Τα θρησκευτικά σύμβολα στο δημόσιο χώρο

Τα θρησκευτικά σύμβολα στο δημόσιο χώρο

Κριτήρια και προϋποθέσεις για τη δημόσια διαβούλευση

Του Παναγιώτη Νικολόπουλου*

Η  αίτηση ακυρώσεως που κατατέθηκε πρόσφατα από τρεις δικηγόρους της Θεσσαλονίκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας,[1] με αίτημα να αφαιρεθούν οι εικόνες από τα δικαστήρια, σε συνδυασμό και με την πρόσφατη απόφαση Lautsi v. Italy του Νοεμβρίου του 2009 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που καταδίκασε την Ιταλία για την παρουσία του σταυρού ως θρησκευτικού συμβόλου στις σχολικές αίθουσες, επειδή κρίθηκε ότι θίγει το δικαίωμα των γονέων να ανατρέφουν και διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους αλλά και το αναφαίρετο δικαίωμα των παιδιών στην ελεύθερη επιλογή θρησκεύματος, επανέφερε στο προσκήνιο τον προβληματισμό για τη θέση των θρησκευτικών συμβόλων στο δημόσιο χώρο.

Η συζήτηση αυτή και πάλι, όπως συνήθως, φαίνεται να εξαντλείται από τη μία πλευρά σε μία στενή  νομική προσέγγιση από τη σκοπιά των ατομικών δικαιωμάτων και από την άλλη πλευρά στην παγίως επαναλαμβανόμενη ιδιαίτερη σύνδεση ορθοδοξίας και ελληνισμού.[2]

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να προτείνουμε ορισμένα κριτήρια και προϋποθέσεις, πάνω στις οποίες κατά την άποψή μας πρέπει να οικοδομηθεί ο σχετικός δημόσιος, επιστημονικός και μη, διάλογος, από τον οποίο και θα προκύψει η ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος.         

Ι. Οι δύο έννοιες της θρησκευτικής ελευθερίας

Η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας εμφανίζεται υπό δύο αντικρουόμενες όψεις. Ο σκληρός πυρήνας του δικαιώματος είναι αδιαμφισβήτητος. Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να πιστεύει σε όποια θρησκεία επιθυμεί, ή να μην πιστεύει σε καμία, να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δημόσια ή να τις αποκρύπτει, να μην εξαναγκάζεται σε ενέργειες που συνιστούν επέμβαση στον εσώτερο κόσμο της συνείδησής του και να μετέχει ακώλυτα στη λατρεία της θρησκείας που ασπάζεται. Πέραν αυτών υπάρχουν και περιφερειακές ή οριακές εκδηλώσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, ιδίως υπό τη μορφή της αρνητικής προσβολής της, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την απαγόρευση και της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα.[3]

Η αντιμετώπιση της δημόσιας εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων αναδεικνύει δύο τύπους δημοκρατίας. Ο πρώτος τύπος απηχεί μία φοβισμένη δημοκρατία, που αναγνωρίζει ότι αδυνατεί να διαχειριστεί το διαφορετικό ή φοβάται την εκδήλωση διακρίσεων και για τούτο απαγορεύει τη εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε δημόσιους χώρους και δημόσια έγγραφα και τη δημόσια χρήση συμβόλων, που τα ανέχεται μόνο στον ιδιωτικό χώρο. Ο δεύτερος τύπος απεικονίζει μία πραγματικά ελεύθερη δημοκρατία που αισθάνεται ισχυρή να διαχειριστεί το διαφορετικό, δε φοβάται τυχόν συγκρούσεις και επιτρέπει τη δημόσια εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και σε δημόσια έγγραφα και τη χρήση συμβόλων και ενδυμάτων σε δημόσιους χώρους, επειδή διασφαλίζει την ανυπαρξία διακρίσεων, είτε νομοθετικών, είτε διοικητικών. Ο δεύτερος αυτός τύπος δημοκρατίας είναι και σύμφωνος με τη χριστιανική διδασκαλία.[4]

ΙΙ. Το συνολικό συνταγματικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας και της θρησκευτικής ελευθερίας

Κατά την εισαγωγή του Συντάγματος το 1975 ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε ταυτόχρονα το άρθρο 13, το άρθρο 16 και το άρθρο 3,  θεωρώντας προφανώς ότι οι τρεις αυτές διατάξεις συγκροτούν ένα αρμονικό πλαίσιο ρυθμίσεων και δεν συγκρούονται μεταξύ τους. Η σκέψη αυτή θεμελιώνεται στις γενικότερες μεθοδολογικές παραδοχές για την ερμηνεία του συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες κοινωνιολογικά και πολιτειολογικά στοιχεία αξιολογούνται και ενσωματώνονται στο συνταγματικό συλλογισμό[5] και συγκλίνει με την άποψη ότι  ορθότερος τρόπος ερμηνείας του συντάγματος είναι εκείνος που λαμβάνει υπόψη το Σύνταγμα «όπως αυτό είναι» με «τη φιλορθόδοξη και τη φιλελεύθερη πλευρά του» και με τη συνεκτίμηση «των πολιτικών επιλογών που τις στηρίζουν».[6] Από τη σκοπιά αυτή τόσο ο συνταγματικός, όσο και ο κοινός νομοθέτης δεν μπορούν να αγνοήσουν «…την ενύλωση στο συνειδός του σύγχρονου νεοέλληνα της παράδοσης… συνύφνανσης λόγου και μύθου στον αρχαίο και βυζαντινό κόσμο…», όχι υπό την έννοια της νόθευσης του νομικού λόγου με μεταφυσικές προτάσεις, αλλά με το να νομοθετούν «…συνεκτιμώντας και το μεταφυσικό συνειδός των κοινωνών του δικαίου…».[7]

ΙΙΙ. Ο χαρακτήρας των θρησκευτικών συμβόλων

Ως σύμβολο ορίζεται κάποιο σημείο ή σχήμα, δια του οποίου εικάζεται ή υποδηλώνεται μία έννοια ή ένα διανόημα ή και η ταυτότητα κάποιου, ενώ ειδικότερα ως θρησκευτικό σύμβολο ορίζεται «αισθητόν σημείον ή παράστασις υποσημαίνουσα θρησκευτικάς αξίας».[8]

Τα θρησκευτικά σύμβολα αρχικά διαμορφώθηκαν για να αποδώσουν με τρόπο προσιτό στον άνθρωπο όψεις του Θείου και των ιστορικών εκφάνσεών του. Η κάθε θρησκεία δέχεται διαφορετικά είδη θρησκευτικών συμβόλων σε βαθμό που ορισμένου είδους θρησκευτικά σύμβολα, που είναι αποδεκτά ή και επιβεβλημένα σε μία θρησκεία, απαγορεύονται σε κάποια άλλη. Γίνεται πάντως δεκτό ότι η χρησιμοποίηση θρησκευτικών συμβόλων για επίτευξη σκοπών μη θρησκευτικών συνιστά προσβολή της πίστης.[9]

Στο διάβα της ιστορίας διάφορες θρησκευτικές δοξασίες συνδέθηκαν περισσότερο ή λιγότερο στενά με τη συγκρότηση φυλών, συσσωματώσεων, εθνοτήτων ή εθνών-κρατών και αποτέλεσαν συνεκτικά στοιχεία της συγκρότησής και της πολιτισμικής παράδοσής τους. Στο πλαίσιο αυτό τα αντίστοιχα θρησκευτικά σύμβολα σταδιακά ενσωματώθηκαν στο συμβολικό οπλοστάσιο  των εθνικών/πολιτισμικών ή άλλης μορφής κοινοτήτων και αποτέλεσαν πλέον εθνικά σύμβολα ή σύμβολα της αντίστοιχης πολιτιστικής παράδοσης. Ως φυσική συνέπεια του χαρακτήρα αυτού, που απέκτησαν, εμφανίζεται η ανάρτησή τους σε δημόσιους χώρους, όπως κτίρια δημοσίων υπηρεσιών, δικαστήρια και εκπαιδευτήρια. Ιδιαίτερα δε η ύπαρξη του σταυρού, τόσο στο έμβλημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, όσο και στο κοντάρι της σημαίας, αλλά και ως τμήμα της ίδιας της σημαίας, βάσει των άρθρων 1 και 2 του Ν. 48/1975, γίνεται δεκτό ότι αποτελεί απόθεμα πολιτειακού συμβολισμού και όχι θρησκευτικού χρωματισμού του κράτους και δεν συνιστά προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας των μη χριστιανών ελλήνων πολιτών.[10]

Το κρίσιμο στοιχείο επομένως στη συνάφεια υπό την οποία εξετάζουμε την τοποθέτηση των θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους έγκειται στο κατά πόσο ο χαρακτήρας τους παραμένει στενά θρησκευτικός ή έχει διευρυνθεί παράλληλα και σε εθνικό/πολιτισμικό. Ανάλογα με το χαρακτήρα που θα  προσδίδεται κάθε φορά σε κάθε συγκεκριμένο θρησκευτικό σύμβολο και σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία και έννομη τάξη, θα προσδιορίζεται και κατά πόσο η δημόσια ανάρτησή του αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου με βάση τις ατομικές ελευθερίες ή αποτελεί αρμοδιότητα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας ανέλεγκτη από τα δικαστήρια, δεδομένου ότι υπάρχουν περιοχές της συνταγματικής ύλης, όπως οι λεγόμενες κυβερνητικές πράξεις, που βρίσκονται εκτός δικαστικού ελέγχου, δηλαδή δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των δικαστικών οργάνων ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών συνταγματικών διατάξεων.[11]

VI. Η απόφαση Lautsi και η αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ

Η συμβατότητα της ανάρτησης θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους σε σχέση με τη θρησκευτική ελευθερία είχε συζητηθεί από τη δεκαετία του ’90 με αφορμή την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας BVerfGE 93, 1,[12] η οποία έκρινε ότι προσβλήθηκε η θρησκευτική ελευθερία των γονέων που προσέφυγαν, επειδή ο Σταυρός, που ήταν αναρτημένος στις αίθουσες των Βαυαρικών σχολείων, συνιστά θρησκευτικό σύμβολο και όχι έκφραση του συνδιαμορφωμένου από το χριστιανισμό δυτικού πολιτισμού, ενώ η ανάρτηση του Σταυρού δεν δικαιολογείται ως έκφραση της θετικής θρησκευτικής ελευθερίας των γονέων των χριστιανών μαθητών. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας αντίθετα οι αλλόθρησκοι μαθητές πρέπει να δέχονται την παρουσία του Σταυρού στη σχολική αίθουσα με βάση την αρχή της ανεκτικότητας, επειδή δεν τους προκαλείται υπέρμετρη επιβάρυνση.[13] Μετά τη δημοσίευση της απόφασης πάντως η βαυαρική κυβέρνηση τροποποίησε το νόμο έτσι ώστε μόνο αν οι γονείς έχουν αντίρρηση θα υποχρεούται ο διευθυντής του σχολείου να απομακρύνει  τον Εσταυρωμένο, με αποτέλεσμα να αφαιρεθούν οι Σταυροί από 11 αίθουσες σε σύνολο 60.000.[14]  Νωρίτερα στην Ελβετία το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο είχε επίσης κρίνει ότι ο Σταυρός στα δημόσια σχολεία  θίγει την κρατική ουδετερότητα και την ελευθερία της πίστης.[15]

Τα βασικά στοιχεία του σκεπτικού της απόφασης της 3.11.2009  Lautsi v. Italy είναι τα ακόλουθα: Tο σχολείο δε μπορεί να είναι χώρος προσηλυτισμού, απαγορεύεται η εκπαίδευση να έχει σκοπό κατηχητικό χωρίς να σέβεται τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων, το ουδέτερο σχολείο διασφαλίζει τον πλουραλισμό, η ανάρτηση συμβόλων της πλειονότητας ασκεί πίεση σε όσους δεν ανήκουν σ’ αυτήν, ο εσταυρωμένος, έστω κι αν έχει κι άλλες σημασίες, δεν αποβάλλει το θρησκευτικό του χαρακτήρα, οι μαθητές βλέποντας αναρτημένους εσταυρωμένους νιώθουν ότι εκπαιδεύονται σε ένα περιβάλλον χαρακτηρισμένο από συγκεκριμένη θρησκεία και τελικά το δικαστήριο δεν μπορεί να κατανοήσει πως ένα σύμβολο που είναι στενά συνυφασμένο με τον καθολικισμό θα υπηρετούσε τον εκπαιδευτικό πλουραλισμό και τη δημοκρατική κοινωνία.[16]

Από το σκεπτικό της απόφασης αυτής συνάγεται ότι, κατά το ΕΔΔΑ, ακόμη κι αν κάποια θρησκευτικά σύμβολα έχουν προσλάβει και διαδραματίζουν ευρύτερο εθνικό/πολιτισμικό χαρακτήρα για τους πολίτες ενός κράτους, η ανάρτησή τους σε δημόσια εκπαιδευτήρια έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.  Επομένως το ΕΔΔΑ φαίνεται να αμφισβητεί την κυριαρχία των εθνών/κρατών να προσδιορίζουν κυρίαρχα τα εθνικά, ιδεολογικά και πολιτιστικά στοιχεία, στα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη και συγκρότησή τους.[17] Φαίνεται επίσης να παραγνωρίζει τον κίνδυνο που εγκυμονεί η υπόμνηση εθνοτικών, πολιτιστικών ή θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων, η οποία επενεργεί διαλυτικά στη συγκρότηση και λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατικών συστημάτων και οδηγεί στην κατάλυση ή τον περιορισμό της κυριαρχίας των εθνικών κρατών, επειδή δεν λαμβάνει εξίσου υπόψη του ότι ναι μεν τα συλλογικά δικαιώματα των μειονοτήτων πρέπει να είναι σεβαστά, αλλά εξίσου σεβαστά στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος πρέπει να είναι και τα δικαιώματα των πλειονοτήτων. [18] Βαρύνον εν τούτοις κριτήριο θα πρέπει να είναι ο πλήρης σεβασμός της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία απαιτεί τη διαπίστωση και αξιοποίηση της κοινής γνώμης, οπότε «η άσκηση των εξουσιών και όταν είναι τυπικά σύμφωνη με το Σύνταγμα είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτη, όταν δεν εξυπηρετεί ή βλάπτει άμεσα ή έμμεσα το συμφέρον του λαού με την έννοια του κοινωνικού συνόλου».[19]

Εκτός από την προηγούμενη επισήμανση οι ενστάσεις που τίθενται ως προς τη δεσμευτικότητα της πιο πάνω απόφασης για την ελληνική έννομη τάξη είναι δύο κυρίως. Η πρώτη σχετίζεται με το χαρακτήρα της αρμοδιότητας του ΕΔΔΑ. Σύμφωνα με όσα πρόσφατα έχει διατυπώσει ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, «Το Δικαστήριο, καθώς δεν αποτελεί τέταρτο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν έχει την εξουσία να καταργήσει νόμους, να ακυρώσει ή να αναιρέσει αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων… Εμπίπτει στην αρμοδιότητα του καταδικασθέντος Κράτους να υιοθετήσει εκείνα τα ατομικά ή γενικά μέτρα που θα του επιτρέψουν να αποκαταστήσει τις διαπιστωθείσες παραβιάσεις και να αποφύγει την καταδίκη στο μέλλον…όταν το Δικαστήριο αποφασίζει περιορίζεται από τη δεσμευτικότητα του δεδικασμένου που αναπτύσσεται σε επίπεδο εσωτερικού δικαίου (res judicata) και δεν μπορεί να αναπροσαρμόσει ή να ακυρώσει την τελεσίδικη εθνική απόφαση… το Δικαστήριο του Στρασβούργου υποχρεούται να σέβεται την αρχή της επικουρικότητας, η οποία όμως θα στερείτο νοήματος, εάν τα εθνικά δικαστήρια δεν ερμήνευαν και δεν εφάρμοζαν τη Σύμβαση. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα δικαιώματα του ανθρώπου αρνείται να καταστεί δικαστής «τέταρτου βαθμού». Εν τούτοις δεν πρέπει να μεταβληθεί ούτε σε δικαστή πρώτου βαθμού!».[20]  Εξάλλου η εκτελεστότητα των αποφάσεων του ΕΔΔΑ κατά το άρθρο 46 § 1 της ΕΣΔΑ αφορά μόνο το συμβαλλόμενο κράτος που καταδικάζεται, το οποίο όμως έχει μία υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος, δηλαδή η απόφαση δεν έχει ως άμεση συνέπεια την αυτόματη κατάργηση ή ακύρωση της πράξης που αποτέλεσε την αιτία της παραβίασης, ενώ η επιλογή των μέσων, με τα οποία θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα, αφήνεται στο κράτος-παραβάτη.[21]

Η δεύτερη ένσταση σχετίζεται με το διαφορετικό καθεστώς των σχέσεων Κράτους και εκκλησίας μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας.  Στην Ιταλία έχει υπογραφεί μεταξύ Αγίας και Έδρας και Ιταλικού Κράτους το Κονκορδάτο του 1984, στο οποίο προβλέπεται πλήρης χωρισμούς Κράτους και Εκκλησίας, αλλά παράλληλα υπάρχουν νομοθετικές ρυθμίσεις από το 1924 και 1928, με τις οποίες επιβάλλεται η ανάρτηση του εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες.  Στην Ελλάδα αντίθετα η Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία ορίζεται στο άρθρο 3 Σ ως επικρατούσα θρησκεία, αλλά για την ανάρτηση των εικόνων στα σχολεία και τα δικαστήρια δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση και ως εκ τούτου υποστηρίζεται βάσιμα ότι, εφόσον δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των θεσμικών πλαισίων των δύο εννόμων τάξεων, η απόφαση που αφορά την ανάρτηση του εσταυρωμένου στα σχολεία της Ιταλίας δεν αποτελεί δεδικασμένο για την ελληνική έννομη τάξη.[22]

V. Προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας ή επικράτηση εθίμου;

Οι υποστηρικτές της άποψης ότι η απόφαση Lautsi δεσμεύει και την Ελλάδα και πρέπει να υιοθετηθεί από την ελληνική πολιτεία δεν αποδέχονται ότι διαδραματίζει ρόλο η υπαρκτή διαφοροποίηση μεταξύ των θεσμικών πλαισίων των σχέσεων Εκκλησίας–Πολιτείας στην Ιταλία και την Ελλάδα και παράλληλα διαβλέπουν αντίθεση της ανάρτησης των εικόνων σε δημόσιους χώρους και στο άρθρο 13 § 1 Σ, εκτός της παραβίασης των άρθρων 9 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, ισχυρίζονται ότι εισάγεται στο συνταγματικό μας πλαίσιο μία σχετικοποίηση της ελευθερίας θρησκευτικής συνείδησης, η οποία εκπίπτει σε ανεξιθρησκεία, δηλαδή απλή ανοχή του πλουραλισμού θρησκευτικών πεποιθήσεων.[23] Εν τούτοις η σχετικοποίηση της θρησκευτικής ελευθερίας είναι δεδομένη στο σύνταγμά μας τόσο λόγω του άρθρου 3 Σ, όσο και λόγω της § 4 του άρθρου 13 Σ, κατά την οποία κανείς πολίτης δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του προς το κράτος και τη συμμόρφωση προς τους νόμους λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, ενώ έκφανση της σχετικοποίησης της θρησκευτικής ελευθερίας αποτελεί η υποχρεωτική αργία κατά τις Κυριακές και τις άλλες θρησκευτικές εορτές.[24]

Στην παραδοχή περί προσβολής της θρησκευτικής ελευθερίας από την ανάρτηση των εικόνων σε δημόσιους χώρους έχει αντιταχθεί η ενδιαφέρουσα άποψη ότι στην Ελλάδα δεν υφίσταται νομοθετικό πλαίσιο για την ανάρτηση των εικόνων στα σχολεία, τα δικαστήρια ή άλλους δημόσιους χώρους, αλλά η πρακτική αυτή αποτελεί την εκδήλωση ενός εθίμου, που δημιουργήθηκε από πολλούς αιώνες, πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, λόγω του σεβασμού της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Ελλάδας προς τις εικόνες και το οποίο καταδεικνύει ότι δεν θρησκεύεται το κράτος, αλλά η κοινωνία και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται να καταργήσει το έθιμο αυτό ούτε η νομοθετική, ούτε η εκτελεστική, ούτε η δικαστική εξουσία, χωρίς τη θέληση της κοινωνίας.[25]

Όπως διδάσκεται, το έθιμο, που αποτελεί πρωτογενή πηγή του δικαίου, ορίζεται ως η μακρά και ομοιόμορφή άσκηση μιας κοινωνικής συμπεριφοράς, που συνοδεύεται από την πεποίθηση των ενεργούντων ότι συμμορφώνονται σε κανόνα δικαίου.[26] Η άσκηση αυτής της συμπεριφοράς δεν πρέπει να είναι περιστασιακή ή συμπτωματική και μπορεί να έχει το χαρακτήρα ανοχής ή μη εναντιώσεως,[27] ενώ δεν πρέπει να προσκρούει στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη.[28] Πολλά έθιμα κατά την θέσπιση του γραπτού δικαίου υιοθετήθηκαν από την κυρίαρχη νομοθετική βούληση, είτε γιατί ήταν βαθιά ριζωμένα στο λαό, είτε γιατί βόλευαν και την ίδια.[29] Σύμφωνα με το άρθρο 337 ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως το έθιμο, εφόσον το γνωρίζει, ενώ η παραβίασή του από το δικαστήριο δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. ΚΠολΔ. Οι συνδρομή των προϋποθέσεων δημιουργίας του εθίμου είναι ζήτημα πραγματικό,[30] όταν δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο πρέπει να προτείνεται από το διάδικο που το επικαλείται, οπότε και αποτελεί αντικείμενο αποδείξεων, [31] μπορεί όμως να γίνει δεκτό από το δικαστήριο και με ομολογία του εναγομένου,[32] ενώ η απόφαση που αποδέχεται την ύπαρξή του πρέπει να διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της συγκεκριμένες περιπτώσεις ενσυνείδητης υπαγωγής στον άγραφο κανόνα δικαίου, που προέκυψαν από τις αποδείξεις.[33]

Από τη σκοπιά του συνταγματικού δικαίου δεν γίνεται δεκτό, κατά την κρατούσα γνώμη, έθιμο καταργητικό ή τροποποιητικό γραπτού συνταγματικού κανόνα, ενώ γίνεται δεκτό το συμπληρωματικό έθιμο σε περίπτωση ύπαρξης συνταγματικού κενού,[34] το οποίο εν τούτοις θεωρείται υποδεέστερο του κοινού τυπικού νόμου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να δημιουργηθεί έθιμο όταν ισχύει αντίθετος νόμος, εάν όμως δημιουργηθεί συμπληρωματικό έθιμο σε αρμονία με το Σύνταγμα, δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη και υπερτερεί ιεραρχικά.[35]

Στην περίπτωση της ανάρτησης των εικόνων σε δημόσιους χώρους παρατηρείται ότι δεν έχει θεσπισθεί αντίθετος τυπικός νόμος, ενώ διαπιστώνεται η ύπαρξη συνταγματικού κενού, αφού ούτε από το κείμενο του Συντάγματος συνάγεται συναφής ρύθμιση ή απαγόρευση. Επομένως από την de facto αποδοχή ή έστω ανοχή από την κοινωνία και το λαό, υπό τη στενή συνταγματική του έννοια, της ανάρτησης των εικόνων σε δημόσιους χώρους, ιδίως όταν στις σχολικές αίθουσες η πρωτοβουλία ανήκει στους διδάσκοντες και τους μαθητές και δεν διατυπώνονται αντιρρήσεις μαθητών ή γονέων,[36] συνάγεται η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη δημιουργία σχετικού εθίμου, λόγω της μακροχρόνιας επί αιώνες άσκησης της αντίστοιχης κοινωνικής συμπεριφοράς, με συνέπεια τυχόν θέσπιση αντίθετου απαγορευτικού νόμου να μην είναι επιτρεπτή, έστω κι αν υπάρξει σχετική σύσταση από δικαστική απόφαση.

IV. Ειδικότερα η ανάρτηση των εικόνων στα δημόσια σχολεία

Εάν υιοθετηθεί το σκεπτικό της απόφασης Lautsi και θεωρηθεί ότι δεν πρέπει να αναρτώνται στις σχολικές αίθουσες εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, η απόφαση αυτή θα έχει ορισμένες  συνέπειες, όπως οι ακόλουθες:

1. Δεν θα επιτρέπεται η ανάρτηση της εικόνας του Άγιου Κοσμά του Αιτωλού, παρόλο που υπήρξε σημαντικός εκπρόσωπος του νεοελληνικού διαφωτισμού και ήταν το πρόσωπο εκείνο που έσωσε την ελληνική γλώσσα και συντέλεσε στην ίδρυση πολλών σχολείων, επειδή είναι καλόγερος και Άγιος.

2. Σε περιοχές της Ελλάδας, όπου η οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή είναι στενά συνυφασμένη με έναν Άγιο, όπως η Τήνος με την Παναγία, η Κέρκυρα με τον Άγιο Σπυρίδωνα, η Κεφαλονιά με τον Άγιο Γεράσιμο, η Ζάκυνθος με τον Άγιο Διονύσιο, η Αίγινα με τον Άγιο Νεκτάριο και η Θεσσαλονίκη με τον Άγιο Δημήτριο, οι ντόπιοι μαθητές θα πρέπει να αποδεχθούν ότι δε επιτρέπεται η να βλέπουν την εικόνα του τοπικού Αγίου τους στη σχολική αίθουσα, επειδή αυτό προσβάλλει τη θρησκευτική ελευθερία κάποιων συμμαθητών τους.

3. Σε Δήμους ή τοπικά διαμερίσματα, τα οποία φέρουν το όνομα ενός Αγίου, όπως ο Δήμος Αγίου Δημητρίου, ή ενός εθνικού ήρωα κληρικού, όπως ο Δήμος Παπαφλέσσα Μεσσηνίας, θα εμφανίζεται το παράδοξο φαινόμενο να απαγορεύεται η ανάρτηση σε δημόσιους χώρους της εικόνας του προσώπου, που το όνομά του επιλέχθηκε ως επωνυμία του Δήμου ή του τοπικού διαμερίσματος.

4. Αν οι μη χριστιανοί μαθητές προσβάλλονται από τη θέα χριστιανικών εικόνων στις σχολικές αίθουσες, κατά όμοιο τρόπο οι χριστιανοί μαθητές ή και άλλοι μαθητές μπορεί να προσβάλλονται αν βλέπουν στις αίθουσες τα πρόσωπα των θεών του Ολύμπου ή τον Παρθενώνα, επειδή αποτελούν θρησκευτικά σύμβολα μίας ενεργού θρησκείας, όπως είναι ο δωδεκαθεϊσμός. Αυτό βέβαια θα είχε ως συνέπεια οι Αθηναίοι μαθητές να μη βλέπουν αναρτημένη στις σχολικές τους αίθουσες την εικόνα της θεάς Αθηνάς, από την οποία πήρε το όνομά της η πόλη τους.

Αν τελικά αφαιρέσουμε από τις σχολικές αίθουσες κάθε προσωπογραφία που θυμίζει χριστιανική θρησκεία, αρχαία ελληνική θρησκεία, ή ακόμη και επιφανή πρόσωπα της ιστορίας μας που είχαν και κάποια θρησκευτική ιδιότητα ή εμφάνιση, αφαιρούμε στην ουσία ένα μεγάλο μέρος από το σημαντικότερο κομμάτι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς με αποτέλεσμα να φτωχαίνει εξαιρετικά το περιεχόμενο της ανθρωπιστικής και αισθητικής παιδείας που παρέχεται στους έλληνες μαθητές. Άραγε η αποτροπή της ενδεχόμενης οριακής/αρνητικής προσβολής της θρησκευτικής ελευθερίας κάποιας μειοψηφικής μερίδας μαθητών  πρέπει να σταθμισθεί ως υπέρτερο έννομο αγαθό από την ποιότητα και το περιεχόμενο της παιδείας που θα παρέχεται στο σύνολο των μαθητών και τελικά κάποια ενδεχόμενα οριακά δικαιώματα μειονοτήτων να παραμερίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα της πλειονότητας;

V. Ειδικότερα η ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων στα δικαστήρια

Η ενδεχόμενη κρίση ότι η ανάρτηση θρησκευτικών εικόνων στα δικαστήρια προσβάλλει τη θρησκευτική ελευθερία κάποιων πολιτών θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο γεγονός ότι σε κάποιους διαδίκους δημιουργείται η αίσθηση ότι το Κράτος ταυτίζεται με τη χριστιανική πίστη, επειδή εξαναγκάζονται να παρίστανται κάτω από την εικόνα του Χριστού[37] και ενδεχομένως επηρεάζονται αρνητικά ως προς την υπεράσπιση της υπόθεσής τους. Για τις αίθουσες των ελληνικών δικαστηρίων πάντως ένας τέτοιος ισχυρισμός μοιάζει εκτός πραγματικότητας, δεδομένου ότι η θέση της εικόνας είναι σε τέτοιο ύψος ώστε ελάχιστα έως καθόλου γίνεται ορατή από τους διαδίκους και τους δικηγόρους, οι οποίοι απευθύνουν το βλέμμα τους ή στους δικαστές ή στους αντιδίκους, ενώ η όλη συμπεριφορά των διαδίκων και μαρτύρων, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία επιλέγουν τον θρησκευτικό όρκο, δεν μαρτυρά οποιαδήποτε δυσφορία ενόχληση από την  ύπαρξη της εικόνας του Χριστού.

Όπως είναι εξάλλου γνωστό, με το άρθρο 25 του N. 1941/1991, έχει ορισθεί η 3η Οκτωβρίου, κατά την οποία εορτάζεται η μνήμη του  Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, ως ημέρα της Δικαιοσύνης και ημέρα υποχρεωτικής αργίας για τις δικαστικές υπηρεσίες και τα δικαστήρια όλης της χώρας.Γεννάται κατόπιν αυτού το ερώτημα κατά πόσο, εάν απαγορευθεί η ανάρτηση της εικόνας του Χριστού στα δικαστήρια, θα επιτρέπεται η ανάρτηση της εικόνας του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Αν η απάντηση είναι θετική, τότε τι νόημα θα έχει η απομάκρυνση των εικόνων του Χριστού, αφού ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης είναι Άγιος, επειδή πίστεψε στο Χριστό, είναι μάρτυρας της ανάστασης του Χριστού και υπήρξε Επίσκοπος των Αθηνών «εις τύπον και τόπον Χριστού». Αν πάλι απαγορευτεί και η ανάρτηση της εικόνας του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, ποιο αντίκρισμα θα έχει η  καθιέρωση της ημέρας που εορτάζεται η μνήμη του ως ημέρας της Δικαιοσύνης; Μήπως πρέπει να καταργηθεί και το άρθρο 25 του Ν. 1941/1991; Δεδομένου όμως ότι από το νομοθέτη έχουν καθορισθεί αντίστοιχες ημέρες μνήμης, εορτής και αργίας για όλες σχεδόν τις επαγγελματικές τάξεις, θα πρέπει άραγε να καταργηθούν για λόγους ίσης μεταχείρισης όλες οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, επειδή θα κριθεί ότι αντιβαίνουν στην αρχή του ουδετερόθρησκου κράτους;

VI. Καταληκτικό συμπέρασμα.

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο στο πλαίσιο των αρχικών μας παραδοχών, ότι τέτοιου είδους αποφάσεις αποτελούν αρμοδιότητα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας και όχι αντικείμενο δικαστικού ελέγχου και δεν μπορούν να λαμβάνονται χωρίς να συνεκτιμάται το μεταφυσικό συνειδός των κοινωνών του δικαίου. Επομένως, τόσο τα εθνικά δικαστήρια, όσο και το ΕΔΔΑ, καλούνται να απέχουν από τη σχετική δικαιοδοτική κρίση στο βαθμό που οι εθνικές κυβερνήσεις και κοινοβούλια χαρακτηρίζουν συγκεκριμένα θρησκευτικά σύμβολα ως εθνικά/πολιτιστικα.

Εάν, εν τούτοις, θεωρήσουν ότι τα ορθόδοξα χριστιανικά σύμβολα, που είναι αναρτημένα στα σχολεία και τα δικαστήρια, είναι στενά θρησκευτικά και εμπίπτει στη δικαιοδοσία τους η κρίση για ενδεχόμενη προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας κάποιων πολιτών, θα πρέπει να δεχθούν ότι η ανάρτησή τους απορρέει από συμπληρωτικό συνταγματικό έθιμο αιώνων, το οποίο δε μπορεί να καταργηθεί με νεώτερο νόμο ή πολύ περισσότερο με ερμηνεία του συντάγματος ή της ΕΣΔΑ.

Άλλωστε η αντιμετώπιση ζητημάτων, όπως τα εδώ ερευνώμενα, προσλαμβάνει έντονη ιδεολογική και πολιτισμική διάσταση και δύσκολα μπορεί να διατυπωθεί μία αντικειμενική επιστημονική άποψη,[38] αφού, σύμφωνα με την «προερμηνευτική» συνταγματική θεωρία, κάθε ερμηνευτής στις «δύσκολες υποθέσεις» υιοθετεί μία προερμηνευτική επιλογή, που απορρέει από τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις του.[39]

Έναντι οποιωνδήποτε ιδεολογικών πεποιθήσεων όμως φαίνεται εύλογο να υπερισχύσουν εκείνες οι ευρύτερα αποδεκτές κοινωνικές αντιλήψεις, που αποτέλεσαν το θεμέλιο του διαμορφωμένου από αιώνων συνταγματικού εθίμου, με τη διατήρηση του οποίου, πιστεύω, συμφωνεί και ο τιμώμενος καθηγητής, ο οποίος έχει  επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία στα σχετικά ζητήματα.

*  Ο Παναγιώτης Νικολόπουλος είναι Λέκτορας του  Πανεπιστημίου Αθηνών

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στα ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ 2/2010. Ευχαριστώ τον συγγραφέα για την αποστολή για δημοσίευση στην Αποικία Ορεινών Μανιταριών.

Παραπομπές


[1] ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 9.4.2010, σ. 11ֹ  ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ 9.4.2010, σ. 14.

[2] Γιαγκάζογλου, Τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση, ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ 1/2010, 34.

[3] Κριτική προσέγγιση της σχετικής νομολογίας του ΣτΕ βλ. σε Π. Νικολόπουλο, Προβληματισμοί για την απάλειψη του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, ΤοΣ 2001, 1024.

[4] Π. Νικολόπουλος, Χωρισμός Κράτους Εκκλησίας, σ. 15.

[5] Μανιτάκης, Ερμηνεία του συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος, 1996, σ. 214

[6] Δημούλης, Η θρησκευτική ελευθερία ως κανόνας διαφοροποίησης και έννοια αποκλεισμού, στον τόμο Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα, επιμ. Δ. Χριστόπουλος, 1999, σ. 97

[7] Πουλής, Το ιδεολογικό υπόβαθρο των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους, σ. 155-156.

[8] Παύλου Δρανδάκη, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτικός οργανισμός ΦΟΙΝΙΞ, τόμος ΚΒ, σ. 513˙  Σταματάκου Ιωάννου, Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, τομ. 3, σ. 2626.

[9] ΠΠρΑθ 2317/1985 ΕΕμπΔ ΛΣΤ, 179.

[10] Βενιζέλος, Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, σ. 155ֹ Βλ. και Κόρσο, Η έλλειψη συνταγματικής προστασίας των συμβόλων της κρατικής κυριαρχίας, Χαρμόσυνο Α. Μάνεση ΙΙ, σ.253 επ.

[11] Βενιζέλος, Μαθήματα συνταγματικού δικαίου, 2008, σ. 283 ֹ Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο συνταγματικό δίκαιο, 2005, σ. 404.

[12] Βλ. το κείμενο της απόφασης σε Κομνηνός-Χλέπας/Δημητρόπουλος, Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στο χώρο της εκπαίδευσης, σ. 105 επ. και ιδίως 109, 111, 114.

[13] Βλ. αναλυτική παρουσίαση του θέματος σε Κομνηνό-Χλέπα, Παρελθόν και μέλλον της θρησκείας στην εκπαίδευση. Η απόφαση «KRUZIFIX» του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου και η σημασία της, σε Κομνηνός-Χλέπας/Δημητρόπουλος, ο.π., σ. 13 επ., όπου και πλούσιες παραπομπές στη γερμανική νομολογία και θεωρία.

[14] Χριστόδουλος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, Οι Έλληνες, οι Βαυαροί και ο «Εσταυωμένος», στον τόμο «Από χώμα και ουρανό», εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, σ. 261.

[15] SchweizBG BGE, Τμ. 116 Ia, EuGRZ 1991, 89 επ.

[16] http://www.echr.coe.int/echr/Homepage_EN

[17] Στο στοιχείο αυτό εν τούτοις έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η Ιταλική Κυβέρνηση με τις απόψεις που υπέβαλε στο ΕΔΔΑ, βλ. ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ, 1/2010, 70-73.

[18] Βεργόπουλος, Οι αμετανόητοι, σ. 175-176.

[19] Κασιμάτης, Συνταγματικό δίκαιο ΙΙ-Οι λειτουργίες του κράτους, 1980, σ. 89-90.

[20] Jean-Paul Costa, Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου και η επιρροή της στη Γαλλία,  ΝοΒ  57/2009,   1825-1832.

[21] Παντελίδου, Διάλυση σωματείου για λόγους δημόσιας τάξης, ΝοΒ 57/2009, 1309ֹ Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2006, σ. 16ֹ Κρίππας., «Μη εφαρμόσιμη στην Ελλάδα η απόφαση ΕΔΑΔ κατά Ιταλίας για τον Εσταυρωμένο λόγω της “Αρχής του δεδικασμένου”», ΣΤΟΧΟΣ 12.12.2009

[22] Αλιπράντης, Στην Ευρώπη δεν αρμόζει η ισοπέδωση. Θρησκευτική ελευθερία και εικόνες στις ορθόδοξες χώρες, ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, 7/2009, 42˙ Κονιδάρης, Κοινός νους και σύνεση, ΤΟ ΒΗΜΑ/ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ 31.1.2010, Α30ֹ Γιαγκάζογλου, ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ 1/2010, 31ֹ  Ανδρουλάκης, Σχόλιο, ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ, 1/2010, 82.

[23] Χρυσόγονος, Ανάμεσα στο Σύνταγμα και στην Ευρώπη, ΤΟ ΒΗΜΑ/ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ 31.1.2010, Α31.

[24] Μάνεσης, Ατομικές ελευθερίες α΄, σ. 256-258˙  Αλιβιζάτος, Μεταξύ κοινοτισμού και ισότητας ή για τη θρησκευτική ελευθερία των μειονοτήτων, στον τόμο Το ανομολόγητο ζήτημα των μειονοτήτων στην ελληνική έννομη τάξη, επιμ. Δ. Χριστόπουλος, εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ, σ. 195.

[25] Αλιπράντης, ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, 7/2009, 42.

[26]ΑΠ 58/2000 ΕλλΔνη 41, 718ֹ ΑΠ 815/1997 ΕλλΔνη 39, 355ֹ  Αραβαντινός, Εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, σ. 91˙  Μιχελάκης, Εισαγωγή εις το δίκαιον και εις την επιστήμην του δικαίου, σ. 48.

[27] Απ. Γεωργιάδης, Γεν. Αρχ., § 2 αρ. 9ֹ Σημαντήρας, Γεν. Αρχ., αρ. 42.

[28] ΕφΑθ 660/1990 Αρμ 44, 840.

[29] Μανωλεδάκης, εισαγωγή στην επιστήμη, σ. 156.

[30] ΑΠ 825/1995 ΝοΒ 45, 973-ονοματοδοσία αγοριού με το όνομα του παππού της πατρικής γραμμής˙  ΑΠ    72/1979 ΝοΒ 26, 1354ֹ ΑΠ 296/1968 ΝοΒ 16, 831.

[31] ΑΠ 764/1991 Νμλγ 1992, 88.

[32] ΑΠ 816/1982 ΕΕΝ 50, 47.

[33] ΑΠ 460/1971 ΝοΒ 19, 1249. Βλ. και Απ. Γεωργιάδη, ο.π., αρ. 9-12.

[34] Μάνεσης, Συνταγματικό δίκαιο Α΄, 1980, σ. 109 επ. ֹ Ράϊκος, Συνταγματικό δίκαιο Α΄, 2002, σ. 131 επ.˙   Δ. Τσάτσος, Εισηγήσεις συνταγματικού δικαίου Α΄, 1980, σ. 92 επ. Αντίθετος ο Χρυσόγονος, Συνταγματικό δίκαιο, 2003, σ. 71 επ.

[35] Δ. Τσάτσος, ο.π., σ. 96.

[36] ΚομνηνόςΧλέπας, ο.π., σ. 47 και Herzog, Kommentar zu art. 7, σε Maunz/Dürig/Herzog, Grungesetz-Kommentar, 1985, αρ.  61.

[37] Έτσι δέχθηκε για ισραηλίτη η BVerfGE 35, 266. Βλ. και αντίθετο σχόλιο Βökenförde, ZevKR 1975, 119 επ. και Κομνηνό-Χλέπα, ο.π., σ. 38.

[38] Σύμφωνη και η Λ. Παπαδοπούλου, Γάμος ομοφύλων;, ΔτΑ 38, 488.

[39] Δ. Τσάτσος, Το πρόβλημα της ερμηνείας του συντάγματος, στον τόμο Η ερμηνεία του συντάγματος, επίμ. Δ. Τσάτσου, 1995, σ. 42ֹ Μανιτάκης, Δικαιικοί καταναγκασμοί και κριτήρια ορθότητας της συνταγματικής ερμηνείας, στον τόμο Ερμηνεία του συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος, επιμ. Μανιτάκη, 1996, σ. 201ֹ Σπυρόπουλος, Η ερμηνεία του συντάγματος, 1999, σ. 188 επ. ֹ Βενιζέλος, Μαθήματα συνταγματικού δικαίου, 2008, σ. 285 επ.

2 σχόλια στο Τα θρησκευτικά σύμβολα στο δημόσιο χώρο

  1. Eleni

    Οι εικόνες στις αίθουσες των δικαστηρίων όχι μόνο δεν είναι τοποθετημένες ψηλά αλλά αντιθέτως δεσπόζουν στον τοίχο πάνω ακριβώς από την έδρα, γεγονός που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω κατά την τελευταία επίσκεψη μου στα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων. Αίολα είναι επίσης και άλλα επιχειρήματα υπέρ της παραμονής εικόνων και άλλων θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους. Ειδικότερα στα σχολεία η παρουσία τους έχει με σαφή τρόπο να κάνει με τον επίσημο θρησκευτικό προσηλυτισμό που ασκεί το κράτος για λογαριασμό της ορθόδοξης εκκλησίας. Το κράτος σε όλες του τις εκφράσει και εκφάνσεις θα πρέπει να είναι κοσμικό.

    1. Το Μανιτάρι του Βουνού Συντάκτης άρθρου

      @ Eleni

      Οι εικόνες σε υψηλό επίπεδο δεν έχουν να κάνουν με την ορθόδοξη χριστιανική πρακτική, αφού αποτελούν κυρίως μέσα για σχέση με τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Συμφωνώ ότι πρέπει να ανοίξει ο δημόσιος διάλογος και σε όλα τα επίπεδα.
      Δεν θα συμφωνήσω όμως σε μιά λογική πολεμικής αντίθεσης διότι είμαι αντίθετος ανέκαθεν με τους «λευκούς τοίχους» που σχετίζονται πολιτισμικά και ιδεολογικά με τα «λευκά κελιά».
      Απ αυτή την έποψη είναι καλοδεχούμενο το σχόλιό σου.