη μεταμοντέρνα απόρριψη της ευθύνης του συγγραφέα απέναντι στα λεγόμενα των κειμένων του, πάντοτε στο πλαίσιο της αντίληψης που φέρει τη Γλώσσα να μιλά, κι όχι τον συγγραφέα – ο συγγραφέας έχει μεταπέσει σε απλό γραφέα, σε μέσο της γλώσσας προς την καταγραφή της. Παρά τις πολυσημίες, ο Βαγενάς θεωρεί πως ο συγγραφέας δεν είναι ανεύθυνος για τα νοήματα που το έργο του παράγει. Και το απάνθρωπο στην τέχνη είναι οπωσδήποτε ασύμφωνο με το αισθητικό, παρόλο που το ηθικό δεν εγγυάται αναγκαστικά ένα αισθητικότερο λογοτεχνικό έργο.

Άσχετη με τον μεταμοντερνισμό δεν είναι ούτε η κρίση του ελεύθερου στίχου, η οποία γενικότερα σηματοδοτεί μια κρίση στη σύγχρονη ποίηση. Βέβαια, η κρίση τούτη δεν είναι άσχετη ούτε και με τη μακροχρόνια κυριαρχία του ελεύθερου στίχου και τον κορεσμό που αυτή προκάλεσε, ωστόσο η σταδιακή πλήρης αποσύνδεση του ελεύθερου στίχου  από την προσωδία συνδέεται με τη μεταμοντέρνα απόρριψη της αρμονικής τάξης και της οργανικότητας. Γι' αυτό και σήμερα παρατηρείται μια τάση επιστροφής στις παλιές έμμετρες μορφές, με στόχο ακριβώς την επιστροφή στην αρμονία και την οργανικότητα. Αλλά για να πετύχει το εγχείρημα της ανανέωσης δεν αρκεί μια απλή αναβίωση της παλαιάς έμμετρης προσωδίας, ούτε η απόπειρα της εξόδου από την κρίση θα μπορούσε να 'ναι αποτελεσματική, σύμφωνα με τον Βαγενά, χωρίς την εμπειρία του ελεύθερου στίχου στη βάση της.

Τι θα κατόρθωνε να συμβάλει, λοιπόν, στην υπέρβαση της κρίσης; Ο Βαγενάς προτείνει μια «επαναμάγευση» του ποιητικού λόγου, μια εκ νέου ποιητικοποίηση της ποιητικής γλώσσας, που έχει χάσει την ποιητική της δύναμη. Για να γίνει αυτό απαιτούνται ως βάση τα ποιητικά υλικά και οι ποιητικοί τρόποι του παρόντος. Δεδομένου πως τα υλικά της σύγχρονης εποχής καταγράφουν «μικρές» εξιστορήσεις, χρειάζεται μια ποιητική γλώσσα με αναφορές στον καθημερινό λόγο, που θα εκφράζεται όμως με τρόπους οι οποίοι θα δίνουν ποιητική μορφή στο σημερινό «πεζό» ποιητικό υλικό και θα παράγουν ισχυρότερη ποιητική ενέργεια από τη σημερινή. Αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί μια νέα «εμμετροποίηση» του ελεύθερου στίχου, μέσω μιας νέας δημιουργικής συνομιλίας με την έμμετρη προσωδία. Ο καταλληλότερος στίχος σήμερα θα ήταν, σύμφωνα με την πρόταση του Βαγενά, εκείνος που εκφράζει την επιθυμία για την υπέρβαση της διάλυσης, με ένα κράμα έμμετρων και ελεύθερων προσωδιακών στοιχείων, αναδιαταγμένο και με νέα, ανεκμετάλλευτα προς το παρόν, στοιχεία, αντλημένα από τον έμμετρο στίχο.

Συνεπής απέναντι στην προηγηθείσα αντιμετώπιση του μεταμοντερνισμού, ο Βαγενάς καλύπτει το κενό όσων απορρίπτει με τη δόμηση μιας ολοζώντανης ποιητικής αρχιτεκτονικής, που όχι μόνο δεν μουχλιάζει στο νοτισμένο σεντούκι της αδρανούς θεωρίας, παρά υλοποιείται στο προσωπικό του ποιητικό έργο. Πέρα, μάλιστα, από την άκρως ουσιώδη πραγμάτωση του θεωρητικού του μοντέλου στην ποίησή του, ο Βαγενάς δεν αποποιείται ποτέ την ταυτότητα του σχολαστικού φιλολόγου, ο οποίος κατορθώνει να συμπυκνώσει το περιεχόμενο ολόκληρων καλλιτεχνικών ρευμάτων, όπως ο μεταμοντερνισμός, να το κοινωνήσει με τρόπο εύληπτο στους αναγνώστες του, ασκώντας δριμεία κριτική όπου απαιτείται, κατονομάζοντας όσους ελέγχονται απ' τη γραφίδα του, και σε πείσμα της προσωρινής, όπως αποδείχτηκε, μα εξαιρετικά δυναμικής, κατά την ακμή της, μεταμοντερνιστικής τάσης, που επιδιώκει να επιβάλλει τους εισηγητές της σαν αυθεντίες. Με βάσιμα επιχειρήματα ο Βαγενάς αποκαθηλώνει τις «αυθεντίες» κι ενεργοποιεί ένα νέο όραμα, υπογραμμίζοντας με το έργο του τόσο την ποιητική του πρωτοπορία όσο και την ερευνητική και κριτική ή, γενικότερα, την επιστημονική του εμβρίθεια.

Νάσος Βαγενάς, «Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία», εκδ. Πόλις, Αθήνα 20122 (20021), σελ. 144.

«[...] Θα αναφέρω και ένα τρίτο, και τελευταίο, παράδειγμα σχετικό με το θέμα μας, μια περίπτωση – που απασχόλησε και τη δικαιοσύνη – αναφερόμενη στην έννοια της ευθύνης του συγγραφέα έναντι του περιεχομένου (των σημαινομένων) του κειμένου του. Ο Γιώργος Βέλτσος, καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, με σχετικά πρόσφατες λογοτεχνικές επιδόσεις, και λιγότερο πρόσφατες στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής, κατηγορεί έτερο καθηγητή του Πανεπιστημίου του για οικονομικές ατασθαλίες στον δημόσιο Οργανισμό του οποίου προΐσταται. Ο έτερος καθηγητής τού υποβάλλει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία εκδικάζεται. Ο κατηγορούμενος ανεβαίνει στο εδώλιο, όμως αρνείται να απολογηθεί. Παραθέτω όσα είπε αιτιολογώντας στους δικαστές την άρνησή του – είναι οι φράσεις του, τις οποίες παραθέτει, εντός εισαγωγικών, η εφημερίδα Τα Νέα (9 Ιουνίου 1993):

Αρνούμαι να απολογηθώ. Αρνούμαι να αναλύσω το κείμενο [στο οποίο περιέχονται οι υβριστικοί, κατά τον μηνυτή, χαρακτηρισμοί]. Αν απολογηθώ, θα πρέπει να σταματήσω να γράφω. Το είδος της γραφής που χρησιμοποιώ, οι ρητορικοί τρόποι δηλαδή, δεν αναφέρονται σε πρόσωπα αλλά στην ίδια τη γλώσσα. Εδώ δικάζεται η αμφίβολη γλώσσα και καταδικάζεται η ανάγνωση.

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να σχολιάσω αυτή τη μη απολογία –  ακριβέστερα, αυτή τη μεταμοντέρνα απολογία. Μιλάει μόνη της. Και λέει ότι ο εν λόγω καθηγητής-λογοτέχνης πιστεύει ότι δεν φέρει την ευθύνη των λεγομένων του κειμένου για το οποίο μηνύθηκε, γιατί στο κείμενο αυτό – αλλά και σε όλα τα κείμενα, (γενικά (λογοτεχνικά ή μη), όπως υποστηρίζει η θεωρία την οποία πρεσβεύει- εκείνος που μιλάει δεν είναι εκείνος που το έγραψε αλλά η ίδια η γλώσσα. Για να γίνω σαφέστερος: στο κείμενο για το οποίο μηνύθηκε ο καθηγητής, εκείνος που μιλάει είναι ο Μπαρτ και ο Ντεριντά. […]»