Αρχείο κατηγορίας Θεολογικές Μελέτες

Επίπονες δικυβεύσεις θνητών στα όρια ανθρωπίνου και Ακτίστου

Για το θεανθρωπολογικό δοκίμι του Παναγιώτη Μπούρδαλα

Για το θεανθρωπολογικό δοκίμι του Παναγιώτη Μπούρδαλα

Του Νεκτάριου Στελλάκη*

Διάβασα πρόσφατα: «Διαβάζοντας ένα βιβλίο δεν μπορείς να κλείσεις τα μάτια, ούτε να κρυφτείς.»

Νομίζω πως αυτό δεν ισχύει για όλα τα βιβλία. Ισχύει, ωστόσο, για το βιβλίο που μας «κερνά» ο αγαπητός Παναγιώτης και οι εκδόσεις ΑΡΜΟΣ.

Εξηγούμαι: Το βιβλίο αυτό δεν μας αφήνει να «κλείσουμε τα μάτια» και με τις δύο έννοιες της φράσης: μας κρατά αφενός «ξύπνιους», δηλαδή σε εγρήγορση, αλλά και μας αποκαλύπτει αλήθειες από τον εκκλησιαστικό χώρο που πολλές φορές δεν θέλουμε να δούμε ή κάποιες άλλες φορές αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε λόγο να δούμε – κυρίως εμείς οι λαϊκοί -, κι αυτό μάλλον είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε όσους από εμάς έχουμε αποδεχτεί την κλήση και θέλουμε να γίνουμε Σώμα Χριστού, δηλαδή Εκκλησία, αφού «διότι το όλο νόημα της Εκκλησίας είναι η κοινωνία των προσώπων μεταξύ τους» (π. Βασίλειος Θερμός).

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το βιβλίο ως «θεανθρωπολογικό δοκίμιο».

Δοκίμιν : Αρχ. δοκίμιον, μεσν. δοκίμι, κυπρ. διτζίμιν δοκιμαστικό βαρύ λιθάρι. Δες και «Το δοκίμι της Αγάπης» (τρόπος ελέγχου και μέσο δοκιμής χειροπιαστό κείνος που θα σηκώσει το λιθάρι θα γίνει άξιο ταίρι της κόρης των δημοτικών παραλογών). Σε μερικές αυλές παλαιών εκκλησιών της Κύπρου μπορεί κανείς και σήμερα να δει κάποιο διτζίμιν όποιος το έσερνε «του νώμου του» (το σήκωνε δηλαδή ώς τον ώμο του) λογαριάζονταν ανάμεσα στα πρώτα παλικάρια. Αλλά και τώρα οι νέοι, σ’ εκκλησιές οπού έχουν διτζίμιν, δοκιμάζουν τη δύναμή τους στα «παιχνιδάκια της Λαμπρής», Κυριακή και Δευτέρα του Πάσχα. (Από την παρουσίαση της έκδοσης)

Ο σκοπός του βιβλίου δηλώνεται ξεκάθαρα από τον συγγραφέα στη σελίδα 16:

Πρόκειται για σχολιασμό θεμάτων όπου και «η γνώμη μου και η στάση μου να διαφανούν, αλλά και ο προβληματισμός ν’ ανοίξει για τα καλά με την ανάγνωση». (σελ. 16)

Ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει και τη δυσκολία του εγχειρήματος. Γράφει: «Στο βιβλίο αυτό συμπλέκουμε θεανθρωπολογικά την κοινή ανθρώπινη αδελφοποιό φύση και την ελευθεροποιό ετερότητα του «προσώπου» σε κοινό υφάδι. Η δυσκολία είναι όντως μεγάλη, όχι μόνο από το περιεχόμενο αυτό καθαυτό, αλλά και την δυο χιλιάδων ετών χριστιανική πορεία, με ό,τι όμορφο και άγιο, μα και ό,τι απάνθρωπο και σκοτεινό έγινε παράδοση.» Δυνατός λόγος – επισημαίνω: κοινή ανθρώπινη αδελφοποιό φύση, ελευθεροποιός ετερότητα του προσώπου, ό,τι απάνθρωπο και σκοτεινό έγινε παράδοση.

Συμπέρασμα: Το βιβλίο μας προσκαλεί να συ-ζητήσουμε, να αναζητήσουμε μαζί. Δεν επιδιώκει παρά να προβληματιστούμε και μάλιστα «για τα καλά». Στην εποχή μας φαίνεται να κυριαρχούν δύο τάσεις:  Από τη μια αναζητούμε απαντήσεις σαφείς κι αμετακίνητες κι από την άλλη για κάποια άλλα θέματα αρκούμαστε στην ανάδειξη της πολυπλοκότητάς τους. Ο συγγραφέας του βιβλίου μας δεν συμμερίζεται καμιά από αυτές. Έχοντας γνώμη και στάση ο ίδιος μας προσκαλεί σε κοινό προβληματισμό.

Και η συζήτηση όπως ένα τραπέζι έχει τους κύκλους της:

 «Προσπάθησα- λέει ο συγγραφέας- η σειρά όλων των κεφαλαίων να έχει ένα είδος ανεβάσματος, εν είδει κλίμακας, από τα «μικρά» στα μεγάλα θέματα.»

Στο 1ο Κεφάλαιο (1ο Μέρος) – ως ορεκτικά – συναντούμε οκτώ πρόσωπα που με τον τρόπο τους το καθένα δυνάμωσε την πίστη στην καρδιά του συγγραφέα και σμίλεψε τη θεολογία του. Tο 1ο Μέρος διαβάζεται ευχάριστα, προκαλεί συγκινήσεις και προβληματισμούς και μπορεί να διαβαστεί πολλές φορές αποκαλύπτοντας κάθε φορά κι άλλο επίπεδο προβληματισμού. Ο λόγος, ζεστός, καρδιακός σε συγ-κινεί και σου στερεώνει μέσα σου την ελπίδα ότι «ναι» «οι χριστιανοί δυνητικά έχουμε το προνόμιο να περπατήσουμε τη γέφυρα που ενώνει Γη με Ουρανό κι’ απ’ αυτό εδώ τον κόσμο» να πορευτούμε από τον Άδη της μοναξιάς και της διαίρεσης στο χώρο της κοινής Ανάστασης, να γίνουμε δηλαδή Εκκλησία, Σώμα Χριστού.

Στα επόμενα κεφάλαια του 1ου μέρους ο συγγραφέας μας «κερνά» κάποιες παρεμβάσεις του, που αν δεν εντάσσονταν στο βιβλίο ίσως θα λησμονιούνταν στο διαδίκτυο. Στα κείμενα αυτά ο προβληματισμός είναι έντονος και χρειάζεται ο αναγνώστης να «ακολουθεί κατά πόδας» τον συλλογισμό του συγγραφέα.  Κοινός άξονας των κειμένων κατά τη γνώμη μου η υπερίσχυση του ατομικού ανθρώπου στην εποχή μας. Διαβάζω:  «Αυτή η προώθηση του «ατομικού ανθρώπου» πάει να αντικαταστήσει την παλιά λογική, το παλιό πρότυπο ανθρώπου, τον «μαζικό άνθρωπο». Έχουμε, λοιπόν, τον «εξατομικευμένο άνθρωπο». Κι’ έχουμε αφήσει την «θεολογία της φύσης», δηλαδή της κοινής φύσης των ανθρώπων, που τους κάνει αδέρφια.» («τον τριαδικό συλλογικό άνθρωπο»).

Παρότι ο χρόνος δεν επιτρέπει την απλή αναφορά έστω στα κείμενα αυτά θα ήθελα να σταθώ σε δύο από αυτά. Το πρώτο για «την ημέρα θεολογικού πένθους», δηλαδή την «προσκύνηση των οστών του Εθνεγέρτη Δεσπότη, Παλαιών Πατρών Γερμανού, στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα» και το δεύτερο για τους «Τρεις σταυρούς του Βουραϊκού». Και στα δύο κείμενα αυτό που είναι σημαντικό και πρέπει να αναδείξουμε είναι ότι ο συγγραφέας εκφράζει με παρρησία τη γνώμη του, αλλά την γνώμη αυτή την οικοδομεί με συγκεκριμένα κριτήρια και την εκφράζει με τρόπο ξεκάθαρο αλλά ευγενικό. Και πάντα προσκαλεί τον αντίλογο.

Και θα ήθελα να διαβάσω κι ένα απόσπασμα από το 4ο Κεφάλαιο όπου τίθεται        «Το κεντρικό θεολογικό ζήτημα, δηλαδή η σχέση «θείου και ανθρωπίνου». με το «φωτεινό» επίγραμμα: «Μετανάστες και μεταλαβιά»

 «Ο τρόπος που βλέπουμε τους «άλλους», τους «ξένους», τους «μπάσταρδους», τα «πιόνια» του πολέμου. Εκεί κρίνεται η προσωπική Πίστη για τον άνθρωπο. Και η δεύτερη πως βλέπουμε τη «Θεία Ευχαριστία». Εκεί κρίνεται πως πιστεύουμε το Θεό (όχι βλέπουμε, γιατί ο Θεός «βλέπεται» αλλού). Και με την μετοχή μας, όπως και με την αποχή μας, στην «Μεταλαβιά», οπότε ρισκάρουμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί τα πάντα.»

Τι είδους είναι η πίστη μας μας ρωτά ο συγγραφέας, η πίστη μας στον άνθρωπο και η πιστη μας στον Θεό; Βιωματική, θρησκευτική ή ιδεολογική;

Το 2ο Μέρος – το κυρίως πιάτο του πνευματικού συμποσίου- ασχολείται με την Μεγάλη Σύνοδο του 2016.

Ενδεχομένως ο Παναγιώτης να είναι ο μόνος μη ιερωμένος, μη ακαδημαϊκός θεολόγος που ασχολήθηκε με τη Σύνοδο αυτή με τέτοια σοβαρότητα, επιμέλεια και προσδοκία στο «ίνα πάντες εν ώσι» της αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου. Στην εποχή μας που φαίνεται να κυριαρχούν «η μονομερής θρησκευτικότητα, η τάση της εκκοσμίκευσης, η πίεση της επιβίωσης, ο πιετισμός των ιδεολογιών, η σκληράδα του κληρικαλισμού» η ενασχόληση με το ιστορικό αυτό ορόσημο της Μεγάλης Συνόδου είναι αξιο – σημείωτη.

Το ίδιο ισχύει και για τα επιμέρους σχόλια που εμπεριέχονται στο βιβλίο. Θα ήθελα και πάλι να σταθώ σε δύο για τα οποία θα επιθυμούσα να γίνει περισσότερο λόγος και σήμερα σε αυτή την συνάντηση, αλλά και στις ενορίες μας, στις μητροπόλεις μας….

Το πρώτο είναι το σχόλιο για την απουσία της κοινής τράπεζας στο κείμενο της Συνόδου. « Δεν μπορώ, τέλος, να μη παρατηρήσω ότι απουσιάζει μία ενότητα για τη σημασία της κοινής λήψης της τροφής (κοινή τράπεζα), την οποία η παράδοση την έχει σε ξεχωριστή θέση, όπως είναι το «οικογενειακό τραπέζι»…. το κοινό τραπέζι έχει σημαντική θέση στην μετά την Λατρεία ζωή των λαϊκών!

…..γνωστή θεωρητικά και εμπειρικά είναι και η «κοινή τράπεζα» στα μοναστήρια και στις σκήτες, ειδικά σε απομακρυσμένα μέρη (π.χ. Άγιος Όρος). Σημάδι βεβαίως σημαντικό αποτελεί και το «μοίρασμα του αντιδώρου», οι αρτοκλασίες και τα εορταστικά κόλλυβα. Επομένως το όποιο «ασκητικό ιδεώδες» της αρχικής Αποστολικής Εκκλησίας συνδέθηκε με την αναδιανομή των αγαθών μέσω της κοινής «τράπεζας». Δεν αυτονομήθηκε επομένως η άσκηση από την κοινή τροφή.

….. στ) Δεν δόθηκε χώρος για τη χαρά της κοινής τροφής (π.χ. κοινή τράπεζα), αφού η τροφή αυτή καθ’ εαυτή δεν αποτελεί από μόνη της «κακό», αλλά ο τρόπος συλλογής και κατανάλωσης. Και πιθανά αυτή η έλλειψη ν’ αποτελέσει τον «αδύναμο κρίκο» σε συντηρητικές ομά-δες πιστών που έχουν μια τάση θεολογικής εξαΰλωσης και μονοφυσιτισμού…

Και «ο νοών νοείτω».

Το δεύτερο ένα απόσπασμα από το σχόλιο στο κείμενο «Οι χριστιανοί στον σύγχρονο κόσμο»:

 «Η συνείδηση της ζώσας Εκκλησίας δεν διαχωρίζει την ειρήνη από την δικαιοσύνη. Όταν αυτό το κάνει υπέρ της «ειρήνης», χωρίς δικαιο-σύνη και χωρίς στήριξη των αγωνιστών της δικαιοσύνης, τότε γέρνει υπέρ των εξουσιαστών, που επιδιώκουν μια ολοκληρωτική ειρήνη, την «ειρήνη νεκροταφείου», την ώρα που η κοινωνία είναι ακόμα άδικη, ταξική, ιεραρχική, ανδροκρατική και πατριαρχική….      

….Η ειρήνη και η δικαιοσύνη δεν είναι ένα δίδυμο που αφορά μόνο την κοινωνική και οικονομική αδικία ή και την εξουσιαστική καταπί-εση με διάφορες μορφές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αφορά το σύνολο της ζωής των ανθρώπων, τόσο σε «οριζόντιο» κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε προσωπικό «κατακόρυφο». Αφορά όλες της πλευρές της επιβίωσης και της ζωής, δηλαδή επί πλέον την σχέση με την υπό-λοιπη φύση – κτίση – δημιουργία, την σχέση με την φιλοσοφία και επιστήμη, την σχέση με την τεχνική και την τεχνολογία. Αφορά ακόμη την εσωτερική ανάπτυξη της προσωπικής και κοινωνικής συνείδησης, αλλά και κάθε μορφή αξιών, ιδανικών, ουτοπιών και πίστης.»

Αξίζει κανείς να μελετήσει προσεκτικά και να συζητήσει τα σχόλια του συγγραφέα για τον γάμο, τη νεολαία, την επιστημονική πρόοδο, την «Τρίτη Ρώμη» κτλ.

Το επιδόρπιο είναι επίσης «πλουσιότατο». Επιλέγω και σας προτείνω να μελετήσετε το κείμενο: «Μια πρόταση συνοδικής και ιεραρχικής ενότητας», όπου ο Παναγιώτης καταθέτει μια ρεαλιστική και τεκμηριωμένη άποψη, που όμως φοβάμαι θα παραμείνει μια ουτοπική σύλληψη.

Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην ευστοχία του Προλόγου– Ελάχιστα βιβλία έχουν την τύχη να ξεκινούν με έναν. τόσο εύστοχο πρόλογο. Θα ήθελα να κάνω και μια πρόταση: Κάποιοι όροι δεν είναι άμεσα κατανοητοί από τους μη θεολόγους και καλό είναι να επεξηγούνται: Παραδείγματος χάριν: «μεταπατερικός οικουμενισμός», «απολλιναρίζοντες», «κυρίαρχος ανθρωπολογικός αρειανισμός», ανθρωπολογικός «νεστοριανισμός».

Παναγιώτη, εύχομαι το βιβλίο να πετύχει το στόχο του. Να δώσει αφορμή για ζύμωση και συζήτηση, μέσα από τις οποίες θα μπορέσουμε να πραγματώσουμε και την «κατακόρυφη» μεταμορφωτική μας προσπάθεια αλλά και την «οριζόντια» με τη συμμετοχή μας στα κοινωνικά δρώμενα και τη πάλη για δικαιοσύνη και ελευθερία.

Το βιβλίο σου μπορεί να σταθεί «δοκίμι» ή «διτζίμι» για την πίστη μας και την ελπίδα μας για έναν κόσμο που να επικρατεί η Ειρήνη και το θέλημα του Θεού.

* Ο Νεκτάριος Στελλάκης είναι αναπλ. Καθηγητής στο ΤΕΕΑΠΗ του Πανεπιστημίου Πατρών. Παρουσίασε το βιβλίο του Παν. Μπούρδαλα «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΧΑΪΚΗ ΓΗ ΕΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΑΤΑ» στην Πάτρα, σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο ΤΟ ΔΟΝΤΙ, στις 13.10.2022 στην αίθουσα MOSAIC.

Εφαρμοσμένη θεανθρωπολογία στην Αχαϊκή γη

Εφαρμοσμένη θεανθρωπολογία στην Αχαϊκή γη

Βιβλιοπαρουσίαση του Σπύρου Παΐζη στην Κόρινθο

    Ο τρόπος δουλειάς του Παναγιώτη: Μέσα από το πρωτογενές υλικό, τα βιώματά του, τους ανθρώπους πρότυπα, την αλληλεπίδραση αυτού του υλικού με τις θεωρητικές μελέτες του, αναδεικνύει υποθέσεις–προτάσεις ενός θεανθρωπολογικού μοντέλου, όπου το εφαρμόζει σε μεγάλα ζητήματα που προκύπτουν στο χώρο της υγείας, της παιδείας, της ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και του πολέμου στο έδαφος της Ουκρανίας, που ξέσπασε λίγες μέρες πριν την έκδοση του βιβλίου. Ίσως, η πιο ολοκληρωμένη εφαρμογή του τρόπου δουλειάς του, φαίνεται στην ορθή στάση που κρατά στο μέγα θέμα της Πανδημίας, αποφεύγοντας τόσο την συστημική όσο και την συνωμοσιολογική τάση.

Ελπίδα: Η πνευματική άνοδος ως κάθοδος

Ελπίδα: Η πνευματική άνοδος ως κάθοδος [1]

Ελπίδα: Κωνσταντίνος Παρθένης

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

Θεωρώ πολύ σημαντικό να στρέψουμε την προσοχή μας στην έννοια της χριστιανικής ελπίδας και να παλέψουμε με τα συγκλονιστικά ζητήματα που αυτή θέτει [1]. Μερικά από αυτά τα ζητήματα θα επιχειρήσω να ψηλαφίσω εδώ, γύρω από δύο άξονες: Πρώτον, η ελπίδα μέσα στην ιστορία και, δεύτερον, η ελπίδα μέσα στην απελπισία.

Α.

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά, όχι γενικά της ελπίδας, αλλά συγκεκριμένα της χριστιανικής ελπίδας;

Πρώτα απ’ όλα, η χριστιανική ελπίδα δεν παράγεται από τον κόσμο, δεν γεννιέται από την ιστορία (ούτε καν από το μέλλον της ιστορίας), δεν προκύπτει από κάποια εντελέχεια (δηλαδή από κάποια εσωτερική δύναμη η οποία οδηγεί σε μια αναπόδραστη εξέλιξη). Η χριστιανική ελπίδα φτιάχνεται και χαρίζεται από τον Θεό και, ορθότερα, από το έργο του Θεού μέσα στην ιστορία. Ο Θεός δρα μέσα στην ιστορία, και με τη δράση του αυτή δημιουργεί κάτι ολότελα νέο για τον άνθρωπο και τον κόσμο: τη δυνατότητα της Ανάστασης και της ανακαίνισης.

Απελπισία και απελευθέρωση – Πανανθρώπινες διαδρομές με τη Βίβλο

Απελπισία και απελευθέρωση. Πανανθρώπινες διαδρομές με τη Βίβλο.

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

[Δημοσιευμένο στον τόμο του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου

«Ο ρόλος της Αγίας Γραφής στην αρμονική συμβίωση των ετεροτήτων. Το Διάταγμα της ανεξιθρησκίας του 313 μ.Χ. και το αίτημα του 21ου αιώνα για καταλλαγή»,

εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 2014, σσ. 75-82].

«Θα πάρω θέση, θα σταθώ στη σκοπιά μου και στην πολεμίστρα μου και θα προσμένω για να δω τι θα μου πει ο Θεός για να πω, και ποια θα πρέπει απάντηση να δώσω στο παράπονο που διατύπωσα» [1].

Προφήτης Αβακούμ: Εκπρόσωπος παραπονούμενων, μα παραπονούμενων απαιτητικών κι ετοιμοπόλεμων. Το ετοιμοπόλεμο μεταμορφώνει την αδρανή υπομονή σε προσδοκία έμπρακτη. Είσαι στην πολεμίστρα, σε θέση πράξης. Και προσδοκάς απάντηση ρηματική και έμπρακτη μαζί. Γιατί ζητάς να αλλάξει  ροή η ιστορία.

«Ως πότε, Κύριε, θα σου φωνάζω για βοήθεια, κι εσύ δεν θα με ακούς; Σου κράζω για την αδικία που επικρατεί, μα εσύ δεν επεμβαίνεις! […] Γιατί παρατηρείς τη δυστυχία χωρίς να κάνεις τίποτα;» (Αβακ. 1: 1-4).

Εμείς τώρα, διαβάζοντας τον Αβακούμ μέχρι τέλους, γνωρίζουμε ότι η απάντηση ήρθε. Αλλά τις ώρες του παραπόνου, τις ώρες της κραυγής, τις ώρες του καμπουριάσματος στην πολεμίστρα, ο παραπονούμενος αναμετριέται με τη σιωπή, με την απουσία, με την απελπισία, χωρίς κάτι εκείνη τη στιγμή να του εξασφαλίζει ότι η σιωπή, η απουσία, η απελπισία δεν θα είναι αιώνιες. Και σιωπή, απουσία, απελπισία σημαίνουν ότι επελαύνει ανενόχλητη στην ιστορία η νομοτέλεια την οποία ορίζει η ισχύς, με όχημα στις ημέρες του Αβακούμ τους Βαβυλώνιους και στις ημέρες της αφεντιάς μας τους νεοφιλελεύθερους,

«αυτό το έθνος το σκληρό κι αδίστακτο, που διασχίζει όλη τη γη, γυρεύοντας να κατακτήσει ξένες χώρες. Είναι φοβεροί και τρομεροί. Νόμος τους είναι του ισχυρότερου το δίκιο» (1: 6-7).

Απέναντι στη δήωση, τα θύματα και οι αδικημένοι στενάζουν και κραυγάζουν. Η δυνατότητα για παράπονο, για στεναγμούς και για κραυγή, είναι σπουδαία προίκα του ανθρώπου. Είναι μια δυνατότητα, ο άνθρωπος να γίνει πιο ευρύχωρος, ποθώντας ζωή της προκοπής και προσκαλώντας τον άλλον να συμμεριστεί αυτόν τον πόθο. Σαν νήμα μυστικό η κραυγή αυτή ενώνει όλους τους ανθρώπους. Φώναξε γοερά το αίμα του Άβελ (Γεν. 4: 10), στέναξαν κι έκραξαν οι Εβραίοι στη δουλεία της Αιγύπτου (Έξ. 2: 23), κραυγάζει ο μισθός του εργάτη που τον παρακράτησαν τα αφεντικά (Δευτ. 24: 14-15, Ιακ. 5: 4), στενάζει και κραυγάζει η κτίση ολόκληρη, λαχταρώντας την απελευθέρωσή της από τη φθορά (Ρωμ. 8: 19-22), κραυγάζουν δυνατά οι ψυχές των μαρτύρων ζητώντας πίσω το αίμα τους και επαναλαμβάνοντας τον στίχο του Αβακούμ: «Έως πότε, επιτέλους;» (Αποκ. 6: 10). Υψώθηκε στον ουρανό η κραυγή των μαύρων δούλων στην Αμερική κι έγινε spiritual, υψώνεται στον ουρανό το Χαν των Κορεατών, η κραυγή του αδικαίωτου τυραννισμένου [2].

ΚΟΡΟΝΑΪΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ( ; ) ΔΥΑΛΙΣΜΟΣ

ΚΟΡΟΝΑΪΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ (;) ΔΥΑΛΙΣΜΟΣ

Του Cyril Hovorun (Κυρίλλου Γοβορούν)* – Μετάφραση Καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη

Στην σύντομη αυτή παρέμβαση, θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι υποκρύπτεται στην πολύ διαδεδομένη πεποίθηση, ότι ο κοροναϊός δεν μπορεί να μεταδίδεται με την κοινωνία των τιμίων δώρων.

Η πίστη αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού είναι το απόλυτα καλό, ενώ ο θανατηφόρος ιός το κακό. Το καλό, επομένως, δεν μπορεί να μεταδώσει το κακό.

Ωστόσο, ο ιός είναι θανατηφόρος μόνο για μας, και ακόμη όχι για όλους μας, επειδή οι περισσότεροι από μας μπορεί να τον μεταφέρουμε χωρίς να το ξέρουμε. Ο ιός, αυτός καθ’ αυτόν, όπως και ο κάθε μικρο- ή μακρο-οργανισμός, είναι μέρος της δημιουργίας του Θεού. Ως φυσική πραγματικότητα και μέρος του φυσικού κόσμου οντολογικά ο ιός είναι καλός, όπως κάθε δημιούργημα του Θεού (βλ. Γεν 1,21). Θεωρούμε τις πλημμύρες, τα ηφαίστεια, τους τυφώνες κακούς, αλλά είναι φυσικά φαινόμενα, και επομένως δεν είναι οντολογικά κακοί. Τα φίδια και οι αράχνες που μας δαγκώνουν είναι κι’ αυτά θανατηφόρα για μας, αλλά από τη φύση τους είναι καλοί.

Μαζί με άλλους ιούς, τα βακτήρια και άλλους μικρο-οργανισμούς, ο κοροναϊός είναι μέρος του οικοσυστήματος που δημιούργησε ο Θεός. Δεν υπεισέρχομαι στην προβληματική, ποιο τμήμα αυτού του οικοσυστήματος δημιουργήθηκε άμεσα από τον Θεό ή μέσω των νόμων της εξέλιξης, που επίσης καθόρισε ο ίδιος ο Θεός. Θα πω απλά ότι μερικά τμήματα αυτού του οικοσυστήματος είναι χρήσιμα σε εμάς, και μερικά όχι. Ωστόσο, ανεξάρτητα από αυτό, όλα είναι μέρος της δημιουργίας του Θεού. Επί πλέον, ο κοροναϊός, μαζί με άλλα δημιουργήματα, υπόκειται στην «ανακεφαλαίωση», την οποία ο απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή περιγράφει ως «μυστήριο του θελήματος του Θεού, που με αγαθότητα προσχεδίασε να πραγματοποιήσει… δηλαδή να τα ενώσει (νακεφαλαιώσασθαι) όλα, ουράνια κι επίγεια, στο πρόσωπο του Χριστού». Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής το επεξηγεί περαιτέρω, τονίζοντας ότι

«στο Θεό ανήκει ό,τι υπάρχει και παραμένει εν ζωή, αφού από Αυτόν προέρχονται με συγκεκριμένο τρόπο και για συγκεκριμένο λόγο» (Ambiguum 7).

Για μια Θεολογία της Παρακλήσεως

Για μια Θεολογία της Παρακλήσεως

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*

Εισαγωγή στη θεολογία των Κατανυκτικών Εσπερινών

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η ζωή του ανθρώπου είναι μια συνεχής πορεία που έχει ως σκοπό και στόχο το πέρασμα από την κατ΄εικόνα της εικόνας του Θεού δημιουργία στην καθομοιωτική κατά χάριν θέωσή του. Αυτή την πορεία του ανθρώπου προς την κατά χάριν θέωση, η Εκκλησία την χαρακτηρίζει ως πνευματική και την τοποθετεί στο πλαίσιο του κινητού και εορταστικού της κύκλου, καλώντας τους πιστούς σε συμπόρευση με τα ιστορικά της πρόσωπα, την Ιστορία της, η οποία δεν είναι άλλη από τη ζωή των Αγίων της. Ιδιαιτέρως, όμως, υπερτονίζει την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και του Τριωδίου ως το «στάδιο των αρετών», όπου ο πιστός καλείται να προγυμνασθεί σωματικά και πνευματικά με σκοπό να υποδεχθεί τον αναστάντα εκ νεκρών Κύριο, μέσα από ασκήσεις πνευματικές και σωματικές. Αν εντάξουμε αυτή την πορεία στη ροή του ιστορικού χρόνου θα δούμε ότι υπάρχει το στάδιο της προετοιμασίας που ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, ακολουθεί με την Κυριακή του Ασώτου και καταλήγει με τη λεγόμενη Κυριακή της Αποκρέω. Και οι τρεις αυτές εβδομάδες, καλούνται, κατά την εκκλησιαστική γλώσσα «προφωνήσιμες», καθώς προγυμνάζουν τους πιστούς, (κατά τον τρόπο της προετοιμασίας που κάνουν οι αθλητές, το λεγόμενο «ζέσταμα» πριν να μπουν στο στάδιο διεξαγωγής του αγώνα), για να εισέλθουν στο Κατανυκτικό περιβάλλον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Επιχειρώντας να κωδικοποιήσουμε τα βασικά σημεία αυτού του Κατανυκτικού περιβάλλοντος, ώστε να βοηθηθούμε στην κατάδειξη του επιδιωκόμενου στόχου, δίνουμε τέσσερις λέξεις, τις οποίες είναι εύκολα να συγκρατήσουμε στη μνήμη μας: νηστεία, εγκράτεια, αλληλεγγύη και μετάνοια. Πρόκειται για ένα τετραδιάστατο αρχιτεκτονικό πνευματικό σχέδιο με διάφορα επίπεδα, στα οποία ο πιστός καλείται να μεταβεί διαδοχικά, αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες που εμφανίζονται μπροστά του, υπερβαίνοντάς τες και αξιοποιώντας τις ασκήσεις που του προσφέρονται από την Εκκλησία. Σε αυτό το πλαίσιο των προσφερόμενων πνευματικών γυμνασμάτων  εντάσσονται και οι Κατανυκτικοί Εσπερινοί των πέντε Κυριακών της Μ. Τεσσαρακοστής. Με μια προσεκτική ανάλυση των τροπαρίων που συνθέτουν τις εσπερινές αυτές ακολουθίες καταλήγουμε όσον αφορά στο περιεχόμενο και τη στοχοθέτησή τους επιγραμματικά στα εξής χαρακτηριστικά:

1ον Αναμνηστικό

2ον Σωτηριολογικό-Απελευθερωτικό

3ον Παρακλητικό

Δερμάτινοι χιτῶνες

Δερμάτινοι χιτῶνες

Του (+) Παναγιώτη Νέλλα*

Πρὶν ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ τονισθῆ ότι οἱ δερμάτινοι χιτῶνες, ὅπως τὸ δείχνει καθαρὰ ἡ διήγηση τῆς Γενέσεως, προστέθηκαν στὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν πτώση καὶ ὅτι δὲν ἀποτελοῦν φυσικὸ συστατικὸ στοιχεῖο του. Αὐτὸ ποὺ ἡ ἐμπειρικὴ παρατήρηση ὀνομάζει «φυσικότητα» τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γιὰ τὴ βιβλικοπατερικὴ διδασκαλία μιὰ μεταγενέστερη, ἡ μετὰ τὴν πτώση κατάσταση, ὄχι ἡ ἀρχικὴ καὶ συνεπῶς ἀληθινὴ φύση του. «Ὅτι οἰκεία μὲν καὶ κατὰ φύσιν τοῖς ἀνθρώποις ἐστὶν ἡ ζωὴ ἡ πρὸς τὴν θείαν φύσιν ὡμοιωμένη» (Γρηγόριος Νύσσης). 

Καλεῖται συνεπῶς ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἂν θέλη νὰ κατανοήση πλήρως τὴν ὕπαρξή του, τὰ καλὰ στοιχεῖα ἀλλὰ καὶ τὰ δεινὰ ποὺ τὸν μαστίζουν, νὰ διευρύνη τὸν ὁρίζοντά του, νὰ διερωτηθῆ μήπως αὐτὸ ποὺ θεωρεῖ «φυσικὸ» δὲν εἶναι τόσο αὐτονόητο. Καὶ πρέπει νὰ σημειώσουμε πὼς εἶναι εὐοίωνο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἐπιστήμονες θέτουν τὰ τελευταῖα χρόνια στὸ χῶρο τῶν ἀνθρωπολογικῶν ἐπιστημῶν αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Πάντως γιὰ ὅποιον θέλει νὰ κινηθῆ στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης βιβλικοπατερικῆς ἀνθρωπολογίας ἡ διάκριση αὐτὴ ἔχει ἀποφασιστικὴ σημασία καὶ πρέπει νὰ τὴν ἔχη συνέχεια κατὰ νοῦ.

Η εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού ζητήματος

Η εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού ζητήματος

Του Χαράλαμπου (Χάρη) Ανδρεόπουλου*

Η εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού ζητήματος. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση. Διδακτικό υλικό για το μάθημα των Θρησκευτικών και της Ιστορίας.

Περίληψη:

Η παρούσα εργασία αντιμετωπίζει την εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού ζητήματος ως μελέτη περίπτωσης (case study) επιδιώκοντας να εισφέρει επικουρικό εκπαιδευτικό υλικό το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί / χρησιμοποιηθεί από τους συναδέλφους εκπαιδευτικούς (Θεολόγους/ΠΕ01 και Φιλολόγους/ΠΕ02) για την διδασκαλία σχετικών θεματικών ενοτήτων του θρησκευτικού και ιστορικού μαθήματος. Στη ερευνητική – ιστορική και νομοκανονική – προσέγγιση του θέματος κεντρική θέση κατέχουν ερωτήματα όπως σχετικά με το «γιατί;» και το «πως;» χρησιμοποιήθηκε από την πολιτική εξουσία της γείτονος χώρας («Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» [«FYROM»], νυν «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας») ο εκκλησιαστικός οργανισμός προκειμένου να υπηρετηθούν ευρύτερες γεωπολιτικές σκοπιμότητες στο χώρο της Βαλκανικής μετά το πέρας του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Στη μελέτη αναπτύσσεται λεπτομερώς η εκκλησιαστική πτυχή του εν λόγω (μακεδονικού) ζητήματος σ΄ όλες τις επιμέρους ιστορικές φάσεις (1945 μέχρι σήμερα) και νομοκανονικές / εκκλησιολογικές του διαστάσεις. Περιγράφεται η όλως αντικανονική ανακήρυξη (1967) της ανεξαρτησίας της «Μακεδονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», η κατάσταση του σχίσματος στην οποία περιήλθε (και διατελεί μέχρι σήμερα) η εν λόγω Εκκλησία και αναλύεται η πρόταση για την επίλυση του προβλήματος μέσω της (μετ-) ονομασίας της «ΜΟΕ» σε «Aρχιεπισκοπή Αχρίδος» επί τη βάσει της «Συμφωνίας του Νις» (2002) και των προϋποθέσεων περί (διοικητικής) αυτονομίας μιας τοπικής Εκκλησίας τις οποίες έθεσε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η συνελθούσα τον Μάϊο του 2016 στη Κρήτη

Λέξεις κλειδιά: «Μακεδονικό» ζήτημα«Μακεδονική Εκκλησία», εθνοφυλετισμός, σχίσμα, αυτονομία, αυτοκεφαλία.

Ἡ ἱστορία τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Filioque

στορία τς πιβολς το Filioque

Ο θεολογικές, γλωσσικές καί πολιτικές προϋποθέσεις τς πιβολς το Filioque

Το Φώτη Σχοιν*

Τό Filioque, ὅτι δηλαδή τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί κ το Υο, συνιστᾶ αἱρετική ἀπόκλιση τῆς Δύσεως καί ὄχι ζήτημα θεολογούμενον, ὅπως ὑποστηρίζουν ὁρισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι καί θεολογοῦντες. Λέγεται ὅτι τό πρῶτον ἐμφανίσθηκε σέ δύο συνόδους τοῦ Τολέδου τό 547 καί τό  589 [1]. Οἱ σύνοδοι αὐτές πρόσθεσαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque. Πολλοί δογματολόγοι ἀμφισβητοῦν τό γεγονός αὐτό καί θεωροῦν ὅτι ἐμφανίσθηκε ἀργότερα σέ ἄλλες συνόδους τῆς Δύσεως [2]. Προτοῦ ὅμως προβοῦμε στήν ἱστορική πλευρά τοῦ ζητήματος, θεωροῦμε σκόπιμο νά ἐξετάσουμε ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ τίς θεολογικές, γλωσσικές καί πολιτικές προϋποθέσεις τοῦ Filioque στή Δύση.

Συνέχεια

Θρησκεία και Επιστήμη: η εσχατολογική διαλεκτική

Θρησκεία και Επιστήμη: η εσχατολογική διαλεκτική

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Η ΕΣΧΑΤΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*

1.  Εισαγωγή

Αναζητώντας η μοντέρνα χριστιανική σκέψη την κοινωνική και ανθρωπολογική διάσταση του λόγου της, ανακαλύπτει ότι, αν θέλει η πορεία και η εξέλιξή της να συγκινεί, θα πρέπει πρωτίστως να διαλέγεται με όλα αυτά που την περιβάλλουν. Σε αντίθετη περίπτωση, θα θεωρούσε την ανθρώπινη ιστορία ως γεγονός ξένο προς την ιστορία της ελευθερίας του ανθρώπου και θα αποτελούσε άρνηση κοινωνικοποίησης της θεολογίας. Η θεολογική σκέψη, ως σκέψη, την οποία γεννά το ανθρώπινο πνεύμα, είναι και αυτή σάρκα της ιστορίας του κόσμου. Αποκαλύπτει τον άνθρωπο ως πρόσωπο της δράσης και αναζητεί τρόπους διαλόγου με τα υπόλοιπα ρεύματα της ανθρώπινης σκέψης, αποκλείοντας, η καλλίτερα θα έπρεπε να επιδιώκει να αποκλείει, οποιαδήποτε a priori δεδομένα.

Συνέχεια