Αναδιανεμητικό ή κεφαλαιοποιητικό σύστημα;

Αναδιανεμητικό ή κεφαλαιοποιητικό σύστημα;

Των Αντ. Ναξάκη, Παν. Μπούρδαλα*

α. Εισαγωγή

Στο πλαίσιο της νέας καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης – νεοφιλελευθερισμού και των επιταγών του Διευθυντηρίου της Ε.Ε., το ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό σύστημα αποτελεί ένα ακόμα κεντρικό άξονα αποδόμησης. Η στρατηγική τους αφορά την πλήρη διάλυση του κοινωνικού του χαρακτήρα (αναδιανεμητικό σύστημα αλληλεγγύης με κρατική εγγύηση) και τη πλήρη αποθέωση της ατομικής ευθύνης της νεολαίας, των ανέργων, των ημιαπασχολούμενων, των εργαζομένων και των συνταξιούχων (ανταποδοτικό-κεφαλαιοποιητικό σύστημα) μέσα στο χρόνο μιας γενιάς – 30 χρόνια. Πρόκειται για την «μετάβαση από σύστημα καθορισμένων παροχών σε αυτό καθορισμένων εισφορών»  ή αλλιώς «μετάβαση από το κράτος πρόνοιας στην αγορά πρόνοιας».

Πέρα από την αφαίμαξη των ταμείων με τα «θαλασσοδάνεια» πριν το 1990 (άτοκη χρήση των τότε ανθηρών αποθεματικών με υψηλό πληθωρισμό από επιχειρήσεις κλπ, με κλοπή άνω των 75 δις €), της χρηματιστηριακής τους εκμετάλλευσης επί Κ. Σημίτη, τα δομημένα ομόλογα επί Κ. Καραμανλή, έχουμε  εισφοροδιαφυγές και εισφοροαπαλλαγές πάνω από 8 δις €, άρνηση των υποχρεώσεων του κράτους (με τους δικούς του νόμους Σιούφα, Ρέππα κλπ)  8,7 δις €… Ταυτόχρονα, ενώ θα έπρεπε να έχουμε διμερή χρηματοδότηση (3/9 εργαζόμενοι, 6/9 εργοδότες) οδηγηθήκαμε στην τριμερή (από 3/9 για εργαζόμενους εργοδότες και κράτος), με μόνους συνεπείς τους εργαζόμενους!!!

 Στη χώρα μας η ευθεία αποδόμηση αρχίζει επί Κ. Μητσοτάκη (1990) με τους ν. 1902/90 (Γιαννάκου) και κυρίως 2084/92 (Σιούφα). Την ίδια περίοδο ο παραγόμενος συλλογικός μας πλούτος σε Ε.Ε. και Ελλάδα έχει ρυθμό αύξησης κατά μ.ο. περί το 4%, που σημαίνει ότι σε  περίπου 25 χρόνια θα έχουμε διπλασιασμό. Και ενώ θα έπρεπε – από πλευράς δικαίου – να αυξηθούν από τότε οι βασικοί μας μισθοί, να μειωθεί ο εργάσιμος χρόνος και οι ασφαλιστικές μας εισφορές, συνέβησαν τα ακριβώς αντίθετα.

Η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) καταργήθηκε στους μισθούς, αυξήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, καθηλώθηκαν οι βασικοί μισθοί και αυξήθηκε ο εργάσιμος χρόνος. Ταυτόχρονα διευρύνθηκαν οι ελαστικές σχέσεις εργασίας (συμβασιούχοι, εποχικοί, ωρομίσθιοι, ενοικιαζόμενοι, τετραωρίτες, κλπ). Κατάφεραν να κατακερματίσουν τους εργαζόμενους σε «ώριμους» (εργαζόμενοι πριν το 1982), «ανώριμους» (1982-1992) και «μαύρους» (μετά το 1992).  Χαρακτηριστική είναι και η μετονομασία του Υπ. Εργασίας σε Απασχόλησης, μετά τις εθνικές του 2004 εκλογές επί Κ. Καραμανλή. Έχουμε λοιπόν ως εργατικό κίνημα υποστεί μια ήττα.

Στην επόμενη φάση, το σύστημα έχασε μετά τον ξεσηκωμό ενάντια στο ν. Γιαννίτση (2000-2001), που σάρωνε πολλά, αλλά η μη ανάπτυξη σταθερού και ανεξάρτητου κινήματος, οδήγησε σε  συμβιβασμό με το ν. 3029/2002 (Ρέππα, με  τη  στήριξη Πολυζωγόπουλου – ΓΣΕΕ) και ν. 3232/04 (διαδοχική ασφάλιση). Ήδη από την 1/1/2008 αρχίζει η  παραπέρα μείωση των συντάξεων έως και 15% στην πλήρη εφαρμογή του).

Η «νέα διακυβέρνηση» του Κ. Καραμανλή  προωθεί την παραπέρα αποδόμηση. Με την «προίκα» των 15  τελευταίων χρόνων, ο σχεδιασμός τους  ετοιμάζει ένα νέο  ισχυρό σοκ. Το μέγεθος και η έντασή του στην περίοδο που περνάμε θα εξαρτηθεί από το βαθμό:
α) Τηςιδεολογικής τους κυριαρχίας και τρομοκρατίας πάνω μας, με μια σειρά από μύθους, όπως ότι:  «στην κοινωνική ασφάλιση δεν μπορεί να υπάρξει μόνιμη λύση», «θα καταρρεύσουν τα ταμεία», «έχουμε αύξηση της ενεργούς γήρανσης», «η δημογραφική απειλή είναι αιτία της σημερινής κρίσης», «η αδιαμφισβήτητη αξιοπιστία των αναλογιστικών μελετών των σοφών», «με την αύξηση των γενικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης επηρεάζονται και οι ατομικές αποφάσεις αποχώρησης από την υπηρεσία με ανάλογη επιβράδυνση», «ο βαθμός ανταγωνιστικότητας μιας εθνικής οικονομίας συναρτάται και εξαρτάται από το ύψος των κοινωνικών δαπανών του αντίστοιχου κρατικού προϋπολογισμού», «θα πρέπει πρώτα να δυναμώσουμε την οικονομία για να μπορούμε να ασκήσουμε μετά αποτελεσματικότερη κοινωνική πολιτική», «με την ψήφιση ενός νόμου λύεται το αντίστοιχο πρόβλημα», «η αύξηση της φορολογίας επιβαρύνει το σύνολο των πολιτών», κλπ.
β) Της αποκάλυψης της αφαίμαξης των αποθεματικών των ταμείων  και κεφαλαιοποίησής τους και των ζητημάτων που αφορούν την τριμερή χρηματοδότηση.

γ) Της κατάδειξης για την απόλυτα μονομερή πολιτική του κράτους υπέρ των πλουτοκρατών – μεγαλοεπιχειρηματιών, της αποδοχής των εισφοροδιαφυγών (έως 21% φέτος), των εισφοροαπαλλαγών, των  εισφοροκλοπών τους, τη μαύρη εργασία και την καθήλωση των βασικών μας μισθών. Την απόδειξη ότι όχι μόνο δεν γίνεται δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, αλλά δεν δίνεται διόλου μερίδιο ούτε από την αύξησή του.

δ)  Της ωριμότητας της ιδεολογικής αντεπίθεσης των ζωντανών δυνάμεων εργασίας και νεολαίας αφενός και της προώθησης αιτημάτων με χαρακτηριστικά μιας ευρύτερης δυνατής συμπαράταξης, της αγωνιστικής συσπείρωσης και της ρωγμής στους νόμους που ήδη έχουν περάσει, αφετέρου.
ε)  Της ανάσχεσης του δουλοκτητικού τρόπου εκμετάλλευσης των μεταναστών ως εργαζομένων και της  συνήθως ανασφάλιστης εργασίας τους (με κρατική ενθάρρυνση).
στ)Της κινηματικής συνένωσης του κατακερματισμένου εργασιακά λαού (νεολαία, άνεργοι, ημιαπασχολούμενοι, εργαζόμενοι, μικροί ελεύθεροι επαγγελματίες ή επιχειρηματίες,  αγρότες, ώριμοι και μη).

ζ)  Της ανάσχεσης της ενσωμάτωσης των γραφειοκρατικών τριτοβάθμιων συνδικάτων (ΑΔΕΔΥ- ΓΣΕΕ-ΠΑΣΕΓΕΣ κλπ) με κίνημα κυρίως από «τα κάτω».

η) Της άρνησης του κατακερματισμού του κινήματος των υποκειμένων της ζωντανής εργασίας (α/βάθμια σωματεία-ομοσπονδίες, ΠΑΜΕ, Πρωτοβουλίες) στα διάφορα επίπεδα αγωνιστικής σύγκλισης.

 Θεωρούμε ότι μεσοπρόθεσμα – μέχρι την σχεδιαζόμενη καθιέρωση του απολύτως ανταποδοτικού – κεφαλαιοποιητικού συστήματος –  θα επιχειρήσουν να περάσουν προηγουμένως από το συνταξιοδοτικό ενδιάμεσο σύστημα των «τριών πυλώνων» τύπου ΟΓΑ, που στην ουσία είναι ένας πυλώνας με δύο επικουρικούς:

1ος  Μιας ελάχιστης κύριας ασφάλειας που θα έχει δημόσιο – καθολικό χαρακτήρα και η οποία στο μέλλον θα αποτελεί το «δίκτυ» μας, όταν θα καταρρέουν οι ασφαλιστικές εταιρείες τύπου Enron.

2ος  Μιας επικουρικής που θα είναι κλαδική ή διακλαδική και θα «τζογάρεται» σε χρηματιστήρια, ομόλογα και ομόλογα ομολόγων.

3οςΜιας επαγγελματικής – ιδιωτικής, με προαιρετικό χαρακτήρα, που θα έχει τη μορφή συμβολαίων, κυρίως ομαδικής ιδιωτικής ασφάλισης. Το κράτος στο πλαίσιο αυτό προπαγανδίζει ήδη το εφεύρημα της «εθνικής σύνταξης» ή αλλιώς την «ελάχιστη εγγυημένη σύνταξη» … πείνας.

Θεωρούμε ακόμα ότι έτσι ερμηνεύεται και το ασφαλιστικό μέρος του συστήματος (αυξήσεις στις  κρατήσεις κλάδου ασθένειας, αυξήσεις σε εξετάσεις προληπτικής ιατρικής, ασθενειών, θεραπείας, νοσηλείας, φαρμάκων) οι οποίες ήδη έχουν αρκετά επιβαρυνθεί με την καθήλωση του ΕΣΥ, IKA και τις λίστες φαρμάκων.

Τα τελευταία «επιστημονικά πορίσματα» αναφέρουν πως «χρειάζεται μια πιο αποφασιστική τομή στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα». Η επιμονή των εισηγητών στα μέτρα σοκ που «πρέπει» να παρθούν, επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση ότι ο ανεμοστρόβιλος της ριζικής αντιδραστικής τομής στο κοινωνικό-ασφαλιστικό σύστημα  θα περιλαμβάνει, όχι απλά κάποιες διορθωτικές παρεμβάσεις, αλλά «μια πιο ποιοτική ανασυγκρότηση στη φιλοσοφία και τις επιμέρους πλευρές που συνθέτουν το ασφαλιστικό καθεστώς».

Σίγουρα όμως σχεδιάζουν σύντομα την εξίσωση προς τα κάτω αδρών – γυναικών, παλαιών και νέων ασφαλισμένων, νέα κατηγορία για τη νέα γενιά ασφαλισμένων, θεσμοθέτηση κινήτρων «εθελοντικής» παραμονής στην εργασία μετά τα 65, «επανακαθορισμό» των βαρέων και ανθυγιεινών, «επανεξέταση» των αναπηρικών συντάξεων, «ενοποίηση» των ταμείων προς τα κάτω (τύπου ΙΚΑ), «εξυγίανση» των κλάδων ασθένειας…

Σχεδιάζουν δηλαδή: Λιγότερα χρήματα στη σύνταξη, μικρότερους (βασικούς) μισθούς, αργότερα για τη συνταξιοδότηση, περισσότερη ανεργία, χειρότερα για την περίθαλψη και την πρόνοια, περισσότερες κρατήσεις, «ενοποιήσεις» προς τα κάτω, μείωση βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων…

β. Οι βαθύτεροι στόχοι του κεφαλαίου

Η παρέμβαση του κεφαλαίου στο ζήτημα της ασφάλειας (περίθαλψη, σύνταξη) της ζωντανής εργασίας δεν αφορά μόνο μια μόνο μάχη μεταξύ τους, αλλά ένα μακρόχρονο πόλεμο.

 Αυτό βεβαίως σημαίνει εγκατάλειψη της αρχής της ισότητας εισοδήματος εργαζόμενων – συνταξιούχων και σύνδεση της σύνταξης με την απόδοση των κεφαλαίων των εισφορών, που οδηγεί θεωρητικά από το να χάσει ο συνταξιούχος την σύνταξή του (περίπτωση Enron) μέχρι να παίρνει σύνταξη μεγαλύτερη απ’ ότι θα έπαιρνε με βάση το αναδιανεμητικό σύστημα (σε περίπτωση που τα κεφάλαια των εισφορών θα έχουν μεγάλες αποδόσεις). Το τελευταίο βεβαίως μοιάζει με τις προσδοκίες που έτρεφαν οι αποταμιευτές που αποφάσισαν να τζογάρουν (κεφαλαιοποιήσουν) τις οικονομίες τους και θα πραγματοποιηθεί, όσο πραγματοποιήθηκε και γι’ αυτούς…

Δύο βασικοί τύποι αναδιανεμητικών συστημάτων εφαρμόστηκαν τα τελευταία 50 χρόνια:

α) Το Αγγλοσαξονικό, όπου την κύρια σύνταξη απέδιδε το κράτος για όλους, μέσω του προϋπολογισμού, αντλώντας τους πόρους του από τα εισοδήματα και τα κέρδη.

β) Το Γαλλογερμανικό, όπου την δομή των ταμείων κύριας σύνταξης χρηματοδοτούσαν οι εισφορές εργοδοτών 6/9 και εργαζομένων 3/9.

Βεβαίως υπήρχαν μικτά συστήματα, όπως στην χώρα μας, όπου δεν υπήρχε ταμείο κύριας σύνταξης στους δημόσιους υπάλληλους, αλλά μόνο η λογιστική αναφορά του στις μισθολογικές καταστάσεις. Ιδιαίτερα για τους εκπαιδευτικούς μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε ούτε αυτό, αφού το κράτος από την 10ετία του ’50 είχε δεσμευτεί να καταβάλλει τις εισφορές του εργαζόμενου (εκτός από εκείνες του εργοδότη) έναντι αυξήσεων, που δεν δόθηκαν.

Στην πραγματικότητα, δηλαδή το κράτος – εργοδότης κατέβαλλε συντάξεις μέσω του προϋπολογισμού. Εκμεταλλευόταν δηλαδή τις εισφορές (εργοδότη και εργαζόμενου) όλα τα χρόνια της εργασιακής ζωής του εργαζόμενου, όπως νόμιζε, έχοντας την δέσμευση να καταβάλλει την σύνταξη βάσει της αρχής της ισότητας εισοδήματος εργαζομένου – συνταξιούχου. Εξ αυτού προκύπτει ότι η κύρια σύνταξη πρέπει να αποτελεί το 80% των αποδοχών του τελευταίου μήνα εργασίας.

Βάσει λοιπόν της αναδιανεμητικής αρχής, το κράτος ήταν υποχρεωμένο να εγγυηθεί την ισότητα εισοδήματος εργαζομένων – συνταξιούχων.  Η εγκατάλειψη λοιπόν της αναδιανεμητικής αρχής και η αποδοχή αυτής της εγκατάλειψης είναι ο κύριος στόχος της αναδιάρθρωσης των ασφαλιστικών συστημάτων. Ο δεύτερος και εξ ίσου κύριος στόχος είναι η μετάβαση σε κεφαλαιοποιητικά συστήματα, ή αλλιώς, συστήματα ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Σ’ αυτή τη φράση «κρύβεται» ένα νέο αστικό φαντασιακό, που περιλαμβάνει την κεφαλαιοποίηση της περιουσίας και των διαθέσιμων των ασφαλιστικών ταμείων, ανεξάρτητα από το αν είναι ταμεία κύριας ή επικουρικής ασφάλισης.

Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε λίγο καλύτερα την πορεία ανάπτυξης αυτής της καπιταλιστικής ιδέας.  Πρώτα – πρώτα η πρωτοβάθμια περίθαλψη, ο διαγνωστικός τομέας της υγείας, όπως και μεγάλο μέρος της θεραπείας των ασθενών θα ιδιωτικοποιηθούν άμεσα, αφού βεβαίως οι ιδιωτικές ασφαλιστικές θα διαθέτουν δικά τους ιατρικά κέντρα ή θα είναι συμβαλλόμενες με ιδιωτικά ιατρικά κέντρα. Τα Νοσοκομεία θα παραμείνουν μόνο για τις ασύμφορες καταστάσεις περίθαλψης και θα λειτουργούν βεβαίως με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Δεύτερον τα ταμεία επικουρικά ή κύριας σύνταξης, όπως τα ξέραμε σήμερα δεν θα χρειάζονται να υπάρχουν, με αποτέλεσμα και οι υπηρεσίες του κράτους και το υπαλληλικό προσωπικό που τις προσφέρει θα είναι αχρείαστα.  Ένα τέτοιο σενάριο σήμερα είναι ανεφάρμοστο, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για το σύνολο του Δυτικού κόσμου (δεν μιλάμε για τον τρίτο κόσμο). Κατ’ αρχήν κανένα ταμείο κύριας ασφάλισης δεν υπάρχει που να διαθέτει πλεονάσματα.  

Μια τέτοια διαδικασία απαιτεί την δημιουργία σε πρώτη φάση παντού ταμείων κύριας ασφάλισης. Την εγκατάλειψη δηλαδή των εικονικών ταμείων, όπου υπήρχαν έως τώρα.  

Σήμερα στη χώρα μας, όπως και στις υπόλοιπες χώρες, η μετάβαση στην ασφαλιστική αρχή, αφορά κυρίως τα ταμεία επικουρικής ασφάλισης, που έχουν αποθεματικά και περιουσία. Είναι φανερό πως η μετάβαση σε συστήματα πλήρους κεφαλαιοποίησης ασφαλιστικών δικαιωμάτων είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, που ακόμα κι αν προχωρήσει απρόσκοπτα, δεν είναι δυνατόν αυτό να γίνει, αν δεν περάσουν 30 χρόνια!  

Συμπερασματικά, είναι φανερό από τα παραπάνω, πως συστήματα πλήρους κεφαλαιοποίησης ασφαλιστικών δικαιωμάτων για να αναπτυχθούν και τελικά να εφαρμοστούν απαιτείται για τον Ευρωπαϊκό τουλάχιστον κύκλο, μια μακριά χρονικά περίοδος, της τάξης των 30χρόνων.

Να αναφέρουμε ως μια επί πλέον απόδειξη των παραπάνω, πως η κεφαλαιοποίηση έχει προχωρήσει μόνο στην Αγγλία και Ολλανδία ικανοποιητικά, στην Γαλλία είναι άγνωστη, ενώ στην Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Σουηδία, κλπ, αφορά το 3% του Α.Ε.Π…

γ. Η ιδεολογική μάχη υποκειμένων κεφαλαίου – εργασίας

Οι δυνάμεις του κεφαλαίου επιχειρηματολογούν ότι:

α) Η κοινωνία γερνάει και σε λίγα χρόνια η αναλογία εργαζομένων προς τους συνταξιούχους θα έχει μεταβληθεί δραματικά, έχοντας την τάση να πάει στο 1-1.

β) Η είσοδος των μεταναστών στην αγορά εργασίας, αν και βοηθάει, εν τούτοις δεν αρκεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

γ) Τα αναδιανεμητικά συστήματα είναι ακριβά, σε σχέση με τα κεφαλαιοποιητικά, γιατί στηρίζονται σε υπηρεσίες μεγάλου αριθμού υπαλλήλων.

δ) Για την Ελλάδα το Δ.Ν.Τ. αποφάνθηκε ότι διαθέτει ένα από τα πλέον γενναιόδωρα ασφαλιστικά συστήματα. Η Ελλάδα σήμερα λένε έχει από τα υψηλότερα ποσοστά ασφαλιστικών δαπανών, ως ποσοστό του Α.Ε Π. στην Ε.Ε. (12%) και αν συνεχίσει έτσι τα επόμενα 50 χρόνια, θα φτάσει στο 24%.

Οι δυνάμεις της εργασίας συγκροτούν  ιδεολογική αντεπίθεση για υποστήριξη του αναδιανεμητικού συστήματος.

α) Για το κύριο και βασικό επιχείρημα της γήρανσης του πληθυσμού οι δυνάμεις της εργασίας απαντούν:

Σημασία για την βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων (αναδιανεμητικών) έχει, όχι η αναλογία συνταξιούχων προς τα ενεργά άτομα, αλλά η αναλογία των συντάξεων ως προς το Α.Ε.Π. και την παραγωγικότητα.  Με αύξηση 3,8% του Α.Ε.Π. και 3% της παραγωγικότητας που εξαγγέλλει η κυβέρνηση, η δαπάνη για συντάξεις, που είναι σήμερα στο 12% του Α.Ε.Π., τα επόμενα 50 χρόνια θα πέσει στο 6% του Α.Ε.Π.. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκών χωρών σειρά μελετών έχουν δείξει ότι μια αύξηση του Α.Ε.Π. της τάξης του 2% κατ’ έτος είναι προβλέψιμη για τα επόμενα 40 χρόνια και σημαίνει διπλασιασμό του πλούτου των Ευρωπαϊκών χωρών. Έτσι κι αν ακόμα το ποσοστό των συντάξεων επί του Α.Ε.Π. αυξηθεί, αυτό θα αποτελεί μικρό μέρος απ’ αυτόν τον διπλασιασμό του πλούτου.

β) Για το ζήτημα των μεταναστών, που αποτελούν σήμερα ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης όλων των Ευρωπαϊκών χωρών, οι δυνάμεις της ζωντανής εργασίας απαιτούν την πλήρη και χωρίς όρους νομιμοποίησής τους και την καθολική ένταξή τους στα ασφαλιστικά συστήματα.

γ) Όσον αφορά την προπαγάνδα για την ακρίβεια των αναδιανεμητικών συστημάτων σε σχέση με τα κεφαλαιοποιητικά, σειρά μελετών στην Ε.Ε. έχουν δείξει ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο λόγος είναι προφανής. Η κεφαλαιοποίηση των πόρων των ταμείων απαιτεί μηχανισμούς επενδύσεων κατά πολύ ακριβότερους από τους σημερινούς αναδιανεμητικούς μηχανισμούς.

δ) Σε σχέση με την γενναιοδωρία του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος, το όλο ζήτημα είναι για γέλια, όταν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα καταβάλλουν τις υψηλότερες εισφορές έχοντας τις χαμηλότερες παροχές απ’ οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο σε χώρα της Ε.Ε.

ε)  Όμως οι δυνάμεις του κεφαλαίου μ’ όλο αυτό τον θόρυβο προσπαθούν να κρύψουν το πιο σημαντικό ζήτημα για την βιωσιμότητα και την δυναμική ανάπτυξη των αναδιανεμητικών ασφαλιστικών συστημάτων. Και αυτό δεν είναι άλλο από τα ελαστικά ωράρια, το ωρομίσθιο, την εργασία με σύμβαση έργου, κλπ.  

Συμπερασματικά, η ιδεολογική προπαγάνδα του κεφαλαίου δεν αποσκοπεί μόνο να νομιμοποιήσει στην συνείδηση των εργαζόμενων την αύξηση των χρόνων δουλειάς και την δραματική συρρίκνωση των συντάξεων, αποσκοπεί ακόμα:

α) Να κρύψει τον διπλασιασμό του πλούτου τα επόμενα 40 χρόνια, ώστε να τον καρπωθεί ολόκληρο το κεφάλαιο.

β) Να δικαιολογήσει τον υποδιπλασιασμό σχεδόν (από 10% που είναι σήμερα στο 6%) του ποσοστού των συντάξεων επί του Α.Ε Π., που σχεδιάζεται με τα νέα συστήματα.

γ) Να νομιμοποιήσει την ληστεία των ήδη καταβληθέντων εισφορών από τους εργαζόμενους τα προηγούμενα χρόνια.

δ)  Κυρίως να απεξαρτηθεί από την λαϊκή εργατική συνείδηση, που θεωρεί την σύνταξη καταβαλλόμενη από το κράτος, ανεξάρτητα από το αν οι εισφορές καταληστεύτηκαν. Η συνειδητή αποδοχή από τους εργαζόμενους των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων θεωρούν εν τέλει ότι είναι η λύση για μια τέτοια απεξάρτηση. Έτσι οι εργαζόμενοι για την σύνταξή τους δεν θα θεωρούν πλέον υπεύθυνο το κράτος, αλλά τον εαυτό τους και την ομάδα τους.

Μ’ άλλα λόγια μόνο οι εισφορές επί αυξημένων μισθών και επί όλου του μισθού που πληρώνουν οι εργοδότες μπορούν να δώσουν διέξοδο στα παραπάνω προβλήματα των δυνάμεων της ζωντανής εργασίας. Συμπερασματικά, στην αύξηση του κεφαλαίου οι δυνάμεις της εργασίας πρέπει να αντιτάξουν μια ριζικά αντίθετη μ’ αυτήν πολιτική, με άξονες.

α) Την υπεράσπιση μέχρι εσχάτων των αναδιανεμητικών δημόσιων συστημάτων έναντι των κεφαλαιοποιητικών.

β) Την ριζική επαναδιαπραγμάτευση του παραγόμενου πλούτου υπέρ των δυνάμεων της εργασίας και με τις τρεις μορφές του.

γ) Τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις με αυξήσεις στους βασικούς μισθούς, με παράλληλη κατάργηση της επιδοματικής πολιτικής και των επιδομάτων και με μείωση του εργάσιμου χρόνου και του χρόνου συνταξιοδότησης. Με αυξήσεις των εισφορών επί του συνόλου του μισθού που πληρώνουν οι εργοδότες.

δ) Με ισχυρά επιδόματα ανεργίας και περίθαλψη για όλους τους ανέργους, ντόπιους και μετανάστες.

ε) Με κατάργηση της ελαστικής και περιστασιακής απασχόλησης.

στ) Με την απαίτηση: «κανείς εργαζόμενος ανασφάλιστος».

Οργανωτική συγκρότηση των δυνάμεων του κεφαλαίου και της εργασίας, οι συμμαχίες.

Σ’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα, αν δεν μιλήσουμε με την μέγιστη δυνατή καθαρότητα και ειλικρίνεια, όλα τα προηγούμενα θα παραμείνουν καλές ίσως διαπιστώσεις.

Πρώτα – πρώτα, η νέα τεχνολογική – επιστημονική επανάσταση κατέστρεψε τα βάθρα στήριξης (οργάνωσης και συγκρότησης) της εργατικής τάξης που ήταν οι τεϊλορφορντικές αλυσίδες (μεγάλη βιομηχανία). Πέτυχε επίσης να απειλεί με απαξίωση στο διηνεκές κάθε εργασιακή δεξιότητα, οποιουδήποτε μορφωτικού επιπέδου (εξού και η δια βίου εκπαίδευση).

Έτσι μέσα σε μια 20ετία (1985-2005), ότι υπήρχε ως εργασιακή συλλογικότητα αντίστασης στο Δυτικό κόσμο, δέχτηκε συντριπτικά πλήγματα. Παρ’ ότι στην χώρα μας η παραγωγή υλικών προϊόντων και η μεγάλη βιομηχανία δεν είχαν την ανάπτυξη που είχαν στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, τα φαινόμενα ήταν ίδια. Γιατί βεβαίως οι επιπτώσεις της νέας τεχνολογικής επανάστασης συνοδεύτηκαν με την απελευθέρωση των αγορών από δασμούς στην εισαγωγή προϊόντων, με αποτέλεσμα τα πολύ φτηνά πλέον, βιομηχανικά κυρίως, προϊόντα του ανεπτυγμένου βορρά να συντρίψουν τις μικρές τοπικές παραγωγές.

δ. Τα αίτια της σημερινής κατάστασης

Αν στον ιδιωτικό τομέα τα αίτια της σημερινής διάλυσης του Εργατικού κινήματος εντοπίζονται στην νέα τεχνολογική επανάσταση, που έφερε την διάλυση των τεϊλορφορντικών αλυσίδων και στην διάλυση από τα μέσα του εργοστασιακού συνδικαλισμού, στον δημόσιο τομέα τα αίτια της σημερινής διαλυτικής κατάστασης δεν οφείλονται μόνο στην δομή του συνδικαλισμού, δηλαδή στα Γενικά Συμβούλια αποφάσεων. Στον δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα εντοπίζονται σε μια σειρά σημαντικά αίτια της σημερινής κατάστασης. Τα κυριότερα απ’ αυτά είναι:

α) Τα ρουσφετολογικά συστήματα προσλήψεων ( άρχισαν και στην εκπαίδευση – ωρομίσθιοι).

β) Η εκμαυλιστική επιδοματική πολιτική των κυβερνήσεων και η αποδοχή της από τους εργαζόμενους.

γ) Η πολιτική των ενιαίων μισθολογίων της αριστεράς, που ενίσχυσε και συγκάλυψε τα επιδοματικά παζάρια κάτω από το τραπέζι, αντί της πολιτικής των αυξήσεων στους βασικούς μισθούς, μέσω συλλογικών συμβάσεων ανά κλάδο, που θα αναδείκνυε τα ταξικά αγωνιστικά των εργαζομένων.

δ)  Το σπουδαιότερο όμως αίτιο της σημερινής κατάστάσης στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο χώρο είναι αναμφίβολα το ανισόμετρο της ανάπτυξης του κινήματος σ’ αυτόν τον χώρο, τα τελευταία 20 χρόνια, λόγω της διαφορετικής θέσης των διαφόρων κομματιών του στην παραγωγή και στην αναπαραγωγή. Αυτή την ανισόμετρη ανάπτυξη αγνόησαν οι ταξικές εργατικές δυνάμεις και η Αριστερά, με αποτέλεσμα υιοθετώντας την πολιτική των ενιαίων μισθολογίων, να βοηθήσουν τις εξουσιαστικές δυνάμεις στην πορεία διάλυσης της εργατικής συλλογικής συνείδησης, που είχαν επιλέξει!!!

Έτσι σήμερα τα ζητήματα αλληλεγγύης, η αντίληψη ότι οποιοσδήποτε αγώνας των εργαζομένων αφορά όλους, κλπ, έχουν χαθεί σημαντικά από την εργατική συνείδηση. Είναι φυσικό λοιπόν, η πολιτική της σαλαμοποίησης, που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις (δηλαδή το κτύπημα κομμάτι – κομμάτι) για να συντρίψουν την ζωντανή εργασία, να μην βρίσκει μεγάλες αντιστάσεις. Παρ’ όλα αυτά είναι φανερό, πως οι χώροι που κυριαρχεί ακόμα η μόνιμη εργασία, έχουν την υποχρέωση και το καθήκον, να σηκώσουν το βάρος της επίθεσης στην σύνταξη – περίθαλψη – μισθούς. Και βεβαίως προτεραιότητα σ’ αυτούς τους χώρους έχει ο δημόσιος και ευρύτερος δημόσιος τομέας, γιατί σ’ αυτούς η μονιμότητα είναι ισχυρή.

ε. Η χάραξη επιθετικής ιδεολογικής γραμμής των εργαζομένων
Το κεφάλαιο μέσα σε μια δεκαετία συγκρότησε τις δυνάμεις του μέσα στην πορεία διάλυσης της εργασιακής συλλογικής συνείδησης. Αυτό δεν έγινε έτσι απλά, αλλά όπως αναφέρθηκε πριν, έγινε με συγκεκριμένες πολιτικές και τρόπους. Μέσα σ’ αυτήν την πορεία δημιούργησε συμμάχους μέσα στην εργατική τάξη. Έφτασε μάλιστα να ελέγχει πλήρως την συνδικαλιστική γραφειοκρατία όλων των β/θμιων και γ/θμιων οργάνων. Αυτή η γραφειοκρατία είναι πια συνδεμένη με χίλια νήματα, οικονομικά και πολιτικά, με τις δυνάμεις της κυβερνητικής διαχείρισης. Έτσι αυτές δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από την δράση των β/θμιων και γ/θμιων οργάνων, όπως αυτή εκφράζεται μέσω των Γενικών Συμβουλίων.

Οι δυνάμεις της ζωντανής εργασίας, εκτός από ιδεολογικά, βρίσκονται σε δυσχερέστατη θέση πολιτικά και οργανωτικά. Οι συλλογικότητες στον ιδιωτικό χώρο έχουν καταστραφεί και πρέπει να επανασυγκροτηθούν. Κανένα εργατικό κίνημα δεν μπορεί να υπάρξει, εάν στο χώρο της ημιαπασχόλησης, των συμβάσεων έργου, κλπ, δεν επαναλειτουργήσει η εργατική συλλογική συνείδηση.  

Στους χώρους που υπάρχει ακόμα μόνιμη εργασία (κυρίως δημόσιο), το κίνημα της ζωντανής εργασίας μπορεί να υπάρξει οργανωτικά μόνο στα α/θμια σωματεία. Όμως η ύπαρξή του εξαρτάται από την δυνατότητά του να ξανακερδίσει τη συλλογική συνείδηση του συνόλου των εργαζομένων εντός του σωματείου.  

Για να μπορέσει όμως να γίνει κάτι τέτοιο, απαιτείται η ύπαρξη μιας γραμμής που:

α). Μπορεί να θέσει ξανά συνολικά το ζήτημα της αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου και με τις τρεις μορφές του: του άμεσου εισοδήματος, της αύξησης του ελεύθερου χρόνου (εργάσιμου και συντάξιμου), της αύξησης των κοινωνικών παροχών (πλήρης περίθαλψη, ικανοποιητική σύνταξη και επιδόματα ανεργίας).

β). Καμιά τέτοια γραμμή δεν μπορεί να έχει νόημα, αν δεν παίρνει υπ’ όψιν της τις οργανωτικές και πολιτικές δυνατότητες της ζωντανής εργασίας, όπως και του αντιπάλου. Άρα καμιά γραμμή δεν μπορεί να συγκροτηθεί στην βάση ή με επίκεντρο τα γ/θμια όργανα ΓΕΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ.  

Μια τέτοια γραμμή πρέπει να έχει τους εξής άξονες:

α) Στο επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων.

1 Η ΓΕΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ υπογράφουν μόνο τις κατώτατες συμβάσεις.

2 Όλο το βάρος στις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, με κατάργηση των επιδομάτων και ενσωμάτωσή τους στους βασικούς μισθούς, με αυξήσεις στους βασικούς μισθούς, με σύνδεση του μισθού μόνο με τα χρόνια υπηρεσίας (καμιά σκέψη για σύνδεσή του με την αξιολόγηση), με διατήρηση της αναλογίας των εισφορών στο: 2/3 εργοδότης – 1/3 εργαζόμενος.

β) Στο επίπεδο του ελεύθερου χρόνου.

Γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου και του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης. Το αίτημα  πρέπει να τεθεί από κάθε κλάδο με την μορφή που η βάση του θεωρεί αναγκαίο.

γ) Για τις συντάξεις και την περίθαλψη,  Πλήρης, δημόσια, δωρεάν περίθαλψη με επιμονή στα αναδιανεμητικά συστήματα.

δ)  Κανείς απλήρωτος και ανασφάλιστος χρόνος.

ε) Καθολική και χωρίς όρους νομιμοποίηση των μεταναστών και ένταξή τους στα συστήματα ασφάλισης – περίθαλψης.

Πάτρα 10-04-2002/7-11-2007

* Το κείμενο είναι  σύντμηση (7-11-2007)  αρχικού κειμένου (Πάτρα, 10-04-2002) του Αντώνη Ναξάκη (τώρα μέλους του ΔΣ της ΕΛΜΕ Χανίων) με παρατηρήσεις και συνυπογραφή του Παναγιώτη Μπούρδαλα (τώρα αντιπροέδρου της Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας)  εισαγωγή του δεύτερου, που έχει και την ευθύνη της σύντμησης.

Πάτρα 8-7-2010/Μέρα πανεργατικής απεργίας κατά την οποία το σοσιαλφιλελεύθερο και ξενόδουλο ΠΑΣΟΚ του Γ. Α. Παπανδρέου αύτανδρο (με την συνεπικουρία της ομάδας Μπακογιάννη-Μητσοτάκη) ψήφισε την μετατροπή της κοινωνικής αναδιανεμητικής ασφάλισης σε κεφαλαιοποιητική με διάλυση όλου του ασφαλιστικού συστήματος…