Ο «ρεαλισμός» του ενδοτισμού

Ο «ρεαλισμός» του ενδοτισμού*

Του Γιάννη Στρούμπα

Η πολιτική που ακολουθούν οι μνημονιακές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια έχει χαρακτηριστεί από τους υποστηρικτές της από «μονόδρομος» έως «ρεαλισμός». Σε στιγμές πόλωσης, ο «μονόδρομος» έφερε και τον επιθετικό προσδιορισμό του «ευρωπαϊκού» στη σύνθεση «ευρωμονόδρομος», ενώ εσχάτως, σε μια πολιτική σκηνή με εμφανέστατα τα σημάδια της κόπωσης, της απελπισίας και της παραίτησης του εκλογικού σώματος, το οποίο μοιάζει να ’χει αποδεχτεί τη μοιραία υποταγή του και τον εξευτελισμό του σαν αναπότρεπτο κακό, οι «μονόδρομοι» έχουν αντικατασταθεί σαν ορολογία από τον «νηφαλιότερο» «ρεαλισμό». «Ρεαλισμός» λογίζεται η διαιώνιση της τρέχουσας πολιτικής, που υποτίθεται ότι διατηρεί τη χώρα εντός των ευρωπαϊκών δομών, τη «νοικοκυρεύει» και υπόσχεται την ανάκαμψή της.

Ένας στοιχειώδης έλεγχος των «ωφελειών» για τη χώρα από τη συγκεκριμένη πολιτική αποδεικνύει ότι η διατήρησή της δεν εξυπηρετεί κανένα «success story». Οι επίσημες έρευνες καταμετρούν ήδη 3.800.000(!) Έλληνες κάτω από το όριο της φτώχειας («In.gr», 23/7/2014: «Κάτω από το όριο της φτώχειας το 34,6% των Ελλήνων», http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231336599), ένα ποσοστό ανεργίας που επιμένει να ξεπερνά το 50% στους νέους και να διατηρείται για το σύνολο του ικανού να εργαστεί πληθυσμού περίπου στο 27%, ένα χρέος επί του Α.Ε.Π. που, έπειτα από τόσα ευρωπαϊκά προγράμματα «σωτηρίας» της Ελλάδας και δύο, υποτίθεται, απομειώσεις του, δηλαδή τα γνωστά «κουρέματα», όχι μόνο δεν έχει τιθασευτεί, παρά σκαρφαλώνει στο ιλιγγιώδες 175% κι απειλεί με περαιτέρω εκτοξεύσεις του (τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το φθινόπωρο του 2014 στην ιστοσελίδα της: http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE).

Η καταστροφική αυτή πολιτική βαφτίζεται «ρεαλιστική». Μήπως έστω διατηρεί την Ελλάδα υπό την «προστατευτική ομπρέλα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Το επιχείρημα σαθρότατο. Η Ελλάδα εντός των μνημονίων έχει ποδοπατηθεί από το διευθυντήριο της Ε.Ε. κι έχει μετατραπεί σε αποικία. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι σχολιάζουν με θράσος πως μια υπαγόμενη σε ειδικά προγράμματα χώρα δεν δικαιούται να αποζητά ανθρώπινα δικαιώματα («Tvxs», 19/9/2014: «Κομισιόν: Δεν ισχύει ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το Δίκαιο της Ε.Ε. στην Ελλάδα», http://tvxs.gr/news/eyropi-eop/komision-den-isxyei-o-xartis-themeliodon-dikaiomaton-kai-dikaio-tis-ee-stin-ellada). Καμία παραμονή εντός της Ε.Ε. υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν είναι «προστατευτική».

success-stories_small

Ποιες προσμονές γεννιούνται από μια «ρεαλιστική» πολιτική που δεν εξυπηρετεί κανένα ελληνικό συμφέρον; Είναι «ρεαλισμός» η υποταγή της χώρας και η ναρκοθέτηση του μέλλοντός της; Τούτος ο «ρεαλισμός» αποκρύπτει τον ενδοτισμό, την αρχομανία των συγκυβερνώντων, με όποιο τίμημα για τη χώρα, τη συγκάλυψη των σκανδάλων, την εξυπηρέτηση των οικονομικών ολιγαρχιών, την απουσία σχεδίου, την πλήρη εξάρτηση από τα τοκογλυφικά κέντρα, τη συντριβή κάθε οράματος. Η απίστευτη διαστρέβλωση των εννοιών, που βαφτίζει τη λεηλασία «σωτηρία» και τον δωσιλογισμό «ρεαλισμό», υπνωτίζει τις συνειδήσεις, αποχαυνώνει τους πολίτες, εξωραΐζει σε «υπεύθυνη πολιτική» την ανεπάρκεια, συντρίβει την ελπίδα, αφού τη θεωρεί ανέφικτη κι ουτοπική. Τι «ρεαλισμό» περικλείει μια πολιτική που αυξάνει το χρέος αντί να το μειώνει, που εκτοξεύει την ανεργία, εξορίζει τον πληθυσμό στην αλλοδαπή προς αναζήτηση εργασίας, καθιστά τους πολίτες ενοίκους στα ιδιόκτητα σπίτια τους ή και τους ξεσπιτώνει, εξατμίζει τα εργασιακά δικαιώματα και την αξιοπρέπεια, μειώνει τις γεννήσεις κι οδηγεί σε γενοκτονία των Ελλήνων;

«Ρεαλιστική», συνεπώς, δεν μπορεί καθόλου να προσδιορίζεται μια καταστροφική πολιτική, μόνο και μόνο επειδή δεν εναντιώνεται στα τοκογλυφικά συμφέροντα, μα αντιθέτως τα εξυπηρετεί και τα κατευνάζει. «Ρεαλιστική» δεν είναι η πολιτική που αλυσοδένει μια χώρα σε εξευτελιστικά μνημόνια, την καθιστά παρία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη διατηρεί ανυπόληπτη και τη σέρνει πίσω από απίστευτες προσβολές. Ρεαλιστική είναι η πολιτική που διεκδικεί την επίλυση του προβλήματος με όρους δικαιοσύνης για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές στην κρίση αυτή, που σέβεται την αξιοπρέπεια των χωρών και των πολιτών τους, που αναλαμβάνει ευθύνες κι αρνείται τη μονόπλευρη δαιμονοποίηση μίας μόνο χώρας.

Μα είναι δυνατή η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής, όταν τα ισχυρά δυτικά κέντρα, που δανείζουν την Ελλάδα, την έχουν «αλυσοδέσει» ιδίως με την υπαγωγή των νέων δανειακών συμβάσεων στο αγγλικό δίκαιο; Η περιφορά του συγκεκριμένου επιχειρήματος, εκτός της ηττοπάθειάς του, αποσκοπεί στον κατευνασμό της όποιας αγωνιστικής διάθεσης και στην τρομοκράτηση των Ελλήνων, που υποτίθεται ότι δεν έχουν κανένα μέσο απέναντι στις διεθνείς συμβάσεις. Οι απολογητές του εν λόγω τρομολαγνικού επιχειρήματος καλούνται να απαντήσουν αν, μεταξύ των νόμων που ισχύουν διεθνώς, υπάρχουν νόμοι που αξίζουν να γίνονται σεβαστοί και νόμοι που μπορούν να ποδοπατούνται κατά το δοκούν.

Το ξέσπασμα της παρούσας κρίσης, η οποία, σημειωτέον, δρομολογήθηκε από τα δυτικά τοκογλυφικά κέντρα χωρίς η Ελλάδα να παρουσιάζει καμία, μα καμία διαφορά στα οικονομικά της δεδομένα από τα αντίστοιχα των υπόλοιπων προηγμένων και συνάμα καταχρεωμένων στο σύνολό τους δυτικών χωρών, βρήκε έναν μεγάλο αριθμό ελληνικών ομολόγων σε ξένες τράπεζες. Με βάση τους διεθνείς κανόνες λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, δεν θα έπρεπε οι ευρωπαϊκές τράπεζες που «πόνταραν» στα ελληνικά ομόλογα να πληρώσουν για τις ατυχείς τους επιλογές; Στο τραπεζικό σύστημα, όποιος ρισκάρει οφείλει να αναλαμβάνει και το κόστος του ρίσκου του. Οι Ευρωπαίοι «εταίροι» το ανέλαβαν το κόστος του ρίσκου τους; Σαφώς όχι! Έχοντας απέναντί τους τις ενδοτικότερες ελληνικές κυβερνήσεις, που θα συγκρίνονταν μόνο με τις «ελληνικές» κυβερνήσεις επί γερμανικής κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πέτυχαν να φορτώσουν στην Ελλάδα τα τοξικά ομόλογα που είχαν αγοράσει και να της μετακυλήσουν το κόστος τους. Γιατί, λοιπόν, στο ξεκίνημα της κρίσης δεν εφαρμόστηκαν οι διεθνείς κανόνες; Δεν ήταν τούτοι συνδεμένοι με ευρύτερα νομοθετικά πλαίσια; Ασφαλώς ήταν, μόνο που αυτά μεταβλήθηκαν στανικώς προς όφελος των ισχυρών κρατών. Επιπλέον, κανένα επιχείρημα πως η Ελλάδα έπρεπε να αναλάβει το κόστος, ως υπαίτια της κρίσης, δεν ευσταθεί, γιατί την κρίση τη δρομολόγησαν τα προαναφερθέντα τοκογλυφικά κέντρα, εξαπολύοντας συντονισμένη επίθεση εναντίον της Ελλάδας.

Αν, επομένως, ένα νομικό πλαίσιο μπορεί να αλλάξει μία φορά, μπορεί να αλλάξει και δεύτερη, ιδίως εφόσον καταδειχτεί η αδικία που το διέπει. Η όποια υπαγωγή των μνημονίων στο αγγλικό δίκαιο δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Η συγκεκριμένη υπαγωγή υπήρξε προϊόν πολιτικών συμφωνιών και θα μπορούσε να επανακαθοριστεί μέσω αντίστοιχων, ακριβώς, νέων συμφωνιών. Το ζήτημα είναι πολιτικό, όχι νομικό. Αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οδηγηθούν σε νέες μεταξύ τους συμφωνίες, το παλιό νομικό πλαίσιο ακυρώνεται. Οι απολογητές του «ρεαλισμού», βεβαίως, θα αναρωτιούνταν πόσο «ρεαλιστικό» είναι να ελπίζει κανείς σε μια τέτοια μεταστροφή της ευρωπαϊκής πολιτικής και πόσο πιθανή αυτή θα ήταν.

Μια αξιοπρεπής ελληνική κυβέρνηση θα όφειλε να διεκδικήσει τα δίκαιά της, ανεξαρτήτως των πιθανοτήτων να γίνουν αποδεκτά. Ακόμη κι αν η σχετική συζήτηση άνοιγε έστω και τόσο καθυστερημένα, θα έπρεπε καταρχάς να τεθούν τα ερωτήματα γιατί η Ελλάδα επιφορτίστηκε μόνη της το κόστος μιας κρίσης που δεν ήταν αποκλειστικά δική της. Γιατί η Ε.Ε. έκανε αποδεκτή την κερδοσκοπική επίθεση των αμερικανικών «αγορών», ενώ εκεί θα έπρεπε να στρέψει όλη της την επιθετικότητα. Πέραν τούτων, επιβάλλεται να ελεγχθούν επιτέλους οι αριθμοί: ποιο είναι το χρέος της Ελλάδας· ποια τα επιτόκια που έχει κληθεί μέχρι σήμερα να πληρώσει γι’ αυτό· πόσες φορές τα καταβληθέντα μέχρι στιγμής ποσά για τους τόκους έχουν ήδη υπερκαλύψει τα χρωστούμενα· και γιατί ένας συνασπισμός, υποτίθεται, κρατών επιμένει να λεηλατεί τα ίδια του τα μέλη.

Υπάρχει πιθανότητα να απορριφθεί εκ μέρους των δανειστών της Ελλάδας κάθε σχετική συζήτηση; Ασφαλώς. Όμως αυτό δεν δημιουργεί κανένα αδιέξοδο στη χώρα, αν οι ηγέτες της αποφασίσουν να την υπερασπιστούν με σθένος. Η άρνηση των υπόλοιπων πλευρών της κρίσης να αναλάβουν τις ευθύνες τους σημαίνει πως και η Ελλάδα νομιμοποιείται να κάνει το ίδιο. Σε πρώτο στάδιο, να παγώσει κάθε αποπληρωμή των επιβαλλόμενων έξωθεν δανείων. Σε δεύτερο στάδιο, να διαγράψει το χρέος μονομερώς. Με τοκογλύφους που δημιούργησαν την κρίση και τη συντηρούν, δεν νοούνται περαιτέρω συζητήσεις. Φυσικά, κάπου εδώ εισάγονται επιχειρήματα όπως ότι η Ε.Ε. θα διακόψει τη χρηματοδότηση, θα πάψει να εφοδιάζει με χρήμα την Ελλάδα, θα την οδηγήσει σε οικονομική ασφυξία.

Δεν πρέπει να αμφιβάλλει κανείς πως μια ελληνική σθεναρή πολιτική θα πολεμηθεί λυσσωδώς. Εκ μέρους της Ελλάδας απαιτείται η πολύ καλή προετοιμασία της αντίδρασής της. Αν υποτεθεί ότι θα προέκυπτε ίσως μια ελληνική κυβέρνηση με πρόθεση να αντισταθεί στη λεηλασία, η πρώτη της κίνηση, και μάλιστα πριν από οποιαδήποτε επαφή με τους γερμανοκίνητους «εταίρους», θα ήταν να κρατικοποιήσει τις τράπεζες, με τη βασιμότατη αιτιολογία, μάλιστα, πως ιδιοκτήτες των τραπεζών μπορούν να είναι μόνο το κράτος και οι πολίτες που τις ανακεφαλαιοποίησαν. Με ταχύτατες ενέργειες, να προωθήσει στη συνέχεια τις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Έτσι το κράτος δεν θα εξαρτάται ουδόλως για τις συναλλαγές στο εσωτερικό από τα χαρτονομίσματα που θα τυπώνουν οι Βρυξέλλες, αφού όλες θα γίνονται με κάρτες και ονομαστική μεταφορά ποσών από λογαριασμό σε λογαριασμό, κι ούτε θα χρειάζεται να εκδίδει νέα ομόλογα, φοβούμενο τους εκβιασμούς για την απαξίωσή τους. Το κράτος, για τις όποιες ανάγκες του εισαγωγών, θα διαχειρίζεται από τις δικές του τράπεζες το κατακρατημένο τυπωμένο χρήμα. Οι καταθέσεις των πολιτών διασφαλίζονται κι ακυρώνεται η φοροδιαφυγή, όσο οι συναλλαγές θα καταγράφονται ηλεκτρονικά. Η χώρα διαθέτει τα μέσα να αντιδράσει, χωρίς καν να επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα, χωρίς καν να υποβληθεί στον κίνδυνο των υποτιμήσεων.

Αυτά είναι τα πρώτα μόνο βήματα από πολλά που μπορούν να γίνουν, με επιτακτικότερα, στη συνέχεια, είτε την αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής είτε την έξοδο από αυτήν, εφόσον διατηρηθεί η ίδια, και την ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού της χώρας. Σχετικές ενέργειες, άλλωστε, έχουμε παρουσιάσει και στο παρελθόν («“Επανανοηματοδότηση” της “επαναδιαπραγμάτευσης”», περ. «(Δε)κατα», αρ. τεύχους 35, Φθινόπωρο 2013· αναδημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 381, 16/12/2013 και αρ. φύλλου 382, 1/1/2014). Αργεντινή και Ισλανδία αρνήθηκαν να μετακυλήσουν στους πολίτες τους χρέη ιδιωτικά, «κρατικοποιώντας» τα. Και κέρδισαν. Τα παραδείγματα υπάρχουν. Κι επιβάλλεται επιτέλους να αξιοποιηθούν, μακριά από φόβους και μοιρολατρίες. Όποιος φοβάται, ας αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή, παραχωρώντας τη θέση του σε όσους διαθέτουν τα απαιτούμενα ψυχικά αποθέματα. Η μόνη ρεαλιστική πολιτική είναι εκείνη που θα αναγκάσει τους «εταίρους» να αποδεχτούν τις ευθύνες τους και να τις αναλάβουν. Αν δεν το πράξουν, ας τους καταστεί σαφές πως ούτε η Ελλάδα σκοπεύει να αναλαμβάνει υποχρεώσεις μονομερώς, όταν κανείς άλλος δεν αναλαμβάνει τις δικές του.

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 404, 1/12/2014.