Οδοντωτός και ΚΤΕΛ: Σκέψεις μαζί με αναμνήσεις…

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

Ι. ΑΦΟΡΜΕΣ
Πολλές είναι οι αφορμές για να συζητάμε το ζήτημα των συγκοινωνιών και στο οροπέδιο του Βουραϊκού, αλλά και σε όλη την πάλαι ποτέ ορεινή επαρχία των Καλαβρύτων. Από τη μια η προμελετημένη (για μένα) τραγωδία του Οδοντωτού και από την άλλη η κατακόρυφη συρρίκνωση του ΚΤΕΛ στην περιοχή. Και οι δύο ορατές και με γυμνό μάτι.
Η πρώτη και σημαντικότερη είναι η μακρόσυρτη, αλλά κατακόρυφη μείωση των δρομολογίων των ΚΤΕΛ. Γιατί το ΚΤΕΛ, αν και ιδιωτική εταιρεία, με στοιχεία συνεταιριστικά, αποτέλεσε πολλές δεκαετίες πριν μια τεχνολογική επανάσταση. Τέτοια ήταν, ώστε η περιοχή μας και τα Καλάβρυτα κατ’ εξοχήν, να αποτελούν κεντρικό πόλο συγκοινωνίας στην Αχαΐα! Αυτή η τεχνολογική επανάσταση, μαζί και με άλλες ακόμα βεβαίως αιτίες, έστειλε στ’ αζήτητα, όπως φαίνεται, τα ταξίδια με τα φορτηγά ζώα, τους αγωγιάτες και τα χάνια…
Η δεύτερη, επιταχυνόμενη αλλά και με ηχηρή αφορμή, αποτέλεσε το δήθεν προσωρινό σταμάτημα του Οδοντωτού. Για έναν αιώνα αποτέλεσε βασική διέξοδο ανθρώπων και εμπορευμάτων από και προς τα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου με ανταποκρίσεις με την σιδηροδρομική αρτηρία (της μιας γραμμής) Αθηνών – Πατρών – κλπ.
Στην τελευταία φάση αποτέλεσε βεβαίως τουριστική ατραξιόν με υψηλό εισιτήριο, που όμως χιλιάδες τουρίστες, Έλληνες και αλλοδαποί, έκαναν χρήση. Χρήση που ήταν κερδοφόρος. Όμως όταν παραδίδεται σε ομάδες που κάνουν «αρπαχτές», κι όχι σοβαρές επενδύσεις, οδηγούν στη λογική «της στημένης λεμονόκουπας»…
ΙΙ. ΠΟΛΛΕΣ ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ
Μοιάζουν να είναι διαφορετικές οι αιτίες σε οδοντωτό και ΚΤΕΛ. Κάποιες είναι, όπως π.χ. ότι τα τραίνα (ΟΣΕ) ξε-πουλήθηκαν σε ξενόφερτη εταιρεία-κομήτη (ίσως), ενώ το ΚΤΕΛ, αν και ιδιωτικό, αναπτύσσεται και αναβαθμίζεται συνεταιριστικά και κερδοφόρα, κι έτσι είναι ακόμα σταθερά τα πατήματά του αλλά προς τα παράλια και τις πόλεις. Υπάρχουν όμως και κοινές αιτίες. Ας δούμε τρεις:
1) Το οργανωμένο κτύπημα της ορεινότητας μετά την ηρωϊκή, αλλά και καταστροφική περίοδο της δεκαετίας του 1940. Να υπενθυμίσω, ότι τουλάχιστον για τους οικισμούς του οροπεδίου το μέγιστο του μόνιμου πληθυσμού υπήρξε στην απογραφή του 1939! Από τότε έχουμε συνεχώς μείωση. Βεβαίως το πρόβλημα του μόνιμου πληθυσμού αφορά και όλη την Χώρα (ανομοιόμορφα), αλλά και όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση (πάλι ανομοιόμορφα).
2) Η πολιτική της μελετημένης ευνόησης στην μηχανοκίνητη μετακίνηση, του Ι.Χ. και των φορτηγών, έναντι του τραίνου και των αναβαθμίσεών του. Γι’ αυτό ακόμη και ο χώρος των ταξί (δημοσίας χρήσεως) επιβιώνουν από τη μετακίνηση του μαθητικού πληθυσμού προς και από τα Καλάβρυτα, ενώ είχαν και πρόσθετο εισόδημα μέχρι πρότινος από τους τουρίστες του οδοντωτού (στα Καλάβρυτα).
3) Η πολιτική των μνημονίων, που δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η βίαιη προώθηση του νεοφιλελευθερισμού στη Χώρα μας, με αποτέλεσμα και το ξε-πούλημα των τραίνων. Μια πολιτική που οδήγησε στο έγκλημα των Τεμπών και στο δήθεν προσωρινό σταμάτημα του Οδοντωτού. Μια πολιτική που με λίγο διαφορετικές ταχύτητες κι ευθύνες έπαιξαν όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις μέχρι και σήμερα.
ΙΙΙ. ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΤΕΛ
1) Περί το 1965, μήνας θεριστής, ήμουν περίπου δέκα χρονών. Ανεβήκαμε σε μικρό οροπέδιο στα ΒΑ του κάμπου της Κέρτεζης να θερίσουν (θερίσουμε) ξερικό σιτάρι. Τότε ακόμα σπέρνονταν και οι πιο δύσκολες πλαγιές σε όλη την ορεινότητα… Το όργωμα γινόταν εννοείται με ζώα, κυρίως με βόδια. Τώρα κλαίμε την ερήμωση ακόμη και του μισού κάμπου….
Φυσικά θέριζα λίγο κι αγνάντευα πολύ. Απέναντι στα ΝΑ έβλεπα όλο τον αμαξιτό δρόμο Καλαβρύτων – Πριολίθου-κλπ. ΙΧ ήταν αρκετά σπάνιο να περάσει, ενώ τα αγροτικά δεν είχαν εισέλθει ακόμα σε μαζική κυκλοφορία. Το ίδιο συνέβαινε και με τα λίγα φορτηγά, όπως των Σχοινέων.
Έβλεπα κάθε τόσο να περνούν τα μεγάλα στα μάτια μου λεωφορεία, είτε προς Καλάβρυτα, είτε προς Λαγοβούνι – Πριόλιθο – κλπ. Δρομολόγια για Σοποτό και Τριπόταμα, δρομολόγια για Κ. Κλειτορία, για Δάφνη, αλλά και για Τρίπολη. Κάποια με στάση στα Καλάβρυτα έρχονταν από Πάτρα ή και Αθήνα. Και φυσικά σε άλλες ώρες η αντίστροφη πορεία.
Αυτές οι εικόνες έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη μου, αν και τότε δεν θυμάμαι να είχα πάει στα Καλάβρυτα κάποια φορά… Φάνταζαν ως ένα τεχνολογικό θαύμα για ένα αγροτόπαιδο μια φτωχής οικογένειας, κι έτσι εκεί άνοιγαν οι… ορίζοντές του…
Δεν ήταν ένα μόνο δρομολόγιο που στη σύγχρονη εποχή έρχεται το μεσημέρι Κέρτεζη, αφήνει τους λίγους μαθητές και επιστρέφει μέχρι τη διασταύρωση των Κραστικών απέναντι και συνεχίζει μέχρι Κ. Κλειτορία και πάλι επιστρέφει… Πρόκειται για μια δεκάδα περίπου δρομολογίων.
2) Εποχή δικτατορίας των συνταγματαρχών, κι εγώ μαθητής στο εξατάξιο Γυμνάσιο Καλαβρύτων… Τι τραβούσαμε όταν είχε χιόνι, όταν έβρεχε, όταν το κρύο ήταν ανυπόφορο και τό’φερναν με τον αγέρα οι ρεματιές! 6.30ππμ ξεκίναγε από του Σχοινά το λεωφορείο κι έκανε 2-3 λεπτά να φτάσει στον Αη Θανάση. Μα εμείς έπρεπε να το περιμένουμε, τότε χωρίς στέγαστρο και συχνά χωρίς ομπρέλες… Άσε που για να ξυπνήσουμε το πρωί, το αργότερο στις 6.00πμ, δεν είχαμε μόνο τις έννοιες μας και τα δικά μας βάσανα.
Η μητέρα μου έφτιαχνε ένα πρωινό (νυχτερινό θα το έλεγα εγώ…), είτε τραχανά ζεστό, είτε τηγανιτά αυγά με πατάτες τηγανιτές (με ή χωρίς τσιγαρίδες) και φυσικά με λίπος χοιρινού… Κι έχωνε μέσα στην τσάντα άλλοτε καρύδια, άλλοτε ψημένα κάστανα, άλλοτε ένα μήλο, άλλοτε ένα κομμάτι ψωμί. Πως ν’ αντέξουμε μέχρι τις 2.30μμ που επιστρέφαμε;
Τι γινόταν μέσα στο λεωφορείο; Πατείς με, πατώ σε. Τότε είμασταν περίπου 40 μαθήτριες και μαθητές που μπαίναμε το πρωί στο λεωφορείο, ειδικά όταν ήταν Δευτέρα (τις άλλες μέρες κάποια από τα κορίτσια έμεναν στην Εστία του Ερυθρού Σταυρού, κοντά στο Γυμνάσιο). Προσθέστε ακόμα ότι έμπαιναν και μεγάλοι που είχαν δουλειές στην… Πρωτεύουσα (Καλάβρυτα).
Και επί πλέον: Εμείς μπαίναμε τελευταίοι. Πόσοι επιτρέπονταν όρθιοι; Ποιος νόμος; Ο διάδρομος ήταν τόσο γεμάτος που δεν μπορούσες ούτε να φυσήξεις τη μύτη σου. Άσε τα πειράγματα, αθώα ή μη… Και κάποιες φορές έπρεπε να μπούμε και να βγούμε από το διπλανό Καλλιφώνιο (3+3 χλμ ακόμα) ή και από το Σκεπαστό (αν υποτίθεται υπήρχαν κενές θέσεις…
3) Τέλος, να σημειώσω ότι ο μαθητικός πληθυσμός δεν πηγαινοερχόταν δωρεάν, όπως δικαίως στις μέρες μας, αλλά πληρώναμε μισό εισιτήριο, που για τα δεδομένα της εποχής την πλειοψηφία των γονέων μας την πόναγε! Έτσι τη διετία 1970-1971 και 1971-1972 δεν μου έφταναν οι βαριές τσάντες με τα βιβλία και τα τετράδια (εγώ κάτι είχα και κουβάλαγα απ’ αυτά), έγινα και εφημεριδοπώλης της Κέρτεζης.
Έτσι, λοιπόν, κάθε μέρα στην επιστροφή έπαιρνα το πακέτο με τις εφημερίδες από το βιβλιοπωλείο Κανελλόπουλου και μετά τις άφηνα στα καφενεία και σε συγκεκριμένους πελάτες και σπίτια… Μετά τρώγαμε στο σπίτι, αν δεν είχαμε προλάβει να φάμε στο ΠΙΚΠΑ, που ήταν κοντά στο Πρακτορείο του ΚΤΕΛ στα Καλάβρυτα. Είχα λοιπόν ένα παραπάνω βάρος…
Το βάρος αυτό ήταν μεγάλο και κάθε Δευτέρα πρωί, που εκτός από την τσάντα, είχα και το πακέτο των επιστροφών της εβδομάδας… Τελειώνοντας, θα σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία. Μια Δευτέρα πρωί είχε ρίξει αρκετό χιόνι, αλλά το λεωφορείο του Κόντη δεν καταλάβαινε τίποτα. Αργά, αλλά σταθερά μας πήγαινε Καλάβρυτα. Βλέπετε, ο δρόμος Κερτέζης – Καλαβρύτων είναι στο οροπέδιο του Βουραϊκού και δεν έχει γκρεμίλες.
Όμως, κάτι η πρωινή καθυστέρησή μου, κάτι το χιόνι, κάτι τα βάρη μου, πλησιάζοντας προς τη στάση του Αη Θανάση -και παρότι κατηφόρα- βλέπω το λεωφορείο να ξεκινάει και να φεύγει στο δρόμο με τη μικρή κατηφόρα (κι αυτή) του κεντρικού προς Καλάβρυτα. Γεμάτο στο όριο, γι’ αυτό πολύ προσεκτικό. Τρέχω να το προλάβω, μα πού!!! Ήμουν πάνω από 15 μ. μακριά του. Όλα του τα τζάμια ήταν μουντά από τους υδρατμούς. Κανείς δεν μ’ έβλεπε κι ας ήσαν μέσα καμιά εξηνταριά!
Φορούσα κι ένα βαρύ παλτό, είχα την τσάντα μου γεμάτη, αλλά και το πακέτο των επιστροφών των εφημερίδων. Λέω από μέσα μου: «που θα πας; Θα σε φτάσω!» Πράγματι αρχίζω να τρέχω όσο μ’ έπαιρνε. Το λεωφορείο μπροστά, εγώ από πίσω. Όλο και το πλησίαζα, αλλά δεν το έφτανα. Περίπου στα 600 μ. (περιοχή Σταυρός) βρίσκεται ένα παλιό ανάχωμα με 10 μ. μικρή ανηφορίτσα και μετά πάλι κατηφόρα.
Το λεωφορείο πάει λίγο πιο αργά κι εγώ το ζυγώνω, όμως κανείς δεν μ’ έβλεπε πάλι. Και τα πίσω τζάμια θαμπωμένα! Βλέπω τη σκάλα που οδηγούσε στο έξω μέρος του ταβανιού του για τις αποσκευές. Χαμογελάω χαρούμενος.
Μ’ ένα σάλτο ανεβαίνω στη σκάλα και πιάνομαι με το ένα χέρι (τ’ άλλο είχε τις εφημερίδες παραμάσκαλα, ενώ η τσάντα κρεμόταν στην πλάτη μου). Αρχίζω να κτυπάω το πίσω τζάμι. Κάποια στιγμή ένα χέρι το σκουπίζει και με βλέπει. Φωνάζουν και ειδοποιούν τον οδηγό. Σταματάει στο πάνω μέρος του αναχώματος, που είναι οριζόντιο. Μου ανοίγουν την πόρτα και μπαίνω μέσα. Όλα καλά μου λένε. Και συνεχίσαμε και το μικρό ταξίδι για το σχολείο και το μεγάλο για τη ζωή…
IV. ΔΥΟ ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΟΝΤΩΤΟ….
1) Δεν είχαν περάσει δέκα μέρες από το πραξικόπημα του 1967. Ήμουν μαθητής στην έκτη δημοτικού και σε λίγο καιρό θα έπαιρνα απολυτήριο. Ένας μακροχρόνιος όμως πόνος χαμηλά διαγνώστηκε ως «κοίλη» κι έπρεπε να χειρουργηθώ. Βεβαίως ούτε τότε ήταν δυνατόν να γίνει αυτό στο Νοσοκομείο Καλαβρύτων.
Κανένας από τους γονείς μου δεν μπορούσε να με πάει στο Αίγιο. Ανέλαβε όμως ο παππούς να πάμε μαζί, αφού εκεί ήδη εργαζόταν και έμενε ένας γιός του, αδελφός της μητέρας μου. Αυτός είχε βρει μια μικρή ιδιωτική χειρουργική κλινική. Αυτό και έγινε με επιτυχία.
Πέρα όμως απ’ αυτή την αφορμή, το ταξίδι αυτό ήταν και είναι έντονο στη μνήμη μου αφού κατεβήκαμε στο Διακοφτό με τον μουντζούρη (αυτός έτυχε σ’ εκείνο το δρομολόγιο). Ο καπνός του βέβαια ήταν πρωτόγνωρος στα δικά μου μάτια, όπως και το μουγκρητό του. Προχωρώντας και σταματώντας σε όλες τις στάσεις, αλλά και για ανεφοδιασμό για νερό έβλεπα για πρώτη φορά, αλλά και το ζούσα από μέσα, ένα άλλο τεχνολογικό θαύμα!

Δεν θα ξεχάσω τα στοιχεία φόβου όταν περνούσαμε το απότομο φαράγγι, τις γέφυρες, τα μικρά τούνελ. Έκλειναν πριν στεγανά τα παράθυρα για τον καπνό, άναβε το φως, ενώ το μουγκρητό αντιλαλούσε στα βράχια. Τότε μου έδειξαν τα… «Δικαστήρια», αλλά και τις Πόρτες… Φτάσαμε αισίως στο σταθμό του Διακοφτού κι από εκεί με χρονικά κοντινή ανταπόκριση πήραμε το τραίνο Αθηνών – Πατρών και κατεβήκαμε στο Αίγιο.
Το ίδιο συνέβη μετά από λίγες ημέρες, αφού η επέμβαση ήταν επιτυχής. Στο ανέβασμα έζησα πάλι τη διαδρομή, αλλά αυτή τη φορά το τραινάκι πήγαινε πιο αργά και αγκομαχούσε στις μεγάλες ανηφόρες. Εκεί έμαθα για τα δόντια. Με αντίστοιχες στάσεις φτάσαμε επιτέλους στο σταθμό των Καλαβρύτων και μετά πήραμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Κέρτεζη. Μια ανάμνηση μιας τριπλής δημόσιας συγκοινωνίας σε έξαρση…
2) Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Είχα τελειώσει το εξαετές Γυμνάσιο και ήμουν ήδη φοιτητής στο φυσικό τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών. Είχα δοκιμάσει και το ΚΤΕΛ, αλλά προτιμούσα να παίρνω το τραίνο από Πάτρα για Αθήνα, με στάση στο Διακοφτό και να ανεβαίνω με τραινάκι. Μπορεί να έκανα περισσότερο χρόνο να φτάσω Καλάβρυτα, αλλά η διαδρομή ήταν ξεκούραστη και όμορφη. Έτσι την επέλεγα σχεδόν αποκλειστικά.
Στα ανεβάσματα και κατεβάσματα ήλθα σε γνωριμία με πολύ κόσμο. Εγώ έκοβα φοιτητικό εισιτήριο και εννοείται ήμουν στο λαϊκό βαγόνι. Να όμως που μια μέρα του 1979, που είχα ελάχιστα μαθήματα να πάρω πτυχίο και παράλληλα εργαζόμουν σε όποια δουλειά έπεφτε στα χέρια μου (χωρίς ένσημα…), έγινε μια απρόσμενη και πρωτόγνωρη συνάντηση!
Να πω συνοπτικά, ότι την προηγούμενη χρονιά, στις 13 Αυγούστου του 1978 στην Κέρτεζη, βρέθηκα αντιμέτωπος με τον νεαρό τότε και φρέσκο Μητροπολίτη (Καλαβρύτων και Αιγιαλείας) Αμβρόσιο (Λενή).
Να λοιπόν που στο σταθμό του Διακοφτού ήταν ο νεαρός Μητροπολίτης, έτοιμος να ανέβει με τον οδοντωτό (όχι μουντζούρη πλέον) για Καλάβρυτα. Κάθισε ως αξιωματούχος στην πρώτη θέση, κοντά στον μηχανοδηγό. Μου έκανε θετική εντύπωση που δεν ανέβηκε με αυτοκίνητο της Μητρόπολης.
Αφού μπήκα στο λαϊκό βαγόνι παίρνω το θάρρος, του συστήνομαι (πιθανώς και να με θυμόταν από ένα γεγονός ένα χρόνο πριν στην Κέρτεζη) και ερωτώ τον μηχανοδηγό, αν θέλει και ο Μητροπολίτης, να καθίσω δίπλα του και με ήρεμο διάλογο να λήξουμε τις διαφορές μας. Δέχτηκαν και οι δύο. Έτσι για μια και μοναδική φορά στη ζωή μου ταξίδεψα στην πρώτη θέση!!!
Η θέα προς τα εμπρός ήταν καταπληκτική και τη ρούφαγα με πολλές κλεφτές ματιές. Διχάστηκα ανάμεσα στη συζήτηση και την ομορφιά αυτού του ταξιδιού. Όμως η συζήτηση συνεχίστηκε μέχρι τα Καλάβρυτα χωρίς «να τα βρούμε»! Ο μηχανοδηγός, χωρίς να εμπλακεί στη συζήτηση, άκουγε αμίλητος. Ήταν εξάλλου ο μοναδικός μάρτυρας του διαλόγου. Φτάνοντας στα Καλάβρυτα συμφωνήσαμε και οι δύο ότι «διαφωνούμε»! Ακολουθήσαμε τους δρόμους της βιωτής, ο καθένας κουβαλώντας «τα παγκάζια» της νιότης του και της πολιτικής θεολογίας του…
V. ΔΥΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ
Στη σύγχρονη εποχή τα πράγματα, όπως σημειώσαμε, έχουν αλλάξει, μάλλον προς το χειρότερο, τόσο για τον πληθυσμό της τέως επαρχίας μας, όσο και στο ζήτημα των συγκοινωνιών. Γίνονται κάποιες αξιόλογες κινήσεις και διεκδικήσεις, αλλά δεν φτάνουν.
Κλείνοντας θα μνημονεύσω την προσπάθεια της κοινής Πρωτοβουλίας Διακοφτού και Καλαβρύτων για την επαναλειτουργία του Οδοντωτού. Θεωρώ όμως ότι η ερμηνεία των λόγων που σταμάτησε δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε βαθιά. Χρειάζεται βάθεμα, ώστε οι κινήσεις διεκδίκησης να έχουν στόχο τις αιτίες και όχι απλά το αποτέλεσμα.
Παράλληλα θα μνημονεύσω και την πρώτη κίνηση που έγινε στο Πολύκεντρο του Δήμου Καλαβρύτων αρχές του φετινού Οκτώβρη και με τη συμμετοχή του ομίλου των ΦΙΛΟΙ.ΚΑ., την πρώτη ημέρα του συνεδρίου για την υγεία και την περίθαλψη στα Καλάβρυτα.
Μνημονεύω την εισήγηση του Καλαβρυτινού συγκοινωνιολόγου για την ομαδική μεταφορά με ταξί από τα μακρινά χωριά προς και από Καλάβρυτα. Φυσικά πρόκειται για μια «ένεση αναλγητική», αλλά δεν γνωρίζω αν κι αυτή θα την αναλάβει ο Δήμος ή άλλος φορές…
Τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα και φυσικά οδηγούμαστε απολύτως στη χρήση του οικονομικά ακριβού Ι.Χ., ό,τι χειρότερο δηλαδή… Και μάλιστα, όταν οι κεντρικοί δρόμοι προς και από Καλάβρυτα ακόμη είναι παλαιάς κοπής…
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 1η δημοσίευση στην ΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2023, φ. 106, στήλη ΒΟΥΡΑΪΚΕΣ ΝΥΞΕΙΣ, σελ. 28-29.














