Στ’ αλώνια και στα σαλόνια – Χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος: Όπως τον έζησα και τον κρίνω

Στ’ αλώνια και στα σαλόνια

Χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος: Όπως τον έζησα και τον κρίνω

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

α. Το βάπτισμα του πυρός…

   Οκτώβρης 1973: Είμαι πρωτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας (τμήμα Φυσικό). Πήγα στο Παράρτημα του Πανεπιστημίου επί της Κορίνθου (πάνω από την πλατεία Όλγας, στο κέντρο) για να κάνω την εγγραφή μου. Έγινε επιτυχώς. Άρχισα, λοιπόν, να φοιτώ. Δεν γνώριζα τι θα με περίμενε στη γωνία της ιστορίας σε λίγες ημέρες…

   Άρχισαν τα μαθήματα και οι μαζικές παρακολουθήσεις. Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, κλπ. Κάποια στιγμή σε μία απ’ αυτές στο αμφιθέατρο μπαίνει μια ομάδα φοιτητών γενειοφόρων και κάποια φοιτήτρια, μεγαλύτεροι σε ηλικία από μένα. Ζητούν από τον καθηγητή να σταματήσει το μάθημα και να φύγει! Ω, τι έκπληξη ήταν αυτή!

   Μας ενημέρωσαν όλους και όλες αναλυτικά για την κατάσταση στο Πανεπιστήμιο, για τους εγκάθετους φοιτητές, για τους ασφαλίτες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας, για τη νοθεία στις φοιτητικές εκλογές την προηγούμενη άνοιξη, για το ρόλο της διοίκησης και του ίδιου του διορισμένου Πρύτανη Τάγαρη…

   Μας είπαν τι είχε συμβεί το Μάρτη στην Πάτρα και μάλιστα στην κατάληψη της Φοιτητικής Λέσχης. Μας εξήγησαν για τις δίκες του Αυγούστου και τα λοιπά. Το ένστικτό μου θυμήθηκε την καθηγήτρια φιλόλογο Καψάλη που μας έκανε αρχαία και δίδασκε Δημοκρατία με αφορμή τον Επιτάφιο του Περικλή την προηγούμενη χρονιά στο 1ο Γυμνάσιο Πάτρας. Μας δήλωσαν ότι στις 15 Νοέμβρη να είμαστε όλες και όλοι εκεί. Εκεί θα αποφασίσουμε το τι θα γίνει κατόπιν. Σε μένα, ως αστραπή που πέφτει από τον ουρανό, πήρα άμεσα την απόφαση να συμμετάσχω.

   Που να γνώριζα ότι αυτή η συνέλευση θα αποτελούσε το πολιτικό βάπτισμά μου, που θα με ακολουθούσε ως τα γεράματά μου; Που να γνώριζα ότι θα αποτελούσε την αφετηρία του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου που ξεκίνησα και συνεχίζω μέχρι τις ημέρες μας. Κυρίως παλεύω «στ’ αλώνια κι όχι στα σαλόνια». Ειδικά μετά τη μεταπολίτευση κουβάλησα στις πλάτες μου κυριολεκτικά στο αμφιθέατρο στο Παράρτημα της οδού Κορίνθου στην Πάτρα την αφετηρία ενός γόνιμου τέτοιου διαλόγου…

   «…Ανοίγω παρένθεση. Ένας φοιτητής που γνώρισα αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, καθηγητής αργότερα στην Πάτρα και ενεργός συνδικαλιστικά διατηρεί δική του ιστοσελίδα στην οποία παρουσιάζει καταθέσεις από τη δίκη και τις απολογίες ημών των κατηγορουμένων. Οι απολογίες δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Χριστιανική.

   Η εφημερίδα με πλήρη τίτλο «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ήταν όργανο μιας μικρής πολιτικής ομάδας με τον ίδιο τίτλο. Η ομάδα αυτή συνεργάστηκε στις εκλογές του 1977 με αριστερές πολιτικές δυνάμεις στα πλαίσια της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ. Επί δικτατορίας η εφημερίδα αναγκάστηκε να κυκλοφορεί με τον τίτλο «Χριστιανική». Παραθέτω από τις απολογίες όσων παιδιών μπόρεσα να βρω…».[1]

β. Η πρώιμη μεταπολίτευση της δεκαετίας του ‘70

   Η συμμετοχή μου στα γεγονότα του Νοέμβρη του ’73 μου έδωσε ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την έναρξη ενός νέου γύρου χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου στα αμφιθέατρα, στα πηγαδάκια και στις συνελεύσεις των τμημάτων. Αυτό το είχαν άλλοι δύο συμφοιτητές μου, που είχαν σχέση με την «Χριστιανική».

   «…Η δικτατορία ήταν πια παρελθόν το 1974 και  μια νέα ελπίδα ερχόταν. Οι αμφιβολίες μου και η κριτική μου ήταν έντονες και σε μεγάλο βαθμό. Η μάνα όμως συνέχιζε νά’ναι απλή και με σκέπαζε μόνο με την απλότητά της, την αγάπη της, τις σκέψεις, το υπόδειγμά της και τις προσευχές της… Στο δρόμο μου βρέθηκαν δύο συμφοιτητές αρκετά πιστοί και χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλον ιδιαίτερα, παρότι είμασταν στο ίδιο έτος και τμήμα! …Βρήκα στη συνέχεια τον θυρωρό κυρ-Γιάννη Τσιλίρα και τον χριστιανοκοινωνιστή διακο-Γιάννη Κατωπόδη.[2] …Όλοι εξαίρετοι!»[3]

   Δέκα χρόνια μετά, μέσα από τα ΣΗΜΑΔΙΑ, τ. 8, Νοέμβρης 1983 και σε αφιέρωμα στα πλαίσια του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου, ανακεφαλαίωσα τη σκέψη μου από την εμπειρία μου, δίπλα σε τέσσερις πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου:

   «Η εκδοχή της μη βίας, στη βία της χούντας. Η προβολή συνθημάτων που προφήτευαν μια καινούργια κοι­νωνία, παρά μια πολεμική πρακτική, που ζητούσε ν’ αρπάξει τη διαχείριση μιας άλφα κατάστασης, του κράτους ή του συστήματος.

   Ονειρώδεις ήταν πραγματικά οι διαπροσωπικές σχέσεις –παρόλα τα προβλήματα και τις αντεγκλήσεις στις συζητήσεις– που διαμορφώθηκαν και αναπτύχθηκαν στην κοινωνία–αντίσωμα της κατάληψης. Καθιερώθηκαν πολιτικές διαδικασίες ουσιαστικής πολιτικής αυτονομίας, προγραμματισμένου καταμερισμού ευθυνών, άμεσης ανάκλησης των υπευθύνων κι αίσθηση της παρουσίας του άλλου, πέρα από το φόβο ή την αγνωσία της ψυχής του.

   Τώρα, μετά δέκα χρόνια πολιτικής εμπειρίας και μελέτης, φέρνοντας στη μνήμη μου εκείνες τις αιώνιες ώρες, μου φαν­τάζουν ως οι ζωντανές κοινότητες στην Τουρκοκρατία ή τα χωριά να ξεπέρασαν τον εαυτό τους, και τώρα, παρά την μπότα της χούντας, να οπλίστηκαν κι’ άλλο από την υπόγεια ορθόδο­ξη δυναμική (που καταχωνιάστηκε 150 χρόνια στο υποσυνείδητο ή έστω στις απλές σχέσεις του λαού). Ν’ αποζητούν προφητικά τον πολιτικό και υπαρκτικό στόχο: αυτό πού ονομάζουμε κοινωνία αυτόνομη, αυτοδιαχειριζόμενη κι αυτοδιευθυνόμενη και τώρα τελευταία ερωτικά κι ασκητικά προσδιοριζόμενη.

   Μόνο που εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε, πως το «Πολυτεχνείο» είναι ένα γεγονός έκλαμψη, ένας διάττοντας αστέρας που υπήρξε για να δείξει πώς μπορούν να λάμπουν «τ’ αστέρια» του (πολιτικού) «στερεώματος». Το «Πολυτεχνείο» έγινε όχι τόσο για να συνεχιστεί, όσο για να δημιουργήσει καινούργια…».[4]

   Αργότερα ο πυρήνας αυτός μεγάλωσε.[5] Το ίδιο έγινε και στα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων. Βρήκαμε στήριγμα στην εφημερίδα «Χριστιανική», στους κατά τόπους πυρήνες τους και στην εξορία του Νίκου Ψαρουδάκη στη Γυάρο, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το ‘73. Εκεί είχε ήδη ξεκινήσει ένας άτυπος χριστιανο-μαρξιστικός διάλογος, όπου το υπόβαθρο ήταν η κοινή τους εξορία από τη δικτατορία.

   «…Είχαμε πολλές συζητήσεις. Ξεκινάγαμε από τα κοινωνικά κι’ όλο καταλήγαμε στα μεταφυσικά. Υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει Θεός; Τι ήταν ο Χριστός; Θεός ή κοινωνικός επαναστάτης; Με τρόμαζε η ευκολία με την οποία ωρισμένοι κομμουνιστές ομολογούσαν την αθεΐα τους…».[6] Μα και ο διάλογος αυτός ήταν πρώιμος, αφού οι συζητητές δεν εστίαζαν να βρουν τρόπους κοινής πρακτικής, αλλά μετέφεραν τη συζήτηση στα βαθύτερα της ζωής. Κατά τη γνώμη μου αυτό το είδος διαλόγου ήταν «διάλογος κωφών», παρότι υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ τους.

   Παρά την αρχική εκλογική συνεργασία της Χ. Δ. με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Ι. Μαύρου το Νοέμβρη του 1974, η συνέχιση του διαλόγου στα Πανεπιστήμια και οι συνεργασίες κατά τόπους των πολιτικών νεολαιών (ανάμεσά τους και η δυναμική Ε.Χ.Ο.Ν. της Χ.Δ.) οδήγησαν στο πείραμα στις εκλογές του 1977 με τη «Συμμαχία» των πέντε μικρών πολιτικών κομμάτων της κεντροαριστεράς (ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ. – Γιάγκος Πεσματζόγλου), της αριστεράς (ΚΚΕ Εσ. – Λεωνίδας Κύρκος, ΕΔΑ – Ηλίας Ηλιού, Σοσιαλιστική Πορεία – Σάκης Καράγιωργας) και της ιδιόμορφης Χ.Δ. – Νίκος Ψαρουδάκης.

   Δυστυχώς, παρά το προεκλογικό πρόγραμμα, την καλή διάθεση, υπήρξαν κατά τη γνώμη μου δύο αιτίες που το πείραμα αυτό απέτυχε στην πράξη: Αφενός η αλματώδης άνοδος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και αφετέρου η έλλειψη εισόδου στα βαθύτερα του χριστιανο-μαρξιστικού διαλόγου έκαναν τη «Συμμαχία» φύλλο και φτερό μετά τις εκλογές, παρά την εκλογή δύο βουλευτών.

   Αυτή την Συμμαχία την έζησα από πολύ κοντά και την στήριξα, τόσο ως προς την απόφαση (Κ. Ε. της Χ.Δ.), όσο και στη Δυτική Ελλάδα. Στην Πάτρα ήμουν ομιλητής σε πολλές μαζώξεις, μιάς και ήμουν αρκετά γνωστός. Υπήρξα όμως και ομιλητής σε ανοικτές συγκεντρώσεις σε Αμαλιάδα, Πύργο και Ζάκυνθο μαζί με τον Λεωνίδα Κύρκο και άλλα στελέχη. Επίσης συμμετείχα σε περιοδεία στην επαρχία Καλαβρύτων και συζητήσεις σε καφενεία, που τότε έσφυζαν ακόμα σε ζωή.

   Η εκ των υστέρων πολιτική ματιά μου είναι μικτή. Από τη μία δημιουργήθηκε μια εμπιστοσύνη για πολλά ζητήματα που ήταν κοινές επιδιώξεις, αλλά και ανθρώπινη. Από την άλλη έλλειπε ένας βαθύτερος διάλογος που να δημιουργεί γερά θεμέλια και σε πιο θεωρητικά ζητήματα, πέραν της χριστιανικής ή μη πίστης.

   Είναι χαρακτηριστική η γνώμη, λίγα χρόνια αργότερα, του τότε αντιπροέδρου της Χ. Δ. Μανώλη Μ. Μηλιαράκη: «Πρώτα πρέπει να τονιστεί ότι ο χριστιανομαρξιστικός διάλογος δεν είναι κάτι καινούριο. Μια πρώτη μορφή του συναντάμε στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Κληρικοί όλων των βαθμίδων, μοναχοί, βαθιά πιστοί λαϊκοί χριστιανοί, βρίσκονται στο ίδιο μετερίζι με μαρξιστές και πολεμούν το φασισμό…

   Το πείραμα της «Συμμαχίας» που ακολούθησε το ’77, προϊόν της κοινής αντιδικτατορικής πάλης, χριστιανοσοσιαλιστών, σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών και αριστερών του μαρξιστικού χώρου, κατέληξε σε ένα κοινό προεκλογικό πρόγραμμα, ύστερα από πολύμηνο και κοπιαστικό διάλογο…».[7]

   Η τελική γνώμη μου είναι ότι ο διάλογος αυτός έγινε στην πρώιμη μεταπολίτευση στα σαλόνια κι όχι «στ’ αλώνια» της σκληρής καθημερινότητας, εκτός από τα φοιτητικά αμφιθέατρα. Γι’ αυτό οι κοινές θέσεις της «Συμμαχίας» αφορούσαν την κεντρική πολιτική σκηνή και όχι συνδικάτα, τοπική αυτοδιοίκηση, συνεταιρισμούς, πολιτισμό, γνώση, νέες τεχνολογίες, ουσιαστικό βάθεμα των κοινών ενδιαφερόντων. Επίσης πίσω τους κρυβόταν μια ακραία ιδεολογικοποίηση τόσο της χριστιανικής πίστης, όσο και της μαρξιστικής θεωρίας. Κατά τη γνώμη μου οι ευθύνες βρίσκονταν και στις δύο πλευρές.

γ. Η απόπειρα του διαλόγου στις αρχές του 1980

   Η ομάδα των νέων χριστιανοσοσιαλιστών (Ε.Χ.Ο.Ν.) μπήκε στο χώρο του δημόσιου διαλόγου με δύο τρόπους τέλος της δεκαετίας του 1970 και αρχές αυτής του 1980. Αφενός εξέδωσε το περιοδικό «ΣΗΜΑΔΙΑ» με πάνω από 10 τεύχη και αφετέρου προκαλώντας οργανωμένες συζητήσεις στα αμφιθέατρα των Πανεπιστημίων. Το 1981 ανέρχεται στην κυβέρνηση το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου με πάταγο. Η άνοδος στην κυβέρνηση ενός αρχικά σοσιαλιστικού εγχειρήματος, αφενός επιταχύνει τον όποιο χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο και αφετέρου τον νοθεύει, αφού «βιάζονται» οι εξελίξεις μακριά από το λαό και «από τα κάτω».

   Παράλληλα μέσα στα κόμματα της πολυδιασπασμένης αριστεράς υπήρχαν και άνθρωποι χριστιανοί, αλλά στο εσωτερικό τους αυτός ο διάλογος ήταν σχεδόν αδύνατος. Το ίδιο συνέβαινε, αλλά πιο «έξυπνα», στο χώρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Έχω γνωρίσει στη διαδρομή μου αρκετούς απ’ αυτούς. Πάντως η πιο εμφανής περίπτωση ήταν αυτή του Κωστή Μοσκώφ.

   Ήταν άνοιξη του 1983 όταν ήταν να μιλήσει μαζί με τον Κώστα Ζουράρη στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος της Πάτρας. Ξεκινήσαμε (ήμουν κι εγώ μέσα) από την Αθήνα στο ίδιο αυτοκίνητο, μαζί με τους δύο, και ο Γιώργος Χατζηϊακώβου και ο Κώστας Καμαριάρης/ «Ψυχραιμίας». Το ΚΚΕ διεμήνυσε στον σπουδαίο Κωστή Μοσκώφ, όπως μας αποκάλυψε ο ίδιος, ότι «αν ανοίξει το στόμα του» θα διαγραφεί πάραυτα. Ο ίδιος προτίμησε να μη μιλήσει, να μη διαγραφεί, αλλά να αποχωρήσει ο ίδιος κατόπιν…

   Στην έρευνα που κινήθηκε σχεδόν παράλληλα από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (1983) και τον δημοσιογράφο Πέτρο Μακρή, η οποία περιλαμβάνεται σε βιβλίο με το τίτλο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΞ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ» (Οκτώβρης 1983), η συζήτηση μεταφέρθηκε πολύ γρήγορα «στα σαλόνια» και ξέφυγε ουσιαστικά από τους καθ’ εαυτό πολιτικο-κοινωνικούς χώρους. Σ’ αυτήν τη συζήτηση έμειναν ουσιαστικά απέξω αυτοί που τον προκάλεσαν (χριστιανοσοσιαλιστές), μπήκαν άνθρωποι που δεν είχαν μεγάλη εμπειρία, εκτός από ελάχιστους.

   Ας δούμε τρεις ακόμα αναφορές απ’ αυτή την έρευνα, τις οποίες και θα σχολιάσουμε κατόπιν:

   α) «…Στα μεταδικτατορικά χρόνια η ολομέτωπη επίθεση της κυρίαρχης ιδεολογίας βρίσκει την ελληνική Αριστερά όχι μόνο ανέτοιμη αλλά σε φάση προϊούσας κρίσης, να αποζητάει μέχρι σήμερα το πρόσωπό της τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικά πρακτικό επίπεδο…».[8]

   β) «…Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι η σχέση προσώπου και κοινότητας. Την κοινότητα σήμερα τη λένε σοσιαλισμό και η πρωτοπορία ζητάει, πολύ ορθά στο επίπεδο που θέτει τα πράγματα, ένα «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το ορθόδοξο ευαγγελικό όραμα θεωρεί ότι δεν υπάρχει πρόσωπο έξω από την κοινότητα, ούτε κοινότητα χωρίς πρόσωπα. Αυτή η σε φιλοσοφικό και βιωματικό επίπεδο διαλεκτική ταυτότητα προσώπου και κοινότητας είναι επίσης ένα βήμα μπροστά από τις σημερινές αναζητήσεις. Γι’ αυτή την έννοια η Ορθοδοξία είναι πρωτοπορία…».[9]

   γ) «Είμαι υπέρ του διαλόγου και στο ιδεολογικό και στο θεωρητικό επίπεδο και υπέρ της συνεργασίας με τους χριστιανούς σε θεμελιώδη προβλήματα, όπως η ειρήνη, ο πόλεμος, η καπιταλιστική εκμετάλλευση, η αλλοτρίωση των σημερινών ανθρώπων και η συμπαράταξη στην πολιτική μάχη για ένα καθεστώς δημοκρατικό, καθώς και για την ολοκλήρωση της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα. Νομίζω όμως ότι οι μαρξιστές πρέπει να προχωρούν στην πραγματοποίηση αυτών των επιδιώξεων ξεκαθαρίζοντας και βαθαίνοντας τις δικές τους μαρξιστικές θέσεις και όχι προσπαθώντας να κάνουν ένα είδος αμαλγάματος ανάμεσα στο μαρξισμό και στο χριστιανισμό…».[10]

   Κατά τη γνώμη μου ελάχιστες φορές ο διάλογος ήταν πραγματικός. Κι αυτό οφειλόταν τόσο σε γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, όπως ο εμφύλιος και το μετεμφυλιακό κράτος, η σύνδεση μεγάλου μέρους των «αστοχριστιανών» με την επτάχρονη δικτατορία, αλλά και η τεράστια απόσταση της ιεραρχίας της ορθόδοξης εκκλησίας και μιας μεγάλης μερίδας θεολόγων στην Ελλάδα από τα πολλαπλά προβλήματα της σύγχρονης ζωής. Από την άλλη η μεταφυσική προσέγγιση του μαρξισμού από μια τεράστια μερίδα θεωρητικών της αριστεράς οδηγούσε σε θεολογική περιχαράκωση από τη μια, από την άλλη ήθελαν συνεργασία με τους χριστιανούς, αλλά μόνο κάτω από την δική τους ιδεολογική και μεταφυσική ομπρέλα τους.

   Τον ημιτελή και διάλογο αυτόν των σαλονιών, μακριά από «τ’ αλώνια» της από κάτω πολιτικοκοινωνικής δράσης, εκμεταλλεύτηκε έξυπνα ο περίγυρος του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και φυσικά ο ίδιος. Οι μετεγγραφές για τις εκλογές του 1985 του Νίκου Ψαρουδάκη, του Στέλιου Παπαθεμελή, του Μανώλη Γλέζου, αλλά και άλλων, έδωσε οριστικό τέλος στο διάλογο και των σαλονιών. Στην κεντρική πολιτική σκηνή η επιρροή των ίδιων ήταν μηδαμινή. Έτσι ο μεν Ν. Ψαρουδάκης βρέθηκε το 1989 στα ψηφοδέλτια της Ν. Δ. (!) και διαγράφτηκε ατιμωτικά από την Χ. Δ., ενώ ο Μανώλης Γλέζος κινήθηκε σε πιο ρηχά νερά, μέχρι να τον αρμέξει κι αυτόν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Αλέξη Τσίπρα και κατόπιν να αποχωρήσει… Θα έλεγα ότι μεγαλύτερο ρόλο έπαιξε ο ιδιόμορφος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (Τίκας) στις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις, παρά οι εν λόγω πολιτικοί.

   Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν η ΧΔ (1981) έκανε σημαντική κριτική στο ανερχόμενο ΠΑ.ΣΟ.Κ.: «…Η γνώμη μας είναι πως, αν και το ΠΑΣΟΚ συγκινεί βαθιά τον ελληνικό λαό με τα συνθήματά του και τις παραπάνω αξιόλογες, σε πολλά θέσεις του, όμως δεν έχει τον ιδεολογικό οπλισμό που χρειάζεται για την μάχη που άρχισε. Δεν μπορεί για το λόγο αυτό να δημιουργήσει αληθινούς επαναστάτες για την αλλαγή. Δεν μπορεί ένα Κίνημα που επιδιώκει να αλλάξει, να ανακαινίσει την Ελλάδα σύμφωνα με το σοσιαλιστικό πρότυπο, να μην έχει αφομοιώσει βαθιά την Ορθόδοξη λαϊκή παράδοση, που δημιούργησε το πνεύμα της Κοινότητας, διατήρησε την πίστη και την αγάπη για τον συνάνθρωπο, ενέπνευσε την ανυστερόβουλη θυσία για τους αδελφούς…».[11]

   Αυτό δεν εμπόδισε μια ομάδα γύρω από τον Νίκο Ψαρουδάκη με «ταχυδακτυλουργική μέθοδο» να συνεργαστεί εκλογικά το 1985, με τις συνέπειες που αναφέραμε. Γι’ αυτό αυτή η Χ.Δ. έχει τεράστιες ευθύνες γιατί δεν βάθυνε τον διάλογο, ενώ αντίθετα επεδίωξε επιφανειακές συνεργασίες. Κατά τη γνώμη μου με άλλη στρατηγική, που τις πρότεινε συνεχώς το ρεύμα της νεολαίας της, θα είχε επηρεάσει και βαθύνει τον χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο.

   Από την άλλη η χριστιανοσοσιαλιστική νεολαία έχασε τις πρωτοβουλίες, έκλεισε το περιοδικό ΣΗΜΑΔΙΑ, και άρχισε να διασπάται και να αποσυντίθεται. Κάποιοι όμως συνεχίσαμε στην δράση μας με πιο σταθερά θεμέλια, είτε στην τοπική αυτοδιοίκηση, είτε σε συνδικάτα (όπως ο γράφων), είτε στο χώρο του βιβλίου, είτε στο χώρο της επιστημονικής έρευνας. Μια μικρή ομάδα παρέμεινε στη Χ.Δ. και αποτελεί πλέον αφενός ένα σύμβολο και αφετέρου μια μικρή συνέχεια, χωρίς να παίζει το ρόλο που υποτίθεται υπηρετεί. Το ίδιο συνέβη και με τα μεγάλα και μικρά κόμματα ή οργανώσεις της αριστεράς.

   Αξίζει όμως να δώσουμε και μια ευχάριστη νότα, μιας και ο διάλογος αυτός έστειλε χιλιάδες νέους ανθρώπου σε μοναστήρια για να δουν από κοντά τις εκκλησιαστικές κοινότητες (κοινόβια). Αντί δικών μου σκέψεων, θα παραθέσω τι έγραψε ο πασίγνωστος και ανιδιοτελής εκφωνητής του Πολυτεχνείου στην Αθήνα το Νοέμβρη του 1983 για μια επίσκεψή του με παρέα στο Άγιο Όρος…

   «…Ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. Είχε αρχίσει να σπάζει το πάγωμα. Σηκωθήκαμε. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Συζητούσαμε, το να φύγουμε ή να μείνουμε. Ο Γιάννης έλαμπε από ευχαρίστηση. Ο Μακάριος περίμενε την απόφασή μας. Μονάχα όταν καταλήξαμε, έκφρασε τη μεγάλη του επιθυμία να μείνουμε με ένα αγκάλιασμα αγάπης… Δεν καταλάβαμε πως βρεθήκαμε στο κελί του, η ώρα κόντευε για τον Εσπερινό…».[12]

   Κλείνοντας, θα έλεγα, πως ο διάλογος αυτός στην καλύτερη περίπτωση ήταν ημιτελής, ενώ στην χειρότερη έπαιξε αρνητικό ρόλο, αφού έφυγε από τα χέρια αυτών που τον ξεκίνησαν και οδηγήθηκε στα χέρια των ονομάτων, των δημοσιογράφων, των εξουσιαστών, δηλαδή των «σαλονιών». Ευτυχώς όμως μια «μικρή ζύμη» ανθρώπων, που τον πίστεψαν, τον έκαναν πράξη «στ’ αλώνια», έπαιξαν ένα μικρό ρόλο χωρίς ιδιοτέλεια, κυρίως στην εκπαίδευση, βοήθησαν νέους ανθρώπους σ’ αυτόν τον προβληματισμό και συνεχίζουν να το κάνουν μέχρι τις ημέρες μας αρκετά καλά…

* Ο Παναγιώτης Μπούρδαλας είναι πτ. θεολογίας, συνταξιούχος Φυσικός, συνδικαλιστής (Πάτρα).

Παραπομπές

[1] Κώστας Βογιατζής, «Νοέμβρης ’73…», Πάτρα, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ,  Νοέμβρης 2022, σελ. 62. Ο συγγραφέας ήταν ένας από τους κατηγορούμενους φοιτητές για τη μικρή εξέγερση στην Πάτρα το Μάρτιο του 1973, παράλληλα με τα γεγονότα της Νομικής στην Αθήνα. Το Νοέμβρη ήταν ένας από τα 11 μέλη της επιτροπής κατάληψης του Παραρτήματος του Πανεπιστήμιου της Πάτρας, φυλακίστηκε και δικάστηκε και γι’ αυτήν. Μετά το 1990 βρεθήκαμε μαζί στις Παρεμβάσεις της Β/βάθμιας εκπ/σης και είχαμε στενή επαφή.

[2] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΧΑΪΚΗ ΓΗ ΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΑΤΑ», εκδόσεις Αρμός 2022, σελ. 73-75.

[3] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΧΑΪΚΗ ΓΗ ΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΑΤΑ», ό. π., σελ. 40.

[4] Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, ΣΗΜΑΔΙΑ τ. 8, Νοέμβρης 1983, σελ. 25-26. Εκτενή αποσπάσματα περιλήφθηκαν στο βιβλίο: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ – ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΔΑΦΕΡΜΟΣ, «ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝ…», εκδόσεις ΕΔΙΑ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ, Νοέμβριος 2005, σελ. 190, 341. Επίσης ολόκληρη η συνέντευξή μου αναδημοσιεύεται και στο βιβλίο μου: «ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», εκδόσεις Αρμός 2019, σελ. 279-285.

[5] Ανάμεσά τους και λίγο μικρότερος από μένα, ο Γιώργος Θεμ. Χατζηϊακώβου, ο οποίος αναδείχτηκε στο χώρο του βιβλίου κατόπιν και κατά σειρά στο Μήνυμα, στην Παρουσία και τώρα στον Αρμό.

[6] Νικου Ψαρουδακη, «7 μηνες στην ασφαλεια και στη γυαρο», ΕΚΔ. ΜΗΝΥΜΑ, 1975, σελ. 131.

[7] Πέτρος Μακρής, ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ή ΔΙΑΜΑΧΗ;, β΄ έκδοση, επικαιροτητα, Αθήνα 1983, σελ. 55-56.

[8] Γιώργος Θ. Χατζηϊακώβου στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 68-69.

[9] Παναγιώτης Νέλλας στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 75.

[10] Ευτύχης Μπιτσάκης στο: Πέτρος Μακρής, ό. π., σελ. 23. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι λίγα χρόνια πριν τον επίσημο αυτό διάλογο στα σαλόνια, συνάντησα τον εν λόγω φυσικό και φιλόσοφο της κομμουνιστικής αριστεράς στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος της Πάτρας, τον οποίο είχε φέρει η Κ.Ν.Ε.. Εκεί ανάμεσα σε πολλά κατηγόρησε το χριστιανισμό ότι ασχολείται μόνο με την ψυχή και όχι με το σώμα, με τη μεταφυσική και όχι την ύλη, κλπ. Στο διάλογο που ακολούθησε διαφώνησα δημόσια μαζί του. Τον ρώτησα μάλιστα αν γνωρίζει τον Νικήτα Στηθάτο, που έγραφε ότι η ψυχή είναι υλική και τα σχετικά. Με ειλικρίνεια ξεκαθάρισε ότι δεν τον γνώριζε. Αυτό δείχνει και την έλλειψη ώσμωσης ανάμεσα σε σκληρούς μαρξιστές και χριστιανούς…

[11] ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, έκδοση ΑΘΗΝΑ 1981, «δημοκρατικές δυνάμεις και δυνάμεις αλλαγής», ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Της Κ.Ε., που εργάστηκε με βάση τις ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Α΄ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ Χ.Δ. και κείμενα του Π.Γ. – Π.Ν. – Δ.Τ. – Γ.Ζ. -Π. Μ. (με αποστολή κειμένου) και Θ. Κ., Συνδρομή Φ. Κ.), σελ. 48.

[12] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ, «ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΝΑΝ’ ΚΑΛΑ», ένα μυθιστόρημα ορθοδοξίας, πίστης κι αναρχίας, εκδόσεις ΘΕΩΡΙΑ, 1983, σελ. 91.

Νίκο, 35 χρόνια μετά: Σχολεία, πρωτογενής παραγωγή και Οικουμένη στενάζουν

Νίκο, 35 χρόνια μετά: Σχολεία, πρωτογενής παραγωγή και Οικουμένη στενάζουν

Ομιλία του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Νίκο ζεις, εσύ μας οδηγείς!

Νίκο, τριάντα πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία σου, η εκπαιδευτική κοινότητα, οι συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί, οι εργαζόμενοι και η νεολαία δεν ξεχνούν ότι  δεν έπεσες τυχαία. Δολοφονήθηκες υπερασπιζόμενος τη Δημόσια Δωρεάν Παιδεία, το δικαίωμα μιας κοινωνίας να μορφώνεται. Δολοφονήθηκες υπερασπιζόμενος τους μαθητές μας από την παρακρατική επίθεση που εξαπολύθηκε για να σπάσουν οι μαθητικές καταλήψεις τότε, μεταξύ 1990 και 1991.

Νίκο, η θυσία σου δεν είναι μνημείο του παρελθόντος, γιατί ζει μέσα στους αγώνες. Είναι εργαλείο του παρόντος και πυξίδα του μέλλοντος. Είναι η απόδειξη ότι η δημόσια παιδεία δε χαρίζεται, η δημοκρατία δεν παραχωρείται, η αξιοπρέπεια δεν διαπραγματεύεται. Είναι οι απόδειξη ότι οι κοινωνικοί αγώνες γράφουν ιστορία.

Συνέχεια

Ένα τάβλι και λίγος καφές για όλες τις επιστήμες

Ένα τάβλι και λίγος καφές για όλες τις επιστήμες

(βιβλιοπαρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιώργου Πλούμη)

Φώτης Δημητρόπουλος, Γιώργος Πλούμης, Ηλίας Δημητρόπουλος, Παναγιώτης Α. Μπο΄ύρδαλας

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

   Ο Γιώργος Πλούμης τελικά δεν είναι μόνο χημικός και δεν ήταν μόνο συνάδελφος στα σχολεία. Είναι πλέον κι ένας αγαπημένος μου συγγραφέας. Όχι μόνο γιατί η γλώσσα του ρέει όπως τα νερά στα βουνά της κεντρικής Ρούμελης και στο Κρυοβούνι της, όχι μόνο γιατί συνδέει το παλιό με το καινούριο, αλλά και γιατί από τη μια μας διδάσκει με φόντο μεγάλες εικόνες και μικρές λεπτομέρειες, αλλά και από την άλλη με γυρίζει κι εμένα προσωπικά πίσω στα βουνά του βόρειου Μωριά και στην περιοχή των Καλαβρύτων.

   Ο Γιώργος φαίνεται ότι αγαπούσε πολύ τον παππού του Βαγγέλη, τον πατέρα της μητέρας του Βασιλικούλας. Τον βάζει, λοιπόν, στο κέντρο του μυθιστορήματός του. Τον βάζει δίπλα του και λίγο απέναντι. Όχι γιατί τους χωρίζουν δυο γενιές, όχι γιατί είχαν διαφορετική πορεία στη ζωή, αλλά γιατί ανάμεσά τους μπήκε ένα τάβλι.

Συνέχεια

Θεομάνα!

Θεομάνα!

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

   Την εικόνα η οποία συνοδεύει αυτό το κείμενο την έφεραν στην Ελλάδα πρόσφυγες από την Κίο της Μικρασίας το 1926. Η ονομασία που οι ίδιοι της είχαν δώσει είναι «Παναγία η Θεομάνα». Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν σε έναν βαλτότοπο με βούρλα στο μπόι ενός ανθρώπου, λίγο παραπέρα από το Ναύπλιο. Αυτόν τον δύσκολο τόπο τον έκαναν, με τον καιρό, μια όμορφη κωμόπολη που βαφτίστηκε Νέα Κίος.

   Η ονομασία «Θεομάνα» δεν ανήκει στις –ας πούμε– επίσημες ονομασίες της Παναγίας. Είναι ονομασία την οποία άρθρωσε ο ίδιος ο λαός, καρδιακά και ολοζώντανα. Ονομασία που κατορθώνει να πει σε καθομιλούμενη, δημοτική γλώσσα, με συγκλονιστική αμεσότητα, ό,τι ακριβώς λένε οι επίσημες ονομασίες «Θεομήτωρ» και «Θεοτόκος». Κατορθώνει δηλαδή να πει πως η Μαρία κυοφόρησε πραγματικά και γέννησε πραγματικά θεάνθρωπο – όχι σκέτον άνθρωπο. Με δυο λόγια, δηλώνει την πίστη ότι ο Θεός αυτοπροσώπως έγινε άνθρωπος. Επαναλαμβάνω: ότι έγινε άνθρωπος – όχι υποδύθηκε τον άνθρωπο. Είναι πίστη που συνεπάγεται πολλά. Συνεπάγεται ότι ο Θεός γίνεται κυριολεκτικά και βιωμένα μέτοχος της ανθρώπινης συνθήκης: της αγωνίας, της οδύνης, του κατατρεγμού, της δίψας για απελευθέρωση από κάθε μορφή  θανατίλας.

Συνέχεια

Η ΜΑΥΡΗ ΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 1943…

Η ΜΑΥΡΗ ΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 1943…

Μνημείο των πέντε εκτελεσθέντων στον Αυχένα Πριολίθου στις 10 Δεκεμβρίου 1943 από τους γερμανούς ναζί

Ομιλία του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

   κ. Δήμαρχε Καλαβρύτων, κ. κ. υπόλοιποι εκπρόσωποι της τοπικής Αυτοδιοίκησης,   κ κ εκπρόσωποι Φορέων της περιοχής, κ. κ. εκπρόσωποι των Αρχών, αιδεσιμότατοι αντιπρόσωποι της τοπικής Εκκλησίας, αγαπητοί άνθρωποι της τίμιας  μνήμης…

    Στο ιστορικό αυτό πανάρχαιο πέρασμα, που ενώνει την παλιά Αρκαδία με το οροπέδιο του σύγχρονου Βουραϊκού, όπου δέσποζε η αρχαία λίμνη Βούρα, πριν κτιστεί η αρχαία Κύναιθα, εδώ και λίγες δεκαετίες στήθηκε αυτό το μνημείο έντιμης μνήμης και τιμής.

   Δεν είναι βέβαια σε αριθμό μεγάλη αυτή η πενταπλή εν ψυχρώ εκτέλεση, όπως οι πολύ περισσότερες εκτελέσεις στον μαρτυρικό κατάλογο των χωριών των Καλαβρύτων, σχεδόν κάθε μέρα στα τέλη του 1943. Και φυσικά πολύ δύσκολη καθίσταται η σύγκριση με την πόλη των Καλαβρύτων.

Συνέχεια

Τα πανηγύρια της Ελλάδας… με ολίγη Κέρτεζη!

Τα πανηγύρια της Ελλάδας… με ολίγη Κέρτεζη!

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

   Φέτος, αρχές Αυγούστου, είχαμε την τεράστια πυρκαγιά που μπήκε και στα σωθικά της Πάτρας. Οι καταστροφές είναι ανυπολόγιστες όχι μόνο σε κτίρια, αλλά και σε στάνες, ελιές και αμπέλια. Ανυπολόγιστη είναι η θλίψη των κατοίκων και παραγωγών, ο φόβος παραμένει από τότε για τον κίνδυνο ακόμη μεγαλύτερης επέκτασης, η αγωνία και τις ανθυγιεινές οσμές από τα καυσαέρια στον τόπο ταφής σκουπιδιών (Ξερόλακκα), η οργή για τα μειωμένα μέσα του κράτους δεν έχει σταματήσει. Τα συναισθήματα είναι πολλά για την έλλειψη οργάνωσης, τόσο για την πρόληψη (πέραν του 112) και την κατάσβεση, όσο και για τις αποζημιώσεις και ειδικά τις αποκαταστάσεις που δεν έρχονται ακόμα…

   Την περίοδο εκείνη κορυφώνονται τα πανηγύρια με αφορμή διάφορες εορτές ή μη, αλλά και πολλές εκδηλώσεις που διοργανώνονται από Δήμους, Κοινότητες ή πολιτιστικούς συλλόγους (15 Αυγούστου). Αυτό συνέβη και στους γεμάτους για λίγο καιρό οικισμούς της πρώην επαρχίας των Καλαβρύτων.

   Στην Κέρτεζη, με ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, αποφασίστηκε η διοργάνωση εκδήλωσης υπό τύπον πανηγυριού, το βράδυ της παραμονής της εορτής της Κοίμησης της Παναγίας. Μια διοργάνωση όπου ο Δήμος πλήρωσε τα όργανα, αλλά την διοργάνωσε κατά τα άλλα διπλανό καφεστιατόριο.

   Αρχικά υπήρξε άρθρο του δημοσιογράφου (και θεολόγου) Νίκου Κυριαζή[1] στον ιστότοπο που διατηρεί, ενώ δυο μέρες πριν το πανηγύρι ανέβηκε και δικό μου σχόλιο, αρχικά στη σελίδα μου στο φ/β και την επομένη στον εν λόγω ιστότοπο.[2]

   Ο γνωστός αυτός δημοσιογράφος έδωσε βάρος κυρίως στο γεγονός ότι στις αφίσες που κυκλοφόρησαν (δεν υπήρχε υπογραφή) αναφερόταν ως «θρησκευτικό πανηγύρι». Με αφορμή αυτό επέμεινε ότι δεν μπορεί σε αυστηρή ημέρα εκκλησιαστικής νηστείας να γίνεται τέτοιο πανηγύρι και μάλιστα με χρηματοδότηση του Δήμου. Ζήτησε την αναβολή του.

   Στο δικό μου σχόλιο ζήτησα την αναβολή του και για τον προηγούμενο λόγο, αφού διχάζεται η εκκλησιαστική κοινότητα, αλλά και με αφορμή τις φωτιές που ακόμα έκαιγαν κοντά μας (Πάτρα). Δυστυχώς δυο μέρες μετά τις 15 Αυγούστου υπήρξε φωτιά και στο Λειβαρτζινό της επαρχίας μας. Ευτυχώς οι φορείς πρόλαβαν την μεγάλη επέκταση, αφού πρώτα κατέκαψε μέρος της περιοχής, λόγω του μειωμένου πλήθους εκείνες τις ημέρες…

   Παράλληλα, με αφορμή σχόλια που ομιλούσαν για παράδοση, απέδειξα ότι ένα τέτοιο πανηγύρι δεν είναι παραδοσιακό. Δέχτηκα κι εγώ μερικά πικρόχολα σχόλια, αλλά και πολλά συγχαρητήρια στη γενέτειρά μου. Το «πανηγύρι» δεν αναβλήθηκε, αλλά και δεν ήταν επιτυχημένο, όπως μου είπαν γείτονες. Η αναβολή ενός πανηγυριού ή και η οριστική του ματαίωση για ένα χρόνο αποτελεί μέρος της παράδοσης και όχι η επιμονή για να γίνει.

ΙΙ. Ο ΒΑΣΙΚΟΣ ΚΟΡΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

   Μ’ όλο αυτό το σκηνικό, κάνω, αν και όχι στενά ειδικός, μιαν απόπειρα ν’ ανοίξω πιο πολύ το ζήτημα των πανηγυριών γενικά, ώστε να ξανατοποθετηθούμε κριτικά ως κοινότητες. Στο τέλος θα κλείσω με τα πολλά πανηγύρια της Κέρτεζης. Να δούμε τα αληθινά τους στοιχεία, αλλά και τα νοθεύματα των καιρών, τα οποία οφείλουμε να ξεπεράσουμε και ν’ αφήσουμε πίσω.

   Ο βασικός κορμός αυτού του άρθρου στηρίζεται σε μία ειδικό, την Παναγιώτα Ανδριανοπούλου. Είναι εθνολόγος και λαογράφος, προϊσταμένη του τμήματος συλλογών, έρευνας και τεκμηρίωσης του λαϊκού μουσείου νεότερου ελληνικού πολιτισμού του Υπ. Πολιτισμού, αλλά και δασκάλα παραδοσιακών χορών. Καλέστηκε τρείς συνεχόμενες φορές στην εκπομπή της Μαριλένας Κατσίμη «Ιστορικοί περίπατοι» και μας άνοιξε σε πολλά ζητήματα τα μάτια…

   Το Α΄ μέρος έχει θέμα «Ιστορικοί Περίπατοι: ‘’Η Ανατομία του Πανηγυριού’’», με ημερομηνία 02.08.2025. Το Β΄ μέρος έχει θέμα: «Ιστορικοί Περίπατοι: ‘’Η Επιστροφή του Πανηγυριού’’», με ημερομηνία 09.08.2025. Και το Γ΄ μέρος, τελευταίο, έχει θέμα  «Ιστορικοί Περίπατοι: Αφιέρωμα στο Ελληνικό Πανηγύρι», με ημερομηνία 16.08.2025. Οι ημερομηνίες κατά σύμπτωση συμπίπτουν με τα δύο Καλαβρυτινά άρθρα και τις δύο φωτιές, αλλά δεν είχαν άμεση σχέση με τις τρεις εκπομπές. Τώρα έχουν βαθιά…

ΙΙΙ. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙ;

   «Σήμερα ξεκινάμε ένα καλοκαιρινό αφιέρωμα στο ελληνικό πανηγύρι. Πολλοί από εμάς το ταυτίζουμε με το ίδιο το Καλοκαίρι και κυρίως το Αυγουστιάτικο. Τι είναι όμως ένα πανηγύρι; Είναι απλώς μια γιορτή; Είναι ένα θρησκευτικό έθιμο; Ένα λαϊκό δρώμενο;

   Όπως χαρακτηριστικά λέει η εθνολόγος λαογράφος Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, που είναι και συνοδοιπόρος μας σ’ αυτό το ταξίδι, ‘’ένα πανηγύρι δεν είναι αξιοθέατο. Είναι αξιοβίωτο’’! Μαζί, λοιπόν, θα περιπλανηθούμε στα πανηγύρια της Ελλάδας, για να κατανοήσουμε τη βαθιά του σχέση με τη θρησκεία, τα έθιμα, την κοινότητα, αλλά και για τις αλλαγές που έχουν γίνει σ’ αυτά με το πέρασμα του χρόνου».[3]

   Στην αρχή της κουβέντας βάζει η επιστήμονας το χέρι στην πληγή: «Συμπυκνώνει το πανηγύρι πολλές από τις σχέσεις που θέλουμε να δούμε και διέπουν την κοινότητα.

 -Εσείς είχατε εμπειρίες από πανηγύρια της ζωής σας, από τότε που ήσασταν παιδί;

   Καταγόμενη από την όμορφη, ηλιόλουστη και ελαιοπαραγωγό Μεσσηνία, παιδικές προσλαμβάνουσες ήταν τα πανηγύρια του χωριού, τα οποία δεν λειτούργησαν τόσο θελκτικά μέσα μου, ώστε να με κατευθύνουν στο κομμάτι… να επιλέξω τη λαογραφία ως πεδίο και επαγγελματική δράση…

   Η μεγαλύτερη τριβή έρχεται αργότερα, όταν πιά στα πρώτα φοιτητικά χρόνια συνδυάζω σαν άσκηση βλέμματος, αλλά και σαν διαφυγή από την πόλη, από την Αθήνα που σπουδάζω, πανηγύρια επιλεκτικά σε συγκεκριμένους τόπους…».[4]

ΙV. ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΩΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

   «Δημιουργούνται αποθετήρια – ευρετήρια τα οποία περιλαμβάνουν, ως κομμάτια που αναγνωρίζονται ως στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς, και τα πανηγύρια, ως κοινωνικές πρακτικές, τα οποία σημαίνουν για τις κοινότητες που τις ασκούν, τόσο σημαντικό και τόσο καθοριστικό, που είναι βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, που δίνει στα μέλη ενός χωριού, μιας κοινότητας, που μπορεί να βρίσκεται σπαρμένη σε διάφορα σημεία.

   Το αντάμωμα για το πανηγύρι είναι η ισχυρή συγκολλητική ουσία τους, κι αυτό διαπερνά το χρόνο. Η αποδοχή, λοιπόν, του μετασχηματισμού και η αναγωγή σε στοιχείο κληρονομιάς για μια χώρα, που έχει τόσο βαρύ αρχαιοελληνικό και μνημειακό αρχαιοελληνικό απόθεμα, το γεγονός ότι ένα πανηγύρι, μια τεχνική γνώση, όπως είναι αυτή της ξυλοναυπηγικής, οι παραδοσιακές μας συνταγές και ο καραγκιόζης, είναι στοιχεία κληρονομιάς και όχι φολκλόρ, είναι εξαιρετικά σημαντικό».[5]

   «… Γιατί όταν έχεις κάποιον να σε πάρει από το χέρι, και ο τρόπος που θα σε δει ο τοπικός πληθυσμός είναι διαφορετικός και ο τρόπος που θα δεις εσύ τον τοπικό πληθυσμό είναι διαφορετικός.  Είναι τελείως άλλη η αίσθηση από την ανακαλυπτικότητα στην οποία μας καλούν αφιερώματα. Επί της ουσίας ξαναμασάνε την ίδια τσίχλα. Είναι τελείως άλλο πράγμα. Θέλει ένα ιδιαίτερο σκάψιμο και θέλει και μια ιδιαίτερη τόλμη, έτσι;

   Συχνά προσπαθούμε, και μαλλιάζει η γλώσσα μας, να λέμε ότι κάθε, μα κάθε, κάθε λαός και ομάδα, έχει τα τραγούδια του, έχει τα μοιρολόγια του, έχει τον τρόπο που τρώει, έχει τον τρόπο που κοιμάται, τον τρόπο που χαίρεται, λυπάται, εργάζεται. Αυτά δεν θα τα βάλω εγώ σε μια αξιολογική ζυγαριά για να βγάλω το καλύτερο. Όπως συζητούσαμε, ένα πολύ μικρό χειροποίητο πανηγυράκι θα σου δώσει την ίδια αίσθηση πλήρωσης, που μπορεί να σου δώσει σε άλλη στιγμή  ένα πανηγύρι με τον τρανό χορό στα Βλαχοχώρια, που σιέται ο τόπος.

   –Είπες πριν κάτι πολύ ωραίο, ότι αυτός που ξέρει να διαβάσει ένα πανηγύρι, βλέπει πολλά πράγματα. Είναι τελικά ο καθρέπτης της τοπικής κοινωνίας το πανηγύρι της;

   Νομίζω ότι είναι. Και ο ιστορικός που θα κάτσει και θα το δει, μπορεί να διαβάσει πολλά πράγματα με την πρόσφατη και σύγχρονη ιστορία μέσα από το πανηγύρι. Γενικώς προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Το ζήτημα είναι πως προσερχόμαστε εμείς… Εάν ερχόμαστε για να το δούμε, αν προσερχόμαστε για να το ζήσουμε, εγώ θα έλεγα ότι είναι αξιοβίωτο το πανηγύρι…».[6]

   Το ερώτημα είναι, πως μπορεί να αντιμετωπιστεί ένα πανηγύρι, που δεν αποτελεί συνολικό αντάμωμα, που διχάζει και εμπορευματοποιεί το ίδιο το αντάμωμα, που μετασχηματίζεται αντίστροφα, αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά, παράδοση, συγκολλητική ουσία των ανθρώπων της κοινότητας; Η δική μου απάντηση, είναι σαφώς όχι. Ισχυρίζομαι μάλιστα ότι αυτό αποτελεί καρικατούρα πανηγυριού, αποτελεί ιδιοτελές γλέντι και διασκέδαση και διχάζει βαθιά την κοινότητα.

V. ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΤΟΥ

   «Παράδειγμα στην Κάλυμνο: η κρητική μουσική τείνει να καλύψει τα τοπικά μουσικά ιδιώματα της Δωδεκανήσου, όχι μόνο στην Κάλυμνο…. Ελπίζουμε σε καινούριους μουσικούς (που) θα εμπνευστούν και θα τα επαναφέρουν. Αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να ξαναδούμε Μαριλένα (Κατσίμη), την τοπικότητά του, το δέσιμό του με τον τόπο του. Όχι μόνο σε ένα επίπεδο έμπνευσης, π.χ. για τη μουσική που θα το επενδύει, αλλά και σε ένα επίπεδο μικροανάπτυξης. Ανάπτυξης ήπιας κλίμακας…

   Έχουμε σε ορισμένα μέρη το φαινόμενο της υπερπροσέλευσης, όπως είναι ορισμένα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Το ζήτημα είναι αν οι τόποι μπορούν να αξιοποιήσουν την παρουσία αυτού του κόσμου και στο λίγο πιο πριν και στο λίγο πιο μετά…

   Ήταν, όπως είπαμε, (ένα φαινόμενο) να συνδέεται ένα πανηγύρι και με μια οικονομική δραστηριότητα του ντόπιου πληθυσμού. Έτσι πρέπει να παραμείνει και σήμερα και να λειτουργήσει στην κλίμακα κάθε τόπου. Αυτό είναι το κρίσιμο.

   Υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος, (που) σαν τον πνιγμένο που πιάνεται από τα μαλλιά του, να πέσουμε πάνω στο κομμάτι μιας εύκολης ευκαιρίας για τρεις μέρες ή για δέκα μέρες και να ατονήσει μια ολόκληρη δραστηριότητα, που θα μπορούσε να προχωρά και εκτός του ορόσημου του πανηγυριού. Και προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να λειτουργήσει ο τόπος, για να τροφοδοτείται μια ροή λογική για τους επισκέπτες…».[7]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: 1η δημοσίευση στην ΩΡΑ των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, στήλη ΒΟΥΡAΪΚΕΣ ΝΥΞΕΙΣ, φ. 93, σελ. 28-29.

Β΄ ΜΕΡΟΣ

VI. ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΤΕΣ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΙ

   «-…Πολλοί Έλληνες της διασποράς έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με τα πανηγύρια, έρχονται ειδικά για να πάνε στο πανηγύρι, κυρίως το Δεκαπενταύγουστο. Και θά’θελα να πεις κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους.

   Κατ’ αρχάς να πούμε ότι οι άνθρωποι που έρχονται από τα ξένα, τα ξενάκια των πανηγυριών, είναι οι πιο συγκινητικοί, ίσως όχι οι πιο διακριτικοί πολλές φορές, αλλά σίγουρα οι πιο συγκινητικοί πανηγυριστές… Εδώ αναγνωρίζεις το πάθος, που έχει και πόνο και μια νοσταλγία ριζωμένη εδώ. Όχι μια νοσταλγία από ωραιοποίηση του παρελθόντος. Είναι η νοσταλγία του τόπου σου.

   Οι δεύτερες και τρίτες γενιές ειδικά, οι οποίες που όλο και περισσότερο συχνά… μαθαίνουν χορούς. Προσπαθούν μέσα από το χορό να ξανα-ανακαλύψουν τη γλώσσα, τη γλώσσα που ίσως δεν μίλησαν ή δεν μιλάνε… Είναι συγκινητικό το πόσο περιμένουν να έλθουν στο πανηγύρι. Και ξέρουμε ότι, ειδικά τα πανηγύρια του Καλοκαιριού, παίζανε πάντα ένα τέτοιο ρόλο, συνεκτικό. Άρα μόνο καλοδεχούμενοι είναι.

   Βέβαια κι εδώ ισχύει αυτό που λέμε και για όσους από το αστικό κέντρο ξεκινάμε για να πάμε στο πανηγύρι. Θέλεις ν’ ακούσεις λίγο τα χούγια του πανηγυριού με ηρεμία…».[8]

   «Να δούμε και πως ο δικός μας αστικός τρόπος ζωής μας ωθεί αναγκαστικά σε αυτό που λέμε ‘’Αυγουστιάτικη έξοδο από την πόλη’’. Και πόσο αυτό θα ήταν καλύτερο για όλους να ήταν διασπαρμένα μέσα στο χρόνο. Και αυτά είναι τα γλυκύτερα.[9]

   Τα φθινοπωρινά πανηγύρια. Χειμωνιάτικα πανηγύρια, τα οποία δεν τα ξέρουμε, τα οποία πλέον δεν γίνονται σε ανοικτό χώρο. Κι έχουν μιαν άλλη λειτουργία για την κοινότητα. Όχι περισσότερο εσωστρεφή, περισσότερο εσωτερικά και απολογιστικά θα έλεγε κανείς. Και δημιουργούν το χώρο του γλεντιού, μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο».[10]  

VΙI. ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

   «Τα τραγούδια είναι της αγάπης, της ξενιτιάς πολλά. Για να μη ξεχνάμε, ότι τα καλοκαιρινά πανηγύρια αποτελούν ανταμώματα των ξενιτεμένων. Επέστρεφαν οι ξενιτεμένοι, οπότε ο Δεκαπενταύγουστος, (που) είναι στο γέρμα στο καλοκαίρι, ήταν ένας τρόπος έκφρασης του κατευόδιου».[11]

   Επίσης επεσήμανε ότι υπάρχουν και αφηγηματικά – ιστορικά τραγούδια. Ποτέ όμως τραγούδια του πανηγυριού, αυτού καθ’ εαυτού! Βεβαίως αυτά ήταν συνδεδεμένα με μεγάλες εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη χώρα μας. Ενδεικτικά αναφέρω μερικά από τα εμποροπανηγύρια – ζωοπανηγύρια  κάποιων περιοχών της Πελοποννήσου:

   α) «23 Απριλίου -25 Απριλίου, Κεφαλάρι Άργους, πανηγύρι Ζωοδόχου Πηγής. 

   β) 18 -21 Μαΐου, Μεγαλόπολη, πανηγύρι Αγίου Κωνσταντίνου.

   γ) 11 -22 Αυγούστου, Τεγέα, πανηγύρι Κοίμησης της Παναγίας.

   δ) 9 – 15 Σεπτεμβρίου ( Κιόνια) Γκούρα ορεινής Κορινθίας, πανηγύρι του Σταυρού».[12]

   ε) 21-23 Σεπτεμβρίου, Κέρτεζη παζάρι και παλαιά ζωοπανήγυρη (Γέννηση της Θεοτόκου με το Ιουλιανό ημερολόγιο 8 Σεπτεμβρίου), κλπ…. Καταργήθηκε το 1955.[13]

VΙΙI. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΝ

   Τα πανηγύρια είχαν και μια σαφή οικονομική διάσταση, αφού γίνονταν ανταλλαγές προϊόντων. Απομεινάρια αυτής της όψης έχουμε στις εμποροπανηγύρεις και στις παλαιές ζωοπανηγύρεις της ευρύτερης περιοχής των Καλαβρύτων, αλλά και πιο μακριά. Αυτές σταμάτησαν όταν πλέον τα φορτηγά ζώα αντικαταστάθηκαν πλήρως από τα αγροτικά αυτοκίνητα (μικρά και μεγάλα).

   Από την άλλη όμως, έπρεπε να βρεθούν τρόποι να πληρωθούν τα μουσικά όργανα και οι μουσικοί τους (οι λεγόμενες ζυγιές). Η κλασσική μέθοδος ήταν η συλλογή χρημάτων από το χειμώνα από τους φιλόμουσους και έχοντες για χάρη όλης της κοινότητας.

   «(Αυτοί) ήταν άνθρωποι του μόχθου, που όμως είχαν στο νου τους όλο το χρόνο το πανηγύρι και την παραγγελιά που θα δώσουν (όταν χορέψουν). Ακόμη και σήμερα η οικονομική διάσταση του πανηγυριού για τις κοινότητες, τους μικρούς τόπους, είναι αξιοσημείωτη. Είτε πρόκειται για τη συνεισφορά στις μπύρες – γιατί έχουμε τα πανηγύρια που φιλοξενούν-, αλλά έχουμε και πανηγύρια που έχουμε μια μικρή συνεισφορά ή πανηγύρια που γίνονται στην πλατεία και παράλληλα δουλεύουν και τα μαγαζιά της πλατείας. Κι αυτό δεν είναι, δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα…».[14]

   «…Ωραία πάσα (από την Μαριλένα Κατσίμη), γιατί είναι κάτι που συχνά μπερδεύουμε με το πανηγύρι. Το ένα είναι, το μπέρδεμα του πανηγυριού με το γλέντι…, δηλαδή πως απομονώνεις απ’ όλη τη διαδικασία αυτό το επεισόδιο του χορού και του τραγουδιού και το άλλο είναι το ότι μπερδεύουμε το πανηγύρι ή βαφτίζουμε πανηγύρι  τη γιορτή του κάστανου, του τσίπουρου, της πατάτας, της κολοκύθας, του σύκου – θα μπορούσαμε να ανοίξουμε μανάβικο εδώ μιλώντας για τέτοιες γιορτές. Είναι μια ιστορία που δειλά – δειλά έχει ξεκινήσει και γίνεται.

   Εγώ θα το πήγαινα και ένα βήμα πιο πέρα. Εάν κάποιος θέλει κάποιος να γνωρίσει και να ζήσει το πανηγύρι στη Χαλκιδική… είναι ενδιαφέρον να του ανοίξεις και ένα άλλο παράθυρο να γνωρίσει και ένα τοπικό προϊόν… Μπορεί να είναι ένα προϊόν χειροτεχνίας τοπικής, … μια παράλληλη δραστηριότητα, συλλογή βοτάνων, και να αρχίσει να απλώνεται το πανηγύρι.

   Να γίνει η αφορμή για να αρχίσεις να γνωρίσεις ουσιαστικά ένα τόπο και τους ανθρώπους του. Και να τους αφήσεις κάτι παραπάνω από μια διημέρευση ή διανυκτέρευση ή τρεις μέρες. Να τους αφήσεις ένα κομμάτι και να πάρεις κι εσύ μαζί κι ένα κομμάτι από τα έργα των χεριών του τόπου. Υπάρχουν παραδείγματα που το κάνουν αυτό. Και ισχύει ότι είναι ένας τρόπος…»[15]

ΙX. ΑΝΑΒΟΛΗ ΠΑΝΗΓΥΡΙΟΥ

   «Ένα πανηγύρι είναι χαρά. Ένα πανηγύρι δεν γίνεται αν δεν υπάρχει χαρά… Βρέθηκα το 2018 σε χωριό που υπήρξε θύμα (πρόσωπο) καταγόμενο στην πυρκαγιά του Ματιού. Και το χωριό ανέβαλε κατά πολύ το πανηγύρι. Δεν το ματαίωσε επειδή ακριβώς υπήρχαν ξενιτεμένοι (εκεί). Είχαν έλθει γι’ αυτό το λόγο. Δεν έγινε στην ώρα του. Μετατοπίστηκε ελαφρώς.

   Το γεγονός ότι οι κοινότητες έχουν τα αντανακλαστικά και ακούν και εντάσσουν τις χαρές και τους πόνους των ανθρώπων τους μέσα στο πανηγύρι, ακόμα και μετατοπίζοντάς το, μας δείχνει ότι είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Αναπνέει γιατί κι εμείς αναπνέουμε μέσα σ’ αυτό. Ας προσέξουμε να μη το κάνουμε να σκάσει από ασφυξία…».[16]

   Στην Κέρτεζη (αν θυμάμαι καλά) ματαιώθηκε τελείως – δεν αναβλήθηκε απλά – το 2022 το πανηγύρι λόγω των πολλών θανάτων σχετικά νέων ανθρώπων της Κέρτεζης. Δεν βρέθηκε κανένας δημόσια να ζητήσει να γίνει. Κι ας υπήρξαν και κάποιοι ξενιτεμένοι που είχαν έλθει στο χωριό (όχι μόνο για το πανηγύρι)!

Χ. Η ΣΥΝΘΕΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥΣ – Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ

   Τα πανηγύρια μετασχηματίζονται στο χρόνο. Δεν υπάρχει απόλυτη παράδοση. Πως η τοπική κοινωνία και το ευρύ κράτος διαχειρίζονται τα πανηγύρια και την κατεύθυνσή τους; Αποτελούν καθρέπτη κάθε τοπικής κοινωνίας ή όχι; «Η παράδοση δεν είναι κάτι ατόφιο που περνά από γενιά σε γενιά, αλλά κάτι που διαρκώς μετασχηματίζεται».[17]

   Η πολιτική διάσταση υπήρχε πάντοτε, ισχυρίζεται η κ. Παναγιώτα Ανδριανοπούλου και φέρνει παραδείγματα στην αρχή του 20ου αι. με τις Νέες Χώρες, όσο και μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο! Όμως αυτό μπορούμε να το πούμε και για την παλαιά Ελλάδα και επομένως και για την επαρχία Καλαβρύτων. Γιατί και το πανηγύρι με τα τραγούδια του, τα είδη του χορού του και τους τρόπους συνεύρεσης, αποτελούν «κώδικα» για το πως βγαίνουν τα πρόσωπα, οι οικογένειες, οι φίλοι, οι ομάδες στην κοινότητα!

   Τα πανηγύρια αποτελούν τρόπο έκφρασης πολιτισμικής και εθνοτικής ταυτότητας… Έρχονται δυναμικά μέσα από την Οθωμανική αυτοκρατορία, μα επηρεάζονται όχι μόνο από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις, αλλά και από την ευρύτερη ευρωπαϊκή, την αμερικάνικη αρχικά κουλτούρα, αλλά και άλλες χώρες. Στις Νέες Χώρες π. χ. αρχικά πολεμήθηκε η γκάϊντα, αφού συνδεόταν με τα «ακαταλαβίστικα» τραγούδια μερίδων των εκεί τοπικών κοινωνιών. Στην εποχή μας όμως δεν έχουμε πρόβλημα με κανένα είδος μουσικής, ούτε με κάποιο όργανο, λόγω του κύματος της «παγκοσμιοποίησης».

   Ακόμη και στη δική μας επαρχία «τα λόγια των τραγουδιών» υποχωρούν πάρα πολύ μπροστά στο ρυθμό και στο είδος της μουσικής. Έτσι αποκόπτεται το βάθος του πανηγυριού από την κοινωνία, το είδος των εργασιών, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα, αλλά και τη σχέση του με την θρησκευτικότητα κάθε περιοχής. Έτσι πολλά πανηγύρια μετατρέπονται σε «γλέντι», «ξεφάντωμα» και «διασκέδαση».

   Μια αιτία είναι ο ευρύτερος τρόπος ζωής όπου η κοινότητα διαλύεται σταδιακά (ειδικά στην ορεινότητα) μετά τη δεκαετία του 1950 και προστίθενται οι νοθευμένες όψεις της αστικότητας, όπως ο νεοπλουτισμός και η κομματοκρατία. Όχι ότι δεν υπήρχαν πριν, αλλά πλέον κορυφώνονται. Και τα δύο περνούσαν μέσα στα πανηγύρια των χωριών μας. Στην Κέρτεζη π. χ. αυτό ήταν πολύ εμφανές, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται και μεγάλες αντιθέσεις και κόντρες, ακόμη και με αφορμή το «Γρίβα μ’ σε θέλει ο βασιλιάς» ή άλλα ακριβώς αντίθετα.

ΧI. ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΤΕΖΗ

   Η Κέρτεζη χαρακτηρίζεται από πολλά πανηγύρια. Κάποια κρατήθηκαν στο χρόνο, κάποια όχι. Κάποια κρατούν τα γνήσια εκκλησιαστικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά τους, κάποια χάθηκαν, άλλα τα νόθευσαν. Η διάκρισή τους δεν είναι και τόσο εύκολη, όπως απέδειξε το 2025…

   Το πιο παλιό πανηγύρι αφορά την ημέρα της Κοίμησης της Παναγίας (15 Αυγούστου) μιας και ο νεοβυζαντινός Ι. Ναός στο Κοιμητήριο ήταν ο πολιούχος της κωμόπολης πριν την επανάσταση του 1821. Δυστυχώς για νόθους οικονομικούς λόγους κάποιες φορές γίνεται την παραμονή (όπως φέτος το 2025) και διχάζεται το σώμα της Κοινότητας. Παράλληλα οι ζυγιές σε κάποια περίοδο πληρώνονταν από τον κάθε χορευτή και όχι τον διοργανωτή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα νέο διαχωρισμό μεταξύ φτωχότερων και πλουσιότερων οικογενειών σε ακραίο επίπεδο.

   Το επόμενο παλιό πανηγύρι γινόταν στις 8 Σεπτεμβρίου, αφού αφορά την εορτή του νέου πολιούχου Ι. Ναού μας, δηλαδή το Γενέσιο της Παναγίας μας. Ξεκίνησε κάποια στιγμή με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Γινόταν την ημέρα της εορτής και ποτέ παραμονή. Φέτος έγινε από τα «άλλα κόλπα» του Ηλία Μάρκου με προπληρωμένη τη ζυγιά.

   Σε κάποια φάση προστέθηκε ζωοπανήγυρη και εμποροπανήγυρη (8 Σεπτεμβρίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή 21 Σεπτεμβρίου με το Γρηγοριανό) που κρατούσε τρεις ημέρες και γινόταν στην περιοχή Κυπαρίσσι. Σταμάτησε το 1955. Την εποχή της ζωοπανήγυρης το βράδυ γινόταν πανηγύρι με νταούλι και πίπιζες, είτε στον ίδιο τόπο, είτε στο Κεφαλόβρυσο.

   Μικρό πανηγυράκι γινόταν και συνεχίζει μέχρι τις ημέρες μας στην εορτή του Αη Γιώργη από τις αρχές του 20ου αι., όταν και κτίστηκε στα εκεί αμπέλια ο όμορφος πέτρινος (σταυροειδής μετά τρούλου) ναΐσκος. Μετά τη θεία λειτουργία στον κεντρικό δρόμο μας περιμένει ζυγιά με νταούλι και πίπιζες και αφού μας ξεπροβοδίσει όλους, έρχεται στην κεντρική πλατεία. Ο χορός στήνεται μετά τον αγώνα δρόμου και τον χορό ανοίγει ο νικητής της αναστάσιμης κουλούρας. Τελειώνει το μεσημέρι.

   Μετά το 2000 έγιναν προσπάθειες να στηθούν τρία ακόμα πανηγύρια. Ένα εκκλησιαστικό και δύο παραγωγικά. Απ’ αυτά το μόνο που κατάφερε να κρατηθεί (πλην της περιόδου πανδημίας) είναι η «γιορτή της φασολάδας». Οργανώνεται στην κεντρική πλατεία από τον «Σύλλογο των εν Αθήναις Κερτεζιτών» και ομάδα εθελοντών.

   Συνηθίζεται να γίνεται Σάββατο βράδυ και κοντά στο Γενέσιο της Παναγίας. Ο χρόνος αυτός είναι συζητήσιμος, αλλά δεν έχει αντιδράσεις. Αντιδράσεις υπάρχουν για τη νόθευση του μικρού δωρεάν γεύματος (φασολάδα, σαλάτα, τυρί, ρέγγα, ελιές, ψωμί) που νοθεύεται στα τραπέζια με τα σουβλάκια των διπλανών μαγαζιών. Πρόβλημα επίσης δημιουργεί στο κοντινό πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου.

   Απόπειρες πανηγυριών που ξεκίνησαν την ίδια περίοδο περίπου ήταν δύο. Το ένα στην περιοχή της «Αγιά-Σωτήρως» στις 6 Αυγούστου (Μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού), που ξεκίνησε καλά από το «Σύλλογο των εν Αθήναις Κερτεζιτών», το συνέχισε περί τις δύο φορές ο τοπικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Ο Στριφτόμπολας», αλλά κατόπιν σταμάτησε. Να σημειώσουμε ότι το μενού ήταν παραδοσιακό, δηλαδή με μπακαλιάρο σκορδαλιά και συμπλήρωμα σαλάτας, τυριού και ψωμιού, με αποτέλεσμα να μη διχάζεται η εκκλησιαστική κοινότητα. Αναζητείται ακόμα η αιτία που σταμάτησε.

   Την ίδια τύχη είχε και η «γιορτή του τσοπάνη». Ξεκίνησε και συνεχίστηκε όπως το προηγούμενο πανηγύρι και σταμάτησε από το επόμενο σύλλογο, αφού έγινε πέντε με έξι φορές. Δεν είχε ούτε σταθερή ημερομηνία, ούτε σταθερό τόπο διεξαγωγής. Χρειάζεται περισσότερη συζήτηση για τις αιτίες που σταμάτησε.

ΧΙI. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

   Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα ξανακοίταγμα των πανηγυριών. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να είναι στατικά. Οφείλουν να εξελίσσονται. Να εξελίσσονται όμως, διατηρώντας την ουσία της παραδοσιακής τους ψυχής, ενώ ν’ αλλάζουν μόνο τα δευτερεύοντα στοιχεία. Οι επισκέπτες να μην «αρπάζουν» από το τοπικό πανηγύρι, να μη το νοθεύουν, αλλά να εντάσσονται σ’ αυτό, ώστε να τους χαρίζονται «δώρα».

   Οι τοπικοί φορείς ν’ ανοίξουν συζητήσεις για όλα αυτά και να μη λειτουργούν, ούτε μηχανικά, ούτε μικροπαραταξιακά, ούτε πολιτικάντικα. Ν’ αφήσουν στην άκρη τα «ψηφαλάκια», αλλά αντίθετα να κερδίζουν σε εμπιστοσύνη και συμμετοχή. Αν ανοίξουν καρδιά και νου, αν συζητήσουν, αν κάνουν κάποιες δημόσιες εκδηλώσεις γι’ αυτά τα ζητήματα πολιτισμού, τότε θα βρούμε πάλι τους ρυθμούς μας.

   Το ελπίζω…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: 1η δημοσίευση στην ΩΡΑ των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, στήλη ΒΟΥΡAΪΚΕΣ ΝΥΞΕΙΣ, φ. 94, σελ. 28-29.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] ΠΗΓΗ: Νίκος Κυριαζής, «Προσβλητικό να μιλάμε για «θρησκευτική πανήγυρη» με… κλαρίνα παραμονή της Παναγίας», www.kalavrytanews.com/2025/08/blog-post_88.html, 08.08.2025.

[2] ΠΗΓΗ: «O Παναγιώτης Μπούρδαλας  Για το σημερινό «πανηγύρι» στην Κέρτεζη…», 14.08.2025, www.kalavrytanews.com/2025/08/blog-post_67.html.

[3] Μαριλένα Κατσίμη, μέρος Α΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  02.20 – 03.11. Ευχαριστώ την Κερτεζίτισσα φιλόλογο Γεωργία Λ. Αναστασοπούλου που έστειλε τους συνδέσμους των εκπομπών με αφορμή το μικρό μου σχόλιο στο φ/β, σε σχέση με το πανηγύρι στην Κέρτεζη στις 14.08.2025, που δημοσιεύτηκε και στον ιστότοπο www.kalavrytanews.gr.

[4] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  05.57 – 07.06.

[5] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  22.50 – 24.04.

[6] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  46.20 – 48.18.

[7] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  37.05– 39.56.

[8] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  50.28 – 52.20.

[9] Αναφέρω το θρησκευτικό πανηγύρι στη Γουμένισσα Καλαβρύτων στις 17 Ιουλίου (εορτή της πολιούχου της Αγίας Μαρίνας). Επίσης έχω ζήσει πριν λίγες δεκαετίες αρκετές φορές το θρησκευτικό πανηγύρι στα Κοντογουράτα της Θινιάς στην Κεφαλλονιά στις 27 Ιουλίου (εορτή του πολιούχου τους Αγίου Παντελεήμονα).

[10] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  42.20 – 43.45.

[11] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  29.05 – 29.35.

[12] Πληροφορίες: Κωνσταντίνος Οικονομίδης, έμπορος παζαριών, Καλάβρυτα, 27.06.2025 για τα 4 πρώτα πανηγύρια.

[13] Πληροφορία: Γεώργιος Παν. Λαφογιάννης, Κέρτεζη, 23.08.2025.

[14] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  30.05– 31.22.

[15] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  40.20– 42.20.

[16] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο  55.15 – 56.09.

[17] Παναγιώτα Ανδριανοπούλου, μέρος Γ΄ στην «Φωνή της Ελλάδας», σημείο 03.55 – 4.20.

Η δημόσια υγεία του Δήμου Καλαβρύτων στο όριο

Η δημόσια υγεία του Δήμου Καλαβρύτων στο όριο

Της Αναστασίας Στεφανοπούλου*


Ι. Νέες οδηγίες, παλιά ανησυχία


   Οι πρόσφατες οδηγίες του Υπουργείου Υγείας, που φέρουν την υπογραφή του Άδωνι Γεωργιάδη, ανοίγουν τον δρόμο για τη δημιουργία “νέων οργανισμών” στα δημόσια νοσοκομεία. Στην πράξη, πρόκειται για ένα διοικητικό πλαίσιο “προαιρετικών” — κατά τα λεγόμενα του υπουργού — ενοποιήσεων, το οποίο καλεί τις διοικήσεις των νοσοκομείων έως τα τέλη Νοεμβρίου να υποβάλουν προτάσεις για την “αναδιοργάνωση” των δομών τους.

   Ο υπουργός δηλώνει ότι “δεν υπάρχει πρόθεση συγχώνευσης”. Όμως όλοι εμείς, που μάθαμε να διαβάζουμε πίσω από τις γραμμές, γνωρίζουμε πως αυτές είναι άδειες διαβεβαιώσεις. Όταν η χρηματοδότηση μειώνεται και οι προϋπολογισμοί συμπιέζονται, η “προαιρετική” ενοποίηση μετατρέπεται εύκολα σε διοικητικό εξαναγκασμό.


ΙΙ. Οι κίνδυνοι για το Νοσοκομείο Καλαβρύτων


   Το Νοσοκομείο Καλαβρύτων, που ήδη λειτουργεί με ελλιπές προσωπικό και περιορισμένο εξοπλισμό, κινδυνεύει να γίνει θύμα μιας άτυπης υποβάθμισης. Ήδη οι γιατροί μετακινούνται διαρκώς ανάμεσα στο Νοσοκομείο Καλαβρύτων και το Νοσοκομείο Αιγίου, καλύπτοντας κενά και εφημερίες.

   Αν οι πόροι μειωθούν ακόμη περισσότερο, οι απώλειες θα είναι «σιωπηλές» αλλά οδυνηρές. Θα αρχίσουν οι «σιωπηλές» απώλειες, όπως για παράδειγμα εφημερίες που κόβονται, γιατροί και νοσηλευτές που μετακινούνται, κλινικές που αναστέλλονται. Το σενάριο ενοποίησης διοικητικών, ιατρικών ή νοσηλευτικών υπηρεσιών με το Νοσοκομείο Αιγίου θα σημάνει, στην πράξη, μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών εκτός Καλαβρύτων.

   Κι όλοι γνωρίζουμε πως οι αποστάσεις, η ορεινή γεωγραφία και οι δύσκολες συνθήκες μετακίνησης δεν επιτρέπουν “οικονομίες κλίμακας”, όπως ο υπουργός χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης θέλει να επιφέρει. Η απόσταση Καλαβρύτων–Αιγίου, περίπου 40-45 λεπτά με αυτοκίνητο, μπορεί να αποβεί μοιραία για επείγοντα περιστατικά, όπως εμφράγματα, εγκεφαλικά, τροχαία. Σε αυτά τα λεπτά που μετρούν για τη ζωή, δεν χωρούν διοικητικά πειράματα.


ΙΙΙ. Οι υπόλοιπες δομές Υγείας του Δήμου Καλαβρύτων και η σιωπηλή υποβάθμιση


   Το Νοσοκομείο Καλαβρύτων δεν είναι η μόνη δομή που ασφυκτιά. Τα Κέντρα Υγείας στις Δημοτικές Ενότητες Παΐων και Αροανίας λειτουργούν πλέον μόνο μία φορά την εβδομάδα, περιοριζόμενα αποκλειστικά σε συνταγογραφήσεις φαρμάκων. Κι αυτό σε περιοχές όπου το ποσοστό των κατοίκων άνω των 55 ετών ξεπερνά το 56% (56,63% για την Δ.Ε. Αροανίας και 58,33% για την Δ.Ε. Παΐων). Οι ανάγκες είναι αυξημένες, όμως η φροντίδα λιγοστεύει.

   Από την άλλη, το Κέντρο Υγείας Κλειτορίας, που κάποτε αποτελούσε πυλώνα πρωτοβάθμιας φροντίδας για ολόκληρη την ορεινή περιοχή, έχει κι αυτό υποβαθμιστεί σημαντικά. Θυμάμαι προσωπικά το 2006, μαθήτρια τότε της Γ’ Λυκείου, να ξυπνώ ένα πρωί με έντονους πόνους στην κοιλιά. Πήγα στο Κέντρο Υγείας Κλειτορίας, όπου οι γιατροί μου έκαναν αιματολογικές εξετάσεις και μια πρώτη διάγνωση, και χάρη στην έγκαιρη αντίδρασή τους με παρέπεμψαν στο Νοσοκομείο Τρίπολης, όπου τελικά χειρουργήθηκα. Αυτό είναι που ζητάμε ξανά για το Κέντρο Υγείας Κλειτορίας να μπορεί να παρέχει μια πρώτη, σωτήρια διάγνωση, να διαθέτει επαρκές προσωπικό, μέσα και εξοπλισμό, ιδιαίτερανα όταν τα λεπτά μετράνε.

   Οι αποστάσεις, ειδικά από τις Δημοτικές Ενότητες Παΐων και Αροανίας, είναι τεράστιες. Από τα πιο απομακρυσμένα χωριά έως το Νοσοκομείο Καλαβρύτων ή το Νοσοκομείο Τρίπολης, η διαδρομή ξεπερνά συχνά τα 40 λεπτά. Και όταν πρόκειται για παιδιά, οι γονείς μετατρέπονται σε οδηγούς ράλι, τρέχοντας απεγνωσμένα στους κακοτράχαλους δρόμους των βουνών, μόνο και μόνο για να προσφέρουν στα παιδιά τους την ιατρική φροντίδα που δικαιούνται. Αυτή δεν είναι οικονομία πόρων — είναι ανθρωπιστικό έλλειμμα και πολιτική εγκατάλειψη των ανθρώπων των χωριών μας. Και για τους ανθρώπους των Καλαβρύτων πολλές φορές είναι ζήτημα ζωής.


IV. «Εξορθολογισμός» του ΕΣΥ ή ανθρωπολογική εγκατάλειψη;


   Γιατί η ζωή στα ορεινά δεν μπορεί να μετριέται με το GPS ή με τα λογιστικά πρότυπα των αστικών κέντρων. Γιατί εδώ, στα βουνά, κουβαλάμε διαγενεακά τραύματα και μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία του «δεν πάω στο γιατρό» είτε από φόβο, είτε από παραίτηση, είτε από έλλειψη εμπιστοσύνης ή πολιτικής φροντίδας. Και πολλές φορές, εξαιτίας αυτής της διαχρονικής εγκατάλειψης, φτάνουμε πολύ αργά. Όχι για να θεραπευτούμε, αλλά για να ψάχνουμε “μέσον”, να βρούμε απλώς ένα νεκροκρέβατο για τον άνθρωπό μας.

   Αυτό δεν είναι πολιτισμός. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτείας που έχει ξεχάσει τον πολίτη της υπαίθρου. Μιας πολιτικής που δεν δείχνει σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη. Κι έτσι, η ανασφάλεια γίνεται η καθημερινότητά μας και ο φόβος, το νέο φυσιολογικό.


V. Δημογραφική πραγματικότητα: ένας τόπος που γερνά και απομονώνεται


   Όταν μια πολιτεία ξεχνά τους ανθρώπους της, οι συνέπειες δεν είναι μόνο κοινωνικές είναι και δημογραφικές. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ο πληθυσμός των Καλαβρύτων και των γύρω κοινοτήτων γηράσκει ραγδαία Οι ηλικίες άνω των 55 ετών αποτελούν πλέον την πλειοψηφία των κατοίκων. Σχεδόν ένας στους δύο (49,65%) είναι άνω των 55 ετών. Την ίδια στιγμή, οι νεότερες γενιές μειώνονται δραματικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι το ποσοστό των νηπίων έως 4 ετών ανέρχεται μόλις στο 2,94%. Σε μια τέτοια κοινωνία, η υγειονομική αυτάρκεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος επιβίωσης. Η πρόσβαση στην περίθαλψη δεν μπορεί να εξαρτάται από τον καιρό ή από τη βενζίνη στο ρεζερβουάρ.

   Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, τίθεται ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: Πώς να επιστρέψουμε στα χωριά μας, εμείς που φύγαμε, όταν δεν διασφαλίζεται η Υγεία; Όταν τα Κέντρα Υγείας υπολειτουργούν, το Νοσοκομείο παλεύει με ελλείψεις και η πολιτεία δείχνει να μας έχει ξεχάσει;


VI. Από τη “διαβεβαίωση” του Υπουργού στην πολιτική πραγματικότητα


   Ο Δήμαρχος Καλαβρύτων, Θανάσης Παπαδόπουλος, συναντήθηκε πρόσφατα με τον Υπουργό Υγείας. Ο κ. Γεωργιάδης διαβεβαίωσε ότι “δεν προβλέπεται συγχώνευση” και ότι “οι νέοι οργανισμοί δεν υποκρύπτουν κατάργηση”. Μόνο που η γλώσσα της πολιτικής συχνά μεταφράζεται αλλιώς στην πράξη. Η “μη υποχρέωση” των ενοποιήσεων αφήνει χώρο σε διοικητικές αποφάσεις που μπορούν, με απλή υπογραφή, να αλλάξουν τη φυσιογνωμία ενός νοσοκομείου. Η επικοινωνιακή στρογγυλοποίηση δεν πείθει κανέναν. Όταν ένα νοσοκομείο υποχρηματοδοτείται, όταν δεν γίνονται προσλήψεις και όταν υπηρεσίες “παγώνουν”, η υποβάθμιση είναι γεγονός απλώς δεν το γράφει το ΦΕΚ.

   Και εδώ προκύπτει το ερώτημα που ζητά απάντηση: Παρά τις διαβεβαιώσεις, το Νοσοκομείο Καλαβρύτων έχει ήδη λάβει οδηγίες για τη διαδικασία σύνταξης των “Νέων Οργανισμών”, με προθεσμία έως τα τέλη Νοεμβρίου. Αν πράγματι “παραμένει ως έχει”, ποια πρόταση προτίθεται να υποβάλει η Διοίκησή του; Και γιατί ούτε ο Δήμαρχος Καλαβρύτων ούτε ο Διοικητής του Νοσοκομείου έχουν ενημερώσει επισήμως τους πολίτες; Η σιωπή μπορεί να είναι πολιτικά βολική, αλλά δεν συνιστά διαφάνεια ειδικά όταν διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές.


VII. Κονδύλια υπάρχουν ή λείπει η πολιτική βούληση;


   Την ίδια στιγμή, το Ταμείο Ανάκαμψης διαθέτει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την αναβάθμιση των δημόσιων δομών υγείας, την ενεργειακή βελτίωση και τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας σε όλη τη χώρα. Κι όμως, τέτοια προγράμματα σπάνια αγγίζουν την ορεινή Ελλάδα, εκεί όπου η ανάγκη είναι μεγαλύτερη.

   Αντί να μιλάμε για συγχωνεύσεις και περικοπές, ας αξιοποιήσουμε τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους για να φτιάξουμε ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας ανθεκτικό, ανθρώπινο και αποκεντρωμένο. Η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να σημαίνουν να σβήνουν τα φώτα στα νοσοκομεία των βουνών. Αντίθετα, πρέπει να σημαίνει να ανάβουν ξανά, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Η Δημόσια Υγεία δεν είναι χάρη του κράτους·. Είναι συνταγματικό δικαίωμα κάθε πολίτη. Το ίδιο το Άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει ότι: «το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος και των αναπήρων». Επομένως, η υπεράσπιση της υγείας στα Καλάβρυτα δεν είναι πράξη αντίστασης μόνο. Είναι πράξη συνταγματικής συνέπειας.


VIII. Ένα κάλεσμα ευθύνης και συλλογικής δράσης


   Η προσπάθεια αυτή δεν είναι προσωπική είναι υπόθεση όλων μας. Το ψήφισμα που ξεκινήσαμε είναι μόνο η αρχή. Όμως για να έχει αποτέλεσμα, πρέπει να αφυπνιστούμε όλοι, γιατί τις τελευταίες δεκαετίες όλο και περισσότερα θυσιάζουμε σε αυτόν τον τόπο. Μάθαμε να μην διεκδικούμε, να χάνουμε σιωπηλά τα δικαιώματά μας και στο τέλος να ζούμε μέσα στην ανασφάλεια και την επισφάλεια. Υποστηρίξτε το ψήφισμα «Ναι στην ενίσχυση των υγειονομικών δομών του Δήμου Καλαβρύτων» στην πλατφόρμα του avaaz.org. Γιατί τα Καλάβρυτα και όλα τα Καλαβρυτοχώρια δεν χρειάζονται άλλη σιωπή. Χρειάζονται φωνές, πρόσωπα και ψυχές που να πιστεύουν πως ο τόπος μας αξίζει καλύτερα.

* Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Δάφνη Καλαβρύτων, η Στεφανοπούλου Αναστασία σπούδασε Μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Από τότε ζει και εργάζεται στην Πάτρα, όπου ασκεί το επάγγελμα της μαθηματικού.

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2025, https://www.kalavrytanews.com/2025/10/blog-post_693.html.

Κέρτεζη: Η οθωμανική οικονομική απογραφή του 1583 – Μέρος Β΄

Κέρτεζη: Η οθωμανική οικονομική απογραφή του 1583 – Μέρος Β΄

Η απογραφή για την Κέρτεζη του 1583 στην παλαιοτουρκική γλώσσα

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. ΜΕΤΑ ΑΠΟ 120 ΧΡΟΝΙΑ

   Από το 1463 μέχρι το 1583 πέρασαν 120 χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν ενδιάμεσα κι άλλες οικονομικές απογραφές. Συμφωνήσαμε όμως με την ιδιωτική εταιρεία, ότι, αφού δεν ήσαν πλήρεις, να δώσουμε βάρος σ’ αυτήν του 1583.

   Αυτή την περίοδο είχε εισαχθεί το νόμισμα «γρόσι», ενώ σ’ αυτήν του 1460-63 έγιναν με το νόμισμα «ακτσιές». Ενδιάμεσα υπήρξε το νόμισμα «παράς». Περισσότερα σημειώσαμε στο  Α΄ μέρος (φ. 91, Ιούλιος 2025) στη σταθερή στήλη μας στην ΩΡΑ.

   Να σημειώσουμε εισαγωγικά ότι στη απογραφή του 1583 έχουμε κι άλλες αλλαγές, πέραν του νομίσματος, όπως θα δούμε αναλυτικά. Ανάμεσά τους σημειώνω την αναφορά στα ταβερνεία της Κέρτεζης και στο φόρο τους, στην αναλυτική αναφορά στα δημητριακά και στο φόρο τους, στο μετάξι, στα μελίσσια, κ. ά. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί επίσης ο διαχωρισμός της Κέρτεζης σε έξι συνοικίες με εκκλησιαστικές ονομασίες και η καταγραφή των υπόχρε3ων φορολογικά επικεφαλής των οικογενειών με βάση τη συνοικία τους!

ΙΙ. ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ 1583[1]

     «Με βάση τον πίνακα που παραθέτουμε (μεταφρασμένο στα ελληνικά) οι φόροι είναι τριών ειδών: α) κεφαλικός φόρος (ανά κάτοικο), β) παραγωγικός (με βάση τη συνολική παραγωγή ανά είδος) και γ) άλλοι φόροι (γάμου και ποινών). Η πρόσοδος είναι σε γρόσια.

Η Οθωμανική απογραφή του 1583 για την Κέρτεζη στα ελληνικά.

     Επειδή δεν έχουμε αναλυτική απογραφή του συνόλου των κατοίκων, δεν μπορούμε να διαιρέσουμε ώστε να συμπεράνουμε τον συνολικό κεφαλικό φόρο (7.425 γρόσια) ανά κάτοικο. Επίσης δεν έχουμε αναλυτικά του φόρους για ποινές και για γάμους. Έχουμε μόνο το σύνολο για το έτος αυτό, που φθάνει αισίως στα 760 γρόσια.

     Εκεί που έχουμε αναλυτικά στοιχεία φορολογίας είναι για την πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή παραγωγή. Δεν φορολογούνται ακόμα τα ζώα! Παρατηρούμε όμως τι καλλιεργούσε τότε η Κέρτεζη!

     Ως δευτερογενής παραγωγή θεωρείται η λειτουργία των νερόμυλων. Κατ’ αρχάς μπορούμε να δούμε ότι έχουμε πολλούς νερόμυλους και την εποχή εκείνη. Οι νερόμυλοι σε μια εποχή προβιομηχανική αποτελούν ανώτατο στάδιο βιοτεχνίας και γι’ αυτό φορολογούνται στυγνά. Επίσης εκείνη την ιστορική περίοδο φαίνεται έμμεσα ότι την ιδιοκτησία την είχαν οι χριστιανοί ντόπιοι κάτοικοι που επίσης είχαν και την τεχνογνωσία. Το σύνολο των νερόμυλων είναι 4 σε λειτουργία και 2 παλαιοί κατεστραμμένοι, όπου όλοι φορολογούνται, με 60 και 15 γρόσια αντίστοιχα. Να σημειώσουμε επίσης ότι υπάρχει και μια φορολογία με 160 γρόσια «χώρων», για την οποία μπορούμε να πιθανολογήσουμε, αλλά όχι με βεβαιότητα.

     Ως τριτογενή παραγωγή θα θεωρήσουμε τα μαγαζιά στην αγορά της Κέρτεζης με την ονομασία «ταβερνεία». Δεν ήταν σκέτα καφενεία, αλλά κυρίως κρασοπουλειά με κάποιο μεζέ που τα συνόδευε. Ταβερνεία διέθετε η Κέρτεζη μέχρι τη δεκαετία του 1970, τα οποία κατόπιν μετεξελίχθηκαν σε καφεστιατόρια μέχρι τις ημέρες μας. Τα ταβερνεία βρίσκονται σε έξι (6) κτίσματα, αφού θα ήταν διάσπαρτα σε κεντρικά σημεία των 5 συνοικιών! Ο φόρος για κάθε ταβερνείο ήταν 30 γρόσια και το σύνολο 180 γρόσια.

ΙΙΙ. Η ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟ 1583

     Φαίνεται πεντακάθαρα ότι η βασική παραγωγή είναι η πρωτογενής. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι πλούσια και σε ποσότητα και σε ποικιλία. Για λόγους μεθοδολογικούς και εκπαιδευτικούς, θα την διαχωρίσουμε σ’ έξι ομάδες:

   α) Χορτολιβαδική (800 γρόσια για χριστιανούς και άλλα 80 μόνο για μουσουλμάνους). Δεν αναφέρεται μονάδα μέτρησης.

   β) Γεωργική παραγωγή δημητριακών 35 φορτωμάτων σιταριού και 40 φορτωμάτων κριθαριού, όπως και λίγης σίκαλης (1 μόλις φόρτωμα) έδωσαν φόρο αντίστοιχα σε γρόσια: (1.960, 1.280 και 42, δηλαδή σύνολο 3.282 γρόσια). Στην παραγωγή αυτή αξίζει να προστεθεί και η καλλιέργεια δύο ειδών από «κεχρί».[2] Από το απλό κεχρί είχαμε παραγωγή 12 φορτώματα,  ενώ από το μαύρο 30 φορτώματα. Η συνολική φορολογία ήταν 1.344 γρόσια (384+960).

     Η μονάδα μέτρησης ήταν τα φορτώματα (στα υποστατικά ή φορτηγά ζώα). Η μονάδα αυτή χρησιμοποιείτο στην ορολογία μέχρι να χαθούν στην πράξη τα ζώα αυτά, μετά την αντικατάστασή τους από τα αγροτικά αυτοκίνητα και τα τρακτέρ στη σύγχρονη εποχή.

   γ) Αμπελουργική παραγωγή (από την εποχή της αρχαίας Κύναιθας). Εδώ φορολογείται ο μούστος, πριν γίνει κρασί. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι σημαίνει η μονάδα μέτρησης «μέτρα». Πιθανά να ήταν η «μπότσα».[3] Έχουμε λοιπόν ετήσια παραγωγή 160 μπότσες το χρόνο (δηλαδή 410,24 κιλά, η οποία θεωρείται μικρή) με φόρο όμως 3.200 γρόσια. Επομένως η μικρή παραγωγή οφείλεται στην πολύ υψηλή φορολογία, δεδομένου ότι οι μουσουλμάνοι λόγω Κορανίου δεν πίνουν αλκοολούχα ποτά, που ήταν πιθανά και σε διωγμό!

   δ) Εντομοκαλλιέργειες: Σημαντική είναι η παραγωγή μεταξιού, δηλαδή με καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων σε μουριές (σηροτροφία). Η σηροτροφία στην Κέρτεζη διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ου αι. Παράχτηκαν 10 λίτρα μετάξι με φόρο 600 γρόσια. Παράλληλα έχουμε και κάποια παραγωγή μελιού με μελισσοτροφία με 70 γρόσια. Η μελισσοτροφία διατηρείται μέχρι τις ημέρες μας.

   ε) Δεν έχουμε πέραν της προσόδου για το χόρτο, ως τροφής των ζώων, φορολογία για την κτηνοτροφία, αλλά έχουμε όμως 150 γρόσια φορολογία σε χοίρους, ζώα που δεν τρώνε οι μουσουλμάνοι.

   στ) Μικρή ήταν η παραγωγή καρυδιών, ειδικά σε σχέση με τη σημερινή εποχή. Έχουμε μόνο ένα φόρτωμα καρύδια με φόρο 56 γρόσια.

     Να σημειώσουμε ότι υπάρχουν ακόμα κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία ανά συνοικία. Αφορούν τη φορολογία κληρονομιών, αλλά και την απαλλαγή από αυτή στους «γερακοτρόφους»! Τα γεράκια ήταν μέσα ταχυδρομικών αποστολών! Οι αναφορές σε αυτούς είναι ονομαστικές σε κάθε συνοικία!»

IV. ΟΙ ΕΞΙ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ

   Τα στοιχεία της απογραφής αυτής βρίσκονται στις σελίδες 252 -255 του αντίστοιχου καταστίχου.[4] Αναφέρονται στην Κέρτεζη που «υπάγεται στα Καλάβρυτα». Κατανοούμε λοιπόν ότι στην πρώτη περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο η έδρα ήταν τα Καλάβρυτα. Η Κέρτεζη διέθετε έξι εμφανείς συνοικίες.

   Οι έξι συνοικίες της Κέρτεζης (με εκκλησιαστικές ονομασίες) αναφέρονται με την εξής σειρά: 1) «Συνοικία Αγίας Βαρβάρας». 2) «Συνοικία Αγίου Γιάννη Μπάλα». 3) «Συνοικία Άγιου Δημήτρη». 4) «Συνοικία παπα Θόδωρου». 5) «Συνοικία Γαϊτάνη επίσης γνωστή ως Άγιος Γιάννης κάτω (συνοικία)», 6) «Συνοικία Αγίου Θόδωρου».

   Μόνο να υποθέσουμε που ήταν οι συνοικίες μπορούμε και με κίνδυνο να κάνουμε λάθος. Μια υπόθεση είναι ότι η καταγραφή γίνεται από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Αν ισχύει τότε η σημερινή Αγία Βαρβάρα στα ΒΑ του σύγχρονου οικισμού της Κέρτεζης έχει ιστορία από τότε (χωρίς την μετέπειτα εμφανή προσθήκη νότιά της). Υπάρχουν οι συνοικίες Αη Δημήτρη και Αη Γιάννη και σήμερα, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι πρόκειται για τις ίδιες περιοχές.

   α) Στην συνοικία της «Αγίας Βαρβάρας» αναφέρονται 60 επικεφαλής οικογενειών! Πρόκειται δηλαδή για μια πολύ πυκνοκατοικημένη συνοικία. Ανάμεσά τους ο ιερέας «Παπα Μανώλης». Δημοσιεύουμε λίγα ενδεικτικά επώνυμα κατά σειρά στο έγγραφο: «Άγγελος Μερκάνας, …., Θόδωρος Σταυράκης, ….., Σταμούλης Παπανικόλας, Άγγελος Παπαγιάννης, …, Παπα Μανώλης, …., Βασίλης Κονικλής, Ζαχαρίας Τσαγκάρης, …., Αλέξανδρος Νάζος, …., Παύλος Αρνάς, …., Βάλιος Βεντέκας, Στάθης Κουβαράς, Μαν’ωλης Χαρκόπουλος, …., Κώστας Μουρκανάς.».

  β) Στην συνοικία του «Αγίου Γιάννη Μπάλα» αναφέρονται 54 επικεφαλής οικογενειών. Δεν αναφέρεται ιερέας εμφανώς. Δημοσιεύουμε λίγα ενδεικτικά επώνυμα κατά σειρά στο έγγραφο: «Στέφανος Κωστάνης, …, Μιχάλης Λιόλος, …, Βασίλης Αρνάς, …, Μανώλης Καρνίτσας, …, Γιώργης Τσέκος, …, Στάθης Λαζάρου, Δήμος Τσουκαλάς, …, Λεοντάρης Πέρκης, …, Γιώργης Κολιγκιώνης, …, Γιάννης Κωστάκης, …».

   γ) Στην συνοικία του «Άγιου Δημήτρη» αναφέρονται 67 επικεφαλής οικογενειών. Ανάμεσά τους οι ιερείς «Παπα Γιάννης» και «Παπα Βάλιος». Δημοσιεύουμε λίγα ενδεικτικά επώνυμα κατά σειρά στο έγγραφο: «Μανώλης Μαλαυρός, …, Σταμάτης Αρνάς, …, Σταμούλης Παπαδάς, …, Νικόλας Μαυρόπουλος, …, Λάζαρος Γαϊτάνης, …, Νικόλας Παλιούρης, Δήμος Τσένας, …, Γιώργης Κοντονικόλας, Θόδωρος Κρανίτσας, …, Θόδωρος Πετρόπουλος, Γιώργης Μαυρομάτης, Γκίνης Γιάννη Τσένας».

   δ) Στην συνοικία του «παπα Θόδωρου» αναφέρονται 54 επικεφαλής οικογενειών. Δεν αναφέρεται άλλος ιερέας. Δημοσιεύουμε λίγα ενδεικτικά επώνυμα κατά σειρά στο έγγραφο: «Βασίλης Κομνηνός, …, Στέφανος Καρυάς, Σταμάτης Πανίτσας, …, Αλέξανδρος Μακρυχέρας, …, Θόδωρος Άσιος, …, Θόδωρος Πετρής, …, Δήμος Ζούλας, …, Λαυρέντης Μαθιός, …, Δήμος Μακλούνης, Γιώργης Μιχάλη».

   ε) Στην συνοικία «Γαϊτάνη επίσης γνωστή ως Άγιος Γιάννης κάτω (συνοικία)» αναφέρονται 20 επικεφαλής οικογενειών. Δεν αναφέρεται ιερέας εμφανώς. Δημοσιεύουμε λίγα ενδεικτικά επώνυμα κατά σειρά στο έγγραφο: «Θόδωρος Γαϊτάνης, …, Νίκος Ξένος Θόδωρου, …, Στάθης Χαρκόπουλος, Σταμούλης Μπούζας, Γιώργης Πετρής, Σταμάτης Γερακάρης, Γιώργης Ζεβός, …, Γιώργης Σκορδούλας, …».

   στ) Στην συνοικία του «Αγίου Θόδωρου αναφέρονται 26 επικεφαλής οικογενειών. Δεν αναφέρεται ιερέας εμφανώς. Δημοσιεύουμε λίγα ενδεικτικά επώνυμα κατά σειρά στο έγγραφο: «Δήμος Καστανιώτης, …, Γιάννης Καπέρης, …, Λεοντάρης Τόγιας, …, Δήμος Πολίτης, …, Δήμος Κυρκομύτης, …, Αλέξανδρος Ραχλούμος, …, Νικόλας Βασίνης, …, Γιώργης Πετρόπουλος, Γιώργης Μαυρομάτης».

  Μια πρώτη, αλλά βασική, παρατήρηση που κάνουμε τα επώνυμα δεν έχουν καμία σχέση με τις λίστες που διαθέτουμε κατά την επανάσταση του 1821, τη συνέλευση για τα νερά του 1919, πολύ δε περισσότερο με τα σημερινά δεδομένα.

   Μια δεύτερη παρατήρηση είναι το σύνολο των επικεφαλής οικογενειών που είναι 281 υπόχρεοι: 60+54+67+54+20+26= 281. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι αρκετοί ανήκουν στην ίδια οικογένεια (αναφέρονται κάποιοι ως γιοί), δεν μπορούμε παρά να πούμε ότι η Κέρτεζη είχε υπερπληθυσμό! Αναλυτική, όμως, και συγκριτική μελέτη επιθυμούμε να κάνουμε στον Δ΄ τόμο το σειράς, αν μας χαριστεί ζωή…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 1η δημοσίευση στην ΩΡΑ των ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, στήλη Βουραϊκές νύξεις, φ. 92, σελ. 28-29.

Παραπομπές

[1] Η παράγραφος αυτή, όπως και η επόμενη αποτελούν αποσπάσματα από το βιβλίο μας: ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ, εκδ. Αρμός, Ιούνιος 2024, σελ. 55-58.

[2] Διαβάζουμε στη Βικιπέδια σχετικά: «Το κεχρί είναι η γενική ονομασία διαφόρων ειδών ποωδών φυτών της οικογένειας των Αγρωστιδών (Graminae), τα οποία παράγουν μικρά εδώδιμα σπέρματα και χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου ή ως ζωοτροφή. Το κεχρί ανακαλύφθηκε και καλλιεργήθηκε συστηματικά για πρώτη φορά στην Κίνα το 7500 π.Χ..

   Όλα τα είδη κεχριού αναπτύσσονται αντίστοιχα με το σόργο [= ένα από τα περίπου 30 είδη, όπως είναι το γνωστό «καλαμπόκι», από το στέλεχος του οποίου κατασκευάζονταν και στην Κέρτεζη οι σκούπες] με μόνη διαφοροποίηση ότι ενίοτε η παραγωγή στελεχών (αδέλφωμα) είναι πιο άφθονη. Ο χρό-νος του βλαστικού τους κύκλου είναι σύντομος από 2 έως 3 μήνες για τα πρώιμα και 5 μήνες για τα όψιμα…». ΠΗΓΗ: Βικιπέδια.

[3] Η «μπότσα» ήταν μονάδα μέτρησης υγρών: «μέτρο χωρητικότητας υγρών για τη μέτρηση κυρίως μούστου ή κρασιών, ίσο με δυο μετρικές οκάδες, (2x 400×3,2) = 2.560 γραμμάρια πριν από την οκά! 1 οκά αντιστοιχούσε σε 1,28 κιλά και η μία μπότσα σε 2 οκάδες=2,564 κιλά περίπου.

   Πηγή: https:// el.wiktionary.org/wiki/.

[4] ΒΟΑ ΤΤ607, όπου BOA: Başbakanlık Osmanlı Arşivi (The Ottoman Archives of the Prime Minister’s Office, Αρχεία Πρωθυπουργίας της Κωνσταντινούπολης). TT: Tapu Tahrir.

Κέρτεζη: Η 1η οθωμανική οικονομική απογραφή (1460)

Κέρτεζη: Η 1η οθωμανική οικονομική απογραφή (1460)

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΑΙ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

     Βρισκόμαστε στην πρώτη φάση της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο. Οι Οθωμανοί πραγματοποιούσαν ανά περιόδους οικονομικές απογραφές. Συντάσσονταν στην παλαιοτουρκική γλώσσα (είδος αραβικής). Τα έγγραφα φυλάσσονται μέχρι τις ημέρες μας στα γενικά αρχεία του σημερινού κράτους της Τουρκίας…

     Ήλθα σε επαφή με ιδιωτική ελληνική εταιρεία, που διαχειρίζεται και μεταφράζει τα εν λόγω έγγραφα, αρχικά στην νεοτουρκική γλώσσα και τέλος στην ελληνική. Αρχικά ήλθε στα χέρια μου η οικονομική απογραφή του 1583 για την Κέρτεζη[1] και μετά από ένα χρόνο του 1460-63.

   Έτσι ήλθαν τα μεν πρώτα έγγραφα στα χέρια μου, στον χρηματοδότη,[2] αλλά και σε κάποια ελάχιστα ακόμη θεσμικά πρόσωπα.[3] Όσον αφορά τα δεύτερα (1460-63) είναι, κατά το κλείσιμο του βιβλίου, μόνο στα δικά μου χέρια και στο νέο μας χρηματοδότη.[4]

Συνέχεια

Γεφύρι στα Τσακαλέϊκα, Κέρτεζη – Καλαβρύτων

Γεφύρι στα Τσακαλέϊκα, Κέρτεζη – Καλαβρύτων

Ενημέρωση από τον Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα προς τον ερευνητή Θοδωρή Χαμάκο

   Είναι χτισμένο στη θέση Τσακαλέϊκα επί του χειμάρρου Ελλάδα ή Ελά, του οποίου οι μικρές πηγές που δημιουργούνται από τα χιόνια και τις βροχές βρίσκονται στο βουνό Καρβελού και που ενώνεται 200 μέτρα πιο κάτω με τον Κερτεζίτικο Βουραϊκό, στον μύλο του Λιάρου-Λαφογιάννη.

   Είναι ένα μονότοξο γεφύρι, καταβιβασμένο, με κάθετα βάθρα, χωρίς στηθαία, μια σειρά καλοπελεκημένους θολίτες, του οποίου έχει γίνει τσιμεντένια επέκταση και στις δύο πλευρές του όπως επίσης και στην επιφάνεια διάβασής του.

Συνέχεια