Αρχείο κατηγορίας Διαχριστιανικοί διάλογοι και αντίλογοι

Ορθόδοξος φονταμενταλισμός

 Ορθόδοξος φονταμενταλισμός

Του Γεωργίου Δημακόπουλου*

Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της Ορθοδοξίας είναι η ευλάβεια της για τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν υπήρξαν  μόνο υποδείγματα αγιότητας, αλλά και οι μεγαλύτεροι  διανοούμενοι της εποχής  τους. Τα κείμενα αγίων όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος Θεολόγος ή ο  Μάξιμος Ομολογητής, αποτέλεσαν, και θα συνεχίσουν να αποτελούν, απαραίτητους οδηγούς στη χριστιανική πίστη και ζωή.

Συνέχεια

Τα αίσχη, η ένωση και ένα… cheese cake!

Τα αίσχη, η ένωση και ένα… cheese cake!

Του Μητροπολίτη Χόνγκ Κόνγκ Νεκτάριου

Βράδυ Κυριακής [Σ. admin] στο χαμένο μέσα στην ομίχλη Χονγκ Κονγκ. Ρίχνω μια ματιά στο διαδίκτυο και διαβάζω για αίσχη, προδοσίες και ενώσεις και σκέπτομαι: έχει γούστο σήμερα στο Φανάρι να συμφώνησαν ο Πάπας με τον Πατριάρχη την ένωση.

Συνέχεια

Αναφορά σε χάλκευση κατηγορίας επί θεοπασχητική κακοδοξία

Αναφορά σε χάλκευση κατηγορίας επί θεοπασχητική κακοδοξία

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

Στις 24-4- 2014 εκδόθηκε «εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών» της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς ανακοίνωση με την οποία «ο υπεύθυνος Αρχ. π. Παύλος Δημητρακόπουλος και ο Γραμματέας κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος» ισχυρίζονται ότι διαπίστωσαν «σαφείς αντορθόδοξες απόψεις» στο κείμενό μου με τίτλο «Ο πάσχων Θεός, ο σύντροφος Θεός» [δημοσιευμένο στο περιοδικό Σύναξη 129 (2014), σσ. 17-27]. Ισχυρίζονται, δηλαδή, ότι αποδίδω «στην απαθή και αναλοίωτη και άτρεπτη Θεία φύση του ενανθρωπήσαντος Λόγου,  πάθος και κατά συνέπεια τροπή και αλλοίωση».

Γιατί, άραγε, αυτή η κατηγορία; Ολόκληρο το κείμενό μου λέει ρητά το αντίθετο αυτό που οι κατήγοροί μου ισχυρίζονται. Χάριν όσων δεν έχουν υπόψη τους το κείμενό μου, αλλά το μόνο που συνάντησαν περί αυτού στο διαδίκτυο είναι η εν λόγω ανακοίνωση, παραθέτω χαρακτηριστικά σημεία του:

Συνέχεια

Η θέση του Πατριαρχείου Μόσχας περί πρωτείου σε παγκόσμιο επίπεδο

Η θέση του Πατριαρχείου Μόσχας περί πρωτείου σε παγκόσμιο

επίπεδο

 

 Από Mospat.ru

 

Το κείμενο υιοθετήθη υπό της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας κατά τη συνεδρία της 25-26 Δεκεμβρίου 2013 (Πρακτικά № 157).

Πολλάκις ανέκυπτε το θέμα πρωτείου σε παγκόσμιο επίπεδο εντός της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια των εργασιών της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας με απόφαση της 27ης Μαρτίου 2007 ανέθεσε την εξέταση του θέματος στη Συνοδική Θεολογική Επιτροπή προκειμένου να εκπονηθεί η επίσημη θέση του Πατριαρχείου Μόσχας (Πρακτικά № 26). Εν τῳ μεταξύ στη συνεδρία της 13ης Οκτωβρίου 2007 της Μικτής Επιτροπής στη Ραβέννα, απουσί της αντιπροσωπείας της Ρωσικής Εκκλησίας και άνευ γνώμης αυτς, υιοθετήθη κείμενο υπό τον τίτλο «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας».

Αφού εξέτασε το κείμενο της Ραβέννας, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας δεν απεδέχθη το μέρος εκείνο, όπου γίνεται λόγος περί συνοδικότητας και πρωτείου επί του παγκοσμίου επιπέδου εντός της Εκκλησίας. Εφόσον το κείμενο της Ραβέννας διακρίνει μεταξύ τριών επιπέδων εκκλησιαστικής διοικήσεως, δηλονότι του τοπικού, του επαρχιακού και του παγκοσμίου, η ως κάτω θέση του Πατριαρχείου Μόσχας περί πρωτείου επί του παγκοσμίου επιπέδου εντός της Εκκλησίας εξετάζει το θέμα αυτό επίσης σε τρία επίπεδα.

1. Στην Αγία του Χριστού Εκκλησία το πρωτείο κατά πάντα ανήκει στην Κεφαλή της τον Κύριο και Σωτήρα ημών Ιησού Χριστό, Υιό του Θεού και Υιό του Ανθρώπου. Κατά τον Άγιον Απόστολο Παύλο, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός «στιν κεφαλ το σώματος, τς κκλησίας ς στιν ρχή, πρωτότοκος κ τν νεκρν, να γένηται ν πσιν ατς πρωτεύων» (Κολ. 1,18).

Κατά την αποστολική διδασκαλία, « Θες το Κυρίου μν ᾿Ιησο Χριστο, πατρ τς δόξης, γείρας ατν κ νεκρν, κάθισεν ν δεξι ατο ν τος πουρανίοις περάνω πάσης ρχς κα ξουσίας κα δυνάμεως κα κυριότητος κα παντς νόματος νομαζομένου ο μόνον ν τ αἰῶνι τούτ, λλ κα ν τ μέλλοντι…κα ατν δωκε κεφαλν πρ πάντα τ κκλησί, τις στ τ σμα ατο» (Εφ. 1, 17-23).

Η Εκκλησία, ούσα επί της γης, δεν είναι μόνο η κοινωνία των εις Χριστόν πιστευόντων, αλλά και ο Θεανθρώπινος οργανισμός: «Υμες δέ στε σμα Χριστο κα μέλη κ μέρους» (Α΄ Κορ. 12,27).

Συνεπώς, οι ποικίλες μορφές του πρωτείου στην Εκκλησία εν τῃ ιστορική της πορεία σε αυτό τον κόσμο, είναι επουσιώδεις σε σχέση με το αιώνιο πρωτείο του Χριστού ως Κεφαλής της Εκκλησίας, διά του Οποίου ο Θεός Πατήρ «ποκαταλλάσσει τ πάντα ες ατόν, ερηνοποιών δι' ατο ετε τ π τς γς ετε τ ν τος ορανος» (Κολ. 1,20). Το πρωτείο στην Εκκλησία πρέπει να είναι κυρίως διακονία καταλλαγής, αποβλέπουσα στη διασφάλιση της αρμονίας, συμφώνως προς τον Απόστολο, ο οποίος καλεί «τηρεν τν νότητα το Πνεύματος ν τ συνδέσμ τς ερήνης» (Εφ. 4,3).

2. Το πρωτείο όπως και η συνοδικότητα, στην εν τ αιώνι τούτ Εκκλησία του Χριστο, είναι απο τις θεμελιώδεις αρχές της δομής της. Σε διάφορα επίπεδα της υπάρξεως της Εκκλησίας το ιστορικώς διαμορφωθέν πρωτείο έχει διαφορετική φύση και διαφορετικές πηγές. Αυτά τα επίπεδα είναι:

(1) η επισκοπή, (2) η Αυτοκέφαλος Τοπική Εκκλησία και (3) η ανά την Οικουμένη Εκκλησία.

(1) Σε επίπεδο της επισκοπής το πρωτείο ανήκει στον Επίσκοπο. Το πρωτείο του Επισκόπου στην ιδίαν αυτού επισκοπή έχει σταθερά θεολογικά και κανονικά ερείσματα, τα οποία ανάγονται στην εποχή της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας. Συμφώνως προς τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, «τ Πνεμα τ Αγιον θετο τους Επισκόπους ποιμαίνειν τν κκλησίαν το Κυρίου κα Θεο ν περιεποιήσατο δι το δίου αματος» (Πραξ. 20,28). Η διά της χειροτονίας [1] μεταδιδόμενη αποστολική διαδοχή αποτελεί πηγή πρωτείου του Επισκόπου στην ιδίαν αυτού Επισκοπή.

Το επισκοπικό λειτούργημα είναι το εκ των ων ουκ άνευ θεμέλιο της Εκκλησίας: «Ο Επίσκοπος είναι εν τ Εκκλησί και η Εκκλησία είναι εν τ Επισκόπ και όποιος δεν είναι μεθ΄ Επισκόπου ευρίσκεται εκτός Εκκλησίας» (ιερομάρ. Κυπριανού Καρθαγένης [2]).

Ο ιερομάρτυς Ιγνάτιος ο Θεοφόρος παρομοιάζει το πρωτείο του Επισκόπου εν τῃ Επισκοπή αυτοῦ με την ηγεμονία του Θεού: «Παραιν, ν μονοί θεο σπουδάζετε πάντα πράσσειν, προκαθημένου το πισκόπου ες τόπον θεο κα τν πρεσβυτέρων ες τόπον συνεδρίου τν ποστόλων, κα τν διακόνων τν μο γλυκυτάτων πεπιστευμένων διακονίαν ησο Χριστο, ς πρ αώνων παρ πατρ ν κα ν τέλει φάνη» (Προς Μαγνησιείς, ΣΤ΄).

Εν τῃ εκκλησιαστική αυτοῦ περιοχή ο Επίσκοπος κατέχει την πληρότητα της μυστηριακής, της διοικητικής και της διδακτικής αυθεντίας. Διδάσκει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος: «Μηδες χωρς το πισκόπου τι πρασσέτω τν νηκόντων ες τν κκλησίαν. κείνη βεβαία εχαριστία γείσθω, π πίσκοπον οσα ν ατς πιτρέψ… οκ ξόν στιν χωρς το πισκόπου οτε βαπτίζειν οτε γάπην ποιεν λλ ̓ ν κενος δοκιμάσ, τοτο κα τ θε εάρεστον, να σφαλς κα βέβαιον πν πράσσετε» (Προς Σμυρναίους Η΄).

Εν τῃ Ευχαριστίᾳ με τον πλέον έντονο τρόπο φανερούται η μυστηριακή αυθεντία του Επισκόπου. Εν τῃ τελέσει αυτής ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, εκπροσωπών μεν την Εκκλησία των πιστών ενώπιον του Θεού και Πατρός, και ευλογών δε τους πιστούς και ανατρέφων αυτούς δι΄αληθινού πνευματικού βρώματος και πόματος του Μυστηρίου της Ευχαριστίας. Ως κεφαλή της επισκοπής του ο Επίσκοπος προΐσταται του συλλείτουργου, χειροτονεί και διορίζει κληρικούς σε εκκλησιαστκές ενορίες, παρέχων άδεια διά την τέλεση της Ευχαριστίας και λοιπών Μυστηρίων και ιεροπραξιών.

Η διοικητική αυθεντία του Επισκόπου εκδηλούται στην υποταγή σε αυτόν των κληρικών, των μοναχών και των λαϊκών της επισκοπής, των ενοριών και των Ιερών Μονών (εκτός σταυροπηγιακών) καθώς και των διαφόρων ιδρυμάτων της επισκοπής (εκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών κλπ.).

Ο Επίσκοπος είναι εκείνος ο οποίος εκδικάζει υποθέσεις εκκλησιαστικών παραβάσεων. Οι Αποστολικοί Κανόνες αναφέρουν: «Πάντων τν κκλησιαστικν πραγμάτων πίσκοπος χέτω τν φροντίδα, κα διοικείτω ατά» (Κανών ΛΗ΄), «Ο πρεσβύτεροι, κα ο διάκονοι, νευ γνώμης το πισκόπου μηδν πιτελείτωσαν ατς γρ στν πεπιστευμένος τν λαν το Κυρίου, κα τν πρ τν ψυχν ατν λόγον παιτηθησόμενος» (Κανών ΛΘ΄).

(2) Σε επίπεδο της Τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας το πρωτείο ανήκει στον Επίσκοπο, ο οποίος εκλέγεται Προκαθήμενος της Τοπικής Εκκλησίας υπό της Συνόδου των Επισκόπων αυτής [3]. Συνεπῶς, η εκλογή υπό της εχούσης την πληρότητα της εκκλησιαστικής αυθεντίας Συνελεύσεως (ή της Ιεράς Συνόδου) του πρώτου Επισκόπου αποτελεί πηγή πρωτείου σε επίπεδο της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας. Το πρωτείο αυτό έχει σταθερά κανονικά ερείσματα, τα οποία ανάγονται στην εποχή των Οικουμενικών Συνόδων.

Η αυθεντία του Προκαθημένου σε μια Τοπική Αυτοκέφαλο Εκκλησία διαφέρει από την αυθεντία του Επισκόπου στην εκκλησιαστική του περιοχή: πρόκειται για την αυθεντία του πρώτου μεταξύ ίσων Επισκόπων. Ασκεί τη διακονία του πρώτου συμφώνως προς την κοινή κανονική παράδοση της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στον ΛΔ΄ Αποστολικό Κανόνα: «Τος πισκόπους κάστου θνους εδέναι χρή τν ν ατος πρτον, κα γεσθαι ατν ς κεφαλήν, κα μηδν τι πράττειν νευ τς κείνου γνώμης κενα δ μόνα πράττειν καστον, σα τ ατο παροικί πιβάλλει, κα τας π' ατν χώραις. λλ μηδ κενος νευ τς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οτω γρ μόνοια σται, κα δοξασθήσεται θεός, δι Κυρίου, ν γί Πνεύματι Πατήρ, κα Υός, κα τ γιον Πνεμα».

Οι αρμοδιότητες του Προκαθημένου της Τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας καθορίζονται από τη Συνέλευση (Σύνοδο) και κατοχυρώνονται στον Καταστατικό Χάρτη. Ο Προκαθήμενος της Τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας είναι Πρόεδρος της Συνελεύσεως (ή της Συνόδου) αυτής.

Τοιουτοτρόπως ο Προκαθήμενος εν τῃ Τοπική Αυτοκεφάλῳ Εκκλησία δεν έχει τη μονοπρόσωπη εξουσία, αλλά τη διοικεί συνοδικώς σε συνεργασία με τους υπόλοιπους Επισκόπους [4].

(3) Σε επίπεδο της Οικουμενικής Εκκλησίας ως κοινότητας των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, διά της κοινής ομολογίας πίστεως ενωμένων εν μία οικογενεί και τελούντων εν τ μυστηριακή μετ΄ αλλήλων κοινωνί, το πρωτείο καθορίζεται συμφώνως προς την παράδοση των Ιερών Διπτύχων και είναι πρωτείο τιμής.

Η παράδοση αυτή ανάγεται στους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων (Γ΄ της Β΄ Οικουμενικής, ΚΗ΄ της Δ΄ Οικουμενικής και ΛΣΤ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής) και επιβεβαιούται κατά τη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας από τις πράξεις των Συνόδων των επιμέρους Τοπικών Εκκλησιών καθώς και από τη λειτουργική πράξη της μνημονεύσεως των Προκαθημένων των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών από τον Προκαθήμενο εκάστης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας συμφώνως προς την κατάταξή των στα Ιερά Δίπτυχα.

Άλλαζε η κατάταξη αυτή κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Την πρώτη χιλιετία της εκκλησιαστικής ιστορίας το πρωτείο τιμής ανήκε στο θρόνο της Ρώμης [5]. Μετά τη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως το δεύτερο ήμισυ του ΙΑ΄ αιώνος τα πρωτεία στην Ορθόδοξη Εκκλησία περιήλθαν στον επόμενο κατά σειρά Ιερών Διπτύχων θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Έκτοτε έως και σήμερα τα πρωτεία τιμής σε παγκόσμιο επίπεδο στην Ορθόδοξη Εκκλησία ανήκουν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ως πρώτο μεταξύ ίσων Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Σε επίπεδο της ανά την Οικουμένη Εκκλησίας είναι η παγιωθείσα στα Ιερά Δίπτυχα και αναγνωρισμένη υφ' όλων των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιῶν κανονική παράδοση της Εκκλησίας η οποία αποτελεί πηγή πρωτείου τιμής.

Το περιεχόμενο του πρωτείου τιμής σε παγκόσμιο επίπεδο δεν καθορίζεται από τους κανόνες των Οικουμενικών ή Τοπικών Συνόδων. Οι κανόνες επί των οποίων στηριζονται τα Ιερά Διπτυχα, δεν παρέχουν σε πρώτο (ο οποίος την εποχή των Οικουμενικών Συνόδων ήταν Επίσκοπος Ρώμης) κάποιες εξουσιαστικές αρμοδιότητες εντός πλαισίων της καθόλου Εκκλησίας [6].

Οι εκκλησιολογικές αλλοιώσεις, διά των οποίων στον πρώτο επί του παγκοσμίου επιπέδου αποδίδονται διοικητικές λειτουργίες, χαρακτηριστικές του πρώτου σε υπόλοιπα επίπεδα της εκκλησιαστικής οργανώσεως, στην πολεμική φιλολογία της δευτέρας χιλιετίας απέκτησαν την ονομασία του «Παπισμού».

3. Επειδή είναι διαφορετική η φύση του πρωτείου σε διάφορα επίπεδα της εκκλησιαστικής δομής (σε τοπικό, σε επαρχιακό και σε παγκόσμιο), δεν ταυτίζονται οι λειτουργίες του πρώτου σε διάφορα επίπεδα και είναι αδύνατο να μεταφερθούν από ένα επίπεδο σε άλλο.

Η μεταφορά των λειτουργιών του πρώτου από το επίπεδο επισκοπής σε παγκόσμιο επίπεδο, επί της ουσίας σημαίνει την αναγνώριση ενός ιδιαίτερου είδους λειτουργήματος, δηλονότι εκείνου του «Παγκοσμίου Αρχιερέως», ο οποίος κατέχει την πληρότητα της διδακτικής και διοικητικής αυθεντίας στην ανά την Οικουμενική Εκκλησία.

Η αναγνώριση τοιαύτη διά της καταργήσεως της μυστηριακής ισότητος των Επισκόπων, συνεπάγεται την εμφάνιση μιας δικαιοδοσίας του Παγκοσμίου Πρωθιεράρχου, την οποία ούτε οι ιεροί κανόνες δεν αναφέρουν, αλλά ούτε η αγιοπατερική Παράδοση, και η οποία ως αποτέλεσμα έχει την ελάττωση ή ακόμα την άρση του αυτοκεφάλου των κατά τόπους Εκκλησιών.

Με τη σειρά της διά της επεκτάσεως σε παγκόσμιο επίπεδο [7] αυτού του πρωτείου, το οποίο είναι χαρακτηριστικό του Προκαθημένου μιας Αυτοκεφάλου τοπικής Εκκλησίας (συμφώνως προς τον ΛΔ΄ Αποστολικό Κανόνα), στον πρώτο εν τῃ ανά την Οικουμένη Εκκλησίᾳ θα παρέχονταν ειδικές αρμοδιότητες ανεξαρτήτως της εξασφαλίσεως επί τούτῳ συγκαταθέσεως των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Τοιαύτη η μεταφορά της κατανόησης της φύσεως του πρωτείου από το επαρχιακό σε παγκόσμιο επίπεδο θα ήθελε και τη σχετική μεταφορά της διαδικασίας εκλογής του πρώτου Επισκόπου σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα το οποίο θα συνεπάγετο την καταπάτηση του δικαιώματος της πρωτόθρονης Αυτοκεφάλου τοπικής Εκκλησίας όπως εκλέγει ελευθέρως τον Προκαθήμενό της.

4. Ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός προειδοποιούσε τους μαθητές του κατά της φιλαρχίας (πρβλ. Ματθ. 20, 25-28). Η Εκκλησία ήταν πάντα αντίθετη στις αλλοιωμένες αντιλήψεις περί πρωτείου, οι οποίες από την αρχαιότητα διείσδυαν στην εκκλησιαστική ζωή [8]. Στους όρους των Συνόδων και τα αγιοπατερικά κείμενα αποδοκιμάζονταν οι καταχρήσεις εξουσίας [9].

Οι πρώτοι ως προς την τιμήν στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία Επίσκοποι Ρώμης, από απόψεως των Εκκλησιών της Ανατολής, πάντα ήταν Πατριάρχες της Δύσεως, δηλονότι Προκαθήμενοι της τοπικής Εκκλησίας της Δύσεως. Καίτοι από την πρώτη ήδη χιλιετία της εκκλησιαστικής ιστορίας στη Δύση άρχισε να διαμορφούται το δόγμα περί ειδικής, θείας προελεύσεως, διδακτικής και διοικητικής αυθεντίας του Επισκόπου Ρώμης, η οποία επεκτεινόταν εφ΄όλης της ανά την Οικουμένη Εκκλησίας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε τη διδασκαλία της Εκκλησίας της Ρώμης περί του παπικού πρωτείου και της θείας προελεύσεως αυθεντίας του πρώτου ανά την Οικουμένη Εκκλησία Επισκόπου.

Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι πάντα επέμειναν στο ότι η Εκκλησία της Ρώμης ήταν μια από τις κατά τόπους Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και δεν είχε δικαίωμα επεκτάσεως της δικαιοδοσίας της επί των εδαφών των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών. Επίσης θεωρούσαν ότι το πρωτείο τιμής των Επισκόπων Ρώμης είναι ένας ανθρώπινος και όχι θεϊκός θεσμός [10].

Κατά τη διάρκεια όλης της δευτέρας χιλιετίας έως και τις ημέρες μας η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρούσε εκείνη τη διοικητική δομή, η οποία ήταν χαρακτηριστική της Ανατολικής Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Εντός πλαισίων αυτής της δομής η εκάστη τοπική Αυτοκέφαλος Εκκλησία, εν τῃ δογματική, τῃ κανονική και τῃ ευχαριστιακή ενότητι προς τις λοιπές τοπικές Εκκλησίες ούσα, είναι διοικητικά αυτοτελής. Δεν υπάρχει ούτε υπήρχε ποτέ στην Ορθόδοξη Εκκλησία ένα ενιαίο διοικητικό κέντρο σε παγκόσμιο επιπεδο.

Αντίθετα, στη Δύση η εξέλιξη της διδασκαλίας περί ειδικής εξουσίας του Επισκόπου Ρώμης, συμφώνως προς την οποία η ύπατη εξουσία στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία ανήκει στον Επίσκοπο Ρώμης ως διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου και επί της γης επίτροπο του Χριστού, οδήγησε στη διαμόρφωση ενός εντελώς διαφορετικού προτύπου διοικήσεως της Εκκλησίας με ένα ενιαίο οικουμενικό κέντρο τη Ρώμη [11].

Συμφώνως προς τα δυο διαφορετικά πρότυπα της εκκλησιαστικής δομής, διαφορετικώς παρουσιάζονταν και οι προϋποθέσεις διά την αναγνώριση κανονικότητας μιας εκκλησιαστικής κοινότητας. Ως απαραίτητη προϋπόθεση της κανονικότητας η Ρωμαιοκαθολική παράδοση θέλει την ευχαριστιακή ενότητα της α΄ ή της β΄, έχει σκοπό την οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι… οἱ πάντες…ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα…κατ' ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ (Εφ. 4, 12-16).

5. Το πρωτείο στην ανά την Οικουμένη Ορθόδοξη Εκκλησία, το οποίο από την ίδια τη φύση του αποτελεί πρωτείο τιμής και όχι εξουσίας, έχει μεγάλη σημασία διά την Ορθόδοξη μαρτυρία στο σύγχρονο κόσμο.

Η Πατριαρχική Καθέδρα της Κωνσταντινουπόλεως έχει πρωτεία τιμής επί τη βάσει των Ιερών Διπτύχων, τα οποία αναγνωρίζονται υφ΄όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιῶν. Το περιεχόμενο δε αυτού του πρωτείο καθορίζει η συναίνεση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία εκφράζεται ειδικώς στις Διορθόδοξες Διασκέψεις επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας [13].

Ασκών το πρωτείο του ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως δύναται να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες διορθοδόξου και διαχριστιανικού εμβελείας και επίσης εκ μέρους του Ορθοδόξου πληρώματος να αποτείνεται στον έξω κόσμο, εξασφαλισθείσης επί τούτῳ της εξουσιοδοτήσεως υφ΄όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιῶν.

6. Το πρωτείο στην Εκκλησία του Χριστού καλείται να υπηρετεί την πνευματική ενότητα των μελών της και τη διευθέτηση της ζωής, διότι οὐ γὰρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός, ἀλλὰ εἰρήνης (Α Κορ. 14,33). Η διακονία του πρώτου εν τῃ Εκκλησίᾳ, ξένη προς την κοσμική φιλαρχίαμετάφραση είναι η Επιστολή 54)

 

Παραπομπές

 

[1] Η οποία περιλαμβάνει την εκλογή, την επίθεση των χειρών και την αποδοχή εκ μέρους της Εκκλησίας.

[2] Ep. 69,8.PL 4, 406 A (στη ρωσική εκκλησιαστικής κοινότητας μετά του θρόνου της Ρώμης. Στην Ορθόδοξη παράδοση κανονική θεωρείται εκείνη η κοινότητα, η οποία αποτελεί μέρος μιας τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας και δι΄αυτού ευρίσκεται εν ευχαριστιακή ενότητι προς τις λοιπές κανονικές κατά τόπους Εκκλησίες.

Ως γνωστόν, οι προσπάθειες επιβολής του δυτικού προτύπου της διοικητικής δομής στην Εκκλησία της Ανατολής πάντα εύρισκαν αντίσταση στην Ορθόδοξη Ανατολή. Αυτή αποτυπώθηκε στα εκκλησιαστικά κείμενα [12] και την πολεμική φιλολογία, που στρέφονταν κατά του Παπισμού και αποτελούν μέρος της Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 [3] Κατά κανόνα, ο πρώτος Επίσκοπος προΐσταται του κυριότερου (πρώτου) θρόνου στο κανονικό έδαφος εκάστης Εκκλησίας.

[4] Οι κατά τόπους Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τις σύνθετες εκκλησιαστικές οντότητες, λ.χ. εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας υπάρχουν Αυτόνομες και Αυτοδιοίκητες Εκκλησίες, Μητροπολιτικές Περιφέρειες, Εξαρχάτα και Ιερές Μητροπόλεις. Εκάστη εξ αυτών έχει την ιδίαν μορφή του πρωτείου, η οποία καθορίζεται από την Τοπική Κληρικολαϊκή Σύναξη και αποτυπούται στον Καταστατικό Χάρτη.

[5] Περί πρωτείο τιμής του θρόνου της Ρώμης και της δευτερείας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ομιλεί ο Γ΄ Κανών της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου: «Τν μέντοι Κωνσταντινουπόλεως πίσκοπον χειν τ πρεσβεα τς τιμς μετ τν τς ώμης πίσκοπον, δι τ εναι ατν νέαν ώμην». Ο ΚΗ΄ Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου διευκρινίζων τον ως άνω κανόνα, επικαλείται την κανονική αιτία, επί της οποίας στηρίζονται τα πρωτεία τιμής Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως: «Κα γρ τ θρόν τς πρεσβυτέρας ώμης, δι τ βασιλεύειν τν πόλιν κείνην, ο Πατέρες εκότως ποδεδώκασι τ πρεσβεα. Κα τ ατ σκοπ κινούμενοι ο κατν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι πίσκοποι, τ σα πρεσβεα πένειμαν τ τς Νέας ώμης γιωτάτω θρόν, ελόγως κρίναντες, τν βασιλεί κα συγκλήτ τιμηθεσαν πόλιν, κα τν σων πολαύουσαν πρεσβείων τ πρεσβυτέρ βασιλίδι ώμ, κα ν τος κκλησιαστικος ς κείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ κείνην πάρχουσαν»

[6] Υπάρχουν κανόνες, στους οποίους στην πολεμική φιλολογία καταφεύγουν για να δικαιολογήσουν τα δικαστικά προνόμοια του πρώτου θρόνου της Ρώμης: πρόκειται για τους Δ΄ και Ε΄ κανόνες της εν Σαρδική Συνόδου (343 μ.Χ.). Εν τῳ μεταξύ δεν αναφέρουν οι κανόνες αυτοί ότι το δικαίωμα της έδρας της Ρώμης όπως δέχεται προσφυγές ισχύει και δι΄ όλη την ανά την Οικουμένη Εκκλησία. Από το σώμα των Ιερών κανόνων γνωρίζουμε ότι ακόμα και στη Δύση δεν ήσαν απεριόριστα τα δικαιώματα αυτά. Έτσι ακόμα η εν Καρθαγένῃ Σύνοδος του 256 μ.Χ., προεδρεύοντος του Αγίου Κυπριανού Καρθαγένης, διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη στις περί πρωτείου αξιώσεις της Ρώμης όσον αφορά στις σχέσεις μεταξύ των Επισκόπων: «Ουδείς από μας πρέπει να καταστήσει τον εαυτό του Επίσκοπο των Επισκόπων, ούτε με τυραννικές απειλές να καταναγκάζει τους συναδέλφους του σε υποταγή, διότι ο έκαστος Επίσκοπος λόγω ελευθερίας και εξουσίας που απολαμβάνει, έχει δικαίωμα ιδίας του επιλογής, και ούτε δυνατόν είναι να δικάζεται υπό του άλλου, ούτε και ο ίδιος να δικάζει τον άλλο, αλλά όλοι μας ας αναμένουμε την κρίση του Κυρίου ημν Ιησού Χριστού, ο Οποίος μόνος έχει την εξουσία να μας τοποθετήσει να διοικούμε την Εκκλησία Του και να κρίνει τις πράξεις μας» (Sententiae episcoporum, PL, 3, 1085 C; 1053-1054A). Περί αυτών επίσης μιλάει η Επιστολή της ἐν Ἀφρικῇ Συνόδου πρὸς Κελεστῖνον τὸν πάπαν, τῆς Ῥωμαίων πόλεως ἐπίσκοπον (424 μ.Χ.), την οποία περιλαμβάνουν όλες οι έγκυρες εκδόσεις του σώματος των Ι. Κανόνων, π.χ. το Πηδάλιον, ως μέρος των Ιερών Κανώνων της εν Καρθαγένῃ Συνόδου. Διά της Επιστολής αυτής η Σύνοδος απορρίπτει το δικαίωμα του Πάπα Ρώμης όπως δέχεται προσφυγές κατά των δικαστικών αποφάσεων της εν Αφρική Συνόδου Επισκόπων: «κετεύομεν, να το λοιπο πρς τς μετέρας κος τος ντεθεν παραγινομένους εχερς μ προσδέχησθε, μηδ τος παρ μν ποκοινωνητέους, ες κοινωνίαν το λοιπο θελήσητε δέξασθαι…». Ο ΡΕ΄ Κανών της εν Καρθαγένη Συνόδου περιλαμβάνει απαγόρευση ασκήσεως προσφυγής στις Εκκλησίες των υπερπόντιων χωρῶν, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει υπονοεί επίσης και τη Ρώμη: «στισδήποτε μ κοινωνν ν τ φρικ, ες τ περαματικ πρς τ κοινωνεν φερπύσει, τν ζημίαν τς κληρώσεως ναδέξεται».

[7] Όπως τυγχάνει γνωστόν, ουδείς κανόνας υπάρχει, ο οποίος να δικαιολογούσε τοιαύτη την πράξη.

[8] Ήδη στους αποστολικούς χρόνους στην Επιστολή του ο Άγιος Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος αποδοκίμασε τον φιλοπρωτεύοντα Διοτρεφή (Γ΄ Ιω. 1,9).

[9] Ούτως η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος υπερασπιζόμενος το δικαίωμα αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Κύπρου διά του Η΄ Κανόνα της θέσπισε: «ξουσι τ νεπηρέαστον κα βίαστον ο τν γίων κκλησιν, τν κατ τν Κύπρον, προεσττες, κατ τος κανόνας τν σίων Πατέρων, κα τν ρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ αυτν τς χειροτονίας τν ελαβεστάτων πισκόπων ποιούμενοι τ δ ατ κα π τν λλων διοικήσεων, κα τν πανταχο παρχιν παραφυλαχθήσεται στε μηδένα τν θεοφιλεστάτων πισκόπων παρχίαν τέραν, οκ οσαν νωθεν κα ξ ρχς π τν ατο, γον τν πρ ατο χερα καταλαμβάνειν λλ᾿ ε καί τις κατέλαβε, κα φ´αυτν πεποίηται, βιασάμενος, ταύτην ποδιδόναι να μ τν Πατέρων ο κανόνες παραβαίνωνται, μηδ ν ερουργίας προσχήματι, ξουσίας τύφος κοσμικς περεισδύηται, μηδ λάθωμεν τν λευθερίαν κατ μικρν πολέσαντες, ν μν δωρήσατο τ δί αματι Κύριος μν ησος Χριστός, πάντων νθρώπων λευθερωτής».

[10] Έτσι κατά τον ΙΓ΄ αιώνα ο Άγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως έγραφε: «Υπάρχουν πέντε Πατριαρχεία με καθορισμένα δια τον καθένα όρια, και εν τω μεταξύ τα τελευταία χρόνια ανάμεσά τους εδημιουργήθη σχίσμα, αρχή της οποίας έθεσε μια τολμηρά χειρ, η οποία επιζητεί υπεροχή και κυριαρχία εν τ Εκκλησί. Η Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, εν κάθε αξίωση πρωτείου είναι αντίθετη με τη διδασκαλία Του» (παρατίθεται από το I.I.Sokolov Lektsii po istorii Greko-Vostochnoi Tserkvi, S-Pb, 2005, σελ. 129).

Κατά τον ΙΔ΄ αιώνα ο Νείλος Καβάσιλας Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης: «Δύο γάρ περ τν πάππαν θεωρουμένων, τό τε είναι Ρώμης πίσκοπον… κα τι τ πρτον [ως προς την τιμή] είναι των άλλων επισκόπων. Το μεν παρά του Πέτρου έχει λαβών, το είναι Ρώμης επίσκοπος, το δε, παρά των μακαρίων Πατέρων, και των ευσεβών βασιλέων, πολλοίς χρόνοις ύστερον, διά το δίκαιο είναι και τα εκκλησιαστικά υπό τάξιν τελείν» (De primate papae, PG 149, 701 CD).

Ακολουθών τους βυζαντινούς θεολόγους των ΙΓ΄- ΙΔ΄ αιώνων ο Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος δηλοί: «Όλοι εμείς, ως Ορθόδοξοι… είμαστε πεπεισμένοι ότι κατά την πρώτη χιλιετία της ιστορίας της Εκκλησίας, την εποχή της αδιαιρέτου Εκκλησίας, ανεγνωρίζετο το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης, του Πάπα. Όμως το πρωτείο εκείνο ήταν πρωτείο τιμής και αγάπης χωρίς να είναι νομική κυριαρχία εφ΄ όλης της χριστιανικής Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη θεολογία μας, αυτό το πρωτείο είναι ανθρώπινου χαρακτήρος και θεσπίσθηκε λόγ ανάγκης να έχουν οι Εκκλησίες την κεφαλή και το συντονιστικό κέντρο» (απόσπασμα της συνεντεύξεως στα Βουλγαρικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τον Νοέμβριο 2007).

[11] Οι διαφορές στην εκκλησιαστική οργάνωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν παρατηρούνται μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και σε επαρχιακό και σε τοπικό.

[12] Στην Εγκύκλιο τους (1848) οι Πατριάρχες της Ανατολής επικρίνουν την μετατροπή του υπό των Επισκόπων Ρώμης πρωτείου τιμής σε κυριαρχία εφ΄ όλης της Οικουμενικής Εκκλησίας: «αυτό το πρωτείον… εξ αδελφικού τύπου και πρεσβείου ιεραρχικού εις κυριαρχικόν μεταπεπτωκός» (αρθ. ΙΓ΄). Όπως αναφέρει η Εγκύκλιος, το αξίωμα της Εκκλησίας της Ρώμης, «ου κυριαρχικόν, ούτε μην διαιτητικόν, όπερ ουδ' αυτός ο μακάριος Πέτρος ουδέποτε εκπληρώσατο, αλλ' αδελφικόν τυγχάνει πρεσβείον εν τη Καθολική Εκκλησία και γέρας απονεμηθέν τοις Πάπαις δια το μεγαλώνυμον και πρεσβείον της πόλεως» (αρθ. ΙΓ΄).

[13] Βλ. λ.χ. την Απόφαση της Δ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1968), π.6,7, και τον Κανονισμό Λειτουργίας Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων (1986) αρ.2,13.

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013, http://www.romfea.gr/epikairotita/21314-2013-12-28-09-58-36

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin. Έγινε επίσης και μια διόρθωση στη θέση των παραγράφων 5. και 6.

Μια δύσκολη σχέση που μπορεί να γίνει πιο ώριμη

Εκκλησία και Αριστερά στην Ελλάδα: Μια δύσκολη σχέση που μπορεί να γίνει πιο ώριμη

Του Αλέξανδρου Σταθακιού*

 

Το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Αριστεράς στην Ελλάδα, μάλλον ξεκινά να έχει πολιτικοκοινωνικό ενδιαφέρον με την δυναμική εμφάνιση του Κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, λίγο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, αφού πριν δεν είχαμε στην χώρα μας μαζικά Σοσιαλιστικά κόμματα, τέτοια που να αναγκάσουν  τον χώρο της Εκκλησίας , να ασχοληθεί ευδιάκριτα μαζί τους. Αν μπορεί κανείς να σταχυολογήσει κάποιες αναφορές, μάλλον θα πρέπει να τις συμπεριλάβει στην συνολικότερη αντίδραση ενός συμπαγούς τμήματος του εκκλησιαστικού χώρου απέναντι στις «νέες ιδέες». 

Συνέχεια

Xριστιανικός λόγος & αριστερά αποτελούν θύλακες

Ο χριστιανικός λόγος και η αριστερά αποτελούν θύλακες πρωταρχικών αρετών

Η ομιλία του Ανδρέα Καρίτζη*

Ζούμε σε μια περίοδο όπου είναι σε εξέλιξη μια τεράστια επίθεση στις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Μια επίθεση που στο κέντρο της βρίσκεται η ίδια η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Ο νεοφιλελευθερισμός – αυτό είναι το όνομα που έχει επικρατήσει διεθνώς για την περιγραφή αυτής της αντίληψης – εδράζεται σε μια θεωρητική σύλληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία, προϊόν μιας ενδεχομενικής συνέργιας παραγόντων στους οποίους δεν θα αναφερθώ.

Συνέχεια

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παπίζουμε…

Προς Μητρ. Περγάμου: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παπίζουμε

 

Του Μητρ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου)

 

Έλαβα γνώση από το διαδίκτυο της από 27-9-2012 δήλωσης του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη (Σημ. admin)* ύστερα από δική μου απάντηση σε επιστολή του, η οποία προηγήθηκε. Λυπάμαι που εξαναγκάζομαι να ακολουθήσω τον δικό του τρόπο και να απαντήσω στην ασυνήθιστη τακτική του Σεβασμιωτάτου και στον ασυνήθιστο τρόπο που ενεργεί στην παρούσα περίπτωση, και μάλιστα όταν δεν έχη απαντήσει μέχρι τώρα στις αρνητικές κριτικές που έχουν εξασκήσει ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι και συνάδελφοί του για θέσεις που κατά καιρούς υποστηρίζει.

Θα υπογραμμίσω τέσσερα συγκεκριμένα σημεία που εκείνος θέτει με την δήλωσή του.

1. Η βούληση είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου

Στην γνωστή εισήγησή μου σε Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς ασχολούμαι με το θέμα της «οντολογίας του προσώπου» και σημειώνω ότι το θέμα αυτό συνιστά μια «μεταπατερική θεολογία». Στην συγκεκριμένη δε παράγραφο εντόπιζα την κακόδοξη άποψη ότι «η δήθεν ελευθερία του προσώπου έχει αξία, διότι υπερβαίνει την αναγκαιότητα της φύσης, ότι η φύση συνδέεται με την ανάγκη και η βούληση με το πρόσωπο». Μέσα σε αυτήν την προοπτική παρέθεσα δύο φράσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη για την άποψή του περί του «ελευθέρου θελήματος του Πατρός» και για «τήν έννοια της βουλήσεως».

Τίς καταγράφω: «Το ελεύθερο θέλημα του Πατρός είναι αυτό από το οποίο πηγάζει η τριαδική υπόσταση του Θεού, υποστασιάζεται η ουσία σε τριαδικό Θεό… Η έννοια της βουλήσεως έχει ακριβώς την έννοια της επιλογής».

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης με επιστολή του εκφράζει «τήν κατάπληξή» του γιατί έγινε παραποίηση του κειμένου του. Όμως, τα όσα έγραψα στην προηγούμενη επιστολή μου προς τον Σεβασμιώτατο Περγάμου ισχύουν απολύτως και τα επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά για να γίνουν κατανοητά:

«Την φράση που επισημαίνετε (έγραφα στον Σεβασμιώτατο Περγάμου) «η έννοια της βουλήσεως έχει ακριβώς την έννοια της επιλογής» την αποδίδετε στους ανθρώπους, δηλαδή στην δυνατότητα επιλογής που γίνεται από τους ανθρώ¬πους. Όμως, στο συγκεκριμένο κείμενό μου με ενδιέφερε πολύ και το τονίζω εμφαντικά, ότι η θέληση-βούληση τόσο στον Θεό όσο και στον άνθρωπο συνδέεται με την φύση, είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου, ενώ η προαίρεση, δηλαδή η επιλογή -η οποία δεν υπάρχει στον Θεό, αλλά μόνον στους ανθρώπους- ανήκει στην υπόσταση-πρόσωπο. Αυτό είναι το καίριας σημασίας θέμα, ότι και στους ανθρώπους η βούληση δεν είναι επιλογή, αλλά όρεξη της φύσεώς τους. Η επιλογή συνδέεται με την προαίρεση».

Μέ αυτήν την επισήμανση δεν έκανα κάποια υπεκφυγή, όπως ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος στην δήλωσή του, αλλά υπογράμμιζα ότι δεν μπορούμε από ορθοδόξου απόψεως να κάνουμε λόγο για το «ελεύθερο θέλημα του Πατρός», ούτε για ότι «η έννοια της βουλήσεως έχει ακριβώς την έννοια της επιλογής» στον Θεό και στους ανθρώπους. Και οι δύο αυτές φράσεις είναι άστοχες από ορθοδόξου πλευράς, όπως φαίνεται στην διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, και έχω αναλύσει σε ένα προηγούμενο κείμενό μου. Η βούληση τόσο στον Θεό όσο και στον άνθρωπο είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου, ενώ η επιλογή στον άνθρωπο είναι γνώρισμα της προαιρέσεως και όχι της βουλήσεως.

Αυτό ήταν το βασικό θέμα που με ενδιέφερε στην περίπτωση αυτή. Σε αυτό δεν έγινε καμμία παραποίηση και καταλαβαίνω καλά τους λόγους για τους οποίους ενοχλήθηκε ο Σεβασμιώτατος Περγάμου και έχασε την ψυχραιμία του. Και αν ακόμη έθετα τις δύο αυτές φράσεις του ξεχωριστά – χωρίς τα αποσιωπητικά – η ουσία του θέματος δεν θα άλλαζε, αφού η βούληση-θέληση στον Θεό και τους ανθρώπους είναι όρεξη της φύσεως και όχι επιλογή του προσώπου. Μήν προσπαθή ο Σεβασμιώτατος να θέτη διλήμματα για να ξεφύγη από την ουσία του θέματος. Αυτό δεν έγινε ούτε εκ παραδρομής (μέ την έννοια της απροσεξίας) ούτε εσκεμμένως (μέ την έννοια της σκόπιμης παραποίησης). Ήθελα να αναφερθώ στην κακόδοξη διδασκαλία ότι η βούληση κάνει επιλογή.

Ακόμη, στην δήλωση του Σεβασμιωτάτου φαίνεται η αντιφατικότητά του, διότι αφ’ ενός μεν αρνείται την δική μου πρόθεση να μη παραποιήσω κείμενό του – όταν έγραφα «δέν είχα καμμία πρόθεση να κάνω κάτι τέτοιο» – με την αιτιολογία «σάν να έχη σημασία η πρόθεση και όχι η πράξη», αφ’ ετέρου δε ο ίδιος στην επόμενη παράγραφο της δήλωσής του αναφέρεται στην δική του πρόθεση: «πρόθεσή μου, ειλικρινά, δεν ήταν, ούτε είναι να δυσχεράνω την θέση του Σεβασμιωτάτου». Δεν μπορώ να εξηγήσω αυτήν την διπλή συμπεριφορά ως προς τις «προθέσεις» αμφοτέρων.

Επομένως, για όσα ανέφερα μέχρι τώρα και κυρίως για όσα θα αναφερθώ στην συνέχεια με σεβασμό παρακαλώ τον Σεβασμιώτατο να ανακαλέση τα περί «παραποιήσεως των θέσεών» του, γιατί είναι προσβλητικό για το πρόσωπό μου.

2. Παρερμηνεία του χωρίου του Μ. Αθανασίου

Μελετώντας περισσότερο το θέμα που θίγει ο Σεβασμιώτατος Περγάμου στην επιστολή του και στην εν συνεχεία δήλωσή του φαίνεται μεν ότι δεν δέχεται την αιρετική άποψη των Αρειανών ότι ο Υιός προήλθε από την βούληση-θέληση του Πατρός και επομένως είναι κτίσμα, μάλιστα δε επισημαίνει ότι είναι «κακόδοξη αντίληψη» το να εκλαμβάνεται ότι «η θέληση του Θεού είναι απόφαση επιλογής», αλλά θεωρώ ότι παρερμηνεύει το σχετικό χωρίο του Μ. Αθανασίου με κάποιους σχολαστικούς ελιγμούς για να φθάση σε δύο συμπεράσματα που αποκλείνουν από την ορθόδοξη πατερική παράδοση.

Το πρώτον είναι ότι «Το ελεύθερο θέλημα του Πατρός είναι αυτό από το οποίο πηγάζει η τριαδική υπόσταση του Θεού, υποστασιάζεται η ουσία σε τριαδικό Θεό…». Και το δεύτερον είναι ότι παρουσιάζει τον Μ. Αθανάσιο να θέλη «μία ελεύθερη βούληση, αιώνια, αΐδια» του Πατρός, «η οποία να μήν είναι βούληση εκλογής μεταξύ δύο δυνατοτήτων», και ομιλεί για την «κακόδοξη αντίληψη όταν η θέληση του Θεού είναι απόφαση επιλογής μεταξύ δυνατοτήτων» και για την «ευσεβή έννοια της θελήσεως», που είναι «η ορθόδοξη έννοια της θελήσεως», σύμφωνα με το σχετικό χωρίο του Μ. Αθανασίου, το οποίο παρερμηνεύει κατά την γνώμη μου.

Ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας στην Δογματική του επισημαίνει αυτό το λάθος του Σεβασμιωτάτου Περγάμου. Γράφει ότι ο Μ. Αθανάσιος «εγκαινιάζει καταρχήν» «καί ακολουθούν οι μετέπειτα ορθόδοξοι πατέρες» την διάκριση της «κατά φύσιν γεννήσεως» και της «κατά βούλησιν δημιουργίας». Αυτήν την πατερική θέση, όπως επισημαίνει ο Νίκος Ματσούκας «φαίνεται να αρνείται» κείμενο του Ιωάννου Ζηζιούλα «προφανώς από αστοχία ή κάποια παραδρομή».

Στην συνέχεια παραθέτει το σχετικό κείμενο του Σεβασμιωτάτου: «Αναλυτικώτερα αυτό σημαίνει ότι ο Θεός, ως Πατήρ και όχι ως «ουσία», με το να «είναι» διαρκώς επιβεβαιώνει την ελευθέραν θέλησίν του να υπάρχη, και την διαβεβαίωσιν αυτήν συνιστά ακριβώς η Τριαδική Του ύπαρξις:  ο Πατήρ από αγάπην – δηλαδή ελεύθερα – γεννά τον Υιόν και εκπορεύει το Πνεύμα. Άν υπάρχη Θεός, υπάρχει διότι υπάρχει ο Πατήρ, δηλαδή Εκείνος, ο οποίος από αγάπην ελευθέραν γεννά τον Υιόν και εκπορεύει το Πνεύμα».

Και στην συνέχεια σχολιάζει ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας: «Αλλά το «κατά φύσιν» δεν υπόκειται στην ελευθερία της θέλησης παρά μονάχα το «κατά βούλησιν». Ο Άρειος σε τούτη ακριβώς την κακοδοξία είχε περιπέσει, την οποία πολέμησε ο Μ. Αθανάσιος  ισχυριζόταν ότι ο Λόγος είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του Πατέρα, πράγμα που κατά τον Μ. Αθανάσιο ισχύει μονάχα για τη δημιουργία της κτίσης. Επομένως ο Μ. Αθανάσιος κάνει διάκριση μεταξύ αίδιας και οικονομικής Τριάδας, ενώ ο Άρειος δεν κάνει τούτη τη διάκριση. Κατά τον Άρειο είναι δυνατή η διάκριση θείας ουσίας και θείας ενέγειας του Πατέρα, αλλά τα δύο άλλα πρόσωπα, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, δεν κατατάσσονται στην οικογένεια της άκτιστης και ομοούσιας Τριάδας. Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο Λόγος, κατά τον Άρειο πάντοτε, προέρχεται από τη βουλητική ενέργεια του Πατέρα, και φυσικά όχι από μια «κατά φύσιν» σχέση του Πατέρα προς τον Υιό. Όπως θα δούμε αργότερα, οι επιπτώσεις αυτές είναι αλλοτριωτικές στην εμπειρία και τη διδασκαλία της απολύτρωσης» (Ν.Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’: Έκθεση της Ορθόδοξης Πίστης σε αντιπαράθεση με τη Δυτική Χριστιανοσύνη, Φ.Θ.Β. 3, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 96-97, υπ. 56).

Επομένως, πρόκειται για παρερμηνεία που κάνει ο Σεβασμιώτατος Περγάμου του χωρίου του Μ. Αθανασίου για να φθάση στην ελευθερία του προσώπου του Πατρός και στην διάκριση μεταξύ των δύο αντιλήψεων περί της θελήσεως, η μία «κακόδοξη αντίληψη» και η άλλη «η ευσεβής έννοια της θελήσεως».

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα πώς έχει το θέμα αυτό, για να διαπιστωθή η παρερμηνεία του πατερικού κειμένου ή «από αστοχία» ή από «κάποια παραδρομή», όπως επισημαίνει με ακαδημαϊκή ευπρέπεια ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας. Ετοιμάζω δε ειδική μελέτη για να εντοπίσω την εσφαλμένη ερμηνευτική μεθοδολογία του. Απλώς εδώ θα κάνω μια ευσύνοπτη παρουσίαση του θέματος.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά το σχετικό κείμενο του Μ. Αθανασίου, καθώς επίσης και όσα προηγούνται και έπονται αυτού, διαπιστώνει ότι ο Μ. Αθανάσιος αντιμετώπισε το δίλημμα που του έθεταν οι Αρειανοί, εάν ο Υιός γεννήθηκε από την ουσία του Πατρός, που γι’ αυτούς ήταν κατ’ ανάγκη, ή δημιουργήθηκε κατά την βούληση του Πατρός, κάτι το οποίο πίστευαν οι ίδιοι, και είναι κτίσμα. Ο Μ. Αθανάσιος με ισχυρά επιχειρήματα εξουδετέρωσε την άποψη των Αρειανών ότι ο Υιός προήλθε από την βούληση του Πατρός, γιατί τότε θα ήταν κτίσμα, και υποστήριξε την εκ της ουσίας του Πατρός γέννηση του Υιού. Μάλιστα δε το κεντρικότερο σημείο του συγκεκριμένου χωρίου του Μ. Αθανασίου είναι ότι θεωρεί παράφρονα εκείνον που θέτει μεταξύ του Πατρός και του Υιού βούληση και σκέψη, και γι’ αυτό γράφει: «Μαίνοιτο γάρ αν τις μεταξύ τιθείς Πατρός και Υιού βούλησιν και σκέψιν. Και γάρ έτερόν εστι λέγειν, Βουλήσει γέγονεν, έτερον δε ότι Ίδιον φύσει τον Υιόν αυτού αγαπά και θέλει αυτόν».

Συγχρόνως ο Μ. Αθανάσιος υποστήριξε ότι το κατ’ ουσία δεν είναι κατ’ ανάγκη, γι’ αυτό γράφει: «ώσπερ γάρ της ιδίας υποστάσεώς εστι θελητής (ενν. ο Πατήρ) ούτω και ο Υιός, ίδιος ών αυτού της ουσίας, ουκ αθέλητός εστιν αυτώ». Το «θελητής» χρησιμοποιήθηκε από τον Μ. Αθανάσιο για να απορρίψη το «αθέλητος», το «κατ’ ανάγκην» της ουσίας, το οποίο πρέσβευαν οι Αρειανοί, και να εκφράση ότι είναι θελητής της ουσίας Του και όχι αθέλητος.

Η λέξη «θελητής» δεν ερμηνεύεται με την έννοια της θελήσεως, την οποία θέληση προηγουμένως ο Μ. Αθανάσιος είχε απορρίψει για την ύπαρξη του Υιού, αλλά με την έννοια του επιθυμητός (θελητός=επιθυμητός, κατά το Liddel-Scott), αγαπητός. Έτσι μετέφρασε το χωρίο του Μ. Αθανασίου ο μεταφραστής στις «Πατερικές Εκδόσεις» (Μ. Αθανασίου, Έργα 3, Κατά Αρειανών Γ’, 66, ΕΠΕ, Εισαγ.-Κείμ.-Μετφρ.-Σχολ. Σοφοκλέους Τοκατλίδη, «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 193) που μάλλον προσεγγίζει καλύτερα το θέμα. Μεταφράζει: «Διότι όπως (ο Πατήρ) επιθυμεί την ιδικήν Του υπόστασιν, τοιουτοτρόπως και ο Υιός, ο οποίος έχει κοινήν προς τον Πατέρα ουσίαν, δεν είναι ανεπιθύμητος εις αυτόν».

Αυτή η ερμηνεία είναι ορθή, γιατί φαίνεται από το ότι ο Μ. Αθανάσιος συνδέει το «θελητής» με την αγάπη, παραπέμποντας στον λόγο του Χριστού: «ο γάρ πατήρ φιλεί τον υιόν και πάντα δείκνυσιν αυτώ ά αυτός ποιεί» (Ιω. ε’, 20).

Και επισημαίνει: «Θελέσθω και φιλεέσθω τοίνυν ο Υιός παρά του Πατρός  και ούτω το θέλειν και το μη αβούλητον του Θεού τις ευσεβώς λογιζέσθω. Και γάρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται παρά του Πατρός, ταύτη και αυτός αγαπά, και θέλει, και τιμά τον Πατέρα  και έν εστι θέλημα το εκ Πατρός εν Υιώ, ως και εκ τούτου θεωρείται τον Υιόν εν τώ Πατρί, και τον Πατέρα εν τώ Υιώ».

Φαίνεται σαφέστατα ότι στο χωρίο αυτό γίνεται λόγος για την κοινή φυσική ενέργεια των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, αφού τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή φύση και κοινή ενέργεια και ό,τι θέλει ο Πατήρ θέλει και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Δεν υφίσταται διαφορετική θέληση στα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος καί, βεβαίως, δεν υφίσταται διαφορετική ελευθερία των Προσώπων.

Και για να μη νομισθή ότι αυτό το «θελητής» αναφέρεται στο «θέλημα του Πατρός» με το οποίο δήθεν ήλθε στην ύπαρξη ο Υιός, ο Μ. Αθανάσιος συμπεραίνει: «Ουκούν μη λεγέσθω θελήματος δημιούργημα ο Υιός, μηδέ τα Ουαλεντίνου επεισαγέσθω τη Εκκλησία, αλλά βουλή ζώσα, και αληθώς φύσει γέννημα, ως του φωτός το απαύγασμα». Όπως το απαύγασμα (η λάμψη) «φύσει αυτού (τού φωτός) γέννημα θελόμενον παρά του φωτός και γεννήσαντος αυτό» και δεν γίνεται «εν σκέψει βουλήσεως, αλλά φύσει και αληθεία», έτσι, θα μπορούσε να πή κανείς, ότι συμβαίνει και με το Πατέρα και τον Υιό, «ότι ο Πατήρ αγαπά και θέλει τον Υιόν, και ο Υιός αγαπά και θέλει τον Πατέρα». Επομένως, δεν θέλει μόνον ο Πατήρ τον Υιό, αλλά και ο Υιός τον Πατέρα. Το ίδιο γίνεται και με το Άγιον Πνεύμα.

Άλλωστε, ο ίδιος ο Μ. Αθανάσιος σε άλλο σημείο του ιδίου λόγου του κατά Αρειανών σαφώς αποφαίνεται ότι «τού βούλεσθαι το κατά φύσιν υπέρκειται, και η φύσις ουχ υπόκειται τη βουλήσει». Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σε αυτό το χωρίο του Μ. Αθανασίου γράφει ότι ο Υιός γεννήθηκε εκ της φύσεως του Πατρός και όχι εκ της θελήσεως και αποφαίνεται: «η γέννησις ευδοκία και θέλησις ουκ έστιν, αλλ’ υπέρ ευδοκίαν και θέλησιν -φύσει γάρ δείκνυσιν εκ Πατρός όντα τον Υιόν ως αυτώ γνήσιον και ομοούσιον, αλλ’ ου θελήσει καθά τα κτίσματα». Το ίδιο συμβαίνει και με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός (Γρηγορίου Παλαμά, Συγγράμματα, εκδ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 98-99). 

Η οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία της φράσεως του Μ. Αθανασίου: «τής ιδίας υποστάσεώς εστι θελητής», παραπέμπει σε κακόδοξη άποψη ότι δήθεν ο Πατήρ είναι θελητής και της δικής Του υπάρξεως, δηλαδή του εαυτού Του!

Πάντως, συνιστά έντονο θεολογικό πρόβλημα το γιατί η φράση «τής ιδίας υποστάσεώς εστι θελητής» (ο Πατήρ) που από τον Μ. Αθανάσιο τίθεται για να αντιμετωπισθή το «κατ’ ανάγκην» της φύσεως των Αρειανών και να δείξη ότι ο Υιός γεννήθηκε κατά φύσιν από τον Πατέρα, από τον Σεβασμιώτατο Περγάμου επεκτείνεται στην «μία ελεύθερη βούληση, αιώνια, αΐδια» του Θεού και στην ελευθερία του Θεού Πατρός, ότι «τό αίτιο της ελευθερίας του τριαδικού Θεού» δεν είναι «η ελευθερία που πηγάζει από την ουσία, είναι η ελευθερία του αιτίου, του Πατρός».

Επομένως, ναί μεν ο Σεβασμιώτατος δεν δέχεται ότι ο Υιός προήλθε από την βούληση του Πατρός, κατά τον τρόπο που ομιλούσαν οι Αρειανοί, αλλά όταν ομιλή για «τό ελεύθερο θέλημα του Πατρός» και όταν γράφη σε άλλο κείμενό του ότι «Αλλ’ εάν ο λόγος της οντολογικής ελευθερίας του Θεού έγκειται απλώς εις την «φύσιν» του, εις το ότι δηλαδή εκ φύσεως είναι άκτιστος, ενώ εμείς εκ φύσεως κτιστοί, τότε καμμιά ελπίς, καμμιά δυνατότης δεν υπάρχει δια τον άνθρωπον να γίνη ποτέ πρόσωπον, με την έννοιαν που είναι ο Θεός, δηλαδή όντως πρόσωπον. Αλλ’ όχι  ο λόγος της οντολογικής ελευθερίας του Θεού δεν έγκειται εις την φύσιν Του, αλλά εις την προσωπικήν Του ύπαρξιν, δηλαδή εις τον «τρόπον υπάρξεως» με το οποίον υφίσταται ως θεία φύσις (υποσημ.: Εάν, άλλωστε, συνδέσωμε την απόλυτον ελευθερίαν του Θεού με την φύσιν Του, αυτόματα, όπως δείξαμε προ ολίγου, την αναιρούμε!)» (Ιω. Ζηζιούλα, Από το προσωπείον εις το πρόσωπον. Η συμβολή της πατερικής θεολογίας εις την έννοιαν του προσώπου, εν Ιμάτια Φωτός Αρρήτου: Διεπιστημονική Προσέγγιση του Προσώπου, επιμ. Λ. Χρ. Σιάσου, Πουρναράς: Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 94)  καθώς επίσης όταν υποστηρίζη ότι «ο τρόπος με τον οποίον ασκεί ο Θεός την οντολογικήν ελευθερίαν Του, εκείνο ακριβώς που Τόν κάνει να είναι οντολογικά ελεύθερος, είναι το ότι υπερβαίνει και καταργεί την οντολογικήν αναγκαιότητα της ουσίας με το να είναι Θεός ως Πατήρ, δηλαδή ως Εκείνος που «γεννά» τον Υιόν και «εκπορεύει» το Πνεύμα», αυτό οδηγεί σε αποκλίσεις από την ορθόδοξη διδασκαλία.

Υπογραμμίζω και πάλι ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ βούλησης-θέλησης και προαίρεσης. Η βούληση-θέληση, στον Θεό και τον άνθρωπο, είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου, και γι’ αυτό η θέληση-βούληση δεν έχει δυνατότητα επιλογών, όπως διδάσκει η δυτική φιλοσοφία, ενώ η προαίρεση στον άνθρωπο – όχι στον Θεό, που δεν έχει προαίρεση – συνδέεται με τις επιλογές που κάνει. Αλλά και η προαίρεση αυτή στον άνθρωπο συνιστά ατέλεια, γιατί ο εν Χριστώ αναγεννημένος άνθρωπος, ο άγιος εν Χριστώ αποκτά και την ατρεψία της προαιρέσεως. Αυτό διδάσκει ο άγιος Μάξιμος και θα το αναλύσω σε νέο εκτενές κείμενό μου. Μήν προσπαθεί, λοιπόν, ο Σεβασμιώτατος Περγάμου να ξεπερνά τα σοβαρά αυτά θέματα με την δήθεν παραποίηση των θέσεών του.

Ο ιερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης ήδη το 1990, πριν 22 χρόνια, πολύ ευφυώς ασχολήθηκε με το σοβαρό αυτό θέμα και παρουσίασε την διδασκαλία της Εκκλησίας. Σε άρθρο του με τίτλο «Ελευθερία και σωτηρία», στο πρώτο μέρος ασχολείται με το «σωτηριώδες κεφάλαιον», και στο δεύτερο μέρος ασχολείται με το περί της «αιρετικής ελευθερίας». Αναφερόμενος σε απόψεις «ωρισμένων αθεράπευτα ρομαντικών Ρώσων «θεολόγων» και φιλοσόφων» και αναλύοντας απόψεις του Ευδοκίμωφ για την σχέση ελευθερίας και προσώπου, σε σύγκριση με πατερικά χωρία, παρατηρεί:

«Είχαν πάθει σύγχυση λοιπόν όλοι οι Πατέρες; «Το γάρ αυτεξούσιον, θέλησιν ωρίσαντο» και την θέληση «φυσικήν και αυτεξούσιον ορεκτικήν του νού κίνησιν». Δεν υπάρχει καμμία αναφορά του αυτεξουσίου στό… «πρόσωπο» από κανένα Πατέρα της Εκκλησίας. Υπάρχουν όμως πολλές από πολλούς αιρετικούς (Ευνομιανούς, Νεστοριανούς, Ωριγενιστές και προπαντός Μονοθελήτες και Μονοενεργήτες), των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι «τό μη ειδέναι την διαφοράν του φυσικού και του υποστατικού θελήματος», δηλαδή ότι «η μεν θέλησις τουτέστιν η θελητική δύναμις και αυτό το απλώς θέλειν, φυσικόν, το δε θελητόν, τουτέστιν το τί θέλειν, γνωμικόν και υποστατικόν».
Σε άλλο σημείο παρατηρεί:

«Είναι λοιπόν η ελευθερία ουσία προσωπική και όχι φυσική ενέργεια, ή – έστω – υποστατική; Και διαθέτει το ανθρώπινο πρόσωπο άραγε ως ιδιαίτερη δική του ουσία την ελευθερία, ξεχωριστά από την φύση ή ουσία που υποστασιάζει; Στούς είκοσι αιώνες του Χριστιανισμού δεν εμφανίσθηκαν ποτέ φοβερώτερες πλάνες απ’ αυτές, παρμένες όλες από περιλάλητο έργο «Ορθοδοξία», με το οποίο έγινε διδάκτωρ και καθηγητής στον Άγιο Σέργιο των Παρισίων ο Ευδοκίμωφ».

Πιό κάτω γράφει:

«Κανένας Πατήρ δεν συνέδεσε ποτέ πρόσωπο και ελευθερία, ή φύση και αναγκαιότητα. Κανείς δεν μίλησε ποτέ για υποστατική ελευθερία. Είναι των Μονοθελητών και Μονοενερ¬γητών αυτό το δόγμα και έχει καταδικασθή από την ΣΤ’ Οικουμ. Σύνοδο. Αλλά και οι Μονοθελήτες ακόμη ευρίσκοντο σε πολύ καλύτερη θέση απ’ τους Ρώσους Σλαυοφίλους καθότι συμφωνούσαν απόλυτα με τους ορθοδόξους αντιπάλους των στο ότι: θέλησις-αυτεξούσιον-ελευθερία σήμαιναν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Καμμία διάκρισις μεταξύ «ψυχολογικών» και «μεταφυσικών» ρόλων σ’ αυτούς τους όρους. Ακόμη και η «βούλησις» ορίζεται απ’ τους ορθοδόξους παρά τον γνωμικό της χαρακτήρα ως «ποιά φυσική θέλησις», απλούστατα διότι γίνεται κατανοητό, πώς και το γνωμικό θέλημα δεν είναι παρά προσωπικός τρόπος χρήσεως της φυσικής θελήσεως, και επ’ ουδενί λόγω μια ιδιαίτερη θελητική ενέργεια, που πηγάζει από το πρόσωπο σε αντιδιαστολή προς όσες πηγάζουν από την φύση».  (βλ. Ορθόδοξος Τύπος, 23-3-1990 και 30-3-1990).

Όλα αυτά με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης οφείλει να αποκαταστήση τα πράγματα και να ανακαλέση όχι μόνο τα αφορώντα το πρόσωπό μου, αλλά κυρίως τα αφορώντα τον Μ. Αθανάσιο, τον οποίο παρουσιάζει να δέχεται εσφαλμένες απόψεις. Αυτά προς το παρόν για το θέμα της βουλήσεως-θελήσεως.

3. Το Συνέδριο για την «μεταπατερική θεολογία»

Όσον αφορά την εισήγησή μου, η οποία προκάλεσε τον Σεβασμιώτατο, θέλω να υπογραμμίσω ότι συμμετείχα στο Συνέδριο το οποίο διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς για την μεταπατερική θεολογία ύστερα από πρόσκληση του Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ και διατύπωσα την άποψή μου για την «μεταπατερική θεολογία», ένα σοβαρό θέμα που μπορεί να υπονομεύση τα θεμέλια της συγχρόνου θεολογίας, γιατί αποτελεί μια «ψευδομόρφωση» στην σύγχρονη θεολογία και έχει εκκλησιολογικές και ποιμαντικές προεκτάσεις. Γιατί, μεταξύ των άλλων, το να χωρίζεται η εκκλησιολογία σε «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» και «θεραπευτική εκκλησιολογία», ότι δηλαδή οι Πατέρες των πρώτων αιώνων εξέφραζαν την πρώτη και οι μεταγενέστεροι Πατέρες εξέφραζαν την δεύτερη, επηρεασθέντες από τον Ωριγένη και τον Ευάγριο, και αργότερα έγινε η σύνθεση  το να υποστηρίζεται ότι η «θεραπευτική εκκλησιολογία» των Πατέρων υπήρξε «ανατροπή» της «ευχαριστιακής-εσχατολογικής εκκλησιολογίας» κλπ. είναι νάρκη στα θεμέλια της ορθοδόξου θεολογίας.

Πάντως, στο συγκεκριμένο Συνέδριο συμμετείχα και διατύπωσα νομίζω με νηφαλιότητα και θεολογική ευκρίνεια τις απόψεις μου και μάλιστα στο τέλος αναφέρθηκα και σε λόγο του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ότι «Το μέλλον ανήκει εις μίαν αυθεντικήν «πατερικήν» θεολογίαν, πέραν από τον νεοπατερισμόν και τον μεταπατερισμόν, εις μίαν εκκλησιαστικήν θεολογίαν, η οποία ζωογονείται από την έντασιν μεταξύ του «ήδη» και του «όχι ακόμη» της Βασιλείας του Θεού».

Όμως, με προβληματίζει η σκοπιμότητα της ανάμειξης του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, όσον με αφορά. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου δεν πρέπει να διεκδική το απόλυτο και το μοναδικό στην αγάπη προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Και η ελαχιστότητά μου το έχει αποδείξει στην πράξη και είναι μεμαρτυρημένο.
Έπειτα, δεν συμμετείχα σε ένα Συνέδριο αιρετικών.
Το διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, και ο Σεβ. Μητροπολίτης της κ. Σεραφείμ, εκπροσωπούνταν Ορθόδοξες Εκκλησίες και φορείς του Ποιμνίου του Οικουμενικού Θρόνου  και ετέθησαν θέματα που αφορούν την ορθόδοξη θεολογία. Άλλωστε, σε ένα Συνέδριο ο καθένας φέρει την ευθύνη των δικών του απόψεων. Ασφαλώς το γνωρίζει αυτό ο Σεβασμιώτατος από τα Συνέδρια στα οποία συμμετέχει.

4. Ο «επίσημος διάλογος των Ορθοδόξων με τους Ρωμαιοκαθολικούς»

Το θέμα του «επισήμου διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς» το αντιμετωπίζει ο Σεβ. Περγάμου πολύ επιφανειακά. Στην επιστολή που του απέστειλα έθεσα σοβαρά ζητήματα, τα οποία παρακάμπτει. Άλλωστε, δεν ευθύνεται ο ίδιος γι’ αυτά. Έγραφα ότι δεν ελήφθη απόφαση από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος πριν το 2008 για το θέμα αυτό, και δεν εννοούσα την Διαρκή Ιερά Σύνοδο.

Πάντως, η συγκεκριμένη εξουσιοδότηση που του δόθηκε από τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αφορούσε στο να συνεχισθή ο διάλογος με τους «Ρωμαιοκαθολικούς», σε συνδυασμό με το μεγάλο θέμα της Ουνίας. Γράφει η σχετική εξουσιοδότηση:

«Παρά τις υφισταμένας δυσκολίας, αίτινες πηγάζουν εκ της συνεχίσεως της προσηλυτιστικής δράσεως της Ουνίας εις βάρος του ποιμνίου της Ορθοδόξου εκκλησίας, ο εν λόγω Θεολογικός Διάλογος δέον, όπως συνεχισθή. Πεποίθαμεν, ότι δέον όπως οριστικώς και απεριφράστως καταδικασθή η Ουνία ως μέθοδος, η οποία, όπου εφηρμόσθη, απέτυχε να υπηρετήση τον σκοπόν της προσεγγίσεως των Εκκλησιών. Αντιθέτως, προεκάλεσε νέας διαιρέσεις και ελειτούργησεν ως μέθοδος προσηλυτισμού των Ορθοδόξων εις την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν. Η Ουνία αποτελεί Εκκλησιαστικήν, Νομοκανονικήν, και Δογματικήν εκτροπήν και βιαίαν απόσπασιν και απόσχισιν πιστών από την Μητέρα Ορθόδοξον Εκκλησίαν, και ως εκ τούτου πρέπει οπωσδήποτε να καταδικασθή και να καταργηθή.

Ως προς την θεματολογίαν του Διαλόγου, η Εκκλησία της Ελλάδος φρονεί, ότι πρέπει να συνεχισθή η συζήτησις επί του θέματος της Ουνίας, όπερ ουδόλως έχει εξαντληθή, δεδομένου, ότι συνεχίζει να υπάρχη και να δρά εις βάρος της Ορθοδοξίας. Η συζήτησις αυτή, προς διευκόλυνσιν της πορείας του Διαλόγου, δύναται να διεξαχθή εντός των πλαισίων της εκκλησιολογίας υπό το πρίσμα του πρωτείου». Δεν γνωρίζω όμως εάν στον διάλογο έγινε συζήτηση για την Ουνία.

Όμως, για το θέμα του διαλόγου ισχύει κατά πάντα η απόφαση της Ιεραρχίας του έτους 2010, επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου, σύμφωνα με την οποία, μεταξύ των άλλων:

«1. Διεπιστώθη η ανάγκη περαιτέρω πληρεστέρας ενημερώσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, στα σημαντικά αυτά ζητήματα. (σημ. Γνωρίζω καλά ότι αυτό διατυπώθηκε πολύ ευγενικά). Δηλώθηκε δε ότι εφεξής η Ιεραρχία θα λαμβάνη γνώση όλων των φάσεων των Διαλόγων, διαφορετικά κανένα κείμενο δεν δεσμεύει την Εκκλησία. Άλλωστε αυτό συνιστά το Συνοδικό Πολίτευμα της Εκκλησίας.

2. Ο Διάλογος πρέπει να συνεχισθεί, μέσα όμως στα ορθόδοξα εκκλησιολογικά και κανονικά πλαίσια, πάντοτε ύστερα από συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως πανορθοδόξως έχει αποφασισθεί».

Η απόφαση αυτή της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι σαφέστατη και δείχνει την επιθυμία της να ενημερώνεται πλέον αρκούντως για το θέμα των διαλόγων και ότι ο «επίσημος διάλογος των Ορθοδόξων με τους Ρωμαιοκαθολικούς» πρέπει να γίνεται σε ορθόδοξα εκκλησιολογικά και κανονικά πλαίσια.

Λυπάμαι που και στην «δήλωση» του Σεβασμιωτάτου διέκρινα τον αιχμηρό και υπεροπτικό τρόπο, με τον οποίον έγραψε και την επιστολή του. Γνωρίζω ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν «παπίζουμε», όλοι είμαστε «διδακτοί Θεού», κατά την αναλογία της πίστεως, μέσα στην βιβλικοπατερική παράδοση, όταν ερμηνεύεται ορθώς, και το θεολογείν είναι έργο του Επισκόπου, το οποίο δεν μπορεί να ασκήται μονομερώς από ακαδημαϊκούς διδασκάλους. Όλοι μετέχουμε, κατά διαφόρους βαθμούς, στο μυστήριο της Εκκλησίας και της ορθοδόξου θεολογίας, οπωσδήποτε όμως η ορθόδοξη θεολογία είναι εμπειρία των θείων και οι αληθινοί θεολόγοι ομιλούν κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «αλιευτικώς και ουκ αριστοτελικώς».

 

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

 

ΠΗΓΗ: Δημιουργήθηκε στις Σάββατο, 29 Σεπτέμβριος 2012, http://www.romfea.gr/epikairotita/13918-2012-09-29-10-51-44

 

* Αιχμηρή επιστολή Περγάμου Ιωάννη προς Ναυπάκτου Ιερόθεο, Αθήναι,  17 Σεπτεμβρίου 2012. Το είδα: Ημ. Δημοσίευσης: Sep 25, 2012
http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=10517