Ταξικές διεκδικήσεις, κοινωνική δικαιοσύνη και προσωπική αγάπη

Ταξικές διεκδικήσεις, κοινωνική δικαιοσύνη και προσωπική αγάπη

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Βιβλιοπαρουσίαση του «Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟΣ ή ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ; Από το συμφέρον στην αγάπη» του Γεώργιου – Νεκτάριου Παναγιωτίδη, εκδ. « ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ», ΑΘΗΝΑ 2018.

1. Εισαγωγικά

Σήμερα και πριν μισή ώρα εδώ κοντά μας ξεκίνησε μια παρόμοια εκδήλωση και αποτελεί όντως σύμπτωση με βάση τ’ ανθρώπινα δεδομένα! Ο ιστορικός ερευνητής και αναλυτής της Πάτρας Βασίλης Λάζαρης ομιλεί με ελεύθερη είσοδο για την «Χριστιανοσοσιαλιστική κίνηση στην Πάτρα στα τέλη του 19ου αιώνα»[1]. Την κίνηση αυτή θ’ αναφέρουμε κριτικά προς το τέλος της παρουσίασης. Επομένως το ζήτημα που ανοίγει ο συγγραφέας είναι και πάλι επίκαιρο.

Έτσι στο σημείο αυτό θα ευχαριστήσω και δημόσια για την απεύθυνση σε μένα, ο οποίος τυχαίνει να έχω δύο διακριτές θεωρητικές και πρακτικές στάσεις στον λεγόμενο ευρύτερο «χριστιανοσοσιαλιστικό χώρο». Μία στη νεανική μου δεκάχρονη φάση και μία πολύχρονη στην επόμενη τριαντάχρονη, δηλαδή μέχρι σήμερα. Επομένως θα μου ήταν αδύνατον να αποφύγω και σημεία κριτικής, στην κατεύθυνση όμως που ανοίγει ο συγγραφέας.

2. Μια θεολογική θεμελίωση της κριτικής παρουσίασης

Γνωρίζουμε ότι για τον παρόντα ιστορικό χρόνο σχηματικά η πνευματική προσωπική πορεία στην ορθόδοξη χριστιανική θεραπευτική ακολουθεί το διαλεκτικό σχήμα κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης. Βεβαίως το σχήμα αυτό δεν είναι μια γραμμική πορεία, ούτε βεβαίως μια καθαρά ατομική υπόθεση κάθε χριστιανού. Εκφράζει όμως τις αρχικές δυσκολίες στο στάδιο της κάθαρσης από την κυριαρχία (όχι την κατάργησή τους) των παθών ενάντια στην υπέρβαση της ατομικότητας, της κοινωνικής εκκοσμίκευσης, αλλά και τον σχετικά πιό εύκολο δρόμο όταν χαρίζεται κάθε φορά θείος φωτισμός για την εδραίωση όλων των θεϊκών χαρισμάτων. Η θεολογική αυτή θεραπευτική εκφράζεται συμβολικά και πρακτικά σε κάθε τέτοια πορεία. Αντίστοιχη είναι και η ορολογία που εκφράζει το κάθε «στάδιο»: Η «δουλική» που ξεκινά από το φόβο της «κολάσεως», η «μισθωτή» που στηρίζεται στην ανταπόδοση «κέρδους» και η «υιϊκή» που εκφράζει την αγαπητική καθαρότητα και ανιδιοτέλεια.

Κατά κάποιο τρόπο το σχήμα αυτό εκφράζεται και στην ιστορία της σύνολης ανθρωπότητας και σ’ όλα τα πέρατα της οικουμένης από τα ανθρώπινα πρόσωπα, ομάδες, συντεχνίες, στρώματα, τάξεις, λαούς και έθνη. Κάθε φορά ντύνεται με ιδεολογικά, φιλοσοφικά, θρησκευτικά ή βαθύτερα θεολογικά επιχειρήματα και θεωρήσεις. Και η ιστορία αυτών των θεωρήσεων είναι τόσο πλούσια που οι επιστήμονες και όσοι ενδιαφέρονται γι αυτές ούτε τις εξαντλούν, ούτε βεβαίως συμφωνούν μεταξύ τους.

3. Οι παγκόσμιες σύγχρονες θεωρήσεις

Στην εποχή μας έχουν συγκροτηθεί μεγάλα ρεύματα θεώρησης της ιστορίας, τα οποία φυσικά και διασπώνται σε υπορεύματα και διαπλέκονται μεταξύ τους. Πολλές φορές μπορούμε να παρατηρήσουμε τα υπορεύματα και σε ποικίλους συνδυασμούς. Κάποιες φορές αυτοί δημιουργούν φιλοσοφικές και ιδεολογικές «καρικατούρες»! Προσωπικά θα ήθελα να σημειώσω αρκετά απ’ αυτά -που στην εποχή μας μέσω μεγάλων ή μικρότερων συλλογικοτήτων, θεσμικών ή μη, συστημικών ή μη- συνεισφέρουν στην σύγχρονη παγκόσμια πολιτισμική, θρησκευτική, ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, το καθένα από τη δική του σκοπιά.

Από τα αρχαία ρεύματα θα σημειώσω ιδιαιτέρως το εβραϊκό, το αρχαιοελληνικό, το ινδιάνικο και το κεντροαφρικανικό. Από τα παλαιά το χριστιανικό και το μουσουλμανικό. Από τα νεώτερα το ρομαντικό, το κεφαλαιοκρατικό, το ελευθεριακό – αναρχικό και το μαρξιστικό στην σοσιαλιστική και στην κομμουνιστική εκδοχή. Ο συγγραφέας στο μικρό βιβλιαρίδιό του ασχολείται με δύο απ’ αυτά. Κυρίως με το μαρξιστικό στην κομμουνιστική εκδοχή και το χριστιανικό κυρίως στην ορθόδοξη κοινωνική εκδοχή του. Κατόπιν κριτικάρει με θετικό τρόπο το μαρξιστικό, πάντοτε όμως από την οπτική της ορθόδοξης θεολογίας του «κοινωνικού χριστιανισμού», όπως αναφέρει συχνά. Περιφερειακά ακουμπά και το εβραϊκό ρεύμα, με αφορμή την εβραϊκή καταγωγή και επιρροή του Κάρολου Μάρξ από τον πατέρα του Ερρίκο.

Παρά το γεγονός ότι απουσιάζει στην πλοκή του βιβλίου η συντριπτική πλειοψηφία των πολλών σύγχρονων θεωρήσεων του ανθρώπινου κοινωνικού είναι, αξίζει τον κόπο να δούμε τις πλευρές που φωτίζει ο συγγραφέας στην σχέση της μαρξιστικής κομμούνας και της χριστιανικής (κυρίως ορθόδοξης) κοινοκτημοσύνης. Παράλληλα είναι ενδιαφέρουσα η τελική του πρόταση για τη διαλεκτική δικαιοσύνης και αγάπης, παρά τα πιθανά αδύνατα σημεία της.

4. Λίγο φως πάνω στον άνθρωπο Μάρξ

Ο συγγραφέας συνοπτικά μεν, αλλά πολύπλευρα και καίρια, σκιαγραφεί τον πρώιμο και όψιμο Κάρολο Μάρξ μέσα από πηγές. Καταδεικνύει τους κύκλους επιρροών του και σχολιάζει υποβοηθώντας, ώστε όποιος επιθυμεί βαθύτερη ανάλυση να το κάνει έχοντας προβληματισμούς και ερωτήματα. Η οπτική του συγγραφέα είναι εμφανής και γίνεται από τη σκοπιά του ριζοσπαστικού κοινωνικού χριστιανισμού.

Θα ήθελα να επισημάνω όμως κάποιες θετικές αναφορές του και κάποιες ελλείψεις σ’ αυτές. Η πρώτη θετική του συμβολή αφορά το φιλοσοφικό υπόβαθρο του Μάρξ. Επισημαίνει καίρια τις νεανικές συναναστροφές του με τους νέους «εγελιανούς» φιλοσόφους, το ρόλο του πατέρα του Ερρίκου, αλλά και του πεθερού του Λούντβιχ Βεστφάλεν. Φανερώνει την επιρροή του στη διαλεκτική, αλλά με την αντίστροφη λογική των «υλιστών» εγελιανών έναντι των παλαιών ιδεαλιστών. Η φιλοσοφία αυτή συνδέθηκε πλέον με επιστημονική μέθοδο με τον διαλεκτικό υλισμό με τη βοήθεια του Φρειδερίκου Ένγκελς.

Λείπει (συνειδητά;) στο σημείο αυτό η κριτική του συγγραφέα, από τη σκοπιά του ορθόδοξου χριστιανικού υλισμού, που αφορά την κεφαλαιώδη σημασία της κτίσης-ύλης στον αγιασμό, σωτηρία και θέωση του ανθρώπου. Έτσι αφήνει ασχολίαστη την κυριαρχία της ιδεαλιστικής αντίθεσης στον διαλεκτικό υλισμό, την οποία στα έργα του δεν την απέφυγε σ’ όλα τα γραπτά του ούτε ο ιδρυτής της ελλαδικής «Χριστιανικής Δημοκρατίας» Νίκος Ψαρουδάκης.

Η δεύτερη σημαντική αναφορά του βρίσκεται στον τρόπο αντιμετώπισης του θρησκευτικού φαινομένου από τον Μάρξ. Πολύ σωστά ο συγγραφέας διακρίνει την πρώιμη νεανική επιθετική οπτική του Μάρξ από την όψιμη ήπια. Ταυτόχρονα σημειώνει το υπόβαθρο της θεωρητικής «ηθικής» του διαχρονικού επαναστάτη. Θα μπορούσε όμως να υπάρχει μεγαλύτερη σύνδεση με την θρησκευτικότητα του Μάρξ σ’ όλα τα στάδια της δημόσιας ζωής του από τη σκοπιά της θρησκευτικής λογικής που διακρίνει τόσο το φιλοσοφικό υπόβαθρό του, όσο και το ηθικό του. Συγκεκριμένα αυτό που αφορά το κίνητρο που οδηγεί τον άνθρωπο-άτομο-ζώο στον άνθρωπο συλλογικό υποκείμενο, παρά την επαινετική έκφραση του αποσπάσματος από τον πρώην μαρξιστή και μετά ορθόδοξο χριστιανό ρώσο ιερέα Σέργιο Μπουλγκάκωφ.

Έχει δίκιο ο συγγραφέας στην παρατήρησή του ότι ο μεγάλος θεωρητικός της εργατικής τάξης πήρε «…την έννοια της προόδου από την αστική τάξη, η οποία την επινόησε…». Θεωρώ στα δυνατά σημεία του βιβλίου και την αναφορά του τόσο στη μεσιανική όσο και στη χιλιαστική[2] διάσταση της μαρξικής θεωρίας. Διότι ναι μεν η έννοια της προόδου ήταν στην νεωτερικότητα αρχικά αστική, αλλά έχει τις ρίζες της τόσο στον μεσσιανικό εβραϊσμό, όσο και στις παραφυάδες του αποκλίνοντα χιλιαστικού χριστιανισμού.

Είναι στα υπέρ της αντίληψης αυτής του συγγραφέα ότι στηρίχτηκε στον ορθόδοξο χριστιανό φιλόσοφο (+) Νικολάι Μπερδιάγιεφ. Και επίσης σημαντικό ότι δεν στάθηκε στους έλληνες χριστιανοκοινωστές περί τον (+) Απόστολο Μακράκη του 19ου αι., ούτε περί τον (+)  Ιωάννη Αρνέλλο και (+) Αθανάσιο Χριστογιαννόπουλο τέλη του 19ου και το 1ο μισό του 20ου αι.. Αδιευκρίνιστες πάντως παραμένουν στο βιβλίο του οι αναφορές του στον χριστιανικό κοινωνισμό χιλιαστικής λογικής του (+) Νικολάου Ψαρουδάκη.

Θεωρώ επίσης πολύ σημαντική την αναφορά του στο αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη, ο οποίος στο γνωστό βιβλίο του «Οι περιπέτειες του μαρξισμού» (εκδόσεις 21ου, 2000) σημειώνει τη βασική αρχή του κομμουνιστικού σταδίου «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνάμεις του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Πολύ ορθά ο συγγραφέας συνδέει τη βασική αρχή αυτή με το συνδυασμό δύο συμπληρωματικών αρχών στις πρωτοχριστιανικές κομμούνες: α) «καθώς ηυπορείτο τίς» (Πράξεις ΙΑ΄, 29), δηλαδή «όσο μπορούσε ο καθένας» και β) «διεδίδοτο δε εκάστω καθότι άν τίς χρείαν είχε» (Πράξεις Δ΄, 35), δηλαδή «δινόταν στον καθένα με βάση την ανάγκη που είχε». Έτσι εδώ δεν διαφαίνεται μόνο η κοινή διπλή αρχή, αλλά και ότι η νεωτερική κομμουνιστική αρχή στηρίζεται στη ανθρωπολογία και κοινωνιολογία του πρωτοχριστιανισμού!

5. Διαλεκτική δικαιοσύνης και αγάπης

Ο συγγραφέας, πιθανά στην συνέχεια των χριστιανοκοινωνικών απόψεων του Νικολάου Ψαρουδάκη, που εκθέτει αναλυτικά στο βιβλίο του «Η επανάσταση της αγάπης», βάζει στο τραπέζι τη σχέση κοινωνικής δικαιοσύνης και της ανώτατης στο πνευματικό επίπεδο (προσωπικής) αγάπης. Ορθά σημειώνει και τη διαφορά επιπέδου και την διαφορά στην πρακτική. Η κοινωνική δικαιοσύνη αποτελεί αναγκαιότητα συλλογική, ενώ η αγάπη ανώτατο εθελοντικό στάδιο του προσώπου, όπως καταδεκνύεται από την χριστιανική θεολογία.

Στο επίπεδο αυτό, και συγκεκριμένα για τα «χριστιανικά ηθικά στοιχεία του μαρξισμού», ομιλεί για τις έννοιες-πρακτικές της κομμούνας και της κοινοκτημοσύνης. Σηματοδοτεί τόσο τον αρχικό πυρήνα της χριστιανικής εκκλησίας, όσο και τα περιφερειακά κατά την ιστορική διαδρομή, όσον αφορά δηλαδή την προτεραιότητα του συλλογικού ανθρώπου έναντι του ατομικού, με αφορμή τις χριστιανικές «κομμούνες» κυρίως στα μοναστήρια, στις οικογένειες και τις μικρές κοινότητες. Ταυτόχρονα αναδεικνύει την κοινή άποψη για την κλοπή της υπεραξίας της εργασίας που ανέπτυξε ο Μάρξ, όταν στην Επιστολή του Ιακώβου ((Κ. Δ., κεφ. Ε΄, στίχ. 1-6)[3]) γίνεται εκτενής αναφορά δεκαοκτώ ολόκληρους αιώνες πριν.

6. Επίλογος με μιά πρόταση

Εκεί που το ζήτημα μένει μετέωρο και αγγίζεται περιφερειακά είναι αυτό του ταξικού αγώνα, όταν τίθεται το ζήτημα της κλοπής της υπεραξίας. Θα μπορούσε ο συγγραφέας, στηριζόμενος στο τρίγωνο «δουλικής», «μισθωτής» και «υικής» πορείας της ζωής των χριστιανών, να προχωρήσει σε συνάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο στάδιο. Έτσι το ταξικό, μαζί με το όραμα και την πρακτική της «κοινωνικής δικαιοσύνης», θα μπολιαζόταν θεωρητικά από τη ορθόδοξη χριστιανοκοινωνική οπτική. Με τον τρόπο αυτό ευνοείται θεωρητικά και πρακτικά η αποφυγή, όχι μόνο του ατομικού ανταγωνισμού στην κοινωνία, αλλά και του ακραίου συντεχνιασμού. Πιθανά αυτή η έλλειψη ν’ αποτελεί ασυνείδητο πόρισμα λόγω της ακατέργαστης ακόμα σχέσης του διαλεκτικού υλισμού και του χριστιανικού ορθόδοξου υλισμού στη σκέψη του, εκτός αν ακόμα την επεξεργάζεται. Μιά παραπέρα επεξεργασία θα οδηγούσε στην πράξη στο ξεπέρασμα των αναποτελεσματικών χιλιαστικών πολιτικών συλλογικοτήτων και στη χώρα μας.

Η πιθανή δημιουργία συλλογικοτήτων με μιά τέτοια βαθύτερη κα ανώτερη θεολογικά θεώρηση, δεν θα οδηγούσε ούτε στο πρότυπο των κλειστών ιδεολογικά κινήσεων του Απ. Μακράκη αρχικά και των Ιω. Αρνέλλου – Αθανάσιου Χριστογιαννόπουλου κατόπιν. Φυσικά δεν θα οδηγούσε ούτε στη λογική της «κινούμενης πολιτικής άμμου» στις συνεργασίες που ακολούθησε κατ’ εξοχήν ο αείμνηστος αγωνιστής Νίκος Ψαρουδάκης, συγκρουόμενος συχνά με το ευρύτερο κίνημα που είχε ιδρύσει.

Αρκείται ο συγγραφέας σε μιά πρωτόλεια ορθή κριτική στην κατάρρευση του «σοβιετικού μοντέλου». Θα ήταν στα δυνατά του βιβλίου αν έβαζε στη συζήτηση και την πρόταση του υγιούς αναρχισμού για κομμούνες περιφερειακά του κράτους. Συνεχίζει να βάζει στη συζήτηση το κράτος ως τον προνομιακό χώρο, όπου θ’ ανοίξει –αν και όποτε ξανανοίξει- με νέους όρους το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης από την πλευρά της εξουσίας. Αυτόν το χώρο έβαζαν και βάζουν συχνά οι βιαστικοί στην ιστορία, με δυσάρεστα συχνά αποτελέσματα.

Βεβαίως ο ρόλος του κράτους είναι ιστορικά πολύ ισχυρός, απλά οι εξουσιαστικές δυνάμεις έχουν αυξηθεί και τα πλοκάμια τους έχουν μεγαλώσει. Η δικαστική εξουσία είναι ακόμα ισχυρή και συχνά μονομερής. Τα κοινοβούλια είναι σχετικά ανίσχυρα σε σχέση με την πολιτική εξουσία, αλλά ισχυρότατα και ανεξέλεγκτα από τους ψηφοφόρους. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συχνά μετατρέπονται σε ισχυρά παράκεντρα εξουσίας και στήριξης συγκεκριμένων μερίδων των «δυνατών», δηλαδή των ατομικών ιδιοκτητών μεγάλων μέσων παραγωγής. Τα μέσα κρατικής καταστολής αποκτούν και δομές σχετικής αυτονόμησης, παρότι υπηρετούν την πολιτική ηγεσία απόλυτα απέναντι στα κινήματα διεκδίκησης των λαών.

Εν τω μεταξύ η νέα καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δημιουργεί μεγάλες κρατικές υπερδομές, όπως π.χ. η Ε.Ε., ενώ το μεγάλο κεφάλαιο με τις θυγατρικές του και την εισχώρησή του ανά τομέα σε πολλές ταυτόχρονα χώρες, συχνά είναι ισχυρότερο από τα μεσαία ή μικρά κράτη. Οι υπερδομές των στρατών (ΝΑΤΟ), κεφαλαίου (Δ.Ν.Τ.), δημοσίου (ΟΟΣΑ), υγείας (ΠΟΕ), κλπ, βρίσκονται ουσιαστικά πάνω από τα κράτη. Επομένως το ζήτημα έχει γίνει αρκετά περίπλοκο στην εποχή μας. Ο συγγραφέας, νομίζω συνειδητά, απέφυγε ν’ αγγίξει αυτές τις πλευρές.

Πάντως, το βιβλιάριο του αγαπητού Γ.-Ν. Παναγιωτίδη, παρά τις αδυναμίες που εντοπίσαμε, ξεπερνά στην θεωρία κατά τη γνώμη μου τις προηγούμενες οπτικές. Έτσι θέτει τη συζήτηση για τη σχέση κομμούνας και κοινοκτημοσύνης, πολιτικού και προσωπικού, κοσμικού και θρησκευτικού, μαρξιστικού και χριστιανοκοινωνικού σε μιά ανώτερη βάση σε σχέση με τις προηγούμενες.

Για το προχώρημα αυτό και στην πράξη απλά χρειάζονται τα αντίστοιχα προσωπικά και συλλογικά υποκείμενα.  Γι αυτό και το ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας στον τίτλο του βιβλίου μπορεί εν τέλει να μην έχει ακόμα απαντηθεί οριστικά, αλλά συνεισφέρει σημαντικά στην απάντησή του.

Ο συγγραφέας λοιπόν κάνει μιά ιστορική τομή στη σειρά των ορθόδοξων χριστιανοκοινωνιστών, ειδικά στη χώρα μας!

[Η βιβλιοπαρουσίαση έγινε στην Πάτρα, στο  βιβλιοπωλείο Nouveau (Νουβώ),  Παντανάσσης 78, στις 24 Νοέμβρη

Παραπομπές

[1] Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018, στο Brighr Side Study Room, Φιλοποίμενος 45, Πάτρα: «Η αποτυχία των σοσιαλιστών της Πάτρας στις εκλογές του 1895 να αναδείξουν εκπρόσωπό τους στη Βουλή τον Πλάτωνα Δρακούλη οδήγησε στη διάλυση της χαλαρής ενότητάς, με συνέπεια τη συγκρότηση διαφόρων ομάδων του, μεταξύ των οποίων και εκείνης των χριστιανοσοσιαλιστών, με ηγέτες τους τον Ιωάννη Αρνέλλο και τον Αθανάσιο Χριστογιαννόπουλο. Τις απόψεις των εν λόγω χριστιανοσοσιαλιστών διέκρινε αγνή πίστη σε δογματικές κατά βάση θρησκευτικές και πολιτικές θέσεις και αρκετή αφέλεια, η αγωνιστικότητα όμως, που εξέφραζαν με συγκεκριμένες πράξεις στους αλλά και με τους λόγους τους στους πολυάριθμους οπαδούς τους και την αρθρογραφία τους στο δημοσιογραφικό όργανό τους «Αρμαγεδδών» κατά του τοπικού πολιτικού και εκκλησιαστικού κατεστημένου υπήρξε αξιοθαύμαστη και τους στοίχισε πολλές διώξεις από μέρους των οργάνων της εξουσίας, τα οποία κατόρθωσαν τελικά να τους εξουδετερώσουν μαζί με τις άλλες σοσιαλιστικές ομάδες της Πάτρας και της γύρω περιοχής».

[2] Η μεσσιανικότητα στην ιουδαϊκή και σημερινή εβραϊκή θεώρηση συνεχίζει να είναι γραμμική, δηλαδή έχει τη λογική της ευθύγραμμης έννοιας της «προόδου». Θυμίζουμε ότι τα περισσότερα ρεύματα της αρχαιοελληνικής αντίληψης έδιναν κυκλικό σχήμα στην πορεία της ιστορίας. Στην ορθόδοξη χριστιανική θεώρηση η μεσσιανικότητα αλλάζει χαρακτήρα. Παίρνει σχήμα ελικοειδές με τη φορά να πηγαίνει άλλοτε προς το μέλλον κι άλλοτε προς το παρελθόν στη ζωή των ανθρώπων και της ιστορίας γενικά. Το «ελθέτω η Βασιλεία Σου» της Κυριακής προσευχής αναζητά τον ερχομό των Εσχάτων της Ουράνιας Βασιλείας – Θέωσης στο «εδώ και τώρα», δηλαδή στο ιστορικό παρόν. Κι αυτό μπορεί να αποτελεί και ένα αποδεκτό προσωπικό και κοινωνικό όραμα μεσσιανικότητας. Αντίθετα η αναμονή στο απώτερο μέλλον μιας χιλιαστικής (αταξικής) βασιλείας – κοινωνίας που οδηγεί είτε στην άνευρη αναμονή, είτε στην βεβιασμένη άκαρπη δράση δεν μπορεί να είναι ανεκτή. Επίσης  η πλήρης άρνηση ενός τέτοιου οράματος, που οδηγεί στο ρεαλισμό της αποδοχής της υπαρκτής «βαρβαρότητας» δεν μπορεί να γίνει ομοίως αποδεκτή.

[3] Θεωρώ ότι το παρακάτω καινοδιαθηκικό χωρίο είναι το πιό εμφανές τόσο για την καταπίεση και εκμετάλλευση των αδυνάτων εργαζομένων, όσο και στο δίκαιο των διεκδικητικών «φωνών» τους:

«Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις·  ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν,  ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται, καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν. ὡς πῦρ ἐθησαυρίσατε ἐν ἐσχάταις ἡμέραις.  ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν ὁ ἀπεστερημένος ἀφ’ ὑμῶν κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν. ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσπαταλήσατε, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς. κατεδικάσατε, ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν».

Μετάφραση: «Ελάτε τώρα οι πλούσιοι, κλάψτε κραυγάζοντας γοερά για τις ταλαιπωρίες σας που επέρχονται. Ο πλούτος σας έχει σαπίσει και τα ρούχα σας τα έχει φάει ο σκόρος. Ο χρυσός σας και ο άργυρος έχουν σκουριάσει, και η σκουριά τους θα είναι μαρτυρία εναντίον σας και θα φάει τις σάρκες σας σαν φωτιά. Θησαυρίσατε για τις έσχατες ημέρες. Ιδού, ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας και που τους τον έχετε στερήσει κράζει, και οι κραυγές των θεριστών έχουν εισέλθει στα αυτιά του Κυρίου Σαβαώθ. Ζήσατε τρυφηλή ζωή πάνω στη γη και σπαταλήσατε, θρέψατε τις καρδιές σας για την ημέρα της σφαγής. Καταδικάσατε, φονεύσατε τον δίκαιο. Δε σας αντιστέκεται».