Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εκπαίδευση. Από τις «ντιρεκτίβες» του κεφαλαίου στα «προαπαιτούμενα»

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εκπαίδευση. Από τις «ντιρεκτίβες» του κεφαλαίου στα «προαπαιτούμενα»

Της Γιώτας Ιωαννίδου*

Οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση αποτελούν εδώ και αρκετά χρόνια -ήδη από το τέλος της κρίσης των δεκαετιών 70 και 80- αντικείμενο κεντρικής σημασίας για τα καπιταλιστικά κράτη και το κεφάλαιο, αλλά και για τις διαδικασίες και την πολιτική των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, έχει μεγάλη σημασία από τη σκοπιά της παρέμβασης στην ταξική πάλη υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, να λαμβάνουμε υπόψη τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι πολιτικές αυτές μέσα στον χρόνο και παράλληλα να διακρίνουμε τις κεντρικότερες τάσεις που τις χαρακτηρίζουν.

Στην υπόθεση της εκπαίδευσης η κατάσταση στην Ελλάδα επηρεάζεται καταλυτικά και -σε μεγάλο βαθμό- καθορίζεται από την πολιτική που διαμορφώνεται σε διεθνές και ιδιαίτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Φυσικά, στη συγκεκριμένη μορφή που παίρνουν, τελικά, οι εκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις στην Ελλάδα μεγάλο ρόλο παίζουν οι ειδικές συνθήκες της χώρας, της οικονομίας, του κράτους και της ταξικής πάλης γενικότερα και του εκπαιδευτικού κινήματος πιο ειδικά, ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της δομικής καπιταλιστικής κρίσης και τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις που έχουν δρομολογηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα (με αιχμή, στη χώρα μας, τα μνημόνια). Πρόκειται για αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν το «DNA» της μέχρι τώρα θεωρούμενης εκπαίδευσης.

Έχει προηγηθεί μια σταδιακή αλλαγή στους ίδιους τους ορισμούς των εννοιών της γνώσης, της εκπαίδευσης και της εργασίας με κεντρικό στοιχείο την απόδοση καπιταλιστικού κέρδους μέσω της πλήρους προσαρμογής τους στις ανάγκες των επιχειρήσεων και της ανταγωνιστικότητάς τους. Όλα τα παραπάνω θεωρούνται στοιχεία που ανεβάζουν την ανταγωνιστικότητα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργώντας την πολυπόθητη «ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης» που  επαγγέλλονται τα πολυπληθή ντοκουμέντα της πολιτικής της.

Από το Μάαστριχτ και τη Λευκή Βίβλο προς την ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης

Η εκπαίδευση κι η επαγγελματική κατάρτιση ξεκινούν να γίνονται τομείς εκπόνησης ευρωπαϊκής πολιτικής από τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1992).  Η «Λευκή Βίβλος» το 1993 αλλά και η «Πράσινη Βίβλος για την Ευρωπαϊκή Κοινή Πολιτική» την ίδια περίοδο σηματοδοτούν μια πιο καθαρή στροφή της εκπαίδευσης προς τις ανάγκες της οικονομίας. «Οι επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο είναι απαραίτητες για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας» [1], έγραφε η πρώτη, ενώ ο Ζακ Ντελόρ την παρουσίαζε λέγοντας ότι «δεν πρέπει να επιμένουμε σε αμετακίνητα κοινωνικά κεκτημένα». Ταυτόχρονα αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση που επιδιώκει να επιβάλει ένα νέο «ευρωπαϊκό» τρόπο σκέψης για τα εκπαιδευτικά πράγματα, με την εκπαίδευση να φέρει την κύρια ευθύνη για την αύξηση της ανεργίας, αφού δεν προετοιμάζει το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό. Η Δια Βίου Μάθηση εμφανίζεται λιγότερο σαν πολιτική εκπαίδευσης και περισσότερο σαν δρόμος μείωσης της ανεργίας – «ενεργητική πολιτική απασχόλησης»- αφού θα είναι ατομική ευθύνη του καθένα που πρέπει να την αναλάβει εφ όρου ζωής, κάνοντας «ανταγωνιστικό» εμπόρευμα την «εργατική του δύναμη» στην αγορά εργασίας αντί να περιμένει παθητικά την επιδοματική, κρατική πολιτική.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Λισαβόνας (2000) έθετε ως στόχο για το 2010, μια «Ευρώπη που πρέπει να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή» [2]. Ως πυλώνες αυτής της στρατηγικής, όριζε σε όλα τα παραπάνω την απασχολησιμότητα, την επιχειρηματικότητα, την προσαρμοστικότητα και την ισότητα των φύλων. Η απόφαση της Λισαβόνα προωθεί ταυτόχρονα την ισχυροποίηση των ευρωπαϊκών πολιτικών στην εκπαίδευση μέσα από τη μέθοδο του «ανοικτού συντονισμού» και την πρόταση υιοθέτησης κοινών δεικτών ελέγχου και αξιολόγησης του βαθμού ανταπόκρισης των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων στους ευρωπαϊκούς στόχους.  Έτσι έχουμε την «Ευρωπαϊκή αναφορά για την ποιότητα στη σχολική εκπαίδευση» [3], με τέσσερα επίπεδα και δεκαέξι δείκτες παρακολούθησης – συγκρισιμότητας.  Από κει και πέρα αναπτύσσεται μια απίστευτης πυκνότητας και ποσότητας κατεργασία της κοινής γνώμης των χωρών της ΕΕ -και όχι μόνο- με συνεχείς αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, των Συνόδων των Υπουργών Παιδείας που συγκαλούνται σχεδόν κάθε δύο χρόνια, με φόρουμ ειδικών και εμπειρογνωμόνων, με μελέτες «ανεξάρτητων οργανισμών», κείμενα του CEDEFOP4, επιμελητηρίων και ινστιτούτων, παρεμβάσεις των εκπροσώπων των επιχειρήσεων και των «κοινωνικών εταίρων», αρθρογραφία, προβολή στα ΜΜΕ κλπ.

Οι διαδικασίες της Μπολόνια και της Κοπεγχάγης

Οι γραμμές πολιτικής και οι δεσμεύσεις των μελών κρατών για την προώθηση της πολιτικής της ΕΕ στην Ανώτατη Εκπαίδευση αποκρυσταλλώνονται στη διαδικασία της Μπολόνια [5] (1999), ενώ η διαδικασία της Κοπεγχάγης (2002) [6] είναι η αντίστοιχη για το πλέγμα των Ευρωπαϊκών πολιτικών στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Εξαιρετικά πολυπληθή είναι τα έγγραφα πολιτικής που αφορούν  επίσης τη Δια Βίου Μάθηση αλλά και την ποιότητα – αξιολόγηση, τις δεξιότητες – ικανότητες, τις ΤΠΕ και την κοινωνία της πληροφορίας, την επιχειρηματικότητα κλπ. Οι αλλαγές όμως στην Ανώτατη Εκπαίδευση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση είχαν την πρωτοκαθεδρία στην εκπαιδευτική στρατηγική της ΕΕ, αφού είναι τα κομμάτια της κατεξοχήν σύνδεσης – μετάβασης από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας και -ως εκ τούτου- τα κατεξοχήν πεδία δοκιμών μιας πολιτικής με κέντρο τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι αλλαγές στην υπόλοιπη εκπαίδευση θα έχουν πιο μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στον στόχο αύξησης της προσαρμοστικότητας του εργατικού δυναμικού στις ανάγκες της αγοράς και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας του.  Ειδικότερα η Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση (ΕΕΚ) αποτελεί τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια τομέα, διαχωρισμένο από την καθαρά τυπική εκπαίδευση και στα επίσημα έγγραφα. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις δύο διαδικασίες οι στόχοι περιγράφονται με τις έννοιες του «Κοινού Χώρου» – Κοινός Ευρωπαϊκός Χώρος Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Έρευνας, Κοινός Ευρωπαϊκός Χώρος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης. Ακόμη χρησιμοποιούνται οι ίδιες βασικές αρχές: ο δια βίου επαγγελματικός προσανατολισμός και η συμβουλευτική, η κινητικότητα, η ευελιξία κι η επικύρωση – πιστοποίηση όλων των μορφών μάθησης, η επιχειρηματικότητα. Ταυτόχρονα σχεδιάστηκαν παρόμοια ευρωπαϊκά μέσα για την υλοποίησή τους. Το Πλαίσιο Προσόντων –Εθνικό και Ευρωπαϊκό-, το Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων, το Ευρωδιαβατήριο και άλλα έντυπα προσόντων και το Πλαίσιο διασφάλισης ποιότητας, η γνωστή μας αξιολόγηση.

Η πολιτική της ΕΕ για την εκπαίδευση αποτυπώθηκε αρχικά το 2002 σε στόχους ως το 2010 στο πρόγραμμα εργασίας «Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010» [7].

Η εκπαίδευση στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους

Από το 1993 και μετά, η ΕΕ διακηρύσσει ότι έχει ανάγκη από εκπαιδευτικά συστήματα που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά της έναντι των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας και θα εξασφαλίζουν τη δυνατότητα του εργατικού δυναμικού να προσαρμόζεται στο γρήγορα μεταβαλλόμενο τεχνολογικά, παραγωγικό και εργασιακό τοπίο. Υποδεικνύει, δηλαδή, την εκπαίδευση σαν βασικό αίτιο της καπιταλιστικής κρίσης, σαν τον πάσχοντα εταίρο μιας σφύζουσας οικονομίας.  Στρατηγική της επιλογή ήταν τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης να αποτελέσουν ένα ενεργό εργαλείο για τη διαμόρφωση των εργασιακών ικανοτήτων και την προσαρμοστικότητα του εργατικού δυναμικού με βάση τις –συχνά γοργά μεταβαλλόμενες- ανάγκες των επιχειρήσεων. Και μάλιστα σε ένα περιβάλλον στο οποίο διακηρύσσονται ως αντίδοτα της παρατεταμένης κρίσης, το τέλος της καθολικής απασχόλησης σε όλη τη διάρκεια του ενεργού βίου, η αποσύνδεση της «ανάπτυξης» από τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη μείωση της ανεργίας, η αλλαγή όλων των χαρακτηριστικών της εργασίας (χρόνος, διάρκεια, τόπος, αντικείμενο, όροι κλπ.). Σύμφωνα με αυτή τη στρατηγική, η εκπαίδευση δεν πρέπει να προσαρμόζεται εκ των υστέρων στις ανάγκες της παραγωγής και της αγοράς, να τις ακολουθεί, αλλά πρέπει να διαμορφωθεί εξαρχής ώστε να τις προετοιμάζει, να διευκολύνει την άμεση εφαρμογή των αποτελεσμάτων της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, τις γενικότερες ανακατατάξεις στην παραγωγή και την κοινωνία και την υποδοχή – αποδοχή τους – δηλαδή, να λειτουργεί ως πολιορκητικός κριός γενικότερων αναδιαρθρώσεων. Ταυτόχρονα αυτός ο ρόλος ήθελαν να επεκτείνεται σε όλη τη διάρκεια του ανθρώπινου βίου με ενίσχυση του πλέγματος της κατάρτισης, καθώς έπρεπε η ανταπόκριση στις ραγδαία μεταβαλλόμενες ανάγκες του κεφαλαίου να είναι και άμεση αλλά και διαρκής. Στο πλαίσιο αυτό, καταργείται η παραδοσιακή εικόνα «σύμφωνα με την οποία η ζωή του πολίτη διαιρείται σε μια αρχική φάση απόκτησης γνώσεων (εκπαίδευση) και μια διακριτή φάση εφαρμογής της για παραγωγικούς σκοπούς (επαγγελματική δραστηριότητα)» [9]. Για να επιτευχθούν όλα αυτά, είναι απαραίτητο οι επιχειρήσεις να μπορούν να επεμβαίνουν πιο άμεσα και απευθείας στην εκπαίδευση, όχι μόνο μέσω του συλλογικού καπιταλιστή, του αστικού κράτους. Έχουμε δηλαδή μια πραγματική και όχι τυπική υπαγωγή της εκπαίδευσης στο κεφάλαιο (που ίσχυε στην προηγούμενη φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης).

Τα χαρακτηριστικά της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ

Έτσι, από την αρχή της δεκαετίας του ‘90 και μετά αναδεικνύονται οι παρακάτω κεντρικές επιλογές στην εκπαιδευτική στρατηγική της ΕΕ:

  • Δεξιότητες – ικανότητες αντί γνώσης

Η  έμφαση στην εκπαιδευτική διαδικασία δίνεται στις δεξιότητες και την κατάρτιση (skill based approach) έναντι της μετάδοσης ενός σώματος επιστημονικών γνώσεων (knowledge based approach). Έτσι η εκπαίδευση επικεντρώνεται και δομείται γύρω από την απόκτηση οκτώ βασικών ικανοτήτων που είναι η επικοινωνία στη μητρική γλώσσα και σε ξένες γλώσσες, οι βασικές δεξιότητες στη μαθηματική παιδεία, στις θετικές επιστήμες και στην τεχνολογία, η ψηφιακή παιδεία, οι μεταγνωστικές δεξιότητες δηλαδή η ικανότητα μάθησης («μαθαίνω πώς να μαθαίνω») και η κοινωνική ευθύνη, η πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα, η πολιτισμική συνείδηση και έκφραση. Ταυτόχρονα η αγορά και οι επιχειρήσεις ορίζουν τις αναγκαίες κάθε φορά δεξιότητες, που οικοδομούνται, πάνω σε αυτές.

  • Μέτρηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων

Κατά αυτόν τον τρόπο όλος ο σχεδιασμός των εκπαιδευτικών συστημάτων περιστρέφεται γύρω από τη μέτρηση των «μαθησιακών εκροών – μαθησιακών αποτελεσμάτων» της εκπαίδευσης, δηλαδή του τι είναι ικανός να κάνει ο απόφοιτος στην αγορά εργασίας κι όχι των «μαθησιακών εισροών», δηλαδή τι, πώς και γιατί πρέπει να διδαχτεί. Έτσι, όπως περιγράφει πολύ παραστατικά ο Ν. Hirtt, το πώς θα διδάξω ένα συγκεκριμένο σώμα γνώσεων σωστά και το πώς θα εμπλέξω τους μαθητές μου στη διανοητική διαδικασία, παύει να είναι το βασικό ερώτημα των ερευνητών διδακτικής, χάριν ενός διαφορετικού ερωτήματος, αυτό των πολιτικών της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, με μοναδικό κριτήριο αξίας την ικανότητα των μαθητών να χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους: «Ο απόφοιτος μπορεί  να ολοκληρώσει αυτό το καθήκον με επιτυχία»; «Ο εργαζόμενος στον μπουφέ του μπαρ μιας διεθνούς αμαξοστοιχίας πρέπει να μπορεί να επικοινωνεί υποτυπωδώς σε διάφορες γλώσσες, να διαθέτει ικανότητες αριθμητικών υπολογισμών, ένα ελάχιστο υπόβαθρο τεχνολογικών, αριθμητικών και επιστημονικών γνώσεων ώστε να χειρίζεται τα διάφορα εργαλεία (φούρνος μικροκυμάτων, βραστήρας, ταμειακή μηχανή, μηχάνημα ανάγνωσης πιστωτικών καρτών, ψυγείο, μικροφωνικό σύστημα ανακοινώσεων…). Επίσης, πρέπει να επιδεικνύει κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες στις επαφές του με πελάτες πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, να παίρνει πρωτοβουλίες, να ενδιαφέρεται για την επιχείρηση και να είναι ευέλικτος (λόγω των ωραρίων και των απρόοπτων συμβάντων στα τρένα)». [9]

  • Αξιολόγηση

Όταν η εκπαίδευση σχεδιάζεται έτσι, αλλά και για να επιβληθεί αυτός ο σχεδιασμός «από την πραγματικότητα», η αξιολόγηση εκπαιδευομένων – εκπαιδευτικών – δομών, με κριτήρια μέτρησης των επιδόσεών τους βασισμένα στους παραπάνω στόχους, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Έτσι, από τη μια Διεθνείς «Ανεξάρτητοι» Οργανισμοί διαμορφώνουν κοινή γνώμη, διαδικασίες και τρόπους μέτρησης των δεξιοτήτων ως βάση εκπαιδευτικών πολιτικών που υποβάλλουν τα αποτελέσματα σύγκρισης των επιδόσεων κάθε χώρας. Από την άλλη διαμορφώνεται ένα πλέγμα αξιολόγησης – κατηγοριοποίησης μαθητών, εκπαιδευτικών, δομών με μορφές εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης. Ταυτόχρονα το συνολικό πλέγμα της αξιολόγησης υποβάλλει με τη σειρά του κατεύθυνση στις εκπαιδευτικές πολιτικές αφού με τα αποτελέσματά του συνδέεται η κρατική χρηματοδότηση (που συνεχώς μειώνεται) αλλά και οι εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών, η λειτουργία των σχολείων κλπ.

  • Ευελιξία, πιστοποίηση και κινητικότητα

Τα παραπάνω οδηγούν στην αλλαγή του θεσμικού τοπίου της τυπικής, δημόσιας εκπαίδευσης όπως τη γνωρίζαμε, προς όφελος ενός πλέγματος τυπικής, μη τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης και κατάρτισης.  Με κεντρικές έννοιες την ευελιξία και τη Δια Βίου Μάθηση, αναπτύσσονται όλο και πιο πολύ σύντομες μορφές, διαμορφώνονται κύκλοι σπουδών μικρής διάρκειας, προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης εφ’ όρου ζωής. Με αυτό τον τρόπο «χάνονται» τα επαγγελματικά και εργασιακά δικαιώματα βασικής αναφοράς –που συνήθως αντιστοιχούσαν στο βασικό τίτλο σπουδών μιας βαθμίδας τυπικής εκπαίδευσης- αφού συνεχώς σε αυτούς προστίθενται προσόντα που αποκτούνται μέσα από ατομικές, μαθησιακές διαδρομές. Για να μετριούνται όλα αυτά και να είναι σε γνώση κάθε μελλοντικού εργοδότη, εφαρμόζεται σύστημα πιστωτικών ή ακαδημαϊκών μονάδων εντός και εκτός των εκπαιδευτικών δομών -σε ιδιωτικές δομές πιστοποίησης- , αφού ενδιαφέρει το τι είναι ικανός να κάνει ένας απόφοιτος, ανεξάρτητα από τον τρόπο που απέκτησε αυτή την ικανότητα. Αυτό οδηγεί στην υποβάθμιση του επαγγελματικού δικαιώματος με βάση τον τίτλο σπουδών και στο άνοιγμα της αγοράς πιστοποίησης. Η συνεχής ανανέωση και πιστοποίηση των προσόντων του εργατικού δυναμικού, εγγράφεται ταυτόχρονα εντός συμβατών «Πλαισίων Προσόντων» (που έχουν διαμορφωθεί σε 142 χώρες σε εθνικό επίπεδο και οι 36 συνεργάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ΕΠΕΠ/EQF) [10] για τη διαμόρφωση όρων συγκρισιμότητας και  της δυνατότητας συνεχούς κινητικότητας και μετανάστευσής του. Τα Πλαίσια Προσόντων είναι η ολοκλήρωση της πλήρους επιβολής των αναγκών της αγοράς στην κατεύθυνση της εκπαίδευσης. Η δε κινητικότητα που διευκολύνουν, αφορά όλα τα πεδία. Πρόκειται για κινητικότητα μεταξύ εργασίας και ανεργίας, χώρας προέλευσης και άλλης χώρας, εργασίας και κατάρτισης κλπ.

  • Επιχειρηματικότητα

Η προσαρμογή του περιεχόμενου σπουδών στις ανάγκες των επιχειρήσεων, είναι το επαναλαμβανόμενο μότο της ευρωπαϊκής, εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτή αφορά την τεχνική εκπαίδευση, όπου πλέον οι επιχειρήσεις υποδεικνύουν περιεχόμενα αλλά και την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα. Η καινοτομία πλέον στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ταυτίζεται με «πατέντα» επιχειρηματικά αξιοποιήσιμη που αποφέρει κέρδος, η βασική έρευνα έχει υποχωρήσει και οι ανθρωπιστικές σπουδές έχουν υποβαθμιστεί. Ταυτόχρονα η εκπαιδευτική διαδικασία έχει διαχυθεί τυπικά σε μαθητείες και πρακτικές που ουσιαστικά αποτελούν τις μορφές «εισόδου των νέων στην αγορά εργασίας». Επιπλέον, η επιχειρηματικότητα αποτελεί την πεμπτουσία σχολικών προγραμμάτων και τη βασική αξιακή αρχή της επίσημης εκπαιδευτικής πρότασης και από τη σκοπιά της ατομικής διαχείρισης των  ικανοτήτων – προσόντων του κάθε ανθρώπινου φορέα, δηλαδή της εργατικής του δύναμης ως εμπόρευμα, τον συνεχή εκσυγχρονισμό τους και την ανανέωσή τους μέσω της Δια Βίου Μάθησης.

Η εφαρμογή των επιχειρηματικών αρχών και μεθόδων αφορά και τη διοίκηση των εκπαιδευτικών δομών με την εισαγωγή των αρχών του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ (Ν.Δ.Μ.) και της Νέας Δημόσιας Διακυβέρνησης (Ν.Δ.Μ.). Αποκέντρωση, αυτονομία, περιορισμός δημόσιων δαπανών και προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης, ανταγωνισμός και προσέλκυση πελατών, μετρησιμότητα – τυποποίηση, λογοδοσία και ανταποδοτικότητα, είναι οι βασικές έννοιες που τη συγκροτούν.

Η κρίση του 2008, η στρατηγική «Ευρώπη 2020» και ο «Ανασχεδιασμός της εκπαίδευσης»

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά αποτυπώνονται τόσο στους στόχους της Λισσαβόνα όσο και στο πρόγραμμα εργασίας «Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010» και σε μια σειρά συστάσεις πολιτικής προς τα κράτη μέλη, τις γνωστές ντιρεκτίβες. Όμως όχι μόνο δεν έκαναν την «ΕΕ ηγέτιδα οικονομία της γνώσης στον κόσμο», αλλά αύξησαν την απόσταση από τους κύριους διεθνείς ανταγωνιστές της, όπως και την απόσταση στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών μεταξύ τους, απειλώντας την περίφημη «κοινωνική συνοχή» της (δηλαδή τον κοινωνικό έλεγχο των εργαζόμενων και της νεολαίας). Τα Ευρωπαϊκά Σώματα του 2010 – 11, στις αποφάσεις τους θεωρούν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα χαμένη -με όρους εκπαιδευτικών πολιτικών- ενισχύοντας το αίσθημα ότι η ΕΕ βιώνει μια βαθιά κρίση μετά και την βίαιη εξωτερίκευσή της από το 2008.

Παρ’ όλα αυτά η «νέα» γραμμή της ΕΕ είναι μερικός αναπροσανατολισμός στην ίδια – παλιά κατεύθυνση, θεωρώντας ότι το προηγούμενο πρόγραμμα απέτυχε όχι λόγω αυτής αλλά λόγω έλλειψης αποφασιστικότητας στην υλοποίησή της. Αυτό το πλαίσιο κρίσης και ορισμένου αναπροσανατολισμού, πιο καθαρά στις ανάγκες των επιχειρήσεων και στην ανταγωνιστικότητα ενός οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης που θα στηρίζεται ακόμη περισσότερο σε μια άνευ όρων προσαρμογή της εργατικής δύναμης στις ανάγκες του κεφαλαίου και σε μια ανάκαμψη της Ευρώπης πολύ αργή που ίσως οδηγήσει σε απώλεια πλούτου και δυναμικού, περιγράφεται στα ντοκουμέντα «Ευρώπη 2020» (2010) και «Ανασχεδιασμός της εκπαίδευσης» (2012).

Με βάση τα στοιχεία τους (στην αρχή της κρίσης) όχι μόνο δεν μειώθηκε η ανεργία και δεν δημιουργήθηκαν νέες θέσεις εργασίας, όπως επαγγελλόταν η Λευκή Βίβλος, αλλά  23 εκατομμύρια πολίτες –ή 10% του πληθυσμού της ΕΕ– ήταν άνεργοι, το  ΑΕΠ μειώθηκε  κατά 4% το 2009, η  βιομηχανική παραγωγή οπισθοχώρησε στα επίπεδα της δεκαετίας του 1990, τα ελλείμματα ανήλθαν κατά μέσο όρο στο 7% του ΑΕΠ και το επίπεδο του χρέους ξεπέρασε το 80% του ΑΕΠ. [11] Σ’ αυτά τα νέα μανιφέστα η κρίση θεωρείται ως «ευκαιρία» ξεπεράσματος των διαρθρωτικών αδυναμιών της ΕΕ, όχι για την επαναφορά στα προ κρίσης επίπεδα, όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται εισαγωγικά, αλλά για να βρεθεί η ΕΕ πιο μπροστά στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Να μπουν πιο αποφασιστικά οι επιχειρήσεις στην εκπαίδευση…

Με βάση αυτό το πρόταγμα διατυπώνονται οι νέοι εκπαιδευτικοί στόχοι στο πρόγραμμα εργασίας «Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2020» [12].

Η εκπαίδευση αποτελεί πάλι τον πυρήνα όλων των λύσεων, όμως τώρα οι κεντρικές επιλογές, που προτείνονται, είναι πιο «καθαρά» οικονομικές. Μάθηση – κατάρτιση κατά την εργασία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον σαν δημόσια εκπαιδευτική πολιτική. Μαθητεία – πρακτική άσκηση, σαν μέθοδοι διατήρησης της απασχολησιμότητας και εισόδου στην αγορά εργασίας με όρους ευελιξίας. Αποφασιστικός λόγος των επιχειρήσεων στη διαμόρφωση της εκπαίδευσης και στα περιεχόμενά της. Αυτό φαίνεται και στον υπότιτλο: «Ανασχεδιασμός της εκπαίδευσης: επένδυση σε δεξιότητες για καλύτερα κοινωνικοοικονομικά αποτελέσματα». Την 1η  δεκαετία του 21ου αιώνα, η εκπαίδευση γινόταν οικονομικό εργαλείο, ενώ μέχρι τότε θεωρούνταν βασικό ανθρώπινο δικαίωμα. Στη 2η δεκαετία η Ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική επικεντρώνει πιο επιθετικά σε όρους εμπορευματοποίησης, ανταγωνιστικότητας [13, σχεδιασμού της εκπαίδευσης για ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές λιτότητας, η χρόνια υποχρηματοδότηση και μείωση του ποσοστού των προϋπολογισμών για την εκπαίδευση αντιμετωπίζονται με την εξασφάλιση ιδιωτικής χρηματοδότησης μέσω «πώλησης» υπηρεσιών εκπαίδευσης και έρευνας. Εφαρμόζεται η  νεοφιλελεύθερη αρχή «ο χρήστης πληρώνει» και η αντιμετώπιση των μαθητών – φοιτητών ως «πελατών». Οι απολύσεις και η χειροτέρευση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών γίνεται κανόνας.

Μέσα σε αυτό το τοπίο οι ανισομετρίες μεταξύ των χωρών της ΕΕ και των ρόλων τους αποκαλύπτονται με τραγικό τρόπο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εμβληματική διαδικασία της «Ευρωπαϊκής συμμαχίας για τη Μαθητεία». Από τον Ιούλιο του 2013, με την εφαρμογή των διττών συστημάτων μάθησης, με το σαθρό επιχείρημα ότι όσο αυξάνεται η μαθητεία σε μια χώρα τόσο μειώνεται η ανεργία, προχώρησε η ευρωπαϊκή πολιτική μεταρρύθμισης της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΕΚ). Σε αυτή τη βάση νομιμοποιήθηκε η παροχή ενός min εκπαίδευσης στο σχολείο (τα υπόλοιπα θα τα «μάθουν στην επιχείρηση») κι ο κοινωνικός έλεγχος των προσδοκιών των πιο ευάλωτων νέων, μέσω της εισόδου στην αγορά εργασίας δια της μαθητείας. Ταυτόχρονα μειώθηκε η κρατική χρηματοδότηση στην επαγγελματική εκπαίδευση και δόθηκε χώρος στις επιχειρήσεις. Όμως εκτός αυτών, που ίσχυσαν για την πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ, η Γερμανία επωφελήθηκε για τη διαμόρφωση μιας αγοράς για εξαγωγή εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Με το σύνθημα «Εκπαίδευση – Made in Germany», οι Γερμανοί πάροχοι εκπαιδευτικών υπηρεσιών συνάπτουν συμφωνίες για την εξαγωγή του «πετυχημένου» γερμανικού συστήματος μαθητείας (όπως η BMBF). Υποστηρίζονται από την καθιέρωση διεθνούς συνεργασίας και επιχειρηματικών σχέσεων μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων, επισκέψεων αντιπροσωπειών και μελετών. Ταυτόχρονα εξασφαλίζουν και προώθηση των προϊόντων γερμανικών επιχειρήσεων που εξάγουν σε άλλες χώρες μέσω της κατάρτισης ανθρώπινου δυναμικού σε αυτά και το αντίστροφο [14]. Στα πλαίσια αυτά η Ελληνική κυβέρνηση υλοποιεί «Μνημόνιο Κατανόησης» μεταξύ των υπουργείων παιδείας Ελλάδας – Γερμανίας για την προώθηση της μαθητείας, που υπογράφηκε το 2012 και ανανεώνεται έως σήμερα.

Από τις «ντιρεκτίβες» στα «παραδοτέα»

Αν μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) η εκπαίδευση γίνεται πεδίο όπου η ΕΟΚ δίνει κατευθύνσεις και οδηγίες και τα ευρωπαϊκά προγράμματα διαμορφώνουν συνθήκες υλοποίησής τους, σήμερα θεσπίζονται εξαιρετικά ισχυροί μηχανισμοί παρακολούθησης, εποπτείας και ελέγχου για την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, με τη νέα Οικονομική Διακυβέρνηση της ΕΕ και τα Προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Μέσω αυτών και της θέσπισης πακέτων κανόνων (ευρωπαϊκού εξαμήνου, προέγκρισης προϋπολογισμών, αιρεσιμοτήτων, εκθέσεων παρακολούθησης κλπ.) αφαιρείται η λήψη σημαντικών αρμοδιοτήτων από τα εθνικά κοινοβούλια και μεταφέρονται στην ΕΕ [15]. Στις  Συνόδους των Υπουργών Παιδείας, όπως η τελευταία στο Ερεβάν (2015), συμφωνούνται οι δεσμεύσεις και τα βήματα αναδιαρθρώσεων. Τα ποσοστά κάλυψης των δεικτών μέτρησης της προόδου κάθε χώρας στην προώθηση των αναδιαρθρώσεων καταγράφονται σε Πίνακες Αποτελεσμάτων (scoreboard) και δημοσιοποιούνται με τις «Εκθέσεις Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης και της Κατάρτισης» κατά έτος [16].

Η συνάρθρωση της εξουσίας των Βρυξελλών με την δύναμη της εθνικής αστικής εξουσίας διαμορφώνει μια ισχυρή, αντιδραστική δύναμη επίθεσης στα εκπαιδευτικά, μορφωτικά δικαιώματα και τις ανάγκες του κόσμου της εργασίας.

Η εκπαιδευτική πολιτική της ΕΕ και η Ελλάδα

Η εφαρμογή των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση, στη χώρα μας, περνούσε και εξακολουθεί να περνά μέσα από τα ευρωπαϊκά προγράμματα (ΚΠΣ και ΕΣΠΑ). Ιδίως, με αφορμή την εκδήλωση της κρίσης και τα μνημόνια, επιχειρείται μια σαρωτική επέλαση ξεπεράσματος όλων των καθυστερήσεων που είχαν επιβάλλει η ανάπτυξη ισχυρών εκπαιδευτικών και ευρύτερα εργατικών αγώνων. Γι αυτό η εφαρμογή τους γίνεται όχι απλά δέσμευση αλλά «παραδοτέο» των μνημονίων [17] και «προαπαιτούμενο» των αξιολογήσεων.  Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ συνεχίζει επιθετικά την πολιτική εφαρμογής των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση διαφέροντας από τις προηγούμενες (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ) στον τρόπο ιδεολογικής επένδυσης και πρακτικής διαχείρισής τους.

Εμφανής είναι η αποτύπωση της πιο επιθετικής στροφής της ΕΕ στη θεώρηση της εκπαίδευσης ως οικονομικού εργαλείου στο νέο ΕΣΠΑ για την περίοδο 2014-2020, όπου για πρώτη φορά ενοποιείται το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για την εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση με αυτό της διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού [18]. Το σύνολο της εκπαίδευσης, εξετάζεται με κέντρο βάρους τις νέες μορφές, καταχρηστικά, ονομαζόμενων εργασιακών σχέσεων. Εισάγει, δηλαδή, τη μαθητεία και την πρακτική άσκηση, ως μορφές ελαστικής εργασίας των αποφοίτων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης που θα τονώσουν την αγορά -μετά τη μείωση του κόστους εργασίας- και δίπλα στα κοινωφελή προγράμματα και τα voucher.

Ταυτόχρονα οι εκθέσεις – προτάσεις μέτρων από τον ΟΟΣΑ γίνονται βασικό εργαλείο περάσματος των αναδιαρθρώσεων της ΕΕ και εντάσσονται στα μνημονιακά παραδοτέα. Η υπογραφή της σύμβασης για την εκπόνηση της νέας μελέτης του ΟΟΣΑ, αποτέλεσε προαπαιτούμενο για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης  για την υλοποίηση του τρίτου μνημονίου (Μάιος 2017) και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2017.

Επίλογος

Οι επιταγές της ΕΕ για την εκπαίδευση γίνονται από το 2010 μέρος των απαιτούμενων μέτρων των μνημονίων με σκοπό να επιτευχθούν ευμενέστερες συνθήκες στην οικονομία, πραγματώνοντας σε ανώτερο βαθμό τη σύνδεση μεταξύ των οικονομικών πολιτικών της ολοκλήρωσης, του κράτους ως διαμεσολαβητή και υποκινητή των πολιτικών αυτών, αλλά και του επιχειρηματικού κόσμου ως ισότιμου συνομιλητή και φορέα εξουσίας στις σχετικές αποφάσεις. Ως εκ τούτου η εκπαίδευση ως πεδίο επένδυσης στο «ανθρώπινο κεφάλαιο» αναδεικνύεται σε ένα από τα βασικά μέτωπα που οι αστοί θα δώσουν τη μάχη της ανάκαμψης της κερδοφορίας τους, αλλά και της εδραίωσης της πολιτικής τους κυριαρχίας, ειδικά σε μια περίοδο που αδυνατούν να υποσχεθούν στη νέα γενιά ένα καλύτερο μέλλον.

Η ΕΕ πλέον αποκαλύπτεται γυμνή με όλη την αντιδραστικότητα της ύπαρξής της. Από τη μια δρομολογεί καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις αντιδραστικού βάθους στην εργασία και την εκπαίδευση με στόχο την ιστορικής έκτασης υποβάθμιση της εργατικής τάξης σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Από την άλλη, με αυτόν τον τρόπο διαστρέφει και ακυρώνει την ανάπτυξη της γνώσης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, οξύνοντας τις καπιταλιστικές αντιφάσεις και τη δομική κρίση του συστήματος. Επιπλέον, ως βασικότερη επιδίωξή της διαφαίνεται και προτάσσεται ο ευνουχισμός κάθε δυνατότητας επαναστατικής χειραφέτησης του κόσμου της εργασίας. Όρος ενός ανατρεπτικού, αντικαπιταλιστικού  εκπαιδευτικού και ευρύτερα εργατικού κινήματος δεν μπορεί παρά να είναι η αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από αυτήν.

Σημειώσεις

  1. Λευκή Βίβλος για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση, 1993, σελίδα 168. Το 1995 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει τη Λευκή Βίβλο για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση με τίτλο: «Διδασκαλία και Μάθηση προς την Κοινωνία της Γνώσης»
  2. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Λισσαβόνα, 23 & 24 Μαρτίου 2000, Συμπεράσματα Προεδρίας, σημείο 5 «the way forward”, στρατηγικός στόχος
  3. Ευρωπαϊκή έκθεση του Μαΐου 2000, για την ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης: δεκαέξι δείκτες ποιότητας-έκθεση με βάση τις εργασίες της ομάδας εργασίας «Δείκτες ποιότητας»
  4. Ευρωπαϊκό Κέντρο για την ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης: ένας από τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης  που έχει την έδρα του στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) από το 1995. Αποστολή του είναι να συμβάλλει στην ανάπτυξη και υλοποίηση ευρωπαϊκών πολιτικών για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΕΚ).
  5. Η διαδικασία της Μπολόνια, εγκαινιάστηκε με τη διακήρυξη της Μπολόνια(1999) και αξιολογείται ανά τριετία σε υπουργική συνδιάσκεψη. Με βάση τη διακήρυξή της έχει ως στόχο την εισαγωγή ενός πιο συγκρίσιμου, συμβατού και συνεκτικού συστήματος για την ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση, γνωστού ως Ενιαίου Χώρου Ανώτατης ή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ). Στα τελευταία ντοκουμέντα της προσθέτει και την επιδίωξη αυτός ο Χώρος να αφορά και την Έρευνα. Η τελευταία Σύνοδος Υπουργών έγινε στο Ερεβάν το 2015 και κατέληξε στις παρακάτω δεσμεύσεις των κρατών – μελών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση: να αποσύρουν τα εμπόδια για την αναγνώριση της προηγούμενης μάθησης με στόχο την προσβασιμότητα στην Ανώτατη Εκπαίδευση, να αναθεωρήσουν τα εθνικά πλαίσια τίτλων σπουδών με στόχο την αναγνώριση της προηγούμενης μάθησης, να προωθήσουν την κινητικότητα προσωπικού, να προωθήσουν την «φορητότητα» υποτροφιών και δανείων, για να διευκολύνουν την κινητικότητα των φοιτητών, να διασφαλίσουν ότι οι τίτλοι σπουδών από άλλα κράτη του ΕΧΑΕ θα αναγνωρίζονται αυτόματα και στο ίδιο επίπεδο όπως των σχετικών εθνικών τίτλων σπουδών.
  6. Η διαδικασία της Κοπεγχάγης είναι μια αντίστοιχη διαδικασία με αυτή της Μπολόνια για την Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση (ΕΕΚ). Ξεκινά με τη «Δήλωση της Κοπεγχάγης» των υπουργών ΕΕΚ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που συνήλθαν, στις 29 και 30 Μαρτίου του 2002, στην ομώνυμη πόλη και συνεχίζεται έως σήμερα με αντίστοιχα ανακοινωθέντα παρακολούθησης των μεταρρυθμίσεων και τοποθέτησης στόχων και προτεραιοτήτων. Τελευταία είναι τασυμπεράσματα της Ρίγα που όρισαν έναν κατάλογο νέων στόχων για την περίοδο 2015-2020: προώθηση της μάθησης στον χώρο εργασίας, ανάπτυξη των μηχανισμών διασφάλισης της ποιότητας – αξιολόγηση, αύξηση της πρόσβασης σε ΕΕΚ και επαγγελματικά προσόντα για όλους, μέσω πιο ευέλικτων και διαπερατών συστημάτων, ενίσχυση των βασικών δεξιοτήτων, πρόβλεψη συστηματικών προσεγγίσεων και ευκαιριών για την αρχική και συνεχή επαγγελματική εξέλιξη των καθηγητών, εκπαιδευτών και καθοδηγητών της ΕΕΚ τόσο σε σχολικά περιβάλλοντα αλλά και σε χώρους εργασίας.
  7. Για την υλοποίηση του στρατηγικού στόχου της Λισσαβόνα, υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης, το 2001, Έκθεση του Συμβουλίου της Παιδείας «Οι συγκεκριμένοι μελλοντικοί στόχοι των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης». Ένα χρόνο αργότερα, το Συμβούλιο των Υπουργών Παιδείας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκροτεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσεων μέχρι το 2010 που αποτυπώνονται στο ντοκουμέντο «Εκπαίδευση και Κατάρτιση – 2010». Στρατηγικό πλαίσιο θεωρείται η Δια Βίου Μάθηση και αντίστοιχοι στόχοι, η αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης και κατάρτισης ως οικονομικό εργαλείο τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, η ανοικτότητά τους ως προς τον κόσμο των επιχειρήσεων και της αγοράς και η αύξησης της προσβασιμότητας σε αυτήν.
  8. Μηλιός Γιάννης, «Εκπαίδευση – κατάρτιση και οι ανάγκες του συστήματος απασχόλησης», ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, τ.34-35/1994
  9. Ν. Hirtt: Άρθρο «Οι 8 δεξιότητες απειλούν τη γνώση στην Ευρωπαϊκή Ένωση», Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 14 Νοεμβρίου 2010
  10. Cedefop, «Πλαίσια Προσόντων στην Ευρώπη: δημιουργώντας τους σωστούς δεσμούς»
  11. Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 3/10/2010: «Ευρώπη 2020, Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη», σελ.8
  12. Στηρίζεται στα επιτεύγματα της προηγούμενης πρωτοβουλίας του 2010 στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης («ΕΚ 2010») και καθορίζει τέσσερις στρατηγικούς στόχους:  να υλοποιηθούν η διά βίου μάθηση και η κινητικότητα μέσω συστημάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης, να βελτιωθούν η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης μέσω μιας μεγαλύτερης επικέντρωσης στην αύξηση του επιπέδου των βασικών δεξιοτήτων, να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι πολίτες θα μπορούν να συνεχίσουν να αναπτύσσουν, κατά τη διάρκεια της ζωής τους, δεξιότητες σχετιζόμενες με συγκεκριμένη απασχόληση, να ενθαρρύνονται η καινοτομία καθώς και το επιχειρηματικό πνεύμα, το ψηφιακό περιβάλλον, το πνεύμα πρωτοβουλίας καθώς και η πολιτισμική συνείδηση.
  13. Άρθρο «The Blindness of Europe: New Fabrications in the European educational Space» του António Nóvoa, Universidade de Lisboa, Portugal
  14. Άρθρο «Economising education: From the silent revolution to rethinking education. A new moment of Europeanisation of education?» της Fátima Antunes, Centre of Investigation in Education (CIEd), University of Minho, Portugal
  15. Βλέπε αναλυτικότερα άρθρο «Τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής ως δομικό στοιχείο της νέας οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ», Π.Μαυροειδής, περιοδικό «Τετράδια Μαρξισμού», 02 τεύχος
  16. Έκθεση παρακολούθησης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, 2016, Ελλάδα, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 15/09/2016
  17. Βλέπε άρθρο «Το τρίτο μνημόνιο διαλύει την παιδεία», Γιώτα Ιωαννίδου, 23/08/2015, http://pandiera.gr
  18. Στο ΕΣΠΑ 2007 – 2013 υπήρχαν τα Επιχειρησιακά Προγράμματα, Ε.Π. ¨Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» και Ε.Π. «Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού» ενώ στο ΕΣΠΑ 2014 – 2020 υπάρχει το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση», εγκαινιάζοντας και τυπικά  πλέον την υπαγωγή της εκπαίδευσης στην εξυπηρέτηση των «νέων μορφών εργασίας».

Βιβλιογραφία – άρθρα

  1. «Λευκή Βίβλος της ΕΟΚ. Ο Μεσαίωνας του 2000», Στάχυ, 1994, Βασίλης Μηνακάκης
  2. «Ποιος χρειάζεται την Ευρωπαϊκή Ένωση;», ΚΨΜ, 2015, συλλογή κειμένων, άρθρων, μελετών
  3. Περιοδικό Τετράδια Μαρξισμού, τεύχος 02, Αφιέρωμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση
  4. «Εκπαίδευση, Δια Βίου Μάθηση, Πιστοποίηση Προσόντων», ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, 2013, Παρασκευάς Λιντζέρης
  5. «Education and training, under the dictatorship of the labour market», Δημοκρατικό Σχολείο, Βέλγιο, 2013, Nico Hirtt

* Η Γιώτα Ιωαννίδου είναι Χημικός.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο 2ο τεύχος του Σελιδοδείκτη, Φθινόπωρο 2017.

ΠΗΓΗ: 11 Μαΐου 2019, https://selidodeiktis.edu.gr/2019/05/11/…B7%CE%BD/

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.