Αρχείο κατηγορίας πορεία στη Γνώση

Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων

Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων

Του Νικήτα Χιωτίνη*

Τις τελευταίες ημέρες γίνεται πολύς λόγος για «Πανεπιστήμια δύο ταχυτήτων», με αναφορά στα πρώην ΤΕΙ και νυν Πανεπιστήμια και με αφορμή τις μετεγγραφές φοιτητών πρώην Τμημάτων ΤΕΙ, που δεν βρίσκουν αντίστοιχα Πανεπιστημιακά Τμήματα. Ας δούμε όμως καλλίτερα το ζήτημα αυτό και ας δούμε ποιά Πανεπιστημιακά Τμήματα συντηρούν την ύπαρξη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης  «μειωμένης ταχύτητος».

Αρχικώς διαπιστώνουμε, από τον τρόπο που ασκούνται σήμερα τα επαγγέλματα και λειτουργεί η κοινωνία,  πως η επιχειρηματολογία περί «επαγγελματικών δικαιωμάτων» που δήθεν δίδουν οι Σχολές, είναι εν πολλοίς έωλη, σε πολύ λίγο χρόνο θα είναι απολύτως έωλη.  Τα όποια «επαγγελματικά δικαιώματα», τα δίνει πρωτίστως η αγορά, δηλαδή οι ανάγκες της κοινωνίας και δευτερευόντως τα επιστημονικά και επαγγελματικά Επιμελητήρια. Τα οποία Επιμελητήρια προσαρμόζονται και αυτά, ίσως με λίγη καθυστέρηση –ιδιαιτέρως στην Ελλάδα- με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.   

Εκεί που η Πολιτεία επεμβαίνει, δηλαδή πρέπει να επεμβαίνει, αν δεν θέλει να αποτελεί τροχοπέδη προόδου,  είναι μόνο στα ελάχιστα προστατευόμενα επαγγέλματα ιδιαίτερης βαρύτητος, επαγγέλματα όμως που  ολοένα λιγοστεύουν σε αριθμό, εξ αιτίας του διαμορφούμενου τρόπου λειτουργίας των κοινωνιών. Αλλά και αυτό όταν το κάνει, το κάνει με την καθοδήγηση των σχετικών επιστημονικών Επιμελητηρίων και Συλλόγων. Πράγμα που σημαίνει ότι η όποια συζήτηση για ζητήματα επαγγελματικών δικαιωμάτων, πρέπει να διεξάγεται με τα Επιμελητήρια αυτά. Είναι αλήθεια πως πολλάκις τα Επιμελητήρια λειτουργούν συντεχνιακά, με την κακή έννοια του όρου,  αλλά   θεωρούμε βέβαιο  πως οσονούπω θα πάψουν να το κάνουν: «ανάγκα και Θεοί πείθονται», στην προκειμένη περίπτωση   το «ανάγκα» προέρχεται από την κοινωνία και από τον τρόπο που αυτή εξελίσσεται.

Έτσι λοιπόν,  τα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα «δεύτερης ταχύτητας» δεν είναι αυτά που δεν δίνουν δήθεν «επαγγελματικά δικαιώματα», αλλά είναι αυτά που αδυνατούν να ακολουθήσουν τον τρόπο εξέλιξης της κοινωνίας, τον τρόπο εξέλιξης της θεωρίας και της πρακτικής. «Δεύτερης ταχύτητας» είναι τα Ιδρύματα που παραμένουν προσκολλημένα σε παρωχημένους τρόπους και στόχους εκπαίδευσης, χωρίς αντίκρισμα στις ολοένα και περισσότερο απαιτητικές επιστήμες, στις ολοένα και περισσότερο απαιτητικές πρακτικές. Παλαιότερα τα Πανεπιστήμια ήταν απολύτως προσανατολισμένα σε εξειδικευμένες πρακτικές, πρακτικές που εξελίσσονταν σχετικά αργά και χωρίς εκπλήξεις. Οι απόφοιτοι της δεκαετίας του -60, ασκούσαν τις επιστημονικές εξειδικεύσεις που διδάσκονταν, μέχρι να συνταξιοδοτηθούν.

Έκτοτε όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει και εξακολουθούν να αλλάζουν σχεδόν ανεξέλεγκτα. Ο απόφοιτος του παλαιού αυτού τύπου Πανεπιστημίου, βλέπει σήμερα την επιστήμη του να έχει αλλάξει ριζικά. Ενδεχομένως μάλιστα η επιστήμη του να έχει πάψει να ανταποκρίνεται  σε κάποια κοινωνική ανάγκη. Πέραν τούτου  οι σημερινοί έφηβοι θα αλλάξουν επάγγελμα τέσσερεις φορές, κατά μέσο όρο, στη διάρκεια της ζωής τους, όπως μας εξηγούν σχετικοί μελετητές.

Έτσι λοιπόν, τα σημερινά Πανεπιστήμια δεν πρέπει να στοχεύουν σε παροχή εξειδικεύσεων που γρήγορα θα αλλάξουν ή θα πάψουν να χρειάζονται. Οφείλουν αρχικώς να προσφέρουν στους φοιτητές τους μία ευρύτερη και θεμελιώδη γνωσιολογία. Μια γνωσιολογία που θα τους επιτρέπει  να εξειδικεύονται στην κάθε φορά νέα μορφή της επιστήμης τους,  αλλά ακόμα και τη μεταπήδηση τους σε άλλη επιστήμη. Τούτο γίνεται και θα γίνεται   με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα,  με εξειδικεύσεις και μετεκπαιδεύσεις. Σε αυτό στοχεύουν οι μεταπτυχιακές σπουδές επιπέδου master και διδακτορικού, όσο και τα διάφορα προγράμματα «δια βίου εκπαίδευσης».

Με βάση τα ανωτέρω η Ευρώπη προέβη στην περίφημη   Συνθήκη της Μπολώνια, συνθήκη που αρχικώς δικαίως πολεμήθηκε, καθ’ όσον εμφανίστηκαν κάκιστες εφαρμογές της. Πρόκειται όμως περί Συνθήκης απολύτως σωστής, άλλωστε   περίπου όλα τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια την έχουν πλέον υιοθετήσει. Δηλαδή   τρία χρόνια ή τέσσερα χρόνια (κλίνουμε στα τέσσερα) θεμελιώδους εκπαιδεύσεως, στη συνέχεια εξειδίκευση επιπέδου master, δύο ή τριών ετών και  στη συνέχεια Διδακτορικός τίτλος. Προηγουμένως, τη δεκαετία του -80, η τότε Επίτροπος Edith Cresson  διακήρυττε πως μπορούσε κάποιος να αρχίσει τις σπουδές του στην Ιατρική και κάποια στιγμή να γίνει δικηγόρος, ευελιξία που εισήχθη έκτοτε ως  κανόνας στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.   

Το πρόβλημα αρκετών παλαιοτέρων Ελληνικών Πανεπιστημίων, είναι πως εμμένουν εν πολλοίς στον παλαιό στόχο τους, δίδοντας εξειδικεύσεις.  Δεν επιτρέπουν καμία ευελιξία στους φοιτητές τους να μεταπηδήσουν σε άλλες επιστήμες και δεν κατανοούν πως οι επιστήμες που θεραπεύουν εξελίσσονται με ρυθμό αδύνατον να προβλεφθεί και κυρίως να καλυφθεί από αυτές, με την «ενσωματωμένη εξειδίκευσή» τους.  Δεν κατανοούν, ή δεν έχουν επαρκώς ενστερνιστεί, πως ο στόχος τους πρέπει πλέον να αυτός που προείπαμε: να δίνουν στους φοιτητές τους ισχυρή γνωσιολογική θεμελίωση, που θα τους επιτρέπει να ακολουθούν την φρενήρη εξέλιξη των επιστημών, αλλά και την ενεργό συμμετοχή τους σε αυτήν. Βεβαίως αυτή η ισχυρή γνωσιολογική θεμελίωση μπορεί να απαιτεί, τρία, τέσσερα, πέντε και έξι χρόνια. Οι γιατροί, π.χ., σπουδάζουν έξι χρόνια προτού εξειδικευθούν.

Η επινόηση του «ενσωματωμένου master» για τα σημερινά πενταετή Πανεπιστημιακά Τμήματα, καίτοι στόχευσε σε κάποιου είδους «ακαδημαϊκή δικαιοσύνη», δηλαδή 4+1=master, με βάση τη Συνθήκη της Μπολώνια, κινδυνεύει  να εγκλωβίσει τους φοιτητές τους σε ολοένα και μέτριες εξειδικεύσεις, με αδύνατη βασική παιδεία. Τούτο το κατανοούν τα Επιμελητήρια, παρά τις συντεχνιακές εμμονές που ακόμα επικρατούν, αλλά που δεν θα επικρατούν για πολύ καιρό ακόμα.

Πριν λίγο καιρό τα τετραετή ΤΕΙ ονομάσθηκαν Πανεπιστήμια. Τούτο έγινε γιατί έπρεπε επί τέλους το ελληνικό εκπαιδευτικό τοπίο να συμβαδίσει με το διεθνές. Είχαμε επανειλημμένως επισημάνει και αναλύσει, ήδη από τη δεκαετία του -90, το γιατί ο μη ακαδημαϊκός χαρακτηρισμός τριτοβάθμιων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων τετραετούς φοιτήσεως ως Πανεπιστήμια, συνιστά περίπου ποινικό αδίκημα από πλευράς Πολιτείας.  Ο υπουργός Γαβρόγλου τόλμησε να κάνει το αυτονόητο, καθόσον οι μέχρι τότε υπουργοί έθεταν εαυτόν δέσμιο συντεχνιακών και αντιεπιστημονικών εμμονών. Παρά του ότι ίσως να έγιναν ορισμένα σφάλματα –είχαμε μάλιστα κατονομάσει Σχολές που είναι παράλογο να απαιτούν τέσσερα χρόνια σπουδών και έπρεπε να μετατραπούν σε τριετείς ή διετείς σχολές μεταλυκειακής  εκπαίδευσης- το όλο εγχείρημα έπρεπε να γίνει και εν πολλοίς πέτυχε, ιδίως με τις συνενώσεις επιτυχημένων Τμημάτων ΤΕΙ.

(Στο ερώτημα γιατί τα πρώην τριετή ΚΑΤΕΕ, μετεξελίχθησαν στα τετραετή ΤΕΙ, που δικαίως ονομάσθηκαν Πανεπιστήμια, η απάντηση είναι απλή: για τον ίδιο λόγο που το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο από Σχολή πετράδων μερικών εβδομάδων, εξελίχθηκε σε Πανεπιστήμιο, ομοίως η Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά και η Πάντειος Σχολή επίσης σε Πανεπιστήμια. Ίσως δικαίως και η Χαροκόπειος Σχολή Οικιακής Οικονομίας έγινε εν μια νυκτί Πανεπιστήμιο με πολλά Τμήματα. Οι παλαιότερες πρακτικές των πετράδων, πχ., και των ηλεκτρολόγων με το κατσαβίδι,  εξελίχθησαν σε πρακτικές που απαιτούσαν ανώτατη εκπαίδευση, με περισσότερο εξειδικευμένους καθηγητές. Όπερ και εγένετο).

Τα σημερινά Πανεπιστημιακά Τμήματα-πρώην ΤΕΙ, μπορούν να αρθούν στην πρώτη ταχύτητα εκπαίδευσης. Μπορούν δηλαδή να ακολουθήσουν τις απαιτήσεις του παρόντος, χωρίς την αδράνεια του παρελθόντος, από το οποίο δυσκολεύονται να απαλλαγούν αρκετά από τα παλαιότερα Πανεπιστημιακά Τμήματα. Αντί δηλαδή να προσπαθούν να μοιάσουν με τα παλαιότερα Πανεπιστημιακά Τμήματα, π.χ.  με τα επινοημένα «ενσωματωμένα master», που κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό,  ας ακολουθήσουν τη διεθνή πρακτική: Μετά τις τετραετείς ή πενταετείς βασικές σπουδές, ας δημιουργήσουν  ανανεωνόμενες   μεταπτυχιακές σπουδές, πραγματικά δηλαδή master. Αν μάλιστα οι μεταπτυχιακές αυτές εξειδικεύσεις διαρκούν πέραν του ενός έτους και είναι υψηλού επιπέδου,  η αγορά είναι αυτή που θα αναγνωρίσει τη σημαντικότητά τους. Θεωρούμε πως επίσης θα αναγνωριστούν και από τα υφιστάμενα Επιμελητήρια, που ήδη έχουν υπεισέλθει σε ανάλογες συζητήσεις (π.χ. συζητείται πως ένας απόφοιτος Πολιτικός Μηχανικός,  δεν μπορεί να έχει δικαίωμα υπογραφής οποιουδήποτε έργου αμέσως μετά τη λήψη του πτυχίου του, αλλά οφείλει να  ακολουθήσει μια «πυραμίδα ευθύνης» και «πυραμίδα εξειδίκευσης»: εδώ πρέπει να γίνει η όποια σχετική συζήτηση μεταξύ ΤΕΕ και πανεπιστημιακών  Τμημάτων Μηχανικών των πρώην ΤΕΙ).  

Ας πάψουν οι νέοι της χώρας μας να σκέφτονται όπως οι παππούδες τους (το λέω καίτοι οδεύω ολοταχώς προς αυτήν την ηλικία)……. Το ίδιο και οι γονείς τους, αλλά το ίδιο και οι πολιτικοί διαχειριστές μας.

ΠΗΓΗ: 01/07/2020, https://www.esos.gr/arthra/68419/panepistimia-dyo-tahytiton

* Ο Νικήτας Χιωτίνης είναι Δρ αρχιτεκτονικής/msc φιλοσοφίας, πρώην Καθηγητής ΤΕΙ.

Εκσυγχρονισμός και συντηρητισμός στο λύκειο

Εκσυγχρονισμός και συντηρητισμός στο λύκειο

Του Κώστα Θεριανού*

Ένα μέρος του τίτλου του παρόντος άρθρου είναι δανεισμένο από το βιβλίο του Αμερικανού παιδαγωγού Mάικλ Aπλ. Ο Aπλ στο βιβλίο του «Εκσυγχρονισμός και συντηρητισμός στην εκπαίδευση» (μτφρ.: Μαρία Δεληγιάννη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2001) ανέλυε συστηματικά τη μεταρρύθμιση στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Αυτή ήταν η στροφή προς ένα αμάλγαμα τεχνικών και φαινομενικά ουδέτερων γνώσεων (έμφαση στις νέες τεχνολογίες) σε συνδυασμό με τη στροφή στη «γεγονοτολογική» παραδοσιακή εκδοχή της Ιστορίας και την περιθωριοποίηση των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών από το σχολικό πρόγραμμα.

Η «Αναβάθμιση του Σχολείου» και… η περιπέτεια της Κοινωνιολογίας

Η «Αναβάθμιση του Σχολείου» και… η περιπέτεια της Κοινωνιολογίας

Του Δημήτρη Καλτσά*

Κάθε κυβέρνηση (αν όχι κάθε υπουργός) που έρχεται στην εξουσία, έχει τη φιλοδοξία (ή την ματαιοδοξία) να κάνει τη δική της/του μεταρρύθμιση. Οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» διαδέχονται η μία την άλλη (Τρίτσης, Κακλαμάνης, Σουφλιάς, Αρσένης, Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, Γαβρόγλου) έως την Κεραμέως και «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις».

Ταχύτατες κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές, η γρήγορη απαξίωση της γνώσης, τα νέα επιστημονικά δεδομένα, οι νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις απαιτούν δραστικές παρεμβάσεις για την αποκατάσταση ατελειών, διόρθωση λαθών, εξάλειψη μειονεκτημάτων ή αναδιοργάνωση βασικών ή επικουρικών δομών της εκπαίδευσης, αλλά σε κάθε περίπτωση έπειτα από μελέτη και έρευνα των κοινωνικών και εκπαιδευτικών συνθηκών από ειδικούς επιστημονικούς φορείς.

Το υπουργείο, εν μέσω πανδημίας, που έχουν «παγώσει» δημοκρατικά δικαιώματα και η δυνατότητα συλλογικής αντίδρασης, οργάνωσε μια επικοινωνιακού χαρακτήρα τηλεδιάσκεψη όπου παρουσίασε τις αποφάσεις της, περιφρονώντας τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και την κοινωνία. Αυτό καταστρατηγεί κάθε έννοια κοινωνικού διαλόγου, που αποτελεί προϋπόθεση και λειτουργία κάθε σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας.

Με το νέο νομοσχέδιο, με τον γενικό και αόριστο τίτλο η «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις», γίνεται μια συντηρητική παιδαγωγική στροφή (εξετάσεις, ποινές, αριστεία, σχολεία δύο ταχυτήτων).

Βασικός άξονας και το μεγάλο στοίχημα, είναι η αξιολόγηση (εκπαιδευτικών μονάδων και εκπαιδευτικών).

Ένα θέμα με αρνητικό πρόσημο είναι η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας ως εξεταζόμενου μαθήματος από τα Λατινικά.

Στο πλαίσιο μια στερεοτυπικής και απλουστευμένης αντίληψης για το ρόλο των επιστημών, τα Λατινικά ταυτίστηκαν με το «Καλό» και η Κοινωνιολογία το «Κακό». Φυσικά ούτε τα Λατινικά εκφράζουν τον αναχρονισμό και τη συντήρηση ούτε η Κοινωνιολογία την πρόοδο και την επανάσταση και κυρίως τον κίνδυνο ανατροπής. Η ποιότητα της παρεχόμενη υπηρεσίας σχετίζεται με τον εκπαιδευτικό και την αξιολογική του ουδετερότητα, την παιδαγωγική του μέθοδο, αλλά κυρίως από το πρόγραμμα σπουδών. Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα σπουδών θα μπορούσαν να συνυπάρξουν οι δύο επιστήμες.

Οι πολιτικές σκοπιμότητες (η δημόσια αξιολόγηση του αντιπροέδρου, τότε, της Ν.Δ. και για τον κίνδυνο που διατρέχουν τα παιδιά να γίνουν αριστερά) ή άλλες παρεμβάσεις που δαιμονοποιούν τις επιστήμες δεν έχουν θέση σε μια σύγχρονη αντίληψη για το σχολείο. Αυτός ο ανόητος και φαιδρός συνειρμός μάς ακολουθεί και μας εμποδίζει να σκεφτούμε τις κοινωνικές και παιδαγωγικές ανάγκες.

Με την κατάργησή της Κοινωνιολογίας, η κατεύθυνση των «Ανθρωπιστικών, Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών» μετατρέπεται σε Κατεύθυνση «Ανθρωπιστικών» μόνο. Η παραμονή της Κοινωνιολογίας, ως εξεταζόμενου μαθήματος, κρίνεται αναγκαία και για πολλούς άλλους λόγους.

Σε μια εποχή ηθικής κρίσης, που αποτυπώνεται στην κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική, οι πολίτες πρέπει να μάθουν να σκέπτονται και να κρίνουν. Να αξιολογούν και αμφισβητούν. Να προτείνουν και να ανατρέπουν τα κακώς κείμενα. Αποτελεί ουσιαστικά τη βάση των επιστημών της συμπεριφοράς και μπορεί να διαμορφώσει προσωπικότητες με κριτική σκέψη και κοινωνικό προβληματισμό και ολιστική αντίληψη για την κοινωνία. Οι μαθητές εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και εκφράζονται με πληρότητα στο γραπτό λόγο (Έκθεση).

Αναπτύσσουν κοινωνικές δεξιότητες (συνεργασία, φιλία, αλληλεγγύη) Διαμορφώνουν στάσεις και αντιλήψεις για το σεβασμό του άλλου και την κοινωνική συνύπαρξη. Αναγνωρίζουν καλύτερα την κοινωνική διάρθρωση, τις κοινωνικές ανισότητες και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Ευαισθητοποιούνται με τα προβλήματα κοινωνικής παθογένειας και μπορούν ή προσπαθούν να μπουν στην κατάσταση του άλλου (ενσυναίσθηση) και αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνική και πολιτική συμμετοχή είναι προαπαιτούμενα για τη διαμόρφωση υπεύθυνων και ενεργών πολιτών.

Όμως, οι επιστήμες δεν έχουν (ή δεν πρέπει να έχουν) ιδεολογικό φορτίο και πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτά βρίσκονται στη σκέψη μόνο αυτών που με σημαία τις κλασικές σπουδές πιστεύουν ότι μπορούν να σταματήσουν τη ροή της ιστορίας και της κοινωνίας και αντίθετα άλλων με σημαία την κοινωνική σκέψη μπορούν να καταργήσουν κάθε συντηρητισμό της κοινωνίας μας.

Τέλος, για να παραφράσω τον Καζαντζάκη, θα πω ότι «δεν υπάρχουν… επιστήμες. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που κουβαλούν τις επιστήμες κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει»…

* Ο Δημήτρης Καλτσάς είναι κοινωνιολόγος, εκπαιδευτικός στο 5ο ΓΕΛ.

ΠΗΓΗ: 04/05/2020, http://www.pelop.gr/?page=article&DocID=574742&srv=28&fbclid=IwAR3tRDKIAkOe-L4YPnfWst5O2-oIlrVGOrcVHLm7D36Gxi7pm5LUSwt3hxY

Κλειστά σχολεία: τα μαθήματα του ιού (και κάποιες ιδέες για τους γονείς)

Κλειστά σχολεία: τα μαθήματα του ιού (και κάποιες ιδέες για τους γονείς)

Του Philippe Meirieu*

Ο Φιλίπ Μεριέ είναι διαπρεπής γάλλος παιδαγωγός, καθηγητής των Επιστημών της αγωγής στο Πανεπιστήμιο Lumière της Λυών. Χαίρει μεγάλης εκτίμησης στο διεθνή χώρο και η προσωπική του ιστοσελίδα https://www.meirieu.com είναι ένας πραγματικός θησαυρός για τους/τις εκπαιδευτικούς που γνωρίζουν γαλλικά. Η παιδαγωγική ομάδα «το Σκασιαρχείο» έχει την τιμή να συνεργάζεται μαζί του: έχει μεταφράσει κείμενά του και έχει υποτιτλίσει (σε συνεργασία με το Φεστιβάλ κινηματογράφου Ολυμπίας)  4 εξαιρετικές παιδαγωγικές ταινίες μικρού μήκους («Σελεστέν Φρενέ», «Φερνάν Ουρί», «Γιάνους Κόρτσακ», «Αντόν Μακαρένκο») που αξιοποιήθηκαν πολλαπλά. Το (πολύ πρόσφατο) κείμενό του που ακολουθεί  δημοσιεύεται στα ελληνικά με την άδεια του. Γράφτηκε για τη Γαλλία αλλά διατηρεί την αξία του και για τη δική μας πραγματικότητα. Απευθύνεται στους γονείς, τώρα που τα σχολεία δεν λειτουργούν και τα παιδιά βρίσκονται κλεισμένα στα σπίτια τους. Με αφορμή τη σημερινή έκτακτη κατάσταση αναπτύσσει έναν καίριο παιδαγωγικό προβληματισμό και προτείνει ορισμένες γενικές κατευθύνσεις για τη δουλειά στο σπίτι, χρήσιμες για εκπαιδευτικούς και γονείς.

Χ.Π.

******

«Το κλείσιμο των σχολείων και των πανεπιστημίων για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα επιβάλλεται για λόγους δημόσιας υγείας. Το Υπουργείο Παιδείας λέει ότι είχε προνοήσει γι’ αυτή την κατάσταση, αλλά τα προβλήματα είναι σίγουρα πολλά. Οι εκπαιδευτικοί της Β΄/βαθμιας εκπαίδευσης κλήθηκαν να οργανώσουν όσο γίνεται καλύτερα με τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία τα μαθήματα εξ αποστάσεως και την παρακολούθηση των μαθητών/μαθητριών τους.

Τα  πράγματα θα είναι πιο μπερδεμένα για το δημοτικό ενώ για το νηπιαγωγείο φαίνεται πολύ δύσκολο να εξασφαλιστεί με τη βοήθεια των ψηφιακών μέσων  η «παιδαγωγική συνέχεια» για την οποία μας μιλούν…

Εκπαίδευση και εκπαιδευτικοί εκτός του φυσικού τους χώρου

Εκπαίδευση και εκπαιδευτικοί εκτός του φυσικού τους χώρου

Του Χαράλαμπου Κωνσταντίνου*

Αρχικά ξεκινάμε από την αδιαμφισβήτητη παραδοχή ότι η εκπαίδευση πραγματοποιείται στον χώρο του εκπαιδευτηρίου, δηλαδή στο σχολείο. Με την έννοια αυτή, το σχολείο είναι ο αδιαμφισβήτητος φυσικός χώρος διεξαγωγής της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι το σχολείο συνιστά τον παιδαγωγικό και κοινωνικό θεσμό, ο οποίος διαθέτει τις δομές και υποδομές, που δίνουν τη δυνατότητα να διεξαχθεί με φυσικό και κατάλληλο τρόπο η σύνθετη και πολύπτυχη διαδικασία της εκπαίδευσης. Το πρόσωπό που καλείται να αναλάβει και να διεκπεραιώσει τη διαδικασία αυτή είναι ο εκπαιδευτικός, ο οποίος εκπαιδεύεται και προετοιμάζεται για τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, η θεωρητική και πρακτική του εκπαιδευτική κατάρτιση και προετοιμασία γίνονται με την προοπτική η εκπαιδευτική διαδικασία να εφαρμοστεί στον φυσικό χώρο της, δηλαδή στο σχολείο. Επομένως, η «κλήση» του εκπαιδευτικού από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να επιτελέσει το εκπαιδευτικό του καθήκον εκτός του προβλεπόμενου, θεσμικά και παιδαγωγικά, φυσικού του χώρου, τον βρίσκει, εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά και με βάση τον ρόλο του, ουσιαστικά απροετοίμαστο. Του ζητάμε, λοιπόν,  να υλοποιήσει έργο, για το οποίο θεσμικά και σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα δεν προβλέπεται σε τέτοιο επίπεδο. Το γεγονός αυτό από μόνο του αφοπλίζει αφενός κάθε επιχείρημα για να επιτύχει σε αυτό που καλείται να υλοποιήσει και αφετέρου προδιαγράφει και την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

Πανδημία: Οι πραγματικές αιτίες, ο σκοταδισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας

Πανδημία: Οι πραγματικές αιτίες, ο σκοταδισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας

Του Αλέκου Αναγνωστάκη*

Είναι βράδυ Κυριακής και έχω μπροστά μου την ιστοσελίδα coronavirus.jhu.edu την οποία συγκρότησαν ο καθηγητής Μηχανολογίας και Συστημάτων Μηχανικής στο πανεπιστήμιο Johns Hopkins, Lauren Gardner, με τη μεταπτυχιακή φοιτήτρια Ensheng Dong.

Το ταμπλό δείχνει την εξάπλωση του κορονοϊού στις διάφορες χώρες σε πραγματικό χρόνο. Ο κορονοϊός, από την ίδια τη φύση του, φέρνει τον άνθρωπο ενώπιον της μοίρας του, τον ανυψώνει επομένως πάνω από τα σύνορα, τα κράτη, τον εθνικισμό, το ρατσισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό.

Αυτός είναι και ένας από τους θεμελιώδης  λόγους που παλιά και σύγχρονα σκοταδιστικά ρεύματα και αυταρχικά καθεστώτα επιχείρησαν να αποκρύψουν ή να υποτιμήσουν το όλο ζήτημα (Τραμπ, Ερντογάν, Βόρεια Κορέα κ.α.) ή να του προσδώσουν μυστικιστική, υπερφυσική και εξωκοινωνική προέλευση και περιεχόμενο.

Πέντε μέρες πριν, παρακολουθήσαμε ανακοίνωση των τζιχαντιστών που καλούσε τους πολίτες να εγκαταλείψουν τη «μολυσμένη Ευρώπη», προφανώς προς την «αμόλυντη» Αφρική ή προς αμόλυντες χώρες της Ασίας.

Σήμερα, 16 Μάρτη, ο ιός έχει επεκταθεί σε 26 χώρες της Αφρικής στις οποίες τα κρούσματα ανέρχονται ήδη από 100 έως 900. Ο ισλαμοφασιστικός σκοταδισμός και η κατάρρευσή του, θα έλεγε κάποιος.

Ανοικτή επιστολή στο Νίκο Τεμπονέρα 2020

Ανοικτή επιστολή στο Νίκο Τεμπονέρα 2020

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Συνάδελφε Νίκο Τεμπονέρα, αγαπητέ μας Νίκο

Νάμαστε πάλι απόψε εδώ στο χώρο που σημάδεψες πριν τρεις περίπου δεκαετίες, στις 9 Γενάρη 1991, ενώνοντας σχολείο και εκπαιδευτικό κίνημα, καθηγητές και μαθητές σε άλλου είδους μάθημα: Αυτό της κοινωνικής γνώσης στο πεδίο των συλλογικών αγώνων. Δεν ήθελες να γίνεις «λαϊκός ήρωας», αλλά να συνεχίσεις να είσαι εκπαιδευτικός μαζί με το σωματείο σου, την Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας, κι ας μην ήσουν εκλεγμένος στο ΔΣ της. Έτρεξες μαζί με τα περισσότερα μέλη του κι έφτασες άοπλος από το Παράρτημα, την τότε έδρα του σωματείου, μέχρις εδώ να στηρίξεις τους αγωνιζόμενους μαθητές απέναντι σε οργανωμένους τραμπούκους που επιτίθονταν με λοστάρια και όχι μόνο.

Έπεσες νεκρός κτυπημένος με λοστό στο κεφάλι από το στέλεχος της τότε ΟΝΝΕΔ Γ. Καλαμπόκα, μετά από εισβολή ομάδας ροπαλοφόρων τραμπούκων μέσα σ’ αυτό το σχολικό συγκρότημα -τότε 3ου & 7ου Γυμνασίου και Λυκείου Πάτρας-, που τελούσε υπό μαθητική κατάληψη, όπως εκατοντάδες σχολεία στην επικράτεια. Ναι καταλήψεις πολύ μεγάλης κλίμακας και χρόνου, κι όχι «δυσλειτουργίες» όπως προσπαθούν να τις ονομάσουν οι εκσυγχρονιστές των τελευταίων ετών με τις αλλαγές όρων. 

Το όνομά σου Νίκο μας έγινε σύμβολο του λαϊκού κινήματος και ιδιαίτερα των καθηγητών, των μαθητών, των φοιτητών, της σπουδάζουσας νεολαίας. Γιατί εσύ, όχι μόνο στάθηκες στη πρώτη γραμμή του αγώνα συνεπής με τη πολιτική-συνδικαλιστική σου αντίληψη, σταθερός στο συλλογικό σου αξιακό σύστημα, αλλά και άοπλος αιματοβαμμένος μάρτυρας της παιδείας και του ευρύτερου εκπαιδευτικού κινήματος.

Νίκο μας,

Ο 21ος αι., όπως και τα τελευταία χρόνια του 20ου, διαπνέεται από μία παγκόσμια προσπάθεια να καθιερωθεί ένας «νέος τύπος ανθρώπου». Για όσους βλέπουν χωρίς μυωπικά γιαλιά, ο «νέος τύπος ανθρώπου» που προβάλλεται από της δυνάμεις της αγοράς, τους «δυνατούς» της εποχής μας, είναι ο «εξατομικευμένος άνθρωπος». 

Περί βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ ή περί όνου σκιάς

Περί βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ ή περί όνου σκιάς

Της Γιώτας Ιωαννίδου*

Δίνουν και παίρνουν αυτές τις ημέρες οι χαρακτηρισμοί περί αδαών μαθητών που πλήττουν το κύρος της ελληνικής εκπαίδευσης, αφού εισάγονται στις πανεπιστημιακές σχολές με βαθμολογίες πανελληνίων «κάτω της βάσης». Εντείνεται η συζήτηση για επαναφορά της βάσης του 10 ή/και «αναβάθμισης» του απολυτηρίου Λυκείου μέσω δυσκολότερων και διενεργούμενων εξωτερικά προς το σχολείο εξετάσεων (ως προς το ποιος βάζει τα θέματα, ποιος τα διορθώνει κλπ). Η κ. Κεραμέως και η κυβέρνηση της ΝΔ υπόσχονται υλοποίηση των προεκλογικών τους δεσμεύσεων για θέσπιση βάσης εισαγωγής αλλά και απολυτήριο Λυκείου που θα προκύπτει από τους βαθμούς και των τριών τάξεων με εξετάσεις και ενεργοποίηση της Τράπεζας Θεμάτων, που συνεχίζει να υπάρχει.

Συνέχεια

Τα προσόντα ενός προοδευτικού δασκάλου

Τα προσόντα ενός προοδευτικού δασκάλου

Του Πάουλο Φρέιρε (Paulo Freire)*

 

 [Αποσπάσματα από το βιβλίο του Paulo Freire «Δέκα Επιστολές προς εκείνους που τολμούν να διδάσκουν» εκδ. Επίκεντρο]

Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι τα προσόντα για τα οποία θα μιλήσω, τα οποία θεωρώ απαραίτητα για τον προοδευτικό δάσκαλο, είναι προσόντα που αποκτώνται σταδιακά, μέσα από την καθημερινή πρακτική.

Επιπλέον, αναπτύσσονται μέσα από την πρακτική, παράλληλα με την πολιτική απόφαση ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι εξαιρετικής σημασίας. Έτσι, τα προσόντα για τα οποία θα μιλήσω δεν μπορούμε να τα έχουμε εκ γενετής ούτε μπορούν να μας δοθούν με διάταγμα ή ως δώρο. Επίσης, η σειρά με την οποία τα παρουσιάζω εδώ δεν αφορά την αξία τους. Είναι όλα εξίσου αναγκαία για μια προοδευτική εκπαιδευτική πράξη.

Συνέχεια

Η απομυθοποίηση του Φουκώ

Η απομυθοποίηση του Φουκώ

Του Χάρη Ναξάκη*

Ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, στο βιβλίο του «Μισέλ Φουκώ η μακροημέρευση μιας απάτης», εκδ. Μάγμα, συνεχίζει την αποδόμηση των υπερτιμημένων Γάλλων φιλοσόφων, που ξεκίνησε ο Μ. Ονφρέ με το δοκίμιο του για τον Ντε Σάντ. Στο δοκίμιο αυτό μέσω μιας καταιγιστικής κριτικής αποδεικνύεται  ότι ο Ντε Σαντ όχι μόνο δεν είναι ένας εκφραστής της αυθεντικής σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά είναι ένας εκφραστής της θανατηφόρας ατομικιστικής ιδεολογίας, διότι η απελευθέρωση από την ενοχοποίηση του σώματος και της σεξουαλικότητας από την ιουδαιοχριστιανική παράδοση δεν νομιμοποιεί μια σεξουαλικότητα χωρίς ηθική, μια μηδενιστική χρήση της σάρκας, που οδηγεί στην απόλαυση του κακού, φτάνοντας μέχρι στο να εξυμνεί την παιδοφιλία.

Συνέχεια