Οδοιπορικό στην περιοχή των Καλαβρύτων

Οδοιπορικό στην περιοχή των Καλαβρύτων

Του Τάσου Χατζηγεωργίου

 Το κουβάρι της ιστορικής μνήμης, που αγκαλιάζει την πόλη Καλαβρύτων, χάνεται στην απαρχή της γέννησης αυτού του κόσμου και παράλληλα περιπλέκεται με τα πλέον σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας της επανάστασης του 1821, αλλά και της Εθνικής Αντίστασης του 1941 – ‘43, με τρόπο οδυνηρό, αλλά και ένδοξο, σημαδεύοντας ανεξίτηλα τη γη των κατοίκων της αρχαίας Κύναιθας.

* Το άρθρο συμπληρώνεται με αμέτρητες φωτογραφίες από το mtb!

Η πόλη

Η ομορφιά αυτής της πόλης, με τα σύγχρονα ή αναπαλαιωμένα νεοκλασικά της, φτιαγμένα από πελεκητή πέτρα, σε τετράγωνα και ορθογώνια παραλληλόγραμμα σχήματα, με τις κατακόκκινες κεραμιδένιες στέγες, καλεί τον επισκέπτη σε μοναδικούς περιπάτους.
Οι αλέες, με τα ψηλόσωμα πλατάνια και τις πυκνόφυλλες λεύκες δημιουργούν ένα συνεχές παιχνίδισμα σκιών, αναπλάθοντας τις ακτίνες του ήλιου μέσα από τα φυλλώματα τους, με συνεχείς αντανακλάσεις, που χαράζουν τα σπίτια και τους δρόμους με λωρίδες εναλλασσόμενης φωτεινότητας.

 Οι μυρωδιές από τους λουλουδιασμένους κήπους ανταμώνουν μ’ αυτές του νοτισμένου χώματος, που αφήνει πίσω της η πρωινή πάχνη, ενώ η σταδιακή αποχώρηση της με το πέρασμα της ώρας- αποκαλύπτει κομμάτια ενός καταγάλανου ουρανού, ο οποίος με τη σειρά του αποκαθιστά τη χρωματική παλέτα της πόλης.

Δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η πόλη των Καλαβρύτων, γνώρισε την ολοκληρωτική καταστροφή πριν από περίπου 60 χρόνια και ότι όλος ο αρσενικός πληθυσμός της σφαγιάστηκε από τα μυδράλια του γερμανικού στρατού Κατοχής, ως αντίποινα για τη δράση των ανταρτών της περιοχής.

Στην άκρη της πόλης, το κλασικό κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού για τον Οδοντωτό φαντάζει σαν από κάποια άλλη εποχή, δίνοντας το στίγμα της καλαβρυτινής αρχιτεκτονικής. Ένας καλοστρωμένος δρόμος, από την πόρτα του σταθμού, περνά μπροστά από το Μουσείο του Ολοκαυτώματος, στην αυλή του οποίου, ένα γλυπτό από χυτό σίδηρο, απεικονίζει το σούρσιμο των νεκρών από τον τόπο της εκτέλεση τους, με πρωταγωνιστή τη μάννα και τα ορφανά παιδιά του αδικοχαμένου.

Ο ίδιος δρόμος οδηγεί στην κεντρική πλατεία της πόλης, – ζωντανή και σχεδόν πάντα σκιασμένη καθώς την κυκλώνουν πυκνές συστάδες από παχύκορμα πεύκα και αιωνόβια πλατάνια.
Το τζαμωτό περίπτερο του Τουρισμού, τα κιόσκια και το Ηρώον, μέσα σε μεγάλα πολύχρωμα λουλουδιασμένα παρτέρια. Εκεί, δεσπόζει η αναστηλωμένη Μητρόπολη. Δίπλα της το καμπαναριό με το μεγάλο ρολόι, σταματημένο την ώρα του χαλασμού της 13ης Δεκεμβρίου του ‘43.

Απέναντι της,  το παλαιό βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής, μικρογραφία μιας τετράκλιτης βασιλικής. Και μετά ο δρόμος της αγοράς, γεμάτος με μαγαζάκια που πωλούν τοπικά προϊόντα, βότανα, μέλι, χυλοπίτες κ.λ.π, σε οδηγεί στην άλλη άκρη της πόλης, όπου τα σπίτια αρχίζουν ν’ «ανηφορίζουν» την πλαγιά.

Το αρχοντικό της Παλαιογίνας, το Καλλιμανοπούλειο Εκκλησιαστικό Διακονικό Κέντρο και το Διοικητήριο ξεχωρίζουν, ως κτίρια.

Στα κάθετα στενάκια, της μεγάλης αυτής ευθείας, που χωρίζει την πόλη στα δυό – με κατεύθυνση από τα δυτικά προς τα’ ανατολικά – υπάρχουν δεκάδες καταστήματα παντοπωλείων, γενικού εμπορίου κ. λ. π, ενταγμένα στο παραδοσιακό στυλ της τοπικής αρχιτεκτονικής, μικρά μαγέρικα και ψητοπωλεία.

Το χιονοδρομικό κέντρο έχει πολλαπλασιάσει τους χειμερινούς επισκέπτες της πόλης και συχνά είναι δύσκολη η ανεύρεση στέγης τους μήνες, που οι πίστες του είναι κατάφορτες από χιόνι. Ο εκκλησιαστικός τουρισμός, που κατευθύνεται στην Αγία Λαύρα και στο Μέγα Σπήλαιο, αποτελεί σταθερή αξία για την οικονομία της πόλης.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί βάρος και στη νυχτερινή ζωής των επισκεπτών της πόλης, προσθέτοντας «διασκεδαστήρια», μπαρ και καφετέριες, στον κατάλογο των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών.

Το κάστρο

Το όνομα Καλάβρυτα προέρχεται από την ονομασία «Καλές βρύσες» και καταγράφηκε ιστορικά στις αρχές του ΙΓ΄ αιώνα, όταν οι Φράγκοι κατακτητές κυρίευσαν την Πελοπόννησο, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους.
Η σφραγίδα της φράγκικης κατοχής είναι το κάστρο της πόλης, που βρίσκεται σ’ ένα βράχο, δυτικά της πόλης των Καλαβρύτων.

Κατά το μοίρασμα της χώρας η περιοχή έλαχε στο γάλλο φεουδάρχη Othon de Tournay, ο οποίος το 1208 έχτισε το κάστρο «Καλοβράτ» ή «Λα Γκρίφ». στην κορυφή βουνού πάνω από την τότε  πολίχνη.

Η σημερινή πόλη είναι κτισμένη και αυτή αρκετά ψηλά, στις πλαγιές του βουνού,  σε υψόμετρο 750 μ., δυτικά του κάστρου -στη θέση της αρχαίας πόλης Κύναιθα.
Η κορυφή του λόφου αποτελεί φαρδύ οροπέδιο σε ύψος 190 μ. με μήκος 350 μ. και πλάτος 100 μ. . Αυτές είναι περίπου και οι διαστάσεις του κάστρου, γιατί ο περίβολος του φρουρίου πιάνει όλα τα κράσπεδα του οροπεδίου και υπάρχουν δεξαμενές νερού και μια πηγή με άφθονο νερό έξω, πάνω ακριβώς από τα Καλάβρυτα και λίγο χαμηλότερα από το κάστρο. Πρόκειται για την πηγή, που αναφέρει ο Παυσανίας κατά την περιήγησή του την έξοδο της οποίας την τοποθετούσε  2 στάδια (δηλαδή περίπου 340 μ.)   ψηλότερα από την αρχαία πόλη.

Το νερό της πηγής λεγόταν «άλυσσον» και «άλυσσος» λεγόταν η ίδια η πηγή, γιατί όπως υποστηρίζουν οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής προστάτευε αυτούς που το έπιναν από τη λύσσα.

«Ο λόφος, όπου ορθώνεται ο βράχος των Καλαβρύτων, γράφει ο περιηγητής Buchon, είναι απρόσιτος, απ’ όλα τα μέρη, εκτός από την πλευρά του φρουρίου, όπου βρίσκεται η πύλη, αλλά και για να φθάσει κανείς εκεί η ανάβαση είναι δυσκολοκατόρθωτη.
Η πύλη, που διατηρεί ακόμη, δεξιά και αριστερά της, τα διατειχίσματά της, είναι ακριβώς προς την αντίθετη πλευρά της σημερινής πόλης. Σ’ όλη την περιφέρεια του μεγάλου οροπεδίου, γύρω στην κορφή του βουνού, τα τείχη κρατούν πάντα, αρκετά καλά διατηρημένα. Σώζονται, ακόμη, δύο τετράγωνοι πύργοι, που ο ένας αποτελεί τμήμα του περιβόλου και ο άλλος, πολύ πιο σημαντικός, «αντικρίζει» τον «Τρέμουλα», όπως λέγεται το απέναντι βουνό.

Η περιοχή απελευθερώθηκε το 1263 μ. Χ., όπως πληροφορεί ένα έγγραφο, που ανακάλυψε ο Will Miller σε ενετικά αρχεία. Το έτος 1278 τα Καλάβρυτα ήταν και πάλι ελληνικά.

Το κάστρο και την πόλη διοικούσε έλληνας, ενώ οι φράγκοι και ενετοί «έλιωναν» στη φυλακή». Ο Ι. Σφηκόπουλος, εκτιμά ότι το «γεγονός της απελευθέρωσης προφανώς οφείλονταν στο Μεγάλο Δομέστικο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αδερφό του αυτοκράτορα της Νίκαιας κι έπειτα της Κωνσταντινούπολης, Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, ο οποίος είχε σταλεί για να πολεμήσει το Γουλιέλμο Βιλλαρδουίνο.

Το 1400 το κάστρο και η πόλη των Καλαβρύτων περνά στα χέρια των ιπποτών της Ρόδου, στους λεγόμενους καλογεροϊππότες. Μόνον τέσσερα χρόνια είχαν κρατήσει το κάστρο των Καλαβρύτων και το μέρος ξανάγινε ελληνικό, ως το 1460 που είχε κατέβει στο Μοριά ο ίδιος ο Μωάμεθ Β΄. Αυτός με τη δύναμη όχι μόνο των όπλων, αλλά και του δόλου, των ψεύτικων υποσχέσεων και της απιστίας κατέστειλε την αντίσταση συνολικά των κατοίκων της Πελοποννήσου.

Κατά την επανάσταση του 1821 είναι γνωστός ο πρωταρχικός ρόλος των Καλαβρύτων. Πρώτοι ξεσηκωμένοι έλληνες οι καλαβρυτινοί, πολιόρκησαν τρεις τούρκικους πύργους, που τα ερείπιά τους φαίνονται ακόμη – γύρω από τη πόλη – και έπιασαν αιχμάλωτο τον Αρναούτογλου, καϊμακάμη» (διοικητή) των Καλαβρύτων.

Το 1827 ο Ιμπραήμ, γιος του Μεχμέτ Αλή, αντιβασιλέα της Αιγύπτου, έκαψε τα Καλάβρυτα, την Αγία Λαύρα και όλα τα χωριά και ρήμαξε τα τριγύρω μέρη. Δε μπόρεσε, όμως, να κυριέψει το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου, που το υπεράσπιζαν με σθένος οι καλόγεροί του.

Στην κορφή άλλου βουνού, δυτικά και αυτό της πόλης των Καλαβρύτων, υπάρχουν τα ερείπια ενός άλλου κάστρου, που έκτισε ο Νικόλας La Tremouille, το οποίο χρησίμευε σαν προμαχώνας του μεγάλου καλαβρυτινού κάστρου. Σήμερα, διατηρούνται ακόμη τμήματα των τειχών του με τις επάλξεις.

Το Ολοκαύτωμα

Τα Καλάβρυτα ανήκουν στις «Μαρτυρικές Πόλεις» της Ευρώπης, τις πόλεις που ξεκληρίστηκαν και γνώρισαν τον πόνο και την καταστροφή τις ημέρες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Το μεσημέρι της 13ης Δεκεμβρίου 1943 οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής εκτέλεσαν σχεδόν όλον τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων, περίπου 700 άτομα. Το δράμα των Καλαβρύτων, όμως, ξεκίνησε μερικούς μήνες νωρίτερα. Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς οι γερμανοί γνωρίζουν μια μεγάλη ήττα, από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, μεταξύ των χωριών Ρογών και Κερπινής. Οι αντάρτες συλλαμβάνουν 80 γερμανούς αιχμαλώτους.

Ο γερμανός Διοικητής της περιοχής απαιτεί από τον ΕΛΑΣ την άμεση απελευθέρωση των γερμανών αιχμαλώτων και απειλεί ότι θα εφαρμόσει τη διαταγή του Φύρερ, που ίσχυε σε όλες τις κατεχόμενες χώρες, να προχωρήσει σε αντίποινα, σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

Ακολουθούν κρίσιμες εβδομάδες διαπραγματεύσεων , μεταξύ της τοπικής ηγεσίας του ΕΛΑΣ και των γερμανών, χωρίς κανένα  αποτέλεσμα. Στις διαβουλεύσεις αυτές και ενόψει του αδιεξόδου, που διαγράφονταν, αλλά και για να αποφευχθεί η σφαγή του άμαχου πληθυσμού, μετέχει και η Εκκλησία, προσπαθώντας να πείσει τους αντάρτες να απελευθερώσουν τους γερμανούς αιχμαλώτους.

Ο γερμανός Διοικητής διαμηνύει στην ηγεσία του ΕΛΑΣ ότι σε περίπτωση που οι αντάρτες προχωρήσουν σε εκτελέσεις των αιχμαλώτων, τότε για κάθε ένα γερμανό στρατιώτη που θα εκτελεσθεί θα «αναγκαστεί» να εκτελεί σε αντίποινα δέκα αθώους έλληνες πολίτες.  Η ηγεσία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παραμένει ανένδοτη και δεν απελευθερώνει τους γερμανούς αιχμαλώτους.

Στις 8 Δεκεμβρίου ο γερμανικός στρατός Κατοχής επιχειρεί μια σαρωτική αντεπίθεση και ανακαταλαμβάνει τα χωριά Ρωγοί και Κερπινή.

Εισέρχεται, ακόμα και στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, προσπαθώντας να εντοπίσει τους αιχμαλώτους και να τους απελευθερώσει. Το ίδιο βράδυ ο τοπικός ΕΛΑΣ προχωρεί στην εκτέλεση των 80 γερμανών αιχμαλώτων, από τους οποίους θα διασωθεί μόνον ένας.
Την επόμενη μέρα, στις 9 Δεκεμβρίου του 1943 οι γερμανοί καταλαμβάνουν αμαχητί τα Καλάβρυτα και αρχίζουν τις συλλήψεις των αρρένων κατοίκων.

Το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου το δράμα ολοκληρώνεται. Οι συλληφθέντες κάτοικοι των Καλαβρύτων, περίπου 700, οδηγούνται σ’ ένα επικλινές χωράφι, στο ύψωμα Καππή, πάνω από την πόλη και στις 12 το μεσημέρι εκτελούνται μαζικά με μυδράλια.
Από την εκτέλεση θα επιζήσουν μόνον 11 άτομα, που θάφτηκαν κάτω από τα πτώματα των συγχωριανών τους.

Παράλληλα, οι γερμανικές δυνάμεις είχαν συγκεντρώσει όλα τα γυναικόπαιδα στο σχολείο των Καλαβρύτων προς αποφυγή τυχόν αντιδράσεων τους, για την εκτέλεση.
Ξαφνικά, το σχολείο τυλίγεται στις φλόγες, από άγνωστη αιτία, κατά την ώρα της εκτέλεσης. Τα έγκλειστα, τελικά, θα σωθούν.

Ένας αυστριακός αντιναζιστής θ’ ανοίξει τις πόρτες. Μετά την εκτέλεση, οι γερμανοί βάζουν φωτιά σε πολλά σπίτια στα Καλάβρυτα, ολοκληρώνοντας την καταστροφή.
Στο σημείο της εκτέλεσης υψώνεται, σήμερα, ένας μεγάλος λευκός σταυρός, που δεσπόζει της πόλης και στις παρυφές του υψώματος υπάρχει ένα πέτρινο μνημείο με τα ονόματα των εκτελεσθέντων.

Τα Καλάβρυτα, για δεύτερη φορά, περνούν στο πάνθεον της ιστορίας – την πρώτη φορά ήταν με την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 στην Αγία Λαύρα – πληρώνοντας ακριβά το διαβατήριο της δόξας.     

Ο οδοντωτός

Το γραφικό τρενάκι του οδοντωτού, στα Καλάβρυτα, διασχίζει το φαράγγι του Βουραϊκού, περισσότερο από έναν αιώνα.

Όλο αυτό το διάστημα το τρενάκι αυτό κυκλοφορεί χωρίς ούτε ένα ατύχημα, έχει εξυπηρετήσει τους γηγενείς και την τοπική οικονομία, έχει μεταφέρει εκατομμύρια τουρίστες και επισκέπτες, έχει παίξει σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης, «έζησε» την καταστροφή  και το ολοκαύτωμα της πόλης και τώρα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο – το ομορφότερο, ίσως, φυσικό μνημείο  στη γεμάτη ομορφιές και ιστορικές μνήμες ιερής γης των Καλαβρύτων. Από τη βορινή πλευρά της κοιλάδας των Καλαβρύτων αρχίζει το φαράγγι του Βουραϊκού, που δημιουργήθηκε στην προσπάθεια του ομώνυμου ποταμού, (στην αρχαιότητα ονομάζονταν Ερασίνος), να καταλήξει στον Κορινθιακό κόλπο.

Το 1896 ανατέθηκε από την τότε κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη στο γάλλο  εργολάβο Ατόν η κατασκευή του έργου.

Η γραμμή του οδοντωτού, Διακοφτού – Καλαβρύτων, είναι η στενότερη εν ενεργεία οδοντωτή σιδηροδρομική γραμμή στον κόσμο, με πλάτος 0, 75 μ..  Το συνολικό της μήκος της είναι 22,6 χλμ, αλλά μόνον σε τρία τμήματα της – μήκους 3.400 μ.- φέρει τη διπλή οδοντωτή γραμμή. Η κλίση σε κάποια σημεία φθάνει το 145 %.

Οι πρώτες μηχανές ήταν ατμοκίνητες με κάρβουνο. Σήμερα, ο συρμός αποτελείται από δύο βαγόνια και κινείται από ντιζελομηχανή, που βρίσκεται ανάμεσα τους. εις το μέσον του. Ακόμα και τώρα υπάρχουν σιδηροτροχιές στη γραμμή που φέρουν την ημερομηνία κατασκευής της.

Όλες οι εγκαταστάσεις (σταθμοί, στάσεις κλπ.) καθώς και 20 μ. εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής έχουν χαρακτηρισθεί ιστορικά μνημεία με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού.

Το δρομολόγιο διαρκεί μία ώρα και πέντε λεπτά, με μία και μοναδική στάση στη Ζαχλωρού.

Στην αρχή η διαδρομή είναι ομαλή και μετά τα πεδινά της παραλίας μπαίνει στο πρώτο στένεμα του φαραγγιού, που αποτελείται από εντυπωσιακούς κοκκινόχρωμους βράχους διαβρωμένους από το νερό. Μετά το πρώτο τούνελ φθάνει στα Νιάματα – ένα πλάτωμα ανάμεσα στα βουνά.

Στη συνέχεια, φθάνει στο πρώτο τμήμα της διαδρομής, όπου εμπλέκεται το «δόντι» και ο συρμός κινείται με αργή ταχύτητα.

Μέσα από αρκετά τούνελ περνάμε φθάνει στις Πόρτες, το πιο στενό σημείο του φαραγγιού και ίσως το πλέον εντυπωσιακό σημείο της διαδρομής. Η γραμμή περνάει μέσα από σήραγγα.

Στις δύο εισόδους της υπάρχουν ακόμα και σήμερα οι βαριές σιδερένιες πόρτες, -σκουριασμένες πια-, που άνοιγαν μόνο για να περάσει το τρένο και απέκλειαν τη διάβαση στους πεζούς με αποτέλεσμα η διέλευση του φαραγγιού να είναι δυνατή μόνο σιδηροδρομικά.

Ακολουθώντας το τελευταίο ανηφορικό κομμάτι με το «δόντι» καρφωμένο στην οδοντωτή σιδηροτροχιά, το τρένο φτάνει στο σταθμό της Ζαχλωρούς.

Η περιοχή είναι ιδεώδης για το καλοκαίρι, όπου τα πολλά μεγάλα πλατάνια μαζί με το νερό που κυλά στο ποτάμι δημιουργούν μία δροσερή και ευχάριστη ατμόσφαιρα. Επίσης, από αυτόν το σταθμό μπορεί να επισκεφτεί κάποιος το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου.

Η διαδρομή του τρένου συνεχίζεται ομαλά, περνά από το σταθμό της Κερπινής και καταλήγει στον τελικό σταθμό των Καλαβρύτων.

Πρόκειται για μια μοναδική αίσθηση, καθώς το συνεχές κρυφτούλι της γραμμής, πότε δεξιά και πότε αριστερά του ποταμού,  αποκαλύπτει βάραθρα, αλλά και καταρράκτες, σημεία με γαλήνιες μικρές λιμνούλες, πότε το φόντο είναι μια πλούσια βλάστηση, πότε αγριωποί γυμνοί βράχοι, πότε το άνοιγμα μικρών σπηλαίων, όπου οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες είναι ορατοί.

Οι εικόνες αυτές κρατούν μόνον για ένα δευτερόλεπτο, καθώς το τρενάκι προχωρά, δίνοντας το αμέσως επόμενο μια άλλη εικόνα.

Από τα Καλάβρυτα μέχρι και τη Ζαχλωρού υπάρχει μονοπάτι, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες – είναι κατηφορικό εξάλλου – και προσφέρεται για πεζοπορία, δίπλα στην ελικοειδή κοίτη του Βουραϊκού.

Ο μύθος του

Ένα τέτοιο μνημείο της φύσης δεν θα μπορούσε να μη γιγαντώσει τη φαντασία των ανθρώπων, που κατοίκησαν ή επισκέφθηκαν την περιοχή, από τα’ αρχαία χρόνια.
Πρωταγωνιστής, ο ημίθεος Ηρακλής, που έχοντας πιάσει τον Ερυμάνθιο κάπρο για να τον πάει στον Ευρυσθέα, ανέβαινε το φαράγγι.

Στο σημείο Πόρτες ένας τεράστιος βράχος του έκλεινε το δρόμο, το οποίον και άνοιξε με ένα κτύπημα του σπαθιού, δίνοντας διέξοδο στο πιο στενό σημείο του φαραγγιού.
Ο μύθος θέλει και έναν άλλον Ηρακλή, όχι αυτή τη φορά ημίθεο, αλλά απλό θνητό, που βέβαια – αναπόφευκτα – εμπλέκεται με τις βουλές των Θεών.

Ο Ηρακλής αυτός  ήταν κτηνοτρόφος και ζούσε  σ’ ένα σπήλαιο, πάνω από τα Ζαχλωρίτικα, που και σήμερα ακόμα φέρει τα’ όνομα του. Κάποια στιγμή συνάντησε τη Βούρα, κόρη του Δία και της Ελίκης. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν δυνατά, αλλά ο πατέρας Δίας δεν ενέκρινε το γάμο διότι ο κτηνοτρόφος Ηρακλής έπινε πολύ κρασί. 

Έτσι, απομάκρυνε την κόρη του στην κορυφή του Χελμού. Η Βούρα, όμως, έμαθε από άλλους κτηνοτρόφους ότι στο χωριό Σουδενά – σήμερα Λυσοί- υπήρχε η Μισάμπελος πηγή και όποιοι έπιναν από τα νερά της μισούσαν τον οίνο. (Παυσανίας: εν τη των Λουσιατών πόλη, το πάλαι η Μισάμπελος πηγή ην, εκ ταύτης οι πίνοντες μισούσι τον οίνον). Κάλεσε, λοιπόν, τον αγαπημένο της και του ζήτησε να πιει από τη Μισάμπελο πηγή.

Ο κτηνοτρόφος Ηρακλής αμέσως μίσησε τον οίνον και ο Δίας συμφώνησε για το γάμο.
Επιστρέφοντας στη σπηλιά του, πέρασαν από τη Ζαχλωρού και αυτός από τη χαρά του έδωσε τ’ όνομα της αγαπημένης του στον ποταμού που κυλούσε μέσα στο φαράγγι.

Ένας άλλος μύθος «δίνει» το όνομα «Δικαστήριο», σ’ άλλο σπήλαιο, περίπου 6 χλμ της γραμμής Διακοφτού – Καλάβρυτα. Λέγεται ότι ένας μικρός σε ηλικία βοσκός παρακολουθούσε κάθε ημέρα τη Βούρα, όταν έπαιρνε γυμνή το μπάνιο της, σε κάποια λιμνούλα.  Ο Ηρακλής τον έπιασε και τον δίκασε μέσα στο σπήλαιο.

Η ποινή ήταν θάνατος και το γεγονός είχε αναστατώσει την περιοχή, τόσο πολύ που σ’ ένα σύμπλεγμα σταλακτιτών του σπηλαίου αποτυπώθηκε η σύνθεση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος και ο κατήγορος.    

Η Αγία Λαύρα

 Κοντά στα Καλάβρυτα, περίπου 4 χλμ, με νότια κατεύθυνση,  βρίσκεται η περίφημη Μονή της Αγίας Λαύρας. Το ιστορικό αυτό μοναστήρι ιδρύθηκε το 961 μ.Χ. από τον ασκητή Αθανάσιο Αθωνίτη, 500 μέτρα ανατολικά της σημερινής μονής, στη θέση Παλαιομονάστηρο.
Η αρχική μονή καταστράφηκε και λεηλατήθηκε τρεις φορές από τους τούρκους και τους αλβανούς, ενώ το 1943 πυρπολήθηκε από το γερμανικό στρατό Κατοχής. Η Μονή  υπήρξε θέατρο των πολεμικών  γεγονότων της μεγάλης εξέγερσης του 1821 και διεκδικεί την πρωτοπορία στην κήρυξη της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Το σημερινό κτίσμα χρονολογείται από το 1950 και αν και πρόσφατ ο, είναι βαρύ από ιστορικές μνήμες. Διαθέτει σημαντικά και ανεκτίμητα κειμήλια στο σκευοφυλάκιό της, όπως το λάβαρο του απελευθερωτικού αγώνα τρυπημένο από τουρκική σφαίρα – πρόκειται για έργο του 16ου αιώνα, κεντημένο με βελόνι από την ελληνίδα  Χρύσω, από τη Σμύρνη -, την ποιμαντορική ράβδο και τα άμφια του Παλαιών Πατρών Γερμανού, την κάρα του Αγίου Αλεξίο υ, πολιούχο της πόλης των Καλαβρύτων, που δωρίθηκε στη Μονή από τον Μανουήλ Κομνηνό – το 1359 -,  το αδαμαντοκόλλητο Ευαγγέλιο, δώρο που λέγεται της Αικατερίνης της Μεγάλης της Ρωσίας και άλλα λειτουργικά και εκκλησιαστικά σκεύη. Απέναντι από το μοναστήρι στέκεται υπερήφανο το ηρώο των αγωνιστών του 1821.

Στα βόρεια του μοναστηριού, σ’  ένα περίβλεπτο μέρος, με μαγευτικό φυσικό περιβάλλον, υψώνεται το «Μνημείο του Έθνους», που αναφέρεται στην εθνεγερσία του 1821.

Είναι ένα λιτό και απέριττο μνημείο, έργο του γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρου, μία σύνθεση τριών αγαλμάτων – της Ελευθερίας, του Κληρικού και του Αρματολού –  πλαισιωμένα με ανάγλυφες παραστάσεις. Η ιστορία του μνημείου αυτού ξεκίνησε το 1911, όταν  ο Σύλλογος Καλαβρυτινών της Αθήνας συνέστησε επιτροπή για  τη συγκέντρωση χρημάτων. Τελικά, τα εγκαίνια του έργου έγιναν, μόλις στις 25 Μαρτίου το 1971.

Το Μέγα Σπήλαιο

  Καρφωμένο στους πέτρινους βράχους, επιβλητικό στα μάτια του κάθε ταξιδιώτη και στην ψυχή του κάθε προσκυνητή, το μοναστήρι του Μέγα Σπηλαίου, μόλις 9 χλμ, πριν από τα Καλάβρυτα,  στη δεξιά όχθη του Βουραϊκού ποταμού, διασχίζει τους αιώνες κρατώντας αταλάντευτα την πορφύρα της Ορθοδοξίας. Η εκκλησία του, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κτίστηκε το 1360 μ.Χ. μέσα σε μία σπηλιά, από βορειοελλαδίτες μοναχούς.

Η παράδοση, που εξιστορεί την εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, θέλει να είναι έργο μια βοσκοπούλας – της Ευφροσύνης -, που κάποια στιγμή ανακάλυψε το σπήλαιο, οδηγούμενη από τον τράγο του κοπαδιού της, ο οποίος είχε πιει νερό από την πηγή που υπήρχε εκεί.  Μέσα στο σπήλαιο η Παναγία την προειδοποίησε την Ευφροσύνη ότι θα φθάσουν στην περιοχή δύο μοναχοί, ο Συμεών και ο Θεοδώρου και ότι θα πρέπει να τους υποδείξει το σημείο που βρίσκονταν η εικόνα της. Έτσι και έγινε. Οι μοναχοί έκτισαν την εκκλησία  και «στέγασαν» την εικόνα, που λέγεται ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά και είναι καμωμένη από κερί και μαστίχι.

Το κτίριο της Μονής υψώνεται επιβλητικά σε μια οκταόροφη κατασκευή, που παρακολουθεί τους κάθετους βράχους. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1936 και τελείωσαν πριν από την κήρυξη του πολέμου.

Πλάι στη Μονή υπάρχει ο ξενώνας, ένα νεοκλασικό κτίριο, που κτίστηκε το 1908, από τον Ξενοφώντα Σταυρόπουλο, κάτοικο του Αιγίου. Ο 18χρονος γιος του Σταυρόπουλου είχε πέσει θύμα απαγωγής.

Οι δράστες συνελήφθησαν και τα λύτρα που είχαν πάρει επιστράφηκαν στον δικαιούχο. Μ’ αυτά τα χρήματα ο Σταυρόπουλος έκτισε τον ξενώνα του μοναστηριού.
Το Μέγα Σπήλαιο υπήρξε κέντρο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, με σημαντικότερη στιγμή την απόκρουση των στρατευμάτων του Ιμπραήμ, το 1827. Στο Μουσείο του  υπάρχουν πολλά ιερά κειμήλια, εθνικές στολές του Αγώνα, ιστορικά χειρόγραφα, ιερά σκεύη, χαλκογραφίες κ.λπ. Η φήμη του είναι μεγάλη και δέχεται χιλιάδες προσκυνητές κάθε χρόνο.

Το σπήλαιο των Λιμνών

Το σπήλαιο των Λιμνών, μόλις 16 χλμ από τα Καλάβρυτα, στον επαρχιακό δρόμο για την Κλειτορία, εντυπωσιάζει για την εξαιρετική του μορφολογία, για τα μοναδικά σχήματα των σταλακτιτών και των σταλαγμιτών του, αλλά και για την ύπαρξη των υπογείων νερών του, που σχηματίζουν μικρά ποτάμια και αβαθείς λίμνες, σε 13 κλιμακωτά επίπεδα. Η φυσική του είσοδος  είναι ευρύχωρη (3,50 μ. ύψος και 6,50 μ. πλάτος) και το συνολικό του μήκους περίπου 2 χλμ.

Το πρώτο τμήμα είναι ξηρό, καλυμμένο από παχύ στρώμα ερυθράς γης – μήκους,  περίπου 80 μέτρων. Στο δεύτερο τμήμα του, περίπου 700 μ., υπάρχουν οι εκπληκτικής ομορφιάς κλιμακωτές λίμνες και οι τεράστιοι σταλακτίτες, που ξεκινούν από την οροφή του σπηλαίου και χάνονται στα ακύμαντα νερά τους. Στο βάθος του σπηλαίου υπάρχουν  οι λεκάνες υδατοσυλλογής, που δεν είναι προσβάσιμες για τους επισκέπτες.

Το νερό του σπηλαίου προέρχεται  από την έντονη σταγονορροή, αλλά και από την υπόγεια καταβόθρα του Απανωκάμπου, η οποία βρίσκεται σε μεγαλύτερο ύψος, περίπου 4 χλμ μακριά από το σπήλαιο. Σύμφωνα με τι διηγήσεις των χωρικών της περιοχής  το 1922 και το 1940 έχουν σημειωθεί εκτεταμένες πλημμύρες, ύστερα από καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις.

Η θερμοκρασία, μέσα στο σπήλαιο, κυμαίνεται από 17,5 έως 12,3 βαθμούς Κελσίου και η υγρασία του  φθάνει και το 96,3%.

Στα νερά τα ων λιμνών του δεν επιβιώνουν ψάρια αλλά μόνον μικροοργανισμοί, ενώ έχουν καταγραφεί και 5 είδη νυχτερίδων.

Οι πρώτες αυτοψίες αρχαιολόγων στο σπήλαιο των Λιμνών χρονολογούνται από το 1967. Συστηματικές ανασκαφές ξεκίνησαν το 1992, οι οποίες αποκάλυψαν ενδείξεις για την κατοίκηση του σπηλαίου ήδη από την 6η χιλιετία π.Χ.

Στα αρχαιολογικά ευρήματα συμπεριλαμβάνονται πήλινα αγγεία, κοσμήματα, οστέινα εργαλεία, καθώς και οστά  13 ατόμων που είχαν ταφεί εκεί, κατά τη νεότερη Νεολιθική περίοδο.

Το σπήλαιο των Λιμνών συγκεντρώνει, με θαυμαστό τρόπο, όχι μόνον τη φυσική ομορφιά και τα λείψανα κατοίκησης και χρήσης, αλλά και την αρχαία γραπτή μαρτυρία και το μύθο.

Ο Παυσανίας στα «Αρκαδικά» αναφέρει ότι οι θυγατέρες του βασιλιά της Τίρυνθας Προίτου – η Λυσίππη, η Ιφινόη και Ιφιάνασσα – βρήκαν εκεί καταφύγιο όταν κατελήφθησαν από θεόσταλτη «μανία», ως τιμωρία  επειδή καυχήθηκαν ότι  το παλάτι τους ήταν ωραιότερο από  το ναό της Ήρας, χλεύασαν το ξόανο της Θεάς και αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στις τελετές του Διονύσου.

Ο μύθος επιμένει ότι η ιερή αυτή «μανία» μεταδόθηκε και στις γυναίκες της περιοχής, πολλές από τις οποίες πέθαναν από κακουχίες, καθώς εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν στα γύρω βουνά.

Εάν και δεν έχουν αποκαλυφθεί στοιχεία, που  θα συνηγορούσαν ότι το σπήλαιο είχε χρησιμοποιηθεί ως λατρευτικός χώρος χθονίων θεοτήτων, αποτελεί ερωτηματικό η ανακάλυψη  των ανθρώπινων οστών, που βρέθηκαν εκεί οστά που ανήκουν σε νέες γυναίκες.
Ο λιθωματικός του διάκοσμος και οι σταλαγμιτικοί του σχηματισμοί θα μπορούσαν να προκαλέσουν θρησκευτικά συναισθήματα  στους πιστούς της αρχαίας λατρείας, όπως έχει γίνει με πλήθος άλλων σπηλαίων στην Ελλάδα.

Ένας άλλος μύθος θέλει τα νερά του σπηλαίου να χρησιμοποιούνται για την αποστροφή των ανθρώπων από τον οίνον!

Ο συσχετισμός των αρχαίων μύθων, που υπάρχουν για το σπήλαιο και η σαφής αναφορά τους στη λατρεία του Διονύσου – τόπος τιμωρίας γυναικών, που είχαν καταληφθεί από «μανία» – έχει οδηγήσει τους σύγχρονους  αρχαιολόγους σχολιαστές να εκτιμούν ότι πρόκειται για τη διαμάχη του Απολλώνιου και Διονυσιακού στοιχείου, που συναντάται και σε άλλες περιπτώσεις στην περιοχή της Αρκαδίας.     

Το χιονοδρομικό

Δεκατέσσερα χλμ από τα Καλάβρυτα και μετά από μια διαδρομή ανάμεσα σε αιωνόβια έλατα ο επισκέπτης φθάνει στη βόρεια πλευρά του Χελμού, στη θέση Ξηρόκαμπος. Εκεί, βρίσκεται το Χιονοδρομικό Κέντρο της περιοχής, η λειτουργία του οποία βοηθά σημαντικά την οικονομία των Καλαβρύτων.

Σε υψόμετρο, μέχρι και 2350 μέτρα στη θέση Βαθιά Λάκκα, είναι «ανεπτυγμένες» οι 12 πίστες του των 20 χιλιομέτρων, οι οποίες θεωρούνται από τις καλύτερες στην Ελλάδα.
Στο Χιονοδρομικό Κέντρο λειτουργούν 7 αναβατήρες, με συνολική δυνατότητα μεταφοράς 6.000 ατόμων, ανά ώρα. Το Κέντρο διαθέτει ακόμα και πίστες cross coutry ski, αλλά και μονοπάτια  πορείας και ορειβασίας. Δίπλα από τις εγκαταστάσεις του περνά το Ευρωπαϊκό Ορειβατικό Μονοπάτι Ε4.

Με την πρώτη ματιά τα δύο πέτρινα καλοκτισμένα κτίρια υποδοχής  εντυπωσιάζουν καθώς και αυτό που είναι κτισμένο από κορμούς δένδρων – περίπου 1050 τ.μ. – και προορίζεται για την ξεκούραση, τον καφέ και το φαγητό των  χιονοδρόμων και των επισκεπτών.. Μέσα στο Κέντρο, που λειτουργεί ως Δημοτική Επιχείρηση, λειτουργεί σταθμός Α΄ Βοηθειών, καταστήματα ενοικιάσεως εξοπλισμού και snowmobiles, αλλά χώροι εκπαίδευσης.

Κοντά στο χιονοδρομικό Κέντρο, στο οροπέδιο «Θανασάδες» και στη θέση που είναι γνωστή με την επωνυμία «Πουλιού Βρύση», λειτουργεί ορειβατικό καταφύγιο του Ορειβατικού Συλλόγου Καλαβρύτων.

Ο Χελμός

Πολυτραγουδισμένος και στεφανωμένος με μυθικούς θρύλους και βουκολικές παραδόσεις, ο Χελμός – Αροάνια Όρη – είναι ιδανικό μέρος για ορειβάτες αλλά και για απλούς περιπατητές. Το οροσύμπλεγμα του καλύπτει μία έκταση μεγαλύτερη των  60 τ. χλμ.
Στις τέσσερις κορυφές του υπάρχουν μαγευτικά οροπέδια  και μικρές κοιλάδες, όπως αυτή του Προφήτη Ηλία στα 2.332 υψόμετρο, της Νεραϊδοράχης, (2324 μ.) του Νεραϊδάλωνου (2324 μ.) και της Αετοράχης (2355 μ.).

Από τις κορυφές αυτές η θέα είναι μαγευτική και ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να βλέπει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο, τη Ρούμελη αλλά και τα νησιά του Ιονίου. Μπορεί ν’ απολαύσει μια εξαιρετικής μαγείας ολοπόρφυρη ανατολή, που διαρκεί περίπου δύο ώρες.
Το όνομα του – Χελμός- το απέκτησε κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, είναι σλαβικής προέλευσης και σημαίνει «χιονισμένο βουνό».

Το όνομα Αροάνια έλκει την καταγωγή του από την Πελασγική εποχή και όπως  οι περισσότερες λέξεις και τοπωνύμια της εποχής εκείνης (π.χ. Λάρισα, Ερασίνος, Κράθις κ.λπ), που αποτυπώνονταν στη γραμμική γραφή Α δεν έχουν ετυμολογηθεί.
Ολόκληρος, πάντως ο Χελμός είναι γεμάτος από νεώτερα εκφραστικά τοπωνύμια, που – εάν μη τι άλλο – υποδηλώνουν τη συνεχή κατοίκηση του. Άλλα τοπωνύμια έλκουν την καταγωγή τους από το είδος της βλάστησης, όπως Μαυρόλογγος, φτερόλακκος κ.λπ. ‘λλά από τ’ άγρια ζώα που σύχναζαν εκεί, όπως:  Λυκόρεμμα, Λαζέϊκα, Περδικόβρυση κ.λπ, από το σχήμα τους, για παράδειγμα Καστράκι (ένα διάσελο που υψώνεται  σαν πύργος), Πλάκα κλπ. Υπάρχουν τοπωνύμια στο Χελμό, που χρωστάνε  το όνομα τους σε κάποιο θρύλο.

Σε υψόμετρο 2.290 μ. υψώνεται ο βράχος του Βοϊβόντα, που σύμφωνα με το θρύλο ήταν ένας ληστής που οι Θεοί τον «μαρμάρωσαν» όταν ξεκίνησε να καταστρέψει ένα χωριό. Ένας άλλος βράχος είναι αυτός του Αγάς, που «κρατάει» χιόνια μέχρι και τον Αύγουστο.
Ο Αγάς έζησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας και τον βρήκε αστροπελέκι, όταν κατέβαινε από το βουνό να «χαλάσει» μια εκκλησιά.

Η λαϊκή φαντασία έχει λειτουργήσει καταλυτικά και έχει ονοματίσει σχεδόν κάθε τι σ’ αυτό το βουνό. Τη μεγάλη  κορυφή προς τα δυτικά, όπου φυσομανούν συνεχώς δυνατοί άνεμοι και η οποία υψώνεται σε μια επιβλητική κορυφή και ύστερα «γκρεμίζεται» σ’ ένα μεγάλο βάραθρο, την αποκάλεσε Νεραϊδόραχη, γιατί έβλεπε τις νεράιδες ν’ ανεμίζουν τα’ αέρινα πέπλα τους. Κουτουλόπυργοι  λέγεται μια σειρά από βράχους στα 2285 μ. υψόμετρο που μοιάζουν να κουτουλάνε μεταξύ τους.

Στο καταφύγιο του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, σ’ ένα διάσελο στα 2000 μ., υπάρχει μια πηγή που την αποκαλούν «του Πουλιού Βρύση», γιατί τα νερά είναι τόσο παγωμένα , ώστε για να πιει κάποιος θα πρέπει να δοκιμάζει στάλα – στάλα το νερό, όπως κάνουν και τα πουλιά. Τα μέρη, επίσης, όπου υπάρχουν στρούγκες τσοπάνηδων φέρουν τ’ όνομα του ιδιοκτήτη.

  Τέλος, το βουνό αυτό, το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Πελοποννήσου, χαρακτηρίζεται ως βοτανικός παράδεισος σπάνιων  φυτών, αλλά και ενδημικών ειδών.  Στο Χελμό φύονται φυτά με θεραπευτικές ιδιότητες, γνωστά στους κατοίκους των ορεινών χωριών, από τα οποία παρασκευάζουν διάφορες αλοιφές, κατάλληλες για τη θεραπεία αρκετών παθήσεων.

 \Η ευρύτερη περιοχή του όρους του Χελμού – 17.500 στρέμματα – έχουν κηρυχθεί από το 1977 ως «Αισθητικό Δάσος». Επίσης, από κοινού  με τμήμα του Βουραϊκού ποταμού, έχει χαρακτηριστεί ως περιοχή «Ειδικής Προστασίας, για την άγρια ορνιθοπανίδα».

   

 Το καταφύγιο


Στο διάσελο, ανάμεσα  στην κορυφή του Αυγού  (2.138 μ.) και της Νεραϊδοράχης (2.341 μ.) βρίσκεται το παλαιότερο καταφύγιο του Χελμού. Σήμερα, είναι ανακαινισμένο από τον Ορειβατικό σύλλογο Καλαβρύτων, διαθέτει τζάκι, κρεβάτια, κουβέρτες, σόμπα με καυσόξυλα και ένα πρόχειρο νοικοκυριό, που μπορεί να εξυπηρετήσει τις βασικές ανά
γκες των  ορειβατών που φθάνουν εκεί.

Στο καταφύγιο αυτό, πριν από το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, υπήρχε ένα ημερολόγιο στο οποίο οι επισκέπτες έγραφαν  τις εντυπώσεις τους. Μεγάλες προσωπικότητες της εποχής – πολιτικοί, αλλά και άνθρωποι του πνεύματος και της επιστήμης -, απολαμβάνοντας την ομορφιά της φύσης και την ερημιά  του βουνού και τα’ απέραντα ελατοδάση, έγραψαν σ’ αυτό το ημερολόγιο. Ανάμεσα τους και οι νομπελίστες Ελύτης και Σεφέρης, που αποτύπωσαν σε στίχους την αίσθηση που ένοιωσαν αγναντεύοντας την εκπληκτική θέα που προσφέρεται από το καταφύγιο. Δυστυχώς το ημερολόγιο χάθηκε και λέγεται ότι κάποιος τσοπάνος, που δεν ήξερα γράμματα το χρησιμοποίησε ως  προσάναμμα, για τη φωτιά στο τζάκι.

Τα τελευταία χρόνια, τοποθετήθηκε στο καταφύγιο άλλο ημερολόγιο, στο οποίο οι ορειβάτες γράφουν τις εντυπώσεις τους.

Τα ύδατα της Στυγός

Τα ύδατα της Στυγός  βρίσκονται σε υψόμετρο 2.100 μ., στη νότια γυμνή, βραχώδη και απότομη Νεραϊδόραχη.

Ο βράχος αυτός έχει ύψος πάνω από 200 μέτρα. Τα νερά που στάζουν και κυλούν πάνω του διασκορπίζονται σε μικρές σταγόνες, από τον αέρα και ραντίζουν ολόκληρο το βράχο. Οι ακτίνες του ηλίου διαθλώνται στις μικρές αυτές σταγόνες  και δημιουργούν ένα εξαίσιο θέαμα, καθώς στον αέρα σχηματίζονται μικρά ουράνια τόξα, εικόνα που προκαλεί στον επισκέπτη  αισθήματα δέους.

Οι αρχαίοι έλληνες θεωρούσαν τον τόπο αυτόν  κατοικία της Στυγός, μιας φοβερής Θεάς, που προκαλούσε συμφορές στους ανθρώπους. Στην «Αχιλληίδα» του ρωμαίου συγγραφέα Στατίου, αναφέρεται ότι η μητέρα του Αχιλλέα Θέτις «βάπτισε» εκεί το γιο της για να γίνει άτρωτος, κρατώντας τον από τη φτέρνα – το μοναδικό του τρωτό σημείο, όπου τόξευσε ο γιος του Πρίαμου Πάρις, κατά τον Τρωικό πόλεμο.

Οι βράχοι χάνονται σε μια μεγάλη άδενδρη ρεματιά, όπου δεν φυτρώνει ούτε ένα χόρτο. Οι αρχαίοι πίστευαν  ότι η ρεματιά αυτή οδηγούσε στο κέντρο της γης και ότι τα νερά της Στυγός σχημάτιζαν το ποτάμι του Κάτω Κόσμου, που περιέβαλε την κατοικία των νεκρών και ήταν δύσκολο κανένας να το διαβεί. Στις μαύρες του όχθες έμεναν για 100 χρόνια οι νεκροί που είχαν μείνει άταφοι και άκλαυτοι.

Στην κορυφή του βράχου υπάρχει μια μικρή λίμνη, την οποίαν οι τσοπάνηδες την αποκαλούν «Μαυρολίμνη» εξαιτίας του σκοτεινού χρώματος των νερών της. Οι γεωλόγοι εκτιμούν ότι το σκοτεινόχρωμα πέτρωμα του βυθού της λίμνης αποτελεί τεκμήριο ότι εκεί υπήρξαν παγετώνες.

Το τηλεσκόπιο

Στην κορυφή της Νεραϊδοράχης, σε υψόμετρο 2.341 μέτρων, το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, έχει εγκαταστήσει το μεγαλύτερο τηλεσκόπιο των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Η εγκατάσταση του τηλεσκοπίου, με την επωνυμία «Αρίσταρχος», στην κορυφή αυτή του Χελμού  έχει αποτελέσει την απαρχή ενός πρωτοποριακού ερευνητικού προγράμματος, με την παράλληλη λειτουργία ενός σύγχρονου ερευνητικού κέντρου.
Μέσα από το τηλεσκόπιο, του οποίου η διάμετρος είναι 2,3 μ., είναι δυνατή η παρατήρηση και ο εντοπισμός πλανητών έξω από το δικό μας πλανητικό σύστημα.
Οι δυνατότητες του τηλεσκοπίου επιτρέπουν την παρατήρηση των διεργασιών στο εσωτερικό των αστέρων, μέσα στο οποίο παρασκευάζονται χημικά στοιχεία, τη διασπορά τους στο χώρο του διαστήματος, τις εκρήξεις κ.λπ.  Μπορεί, επίσης, ν’ ανιχνεύει τη γέννηση νέων αστέρων, την πιθανή εμφάνιση μορφών ζωής και μια σειρά από άλλα αστρικά φαινόμενα.   

Πηγαίνοντας για την Τρίπολη

Ο δρόμος, από τα Καλάβρυτα για την Τρίπολη, αποτελεί μια μοναδικής ομορφιάς διαδρομή και προτείνεται στους επισκέπτες και ως επιλογή για την επιστροφή τους στην Αθήνα.

Η διαδρομή αυτή παρακολουθεί την πίσω πλευρά του Χελμού, όπου σχηματίζεται μια μικρή πεδιάδα, που στην απέναντι πλευρά της ορθώνονται τα’ αρκαδικά βουνά.
Ένας ελικοειδής δρόμος ξεκινά από την κεντρική πλατεία των Καλαβρύτων και αρχίζει ν’ ανηφορίζει βόρεια της πόλης.

Περνά δίπλα από εντυπωσιακό μνημείο του Ολοκαυτώματος και λίγο μετά διασταυρώνεται με το δρόμο που οδηγεί στα φράγκικο κάστρο της περιοχής.
Περνά, επίσης, μέσα από δασωμένες πλαγιές και στην άκρη του διάσελου συναντά ένα μικρό βυζαντινό εκκλησάκι, του Αγίου Νικολάου. Από εκείνο το σημείο η πεδιάδα είναι ορατή και ο δρόμος αρχίζει να κατηφορίζει.

Άνω και Κάτω Σουδενά

Σουδενά είναι η σημερινή τους ονομασία. Πρόκειται για τους ιστορικούς, από την αρχαιότητα ήδη, Άνω και Κάτω Λουσοί, δυό μικρά χωριά με τη δική τους ξεχωριστή ιστορία. Οι ταμπέλες τα υποδεικνύουν με το παλαιό τους όνομα.
Στην περιοχή αυτοί έζησε και έδρασαν οι γόνοι της οικογένειας των Πετμεζαίων – μεγαλοτσιφλικάδες της περιοχής.

Ο πύργος της οικογένειας βρίσκεται στους κάτω Λουσούς και εντυπωσιάζει για το σχήμα των κυκλικών του πυργίσκων με το βασικό τετράγωνο οικοδόμημα – μια αρχιτεκτονική που δεν την συναντάμε στα σπίτια της περιοχής, αλλά παραπέμπει σε οικίσκους μεγαλοαγροτών στη νότια Γαλλία.

Ο πύργος, όπως άλλωστε και τα σπίτια των Κάτω Λουσών (Σουδενά), είναι κτισμένος από την ντόπια  γκριζοπρασινωπή πέτρα, η οποία έχει λαξευτεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργεί χρωματικές αντιθέσεις, ανάλογα με τη γωνία πρόσπτωσης των ηλιακών ακτίνων. Οι κεραμοσκεπές  είναι φτιαγμένες από μεγάλα κεραμίδια, σε μια γκρι –  κόκκινη  απόχρωση και φαντάζουν επιβλητικές. Και τα δύο χωριά είναι χαρακτηρισμένα, ως «παραδοσιακοί οικισμοί» και οι όποιες επεμβάσεις ακολουθούν αυστηρούς κανόνες, που συνάδουν με τη γενικότερη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία τους.

Από του Κάτω Λουσούς, υπάρχει πινακίδα που οδηγεί τον επισκέπτη στον αρχαιολογικό χώρο – τον μοναδικό ανασκαμμένο στην περιοχή. Πρόκειται για το Ιερό της Ημερασίας Αρτέμιδας (της Θεάς που εξημερώνει) και στον αρχαίο οικισμό των Λουσών. Τα θεμέλια του Ιερού, αλλά και των άλλων οικοδομημάτων του αρχαίου αυτού οικισμού είναι ορατά  και δηλώνουν – από το μέγεθος τους – την ευμάρεια των αρχαίων κατοίκους τους.
Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1898 από το  Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Παρά το γεγονός, ότι η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως σπάνια  μνημεία, αγγεία και νομίσματα, το μεγαλόπρεπο – όπως το περιγράφει ο Παυσανίας – άγαλμα της Θεάς, δεν έχει ακόμα εντοπιστεί.

Ο μύθος της προκλασικής περιόδου, ο οποίος αναφέρεται και αυτός από τον Παυσανία, θέλει ο χώρος να έχει «μαγικές» ιδιότητες, των οποίων έκανε χρήση ο Μελάμποδας – μάντης της Ήλιδας και θεράπευε ψυχικές αρρώστιες.

 Στους αρχαίους Λουσούς αναφέρεται ότι θεραπεύτηκαν οι κόρες του Προίτου – βασιλιά της Τίρυνθας -, οι οποίες είχαν καταληφθεί από «μανία».

Στις πηγές του Αροανίου

Από τους Κάτω Λουσούς ο επισκέπτης επιστρέφει στον κεντρικό δρόμο, ακολουθώντας την ταμπέλα που τον οδηγεί στο υπόγειο παλάτι του Σπηλαίου των Λιμνών (αναφερθήκαμε γι’ αυτό στο κεντρικό θέμα). Λίγο μετά, συναντάμε την Καστριά, ένα απομονωμένο χωριουδάκι, πλαισιωμένο με πλούσια φυσική ομορφιά, όμορφα αρχοντικά και παραδοσιακά  σπιτάκια, που δυστυχώς τα παραθύρια τους παραμένουν τους περισσότερους μήνες του χρόνου κλειστά.

Αφήνοντας, στα δεξιά του δρόμου την Καστριά ο επισκέπτης  – μετά από λίγα χιλιόμετρα- ακολουθεί την ταμπέλα για το όμορφο χωριό του Πλανητέρου και τις πηγές του Αροανίου ποταμού.

Ένα πλατανοδάσος δημιουργεί μια πυκνή αλέα, κρύβοντας στην κυριολεξία τον ουρανό. Το χωριό είναι κτισμένο σε μία «σέλα», ανάμεσα σ’ έναν βραχώδη λόφο και τη δασόφυτη πλαγιά του Χελμού.

Παλαιότερα, στην περιοχή  λειτουργούσαν νερόμυλοι και νεροτριβή για τα χοντρά μάλλινα ρούχα και σκεπάσματα. Οι μικρές αυτές βιοτεχνίες είναι πλέον ερειπωμένες και η οικονομία του τόπου στηρίζεται αποκλειστικά στον τουρισμό.

Οι πηγές του Αροανίου «βγάζουν» ορμητικά τα νερά τους και η ροή τους γίνεται πιο ήπια μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα.

Στο σημείο αυτό έχουν δημιουργηθεί δύο μεγάλες «φάρμες» αναπαραγωγής πέστροφας και σολομού. Η πιο παλιά – ιδρύθηκε πριν από 30 χρόνια -, η φάρμα «Ριγόγιαννη», διαθέτει και ένα μικρό ξυλόκτιστο εστιατόριο και μικρή πέτρινη λίμνη, όπου μαύροι και λευκοί κύκνοι σεργιανάνε.

Ο γόνος της πέστροφας επιβιώνει σε τρεχούμενο νερό, μέσα σε μεγάλα αυλάκια, φραγμένα με λεπτές σίτες στις εξόδους τους. Για να φθάσουν τα ψάρια το απαιτούμενο μέγεθος χρειάζεται να περάσουν 13 έως και 14 μήνες, καθώς η διατροφή τους γίνεται με φυσικό τρόπο.

Το περιβάλλον αποτελεί ένα μοναδικό μνημείο της φύσης και υπάρχουν ξενώνες, που προσφέρονται σε προσιτές τιμές.

Τα νερά του Αροανίου ποταμού, αφού διασχίσουν την κοιλάδα της Κλειτορίας σμίγουν με τον ποταμό Λάδωνα. Για τον επισκέπτη της περιοχής, αξίζει τον κόπο να επισκεφθεί και το χωριό Μάζι, ακολουθώντας το δρόμο μετά από το χωριό του Πλανητέρου.

Το χωριό αυτό ήταν η γενέτειρα των Χονδρογιανναίων, οπλαρχηγών του 1821, η ομάδα των οποίων έδρασε στη Χελωνοσπηλιά στις 16 Μαρτίου στην πρώτη ουσιαστικά μάχη μεταξύ ελλήνων και τούρκων, στην απαρχή της επανάστασης. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού, που σχεδόν όλο το χρόνο είναι εγκαταλελειμμένο, καθώς αποκλείεται από τα χιόνια, κατοικούν στην Κάτω Κλειτορία.

Η Κλειτορία

Το χωριό Γλάστρα είναι το σημείο, που επιστρέφει ο επισκέπτης στον κεντρικό δρόμο, απ’ όπου σε 3-4 χλμ συναντά την Κλειτορία. Η κωμόπολη αυτή, με τα δίπατα πετρόκτιστα σπίτια της, είναι κυκλωμένη από πλούσια βλάστηση που της εξασφαλίζει ο Αροάνιος ποτ αμός που την περιδιαβαίνει. Οι λιθόκτιστες εκκλησιές της, οι παραδοσιακές κρήνες της, που στολίζουν τις δύο μικρές της πλατείες, αλλά και οι παλιοί νερόμυλοι και τα τοξωτά γεφύρια στην έξοδο της, προξενούν μια ευχάριστη εντύπωση.
Τα ερείπια της αρχαίας πόλης, την οποία έκτισε ο Κλείτορας – γιος του Αζάνα, έναν από τους γενάρχες του αρκαδικού γένους – βρίσκονται μόλις 3 χλμ μακρύτερα.

Οι κάτοικοι του αρχαίου Κλείτορα, σύμφωνα με τον Παυσανία, ήταν σκληροί και φιλοπόλεμοι, αλλά και εργατικοί και έμποροι. Έκοψαν πρώτοι απ’ όλους, στην ευρύτερη περιοχή, νομίσματα και σύντομα απόκτησαν μεγάλη οικονομική δύναμη.
Η ακμή της επιβεβαιώνεται και από τις επιγραφές των προξένων της πόλης στους Δελφούς.
Τα νομίσματα της, που στους πρώτους αρχαϊκούς αιώνες εικονίζονταν από τη μια ένας ιππέας και από την άλλη η κεφαλή της Αθηνάς και αργότερα στους αυτοκρατορικούς χρόνους (200 μ. Χ.) ο Ασκληπιός, η Θεά Τύχη και οι Διόσκουροι, έχουν βρεθεί σε αρκετές πόλεις και εκτός Πελοποννήσου.

 Στο χώρο της αρχαίας πόλης, που διαθέτει οχυρωματικό περίβολο, έχει εντοπιστεί θέατρο, αλλά και τα ιερά της Δήμητρας, του Ασκληπιού και της Ειλείθυιας, ενώ σε απόσταση 4 σταδίων (περίπου 1.400 μ.) βρίσκονται τα ερείπια του ναού των Διόσκουρων και σε απόσταση 30 σταδίων (περίπου 10 χλμ) βρίσκεται ο ναός της Αθηνάς Κορίας με το λατρευτικό άγαλμα και στον οποίον τελούνταν τα Κριάσια.

Μέχρι το 1830  η Κλειτορία ήταν ένας μικρός οικισμός, που μεταλλάχθηκε όμως σύντομα σε εμπορικό κέντρο της περιοχής, με αφορμή την ετήσια ζωοπανήγυρη, που διοργανώνονταν κάθε Σεπτέμβρη – ένας θεσμός που ακόμα σήμερα πραγματοποιείται, με άλλη βέβαια μορφή. Τα πέτρινα σπίτια της κτίστηκαν από Λαγκαδινούς, Κλουνικιώτες και Πλανητεριώτες μαστόρους.

Στα γύρω βουνά υπάρχουν αρκετά μοναστήρια, από τη βυζαντινή εποχή, οι μοναχοί των οποίων συνέδραμαν στην επανάσταση του 1821. Η κωμόπολης αυτή δεν εξαιρέθηκε από την καταστροφική μανία των γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής και πυρπολήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου, αμέσως μετά το Ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα.

Στη Χελωνοσπηλιά

Περνώντας τα τοξωτά γεφύρια της Κλειτορίας ο επισκέπτης συνεχίζει το οδοιπορικό προς την Τρίπολη. Η Χελωνοσπηλιά είναι μια τοποθεσία, που θα τη συναντήσει στ΄ αριστερά -μετά από 7,5 χιλιόμετρα – στο δρόμο για τα Λυκούρια, εκεί όπου βρίσκονται οι πηγές του Λάδωνα.

Στους πρόποδες του βουνού Σαϊτά, σ΄ ένα ύψωμα δεσπόζει το άγαλμα της Ελευθερίας, μια «σιδερένια» κόρη με σπασμένες αλυσίδες στα χέρια, να υψώνει προς το ουρανό το σπαθί της. Στο ύψωμα πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση ελλήνων εναντίον τούρκων, μια μάχη που στάθηκε προάγγελος της κήρυξης της Επανάστασης, μια μόλις εβδομάδα νωρίτερα. Από το σημείο εκείνο περνούσαν τούρκοι φοροεισπράκτορες, με κατεύθυνση την Τρίπολη, φορτωμένοι με χρήματα από «χαράτσια» (κεφαλικός φόρος), που είχαν πάρει  από τα Καλάβρυτα και τα γύρω χωριά.

Ο οπλαρχηγός Γιάννης Χονδρογιάννης, με εντολή του Ασημάκη Ζαΐμη, επιτέθηκε στους φοροεισπράκτορες.
Σκότωσαν ένα από αυτούς, πήραν τα φορτία με τα χρήματα και κατευθύνθηκαν στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, για να ενισχύσουν τον Αγώνα. Κάτω ακριβώς από το ύψωμα, όπου δόθηκε η μάχη, υπάρχει μια σπηλιά, στην οποίαν -σύμφωνα με την παράδοση- σύχναζαν μεγάλες χελώνες και αυτή ήταν η αφορμή η τοποθεσία αυτή να ονομαστεί «χελωνοσπηλιά».     

Ο Λάδωνας

Ο μυθικός Λάδωνας πηγάζει από το χωριό Λυκούρια. Εκεί φθάνουν τα νερά, υπογείως, από τη λίμνη του Φενεού, η οποία βρίσκεται πίσω από τον ορεινό όγκο του Χελμού. Στη διαδρομή του δέχεται τα νερά δύο μεγάλων παραποτάμων, του Αροάνιου και του Τράγου, διασχίζει τις όμορφες κοιλάδες της Κατσάνας, με τις πλούσιες καλαμιές.
Τα νερά του, άλλοτε αιχμαλωτισμένα σε σήραγγες και άλλοτε σε λίμνες, πότε φαίνεται ν΄ ανηφορίζουν και πότε να κατακρημνίζονται, ανάλογα με τη μορφολογία του εδάφους, που συναντούν.

Τελική κατάληξή τους το φράγμα της ΔΕΗ, όπου θέτουν σε λειτουργία το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ. Η τεχνητή λίμνη είναι πανέμορφη  και την οποίαν μπορεί ο επισκέπτης να περιδιαβεί, καθώς υπάρχει ένα ασφάλτινο δακτυλίδι, που την περικλείει.
Η μυθολογία θέλει το Λάδωνα ν’ αντιστέκεται στο θεό Πάνα, όταν ο τραγόμορφος και φιλήδονος ακόλουθος του Διονύσου κυνηγούσε τη νύμφη των νερών  τη Σύριγγα, ο Λάδωνας, για να τη σώσει, τη μεταμόρφωσε σε καλαμιά.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Λάδωνας ήταν ποταμίσιος θεός, γιος του Ωκεανού και της νύμφης Τηθύας. Τον ποταμό αυτόν, αλλά και τις πέστροφες του έχει υμνήσει και ο Παυσανίας, γράφοντας στα «Αρκαδικά» του: «Κάλλους γαρ μεν ένεκα ουδενός ποταμών δεύτερος ούτε των βαρβαρικών έστιν, ούτε Έλληνος».

Ο Όμηρος μνημονεύει πως στην κοίτη του ποταμού Λάδωνα υπήρχαν τρία  κατοικημένα νησάκια, η Ενίσπη, η Στρατίη και η Ρίσπη. Ο Στράβωνας κάνει λόγο για την ύπαρξη ψαριών, που έβγαζαν δυνατή φωνή.

Ο ποταμός αυτός, ήρεμος και «ξαπλωμένος», σε δαντελωτά σχήματα, σημειώνει μια αιώνια παρουσία, διατηρώντας σε διαρκή θαλερότητα την πλούσια βλάστηση, που αναπτύσσεται στις όχθες του και τον παρακολουθεί μέχρι την τεχνητή λίμνη.

Τα Λυκούρια

Τα Λυκούρια ήταν το παλαιότερο κεφαλοχώρι της περιοχή, μετά την Κλειτορία, ανήκει στο νομό Αχαΐας και αποτελεί το ακρότατο του σημείο.

Στην είσοδο του  βρίσκονται οι πηγές του Λάδωνα. Ανάμεσα σε δύο μεγάλους βράχους, το πάνω μέρος των οποίων έχει αξιοποιηθεί με τσιμεντένια βεράντα και προστατευτική ξυλοκατασκευή, ξεπηδούν τα νερά του Λάδωνα, με μια μοναδική ηπιότητα. Η μικρή λιμνούλα, που σχηματίζεται μπροστά από τα τους βράχους έχει σχεδόν ακύμαντα νερά.
Οι ντόπιοι λένε ότι το βάθος του πυθμένα της είναι αρκετά μέτρα και σχηματίζει «ρουφήχτρα», η οποία καταπίνει μέρος του νερού που βγαίνει από την πηγή. Μεγάλα πλατάνια καλύπτουν το χώρο και σκεπάζουν για αρκετές δεκάδες μέτρα το μικρό ρυάκι, που στη συνέχεια πλαταίνει.

Τα Λυκούρια απέχουν  43 χλμ από τα Καλάβρυτα και περιστοιχίζονται από δασωμένες περιοχές και μεγάλα βοσκοτόπια, που αποτελούν και τη βασική πηγή της οικονομικής ευμάρειας των κτηνοτρόφων κατοίκων τους. Η περιοχή δεν είναι αξιοποιημένη τουριστικά.

Το κλήμα του Παυσανία

Στο 9ο χιλιόμετρο του δρόμου Κλειτορίας – Τρίπολης υπάρχει το «Το κλήμα του Παυσανία». Πρόκειται για μια πανάρχαια κληματαριά, της οποίας την ηλικία οι ειδικοί την τοποθετούν περίπου στα δύο χιλιάδες χρόνια.

Η κληματαριά αναρριχάται στα μεγάλα πουρνάρια της περιοχής και συνθέτει μαζί τους μια ανεπανάληπτη εικόνα φυσικού κάλλους, που όμοια της δεν υπάρχει πουθενά αλλού στην Ελλάδα.

Το κλήμα αυτό πήρε τη συγκεκριμένη ονομασία, καθώς σύμφωνα με την παράδοση ο Παυσανίας, πηγαίνοντας από τον Ορχομενό Μαντινείας στην Κλειτορία, ξεκουράστηκε στον ίσκιο του, δίπλα στην κοίτη του Αροάνιου ποταμού και μάλιστα φέρεται να συμπλήρωσε κα να διόρθωσε κάποια κείμενα από τα «Αρκαδικά» του. Φέρεται, μάλιστα,  να σημείωσε τη συγκεκριμένη παράγραφο, που αφορά στον Αροάνιο ποταμό και στον ήχο που βγάζουν οι πέστροφες, όταν πηδούν έξω από το νερό, κολυμπώντας αντίθετα με το ρεύμα, τον οποίον και συνέκρινε με το τιτίβισμα της τσίχλας.
Το «Κλήμα του Παυσανία» έχει ανακηρυχθεί, από το 1976, με απόφαση του υπουργείου Γεωργίας, «Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης».

 Η Βυτίνα


Επόμενος σταθμός, στο δρόμο για την Τρίπολη, η τουριστική Βυτίνα. Νοικοκυρεμένη και φιλόξενη για τον κάθε ταξιδιώτη, που τον υποδέχεται με τρεις διαφορετικές εισόδους, που όλες όμως καταλήγουν στην κεντρική της πλατεία.

Τριγυρισμένη από γραφικά καφενεδάκια, ουζομεζεδοπωλεία και εστιατόρια, αλλά και καταστήματα που πουλάνε  ξυλοτεχνήματα εμπνευσμένα από τη ζωή στο φυσικό περιβάλλον της Γορτυνίας, η πλατείας αυτή αποδεικνύει του λόγου το αληθές ότι η Βυτίνα είναι ένας αγαπημένος τουριστικός προορισμός.

Ο εντυπωσιακός της ναός, του πολιούχου της Αγίου Τρύφωνα, κτίστηκε  το 1846 με το φημισμένο ντόπιο μάρμαρο, μαύρης απόχρωσης.

Οι μυρωδιές από θυμάρι, τσάι, ρίγανη και ζυμωτό ψωμί, που προέρχονται από τα καταστήματα της πλατείας, θα συνοδέψουν τον επισκέπτη της Βυτίνας στον περίπατο του, στα στενά πλακόστρωτα σοκάκια του χωριού. Το πιο παλαιό της κτίσμα είναι αυτό της βιβλιοθήκης, που κτίστηκε το 1800 και του «ελληνικού σχολείου που ανακαινίστηκε το 1831 «δια της συνδρομής του κυβερνήτη Καποδίστρια», καθώς και το επιβλητικό κτίσμα της Τριανταφυλλίδειου Δασοκομικής Σχολής, που κτίστηκε το 1891.
Μία σύντομη βόλτα, προς τα δυτικά του χωριού, όπου βρίσκονται τα ονομαστά αρχοντικά, της Βυτίνας, κτισμένα από πέτρα, στην παραδοσιακή τετραγωνισμένη αρχιτεκτονική, που κυριαρχεί σ’ όλη την ορεινή Πελοπόννησο. (Δεν είναι τυχαίο, ότι η Βυτίνα είναι από τους οικισμούς στην Πελοπόννησο, που έχει κηρυχθεί ως «παραδοσιακός οικισμός»).

Στην Κάτω Βυτίνα διασώζονται τα σπίτια του παλιού οικισμού και οι μονόκλιτες Βασιλικές των Αγίων Αποστόλων (1836) και της Παναγίας (1847).
Με έδρα τη Βυτίνα, ο επισκέπτης μπορεί κάνει πολλές εκδρομές τόσο νότια προς τα Μαγούλιανα, την Καρύταινα και τη Δημητσάνα, όσο και στα χωριά του Μαινάλου.

Λεβίδι

Συναντάμε το Λεβίδι, λίγο πριν από τη διασταύρωση με τον εθνικό δρόμο, που οδηγεί στην Κόρινθο, δια μέσου της σήραγγας του Αρτεμισίου (αριστερή κατεύθυνση) ή προς την Τρίπολη (δεξιά κατεύθυνση).

Το ειδυλλιακό αυτό κεφαλοχώρι, κτισμένο πάνω σε δύο λόφους, σε μια πλαγιά του Μαινάλου και με θέα τα Ορχομένια πεδία, προσφέρεται για μια τελευταία στάση πριν από την επιστροφή.

Το πετρόκτιστο διώροφο δημαρχείο, η εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου, η προτομή του πατέρα της Δημοκρατίας Αλέξανδρου Παπαναστασίου (προσωπικά του είδη εκτίθενται σε χώρο του Δημαρχείου), ο μαρμάρινος καλαβρυτινός καπετάν Στριφτόμπολας, που έπεσε  στη νικηφόρα μάχη του Λεβιδίου ( 14 Απριλίου  1821) και γραφικά ταβερνάκια, συνθέτουν  τα χαρακτηριστικά της ολοζώντανης και γοητευτικής πλατείας του Λεβιδίου.
Ένας περίπατος στα στενά δρομάκια του χωριού, όπου κυριαρχούν οι βαρείς όγκοι των πετρόκτιστων σπιτιών του, κτισμένα από Λαγκαδινούς και Μακεδόνες μαστόρους, θα ξεκουράσει από την οδήγηση. Για όποιους έχουν παραπάνω χρόνο προσφέρεται ένας περίπατος, προς τα βορειοδυτικά του χωριού, που οδηγεί στην κορυφή του λόφου Καρβουνιάρικα.
Εκεί, έχει κτιστεί πριν από περίπου 10 αιώνες ο ανακαινισμένος σήμερα ναός των Ταξιαρχών, τον εσωτερικό χώρο του οποίου κοσμούν τοιχογραφίες που ανάγονται στο 1719. Επιστρέφοντας, ο επισκέπτης – κάνοντας μια μικρή παράκαμψη προς τα βορειοανατολικά, μπορεί να θαυμάσει την αρχαιότερη βρύση της περιοχής, με τους δεκατέσσερις κρουνούς.   

Το γαστρονομικό

Η περιοχή των Καλαβρύτων είναι καθαρά κτηνοτροφική και η κουζίνα της εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στο κρέας, που μαγειρεύεται όμως με πολλούς τρόπους.
Πολλά νοικοκυριά και μερικές μικρές βιοτεχνίες ζυμώνουν σπιτικά ζυμαρικά (χυλοπίτες, τουτουνάκια κ.α.), με τις οποίες συχνά συνοδεύουν τα κρέατα κατσαρόλας. Οι καλαβρυτινές πίτες φτιάχνονται, συνήθως, με άγρια χόρτα και άσπρο ημίσκληρο τυρί.
Συχνά κρεατικά και πίτες συνοδεύονται ή γεμίζονται από άγρια χορταρικά που φυτρώνουν στις γύρω πλαγιές.

Οι συνταγές, που προτείνονται, κυριαρχούν στα μαγέρικα των Καλαβρύτων και είναι πολύ αγαπητές στους επισκέπτες – ιδίως τους χειμερινούς μήνες.

 Κατσικάκι φρικασέ

 Υλικά:

-Ενάμισι κιλό κατσικάκι κομμένο σε τέσσερις μερίδες

-Μισό κιλό ξερά κρεμμύδια ψιλοκομμένα

-5 σκελίδες σκόρδου

-1 κιλό αντίδια ή άγρια χόρτα, καλοπλυμένα, καθαρισμένα και ζεματισμένα

-1 ματσάκι μαϊντανό χονδροκομμένο

-Χυμό λεμονιού (2 λεμόνια)

-3 αβγά

-1 κοφτή κουταλιά  της σούπας κορν φλάουρ

-1 ποτηράκι του κρασιού λάδι

Εκτέλεση:  

Ρίχνουμε το λάδι στην κατσαρόλα μαζί με τα κρεμμύδια, τα σκόρδα και τα το κρέας και τα’ ανακατεύουμε μέχρι να μαραθούν. Σκεπάζουμε το φαγητό με νερό και μαγειρεύουμε μέχρι να είναι μισοέτοιμο, να έχει δηλαδή μαλακώσει αρκετά το κρέας. Προσθέτουμε νερό, έτσι ώστε να μείνει, τουλάχιστον, ένα λίτρο ζουμί, που θα μας χρειαστεί για το αβγολέμονο.

Όταν το φαγητό θα είναι έτοιμο χτυπάμε τα’ αβγά μαζί με το κορν φλάουρ, που προηγουμένως θα το έχουμε διαλύσει σ’ ένα ποτήρι νερό. Προσθέτουμε, λίγο – λίγο το χυμό του λεμονιού και αμέσως μετά  το ζουμί.

Ρίχνουμε το αβγολέμονο στην κατσαρόλα και κουνάμε καλά την κατσαρόλα για να πάει παντού.
Προσοχή δεν ανακατεύουμε με κουτάλα.

Διατηρούμε για 10 λεπτά το φαγητό σε χαμηλή φωτιά, για να δέσει η σάλτσα.

ΠΗΓΗ: http://find.in.gr/index.php?q=%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%89%CE%BD&u=www.katiana.gr/c8/view.php?rid=102

ΠΗΓΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ:

http://www.odontotos.com/

http://www.kalavritahotels.gr/gr/default.asp

http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/home.htm

http://www.kleitoria.gov.gr/

http://kpe-kleit.ach.sch.gr/index.html

http://www.kastriacave.gr/greek/index1.html

http://www.eooa.gr/

http://www.digital-camera.gr/

http://www.motocikleta.gr

http://www.kalavrita-ski.gr/

http://zachlorou.blogspot.com/

κ.λ.π.