Τρία Καλαβρυτινά μοναστήρια στην καρδιά του 1821
(Η εκτενής εισήγησή μου στις 21 Μαρτίου στα Καλάβρυτα)

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Στα όρια του οροπεδίου του Βουραϊκού υπήρχαν ακριβώς μετά την επανάσταση του 1821 12 μοναστήρια. Από την επίθεση στα μοναστήρια που έκανε η Αντιβασιλεία στις 7.10.1833 (ανδρικά), 9.3.1934 (γυναικεία) και 8.5.1934 (απαγόρευση δωρεών), έμειναν τα επτά ανδρικά.[1] Ανάμεσά τους έμειναν ισχυρά τρία μεγάλα, όχι το ίδιο ξακουστά και τα τρία.
Τα τρία μοναστήρια δημιουργούν στο χάρτη ένα νοητό ευθύγραμμο τμήμα, όπου ανάμεσά τους είναι τα Καλάβρυτα, από ΒΔ προς ΝΔ: Μ. Σπ. – Καλ/τα – Αγ. Λαύρα. – Αγ. Θεόδωροι. Οι δρόμοι πρόσβασης μέχρι το 1900 περίπου δεν είχαν καμία άμεση σχέση με τους σημερινούς. Ήταν αρχαίοι που απέφευγαν βάλτους, απότομα ανεβάσματα, ενώ διάλεγαν πρόποδες βουνών και διάσελα, όσο γίνονται πιο χαμηλά
ΙΙ. ΤΕΣΣΕΡΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥΣ
Θα προσπαθήσουμε να δούμε συνοπτικά τη σχέση των τριών μοναστηριών με κέντρο την ημιτελή εθνικο-απελευθερωτική επανάσταση του 1821-1927. Θα δούμε όμως και κάποιες πλευρές πριν την κήρυξή της. Δεν συμβαίνουν όλες και στα τρία. Μία όμως απ’ αυτές ήταν κοινή, η υλική προσφορά και αλληλεγγύη. Η παιδεία ήταν κοινή στα δύο.
Θ’ αφήσω στην άκρη άλλες πλευρές συνειδητά, που θα άξιζαν όμως να κουβεντιαστούν, ίσως στο τέλος. Κατά τη δική μου οπτική, και στα τρία μοναστήρια, ως συλλογικά υποκείμενα, είχαμε κατά κύριο λόγο έμμεση στήριξη της επανάστασης με τρεις τρόπους και όχι άμεσης εμπλοκής με όπλα. Βασικές πλευρές αυτής της στήριξης ήταν:

1) Συμμετοχή στο δίλημμα για την εξέγερση και συμμετοχή στους προβληματισμούς, αλλά κάτω από την θεολογικο-κοινωνική ομπρέλα της ευρύτερης χριστιανικής πίστης.
2) Ανάπτυξη της παιδείας με κέντρο είτε τα ίδια τα μοναστήρια, είτε τα κοντινά μεγαλοχώρια, κυρίως κατά τον 18ο και 19ο αι.
3) Στήριξη σε επίπεδο υλικής βοήθειας σε όλα τα επίπεδα μετά την κήρυξή της. Και για τα τρία αυτά επίπεδα θα αναφερθούμε συνοπτικά για κάθε ένα από τα τρία.
4) Άμεση εμπλοκή με όπλα, μία μόνο φορά, όταν βρέθηκε το Μ. Σπήλαιο, σε αμυντική θέση και είχε στρατιωτικά τη δυνατότητα να νικήσει (Ιμβραήμ). Έμμεση οι Αγιοι Θεόδωροι.
Από το υλικό αυτό επέλεξα στοιχεία που έχουν μια γενικότερη αποδοχή για τα τρία μας μοναστήρια. Θα τα προσφέρω χωρίς άμεση κριτική παρουσίαση.
ΙΙΙ. ΜΕΓΑ ΣΠΗΛΑΙΟ
Α) ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: Το Μ. Σπήλαιο βρίσκεται στην εποχή του Όθωνα (Σεπτέμβρης του 1935) με ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ιδιωτικό) με σχολάρχη τον Αβακούμ και με 35 μαθητές και την επόμενη με 54. Πάντως μέσα στην Ι.Μ. υπήρχε και αντιπολίτευση![2] Αυτό δείχνει ότι είχε μια παράδοση πριν και κατά την επανάσταση (1821), αλλά όχι απόλυτη.

Β) Φιλική Εταιρεία: Πριν το 1821 είχαμε ένα ρεύμα μέσα στη Μονή για συμμετοχή στη Φιλική Εταιρεία. Γράφει ο μοναχός της Αμβρόσιος Φραντζής: «Το δε μυστήριον της Φιλικής Εταιρείας ενεπιστεύθη εις πολλά ολίγα υποκείμενα κατά την Πελοπόννησον, από δε της εποχής αυτής και ύστερον διεδίδετο εις τε εκκλησιαστικούς και πολιτικούς της πρώτης τάξεως, καθώς και εις την Μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου μέχρι του 1818. Εξηπλώθη δε (το 1819) πολύ περισσότερον, ώστε έφθασεν να διαδοθή και εις άλλα κατά την Πελοπόννησον Μοναστήρια, εις πολλούς εκ του ανωτέρου και κατωτέρου κλήρου και εις διαφόρους πόλεις… Από δε του τέλους του 1819 μέχρι τέλους των 1820 η κατήχησις της Εταιρείας έφθασε να εξαπλωθή και εις τους ποιμένας και εις τους χοιροβοσκούς χωρικούς…».[3]
Γ) Σημαντικό πρόσωπο: Ανδόνικος Φραντζής (γεννιέται στο Μεσορρούγι Αχαΐας το 1778): «Ο αγωνιστής και ιστορικός ιερομόναχος και πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Χριστιανουπόλεως (έδρα της η Κυπαρισσία) Αμβρόσιος Φραντζής (1778–1851)… Νεαρός εκάρη μοναχός στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου… και πήρε το όνομα Αμβρόσιος. Εκεί έμαθε και τα πρώτα του γράμματα. Όπως γράφει ο Κουρνούτος ‘’Η πίστη και η πατρίδα έγιναν το επίκεντρο των στοχασμών του…
Με την έναρξη της Επανάστασης έλαβε ενεργό μέρος σε αυτήν και πικραινόταν, όπως γράφει, από τις αγριότητες των συμπατριωτών του σε βάρος ανήμπορων οθωμανών και τη λαφυραγώγηση. Πολύ πίκρα αισθανόταν και από τον αλληλοσκοτωμό των ίδιων των Ελλήνων. Ο Φραντζής το 1822 ανέλαβε το Τμήμα της Αστυνομίας, μήπως και έμπαινε μια τάξη. Η ανάμιξή του στα κοινά τον έφερε σε οξεία αντιπαράθεση με τους πολιτικούς αντιπάλους του. Ο Αμβρόσιος Φραντζής υποστήριζε σταθερά τον [= Θεόδ.] Κολοκοτρώνη, αλλά δεν εξορίστηκε μαζί του στην Ύδρα, χάρη των προσπαθειών του Βρεσθένης Θεοδώρητου και του Παπαφλέσσα, που, ως Υπουργός των Εσωτερικών, είχε διατάξει την εξορία του Κολοκοτρώνη…
Η αγάπη και αφοσίωσή του στον Κολοκοτρώνη του στοίχισε φυλάκιση από την Αντιβασιλεία, όταν ο Γέρος του Μωριά καταδικάστηκε σε θάνατο. Ύστερα από 14 μήνες που εξέτισε την ποινή του ο Φραντζής ξαναγύρισε στην επαρχία του, την Κυπαρισσία, γεμάτος πικρές εμπειρίες, ανέχεια και απογοήτευση.
Σε αυτή την κατάσταση ευρισκόμενος σκέφθηκε να γράψει την ιστορία της Επανάστασης, ως μια παρακαταθήκη προς τους επιγενόμενους. Έτσι από το 1837 άρχισε να γράφει την ιστορία, συμπληρώνοντας κατά κάποιο τρόπο τα απομνημονεύματα των Παλαιών Πατρών Γερμανού, Φιλήμονος, Περραιβού, και άλλων, που είχαν προηγηθεί. Η ιστορία του, υπό τον τίτλο ‘’Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1835’’. Εξεδόθη από το 1839 έως το 1841 από το Τυπογραφείο Καστόρχη…».[4]
Δ) Αλληλεγγύη στους αδύναμους: «…γ. Πέμπτον ήδη περιέτρεχεν έτος της μακράς και πολυπόνου των Ελλήνων επαναστάσεως (τω 1825), και ο άθεος Αιγύπτιος Ιμβραήμ εισβαλών εις την Πελοπόννησον ήγε και έφερε πάντα προ ποδών, και μάλιστα την Αχαΐαν και τα πεδινώτερα της χερσονήσου. Κατά δε το μέγα Σπήλαιον πανταχόθεν ήσαν καταφυγόντες χιλιάδες πολλαί, μεθ’ ών συνηριθμούντο και πεντακόσιαι ολόκληραι οικογένειαι.
Διότι πάσα η Πελοπόννησος, και τα πολλά δε της πέριξ Ελλάδος, οχυρώτατον καταφύγιον εν τοις εσχάτοις των πολέμων κινδύνοις έχουσιν ανέκαθεν το μέγα Σπήλαιον, ου μόνον δια την τοποθεσίαν, και την προμήθειαν των αναγκαίων, αλλά πολύ μάλλον διά την εν αυτώ επισκιάζουσαν χάριν της Θεομήτορος.
Τοιούτος τόπος καταφυγής ανεφάνη η Σπηλαιώτις Μονή και κατά την καλλίνικον γενομένην επανάστασιν των Ελλήνων. Και πολλά μεν εις τον υπέρ πίστεως αγώνα χρήματα κατέβαλε, μηδ’ αυτών των αργυρών φεισαμένη σκευών (ών τα πλείστα εξηργήρωσε), και χρέους ανέλαβε φορτίον βαρύ δανεισαμένη προς τε διεξαγωγήν του στρατού, και πολλών πενήτων περιποίησιν και διατροφήν.
Και τα ίδια δε σώματα παρέδωκαν οι Μοναχοί του Σπηλαίου συμμαχούντες τοις υπέρ πίστεως αγωνιζομένοις αδελφοίς, προς ούς έδραμον πολλάκις βοηθοί, καθοπλισθέντες εξ ανάγκης, πάντες οι εν ηλικία ιδιώται μάλιστα υπηρέται της Μονής.
Τότε δε, των Αιγυπτίων το πλείστον της Πελοποννήσου κατεχόντων, συνέρρευσε προσφύγων ανδρών τε (και μάλιστα ασθενεστέρων) και γυναίων και παίδων πλήθος πολύ. Πολλών δε πολλαχόθεν και πολύτιμα κειμήλια, και χρήματα μεγάλα, και παντοίαι αποσκευαί μετεκομίσθησαν εν τω Σπηλαίω χάριν ασφαλείας εγκατατεθέντα. Των δε μοναχών οι πλείστοι, και σχεδόν άπαντες διέτριβον αίθριοι παραχωρήσαντες τα οικήματα εις τους πρόσφυγας, και έτρεφον τούτους υπηρετούντες…».[5]
Ε) Η νικητήρια μάχη του Μ. Σπηλαίου: «δ΄. Πάντα ταύτα ηπίστατο ο Αιγύπτιος Κεφρήν, και των συγκεκομισμένων ωρέγετο θησαυρών, και αίματος εδίψα ελληνικού. Και δή κατά την ημέραν των γενεθλίων του τιμίου Προδρόμου (Ιουνίου κδ. τω 1827), της ιεράς λειτουργίας τελουμένης, έρχονται τινές αγγέλλοντες ότι Τούρκων και Αιγυπτίων μέγας στρατός ανέβαινεν όπισθεν του Μοναστηρίου προς τον λεγόμενον Υψηλόν Σταυρόν. Πολύς δε τους ακούσαντας τρόμος περιεχύθη. Και οι μοναχοί θερμότερον προσηύχοντο.
Ήδη των πυροβόλων ηκούετο κρότος εξελθούσης της φρουράς άνωθεν εκ των πύργων και προμαχώνων, συνεξήλθον δε και των διακονητών της μονής οι εν ηλικία, και καταστάντες εμάχοντο κατά τον λεγόμενον Ζυγόν, παρά το λιθάριον της παναγίας και τον υψηλόν Σταυρόν, όπου πρώτον έστησαν οι εχθροί, επτακισχίλιοι περίπου τον αριθμόν. Όπισθεν δε τούτων εφήδρευε και άλλο τάγμα δισχιλίων Αιγυπτίων, κατέχοντες το λεγόμενον Πετρούχον. Οι δε φρουρά του Μοναστηρίου πάντες ήσαν περί τους εξακοσίους…
Η δ’ επάνω κατά τον Ζυγόν το πρώτον συστάσα μάχη προϊούσης της ημέρας εκραταιούτο, γινομένη καυστειρά, και διήρκεσε μέχρις εσπέρας. Πολλοί δε και εις χείρας συνέμιξαν. Και έπεσεν εκ των Αιγυπτίων πλήθος πολύ. Οι δε λοιποί, τέλος, σκεδασθέντες ετράπησαν εις φυγήν, καταθέτοντες επί κεφαλής οπίσω πάλιν προς τα Καλάβρυτα…».[6]
IV. ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ
Α) Η συνεύρεση στην Αγία Λαύρα: «…Την 9.3.1821 ήλθον εις Αγίαν Λαύραν κυνηγημένοι οι Ανώτατοι Άρχοντες από Μαζέϊκα (καλύβια) με τέχνασμα διαφυγόντες την Τουρκικήν φρουράν των, ήτις τους επήγαινε εις Τρίπολιν προς βεβαίαν σφαγήν. Μετά του ηγουμένου Καλλινίκου ήρχισαν αμέσως σύσκεψιν περί του πρακτέου. Έστειλαν αμέσως τους καλογήρους της Μονής προς πάσαν κατεύθυνσιν αναζητούντες τους οπλαρχηγούς (33 τότε ήσαν οι μοναχοί).

Πρώτος λόγω ετοιμότητας ανήλθε εις Αγίαν Λαύραν ο Στριφτόμπολας με τα 17 εικοσάχρονα Κερτεζιτόπουλα με τα οποία αλώνιζε την επαρχίαν, διαδίδων, ενθαρρύνων και στρατολογών οπλίτας δια την πολιτικοστρατιωτικήν του οργάνωσιν (μάγγαν). Είχε ανεβάσει τον αριθμόν των οπαδών του εις 400 ενόπλους και είχε καταρτίσει δια την ευχερή διοίκησίν του 13 αξιωματικούς από τους ιδίους, ών τα ονόματα κατέχομεν, αλλά θα δημοσιευτούν εις άλλην ευκαιρίαν. Η σημαντική αύτη δύναμις κρούσεως όμως, δεν είχε ετοιμότητα αμέσου συμ-μετοχής εις τον αγώνα διότι ήτο κατανεμημένη εις πολλά χωριά και έπρεπε να κληθή και διατρέξη αποστάσεις δια να εύρη τον Αρχηγόν της. Έτσι ο Στριφτόμπολας ηναγκάσθη να κινηθή προς σωτηρίαν της Αγίας Λαύρας μόνον με την πενιχράν δύναμιν των Κερτεζιτών, οίτινες όμως εξήρκεσαν, μέχρις ότου κληθέντες προσέτρεξαν και οι άλλοι δικοί του…
Από τας 13.3 όμως η στρατιωτική κατάστασις εβελτιώθη ραγδαίως εις τον χώρον της Αγίας Λαύρας υπέρ ημών, διότι πλην και των αναθαρρυσάντων πρωτευόντων οπλαρχηγών, προσήλθε και μέγα πλήθος νέων μαχητών εντεταγμένων και ανεντάκτων και ο ολικός αριθμός του επαναστατικού στρατού ανήλθε εις 3000 κατά τας εκτιμήσεις των τότε γραφιάδων… Εν τω μεταξύ οι καλόγηροι της Αγίας Λαύρας εζύμωναν συνεχώς άρτους δια το τόσον πλήθος πολεμιστών. Η Αγία Λαύρα υπήρξε η πρώτη Επιμελητεία του αγώνος. Κάποτε όμως τα σαρακοστιανά της μονής ετελείωσαν και τότε οι Αρχιερείς διέταξαν μεσούσης της Αγίας και Μεγάλης Σαρακοστής να σφαγούν τα αμνοερίφια της Μονής δια να μη διαλυθούν οι πολεμισταί… Τότε η Μονή εδήλωσε ότι σε λίγες ημέρες ακόμη θα τελειώσουν τα άλευρα και ότι οι Νερόμυλοι της Κέρτεζης δεν προλαμβάνουν δια τόσον πλήθος. Τότε επεσπεύθη η ορκομωσία…».[7]
Β) Του Αγίου Αλεξίου, 17.03.1821: «Την ίδια ημέρα, 17 Μαρτίου 1821, του αγ. Αλεξίου, στο Μοριά, στα Καλάβρυτα η ιερά μονή αγ. Λαύρας, όπου και η κάρα του αγίου. Εκεί βρισκόταν πλήθος κόσμου ως προσκυνητές, μετά από ολονυχτία και δοξολογία. Στην μονή ήταν σχεδόν όλες οι σημαντικές προσωπικότητες της βόρειας Πελοποννήσου και ο Π.Π. Γερμανός. Μετά την δοξολογία τελέστηκε αυτό που αναφέρεται ως ορκομωσία στην αγ. Λαύρα».[8]
Γ) Η αναφορά του Α.(ναγνώστη) Κ.(ορδή), σημαιοφόρου του Αναγν. Στριφτόμπολα: «…Στρατιωτικοί δε αρχηγοί (και διά να άρχη τίς πρέπει να έχη αρχόμενους) επί της ενάρξεως της επαναστάσεώς μας, εν Αγία Λαύρα και εν Καλαβρύτοις, ήτον πρώτον ο Αναγνώστης Στριφτόμπολας, όστις είχε τριακοσίους περίπου στρατιώτας υπό τας αμέσους διαταγάς του. Προμηθευόμενος τα του πολέμου εξ ιδίων του.
Είχε δεκαπέντε περίπου μπουλουξίδες (καπετανέους)… Τον ανδρείον Αναγνώστην Κορδήν εκ του τμήματος των Χασίων, Σημαιοφόρον, όστις εβάσταξε την πρώτην Σημαίαν της παλιγγενεσίας, όταν εψάλη η ικετήριος δοξολογία εις τον Ύψιστον υπέρ ευοδώσεως κατά των Τούρκων επιχειρήσεως την 17 Μαρτίου 1821, εν τώ ναώ της Υπεραγίας Θεοτόκου,[9] …».[10]
Δ) Ο λογαριασμός του αγώνα της Αγίας Λαύρας: «…Εκτός των ανωτέρω επιστολών και αποδείξεων παρατίθεται και γενικός λογαριασμός υποβληθείς υπό τη Μονής προς τας επισήμους αρχάς.
1) Πριν του πολέμου μας εκράτησεν η Πολιτεία μας χρεωστιμιά κατά τας νότας των γρόσια 4.500…
40) Διά προσταγής Ανδρέα Λόντου ο Γεράσιμος 4 γελάδια και σφαχτά 15, γρ. 800.
Έν όλω γρόσια 31.789,20».[11]

V. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΔΩΡΩΝ ΑΡΟΑΝΙΑΣ
Α) Φιλική Εταιρεία: «…Φαίνεται ότι νωρίς είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρία. Όπως αναγράφεται ‘’…ο περιβόητος μοναχός Δοσίθεος… ήτο εκ των επαξίως δρώντων φιλικών’’. [«Παπαδόπουλου Ν., Μονής Αγίων Θεοδώρων εθνικαί εκδουλεύσεις, «Εκκλησία», 35 (1958), σελ. 251».] Στα χρόνια της επαναστάσεως γύρισε στο Σοποτό όπου συνέχισε τη διδασκαλία, όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις…».[12]
Β) Μοναχός Δοσίθεος Τσιβίλης, Ιεροδιδάσκαλος του Γένους.
1) Αναφορά του Θανάση Τζώρτζη: «…Δεν ασχολήθηκε με τη συγγραφή, αλλά η προσφορά του στην παιδεία υπήρξε μεγάλη (ΔΟΜΗ)… Διετέλεσε σχολάρχης της σχολής Σοπωτού και εδίδαξε στη σχολή του Σοποτού από το 1801 έως το 1804, στη Σμύρνη το 1808, ύστερα πάλι στο Σοποτό (1809 – 1814) (Γ. Π.: Πραγματεία … -Εν Αθήναις 1906 – Επ. τ. Καλ/των), όπου συγκέντρωνε μαθητές απ’ όλη την Πελοπόννησο, στα Καλάβρυτα (1815 – 1823), όπου διετέλεσε σχολάρχης και δίδαξε έξι χρόνια, ξανά στο Σοποτό (1823 – 1830), όπου κατά την εποχή του Ιμπραήμ δίδασκε ακόμη και στα σπήλαια και τα βουνά…».[13]
2) Αναφορά του Αδρέα Χρυσα. Βορύλλα, 1994: «…Ο Δοσίθεος γεννήθηκε το 1774 στην Κέρτεζη Καλαβρύτων. Το κοσμικό του όνομα ήταν Δήμος Τσιβίλης. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην πατρίδα του και νεαρός εκάρη μοναχός στο μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων. Η δίψα του για μάθηση έφερε τον Δοσίθεο στην Πάτρα, στο Μεσολόγγι, όπου υπήρχαν σχολές, όπως αναφέρει ο επιθεωρητής Ι. Κοκκώνης στην έκθεσή του το 1830.
Στην Ελληνική σχολή του Σοποτού εδίδαξε σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Πρώτα το 1801-1804 που η απόδοσίς του στο σχολείο έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Οι Επίτροποι της σχολής βλέποντας τα ιδιαίτερα προσόντα του Δοσίθεου τον παρακινούν να πάει στη σχολή της Χίου για να σπουδάση, Μαθηματικά, Φιλοσοφία.
Οι σπουδές στη Χίο τον κάνουν ευρύτερα γνωστό και τον καλούν να διδάξη στη Σμύρνη (1809), πριν από τον Οικονόμο και Κούμα. Από τη Σμύρνη επιστρέφει στο Σοποτό, όπου η φήμη του σαν δασκάλου έκανε να συγκεντρώνονται μαθηταί απ’ όλη την Πελοπόννησο. Αργότερα ο Δοσίθεος προσκαλείται στα Καλάβρυτα όπου δίδαξε έξι χρόνια… Αργότερα στα Καλάβρυτα διδάσκει σαν οικοδιδάσκαλος στο σπίτι του οπλαρχηγού Σωτηρ. Θεοχαρόπουλου. Τα τελευταία του χρόνια τα αφιέρωσε στο σχολείο της πατρίδος του στην Κέρτεζη, όπου απέθανε (1836)».[14]
Γ) Υλική και πρακτική συνεισφορά στον αγώνα: Θα κάνω τρεις αναφορές, αλλά από την ίδια πηγή. 1) Τρόφιμα: «Έχει μεγάλη αξία για την ιστορία της Μονής Αγίων Θεοδώρων, πως ο ολιγογράμματος ηγούμενος Ιάκωβος σημείωσε σ’ ένα πρόχειρο χαρτί λακωνικά, τα δοσίματα από τις πρώτες κι όλας μέρες της επαναστάσεως.
‘’1821 Μαρτίου 1829. Κάνω θύμισιν ότι στέλνομεν εις ορδί (στρατόπεδον) του Τριποτάμου εν πρώτοις ψωμί οκάδες 240 … (έγγρ. Αρ. 1)….
‘’τη 25η Απριλίου έστειλα ένα λεβέτι στα Τριπόταμα’’.
…Όπως φαίνεται από τις σημειώσεις στους μήνες αυτούς η Μονή έστειλε συνολικά στα στρατόπεδα: Ψωμί οκ. 658, Κρασί οκ. 314, Κρασί φορτώματα 2, Σφαχτά 70, Τυρί οκ. 85, 1 δαμάλι, 1 γελάδα, 1 λεβέτι.
Τις αποστολές αναλαμβάνουν συνήθως μοναχοί. Οι αποστολές ποικίλουν, άλλοτε κοντινές, 2 ή 3 ώρες, όπως στα Τριπόταμα και το Λειβάρτζι, κι άλλοτε μακρινές, δέκα ή δώδεκα ώρες, όπως στην Πάτρα, στην Ακράτα και αλλλού…».[15]
2) Μεταφορά οπλισμού: «…Είναι φορές που κάτω απ’ τα αθώα αυτά φορτώματα είχε κρύψει ο Ηγούμενος ντουφέκια για τους πολεμιστές. Τούτη η μεγάλη μαρτυρία ξεφεύγει στις σημειώσεις του όταν γράφει: ‘’Μαΐου 21 (1821) εις Τριπόταμα έστειλα με τον Παρθένιο ντουφέκια δύο (έγγρ. Αρ. 1)…».
3) Πληροφοριοδότες: «Καλλιεργώντας τα χωράφια ή κάνοντας αγιασμούς και τρισάγια, ξέφευγαν οι καλόγεροι τις υποψίες των Τούρκων και ειδοποιούσαν για τις κινήσεις του εχθρού, πράγμα πολύτιμο στις ώρες του πολέμου. ‘’Πώς ήλθον εις Τριπολιτσά (οι Τούρκοι) χθες εις Σέλιτσα ο άγιος καθηγούμενος μου το είπεν’’ (έγγρ. αρ. 21)…».[16]
VI. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Έχω αφήσει συνειδητά μεγάλο υλικό εκτός της εισήγησης για πολλούς λόγους. Άφησα αρχικά απέξω πλευρές που έχουν διαφορετικές ιστορικές ή ιδεολογικές διαστάσεις. Αν το έκανα, θα άλλαζε ριζικά η εισήγησή μου.
Ευχαριστώ του διοργανωτές που με δέχτηκαν κι εσάς που με υπομείνατε.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ από τΜτΒ: 1η δημοσίευση στην ΩΡΑ των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, φ. 99, ΜΑΡΤΙΟΣ 2026, σελ. 28-29.

Παραπομπές
[1] ΓΙΟΥΛΑ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ )1833-1862), διδ. Διατριβή, ΠΑΤΡΑ, 2009, σελ. 66-67.
[2] ΓΙΟΥΛΑ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, ό.π., σελ. 97, 253-257.
[3] Φραντζής Αμβρόσιος, «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», 1839, τ. Α΄, σελ. 79 – 81, απόσπασμα. Το είδα: edume.myds.me/. Αναδημοσίευση: Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Όταν παιδεία και ποίηση συναντούν την επανάσταση 1821, εκδ. Αρμός, 2021, ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ, σελ. σελ. 92-93.
[4] ΠΗΓΗ: Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, 01.06.2020, https://www.ekklisiaonline.gr/nea/amvrosios-frantzis-alosi-ke-epanastasi/. Αναδημοσίευση: Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Όταν παιδεία και ποίηση συναντούν την επανάσταση 1821, εκδ. Αρμός, 2021, ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ, σελ. σελ. 121.
[5] Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ οικονόμων, ΚΤΙΤΟΡΙΚΟΝ Ή ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ, ΑΩΜ (1840), ό. π., σελ. 86. (Ανατύπωση 1985). Αναδημοσίευση: Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Όταν παιδεία και ποίηση συναντούν την επανάσταση 1821, ό.π, σελ. 224-225.
[6] Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ οικονόμων, ΚΤΙΤΟΡΙΚΟΝ Ή ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ, ΑΩΜ (1840), ό. π., σελ. 86-88. (Ανατύπωση 1985). Αναδημοσίευση: Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Όταν παιδεία και ποίηση συναντούν την επανάσταση 1821, ό.π., σελ. 225-226.
[7] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Όταν παιδεία και ποίηση συναντούν την επανάσταση 1821, ό. π., σελ. 348-351.
[8] ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ. Συντάκτης: Δρ Δημήτριος Οδ. Σταθακόπουλος. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ, 1821-2021, ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ Φλόγα Ελευθερίας, εκδ. 24 γραμματα, σελ. 125.
[9] Το τότε Καθολικόν της Ι. Μονής της Αγίας Λαύρας, όπως και το νέο τωρινό, είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, εξού και η ολονυκτία κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου.
[10] ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΝΩΝΥΜΩΣ ΕΚΔΟΘΕΝ ΑΧΡΟΝΟΛΟΓΗΤΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΝ ‘’ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ Ή Η ΠΕΤΙΜΕΖΑIKH ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ / υπό Κ. Α, ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ 1850, σελ. 7.
[11] ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ, «ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ», έκδ. 14η ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗ, 1985, σελ. 87-89
[12] Ζωή Μουρούτη – Γκενάκου, ‘’Η προσφορά στην Πατρίδα της Μονής Αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων’’, Εκδόσεις «ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ» της Ι.Μ. Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, 2017, σελ. 51.
[13] Θανάσης Τζώρτζης, «Λόγιοι και καθηγητές της επαρχίας Καλαβρύτων κατά τα παλαιότερα χρόνια», 31.10.2010, – ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ – NEWS (kalavrytanews.com). Αναδημοσίευση: Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Όταν παιδεία και ποίηση συναντούν την επανάσταση 1821, ό. π., σελ. 106-107.
[14] Ανδρέας Χρυσ. Βορύλλας, ΚΕΡΤΕΖΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑ, εκδόσεις ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, ΑΘΗΝΑ, 1994, σελ. 54-55. Αναδημοσίευση: Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Όταν παιδεία και ποίηση συναντούν την επανάσταση 1821, ό. π., σελ. 108.
[15] Ζωή Μουρούτη – Γκενάκου, ‘’Η προσφορά στην Πατρίδα της Μονής Αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων’’, ό. π., σελ. 51.
[16] Ζωή Μουρούτη – Γκενάκου, ‘’Η προσφορά στην Πατρίδα της Μονής Αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων’’, ό. π., σελ. 92-93.



















