Ορθόδοξος Αρραβώνας & Γάμος, κωλύματα και κρατικές πολιτικές–Μέρος ΙΙΙ -Ενότητα 2η– Σχόλια για την Αγία & Μεγ. Σύνοδο της Κρήτης 2016

Ορθόδοξος Αρραβώνας & Γάμος, κωλύματα και κρατικές πολιτικές

Γάμος και συλλογικός άνθρωπος, ύστερες ιστορικές παγιώσεις και σύγχρονη ρευστότητα – Μέρος ΙΙΙ

Κριτικά υποστηρικτικά σχόλια για την Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης 2016

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Συνέχεια από το Γάμος εν γένει και ορθόδοξος χριστιανικός γάμος –Μέρος ΙΙΙ -Ενότητα 1η – Σχόλια για την Αγία & Μεγ. Σύνοδο της Κρήτης 2016

Προλογικά

………

ΙV. Τα τρία πνευματικά στάδια και η αντιστοιχία τους με τον ορθόδοξο Αρραβώνα και Γάμο 

V. Εκκλησιαστικός Γάμος και Ιερολογία

VI. Εκκλησιαστική ποιμαντική, κωλύματα και κρατικές πολιτικές

XΙΙ. Παράρτημα 2ο

XΙΙΙ. Παραπομπές

XΙV. Επόμενη ανάρτηση

********

…………………….

ΙV. Τα τρία πνευματικά στάδια και η αντιστοιχία τους με τον ορθόδοξο Αρραβώνα και Γάμο

Για την χριστιανική θεολογία, τόσο η κλήση του γάμου, όσο και η δύσκολη κλήση της αγαμίας αποτελούν μεν δύο δρόμους, αλλά προσωρινούς δρόμους, αφού αφορούν την ζωή στην ιστορία. Μπορούν να ξεκινούν από το φόβο του βιολογικού ατόμου και να οδηγηθούν βεβαίως έως και την ελευθερία της θείας και συλλογικής εμπειρίας της εσχατολογικής αγάπης. Εκεί στην «Τριαδική Βασιλεία», ο γάμος (και η αγαμία) εξαφανίζονται, αφού πλέον το συλλογικό υποκείμενο  έχει γίνει το μέγιστο δυνατό. Έτσι «ν γρ τ ναστσει οτε γαμοσιν οτε κγαμζονται, λλ᾿ ς γγελοι Θεο ν οραν εσι», (Μτθ, 22:30).

Γνωρίζουμε ότι για τον παρόντα ιστορικό χρόνο σχηματικά η πνευματική προσωπική αυτή πορεία στην ορθόδοξη χριστιανική θεραπευτική ακολουθεί το διαλεκτικό σχήμα κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης. Βεβαίως το σχήμα αυτό δεν είναι μια γραμμική πορεία, ούτε βεβαίως μια καθαρά ατομική υπόθεση κάθε χριστιανού. Εκφράζει όμως τις αρχικές δυσκολίες στο στάδιο της κάθαρσης από την κυριαρχία (όχι την κατάργησή τους) των παθών ενάντια στην υπέρβαση της ατομικότητας και της εκκοσμίκευσης, αλλά και τον σχετικά εύκολο δρόμο όταν χαρίζεται κάθε φορά θείος φωτισμός για την εδραίωση όλων των θεϊκών χαρισμάτων.

Η θεολογική αυτή θεραπευτική εκφράζεται συμβολικά και πρακτικά σε κάθε τέτοια πορεία. Αντίστοιχη είναι και η ορολογία που εκφράζει το κάθε «στάδιο»: Η «δουλική» που ξεκινά από το φόβο της «κολάσεως», η «μισθωτή» που στηρίζεται στην ανταπόδοση «κέρδους» και η «υιϊκή» που εκφράζει την αγαπητική καθαρότητα και ανιδιοτέλεια.

Για τις ανάγκες αυτών των σχολίων, αλλά και λόγω της πλήρους απουσίας αναφοράς από την Σύνοδο για την ιερολογία του εκκλησιαστικού Αρραβώνα, είμαι αναγκασμένος να σημειώσω προκαταρκτικά μερικές γενικές σκέψεις που αφορούν την ορθόδοξη θεραπευτική. Μια θεραπευτική που είναι όμοια σε έγγαμους, μοναχούς ή  άγαμους.

Σημειώνει ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης ότι για τον αγώνα απόλαυσης της εσωτερικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης από την μονομερή κυριαρχία των παθών πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο: «Ποος δν θέλει λευθερίαν; Πάντες θέλουν ατήν, λλ πρέπει ν γνωρίζς ες τί συνίσταται κα πς ποκτται.  φιέμενος λευθερίας δεσμεύει αυτόν. Καθ᾿ μέτρον δεσμεύεις σεαυτόν, τ πνεμα σου θ πολαύ λευθερίας. Πρέπει ν δεσμεύς τ πάθη ντός σου, να μ κατακυριεύουν το πνεύματός σου. Πρέπει ν δεσμεύς σεαυτόν, να μ δικήσς τν πλησίον σου». [8]

Ας δούμε μερικά σημαντικά στοιχεία μέχρι να φτάσουμε στην ακολουθία του Γάμου. Η είσοδος στο εκκλησιαστικό σώμα αρχίζει με την Ονοματοδοσία (μπορεί να δοθεί και από την 8η ημέρα της γέννησης), συνεχίζεται με το Βάπτισμα (τριπλή κατάδυση) και τελειούται δυναμικά με την ακολουθία του Μύρου. Στην ειδική Ιεροσύνη αντιστοιχούν οι ακολουθίες για τις τρείς αντίστοιχες χειροτονίες Διακόνου, Πρεσβυτέρου και Επισκόπου. Στην πορεία για τον μοναχισμό έχουμε τα γνωστά τρία στάδια της Δοκιμής (κατ’ αρχήν τρία χρόνια), του Μικρού Σχήματος και κάποτε και του Μεγάλου Σχήματος.

Τα αντίστοιχα τρία στάδια στο μεγάλο Μυστήριο της «μίας σάρκας», δηλαδή του Γάμου, διακρίνουμε το αρχικό στάδιο της ελεύθερης διαδικασίας της προετοιμασίας και μεταξύ τους λογοδοσίας των δύο ανθρωπίνων προσώπων (άνδρα και γυναίκας), ακολουθεί η ιερολογία του εκκλησιαστικού Αρραβώνα με τις δικές της ευχές η οποία θεολογικά αποτελεί ξεχωριστή ακολουθία και τελειούται με την ακολουθία του των Στεφάνων (Γάμου).

Μετά από πιέσεις της κρατικής εξουσίας στην Εκκλησία της (παλαιάς) Ελλάδας -εποχή σχίσματος και βαυαροκρατίας- και έκτοτε μέχρι και σήμερα (καταστατικός χάρτης του ν.590/1977, άρθρο 49, 3) απαγορεύεται, επί ποινή του ιερολογήσαντος ιερέα, η ξεχωριστή ιερολογία του εκκλησιαστικού αρραβώνα! Αντίθετα, επί του ύστερου Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας, οι μνηστευόμενοι μπορούσαν να τελέσουν ξεχωριστά την ιερολογία της μνηστείας.

Η υπόθεση αυτή εισήχθη για πρώτη φορά στα καθ’ ημάς στο «βασιλικό διάταγμα» του 1933, επί Mourer! Οι θεολογικές και εκκλησιαστικές διαμάχες εκείνης της εποχή με επικεφαλής τους Θεόκλητο Φαρμακίδη και Κωνσταντίνο Οικονόμο των εξ Οικονόμων, ανάμεσα στα άλλα ζητήματα, είχαν και αυτά του γάμου.

«Η ακολουθία του εκκλησιαστικού αρραβώνα αποτελεί κατ’ αρχήν μια σχετικά αυτόνομη ακολουθία. Θα μπορούσε μάλιστα να γίνει μια ειδική και εκτενής μελέτη για την ακολουθία αυτή στην ιστορική της εξέλιξη, τη θεολογική και εκκλησιολογική της σημασία για την πορεία του ζευγαριού και τους περίεργους λόγους που την έφεραν να χάνει αυτή την αυτονομία». [4]

«…Αναλογιζόμενοι αυτούς τους οντολογικούς εικονισμούς, διαπιστώνουμε ότι ο Χριστός εν Αγίω Πνεύματι είναι στο κέντρο της πνευματικής πορείας. Στον γάμο έχομε το τρίπολο άνδρας – Χριστός – γυναίκα και στο μοναχισμό γέροντας – Χριστός – μοναχός/μοναχή.  Μέσω αυτής της οντολογικής άρνησης του ατομισμού πορεύεται ο πιστός στο δρόμο της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης  σε μια αέναη πορεία. Το ανδρόγυνο λοιπόν γίνεται το πιο ορατό τρίπολο εικόνισμα της σωτηρίας του κόσμου, μέσα στον οποίο κινείται αισθητά, αλλά και πνευματικά στο χωρόχρονο του Γάμου του Αρνίου…». [4]

Κατά την ακολουθία του Αρραβώνα «… Οι ευχές αυτές, ξεκινώντας από την «σωτηρία» που είναι ο τελικός σκοπός της «εν Χριστώ ζωής»,  συνεχίζουν με φθίνουσα πνευματική θεολογική αξία, ώστε να καταλήξουν σε εκείνο  το στάδιο του ζεύγους, που σηματοδοτεί το τέλος της προσωπικής τους κάθαρσης και την αρχή του φωτισμού τους, δηλαδή στην «πνευματική παρθενία», που συμβολίζει η ακολουθία των στεφάνων (γάμου)…». [4]

Υπενθυμίζουμε την αρχαία παράδοση που αναφέρει και ο (+) Παύλος Ευδοκίμωφ στο βιβλίο του «Πάλη με τον Θεόν» (κεφ. Γ΄, παρ. 5) μεταξύ άλλων: «…Ως παράδειγμα του εσωτερικευμένου μοναχισμού, γνωστό σε όλους, μπορούμε να αναφέρουμε την αρχαία παράδοση, η οποία έβλεπε στο χρόνο της μνηστείας μια μοναστική δοκιμασία, ώστε να προπαρασκευαστούν οι μνηστευμένοι για την “ιεροσύνη της συζυγίας”…». Να σημειώσουμε ότι η «δια εγκολπίων μνηστεία» είναι η ιερολογημένη μνηστεία. Αντίθετα αυτές με τους «σταυρικούς δεσμούς» ήταν μη ιερολογημένες.

Βεβαίως υπάρχουν κανόνες για τη μνηστεία και το πνευματικό / κανονικό περιεχόμενο μιας τέτοιας σχέσης (όπως ο ΞΘ’ του Μεγ. Βασιλείου). Εάν ήθελε π.χ. συμβεί «σαρκική μίξις» δεν αναιρείτο η συμμετοχή στη θεία ευχαριστία, αλλά μόνο η ιερατική άνοδος σε επόμενη ιερατική βαθμίδα.

Παρατήρηση: Σε μιά εποχή τεράστιας εκκοσμίκευσης η ιστορική ορθόδοξη Εκκλησία ως Σώμα δεν κατάφερε να ακουμπήσει αυτό το ζήτημα στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Πρόκειται για την αντίφαση ανάμεσα στα τρία πνευματικά στάδια και την μη ξεχωριστή ιερολογία του Αρραβώνα. Η ξεχωριστή ιερολογία του Αρραβώνα αποτελεί πλέον αποκλειστικά δικό της θέμα και όχι της Πολιτείας, αφού  αυτή έχει φτάσει πλέον με ιλιγγιώδη νομική και κοινωνικο-ιδεολογική ταχύτητα στα σύμφωνα συμβίωσης και στον μη περιορισμό στον τρίτο γάμο. Ο (+) Κωνσταντίνος Καλλίνικος  στο βιβλίο του «Ο Χριστιανικός Ναός και τα τελούμενα εν αυτώ» αναφέρει στο κεφ. ΞΘ’ (Η ακολουθία του Αρραβώνος): «…Τοιούτος ο αρραβών, ο οποίος κατά την εκπεφρασμένην υπόδειξιν του Ευχολογίου μας, δύναται και κεχωρισμένως να τελεστεί...».

V. Εκκλησιαστικός Γάμος και Ιερολογία

Κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια επί ρωμαϊκής πολιτικής και στα πρώϊμα βυζαντινά η εκκλησία ευλογούσε το γάμο εντός του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, όπως συμβαίνει μέχρι και σήμερα με την ειδική Ιεροσύνη. Επικρατούσε η κλασσική κρατική αντίληψη και αρκούσε μόνο η επίσημη δήλωση στο κράτος, οπότε τότε ήταν κρατικά νόμιμος και έγκυρος. Ο (+) Παύλος Ευδοκίμωφ στο βιβλίο του «Η Ορθοδοξία» σημειώνει (σελ. 365): «…Ο νυμφίος και η νύμφη προσέρχονται με τη νέα συζυγική οντότητα πριν απ’ όπου αλλού, στην ευχαριστιακή σύναξη…».

Ξεχωριστή ιερολογία δεν ήταν υποχρεωτική. Αυτή αναπτύχθηκε σταδιακά. Φαίνεται ότι η μαζική τυπική είσοδος στις κατά τόπους εκκλησίες χωρίς την αντίστοιχη δυνατότητα για συνεχή συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία δημιούργησε την ξεχωριστή ιερολογία του αρραβώνα και των στεφάνων εκτός θείας ευχαριστίας. Έμειναν όμως μόνο η συμβολική συμμετοχή δια της κοινής οινοποσίας των νεονύμφων.

Οι ειδικοί επιστήμονες θεωρούν ότι επί Λέοντος του Σοφού καθιερώθηκε η ξεχωριστή ιερολογία της ακολουθίας του Γάμου με την νεαρά 89, το 895 μ. Χ. (ad solemnitatem). Επόμενη νεαρά είναι η 24 του Αλεξίου του Α΄Κομνηνού (1084 μΧ.). Τότε καθιερώθηκε η ξεχωριστή ιερολογία του Αρραβώνα (IGR, I, Coll IV, Nov. Xxiv). Η ορθόδοξη Ανατολή δεν διεμόρφωσε ποτέ ξεχωριστό δίκαιο, παρά μόνο θεολογία, για το ζήτημα του γάμου (μνηστεία και στέφανα), όσο η κρατική πολιτική δεν ήταν αντίθετη με τη θεολογίας της. Αυτό συνέβη π.χ. όταν ο Λέων ο Σοφός οδηγήθηκε σε «τετραγαμία», την οποία η Εκκλησία δεν ευλόγησε. Μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα το πράττει σε χώρες στις οποίες έχει συνάψει καταστατικούς χάρτες, όπως η Ελλάδα. Αντίθετα, στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία δημηουργήθηκε ρωμαιοκαθολικό δίκαιο γάμου.

Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι η Σύνοδος δεν καινοτομεί, όσον αφορά την διγαμία και τετραγαμία (ΙΙ. 2). Η διγαμία αποτελεί αλλοίωση του εικονισμού της μοναδικότητας της σχέσης Χριστού και Εκκλησίας. Η  τετραγαμία αποτελεί αλλοίωση του αγώνα των τριών βαθμίδων και αποτελεί ουσιαστικά και συμβολικά άρνηση αυτής της ασκητικής πρακτικής. Επομένως η Εκκλησία δεν μπορεί να δεχτεί κανονικά δεύτερο γάμο, εάν προηγούμενα δεν έχει λυθεί αμετάκλητα ή έχει ακυρωθεί ως κωλυόμενος ο 1ος (ΙΙ, 2): «Περί το μή μετακλήτως λυθέντος κυρωθέντος γάμου καί το προϋπάρξαντος τρίτου, σχύει τι συνιστον πόλυτα κωλύματα πρός σύναψιν γάμου, συμφώνως πρός τήν κατηγορηματικς καταδικάζουσαν τήν διγαμίαν καί τόν τέταρτον γάμον ρθοδόξον κανονικήν παράδοσιν».

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος σημειώνει ορθά την εικονική σχέση του δεσμού του γάμου και του Χριστού με την Εκκλησία (Ι. 2): «…Τό μυστήριον το καταλύτου δεσμο μεταξύ νδρός καί γυναικός εναι εκών τς νώσεως Χριστο καί κκλησίας (φεσ. ε’, 32)». Αναφέρεται επίση ορθά (Ι. 3) στην «χριστοκεντρική λοιπόν τυπολογία το μυστηρίου το γάμου».  Δεν την συνδέει όμως με την ουσιαστική σχέση με το Χριστό, μέσω της θείας Μεταλήψεως, αλλά μόνο εικονικά δια της εικόνος του Ιησού που είναι ο Επίσκοπος (Ι.3): «… ξηγε τήν πό το πισκόπου πρεσβυτέρου ελογίαν το ερο δεσμο δι’ εδικς εχς (ερολογίας), διό καί γιος γνάτιος Θεοφόρος,…».

Είναι κατ’ αρχήν ανεξήγητο σε μένα, γιατί απουσιάζει η ευχαριστιακή σύνδεση της δυαδικής οντότητας κατά την τέλεση της ξεχωστής ιερολογίας από τη Θεία Ευχαριστία, ενώ πολύ ορθά τίθεται τόσο το χριστοκεντρικό, όσο και το αγιοπνευματικό της θεολογικό περιεχόμενο (Ι. 4): «…λλωστε, τό θεμέλιον τς νότητος το γάμου εναι ν Χριστ νότης, να, διά τς πό το γίου Πνεύματος ελογίας τς συζυγικς γάπης, δυνηθ τό ζεγος νά ντανακλ τήν γάπην Χριστο καί κκλησίας ς μυστηρίου τς Βασιλείας το Θεο, τς αωνίου ζως το νθρώπου ν τ γάπ το Θεο». Η μόνη πρόχειρη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι συνειδητά απέφυγε αυτό το παγιωμένο στους ύστερους θεολογικούς αιώνες γεγονός (όπως και αυτό της Βάπτισης και του Χρίσματος) διότι δεν υπήρχε ούτε καν πλειοψηφική προσέγγιση από πριν γι’ αυτή τη Σύνοδο.

Αντίθετα ορθά θεολόγησε για τους μη ιερολογημένους γάμους (πολιτικό γάμο, σύμφωνο συμβίωσης, ελεύθερη συμβίωση) ότι δεν έχουν μυστηριακό χαρακτήρα (Ι. 9): «… νομίμως καταγεγραμμένος πολιτικός γάμος μεταξύ νδρός καί γυναικός δέν χει μυστηριακόν χαρακτρα, ποτελε πλν πρξιν συμβιώσεως κυρωθεσαν πό το κράτους, διάφορον πρός τόν ελογούμενον πό το Θεο καί τς κκλησίας γάμον….».

Πολύ ορθά επίσης θέτει την ποιμαντική πλευρά αυτού του είδους γάμων ή συμβιώσεων (Ι. 9): «…Τά συνάπτοντα πολιτικόν γάμον μέλη τς κκλησίας πρέπει νά ντιμετωπίζωνται μετά ποιμαντικς εθύνης, ποία πιβάλλεται διά νά κατανοήσουν τήν ξίαν το μυστηρίου το γάμου καί τν ξ ατο πορρεουσν ελογιν δι’ ατούς…». Θέτω όμως το ερώτημα, ειδικά σε αυτή την ιστορική περίοδο: Δεν θα αποτελούσε η ξεχωριστή ιερολογία του Αρραβώνα (εκτός ή εντός της Θείας Ευχαριστίας) μια σημαντική συνολική εκκλησιαστική ποιμαντική μέριμνα τόσο των κατά τόπους Εκκλησιών, όσων και της εν Συνόδω Εκκλησίας;

VI. Εκκλησιαστική ποιμαντική, κωλύματα και κρατικές πολιτικές

Ήδη, όπως δηλαδή φάνηκε από το προηγούμενο κεφάλαιο, από την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο που υπήρχε ένα είδος συνεννόησης αρκετές φορές μεταξύ Αυτοκρατορικής εξουσίας και Πατριαρχείου, και τα ζητήματα του γάμου μπήκαν σε σχετική συνεννόηση. Στην όψιμη δε περίοδο υπήρχαν και νομοθετικές ρυθμίσεις που πολλές απ’ αυτές έγιναν δεκτές από την Συνοδική Εκκλησία. Έτσι η Σύνοδος υπενθυμίζει τη δυνατότητα πρόσληψης από την ιστορική εξέλιξη (Ι. 6): «… κκλησιαστική πρξις δέν ποκλείει τήν πρόσληψιν ρισμένων περί γάμου ρχν το λληνορωμαϊκο φυσικο Δικαίου, α ποαι προβάλλουν τόν δεσμόν το γάμου νδρός καί γυναικός ς «θείου τε κα νθρωπίνου δικαίου κοινωνίαν» (Μοδεστνος) καί εναι συμβαταί πρός τήν ποδιδομένην πό τς κκλησίας ερότητα ες τό μυστήριον το γάμου…»

Έκτοτε η βάση αυτή, αλλά όχι πάντα σε ευθεία γραμμή, αποτέλεσε τον ιστορικό πυλώνα στον οποίο και μέχρι τις μέρες μας στηρίζεται το κανονικό δίκαιο του γάμου. Από την άλλη υπάρχει και το κανονικό δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εντός του οποίου σαφή και διακριτή θέση καταλαμβάνει η συλλογική ποιμαντική, δηλαδή η «εκκλησιαστική οικονομία». Γι’ αυτό και στην Συνοδική απόφαση (ΙΙ.6) αναφέρεται ξεκάθαρα ότι (ΙΙ. 6): « κατά τήν φαρμογήν τς περί κωλυμάτων γάμου κκλησιαστικς παραδόσεως πρξις δέον νά λαμβάν π’ ψιν καί τάς διατάξεις τς κασταχο σχετικς κρατικς νομοθεσίας, νευ περβάσεως τν ρίων τς κκλησιαστικς οκονομίας».

Σε μιά «εποχή ανθρωπίνων των ατομικών δικαιωμάτων», που συχνά είναι εις βάρος των «συλλογικών δικαιωμάτων», είναι γνωστό ότι κυρίως οι δυτικές πολιτείες ψηφίζουν αποφάσεις με αυτό το πνεύμα. Π.χ. στη ελλαδική πολιτεία με την απόφαση του άρθρου 3 του ν. 1520/1982, καταργήθηκε το άρθρο 1364 του Α.Κ., το οποίο όριζε ότι «κωλύεται ο γάμος των κληρικών παντός βαθμού και των μοναχών της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας». Επομένως αυτόματα τίθεται το ζήτημα της συνοδικής στάσης, αν μπορεί να υπάρξει «εκκλησιαστική οικονομία» είτε σε περιπτώσεις μοναχών που υπανδρεύονται, είτε κληρικών που τελούν 2ο γάμο.

Ομοίως έχουν αλλάξει τα κωλύματα του γάμου στις δυτικές χώρες. Στην Ελλάδα η αλλαγή αυτή που έγινε το 1982 (ν. 1250/1982) παρέσυρε και τα κωλύματα αιώνων για την σύναψη του γάμου, που αφορούσαν: «α) την απαγόρευση από διαφορά θρησκείας, β) το κώλυμα για σύναψη γάμου πέρα από τον τρίτο, γ) το κώλυμα μεταξύ συγγενών εξ αίματος των συζύγων μέχρι και δευτέρου βαθμού… δ) το κώλυμα από την εξώγαμη συγγένεια, ε) το κώλυμα ένεκα του βαπτίσματος του αναδόχου μετά της αναδεκτής ή της μητέρας της, στ) το εκ επιτροπείας, ζ) το εκ μοιχείας και το αναβλητικό κώλυμα της εγκύου γυναικός προ της παρελεύσεως δέκα μηνών από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του προηγούμενου γάμου. Τέλος καταργήθηκε η απαγόρευση του γάμου στους κληρικούς  κάθε βαθμού και στους μοναχούς, του επιτρεπτού ή ανεπίτρεπτου τούτου διεπομένου του λοιπού αποκλειστικά από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας». [9]

Είναι γεγονός όμως ότι πλέον τα κωλύματα εν γένει έχουν αμβλυνθεί, είτε λόγω της λογικής των «ατομικών δικαιωμάτων», είτε αλλαγής των συνθηκών. Ας δούμε π.χ. το κώλυμα λόγω βαθμών συγγένειας (έως 3ου βαθμού). Το νόημα του κωλύματος δεν είναι απλά ιατρικό λόγω αύξησης των πιθανοτήτων για ιατρικά προβλήματα στα εξ αυτών βρέφη. Έχει κυρίως να κάνει με την λογική αύξησης του «συλλογικού ανθρώπου». Στις μικρές και κατά κανόνα κλειστές κοινωνίες, ήδη οι άνθρωποι με στενούς βαθμούς συγγένειας είχαν συχνά διαφόρων ειδών μορφών σχέσεων αγάπης και αλληλεγγύης. Η στήριξη επομένως του προτύπου του «συλλογικού ανθρώπου» προκρίνει το κώλυμα για ενδοστρεφείς γαμήλιες σχέσεις και πρόκριση των εξωγενών. Όμως σε μια εποχή που πρότυπο του δυτικού (καπιταλιστικού) πολιτισμού είναι το «άτομο» και τα εξ αυτού δικαιώματα, η Εκκλησία και ο σύγχρονος πολιτισμός βρίσκονται συχνά σε αντίθετους στόχους. Από την άλλη μεριά όμως, ακόμη και πρώτα ξαδέλφια μετά από μεταναστεύσεις, συχνά δεν έχουν καμία πραγματική κοινωνική σχέση και ουσιαστικά είναι χωρίς πραγματικούς συγγενικούς δεσμούς. Πως θα αντιμετωπίσει ποιμαντικά η Εκκλησία τέτοια φαινόμενα πολιτισμικά ορθοδόξων;

Θεωρώ πως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος έκανε ένα πρώτο βήμα. Αφενός έθεσε την κανονικότητα από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο στο προσκήνιο. Κατόπιν έδωσε κάποιες δυνατότητες εκκλησιαστικής ποιμαντικής οικονομίας στις κατά τόπους Εκκλησίες (ΙΙ. 1): «Σχετικς μέ τά κωλύματα γάμου λόγ ξ αματος, ξ γχιστείας, ξ υοθεσίας καί πνευματικς συγγενείας σχύει ,τι προβλέπεται πό τν ερν κανόνων (53 καί 54 τς Πενθέκτης Οκουμενικς Συνόδου) καί τς συνδά τούτοις κκλησιαστικς πράξεως, ς ατη φαρμόζεται σήμερον ες τάς κατά τόπους ατοκεφάλους ρθοδόξους κκλησίας, καθορίζεται δέ καί περιγράφεται ν τος Καταστατικος Χάρταις ατν καί τας σχετικας συνοδικας ποφάσεσιν ατν.»

Τα πράγματα όμως τρέχουν λόγω της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, των μεταναστεύσεων και της τεχνολογίας με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Έτσι συμπαρασύρουν ό,τι έρχεται από το παρελθόν. Το ένα δυτικό κράτος μετά το άλλο υιοθετεί τον πολιτικό γάμο (παράλληλα ή έμπροσθεν του θρησκευτικού) και αργότερα ψηφίζει τα «σύμφωνα συμβίωσης» μεταξύ των δύο φύλων ή και του ιδίου. Επομένως είναι αναγκαίο να θεολογίσει πάλι η Εκκλησία επ’ αυτών.

Εκτιμώντας το προς τα που μπορούν να οδηγηθούν τα πράγματα, από το εκκοσμικευμένο φαινόμενο κυρίως του «κοινωνικού φύλου», κρούει τον κώδωνα της απειλής του γάμου και του κινδύνου για τα παιδιά (Ι. 8): «… σκουμένη ες τόν σύγχρονον κόσμον πίεσις διά τήν ναγνώρισιν νέων μορφν συμβιώσεως ποτελε μίαν πραγματικήν πειλήν διά τούς ρθοδόξους χριστιανούς… . Κύρια θύματα τν τάσεων ατν εναι τό ζεγος καί διαιτέρως τά τέκνα, διότι δυστυχς ατά φίστανται συνήθως κ τς παιδικς δη λικίας ατν τό μαρτύριον, καίτοι οδεμίαν χουν εθύνην δι’ ατό…».

Αναγκαστικά η Μεγάλη Σύνοδος προσπάθησε να συνθέσει κατά το θεολογικά αποδεκτό τις σύγχρονες ανθρωπιστικές αντιλήψεις με τις δικές της αποφάσεις. Όμως θεωρώ ότι πρόκειται για ασταθή ισορροπία, αφού και η ίδια η Σύνοδος σημειώνει αφετηριακά (Ι.1) ότι: « θεσμός τς οκογενείας ερίσκεται σήμερον πό τήν πειλήν τς κκοσμικεύσεως ς πίσης καί το θικο σχετικισμο». Αυτό σημαίνει ότι σε επόμενη φάση μια νέα Μεγάλη Σύνοδος ή θα αφήσει στην άκρη τις αποφάσεις των πολιτικών θεσμών ή θα τις λάβει υπόψιν στις νέες δικές της αποφάσεις. Μέχρι τότε προτρέπει είτε τις τοπικές Εκκλησίες είτε τις κατά τόπους Μητροπόλεις για ανάλογη ποιμαντική μέριμνα (Ι. 7): «…πό τάς τοσοτον δυσχερες συγχρόνους συνθήκας διά τό μυστήριον το γάμου καί διά τόν ερόν θεσμόν τς Οκογενείας, ο πίσκοποι καί ο ποιμένες φείλουν νά ναπτύξουν σύντονον ργασίαν ες τόν ποιμαντικόν τομέα…».

Ήδη ο θεσμός του πολιτικού γάμου (Ελλάδα 1982, Γερμανία 1875, Αγγλία 1836, Γαλλία 1804, κλπ) που προηγήθηκε ιστορικά των «συμφώνων συμβίωσης», έγινε κοινωνικά αποδεκτός κυρίως για τους μη πιστούς. Επειδή όμως οι «πολιτισμικά ορθόδοξοι» συνεχίζουν να είναι πλειοψηφία σε παραδοσιακά χριστιανικές χώρες, όπου οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ισχυρές, έχει ήδη δημιουργηθεί το φαινόμενο των συνεχόμενων γάμων. Προηγείται ο πολιτικός γάμος, ο οποίος ουσιαστικά αποτελεί μια εκκοσμικευμένη μορφή του εκκλησιαστικού αρραβώνα (και λόγω της μη ξεχωριστής ιερολογίας του τους δύο τελευταίους αιώνες), και ακολουθεί η εκκλησιαστική ιερολογία. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος όμως επιμένει ορθά ότι: (Ι. 9) «… νομίμως καταγεγραμμένος πολιτικός γάμος μεταξύ νδρός καί γυναικός δέν χει μυστηριακόν χαρακτρα, ποτελε πλν πρξιν συμβιώσεως κυρωθεσαν πό το κράτους, διάφορον πρός τόν ελογούμενον πό το Θεο καί τς κκλησίας γάμον. Τά συνάπτοντα πολιτικόν γάμον μέλη τς κκλησίας πρέπει νά ντιμετωπίζωνται μετά ποιμαντικς εθύνης, ποία πιβάλλεται διά νά κατανοήσουν τήν ξίαν το μυστηρίου το γάμου καί τν ξ ατο πορρεουσν ελογιν δι’ ατούς».

Η μεγαλύτερη όμως ανθρωπολογική, πολιτισμική και θεολογική πρόκληση για την Εκκλησία έρχεται δια μέσου κυρίως των «συμφώνων συμβίωσης του αυτού φύλου … και πάσας άλλης μορφής… διαφόρου του γάμου». Η πρόκληση όμως αυτή είναι τριπλή. Αφενός αναγκάζει την Εκκλησία να βαθύνει τη θεολογία της μέχρι τα έσχατα δυνατά όρια, αφετέρου να ξαναδεί τις σχέσεις της με τις σύγχρονες μορφές κρατικής πολιτικής, όπως και τον παγκοσμιοποιημένο ρόλο του κράτους και του αυτονομημένου κεφαλαίου και των συμφερόντων των λίγων που το κρατά όμηρο. Οφείλει όμως να δει βαθύτερα και πλατύτερα τη δυναμική της ποιμαντικής της και της εκκλησιαστικής οικονομίας, ώστε να μπορεί να διαλεχθεί με κάθε «άνθρωπο καλής θέλησης».

Στο σημείο αυτό θα αναφέρω το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα. Ομιλώ για την ιστορική περίοδο που το κώλυμα του γάμου προερχόταν από το κράτος, ενώ η Εκκλησία είχε ως βάση την ανεκτικότητα μέσω της Ευχαριστιακής Σύναξης. Πρόκειται για το πρόβλημα της μη δυνατότητας σύναψης γάμου μεταξύ ρωμαίου πολίτη (ελεύθερου) και δούλου. Στην περίπτωση του ερωτικού δεσμού των μετέπειτα αγίων Βονιφάτιου και Αγλαΐας (εορτή 19/12ου) [10], δεν ήταν τόσο ισχυρό το πρόβλημα της απιστίας του δούλου Βονιφάτιου και  της πίστης της ελεύθερης Αγλαΐας, αφού η Εκκλησία έδειχνε ανοχή όπου «το πιστό μέλος αγιάζει το άπιστο» (Απ. Παύλος). Το πρόβλημα ήταν το ανυπέρβλητο εμπόδιο του κρατικού «κωλύματος». Τώρα τα πράγματα αντιστράφηκαν. Και δεν μπορεί να λύνεται πάντα «ο γόρδιος δεσμός» μέσω του μαρτυρίου (Βονιφάτιος) και της ασκητικής (Αγλαΐα). Γι αυτό η εξάσκηση της οικονομίας θεωρείται άλλη μία φορά μέρος ουσιαστικό της κανονικότητας.

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος έθεσε κατ’ αρχήν το κανονικό πλαίσιο και αναζητά αυτό της οικονομίας (Ι. 10): « κκλησία δέν ποδέχεται διά τά μέλη ατς σύμφωνα συμβιώσεως το ατο τέρου φύλου καί πσαν λλην μορφήν συμβιώσεως, διαφόρου το γάμου. κκλησία πρέπει νά καταβάλλ πάσας τάς δυνατάς ποιμαντικάς προσπαθείας, στε τά παρεκκλίνοντα μέλη ατς ες τοιαύτας μορφάς συμβιώσεως νά δυνηθον νά κατανοήσουν τήν πραγματικήν ννοιαν τς μετανοίας καί τς ελογημένης πό τς κκλησίας γάπης.».

Στην αναζήτηση αυτή οφείλει να δεί την οικονομία κατ’ αρχήν πάνω σε τέσσερις διαφορετικές τυπικές βάσεις στο πλαίσιο ότι «το απρόσληπτον και αθεράπευτον». Μπορεί να θεολογήσει σχετικά εύκολα μέσα στη λογική της «αγαμίας» ή του «μοναχισμού», όπου η προσωπική άσκηση έχει μια προτεραιότητα για όσους είναι μεσοφυλικοί ή διαφυλικοί και οδηγήθηκαν σε τέτοια «σύμφωνα συμβίωσης».

Ομοίως υπάρχει η ορθόδοξη θεολογία του γάμου ως αντίδοτο για μεσοφυλικούς, αφού η τεκνογονία δεν αποτελεί πρώτο στόχο στον ορθόδοξο γάμο, αλλά η πνευματική σχέση του ζεύγους, όπως αναπτύξαμε. Για τους διαφυλικούς μπορεί να ακολουθηθεί και ο προηγούμενος πνευματικός στόχος, αλλά και πιθανά μετά από ωρίμανση του ζεύγους και αυτός της τεκνογονίας.

Πιθανότατα σε πραγματικούς και όχι απλά πολιτισμικά ορθοδόξους να διερευνηθεί και ο παλαιός θεσμός της «αδελφοποίησης», για ζευγάρια μεσοφυλικών ή διαφυλικών που ασκούνται με βάση την ορθόδοξη ασκητική θεολογία, παρά τους λόγους που οδήγησαν στον παραμερισμό της. [11]

Υπάρχει όμως ένα σοβαρότερο ζήτημα το οποίο πλέον αφορά μέρος των αυτοαποκαλούμενων πιστών ορθοδόξων, τουλάχιστον των μισών πολιτισμικά ορθοδόξων και  απίστευτο αριθμό μη ορθοδόξων. Πρόκειται για τα διαζύγια, τα οποία πλέον αφενός γίνονται με σχετική ευκολία και αφετέρου η ποιμαντική της Εκκλησίας είναι στην καλύτερη περίπτωση λειψή. Μιά άλλη όψη των διαταραχών στους γάμους και φυσικά στις συμβιώσεις και ελεύθερες αποκαλούμενες σχέσεις, αποτελεί και ο απίστευος αριθμός αμβλώσεων ή και άλλων μικρότερων προβλημάτων, όπως είναι για παράδειγμα τα «διπλά ταμεία» των συζύγων!

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος εξωτερικά εμφανίστηκε ανέτοιμη για πρακτικές λύσεις και αρκείται σ’ αυτή τη φάση σε εκκλήσεις (Ι. 11): «Α βαρύταται συνέπειαι τς κρίσεως ταύτης κφράζονται διά τς πικινδύνου αξήσεως το ριθμο τν διαζυγίων, τν μβλώσεων καί πολλν λλων σωτερικν προβλημάτων ες τήν οκογενειακήν ζωήν. Α συνέπειαι αται εναι μία μεγάλη πρόκλησις διά τήν ποστολήν τς κκλησίας ες τόν σύγχρονον κόσμον, διό καί ο ποιμένες τς κκλησίας φείλουν νά καταβάλλουν πσαν δυνατήν προσπάθειαν διά τήν ντιμετώπισιν τν προβλημάτων ατν. ρθόδοξος κκλησία καλε ν γάπ τά τέκνα ατς καί λους τούς νθρώπους καλς θελήσεως νά περασπισθον τήν πιστότητα ες τήν ερότητα τς Οκογενείας

………..

XΙΙ. Παράρτημα 2ο

1) ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ  ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ. Πηγή:  https://www.holycouncil.org/-/marriage?_101_INSTANCE_VA0WE2pZ4Y0I_languageId=el_GR

2) ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ. Πηγή: https://www.holycouncil.org/-/rest-of-christian-world?_101_INSTANCE_VA0WE2pZ4Y0I_languageId=el_GR

XΙΙΙ. Παραπομπές

……….

 [4] Ένα πρώτο κείμενό μου με βάση την ακολουθία του Αρραβώνα και του Γάμου: «Τα πρόσωπα του Γάμου, σχέση και υπακοή στην Ορθόδοξη Εκκλησία», 13 Απριλίου 2009, http://www.tomtb.com-πρόσωπα του γάμου.

[8] http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/gerontikon5_russians.htm

[9] Ν.1250/1982, ΦΕΚ 46, τ.1, 7/4/1982. Ειδικά το άρθρο 3 με το οποίο καταργούνται από τον Αστικό Κώδικα (Α. Κ.) τα άρθρα 1353, 1355, 1358, 1361,1364 και 1366 (https://www.e-nomothesia.gr/oikogeneia/n-1250-1982.html). Το είδα και στο βιβλίο «Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ, Δημ. Γ. Χατζηαποστόλου, 2005, σελ. 292).

[10] Ημερομηνία εορτής: 19/12/2017. Μικρός συναξαριστής:  http://www.saint.gr/3306/saint.aspx

[11] Μας το λέει ο «Νομοκάνων» του Εμμανουήλ Μαλαξού που γράφτηκε στα 1560 περίπου και περιείχε παλαιότερες συλλογές νόμων. Στο κεφ. ΡΞΒ΄ περί «αδελφοποιίας» για το οποίο αναφέρει ως πηγή τον Ματθαίο Βλάσταρη (ο οποίος έγραψε τη συλλογή του στα 1335) αναφέρεται: «Ευλέποντας οι θείοι Πατέρες ότι πολλοί εγίνοντο αδελφοί εις το άγιον Ευαγγέλιον, και πολλαίς των φορών και μετά ευχών ιερέων διά των οποίων εγίνοντο τέλειοι αδελφοί διά της εκκλησίας, και εν υστέροις αθετούσαν εκείνην  την αδελφότητα όπου έκαμναν εις το άγιον Ευαγγέλιον, και έρχοντο εις γάμον και υπανδρευόντησαν, και διά τούτο ήλθε σύγχυσις πολλή εις την εκκλησίαν, και…». Βλ. «Η ανιστόρητη διαστρέβλωση τής αρχαίας Ορθόδοξης πρακτικής τής «αδελφοποίησης»», 15-04-2010,  http://www.oodegr.com/neopaganismos/sykofanties/enapenizontes_1.htm.

XΙV. Επόμενη ανάρτηση

-Η 3η και τελευταία Ενότητα, με γενικό τίτλο «Προβλήματα, εκκλησιαστική οικονομία, αναστολές και τελικά συμπεράσματα» [Περί γάμου στη Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης: Προβλήματα, εκκλησιαστική οικονομία, αναστολές και τελικά συμπεράσματα, ενότητα 3η & τελευταία], που θα αναρτηθεί μετά περίπου στις αρχές Μαΐου του 2017, θα περιλάβει εν είδει επιλόγου, τα επόμενα τέσσερα μικρά κεφάλαια, μαζί με τις αναγκαίες παραπομπές και το Παράρτημα με τις σχετικές αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης:

VΙΙ. Η συγκατάβαση στο γάμο μεταξύ ορθοδόξων και ετεροδόξων

VIΙΙ. Η έμμεση συγκατάβαση για τον γάμο πρώην μοναχών

VΙΧ. Ζητήματα για το γάμο των ορθοδόξων κληρικών

X. Περί διαζυγίων και εσωτερικών προβλημάτων του γάμου

XΙ. Επιλεγόμενα

XΙΙ. Παράρτημα 2ο

XΙΙΙ. Παραπομπές

Πάτρα, Μεγάλη Τεσσαρακοστή 2017, του Αη Γιώργη, 23 Απριλίου 2017

* Ο Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας είναι πτυχιούχος θεολογίας, εργάζεται ως φυσικός στην δευτεροβάθμια εκπ/ση, είναι έγγαμος με την Ιωάννα Σ. και πατέρας τεσσάρων ενήλικων τέκνων. Αρθρογραφεί συχνά την τελευταία δεκαετία και συμμετέχει ενεργά κατά περιόδους σε πολιτισμικές και συνδικαλιστικές συλλογικότητες.