Ένα τάβλι και λίγος καφές για όλες τις επιστήμες
(βιβλιοπαρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιώργου Πλούμη)

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Ο Γιώργος Πλούμης τελικά δεν είναι μόνο χημικός και δεν ήταν μόνο συνάδελφος στα σχολεία. Είναι πλέον κι ένας αγαπημένος μου συγγραφέας. Όχι μόνο γιατί η γλώσσα του ρέει όπως τα νερά στα βουνά της κεντρικής Ρούμελης και στο Κρυοβούνι της, όχι μόνο γιατί συνδέει το παλιό με το καινούριο, αλλά και γιατί από τη μια μας διδάσκει με φόντο μεγάλες εικόνες και μικρές λεπτομέρειες, αλλά και από την άλλη με γυρίζει κι εμένα προσωπικά πίσω στα βουνά του βόρειου Μωριά και στην περιοχή των Καλαβρύτων.
Ο Γιώργος φαίνεται ότι αγαπούσε πολύ τον παππού του Βαγγέλη, τον πατέρα της μητέρας του Βασιλικούλας. Τον βάζει, λοιπόν, στο κέντρο του μυθιστορήματός του. Τον βάζει δίπλα του και λίγο απέναντι. Όχι γιατί τους χωρίζουν δυο γενιές, όχι γιατί είχαν διαφορετική πορεία στη ζωή, αλλά γιατί ανάμεσά τους μπήκε ένα τάβλι.
Το τάβλι είναι αγώνισμα που συνδυάζει το τυχαίο, την πρόβλεψη, τη στατιστική, την στρατηγική και την τέχνη του πολέμου. Στο παιχνίδι, μα και στην πραγματική ζωή. Γίνεται όμως και μέσο ανάπτυξης των αληθινών συναισθημάτων, αφορμή να ειπωθούν τα καλά κρυμμένα στις ψυχές, άλλοθι για να επικοινωνήσουν οι άνθρωποι και μερικές φορές να απομακρυνθούν.
Το τελευταίο δεν φαίνεται να συνέβη μεταξύ του μικρού Γιωργάκη και του παππού Βαγγέλη! Και νομίζω ότι κι ο καφές, που έφτιαχνε ο παππούς Βαγγέλης με τα χεράκια του, έμπαιναν μπροστά τους και δίπλα στο τάβλι. Οι καφέδες στη ζωή νικούσαν την απόσταση και τον τεχνητό πόλεμο σε κάθε παιχνίδι και κάθε παρτίδα τάβλι. Μόνο που ο Γιώργος ήταν αρκετά μικρός για να πίνει καφέ. Εξάλλου, δεν τον είχε ανάγκη τότε.
Διαβάζοντας δύο φορές και σε διαφορετικούς μήνες φέτος το βιβλίο του Γιώργου «Μαθαίνοντας από τον παππού τάβλι και ιστορία», εκδόσεις ΕΠΙΜΕΤΡΟ 2025, στην επανέκδοσή του, επιμελημένο με μεράκι, είχα δυο διαφορετικές αναγνώσεις.
Στην πρώτη έζησα το λογοτέχνημα, την εναλλαγή του πλαισίου, την αγωνία στην εξέλιξη των ηρώων του, τα ιστορικά πολιτικά πράγματα του 20ου αιώνα, την εκπαιδευτική πολιτική, τη φτώχεια, γάμους και αποτυχίες, τον ερχομό του μικρού Γιωργάκη στον κόσμο και την αγωνία του να γράψει τη συνέχεια αυτού του βιβλίου με μια νέα λογοτεχνική δημιουργία.
Η δεύτερη ήταν διαφορετική. Στον τίτλο το βιβλίο να πλέκει το τάβλι, τον καφέ, τον παππού και την ιστορία, έτσι όπως μας έστησε το βιβλίο ο αγαπητός μου Γιώργος Πλούμης. Εγώ όμως αγαπητέ μου Γιώργο και τριπλά συνάδελφε (ως πατρινοί, ως συγγραφείς, ως δημιουργικοί συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί) είδα και άλλες όψεις στο βιβλίο σου. Θα τις παρουσιάσω με τη δική μου ματιά δίπλα στις φανερές δικές σου. Θα ξεκινήσω από τα λεγόμενα μικρά και θα πάω και στα μεγάλα. Εξάλλου εσύ με διάλεξες για να το κάνω.[1] Η ευθύνη, μα και η χαρά, είναι όλη δική σου!
ΙΙ. ΤΟ ΤΑΒΛΙ ΚΑΙ Ο ΚΑΦΕΣ

Ο Γιώργος έμαθε τάβλι και είχε δάσκαλο τον πυροσβέστη παππού του, τις εποχές που οι φωτιές ήταν λιγότερες στα βουνά, αλλά ήταν οι πλημμύρες περισσότερες. Όμως ο παππούς έμαθε καλό τάβλι, όντας στην αναμονή στο Πυροσβεστείο για ένα κακό μαντάτο, πριν τρέξουν να το καλμάρουν και εξουδετερώσουν.
Έχω μάθει κι εγώ τάβλι. Έχω ένα στην Πάτρα στο σπίτι μας κι ένα στο χωριό μου, εκεί ανάμεσα στα βουνά Χελμού και Ερύμανθου. Δεν είχα συγκεκριμένο δάσκαλο όπως ο Γιώργος. Έμαθα από τον συλλογικό άνθρωπο στο χωριό, έμαθα στις παύσεις από το διάβασμα ως φοιτητής, συνέχισα στις διακοπές στον Πλάτανο και στα καφενεία της Κέρτεζης. Παίξαμε πρόσφατα με το Γιώργο, όταν βρεθήκαμε οι δυο μας. Είναι καλός παίκτης και στο τάβλι, εκτός από το γράψιμο. Να το ξανακάνουμε Γιώργο.
Ο Γιώργος γράφει στο βιβλίο του για τα τρία συνηθισμένα παιχνίδια: «πόρτες», «πλακωτό», και «φεύγα». Μεταδίδει κι αυτός τα βασικά για ένα νέο παίκτη. Δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες. Εξάλλου αυτά μαθαίνονται στην πράξη, όπως γίνεται και στα παρόμοια της ζωής. Δείχνει τις ομοιότητες, τονίζει τις διαφορές τους, και πετάει και δυο τρεις σκέψεις στρατηγικής. Εξάλλου το τάβλι είναι αφορμή για να μάθει και αναμεταδώσει και την ιστορία από το στόμα του παππού, από τη δική του όμως γραφίδα.
Ο καφές (τούρκικος ή ελληνικός, όπως θέλετε) ήταν το βασικό ποτό επί κάποιους αιώνες στα καφενεία, όπως και το κρασί στα ταβερνεία. Ποτέ τα παλιά χρόνια δεν πουλιόντουσαν και τα δύο στον ίδιο χώρο, όπως αργότερα στα καφε-μπαρ. Ο καφές δίνει ένταση στη μνήμη και στη σκέψη, βοηθούσε στις συναλλαγές και στις συζητήσεις. Είναι δηλαδή δημιουργικός. Αντίθετα το κρασί ή τα άλλα ποτά σήμερα, κατεβάζουν τη σκέψη, χαλαρώνουν την ψυχή, οδηγούν σε εξομολογήσεις και στην υπερβολή τους να χάνεις τον εαυτό σου. Ο Γιώργος, λοιπόν, σωστά έδωσε σημασία στον καφέ του παππού του!
ΙΙΙ. ΑΠΟ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Η εξέλιξη της ζωής του παππού Βαγγέλη για πολλούς σηματοδοτεί την πορεία των ανθρώπων, και πριν την Κατοχή, αλλά πιο πολύ μετά την τραγική δεκαετία του 1940. Μέχρι το 1940 είχαμε μια συνεχή αύξηση των πληθυσμών στην ορεινότητα της χώρας, στα βουνά της Πίνδου, μα και στη συνέχειά της στη Ρούμελη, στο Μωριά και στη νοητή συνέχειά της, στα βουνά της Κρήτης.
Ο παππούς Βαγγέλης ξεκίνησε την προσωπική διαδρομή του πολύ πριν την Κατοχή, φεύγοντας από τα βουνά, πηγαίνοντας σε τσαγκάρικο στη Φθιώτιδα, ανοίγοντας δικό του στο Μοναστηράκι απέναντι από τον Ψαθόπυργο, νυμφεύτηκε κι έκανε παιδιά. Η μεταπήδησή του όμως στην Πυροσβεστική (Δημόσιο) σηματοδοτεί ένα μεγάλο μέρος της πορείας του πληθυσμού της χώρας μας, που αφήνει βουνά, νησιά ή παραλίες και πάει στις πόλεις.
Τώρα τα βουνά και τα νησιά έχουν αδειάσει επικίνδυνα, το εκκρεμές του πληθυσμού έχει πάει στο άλλο άκρο και δεν ξέρουμε αν κοπεί το σχοινί του. Η πορεία του παππού θυμίζει και τη δική μου πορεία, όπως και πολλών συμμαθητών μου. Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στα βουνά μετά τον αιματηρό και μάλλον άχρηστο εμφύλιο.
Δεν ζήσαμε το μέγιστο του πληθυσμού, που ήταν πριν το 1940, ζήσαμε όμως τις συνέπειές του πολέμου. Τα μεγαλωμένα κάπως παιδιά των φτωχών και μικρομεσαίων πληθυσμών είτε φύγαμε για τα ξένα (Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική), είτε για τις μεγάλες πόλεις. Κάποιοι σπουδάσαμε, άλλοι έγιναν εργάτες στα εργοστάσια που μετά έκλεισαν, άλλοι μπήκαν στις λαμογιές και άλλοι πάλι φτώχυναν. Ο Γιώργος όμως μόλις που ακουμπά στο τέλος την κατάληξη, δηλαδή τα μνημόνια… Βλέπετε ο παππούς Βαγγέλης είχε ήδη πάει σε τόπους χλοερούς…
IV. ΟΙ ΓΑΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ
Στο βιβλίο περιγράφονται δυο γάμοι. Ο γάμος του παππού Βαγγέλη με τη Λένη, που έγινε με προξενιό στο Μοναστηράκι, κι ο γάμος των γονιών του, του Νικολού και της Βασιλικούλας, που είχε ερωτική και εκπαιδευτική διάσταση. Με πλάγιο και όμορφο τρόπο ο συγγραφέας περιγράφει τον κοινωνικό περίγυρο, τις εργασιακές συνθήκες, τις κοινωνικές ιδέες, τις εκκλησιαστικές αντιλήψεις δυο διαφορετικών εποχών.
Μπορεί ο παππούς να μεγάλωσε πριν την ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνολογίας, να βίωσε την ηθική πριν τα χυμένα ποτάμια αίματος τη δεκαετία του 1940, η πραγματική απόσταση από τα παιδιά του ήταν όμως πολύ μεγαλύτερη. Η κόρη του Βασιλικούλα, η μάνα του Γιώργου, και ο πατέρας του Γιώργου, ο Νικολός, μεγάλωσαν αλλιώς, έγιναν νεοδιόριστοι δάσκαλοι και ερωτεύτηκαν. Δεν πέρασαν από τα σαράντα κύματα του παππού. Μέσα σ’ αυτούς του γονείς μεγάλωσε ο Γιώργος.
Ο Γιώργος καταφέρνει μ’ ένα τάβλι και μπόλικους καφέδες του παππού του να ενώσει τρεις γενεές στο βιβλίο και να προσθέσει ομαλά και την τέταρτη γενεά, τη δική του. Το κατανοώ αυτό πολύ καλά, αν και για τη δική μου ανάλογη περίπτωση τα πράγματα πάνε μια γενεά μετά. Τα δικά μου παιδιά είχαν τις ευκαιρίες που είχε ο Γιώργος ως μαθητής, κι εγώ αυτές που είχε ο παππούς του. Μόνο που τα δικά μου παιδιά και οι συνομήλικοί του δεν ζουν στα σχετικά ανεκτά χρόνια της Μεταπολίτευσης, αλλά των τριών μνημονίων, των χιλίων εφαρμοστικών νόμων, των νέων αιματηρών πολέμων στην περιοχή μας και φυσικά μιας νέας παρατεταμένης και αβέβαιης παγκόσμιας κρίσης.
Πάντως ο Γιώργος καταφέρνει δίπλα στον κεντρικό ήρωα παππού του, τους γονείς του παππού, τους συγγενείς του, να βάλει όχι μόνο τον εαυτό του και τους δικούς του γονείς, αλλά και έναν επιστήμονα θείο του, τον Ανέστη, που τσακίστηκε μέσα σ’ αυτό το σκληρό τοπίο. Ο Γιώργος δεν βάζει μόνο την ευρύτερη οικογένεια στο φόντο, βάζει και τα ψυχιατρικής φύσεως προβλήματα της εποχής μας, βάζει και το εκπαιδευτικό σύστημα!
V. ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.
Ο Γιώργος, λοιπόν, είναι γιός ενός δάσκαλου και μιας δασκάλας, πριν γίνει κι αυτός καθηγητής χημείας. Οι αναφορές στους γονείς του δείχνει τι τραβούσαν οι δάσκαλοι την εποχή εκείνη όσο εργάζονταν, κυρίως νεαροί στα απομακρυσμένα σχολεία. Βεβαίως σωστά υπήρχαν αυτά τα σχολεία στα χωριά. Δεν εξυπηρετούσαν μόνο τους γονείς, δεν μυούσαν μόνο τους μικρούς μαθητές, έδιναν ζωή και ελπίδα στους μικρούς τόπους.
Το τότε εκπαιδευτικό σύστημα για τα δημοτικά έδενε συχνά πολλούς δασκάλους μεταξύ τους κι έφτιαχναν πολλά γαμήλια ζευγάρια. Ο ένας γινόταν ταυτόχρονα και σύμβουλος του άλλου και μαθητής του. Τότε δεν υπήρχε οργανωμένο σύστημα επιμόρφωσης, υπήρχε μόνο ο τιμωρητικός επιθεωρητισμός. Τότε δεν υπήρχαν βιβλιοθήκες στα σχολεία, παρά μόνο αν βρίσκονταν κάποιος δωρητής που αγαπούσε τον τόπο του και το σχολείο. Έτσι ένα ζευγάρι δασκάλων λειτουργούσε και ως συλλογικός εκπαιδευτικός. Κι αυτό το καταγράφει όμορφα ο συγγραφέας γιός τους. Δυστυχώς με τα μνημόνια επιστρέψαμε σ’ εκείνους τους χρόνους…
Δεν μένει εκεί όμως ο Γιώργος. Καταγράφει μέσω του παππού του Βαγγέλη, με το τάβλι ανάμεσά τους και δίπλα τον καφέ του παππού, όλες τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού της παιδείας στη δεκαετία του 1960 με επικεφαλής τον Ευάγγελο Παπανούτσο, έναν Καλαβρυτινό κοντοχωριανό μου, που έμεινε στην ιστορία γιατί έριξε σπόρο. Καταγράφει ο συγγραφέας τις συντηρητικές αντιδράσεις, την οπισθοδρόμηση στην επτάχρονη δικτατορία και μια νέα ελπίδα με το Πολυτεχνείο να δείχνει δρόμους στη σχέση Πανεπιστήμιου και κοινωνίας. Στις δύο πρώτες δεκαετίες στη Μεταπολίτευση έγιναν κάποια μικρά βήματα και μετά πάλι πίσω.
Ο συγγραφέας δεν παραλείπει κάτι πολύ σημαντικό. Πως το εν γένει πολιτικό και εκπαιδευτικό σύστημα καταστρέφει μεγάλους επιστήμονες. Μπορεί στη σημερινή εποχή χιλιάδες επιστήμονες να εργάζονται σε άλλα πόστα απ’ αυτά που σπούδασαν στα πανεπιστήμια, μπορεί ένα εκατομμύριο νέοι επιστήμονες να έχουν σχεδόν διωχθεί από τη χώρα προς το εξωτερικό, όμως τις παλιές εποχές οι πληγές του εμφύλιου, τα κοινωνικά φρονήματα, ο κομματισμός και ο ημετερισμός πλήγωσε κι ένα θείο του σπουδαίο επιστήμονα των θετικών επιστημών. Αυτόν που τον οδήγησε σταδιακά στην απομόνωση, στα ψυχικά νοσήματα και στο θάνατο… Ο θείος του Ανέστης αποτελεί μια άλλη όψη της εκπαιδευτικής κρίσης. Τέτοιοι επιστήμονες δεν ήταν και δεν είναι λίγοι.

Μα ο συγγραφέας, ως Γιωργάκης, εντάσσει και τη δική του διαδρομή μέσα στον εκπαιδευτικό χώρο και με πολλές χρωματιστές πινελιές. Πρώτα ως μαθητής στο γειτονικό του 10 Γυμνάσιο Πάτρας εκεί στο Πυροσβεστείο της Πάτρας και κατόπιν ως φοιτητής χημείας στα Γιάννενα. Το 1972-73 συμπέσαμε στο Γυμνάσιο αυτό, μα δεν γνωριστήκαμε. Όχι μόνο γιατί εγώ πήγα μόνο στην 6η τάξη, ερχόμενος ως γνωστικός μετανάστης από τα Καλάβρυτα, αλλά και γιατί ο Γιώργος ήταν πιο μικρός. Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 και αρχές του 1990 βρεθήκαμε στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων, αλλά όχι μαζί. Όμως είχαμε πολλούς ίδιους μαθητές και μαθήτριες!
Ο Γιώργος αγάπησε το σχολείο, αγάπησε τις φυσικές επιστήμες, αγάπησε τους μαθητές και έδωσε περισσότερα από έναν απλό δημόσιο υπάλληλο. Το σχολείο όμως σιγά σιγά γύρισε στην εποχή της ατομικής καριέρας και της κομματικής καμαρίλας. Οι εκπαιδευτικοί, όπως ο συγγραφέας, δεν εκτιμήθηκαν. Ένα όμως γεγονός αδικίας δεν το άντεξε.
Ο Γιώργος αυτό το γεγονός το μεταμόρφωσε σε άλλου είδους προσφορά. Στην αρχή τον έκανε αρθρογράφο στον τοπικό πατραϊκό τύπο και κατόπιν τον μετέτρεψε σε συγγραφέα. Αρχικά σε συγγραφέα για το σχολείο. Έδωσε λοιπόν σε μας ένα (2018) ‘’Οδοιπορικό στην Εκπαίδευση’’ με τίτλο «Από τα Καλάβρυτα στον Κουτσουρά» και κατόπιν το «Με τη σκόνη της Κιμωλίας» (2024), βιβλίο για ένα νέο δημοκρατικό σχολείο. Μα και στο βιβλίο αυτό που παρουσιάζουμε μας δίνει ο Γιώργος με πολλούς τρόπους στοιχεία, ιστορίες, σκέψεις, ανησυχίες κι ελπίδες για το σχολείο.
VΙ. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Δεν θα πω πολλά για τη νεοελληνική ιστορία που παρουσιάζει ανά περιόδους και με τέχνη στην πλοκή του βιβλίου. Εκτιμώ ότι θα τα πει ο ειδικότερος συμπαρουσιαστής και συνάδελφος φιλόλογος και συγγραφέας Φώτης Δημητρόπουλος.[2]
Ενδεικτικά θα μείνω σε κάποιους σταθμούς ορόσημα. Στη μικρασιατική καταστροφή, στο παιχνίδι με τη βασιλεία και τις δικτατορίες. Στην οικονομική κρίση του 1929 και την 4η πτώχευση της χώρας μας το 1932. Στη Κατοχή του 1940, στον εμφύλιο και στο μετεμφυλιακό κράτος της δεκαετίας του 1950. Στα πολιτικά παιχνίδια της δεκαετίας του 1960, που οδήγησαν στην επτάχρονη δικτατορία. Στο Πολυτεχνείο και στην τραγωδία της Κύπρου. Στην αρχική ελπιδοφόρα μεταπολίτευση, στο βρώμικο 1989 και στην εκσυγχρονιστική δήθεν Ελλάδα, που μας οδήγησε στα μνημόνια και στις συνεχείς αλλαγές κυβερνήσεων, μέχρι να μας καταβάλλουν προσωρινά ως λαό.
Τώρα Γιώργο περιμένουμε το νέο σου μυθιστόρημα. Να το γράψεις όπως το φανταστείς. Πρώτα όμως θα χαρούμε το σημερινό σου βιβλίο….
Σ’ ευχαριστούμε από καρδιάς!
Σημειώσεις: 1) Η βιβλιοπαρουσίαση έγινε στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου «Κωστής Παλαμάς» 29.10.2025, το βραδάκι.

2) Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην Εφημ. «ΩΡΑ των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ», φ. 96, στήλη ΒΟΥΡΑΪΚΕΣ ΝΥΞΕΙΣ, σελ. 28-29.
Παραπομπές
[1] Η παρουσίαση έγινε στην «Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς», επί της Κορίνθου 241, όπου εδρεύει η «Εταιρεία Λογοτεχνών ΝΔ Ελλάδας», την Τετάρτη 29 Οκτώβρη 2025 και ώρα 7.00μμ.
[2] ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΌΣΚΛΗΣΗ: «…Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι Φώτης Δημητρόπουλος, φιλόλογος -συγγραφέας, ο Ηλίας Δημητρόπουλος, συγγραφέας, ο Παναγιώτης Μπούρδαλας, φυσικός – θεολόγος – συγγραφέας και ο ίδιος ο συγγραφέας. Την εκδήλωση θα προλογίσει ο κ. Μαργαρίτης Λεωνίδας».
















