Αρχείο κατηγορίας Κοίμηση πριν την Ανάσταση

Η μετανάστευση στον χωροχρόνο της ουράνιας κοινωνίας και η αναμονή της σύνολης Ανάστασης

Περικλής Κοροβέσης (1941-2020): Ο άνθρωπος που ξεμπρόστιασε τη χούντα

Περικλής Κοροβέσης (1941-2020): Ο άνθρωπος που ξεμπρόστιασε τη χούντα

Του Xρήστου Ρέππα*

Έφυγε από τη ζωή στις 11 Απριλίου ο Περικλής Κοροβέσης, δημοσιογράφος, συγγραφέας και αγωνιστής της Αριστεράς και της αντιδικτατορικής αντίστασης. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς στις 20 Απριλίου 1941. Σπούδασε Θέατρο με τον Δημήτρη Ροντήρη, σημειολογία με τον Ρολάν Μπαρτ και παρακολούθησε τα μαθήματα του Ιστορικού Πιέρ Βιντάλ, του Κορνήλιου Κστοριάδη κ.α. στο Παρίσι στο οποίο έφτασε μετά την αποφυλάκισή του με την αμνηστία της Χούντας. Όπως έλεγε ο ίδιος, βρήκε το Παρίσι στον απόηχο του Μάη του 1968, όπου ό,τι είχα ψελλίσει εγώ, εκεί ήταν κάτι το δεδομένο.[1] Στην αντίσταση κατά της δικτατορίας συμμετείχε από τον πρώτο καιρό συγκροτώντας αντιστασιακή ομάδα από τις πρώτες ενέργειες της οποίας ήταν το τύπωμα του συνθήματος «δημοκρατία» σε τηλεφωνικούς θαλάμους της Αθήνας και στη συνέχεια η ένταξη στο «Πατριωτικό Μέτωπο», ένταξη που δεν τον ικανοποίησε ιδιαίτερα γιατί, όπως έλεγε ο ίδιος, «μπλέξαμε με τις πολιτικές γραφειοκρατίες». Με τη σύλληψή του θα περάσει από τη γνωστή ταράτσα της Μπουμπουλίνας, τις φυλακές Αβέρωφ και τις φυλακές της Αίγινας.

Με το σημαντικό του έργο «Ανθρωποφύλακες» (1969) περιγράφει τα βασανιστήρια του καθεστώτος μέσα από την προσωπική του εμπειρία όταν συνελήφθη από τη χούντα. Η κυκλοφορία του έργου πρώτα κρυφά και στη συνέχεια με τη μετάφρασή του σε πολλές γλώσσες έκανε γνωστό στο εξωτερικό τον πραγματικό, καταπιεστικό χαρακτήρα του χουντικού καθεστώτος και τα βασανιστήρια που επέβαλλε στους πολιτικούς του αντιπάλους και συντέλεσε με αποφασιστικό τρόπο στη διεθνή καταγγελία της δικτατορίας. Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται, εκτός από τους «Ανθρωποφύλακες», «Οι παράπλευρες καθημερινές απώλειες», «Γυναίκες ευσεβείς του πάθους», «Στο Κέντρο του Περιθωρίου», θεατρικά έργα, όπως «Tango bar», συνεργάστηκε με πολιτικά και λογοτεχνικά περιοδικά.

Ως δημοσιογράφος αρθρογράφησε στην «Ελευθεροτυπία», την «Εποχή» και την «Εφημερίδα των Συντακτών». Τη δημοσιογραφία την είδε στον αντίποδα της λογικής της καριέρας και του οικονομικού οφέλους, σαν ένα πεδίο με το οποίο συνέχιζε τους αγώνες του και πραγμάτωνε τις αξίες του. «Αν ακολούθησα αυτό το επάγγελμα δεν ήταν ούτε για καριέρα ούτε για οικονομική εξασφάλιση. Είναι για την περιπέτεια, τα μακροβούτια στην ιστορία αλλά και στην τρέχουσα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, καθώς και για τις συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους». Είναι ακριβώς αυτός ο αντισυμβατικός τρόπος αντίληψης και η μη ένταξη στο αναδυόμενο βαθύ συντηρητικό πνεύμα του τέλους της δεκαετίας του ’80 που τον έκανε εξιλαστήριο θύμα της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας των ΜΜΕ της εποχής με το γνωστό συκοφαντικό δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ (29/09/1989) «Ιδού ο δολοφόνος», με το οποίο ο Περικλής Κοροβέσης υποδεικνύονταν, χωρίς ν’ αναφέρεται τ’ όνομα του, ως εκτελεστής της 17Ν.

Το 1998 εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος με τον Λέοντα Αυδή (ΚΚΕ) στον Δήμο Αθηναίων και το 2007-2009 βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο εγκατέλειψε το 2009 βλέποντας ήδη από τότε τη δεξιά στροφή του και τη μετατροπή του σε αρχηγικό κόμμα.

Αναμετρήθηκε με τον βαθύ κοινωνικό, αξιακό και πολιτικό συντηρητισμό της δικής μας εποχής, όχι μόνο με τη μαχητική αρθρογραφία του και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων κοινωνικών μειονοτήτων (φυλακισμένων, ομοφυλόφιλων κ.λπ.) αλλά και με τη διαπίστωσή του ότι σήμερα «χρειαζόμαστε, καταρχάς έναν νέο Διαφωτισμό. Γιατί με τον σκοταδισμό δεν τελειώσαμε, ακόμα παραμονεύει στους διαδρόμους της εξουσίας, στον λαϊκισμό και στα τηλεοπτικά παράθυρα».[2]

Η διακήρυξη της αναγκαιότητας ενός νέου διαφωτισμού για το σήμερα ξεκινούσε από την πίστη του για τη δυνατότητα της κοινωνικής αλλαγής. «Οι επαναστάσεις και οι επαναστάτες δεν θα εκλείψουν ποτέ όσο υπάρχει αδικία και καταπίεση. Τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα στην Ιστορία. Για την ακρίβεια, τέτοιες επαναστάσεις συμβαίνουν ήδη! … Χαίρομαι πάντα σαν βλέπω μια μικρή πρασινάδα να αγωνίζεται να ριζώσει στο τσιμέντο, αύριο μπορεί να γίνει δάσος, κάνοντας τη μοναξιά της θρίαμβο –έτσι βλέπω και τις προσπάθειές μας.» (Πηγή: www.lifo.gr)

Παρακάτω ακολουθούν δύο σημαντικές συνεντεύξεις του Περικλή Κοροβέση για τα μαύρα χρόνια της χούντας των συνταγματαρχών.

[1]  https://www.lifo.gr/articles/book_articles/190525/periklis-korovesis-eleytheros-einai-opoios-prosferei-ston-allo-ton-orgasmo-toy

[2] https://www.lifo.gr/articles/the_athenians/112509/o-periklis-korovesis-mila-gia-ti-zoi-toy-kai-ta-pisteyo-toy

ΠΗΓΗ: 22 Απριλίου 2020, https://selidodeiktis.edu.gr/2020/04/22/

*  Ο Xρήστος Ρέππας είναι εκπαιδευτικός Π.Ε.

Τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής στην Κέρτεζη

Τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής στην Κέρτεζη

Επιμέλεια Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Από το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης τα νεαρά αγόρια (συνήθως) ξαμολιόμαστε στα γύρω βουνά να μαζέψουμε τα ακάνθινα κλαδιά από το φυτό «Αλπομηλιά» (ένας όμορφος ακανθώδης θάμνος με κόκκινους καρπούς) και άγριες ανθισμένες βιολέτες (χρώματος μωβ). Τα κλαδιά της Αλπομηλιάς τα πλέκαμε στο καλαμένιο καλαθάκι μας. Τα άνθη της Αγριοβιολέτας τα βάζαμε ανάμεσά τους και στη βάση του καλαθιού (για να μη σπάνε τα αυγά, που μας δώριζαν οι κυράδες του χωριού.

Βγαίναμε πρωί – πρωί ένας-ένας ή δύο-δύο με το πένθιμο κτύπημα της καμπάνας της κεντρικής εκκλησιάς, που ως γνωστόν ξεκινούσε τις Μεγάλες ώρες στις 14.00 το μεσημέρι, ενώ η Αποκαθήλωση τελείωνε στις 17.00. Το ξεκίνημα γινόταν από το Μαχαλά (γειτονιά) της κάθε παρέας και ακολουθούσε κάποια σχεδιασμένη διαδρομή. Λέγοντας σχεδόν οι περισσότεροι όλα τα κάλαντα (από 14 στροφές) φιλεβόμασταν κυρίως αναστάσιμα κουλούρια ή αυγά φρέσκα (άβαφα). Τα παλαιότερα χρόνια μερικοί τα πουλούσαν στα μπακάλικα… Αργότερα άρχισαν να δίνουν και κέρματα.

****

Σήμερα μαύρος ουρανός,
σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.

Πήγαινε κοιμήσου Μανώλη, αλλαγή βάρδιας

Πήγαινε κοιμήσου Μανώλη, αλλαγή βάρδιας

Του Αλέκου Αναγνωστάκη*

Ο Μανώλης Γλέζος ζούσε ταυτόχρονα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, έτσι όπως τα προσέγγιζε.

Γι’ αυτό εξάλλου μας καλεί να αναζητήσουμε το περιεχόμενο της ζωής και μέσα στις ίδιες τις σχέσεις ζωντανών και νεκρών. «Ζω για τους συντρόφους μου που χάθηκαν. Γι’ αυτούς που δεν υπάρχουν πια. Πριν από κάθε μάχη μαζευόμαστε και κουβεντιάζαμε. Και λέγαμε: Εάν εσύ ζεις, μη με ξεχάσεις» έλεγε, εξηγώντας γιατί σε μεγάλη ηλικία παρέμενε έφηβος.

Με ιδιαίτερα, κυριολεκτικά, τρόπο τοποθετεί μέσα σε ένα φάσμα τη διάκριση μεταξύ ζωντανού και νεκρού, όπου ζωντανοί και οι νεκροί κατοικούν μέσα στο ίδιο συνεχές. «Πέθανε, παραδείγματος χάριν, πριν από λίγες ημέρες ο φίλος μου, ο σεμνός αγωνιστής Φάνης Πασπαλιάρης. Μην κοιτάτε που η δημοσιότητα για διάφορους λόγους έχει ρίξει τα φώτα πάνω μου. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν οι αμνημόνευτοι αγωνιστές. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτούς αγωνίζομαι μέχρι σήμερα. Για τα ανέστια όνειρά τους» υπογράμμιζε, αναφερόμενος στους τόσους άλλους, τους πολυάριθμους ανώνυμους αγωνιστές που συνθέτουν τη γενική πρωτοπορία η οποία αγωνίζεται και εμπνέει για να ανθρωπέψει ο άνθρωπος.

Με αυτή τη θέση διατηρεί στο παρόν ρόλους και συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ των ζωντανών φίλων και των «ζώντων» νεκρών, σε μια διαρκή διαπάλη ανάμεσα στο απελευθερωτικό και το καταπιεστικό τους περιεχόμενο, ανάμεσα στην αλληλεγγύη και την ανθρωποφαγία.

Ο δολοφονημένος άγνωστος ήρωας του Πολυτεχνείου Γιάννης Καΐλης

Ο δολοφονημένος άγνωστος ήρωας του Πολυτεχνείου Γιάννης Καΐλης

Της Βάσως Βέτσικα*

«Δεν μπορούσαμε ούτε να τον κλάψουμε»

Στις 22 Φεβρουαρίου 1974, τρεις μήνες μετά την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο, σε ένα οικόπεδο της οδού Βαλτετσίου, δίπλα σε μια νεοανεγειρόμενη οικοδομή της Αθήνας, περαστικοί ανακάλυπταν το πτώμα ενός 24χρονου άνδρα. Χτυπημένος μέχρι θανάτου, με σπασμένα τα δάχτυλα και κατακρεουργημένο το κεφάλι, ο νεκρός παρουσίαζε μια εικόνα που δεν δικαιολογούσε την επίσημη αιτία θανάτου. Η εκδοχή της «αυτοκτονίας» δεν έπειθε κανέναν. Τις αμφιβολίες ενίσχυε το γεγονός ότι ο 24χρονος φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών καταζητούνταν από τη χούντα, είχε εξαφανιστεί επί μέρες από τους οικείους του και οι πληροφορίες έλεγαν ότι είχε ήδη συλληφθεί. Ονομαζόταν Γιάννης Καΐλης. Ηταν ο φοιτητής που είχε γράψει με το πινέλο του στην πύλη του Πολυτεχνείου τα δύο συνθήματα που έμειναν άσβηστα στην Ιστορία: «Έξω αι ΗΠΑ», «Έξω το ΝΑΤΟ»…

Κανέναν δεν απέρριψες… (Μνήμη π. Γαβριήλ Τσάφου)

Κανέναν δεν απέρριψες…

Ο Μακάριος (+2018) π. Γαβριήλ (Γεώργιος) Τσάφος

Του π. Διονύσιου Ταμπάκη*

ΖΟΥΣΕ πριν πολλά χρόνια ένας περιβόητος κακούργος και ληστής που φοβόντουσαν οι άνθρωποι ακόμη και να τον αντικρίσουν.

Κάποτε πήρε το θάρρος ένας ρακένδυτος Καλόγηρος να φθάσει εις την έπαυλή του και να του ζητήξει να κοιμηθεί εκεί.

-Μα τι λές καλόγερε; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ και θέλεις να μπεις και στο σπιτικό μου κιόλας; Θα σε σφάξω το δίχως άλλο!

-Όχι, δεν με χαλάς. Είσαι κατά βάθος πολύ καλός άνθρωπος. Πιστεύω στην καλή ψυχή που κρύβεις μέσα σου. Δεν θα μου κάμεις κακό!

Με το πες και πες ,τελικά κατάφερε εκείνη την νυχτιά να κοιμηθεί ο Μοναχός εις το αρχοντικό του.

Συνέχεια

Έφυγες χθες π. Κωνσταντίνε -και αναρωτιόμουν όλη μέρα πώς γίνεται και συνεχίζει η γη να γυρίζει

Έφυγες χθες π. Κωνσταντίνε -και αναρωτιόμουν όλη μέρα πώς γίνεται και συνεχίζει η γη να γυρίζει

 

Της Μαρίας Φανακίδου*

 

Μετά τη Θ. Λειτουργία -όπου πήγαινες μέχρι και το τέλος. Ακόμη και καθηλωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι.

«Αυτός ο λαός είναι βαπτισμένος -δε μπορεί να χαθεί έτσι.» είπες, λόγω της Κρίσης, και προσπάθησες να συνεχίσεις τις ομιλίες ακόμη και μετά το βαρύ εγκεφαλικό. Αγώνας μέχρι την τελευταία σου πνοή.

Τώρα άρχισε το ταξίδι σου προς το Φως που τόσο αγάπησες, τόσο διακόνησες, τόσο δίδαξες. Μόνο χαρά και ευγνωμοσύνη για σένα. Κι αυτό που πάντα σου έλεγα: πόσο τυχερή ήμουν που συμπέσαμε στο χωροχρόνο. Κι αυτό που έλεγε η Maria Papaioannou: ότι ο Θεός είχε κέφια όταν σε έφτιαχνε. Πολλά κέφια. Κι αυτό που μου είχε πει ένας Σέρβος θεολόγος -αυστηρός αυστηρός. Ότι κυκλοφόρησε πολύ στον εκκλησιαστικό χώρο. Πουθενά δε βρήκε κανέναν που να προσφέρει τόσα πολλά σε τόσους πολλούς από την αυλή του. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε.

Συνέχεια

Ο Αύγουστος της Κοίμησης και η Κοίμηση της Κέρτεζης

Ο Αύγουστος της Κοίμησης και η Κοίμηση της Κέρτεζης

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

1. Η Κοίμηση της Παναγιάς

Ο Αύγουστος στις χώρες της Μεσογείου χαρακτηρίζεται μ’ έναν ιδιαίτερο τόνο στη χαλάρωση, στις διακοπές, στην ανατροφοδότηση κυρίως για όσους έχουν ακόμα σταθερή εργασία ή κάπως ανθεκτικά οικονομικά. Φυσικά ισχύει και για ένα μέρος της νεολαίας, που βρίσκει συνήθως φτηνούς εναλλακτικούς δρόμους για παραλίες ή βουνά.

Ο Αύγουστος παράλληλα για μια σημαντική μερίδα των λαών που συνεχίζει νά ‘ναι συνδεδεμένη ώριμα, πλάγια ή έστω με παιδαριώδη θρησκευτικότητα με την χριστιανική ορθόδοξη πίστη χαρακτηρίζεται και ως ο μήνας της Παναγιάς. Οι  πρώτες 15 ημέρες έχουν μια χαρμόλυπη διάσταση, ενώ οι τελευταίες 15 μόνο χαρούμενη.

Συνέχεια

Η ψυχοπαθολογική θεολογία του Νεοφιλελευθερισμού

Η ψυχοπαθολογική θεολογία του Νεοφιλελευθερισμού

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*

Τι κοινό έχει άραγε ο θάνατος της 62χρονης εργαζόμενης στην καθαριότητα στο Δήμο Ζωγράφου, με την αυτοκτονία της 42χρονης απλήρωτης εργαζόμενης από τα Γιαννιτσά και το θανατηφόρο δυστύχημα ενός 23χρονου διανομέα; Τι κοινό έχουν, πέρα από τον αδόκητο θάνατο τους εξ’ αιτίας των συνθηκών ή των παραμέτρων της εργασίας στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας; Τι κοινό έχουν, πέρα από τη δικαιολογημένη οργή των απλών ανθρώπων ενάντια στη βία της μισθωτής εργασίας και στις αδιανόητες συνέπειες της; Μοιάζει να μην έχουν κανένα άλλο κοινό. Απλά, άνθρωποι της «διπλανής πόρτας», καταβάλλουν, με την ίδια τη ζωή τους, μέρος του τιμήματος για την απρόσκοπτη λειτουργία της βαρβαρότητας που παριστάνει την οργανωμένη οικονομία.

Συνέχεια

Τζιμάκος, του Παναγ. Α. Μπ.

Τζιμάκος

 

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

Εχθρός της ψευδώνυμης ηθικής

ο Τζιμάκος.

Τραγουδοποιός ολκής

και χείμαρος ιδεών.

Συνέχεια

Πρωί Πρωί, της Σέβης Κωνστ.

Πρωί Πρωί

Της Σέβης Κωνσταντινίδου*

f-b.jpg

Μες το μακρύ το νυχτικό και τη λευκή δαντέλα
πρωί πρωί κατέβαινες τις σκάλες όλο χάρη∙
τα δυο φλιτζάνια του καφέ το χέρι σου θα πάρει
και θα τ΄αφήσει δίπλα μου∙ θα με φωνάξεις, «έλα».

Συνέχεια