Αρχείο συντάκτη Το Μανιτάρι του Βουνού

Αυτοπεριορισμός και δημοκρατία μέσα από τη σκέψη του Καστοριάδη

Αυτοπεριορισμός και δημοκρατία μέσα από τη σκέψη του Καστοριάδη

Του Γιάβορ Ταρίνσκι (Yavor Tarinski)*

Γιατί η παρόρμηση της απλής όρεξης είναι δουλεία, ενώ
η υπακοή σε έναν νόμο που εγώ ο ίδιος έθεσα είναι ελευθερία [1]
Jean-Jacques Rousseau

Στον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη αποδίδεται συχνά η ρήση ότι «η δημοκρατία είναι το καθεστώς του αυτοπεριορισμού».[02] Και επειδή γι’ αυτόν η μόνη πραγματική μορφή δημοκρατίας είναι η άμεση, αυτή η έκφραση μπορεί να φαίνεται κάπως περίεργη σε ορισμένους. Πολλοί έχουν ερμηνεύσει –συχνά με κακή προαίρεση– την άμεση δημοκρατία ως το καθεστώς που απαλλάσσει την κοινωνία από νόμους και κανονισμούς, με αποτέλεσμα την αποπολιτικοποίηση και την υποβάθμιση της. Όπως καταλαβαίνει κανείς, ξεκινώντας από μια τέτοια αντίληψη, εύλογα θα βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με ανησυχίες σχετικά με τα αποτελέσματα της απεριόριστης δράσης των μαζών. [3]

Ωστόσο, η ουσία της άμεσης δημοκρατίας, όπως παρουσιάζεται από τον Καστοριάδη, διαφέρει σημαντικά από αυτές τις χαοτικές και μηδενιστικές λογικές. Για εκείνον, το πρωταρχικό νόημα του όρου δημοκρατία είναι πολιτικό· η δημοκρατία είναι πρωτίστως ένα καθεστώς στο οποίο όλοι οι πολίτες είναι ικανοί να κυβερνούν και να κυβερνούνται –με τους δύο όρους (δημοκρατία και αυτοπεριορισμός) να είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι. Με άλλα λόγια, είναι μια μορφή ρητής κοινωνικής αυτοθέσμισης, ανακλαστικότητας και αυτοπεριορισμού.

Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η δημοκρατία δεν είναι μια απλή διαδικασία συλλογικής λήψης αποφάσεων που μπορεί να υπάρχει παράλληλα ή μέσα σε ένα μη-δημοκρατικό, ολιγαρχικό πλαίσιο, [4] όπως προτείνουν στοχαστές σαν τον Jürgen Habermas ή τη Chantal Mouffe. Για εκείνον αποτελεί τη βάση του προτάγματος της αυτονομίας –μια κοινωνική κατάσταση στην οποία η κοινωνία δεν αναγνωρίζει κανένα εξωτερικό όριο στη θεσμίζουσα δύναμή της. Σε αντίθεση με τις διάφορες μορφές ετερονομίας, στις οποίες οι νόμοι και οι κανονισμοί (θεωρείται ότι) προέρχονται από εξω-κοινωνικές πηγές, όπως οι καπιταλιστικές αγορές, τα έθνη-κράτη, οι θεοί, η ιστορική αναγκαιότητα κ.λπ., τα όρια μιας δημοκρατικής κοινότητας απορρέουν από τον αυτοπεριορισμό της μέσω της συλλογικής θέσης του νόμου.

Ο Καστοριάδης παρατηρεί ότι τα θεσμικά όργανα και οι νόμοι που υποδηλώνουν τι δεν μπορεί να γίνει, αλλά και τι πρέπει να συμβεί, είναι αυτά που κάνουν την κοινωνία να λειτουργεί. Χωρίς τέτοιους κανονισμούς οι κοινωνικοί δεσμοί αποσυντίθενται. Με τα δικά του λόγια, «η κοινωνία βρίσκεται εκεί ακριβώς τη στιγμή που υπάρχει αυτοπεριορισμός για όλους τους αδελφούς και τις αδελφές». [5]

Μορφές κοινωνικού περιορισμού

Κάθε κοινωνία όχι μόνο προσφέρει, αλλά με κάποιον τρόπο επιβάλλει στα μεμονωμένα μέλη της ορισμένες ρόλους, αξίες, πεποιθήσεις, τρόπους ζωής κ.λπ. Κάθε κοινωνική μορφή παρέχει ένα περιορισμένο εύρος τέτοιων σημασιών στον πληθυσμό της, αφού κανείς δεν μπορεί να είναι ούτε να κάνει ό,τι θέλει. Έτσι, μπορούμε να μιλήσουμε εδώ για έναν περιορισμό, που, παρά τις αρνητικές συνδηλώσεις του όρου, φέρει σίγουρα και ένα θετικό χαρακτηριστικό: με την απαγόρευση ορισμένων πράξεων, σκιαγραφούνται ταυτόχρονα πρότυπα για το τι πρέπει να γίνει και με αυτόν τον τρόπο προσδίδεται ένα ιδιαίτερο νόημα στη ζωή.

Ο περιορισμός δεν εμφανίζεται μόνο σε ορισμένα καθεστώτα. Αντιθέτως, κάθε κοινωνική τάξη καθορίζει μια διαφορετική πηγή αυτής της απαγόρευσης. Ένα αυτόνομο, ουσιαστικά δημοκρατικό, πλαίσιο υποδηλώνει ότι οι περιορισμοί θα επιβληθούν από την ίδια την κοινωνία στο σύνολό της. Από την άλλη πλευρά, στην ετερονομία, η απαγόρευση τίθεται εξω-κοινωνικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιες εξω-κοινωνικές πηγές –πηγές που βρίσκονται εκτός της πραγματικής και ζωντανής κοινωνίας όπως οι θεοί, τα έθνη-κράτη, οι ιστορικές ηρωικές φιγούρες ή οι φυσικοί νόμοι– μολονότι μονοπωλούν την εξουσία μακριά από τις μάζες, δεν συνδέονται με κάποιον τρόπο με την κοινωνία ή δεν είναι προσβάσιμες από αυτήν. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, εξακολουθούν να πηγάζουν από την ανώνυμη θεσμίζουσα ικανότητα της κοινωνίας. [6] Λόγω αυτής της συγγένειας, μπορεί να γίνει νοητή η επαναστατική πολιτική αλλαγή.

Αν και κάθε κοινωνία βασίζεται σε κάποιους περιορισμούς, οι άνθρωποι δεν συγκρατούν πάντα τις δραστηριότητές τους μέσα στα όριά τους. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα μεμονωμένων ατόμων, κοινοτήτων, ακόμη και ολόκληρων κοινωνιών που ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα κοινωνικά πρότυπα και τις αντίστοιχες απαγορεύσεις. Αντίθετα απ’ ό,τι υποστηρίζουν πολλοί επικριτές της αυτονομίας, η τάση των ανθρώπων να παραβιάζουν τους κοινωνικούς κανόνες δεν συνιστά κάποιο αποκλειστικό «αρνητικό προνόμιο» της άμεσης δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή η τάση είναι πιο συνηθισμένη στο πλαίσιο της ετερονομίας, λόγω του μη-συμμετοχικού της χαρακτήρα, εξαιτίας του οποίου οι άνθρωποι αισθάνονται αποξενωμένοι από τους νόμους και τους θεσμούς στους οποίους καλούνται να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους.

Αυτό το παράδοξο οφείλεται στη δυσαρμονική σχέση μεταξύ του ατόμου και της κοινωνικής συλλογικότητας. Ανεξάρτητα από τους ρόλους που θα καθορίσει η κοινωνία για τα εκάστοτε μέλη της, θα υπάρξουν πάντα κάποιοι που θα υπερβούν τις απαγορεύσεις και τα όρια. Η ατομικότητα του ανθρώπου δεν καθορίζεται ποτέ πλήρως από τον ρόλο που του αποδίδεται. Μάλιστα, ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις οι παραβιάσεις των περιορισμών να περιέχουν τα σπέρματα νέων σημασιών και να μπορούν να γίνουν οι σπόροι του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Υπό το καθεστώς της ετερονομίας, οι περιορισμοί θεωρούνται παραπλανητικά ως προερχόμενοι από μια πηγή έξω από εμάς, ενώ συχνά, μόνο μια στενή διαχειριστική ελίτ μπορεί να παρεμβαίνει και να τους μεταβάλλει. Αυτό συμβαίνει επειδή τα ετερόνομα καθεστώτα βασίζονται στην αμφισβήτηση της ικανότητας των μεγάλων συλλογικοτήτων να καθορίζουν συνειδητά το μέλλον τους. Έτσι, παρά τις ιστορικές δημοκρατικές εμπειρίες της αυτονομίας, όσο σύντομες και αν ήταν, κυριαρχεί παγκοσμίως η ψευδής άποψη περί λαϊκής αδυναμίας, την οποία αναπαράγουν διαρκώς γνήσιες ετερόνομες οντότητες όπως το κράτος ή η καπιταλιστική αγορά, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη δική τους ύπαρξη.

Η δημοκρατία, από την άλλη πλευρά, βασίζεται στην απόρριψη των σταθερών και «αντικειμενικών» νόμων, ενεργειών και σκέψεων. Αυτή η φαινομενικώς μηδενιστική αντίληψη υποδηλώνει ότι όλα είναι δυνατά, με την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιο εγγενές εξωτερικό όριο στις πράξεις και τις αποφάσεις μας. Ως εκ τούτου, είναι ακριβώς οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι που διδάσκουν τους ανθρώπους να επαγρυπνούν. Για να θεματοποιήσει την απουσία ενός κανόνα των κανόνων, ο Καστοριάδης αναφέρεται στην αρχαιοελληνική έννοια της ύβρεως. [7] Κατά τη γνώμη του, η ύβρις, σε αντίθεση με τη χριστιανική αμαρτία, συνίσταται στην υπέρβαση ενός ορίου που δεν ήταν εκ των προτέρων καθορισμένο και σχετίζεται με την αδυναμία των ανθρώπων να καθορίσουν με απόλυτο τρόπο τόσο τα αποτελέσματα, όσο και το νόημα των πράξεών τους. [8] Υπό αυτή τη σκοπιά, είναι σαφές ότι η έννοια της ύβρεως βρίσκεται πολύ κοντά στην πραγματικότητα της αυτονομίας, όπου επίσης δεν υπάρχουν εκ των προτέρων δεδομένα και έξωθεν ορισμένα όρια, αλλά μόνo αυτά που επιβάλλουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους. [9]

Ωστόσο, το ότι πάντα ζούμε σ’ έναν ορίζοντα της ύβρεως, δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι στο παραλήρημα, αλλά ότι υπάρχει ο χώρος για μας ώστε να δημιουργήσουμε οι ίδιοι τα νοήματα, τους νόμους και τους περιορισμούς μας.

Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι, παρά τον κίνδυνο των τερατωδών πράξεων, η δημοκρατία ανοίγει ταυτόχρονα τη δυνατότητα της αυτοκριτικής και της προσεκτικής εκτίμησης των περιστάσεων και των συνθηκών που μας αφορούν, οι οποίες βρίσκονται στον πυρήνα του αυτοπεριορισμού.[10] Παραδείγματα τέτοιας κριτικής επανεκτίμησης θα μπορούσαν να βρεθούν στο έργο του Ευριπίδη Τρωάδες, που παρουσιάστηκε στο κοινό το 415 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η τραγωδία αντιπροσωπεύει το κριτικό σχόλιο ενός Αθηναίου για τους συμπολίτες του και τη σφαγή που διενήργησαν ενάντια στους Μηλίους. Ο Ευριπίδης, τοποθετώντας τη δράση ένα χρόνο μετά τη σφαγή της Μήλου, αποπειράται να οπτικοποιήσει την ύβριν των Αθηναίων, λέγοντάς τους: «τέτοια τέρατα είμαστε». Εισηγείται πως παρόλο που οι Αθηναίοι μπορούν να αποφασίζουν και να πράττουν τα πάντα, θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι, ώστε να ορίζουν ποιες πράξεις θεωρούνται «τερατώδεις» και ποιες όχι.

Δημοκρατία και αυτοπεριορισμός

Ο αυτοπεριορισμός στο πλαίσιο της δημοκρατίας διαμορφώνει αποφασιστικά τη σχέση μεταξύ ατομικής θέλησης και συλλογικής λήψης αποφάσεων. Μια αυτόνομη κοινωνία επιτρέπει σε όλα τα μεμονωμένα μέλη της να συμμετέχουν άμεσα στις δημοκρατικές διαδικασίες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να εκφράζουν τις απόψεις, τις ανάγκες και τις προτάσεις τους. Εδώ βρίσκεται η πιο θετική πτυχή του δημοκρατικού αυτοπεριορισμού: δυνητικά προδιαθέτει την κοινωνία να σέβεται τους νόμους. Επιτρέποντας σε όλους τους πολίτες να συμμετέχουν στη διαμόρφωση κάθε νόμου και ρύθμισης, η άμεση δημοκρατία τούς θέτει ως μόνους δημιουργούς των κοινωνικών περιορισμών, καθιστώντας έτσι λιγότερο πιθανή την παραβίαση αυτών των ορίων.

Ωστόσο, θα υπάρξουν στιγμές και ζητήματα για τα οποία δεν θα επιτευχθεί πλήρης συμφωνία και ορισμένες απόψεις θα απορριφθούν από τη συλλογική βούληση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όσοι διαφωνούν με τη ληφθείσα απόφαση θα πρέπει να συμμορφωθούν προς αυτή, ανεξάρτητα από τον βαθμό της διαφωνίας τους.

Οι δημοκρατικές αποφάσεις σπανίως είναι ομόφωνες, ωστόσο μπορούμε να οργανώσουμε διαδικασίες για να δώσουμε σε όλους τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους, να γνωστοποιήσουν και να κατανοήσουν τις ανάγκες τους και να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους, που ορισμένες φορές θα αντιπαρατεθούν με τη συλλογική βούληση. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι οι επιθυμίες κάποιου ατόμου δεν θα πραγματοποιηθούν, σημαίνει επίσης ότι τα άτομα θα πρέπει μερικές φορές να συμμορφώνονται με νόμους με τους οποίους δεν συμφωνούν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό υποδηλώνει ένα ανεξάλειπτο στοιχείο ετερονομίας ακόμη και μέσα στην πιο αυτόνομη κοινωνία, αλλά είναι σημαντικό να γίνει η διάκριση μεταξύ των αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς τη γνώμη όσων επηρεάζονται από αυτές και εκείνων στις οποίες όλοι οι ενδιαφερόμενοι έχουν μια ευκαιρία ενεργούς συμμετοχής. Ο όρος «ετερονομία» αναφέρεται στις πρώτες. Και παρόλο που η αυτονομία αναφέρεται στις δεύτερες, αναπόφευκτα σημαίνει ότι μερικές φορές τα άτομα υποχρεώνονται να υπακούουν σε νόμους που δεν θα επέλεγαν για τον εαυτό τους, διαφορετικά δεν μπορούμε να μιλήσουμε για λήψη αποφάσεων.

Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας σχέσης είναι η στάση του Σωκράτη απέναντι στους νόμους και τους θεσμούς της Αρχαίας Αθήνας. Θεώρησε τους κανονισμούς της πόλεως ως δικούς του και αισθάνθηκε υποχρεωμένος να τους αποδεχτεί, ακόμη και όταν διαφωνούσε έντονα. Αυτή η στάση προήλθε, σε μεγάλο βαθμό, από την αναγνώριση και την ευγνωμοσύνη του για τον ρόλο της πόλης στην εκπαίδευσή του και τις δυνατότητες που του έδωσε να ζήσει μια αληθινά ελεύθερη ζωή. Ήξερε ότι εντάχθηκε οικειοθελώς στην αθηναϊκή πόλιν και είχε το δικαίωμα να συμμετάσχει στην αυτοθέσμισή της, κάτι που τον έκανε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στην κοινωνική συλλογικότητα, ακόμα και όταν διαφώνησε με κάποιες από τις συλλογικές αποφάσεις.

Ωστόσο, η πειθαρχία σε νόμους και κανονισμούς δεν μπορεί ποτέ να διασφαλιστεί πλήρως. Οι ετερόνομες προσεγγίσεις θέτουν αυστηρές τιμωρίες για τους παραβάτες μέσω τεχνικών καταστολής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, παρά την ποινική απειλή, υπάρχει μια ισχυρή ώθηση των ανθρώπων προς την παραβίαση των νόμων, καθώς δεν έχουν την παραμικρή ευκαιρία να συμμετάσχουν στη διαμόρφωσή τους, κι έτσι αισθάνονται αποξενωμένοι από αυτούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι, υπό τις δημοκρατικές συνθήκες της αυτονομίας, η υπακοή στους κανονισμούς θα είναι εντελώς εθελοντική, αλλά ότι, λόγω του συμμετοχικού χαρακτήρα του αυτοπεριορισμού, οι πολίτες θα αισθάνονται, σε μεγαλύτερο βαθμό, τις κοινωνικές απαγορεύσεις ως δικές τους και θα είναι λιγότερο διατεθειμένοι να τις παραβιάσουν.

Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει το γεγονός ότι, ακόμη και σε καθεστώς δημοκρατίας, στην πιο αγνή και άμεση μορφή της, η κοινωνία θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλει τις συλλογικές αποφάσεις της σε εκείνα τα άτομα που θα συνεχίσουν να τις παραβιάζουν.

Αυτοπεριορισμός και «μόλυνση του επαναστατικού προτάγματος»

Αν και η δημοκρατία είναι αδιανόητη χωρίς τον αυτοπεριορισμό, σε ορισμένες ιστορικές στιγμές έχουν λάβει χώρα πολλαπλές «μολύνσεις» της επαναστατικής σκέψης που τείνουν να διαχωρίζουν τα δύο στοιχεία. Το εργατικό κίνημα γενικότερα, και ιδιαίτερα ο μαρξισμός, αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ, ήταν από την αρχή βυθισμένοι σε μια ατμόσφαιρα, όπου η ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής ανήχθη σε καθολικό κριτήριο, η παραγωγή θεωρήθηκε ο κύριος τόπος ολόκληρης της κοινωνικής ζωής και η ιδέα ότι η πρόοδος θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ αόριστον θεωρήθηκε δεδομένη.[11] Αυτή η αποδοχή του καπιταλιστικού φαντασιακού ήταν ενδεικτική της μόλυνσης του προτάγματος της αυτονομίας εντός της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, μια αυτόνομη κοινωνία είναι εντελώς ασυμβίβαστη με την ιδέα της κυριαρχίας, που υποστηρίζεται από το παράδειγμα του καπιταλισμού της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης και θέτει το κεφάλαιο, αντί της κοινωνίας, στον ρόλο του διαχειριστή του πλανήτη.

Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι, καθώς το χειραφετικό πρόταγμα της αυτονομίας και το καπιταλιστικό πρόταγμα της ψευδο-ορθολικής κυριαρχίας επί της κοινωνίας και της φύσης έχουν αλληλομολυνθεί,[12] πρέπει να γνωρίζουμε πώς να τα διακρίνουμε –έργο διόλου εύκολο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ προόδου και πρωτογονισμού. Δεν προτείνω, φυσικά, την πλήρη εγκατάλειψη των επιστημονικών ερευνών με το πρόσχημα ότι θα μπορούσαν να έχουν επικίνδυνα αποτελέσματα. Επιθυμώ όμως να δώσω έμφαση στις ιδιαίτερα επικίνδυνες εξελίξεις που μπορούν να προκύψουν κατά τη μετάβαση από την έρευνα στην εφαρμογή, και, στη συνέχεια, στην οικονομική εφαρμογή. Αυτό το γεγονός θέτει ερωτήματα και υπογραμμίζει την αναγκαιότητα πολιτικού και δημοκρατικού ελέγχου της επιστήμης και της τεχνολογίας από την κοινωνία. Εδώ συναντούμε και πάλι την κεφαλαιώδη σημασία του αυτοπεριορισμού.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, το ζήτημα του ελέγχου της εξέλιξης της επιστήμης και της τεχνολογίας τίθεται με ριζικό και επείγοντα τρόπο. Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης, που καθοδηγείται αποκλειστικά από τον ανταγωνισμό, αποδεικνύεται καταστροφική τόσο για τον πλανήτη όσο και για εμάς τους ίδιους, δημιουργώντας μια κρίση υπαρξιακού χαρακτήρα. Ο Καστοριάδης μάς καλεί να έρθουμε σε ρήξη με την τρέχουσα ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας που αισθάνεται η ανθρωπότητα.[13] Είναι αλήθεια ότι είμαστε, όπως σημειώνει, προνομιούχοι κάτοικοι ενός πλανήτη που είναι ίσως μοναδικός στο σύμπαν. Αλλά η ίδια μας η ύπαρξη εξαρτάται από ορισμένες εύθραυστες συνθήκες, τις οποίες ο πολιτισμός μας πρόκειται να διαταράξει ή και να καταστρέψει. Για να αποφευχθεί η επερχόμενη καταστροφή, η ανθρωπότητα πρέπει να επανεξετάσει όλες τις αξίες και τις συνήθειες που κυριαρχούν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη γνώση και την επιστήμη και να επιστρέψουμε στις πρωτόγονες μορφές ύπαρξης, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν μερικές σύγχρονες τάσεις του lifestyle. Η εγκατάλειψή τους θα σήμαινε την αποποίηση της ικανότητάς μας να είμαστε ελεύθεροι. Αλλά η δυσκολία έγκειται στο ότι, όπως τονίζει ο Καστοριάδης, η γνώση είναι σαν την εξουσία –απαιτεί προσοχή. Ως εκ τούτου, θα πρέπει τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι δείχνουν οι έρευνές μας κατά τη διαδικασία της ανακάλυψης και να δώσουμε προσοχή στις πιθανές επιπτώσεις αυτού που πρόκειται να μάθουμε. Εδώ εμφανίζεται και πάλι, με πολλαπλές μορφές, το ζήτημα της δημοκρατίας. Υπό την παρούσα ολιγαρχική τάξη και μέσα στις τρέχουσες ιεραρχικές δομές, ο τελικός λόγος για όλα αυτά τα θέματα βρίσκεται στα χέρια ανταγωνιστικών πολιτικών, καταστροφικών γραφειοκρατών ή επιχειρηματικών ολιγαρχιών, που χρησιμοποιούν τους στενά τεχνικούς επιστήμονες ως τους συμβούλους τους. Συνεπώς, η κοινωνία αποκλείεται από την πολιτική απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιοποιηθεί η γνώση και σχετικά με τους στόχους που πρέπει να τεθούν για τις μελλοντικές επιστημονικές έρευνες.

Στον αντίποδα, μια δημοκρατική κοινωνία θα έπρεπε –και θα μπορούσε, σε βαθμό ασύλληπτα μεγαλύτερο από αυτόν που επιτρέπουν οι σημερινές δομές– να αναπροσαρμόσει τη σχέση της με τη γνώση, την τεχνική και την επιστήμη στη βάση του αυτοπεριορισμού· στη βάση, δηλαδή, κάποιων ορίων που η κοινότητα επιβάλλει στη δραστηριότητά της, προκειμένου να αποφύγει την καταστροφή του πλανήτη και την αυτοκαταστροφή, και που τα θέτει η ίδια, γιατί γνωρίζει ότι τίποτα έξω από αυτήν, όπως και τίποτα μέσα στην ίδια την επιστημονική γνώση καθ’ εαυτήν, δεν μπορεί να τα θέσει.[14]

Αυτοπεριορισμός και Εκπαίδευση

Μεταξύ των κύριων επιχειρημάτων για τον αποκλεισμό του κοινού από τη λήψη αποφάσεων σε θέματα δήθεν επιστημονικού χαρακτήρα βρίσκεται αυτό που κάνει λόγο για την έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης. Το επιχείρημα αυτό είναι, ωστόσο, κατ’ ουσίαν παράδοξο, δεδομένου ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ούτε οι σύγχρονοι πολιτικοί εκπρόσωποι και επιχειρηματίες έχουν τέτοια γνώση και καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη δίψα για εξουσία.

Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η κεντρική θέση της εκπαίδευσης είναι αυτονόητη. Κατά μία έννοια, μπορεί να ειπωθεί ότι η άμεση δημοκρατία είναι ένας τεράστιος θεσμός συνεχούς εκπαίδευσης, μια μόνιμη διαδικασία αυτοεκπαίδευσης για τους πολίτες της και δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αλλιώς. Μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να απευθύνεται διαρκώς στη διαυγή δραστηριότητα και τη γνώμη όλων των πολιτών, διότι στην ουσία της έχει αναστοχαστικό χαρακτήρα. Πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συμβαίνει σήμερα, με τη βασιλεία των επαγγελματικών πολιτικών και των πάσης φύσεως «εμπειρογνωμόνων». Το ζήτημα της εκπαίδευσης δεν μπορεί να επιλυθεί με μια απλή «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», όπως συχνά υποστηρίζεται από διάφορες κυβερνήσεις, καθώς, όπως δηλώνει ο Καστοριάδης, η εκπαίδευση αρχίζει με τη γέννηση του ατόμου και συνεχίζεται μέχρι τον θάνατό του.[15] Παρέχεται παντού και πάντα. Ενσωματώνεται στον πολιτισμό και την καθημερινή ζωή και που λαμβάνει χώρα μέσα στην πόλη.

Ο στοχαστής μάς προσκαλεί να συγκρίνουμε την εκπαίδευση που λάμβαναν οι Αθηναίοι πολίτες όταν συμμετείχαν στην αυτοδιαχείριση της πόλεως ή παρακολουθούσαν παραστάσεις τραγωδιών, με το είδος εκπαίδευσης που λαμβάνει σήμερα ένας τηλεθεατής ή ένας ψηφοφόρος. Επομένως, ο καθορισμός ορισμένων περιορισμών απαιτεί πρώτα απ’ όλα την παιδευτική ένταξη ολόκληρης της κοινωνίας σε πολιτικές υποθέσεις, ώστε να γίνει εφικτή η εξάσκηση του αυτοπεριορισμού στην πράξη.

Οικολογία και δημοκρατία

Όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα παρέχουν τη βάση για να επανεξετάσουμε τον τρόπο που βλέπουμε την οικολογία –έναν όρο που συνδέεται στενά με τον αυτοπεριορισμό. Επί χρόνια, πολιτικές ελίτ, περιβαλλοντικοί επιστήμονες και ειδικοί συζητούν και αποφασίζουν για την κατάσταση του περιβάλλοντος πίσω από κλειστές πόρτες. Από τον 19ο αιώνα και μετά έχουν υπογραφεί εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, περιβαλλοντικές συνθήκες, [16] με αποτελέσματα που μπορούν να θεωρηθούν ως αμφισβητήσιμα στην καλύτερη περίπτωση. Η υπόλοιπη κοινωνία καλείται να αντιληφθεί την οικολογία ως ρομαντική, ημιμυθική «αγάπη για τη φύση».

Ο Καστοριάδης επιμένει ότι η οικολογία είναι, πάνω από όλα, ουσιαστικά πολιτική. Ισχυρίζεται ότι η επιστήμη είναι από μόνη της ανίκανη να θέτει τα όρια και τους στόχους της –κι ούτε εξάλλου είναι αυτός ο σκοπός της. Αν στην επιστημονική έρευνα τεθεί ως στόχος να ανακαλύψει κάτι, θα το κάνει, ακόμα κι αν αυτός ο στόχος συνίσταται στο να επινοηθεί ένας τρόπος αποτελεσματικής καταστροφής του πλανήτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστήμη είναι εγγενώς εσφαλμένη, αλλά ότι δεν περιλαμβάνει τη δημοκρατική διαβούλευση που μπορεί να καθορίσει τι είναι «ορθό» και τι «λάθος».

Έτσι, η οικολογία δεν είναι ούτε επιστημονική, ούτε τεχνοφοβική. Είναι πάνω από όλα η ανάγκη αυτοπεριορισμού των ανθρώπινων κοινωνιών σε σχέση με το περιβάλλον, από τις εύθραυστες συνθήκες του οποίου εξαρτάται η ίδια η ύπαρξη της ανθρωπότητας. Ο Καστοριάδης ανιχνεύει αυτή τη λογική στην αρχαία ελληνική νοοτροπία. Υποστηρίζει ότι η τελευταία δεν βασίστηκε, όπως λέγεται ενίοτε, στην ισορροπία και την αρμονία με τη φύση, αλλά στην αναγνώριση των περιβαλλοντικών ορίων των πράξεών μας και την ανάγκη αυτοπεριορισμού.

Για να ξεπεράσει όμως η οικολογία τον αποκλειστικά οικολογικό χαρακτήρα της και να κινηθεί προς μια επαναστατική κατεύθυνση, είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, [17] να επιδιωχθούν βαθιές αλλαγές στην ψυχοκοινωνική στάση του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στη ζωή, ή με άλλα λόγια, στο φαντασιακό του. Η ιδέα ότι ο μοναδικός στόχος της ζωής είναι να παράγει και να καταναλώνει περισσότερα –μια ιδέα τόσο παράλογη όσο και εξευτελιστική για τα ανθρώπινα όντα– πρέπει να αμφισβητηθεί και να εγκαταλειφθεί. Πρέπει να εγκαταλειφθεί το καπιταλιστικό φανταστικό της ψευδοορθολογικής ψευδοκυριαρχίας και της απεριόριστης επέκτασης. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι μια τέτοια βαθιά αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί μόνο από τους ίδιους τους άντρες και τις γυναίκες στο επίπεδο της βάσης της κοινωνίας. Ένα μόνο άτομο ή ένας οργανισμός μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να προετοιμάσει, να επικρίνει, να υποκινήσει, να σκιαγραφήσει πιθανές κατευθύνσεις και να προκαλέσει την αλλαγή νοοτροπίας της κοινωνικής συλλογικότητας. Όμως μια οικολογική, ουσιαστικά επαναστατική, προσέγγιση μπορεί να είναι μόνο κοινωνικού χαρακτήρα.

Αποανάπτυξη και αυτοπεριορισμός

Μια σημαντική τάση μεταξύ των οικολογικών κύκλων σήμερα αποτελεί το παράδειγμα της αποανάπτυξης (ή απομεγέθυνσης). Βασίζεται σε μια θεωρία της ριζικής μείωσης της ανθρώπινης επίδρασης στη φύση μέσω της σκόπιμης αντιστροφής της οικονομικής ανάπτυξης. Σε κάποιο βαθμό επηρεάζεται από την κριτική του Καστοριάδη [18] στην εμμονή με την οικονομική επέκταση που επικρατεί στα καπιταλιστικά αλλά και στα σοσιαλιστικά καθεστώτα.

Ένα πρόβλημα όμως με αυτή την τάση είναι η τοποθέτηση της οικονομικής συρρίκνωσης στο επίκεντρο της κοινωνικής αλλαγής, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το όνομα «αποανάπτυξη». Αυτό το κίνημα επικεντρώνεται συχνά στην τεχνική διάσταση του τρόπου με τον οποίο μπορεί να λάβει χώρα αυτή η διαδικασία, παρά στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αναδιαρθρωθεί ριζικά η οργανωτική βάση της κοινωνίας. [19] Έτσι, συχνά οι θιασώτες αυτής της τάσης προτείνουν μεταρρυθμίσεις εντός του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, όπως συνέβη, με παρόμοιο τρόπο, με τους υποστηρικτές των κοινών αγαθών. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να ανιχνεύσουμε την αναπαραγωγή της ψευδοεπιστημονικής αφροσύνης, σύμφωνα με την οποία μπορούν να υπάρξουν τεχνικές διορθώσεις, πέρα ​​από την πολιτική.

Η έννοια του αυτοπεριορισμού του Καστοριάδη διαφέρει σημαντικά από την άποψη αυτή. Ενώ αναγνωρίζει την τεράστια σημασία της απομεγέθυνσης των οικονομιών μας σε περιβαλλοντικώς υγιή επίπεδα, προτείνει επίσης να προηγηθεί αυτής της διαδικασίας ο μετασχηματισμός της πολιτικής εξουσίας από ολιγαρχική σε αμεσοδημοκρατική. [20]

Κατά μία έννοια, η αποανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοπεριορισμός που περιορίζεται στην οικονομική σφαίρα, η οποία από μόνη της είναι προβληματική με αρκετούς, αλληλοσυμπληρωματικούς τρόπους, αν δεν συμπεριληφθεί σε ένα ολιστικό πολιτικό πρόταγμα που να καλύπτει όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης ζωής. Πρώτον, συμμετέχει στο τρέχον φαντασιακό του οικονομισμού, θεωρώντας την οικονομία ως την υψηλότερη ανθρώπινη δραστηριότητα. Προσπαθεί έτσι να κάνει την κοινωνική αλλαγή να κινηθεί κατά μήκος των οικονομικών γραμμών πλεύσης που έχουν ήδη χαραχτεί από τον καπιταλισμό. Με άλλα λόγια, περιορίζει τη δυνατότητα ριζικής κοινωνικής μεταβολής σε εναλλακτικές μορφές κατανάλωσης, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μεθόδους παραγωγής φιλικές προς το περιβάλλον κ.λπ., χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η έκτασή τους ή το ποιοι επωφελούνται από αυτές τις πρακτικές.

Δεύτερον, θέτοντας τη δημιουργία μιας «κοινωνίας της αποανάπτυξης» [21] ως κύριο στόχο, αφήνει σε μεγάλο βαθμό ανοιχτό το ζήτημα της πολιτικής προσέγγισης μέσω της οποίας αυτός θα επιτευχθεί. Εάν ο μοναδικός στόχος είναι να εξαλείψουμε το οικονομικό αποτύπωμα της ανθρωπότητας πάνω στο περιβάλλον, τότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλες οι πολιτικές στρατηγικές. Αυτό από μόνο του είναι πολύ προβληματικό. Η περιβαλλοντική βιωσιμότητα μπορεί να ενισχυθεί, για παράδειγμα, από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς (όπως ο οικοφασισμός) εις βάρος των δημοκρατικών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. [22] Αυτό υποθετικά μπορεί να σημαίνει ότι η σημερινή οικολογική κρίση θα αποφευχθεί απλώς υποθηκεύοντας την ανθρωπότητα σε μια άλλη πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική κρίση, καθορισμένη από τον δυστοπικό χαρακτήρα του ολοκληρωτισμού. Έτσι, γίνεται σαφές ότι η απομεγέθυνση της καταστροφικής επίδρασης ενός μόνο τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν αρκεί. Υπάρχει η ανάγκη μιας γενικής αλλαγής κλίμακας προς μικρότερα μεγέθη. Ο κύριος στόχος αυτής της αλλαγής κλίμακας θα πρέπει να είναι η ίδια η εξουσία, η οποία χρειάζεται να αποκεντρωθεί προς τη βάση της κοινωνίας, όπου οι ίδιοι οι άνθρωποι θα μπορούν να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τη φύση και με τους εαυτούς τους.

Συμπέρασμα

Η δημοκρατία, ως αναπόσπαστο μέρος του προτάγματος της αυτονομίας, είναι ο διττός αυτοπεριορισμός των ενδοκοινωνικών κανονισμών και νόμων που είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της ακεραιότητας των κοινωνιών μας, αφενός, και η θέσμιση των ορίων που θέτουμε προληπτικά στις δραστηριότητες μας σχετικά με τη φύση, από την άλλη.

Αλλά για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να απορρίψει τη φαντασιακή σημασία της καθολικής ορθολογικής κυριαρχίας, η οποία έχει μολύνει την επαναστατική σκέψη για πολλά χρόνια. Μπορούμε να δούμε σαφώς ότι η σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη προκύπτει εις βάρος των βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων. Έτσι, και η δημοκρατία, στην άμεση και πιο αυθεντική της μορφή, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της τεχνολογικής προόδου ή της αφθονίας των πόρων, αλλά μέσω του διαβεβουλευμένου αυτοπεριορισμού της ίδιας της κοινωνίας.

Σε έναν κόσμο απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης και δίψας για εξουσία, αυτοί που βιώνουν την πιο σκληρή καταστολή είναι οι άνθρωποι και οι κοινότητες που προσπαθούν να περιορίσουν την εξουσία εκείνων που εκμεταλλεύονται την ανθρωπότητα και τη φύση για το στενό τους συμφέρον. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αφού, όπως προτείνει η Hanna Arendt, η ιδέα πως όλα είναι επιτρεπτά είναι μια ιδέα που μπορεί να βρεθεί σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως ο ναζισμός. [23]

Αντίθετα, όμως, προς τις πολυάριθμες «αυτόνομες» και αναρχικές τάσεις που επιδιώκουν την απεριόριστη ατομική ανεξαρτησία σε έναν κόσμο χωρίς θεσμούς, η δημοκρατική αυτοθέσμιση που εκδηλώνεται στο πρόταγμα της αυτονομίας κατά τον Καστοριάδη, μπορεί να δημιουργήσει την πραγματική πολιτική ελευθερία για τους δημιουργικούς πολίτες μιας ζωντανής κοινωνίας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]  Jean-Jacques Rousseau, The Social Contract, Γουέρ: Wordsworth Editions, 1998, σ. 20.

[2] Marco Deriu, «Democracies with a future: Degrowth and the democratic tradition», Futures 44 (6), 2012, σ. 556.

[3] Βλ. ενδεικτικά εδώ τις ερωτήσεις της Σαντάλ Μουφ και του Αλαίν Καγιέ, αλλά και την απάντηση του Καστοριάδη στο πλαίσιο του διαλόγου του τελευταίου με την ομάδα MAUSS στο Κορνήλιος Καστοριάδης, Δημοκρατία και σχετικισμός-Συζήτηση με την ομάδα MAUSS, μτφρ. Χ. Γεμελιάρης, Αθήνα: Στάσει εκπίπτοντες, 2015, σ. 98 κ.ε.

[4] Cornelius Castoriadis, «The Problem of Democracy Today», Democracy & Nature, The International Journal of Politics and Ecology 3 (2), 1997, σ. 18-35.
[5] Cornelius Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy: The Big Sleep, μη εξουσιοδοτημένη μετάφραση, 2003, σ. 27. Διαθέσιμο στο http://www.notbored.org/RTI.pdf

[6] Jeff Klooger, Psyche, Society, Autonomy, Λάιντεν: Brill, 2009, σ. 7.

[7] Cornelius Castoriadis, A Society Adrift, μη εξουσιοδοτημένη μετάφραση, 2010, σ. 193. Διαθέσιμο στο http://www.notbored.org/ASA.pdf

[8] Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», στον τόμο Χώροι του ανθρώπου, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Αθήνα: ύψιλον, 1995, σ. 199.

[9] «Σε μια δημοκρατία ο λαός μπορεί να κάνει οτιδήποτε – και οφείλει να ξέρει ότι δεν πρέπει να κάνει οτιδήποτε». Ό.π.

[10] Nana Biluš Abaffy, «The Radical Tragic Imaginary: Castoriadis on Aeschylus & Sophocles», Cosmos and History: The Journal of Natural and Social Philosophy 8 (2), 2012, σ. 48.

[11] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy, ό.π., σ. 226.

[12] Σχετικά με το ζήτημα της αμοιβαίας μόλυνσης του προτάγματος χειραφέτησης και του προτάγματος κυριαρχίας, βλ. ενδεικτικά Manuel Cervera-Marzal, «Κορνήλιος Καστοριάδης, Μιγκέλ Αμπενσούρ: ποιες είναι οι συγκλίσεις;», μτφρ. Γ. Κτενάς, Kaboom 3, 2017, σ. 19-38, ιδίως σ. 22-24.

[13] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy, ό.π., σ. 94.

[14] Βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η τεχνοεπιστήμη», στον τόμο Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Αθήνα: ύψιλον, 2000, σ. 147-186 και ιδίως 185.

[15] Καστοριάδης, Σχετικισμός και δημοκρατία, ό.π., σ. 113.

[16] Dimitrios Roussopoulos, Political Ecology: Beyond Environmentalism, Πόρσγκρουν: New Compass Press, 2015, σ. 44-45.

[17] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificance, ό.π., σ. 113.

[18] Cornelius Castoriadis, The Imaginary Institution of Society, Κέιμπριτζ: The MIT Press, 1998, σ. 101.

[19] Βλ. http://www.onthecommons.org/stirrings-degrowth-movement#sthash.rNGHb0t0.dpbs

[20] The Castoriadis Reader, επιμ. David Ames Curtis, Οξφόρδη: Blackwell Publishers, 1997, σ. 417.

[21] Serge Latouche, Farewell to Growth, Οξφόρδη: Polity, 2009.

[22] Castoriadis, The Rising Tide of Insignificancy, ό.π., σ. 116.

[23] Hannah Arendt, The Origins of Totalitarianism, Σαν Ντιέγκο: Harvest Book, 1979.

ΠΗΓΗ: 07.04.2020, https://www.aftoleksi.gr/2020/04/07/aytoperiorismos-dimokratia-kastoriadis/

Μικρό βιογραφικό: Ο Yavor Tarinski γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας. Αποτέλεσε συνιδρυτής του κοινωνικού κέντρου «Adelante» (Σόφια) και του Βουλγάρικου Κοινωνικού Φόρουμ. Είναι υπεύθυνος βιβλιογραφίας έργων του Κορνήλιου Καστοριάδη στη βουλγαρική γλώσσα, στο Agora International. Μέλος του οργανωτικού συμβουλίου του TRISE (Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας) και της συντακτικής ομάδας του «Αυτολεξεί». Αρθρογραφεί σε διεθνείς ιστότοπους. Το είδα: http://www.biblionet.gr/author/123750/Yavor_Tarinski

ΤΗΛΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Παράνομη και αντισυνταγματική. Τι υποστηρίζουν δύο εκπαιδευτικοί.

ΤΗΛΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Παράνομη και αντισυνταγματική. Τι υποστηρίζουν δύο εκπαιδευτικοί.

Των Ελένης Καμπακάκη* και Έφης Ψωίνου*

Πλέον καταγράφονται όλα. Το Πανοπτικό σε πλήρη δράση: Έλεγχος, πειθάρχηση, ποσοτικοποίηση.

Παρανομεί το ίδιο το υπουργείο;

Λέμε ευθύς εξαρχής ότι η εξ αποστάσεως εκπαίδευση του υπουργείου Παιδείας είναι προδήλως παράνομη και αντισυνταγματική. Είναι προδήλως παράνομη, γιατί πολύ απλά δεν έχει νομοθετηθεί. Αυτή τη στιγμή διενεργείται χωρίς να υπάρχει νομικό-θεσμικό πλαίσιο που να προβλέπει και να ρυθμίζει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων στην Ελλάδα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως όσοι εκπαιδευτικοί συμμετέχουν σε αυτή είναι έκθετοι νομικά και δεν καλύπτονται από πουθενά.

Φανταστείτε το υπουργείο Παιδείας να οραματίζεται έναν νέο τύπο σχολείου ή την εισαγωγή μιας νέας εκπαιδευτικής δομής με την ευρύτερη έννοια. Πώς θα το έκανε αυτό; Θα ετοίμαζε σχέδιο νόμου φυσικά που θα το έθετε σε διαβούλευση και στη συνέχεια θα το εισήγε προς ψήφιση στη Βουλή. Θα ψηφιζόταν και στη συνέχεια θα ξεκινούσε η υλοποίηση.

Τι έχουμε όμως στην περίπτωση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης; Τίποτα απολύτως. Το υπουργείο εισήγαγε την εξ αποστάσεως εκπαίδευση χωρίς να νομοθετήσει. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το έκτακτο των συνθηκών δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο. Και όμως έχουμε δει την κυβέρνηση να λειτουργεί με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου σ’ αυτές τις έκτακτες συνθήκες. Θα μπορούσε λοιπόν η κυβέρνηση με πράξη νομοθετικού περιεχομένου να νομοθετήσει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση και να ρυθμίσει όλες τις πτυχές της υπό αυτές τις έκτακτες περιστάσεις, όπως έκανε με ένα σωρό άλλα έκτακτα ζητήματα σε συνθήκες πανδημίας. Γιατί δεν το έκανε όμως;

Γιατί πολύ απλά η εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων νομοθετημένη θα έπρεπε να υπακούσει στη βασική και θεμελιώδη αρχή του Συντάγματος για τη δωρεάν παροχή εκπαίδευσης στους μαθητές και συγκεκριμένα σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές. Σε κανονικές συνθήκες φυσικής τάξης δωρεάν σημαίνει χωρίς να πληρώνουν οι κηδεμόνες τους για να αποκτήσουν τα παιδιά βιβλία και χωρίς να πληρώνουν για να έχουν το δικαίωμα να μπουν στο σχολείο και να παρακολουθήσουν μάθημα. Σε συνθήκες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, που θα είναι συμβατή με τη θεμελιώδη υποχρέωση της πολιτείας να παράσχει δωρεάν εκπαίδευση στους μαθητές, αυτό θα αντιστοιχούσε όχι απλώς στη δωρεάν παροχή τάμπλετ, υπολογιστή, λάπτοπ ή κινητού στους μαθητές, όχι απλά με τη δωρεάν είσοδό τους δηλαδή, χωρίς συνδρομή, σε ηλεκτρονική πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης, αλλά και με τη δωρεάν παροχή ίντερνετ ΣΕ ΟΛΟΥΣ. Αν υπάρχει ρεύμα φυσικά στο σπίτι…

Φυσικά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτή τη στιγμή ένας σεβαστός αριθμός μαθητών δεν έχει πρόσβαση στο ίντερνετ, ούτε τον κατάλληλο εξοπλισμό για να συνδεθεί και να παρακολουθήσει τηλεμάθημα. Άρα, εξ ορισμού αποκλείονται αυτοί οι μαθητές από την εξ αποστάσεως εκπαίδευση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ήδη βεβαρημένη λόγω υποχρεωτικού εγκλεισμού ψυχολογία τους. Όμως, θα απαντήσει κάποιος ότι έχει τουλάχιστον προβλεφθεί η παρακολούθηση του τηλεμαθήματος μέσω σταθερού για όσους δεν έχουν πρόσβαση στο ίντερνετ. Πράγματι, μόνο που αυτό γίνεται με αστική ΧΡΕΩΣΗ. Για όσους πάλι δεν έχουν σταθερό δεν έχει προβλεφθεί τίποτα. Τι ακριβώς από αυτά συνάδει με τη συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας για δωρεάν εκπαίδευση όλων των μαθητών; Ακόμη και αυτοί που έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο την πληρώνουν. Ακόμη και αυτοί που δεν έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο, αλλά έχουν σταθερό τηλέφωνο, χρεώνονται. Το αντίστοιχο σε μια φυσική τάξη θα ήταν οι μαθητές να πληρώνουν στην είσοδο της τάξης για να δικαιούνται να παρακολουθήσουν το μάθημα. Άρα, παραβιάζεται η συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει δωρεάν εκπαίδευση σε όλους τους μαθητές και γιατί δεν είναι δωρεάν και γιατί δεν μπορούν να συμμετάσχουν όλοι.

Ακριβώς λοιπόν, επειδή η τηλεκπαίδευση, όπως γίνεται τώρα, είναι προδήλως αντισυνταγματική, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και δεν έχει νομοθετηθεί. Και αφού δεν έχει νομοθετηθεί, αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι παράνομο. Και οι συνάδελφοι που συμμετέχουν είναι απολύτως έκθετοι νομικά. Μα είναι δυνατόν το υπουργείο να εμπλέκει τους εκπαιδευτικούς σε κάτι που είναι παράνομο; Μα, συνάδελφοι, το υπουργείο δεν σας υποχρέωσε. Η εμπλοκή σας είναι δική σας επιλογή, αφού σε κανένα έγγραφο του υπουργείου δεν γίνεται λόγος για υποχρεωτικότητα. Μα υπήρξαν πιέσεις προφορικές από διευθυντές σχολείων και διευθυντές Δευτεροβάθμιας και περιφερειακές διευθύνσεις, θα αντιτείνει κάποιος, και όντως γνωρίζουμε ότι υπήρξαν πιέσεις, αλλά και έμμεσος εκβιασμός των συναδέλφων μέσω της υποχρέωσης των διευθυντών των σχολείων να στείλουν στοιχεία για το πόσοι (και ίσως ποιοι) συμμετέχουν. Εγγράφως έχετε κάτι περί υποχρεωτικότητας, συνάδελφοι; Και επίσης, συνάδελφοι, δεν οφείλατε ως δημόσιοι υπάλληλοι να ενημερώσετε τους ανωτέρους σας για όλα αυτά που επισημαίνουμε εδώ περί αντισυνταγματικότητας και απουσίας νομικού πλαισίου και ως εκ τούτου να αρνηθείτε να συμμετάσχετε; Οφείλατε, αλλά δεν το κάνατε.

Αυτό που κάνατε ήταν να τρέξετε ενθουσιασμένοι ή όχι να υλοποιήσετε αυτή τη φοβερή καινοτομία, άλλοι καλοπροαίρετα από γνήσιο ενδιαφέρον για τους μαθητές, άλλοι από άγχος και αγωνία να αποδείξετε ότι δεν είστε τεμπέληδες αλλά υπερ-εργατικοί -πρέπει να αποστομώσουμε και τους Τέλλογλου εξάλλου!-, άλλοι φοβούμενοι μήπως σας στοιχίσει η απροθυμία μελλοντικά σε μια αξιολόγηση -την οποία παρεμπιπτόντως επίσης θα δεχτείτε αστόχαστα και άκριτα, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση-, άλλοι μιμούμενοι τους σούπερ πρόθυμους, άλλοι φοβούμενοι μη γίνετε δαχτυλοδεικτούμενοι από τους συναδέλφους σας στο σχολείο, άλλοι σκεφτόμενοι ότι θα σας πιέσουν έτσι κι αλλιώς οι γονείς των μαθητών, άλλοι θέλοντας να δείξουν βασιλικότεροι του βασιλέως, άλλοι ως μόνιμοι χειροκροτητές της εξουσίας και πάει λέγοντας. Ουδείς αναρωτήθηκε για το προφανές! Ουδείς σκέφτηκε να ρωτήσει τον διευθυντή του αν υπάρχει νομικό πλαίσιο, αν επιτρέπεται η εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων -το τονίζουμε- στην Ελλάδα, ποιο είναι το νομικό πλαίσιο υπό το οποίο θα εργαστεί ως τηλε-εκπαιδευτικός παρέχοντας τηλεμαθήματα σε ανήλικους – το τονίζουμε.

Ουδείς αναρωτήθηκε πώς προστατεύεται ο ίδιος ως εργαζόμενος σε συνθήκες τηλεργασίας έχοντας απέναντί του ανήλικους – το ξανατονίζουμε. Ουδείς προβληματίστηκε για ένα σωρό νομικά ζητήματα που τίθενται και τα οποία θα όφειλε να ρυθμίσει εκ των προτέρων νομοθετικά το υπουργείο Παιδείας προστατεύοντας τόσο τα παιδιά όσο και τους εκπαιδευτικούς ως ο εργοδότης τους.

Πρώτα πρώτα, το υπουργείο Παιδείας ανέθεσε κατ’ αποκλειστικότητα (αλήθεια μέσω ποιας διαδικασίας;) σε μια ιδιωτική πολυεθνική εταιρεία με έδρα τις ΗΠΑ, που δραστηριοποιείται και στην Ελλάδα, στον τομέα της παροχής υπηρεσιών πληροφορικής και επικοινωνίας, τη διεξαγωγή της σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Στο δελτίο τύπου του υπουργείου διαβάζουμε ότι η εταιρεία αυτή παραχωρεί δωρεάν (για πόσο;) την ηλεκτρονική της πλατφόρμα Webex για το σκοπό αυτό. Έτσι, λοιπόν, κάποια στιγμή οι εκπαιδευτικοί έλαβαν στην ηλεκτρονική τους διεύθυνση ένα e-mail από την εν λόγω εταιρεία που τους καλούσε να ενεργοποιήσουν έναν σύνδεσμο για να δημιουργήσουν έτσι την ηλεκτρονική τους τάξη.

Ευλόγως πολλοί συνάδελφοι αναρωτήθηκαν πού βρήκε η ιδιωτική αυτή εταιρεία την ηλεκτρονική τους διεύθυνση, για να μάθουν ότι το υπουργείο παραχώρησε τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις όλων των εκπαιδευτικών σε αυτή την εταιρεία αυτοβούλως, γιατί πολύ απλά είμαστε υπάλληλοί του! Άρα, του ανήκουμε ως περιουσιακό στοιχείο που χειρίζεται κατά το δοκούν! Πιο σαφές δεν θα μπορούσε να γίνει! Τη στιγμή που σε οποιοδήποτε site αγορών πρέπει να δώσεις εσύ την άδεια τσεκάροντας το σχετικό εικονίδιο, για να μπορεί αυτό το site να χρησιμοποιεί την ηλεκτρονική σου διεύθυνση για μελλοντική επικοινωνία ή για την αποστολή διαφημιστικού και ενημερωτικού υλικού, το υπουργείο Παιδείας, χωρίς να ζητήσει και να λάβει την άδεια από κανένα μας, έδωσε σε μια ιδιωτική -το τονίζουμε- εταιρεία χιλιάδες ηλεκτρονικές διευθύνσεις που δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα αξιοποιηθούν στο μέλλον. Κατά τη γνώμη μας τίθεται μέγιστο ζήτημα, και νομικό και ηθικό!

Δεύτερον, η σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, δηλαδή η εκπαίδευση με συμμετοχή του εκπαιδευτικού και των μαθητών του σε πραγματικό χρόνο, γίνεται στο ηλεκτρονικό περιβάλλον της πλατφόρμας με χρήση μικροφώνων και καμερών. Πέρα από το γεγονός ότι πολλοί μαθητές αλλά και εκπαιδευτικοί δεν διαθέτουν τον ανάλογο εξοπλισμό, μιας και ουδέποτε υπήρξε ως προϋπόθεση η κατοχή τους για τη διδασκαλία, τίθενται ξεκάθαρα ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως είναι το πρόσωπο, ο λόγος και η φωνή τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των ίδιων των μαθητών, που πρέπει συνεχώς να υπενθυμίζουμε ότι είναι ανήλικοι. Οι μαθητές, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην πλατφόρμα και την ηλεκτρονική τάξη, δηλώνουν ότι συναινούν στη λήψη φωτογραφιών και στην ηχογράφηση. Πώς ακριβώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των ανήλικων μαθητών, τη στιγμή που υποχρεώνονται να εμφανίσουν το πρόσωπό τους στο ηλεκτρονικό περιβάλλον και το οποίο μπορεί να αποτυπωθεί σε στιγμιότυπο ή φωτογραφία; Πώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα, όταν υποστηρίζεται η βιντεοσκόπηση του ηλεκτρονικού μαθήματος και καταγράφονται τα πάντα;

Πώς είναι δυνατόν τη στιγμή που στο κανονικό σχολείο απαγορεύεται η χρήση κινητών και καμερών ακριβώς για να προστατευτούν τα προσωπικά δεδομένα των ανήλικων μαθητών κυρίως, αλλά και των εκπαιδευτικών, να επιβάλλεται αυτή τη στιγμή στους ανήλικους μαθητές να εμφανίσουν το πρόσωπό τους στο διαδίκτυο μέσω της κάμερας, να ηχογραφηθεί η φωνή τους, να ληφθεί φωτογραφικό στιγμιότυπο με τα πρόσωπά τους και να βιντεοσκοπηθούν; Πώς είναι δυνατόν να επιτρέπεται να εισχωρεί η κάμερα στον προσωπικό χώρο των ανήλικων μαθητών, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της οικίας του κάθε μαθητή, αλλά και του εκπαιδευτικού; Τι γίνεται με την προστασία του οικογενειακού ασύλου, που μάλιστα προστατεύεται και από την ελληνική νομοθεσία και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Η αναγκαστική συναίνεση σε όλα αυτά των κηδεμόνων ή/και των μαθητών, αλλά και των εκπαιδευτικών, προκειμένου να συμμετάσχουν τα παιδιά και οι εκπαιδευτικοί στη σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, που επαναλαμβάνουμε ότι δεν είναι νομοθετημένη, δεν απαλλάσσει την πολιτεία από την υποχρέωση να παράσχει εκπαίδευση με τρόπο που δεν θίγει ακριβώς τον πυρήνα της ιδιωτικότητας και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων, αλλά και των εκπαιδευτικών.

Τρίτο ζήτημα είναι η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων. Το εκπαιδευτικό υλικό που χρησιμοποιείται αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία είτε του δημιουργού του, που μπορεί να είναι άλλος από τον εκπαιδευτικό που το χρησιμοποιεί, είτε του ίδιου του εκπαιδευτικού, αν είναι ο δημιουργός του εκπαιδευτικού υλικού. Αλλά και το ίδιο το μάθημα ως πνευματικό έργο αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία των συμμετεχόντων του. Ο εκπαιδευτικός οπωσδήποτε είναι αυτός που έχει την ευθύνη του περιεχομένου της διδασκαλίας καθ’ όλη τη διάρκειά της. Και φυσικά έχουν και οι μαθητές την πνευματική ιδιοκτησία των εργασιών που κάνουν, των κειμένων που παράγουν, αλλά και των σκέψεων που καταθέτουν και εκφράζουν κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Σε ποιον όμως ανήκει πνευματικά το τηλεμάθημα ως τελικό αποτέλεσμα; Ποιος άλλος έχει πρόσβαση στο τηλεμάθημα μετά το πέρας του ή και κατά τη διάρκειά του; Μπορεί το τηλεμάθημα να βιντεοσκοπηθεί και να ελεγχθεί το περιεχόμενό του από κάποιον άλλο. Ποιος μπορεί να είναι αυτός; Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά σε μια αξιολόγηση του εκπαιδευτικού;

Το ίδιο ζήτημα περί προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, με όλες τις προεκτάσεις που δώσαμε παραπάνω, τίθεται φυσικά και στην περίπτωση της ασύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Ποιος άλλος πλην του εκπαιδευτικού έχει πρόσβαση στην ιστοσελίδα του κάθε εκπαιδευτικού στο e-class ή στο e-me; Μπορεί να αξιολογηθεί και να λογοκριθεί το περιεχόμενο που αναρτάται και σε αυτές τις πλατφόρμες του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου στην περίπτωση της ασύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης; Μπορεί αυτό να οδηγήσει σε αξιολόγηση και κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών ανάλογα με το τι υλικό έχουν αναρτήσει;

Η εμμονή του υπουργείου να αξιοποιηθούν αποκλειστικά τα εργαλεία που αυτό έχει δημιουργήσει, δηλαδή η πλατφόρμα Webex για τη σύγχρονη και οι ηλεκτρονικές τάξεις e-class και e-me για την ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, παρά τις περί του αντιθέτου αρχικές διακηρύξεις περί χρήσης όποιου μέσου θεωρεί κατάλληλο ο κάθε εκπαιδευτικός, δείχνουν ακριβώς ότι ο στόχος είναι ο έλεγχος του περιεχομένου και της διαδικασίας και συνεπώς ο έλεγχος του εκπαιδευτικού, τόσο ως προς το αν πειθάρχησε και συμμετείχε στη ΜΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΕΝΗ εξ αποστάσεως εκπαίδευση όσο και ως προς το τι ακριβώς έκανε. Σε κάθε περίπτωση, πάει περίπατο η παιδαγωγική ελευθερία που απολάμβανε ως τώρα ο εκπαιδευτικός μέσα στη φυσική τάξη. Παράλληλα, έφτασε στα αυτιά μας η πληροφορία ότι κάποιες διευθύνσεις ζητούν ακόμη και πρόγραμμα μαθημάτων που διεξάγεται μέσω Skype, για να συμπεριλάβουν αυτά τα μαθήματα στην καταγραφή ποσοστών! Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει! Το Πανοπτικό σε πλήρη δράση: Έλεγχος, πειθάρχηση, ποσοτικοποίηση, για να δείξει το υπουργείο ότι πέτυχε το εγχείρημα!

Τέταρτο ζήτημα, όχι τόσο νομικό αλλά περισσότερο παιδαγωγικό, είναι ο εξαναγκασμός των παιδιών σε μια μορφή εκπαίδευσης που προϋποθέτει την καθήλωσή τους επί ωρών μπροστά σε μια οθόνη, είτε αυτή είναι υπολογιστή/λάπτοπ είτε κινητού/τάμπλετ. Αλήθεια, πώς γίνεται ξαφνικά να απαιτεί το υπουργείο οι ανήλικοι μαθητές ακόμη και του δημοτικού να βρίσκονται 4 ώρες προσηλωμένοι στην ηλεκτρονική διδασκαλία και μάλιστα σε ωράριο 12-4, παραβιάζοντας το εργασιακό ωράριο των εκπαιδευτικών παρεμπιπτόντως, αφού προηγουμένως αυτοί οι μαθητές δημοτικού έχουν παρακολουθήσει και δύο ώρες εκπαιδευτικής τηλεόρασης από τις 10 το πρωί ως τις 12, δηλαδή συνολικά 6 ώρες ημερησίως μπροστά στην τηλεόραση, τον υπολογιστή/λάπτοπ/κινητό/τάμπλετ, μόνο για να παρακολουθήσουν μάθημα! Να προσθέσουμε και τις ώρες για να μελετήσουν το υλικό, να λύσουν ασκήσεις, να γράψουν εργασίες-κείμενα, να τις στείλουν στον εκπαιδευτικό κτλ.

Πόσες ώρες συνολικά μόνο για εκπαιδευτικούς λόγους επιβάλλει ουσιαστικά το υπουργείο να βρίσκονται τα παιδιά μπροστά στην οθόνη; Τι έχουν να πουν οι ειδικοί επιστήμονες για όλα αυτά; Πόσο ωφέλιμο τελικά είναι αυτό το σύστημα εκπαίδευσης για τα παιδιά; Ποιες οι συνέπειες αυτής της υπερέκθεσης στις οθόνες και την ακτινοβολία τους τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχολογία και το νου του μαθητή; Είναι νομικά υπεύθυνο το υπουργείο για τυχόν αρνητικές επιδράσεις και φαινόμενα που θα παρατηρηθούν σε επόμενο ίσως χρόνο ως απόρροια της υπερβολικής χρήσης κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών και μάλιστα σε συνθήκες εγκλεισμού των παιδιών, που από μόνες τους επιβαρύνουν την ψυχολογία των παιδιών και των εφήβων; Ποια επιστημονική προεργασία έγινε (αλήθεια, έγινε;) και άναψε το πράσινο φως για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, χωρίς αυτή να έχει νομοθετηθεί, ας μην το ξεχνάμε!

Και βέβαια, ποια η επίπτωση στην ψυχολογία εκείνων των μαθητών που εκ των πραγμάτων αποκλείονται από την τηλεκπαίδευση λόγω δυσμενών υλικών συνθηκών; Τι γίνεται με τη διόγκωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων; Τι γίνεται με τη σίτιση των μη προνομιούχων παιδιών που λάμβαναν δωρεάν σχολικά γεύματα όσο ήταν τα σχολεία ανοιχτά; Τι γίνεται με την επιβίωση των μαθητών που προέρχονται από οικογένειες που οι γονείς τους ήταν άνεργοι ή έμειναν άνεργοι λόγω κορονοϊού; Τι γίνεται με τα παιδιά που διαβιούν σε σπίτια χωρίς ρεύμα ή νερό; Γι’ αυτά θα έπρεπε να μεριμνήσει το υπουργείο Παιδείας και οι υπηρεσίες του και όχι για κατ’ όνομα εκπαίδευση σε συνθήκες εγκλεισμού, πανδημίας και απειλής κατά της ζωής.

Επιπρόσθετα, ποιος μεριμνά για την άμβλυνση των καταπιεστικών συνθηκών εγκλεισμού σε τοξικά πολλές φορές οικογενειακά περιβάλλοντα, όπου ενδημούν φαινόμενα οικογενειακής βίας, που σύμφωνα με τους ειδικούς ψυχολόγους και ψυχιάτρους θα ενταθούν αυτή την περίοδο, αλλά και σε βάθος χρόνου, εξαιτίας του υποχρεωτικού εγκλεισμού; Αντί το υπουργείο και οι συμβουλευτικές του υπηρεσίες να ασχοληθούν με το μετριασμό του άγχους, της φοβίας, της ανασφάλειας, της ανίας και της αγωνίας που ο υπαρκτός κίνδυνος κατά της ζωής λόγω της πανδημίας δημιουργεί, αλλά και των κινδύνων που ο υποχρεωτικός εγκλεισμός εγκυμονεί για τα παιδιά ακόμη περισσότερο λόγω και τοξικού οικογενειακού περιβάλλοντος, έρχεται να δημιουργήσει μια πρόσθετη πηγή άγχους στους γονείς και τους μαθητές, που αγωνίζονται να συνδεθούν στις πλατφόρμες της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και που νιώθουν υποχρεωμένοι να το κάνουν φοβούμενοι ότι τα παιδιά τους παίρνουν απουσίες, αν δεν συνδεθούν, γιατί κανείς δεν τους ενημέρωσε ότι δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά και να αυξήσει τον όγκο των σχολικών υποχρεώσεων των μαθητών, ενώ τα σχολεία είναι κλειστά.

Εδώ πρέπει να γίνει λόγος και για τις ατελείωτες ώρες που αφιερώνουν οι εκπαιδευτικοί, προκειμένου να συνδεθούν στις πλατφόρμες και να ανεβάσουν υλικό σε ένα Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο που κατά κοινή ομολογία σέρνεται, με αποτέλεσμα να ξενυχτούν και να εργάζονται καθ’ υπέρβαση κάθε έννοιας εργασιακού ωραρίου. Εργασιακά δικαιώματα, ωράριο, αργίες, πνευματικά δικαιώματα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, έχουν πάει όλα περίπατο με ευθύνη του υπουργείου, που φυσικά θα νίψει τας χείρας του -το σλόγκαν της περιόδου- σε περίπτωση καταγγελίας ή μήνυσης από κάποιον κηδεμόνα, μιας και οι εκπαιδευτικοί συμμετέχουν οικειοθελώς και όχι υποχρεωτικά σε αυτό που δεν είναι νομοθετημένο. Άρα, έχουν ατομική ευθύνη για ό,τι συμβεί, όπως ακριβώς και όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας, σύμφωνα με τη στρατηγική που ακολουθούν οι υπεύθυνοι για τη σωτηρία μας από τον κορονοϊό. Τι γίνεται όμως με την κρατική ευθύνη; Έχει ευθύνη το υπουργείο Παιδείας για τυχόν νομικές περιπέτειες στις οποίες θα μπουν οι εκπαιδευτικοί λόγω της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης; Έχουμε την αίσθηση ότι, ακριβώς όπως το υπουργείο Υγείας στέλνει τους γιατρούς στην πρώτη γραμμή της μάχης απροστάτευτους, έτσι και το υπουργείο Παιδείας στέλνει τους εκπαιδευτικούς στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, χωρίς να τους προστατεύει. Ούτε αυτούς ούτε φυσικά τα παιδιά και τους γονείς τους.

Είναι όμως θλιβερό για έναν κλάδο με ιστορία αγώνων στην Ελλάδα να μην τολμά να υψώσει τη φωνή του για τα αυτονόητα. Είναι θλιβερό ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των εκπαιδευτικών δεν έχουν βάλει επί τάπητος το προφανές, που προσπαθήσαμε να αναπτύξουμε σ’ αυτό το κείμενο. Προκαλεί δυσάρεστη έκπληξη το οξύμωρο, εκπαιδευτικοί που όταν τους καλούμε να αντιδράσουν σε ψηφισμένα αντιεκπαιδευτικά μέτρα μας απαντάνε συνήθως «ναι, έχετε δίκιο, αλλά είναι νόμος και πρέπει ως δημόσιοι υπάλληλοι να υπακούσουμε», αυτή τη στιγμή να μη θέτουν το αυτονόητο ερώτημα: «Ποιος νόμος επιτρέπει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση ανηλίκων στην Ελλάδα; Τι ορίζει αυτός ο νόμος; Πώς είναι δυνατόν να κάνουμε κάτι από τη στιγμή που δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο; Ποιος μας καλύπτει;».

Και επιπλέον, η βιασύνη και η προχειρότητα του υπουργείου Παιδείας θα έπρεπε να μας υποψιάσει για το ζοφερό μέλλον που ετοιμάζουν στην εκπαίδευση, ειδικά όταν η υπουργός και η υφυπουργός δηλώνουν ότι η τωρινή εξ αποστάσεως εκπαίδευση αφήνει παρακαταθήκη για το μέλλον και ότι ήρθε για να μείνει. Το υπουργείο δοκιμάζει την υποτακτικότητα των εκπαιδευτικών μέσα σε συνθήκες πανδημίας και, ενώ καμώνεται πως πασχίζει για την κανονικότητα, αποσκοπεί στην απορρύθμιση της εκπαίδευσης και των εργασιακών σχέσεων. Πώς διαφαίνεται το μέλλον της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, όταν το υπουργείο παλεύει να δημιουργήσει την ψευδή εικόνα της επιτυχίας της τηλεκπαίδευσης και της κοινωνικής συναίνεσης υπέρ αυτής; Γιατί να κάνει λοιπόν μόνιμους διορισμούς και προσλήψεις αναπληρωτών, όταν μπορεί να τους αντικαταστήσει με τηλε-εκπαιδευτικούς και τηλεμαθήματα; Γιατί να στείλει εκπαιδευτικούς στα απομακρυσμένα χωριά και νησιά, όταν μπορεί με τηλεκπαίδευση ή και πακέτα τηλεμαθημάτων να κάνει πως λύνει το πρόβλημα; Άλλωστε ο ΣΕΒ και η ΕΕ προωθούν την τηλεργασία. Ουδέν λοιπόν μονιμότερον του προσωρινού…

Οι πρωτόγνωρες συνθήκες που βιώνουμε μας φέρνουν όλους ενώπιον των ευθυνών μας για την προστασία των εργασιακών μας δικαιωμάτων και των μορφωτικών δικαιωμάτων των παιδιών. Αυτά τα δύο πάνε χέρι χέρι. Το υπουργείο Παιδείας, που έχει στην ηγεσία του μια νομικό, οφείλει να λειτουργήσει σύννομα και συνταγματικά. Οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να καταγγείλουν την παρανομία του υπουργείου και να μην είναι πειθήνια εκτελεστικά όργανα των μη σύννομων και αντισυνταγματικών εγχειρημάτων του υπουργείου. Για να προστατέψουν τους εαυτούς τους, αλλά πρωτίστως τους μαθητές και τους γονείς τους και την εκπαίδευση.

Οι εκπαιδευτικοί πρώτοι από όλους γνωρίζουν πώς να έρθουν σε επικοινωνία με τους μαθητές και τους κηδεμόνες τους αυτή την περίοδο. Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν πώς να δείξουν αλληλεγγύη και ενδιαφέρον γι’ αυτούς έμπρακτα. Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν ότι οι μαθητές και οι γονείς τους έχουν ανάγκη την ανθρώπινη επικοινωνία αυτή τη στιγμή. Και το γνωρίζουν αυτό ως άνθρωποι. Όχι ως δημόσιοι υπάλληλοι. Και αυτό πράττουν πέρα και έξω από τις ιλουστρασιόν, κενές περιεχομένου πρακτικές του υπουργείου.

* Ελένη Καμπακάκη, ΠΕ02 (φιλόλογος) και Έφη Ψωίνου, ΠΕ78 – ΠΕ01 (νομικός, θεολόγος).

ΠΗΓΗ: 06.04.2020, http://infolibre.gr/wpinfolibre/2020/04/06/tilekpaideysi-paranomi-kai-antisyntagmatiki/

Ωδή στη Χαρά της Κοινωνίας

Ωδή στη Χαρά της Κοινωνίας

Της Εύης Βουλγαράκη-Πισίνα*

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα. Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα.

Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Πριν έρθουν οι δειλές και αμήχανες, ανεπαρκείς όσο και προσχηματικές αποφάσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, για κατάργηση των καθημερινών ακολουθιών και λιτή θεία Λειτουργία, κατά τις 7-8 το πρωί δίχως άλλους περιορισμούς, δείγμα μιας δραματικής κακοφωνίας εντός της Συνόδου (ΔΙΣ, έκτακτη συνεδρία 16/3/20), ήδη το αίσθημα της απαξίωσης της Εκκλησίας είχε κορυφωθεί. Πριν λέκτωρ λαλσαι ακολούθησε το κυβερνητικό ΦΕΚ (872 τεύχος Β΄, 16/3/20) με την ολική απαγόρευση κάθε ιεροπραξίας.

Μερίδα των θεολόγων συνέβαλαν ή και ηγήθηκαν σε έναν δημόσιο διάλογο, που επικεντρώθηκε ιδίως στη θεία Κοινωνία. Η σκοπιμότητα αυτού του δημόσιου διαλόγου δεν εξετάστηκε συνειδητά και μεθοδικά, επί της αρχής, από όσους έδωσαν το σχετικό έναυσμα, αλλά ακολούθησε ανεπίγνωστα και αυτοματικά τις τάσεις της εποχής, μιας εποχής όπου η δημοσιολογία του ιδιωτικού και η τυραννία της οικειότητας, είναι πολλαπλά εμπεδωμένη. Όμως, το έθος και ο αυτοματισμός δεν αναιρούν την ύπαρξη επιφυλάξεων για μια τέτοια δημόσια συζήτηση, όπως αυτή εκτυλίχθηκε, καθώς:

1. Η ώρα του πανικού δεν είναι η ώρα για θεωρητικές συζητήσεις, μήτε είναι ο φόβος ο κατάλληλος σύμβουλος του θεολογείν. Οι περιστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε κατ’ οικονομίαν λύσεις ανάγκης, εντούτοις το θεολογικώς ζητούμενο είναι η ελευθερία των τέκνων του Θεού.

2. Η συζήτηση ήταν εν όλω παρελκυστική: πριν φτάσει κανείς να συζητά για τη θεία Μετάληψη, όφειλε να αντιμετωπίσει το ίδιο το ζήτημα της συνάθροισης. Σε τι θα άλλαζε άραγε τις συνθήκες μια αλλαγή στο τυπικό της θείας Μετάληψης, που με τόση σπουδή ευκαιριακώς και πολυτρόπως προτάθηκε, εάν και εφόσον η συνύπαρξη των ανθρώπων είναι ικανός και επαρκής παράγων μετάδοσης του ιού;

3. Ο δημόσιος χαρακτήρας της συζήτησης φανέρωσε αρκετή αδιακρισία και αποκάλυψε επίσης πόσο ο αρχαίος κανόνας του «ανεκλάλητου» των μυστηρίων είχε νόημα, προς αποφυγή ενός περίγελου γύρω από το ίδιο το σώμα του Χριστού.

4. Κάνει εντύπωση η σχάση της ακαδημαϊκής θεολογίας από τη ζωή της Εκκλησίας, καθώς ο τρόπος του περιεργάζεσθαι το μυστήριο από λαϊκούς θεολόγους ή θεολογούντες διανοητές κάποιες φορές έμοιαζε να αγνοεί και να παραγνωρίζει τα πρόσωπα των ιερέων ή την ανθρώπινη ιδιότητά τους. Η άνεση με την οποία εξέφραζε κανείς φόβους και αναλυτικές σκέψεις γύρω από το μυστήριο, επέβαλε την αμφιβολία στη δημόσια συζήτηση, ενστάλαξε τον φόβο ακόμα και σε ιερείς ως προς την κατάλυση της θείας Κοινωνίας. Ενώ ο λαϊκός θα μπορούσε απλώς διακριτικά να απέχει από τη θεία Κοινωνία για ένα διάστημα, αυτό δεν ισχύει για τους ιερείς, καθόσον οι ιερείς είναι ταγμένοι να ιερουργούν και δεν μπορούν να δραπετεύσουν από τις υποχρεώσεις τους, μεταξύ των οποίων και η κατάλυση της θείας Ευχαριστίας από το κοινό Ποτήριο, κάθε φορά. Είναι συχνό φαινόμενο να καταγράφονται μεγαλορρήμονες θεολογικές αναλύσεις, που όμως αναπαράγουν μια λάθος κατανόηση της Εκκλησίας, με βάση την οποία το ιερατείο είναι «άλλοι», και δεν είμαστε όλοι οργανικά συνδεδεμένοι στο ένα Σώμα του Χριστού. Αν συχνά ισχύει ότι η διοίκηση της Εκκλησίας δείχνει κατεξοχήν ή και μόνο τον εαυτό της παραθεωρώντας το εκκλησιαστικό σώμα, δεν είναι σπάνιο και το αντίστροφο: να ξεδιπλώνεται ένας κοσμικός θεολογικός λόγος που εξίσου θεωρεί την κεφαλή «ξένη», ή εν προκειμένω να αδιαφορεί για τη θέση των ιερέων μέσω μιας ακαδημαϊκής συζήτησης δίχως αγάπη ή ανθρώπινη μέριμνα και για τον κλήρο.

Ας περάσουμε όμως στην ουσία αυτής της συζήτησης, της οποίας ο πυρήνας της αγγίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της ίδιας της θεολογίας. Διότι μπορεί η θεολογία να έχει μερικώς και ακαδημαϊκό, επιστημονικό χαρακτήρα, να μεταχειρίζεται επιστημονικές μεθοδολογίες στην ανάλυση των επιμέρους, η βάση όμως και η καρδιά της θεολογίας εν εκκλησιαστική εννοία είναι η εμπειρία, η κοινή συνείδηση της Εκκλησίας, η κατανόηση και διατύπωση αυτής της εμπειρίας. Θεολογούμε εμπειρικώς και όχι με φιλοσοφικά οικοδομήματα, καθόσον ο ανθρώπινος λόγος φωτίζεται από τον αποκαλυφθέντα Θεό Λόγο.

Ο εξορθολογισμός και επιπροσθέτως η τεχνολόγηση και μικροβιολόγηση της θείας Ευχαριστίας, μέχρι και η τόσο όψιμη ανάπτυξη μιας περί «αφθαρτοδοκητισμού» θεωρίας, τώρα, κατά την τρίτη χιλιετία, δεν απηχούν την εκκλησιαστική και θεολογική παράδοση στην Ανατολή, μια Ανατολή που αρκέστηκε να μιλήσει για μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού, δίχως να αναλύσει περαιτέρω και δίχως να κάνει χρήση του όρου μετουσίωση. Εντούτοις, είναι σαφές ότι και η διατήρηση των φυσικών στοιχείων στη φυσική τους κατάσταση, η συμβολική παρουσία του φυσικού βασιλείου, του ζωικού βασιλείου (μέσω της ζύμωσης, βλ. Τζ. Θεόκριτοφ 2010) και της ελεύθερης συνεισφοράς και εργασίας του ανθρώπου για τη δημιουργία του ψωμιού και του κρασιού, δεν σημαίνει ότι κοινωνούμε τη φθαρτότητα της φύσης, αλλά την αφθαρσία της, καθώς κοινωνούμε με βάση την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας το σώμα και το αίμα του αναστάντος Χριστού. Είναι σημαντική αυτή η ζωντανή ανάμνηση, που παραπέμπει στην εσχατολογική μας βεβαιότητα, μελλοντική και ήδη παρούσα, ότι  τρώγων [Του] τ Σμα κα πίνων [Του] τ αμα δεν κοινωνεί απλώς τον σαρκωθέντα και σταυρωθέντα Θεό, αλλά τον αναστάντα, ες φάρμακον θανασίας κα ζων τν αώνιον.

Ένα δεύτερο θέμα που τέθηκε είναι η, σε πρώτη επίπεδο ορθή, διάκριση μορφής και περιεχομένου. Είναι προφανές ότι το περιέχον, το άγιο δισκοπότηρο, η λαβίδα και γενικότερα τα σκεύη δεν ταυτίζονται με το περιεχόμενο, το σώμα του Χριστού. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η ιστορία της λατρείας και της ζωής της Εκκλησίας έχει να μας δείξει μια πολλαπλότητα τρόπων, με τους οποίους η Εκκλησία, κλήρος και λαός, κοινωνεί του σώματος και του αίματος του Χριστού. Όποιος όμως επιθυμεί να κάνει μια ιστορική ανάλυση της Ευχαριστίας και της εξέλιξης του τυπικού, οφείλει επίσης να παραδεχτεί ότι λύσεις που σταδιακά επικράτησαν στη λατρεία, είναι κατά τεκμήριο –όχι απόλυτα– αυτές που η κοινή συνείδηση έχει επιλέξει ως πιο πρόσφορες, φιλτράροντας πρακτικές και πληροφορίες μέσα από μακραίωνα και πλατιά ιστορικά φίλτρα. Δεν ισχυρίζομαι μια παγίωση και ακινητοποίηση του υπάρχοντος, και ασφαλώς η ιστορική εξέλιξη είναι ανοιχτή. Μια εξέλιξη και του τυπικού συνιστά πάντα θεμιτή και επιθυμητή πραγματικότητα εντός της ιστορίας, αρκεί το κριτήριο να είναι μια εσωτερική ανάγκη και ελεύθερη επιλογή, όχι όμως ένας εκκοσμικευμένος νεωτερισμός, μια συμπλεγματική διάθεση να υποταχθούμε στο πνεύμα του κόσμου ή τις μόδες των καιρών. Συζητώντας μεθοδολογικά, διαπιστώνει κανείς σήμερα στις εκκλησίες μας μια διάθεση γενικότερης εκζήτησης στην περιοχή του τυπικού, της οποίας τα κίνητρα είναι κάποιες φορές εξωθεολογικά και εξωεκκλησιαστικά, και όχι σπάνια συνδέονται με μια υπερβολική και αμφιβόλων κινήτρων σπουδή του ενεργούντος [ιερέα] να εισάγει στοιχεία πρωτοτυπίας και εντυπωσιασμού, μετατρέποντας τη λατρεία σε θέαμα ή εισάγοντας κάποια attraction που αυξάνει την απήχηση και την επισκεψιμότητα του ναού, προσελκύοντας ένα ευρύτερο φιλοθεάμον κοινό, όχι όμως απαραίτητα οικοδομώντας τη ζωή της κοινότητας. Όσοι λοιπόν ενθυμούνται και θέλουν απότομα να ανασυστήσουν αρχαία τυπικά, καλό είναι επίσης να θυμούνται ότι το τυπικό δεν είναι μια συνταγή μαγική, ξεκομμένη από τη ζωή της κοινότητας, και ότι στην αρχαία Εκκλησία, κατά τον ασπασμό της ειρήνης, οι χριστιανοί φιλιόνταν στο στόμα, δίχως να εκπειράζονται και δίχως σιχασιά, συμβολίζοντας μέσω του τυπικού τις πραγματικές σχέσεις αγάπης που καλλιεργούνταν μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα.

Θα πρέπει να έχουμε αδιαλείπτως τον νου μας στα θεολογικά μας κριτήρια. Διότι ενώ είναι πολύ σημαντική η ζωντανή λατρεία, και κατ’ επέκταση η λειτουργική και λατρευτική αναγέννηση, ο γνώμονας για όλα αυτά δεν μπορεί να είναι παρά βαθύτατα θεολογικός και άρα κοινωνικός. Η θεολογική οικονομία έχει θέση σε αυτή τη συζήτηση, μαζί με τη θεολογική ακρίβεια, αλλά και η σιωπή, η για ένα διάστημα αποχή, η τέλεση του μυστηρίου με λίγους πιστούς είναι ίσως λύσεις προτιμότερες από μια εμμονική «συμμετοχή» με τρόπους που γελοιοποιούν και εξατομικεύουν τη λατρεία, με πρόχειρες επινοήσεις και εφευρήματα.

[Αφήνω εδώ εντελώς ασχολίαστες τις απόψεις κάποιων πιστών που θεωρούν όλη αυτή την υπόθεση μια τεράστια συνωμοσία και μονιστικά επιμένουν στην αδιατάρακτη τήρηση της λατρείας όπως πάντα, υπονοώντας μια μαγική κατανόηση, αδιαφορώντας για τον λογικό χαρακτήρα της λατρείας, έχοντας σοβαρό πρόβλημα ως προς την πρόσληψη της ίδιας της πραγματικότητας. Και ενώ ο λόγος πολλών, ιδίως ποιμένων, από τους καλύτερους μάλιστα που διαθέτουμε, απευθύνεται συχνά σε ένα τέτοιο ακροατήριο, επιδιώκοντας να κατευνάσει, να πειθαρχήσει, να παρηγορήσει και να δώσει διαφορετικές διεξόδους πνευματικής ζωής και άσκησης, προσωπικά θεωρώ ακραίες φονταμενταλιστικές ή δεισιδαιμονικές τοποθετήσεις μερίδας ενός κόσμου πέραν του πεδίου συζήτησης που θα ήθελα να οικοδομήσω εδώ. Για την ακρίβεια, θλίβομαι όταν διαπιστώνεται ποιο είναι πράγματι το κοινωνιολογικό υπόστρωμα ή η πνευματική κατάσταση μέρους του ποιμνίου, όπως αυτό χρονίως εκπαιδεύτηκε να υπακούει άκριτα, να σκέφτεται μονοδιάστατα, να πάρει διαζύγιο από τη λογική. Στην περίπτωση αυτή δεν μιλώ προφανώς για τη λαϊκή θρησκευτικότητα, στην πολυεπίπεδη γνησιότητά της, την οποία επιμένω να σέβομαι και να τιμώ, σε αντιδιαστολή προς μια κάποια ελιτίστικη θεολογία που κατά καιρούς αναδύεται, σχεδόν ολιγοπωλιακά από μεσοαστικά στρώματα. Μιλώ αυστηρά και μόνο για φαινόμενα πνευματικής εξάρτησης και ψυχολογικής νοσηρότητας, για φαινόμενα μαγικής και φονταμενταλιστικής χάλκευσης της πίστης και της θεολογίας. Ευτυχώς όμως, λειτουργούμε ως σώμα, και συνεπώς και η απεύθυνση σε ένα τέτοιο κοινό, με την εξουσία μάλιστα της ποιμαντορικής ράβδου, στη γλώσσα με την οποία έχει εθιστεί, είναι μια αναγκαία ψηφίδα σε ένα πολύτροπο και πολύχρωμο σύνολο λόγου σε ποικίλες γλωσσικές εκφορές, στο πεδίο τόσο της ακρίβειας και της οικονομίας].

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτή της συμβολής είναι λίγο διαφορετικό. Στο πλαίσιο μιας σύγχρονης επιστημολογίας, σε όλο το πλαίσιο του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, ιδίως μετά τον Βίτγκενσταϊν, η διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου διαπιστώνεται ανεπαρκής και καταδεικνύεται ως κατάλειμμα μιας παρωχημένης, τυπικής λογικής μιας αφελούς πρωτονεωτερικότητας. Διότι σήμερα είναι εγνωσμένο ότι η μορφή είναι περιεχόμενο, και αυτό ισχύει ιδίως στην τέχνη και τη λογοτεχνία, αλλά και σε όλες τις επιστήμες του ανθρώπου, κατεξοχήν λοιπόν και στη λατρεία. Παρόμοια, ο θεωρητικός της επικοινωνίας Μάρσαλ Μακ Λούαν, ανέδειξε με όρους του καιρού μας πως το μέσο είναι το μήνυμα, δηλαδή ότι το περιεχόμενο καθορίζεται από το μέσο με το οποίο μεταδίδεται και διαδίδεται. Όσο και να αμφισβητήσει κανείς αυτές τις θέσεις, οι οποίες έχουν γεννήσει μεγάλη συζήτηση, διατυπωμένες στην απολυτότητά τους, δεν μπορεί πια να παραγνωρίσει σήμερα τη σημασία μορφής ή μέσου για την ίδια την ουσία του περιεχομένου.

Είναι εξάλλου θλιβερά ψευδοεπιστημονικές οι προτάσεις που επιχειρούν να εισαγάγουν έναν εξελικτικό ντετερμινισμό, και οι οποίες κατατάσσουν τον καθιερωμένο τρόπο της θείας Κοινωνίας σε «επίπεδο υγιεινής προγενέστερων πολιτισμών». Αυτοί οι διανοητές «μεταγενέστερων πολιτισμών» εν μέσω μιας πανδημικής δυστοπίας, μοιάζουν να ισχυρίζονται ότι το μέλλον της ανθρωπότητας αναδεικνύεται λαμπρό, και εξελικτικά λαμπρότερο, ενώ παρά τις κατά καιρούς περί αυτού αναλύσεις τους, δεν μοιάζει τελικώς να γνωρίζουν κάτι από την τραγωδία του ανθρώπου του 20ού αι., από την πεσιμιστική ή και μηδενιστική στροφή της φιλοσοφίας, αλλά ακόμα συμμερίζονται με τρόπο αντιφατικό την χαρωπή αφέλεια των πρώτων αιώνων της νεωτερικότητας. Τέτοιες φωνές δεν διαβλέπουν τη δυστοπία του μέλλοντός μας, μήτε προβλέπουν αλλά και μήτε διατυπώνουν προτάσεις που να προλαμβάνουν ή να θεραπεύουν. Σε σφαίρα διαρκούς επιτάχυνσης ενός μεταρρυθμιστικού οίστρου, απαξιώνουν εντελώς την έννοια της εμπειρίας ή της παράδοσης, ομνύουν σε μια στενή λογοκρατία, πολλαπλά ήδη απαξιωμένη στη μετανεωτερικότητα, και διέπονται από μια ανάγκη να φτάσουν, ιδρωμένοι, σε αυτή την εξέλιξη που θεωρούν αναμφίβολα και ντετερμινιστικά θετική. Δεν θα επικαλεστώ εν προκειμένω την εκκλησιαστική παράδοση, αλλά την πρόσφατη κοινή μας και πάνδημη στη χώρα εμπειρία της μνημονιακής περιόδου, όπου με το πρόσχημα των μεταρρυθμίσεων επιβλήθηκαν σωρεία απορρυθμίσεων στην αγορά και ιδίως την αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα όχι τη διόρθωση αλλά την πλήρη διάλυση και καταστροφή της οικονομίας, όπως καταδεικνύεται από όλους τους οικονομικούς δείκτες, ποιοτικούς και ποσοτικούς – σαν σε καιρό πολέμου.

Αν λοιπόν η μορφή είναι περιεχόμενοτο μέσο είναι το μήνυμα, η θεία Ευχαριστία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον τρόπο του κοινωνείν. Το ζήτημα προφανώς δεν είναι αυστηρά δογματικής τάξης, και η συζήτηση επ’ αυτού είναι θεμιτή – αλλά με σοβαρές θεολογικές και πνευματικές προϋποθέσεις, που να μην καταλύουν την ουσία και το νόημα του μυστηρίου.

Η πίστη είναι ο χώρος της ελευθερίας. Δεν είναι ο χώρος του καταναγκασμού. Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι μια πραγματικότητα αποδείξιμη με αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια, είναι όμως η βάση και η απόλυτη βεβαιότητα της ύπαρξής μας. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος, ε δ Χριστς οκ γήγερται, ματαία πίστις μν (Α΄ Κορ. 15,17). Κατά όμοιο ακριβώς τρόπο με την Ανάσταση, μήτε εδώ αποδεικνύεται μια «μη μεταδοτικότητα» της θείας Ευχαριστίας – και θα ήταν άσκοπη και ανώφελη μια τέτοια απόπειρα, εξέτασης μοριοβιολογικού τύπου. Στο πεδίο όμως της διυποκειμενικότητας, της κοινής εμπειρίας, γνωρίζουμε ότι η θεία Κοινωνία είναι η κατεξοχήν υπέρβαση του θανάτου, και δεν το γνωρίζουμε μόνο θεωρητικά, αλλά και μέσα από την πρακτική των ταπεινών ιερέων που κοινωνούν όλο το εκκλησιαστικό σώμα, κοινωνούν τους λεπρούς, κοινωνούν τους αρρώστους στο Λοιμωδών, κοινωνούν κάθε ασθενή και ετοιμοθάνατο άνθρωπο.

Στη σύγχρονη εποχή, μια εποχή δημοκρατίας και πολυκεντρικότητας του κόσμου, γνωρίζουμε ότι και η πιο «αντικειμενική» επιστημολογική αρχή έχει ισχύ μόνο εντός ενός ορισμένου πεδίου του επιστητού. Ακόμα και οι νευτώνιοι νόμοι ανακαλούνται στο πεδίο της θεωρίας της σχετικότητας. Ό,τι γνωρίζουμε γενικότερα για τον κόσμο δεν ισχύει στον μικρόκοσμο ή τον μακρόκοσμο. Η προσπάθεια μιας νεωτερικής επιστημολογίας να διατυπώσει μια θεωρητική αρχή που να διέπει και να θεμελιώνει τη γνώση, έναν μικρό θεό της γνωσιακής θεωρίας, που να οδηγεί σε γενικά παραδεκτά δεδομένα, είναι αδιάκοπη όσο και αλυσιτελής: δεν οδηγεί παρά σε ποικίλες διαδρομές μιας απέραντης περιπέτειας και σε έναν διαρκή αναπροσανατολισμό της σκέψης. Η περιπέτεια όμως αυτή είναι μια περιπέτεια ελευθερίας, ενώ οι παρωχημένες περί Θεού ή περί γενικών αρχών αποδείξεις δεν είναι παρά ένα λογικό lapsus, μια λήψη του ζητουμένου. Η αλήθεια διακριβώνεται επιστημολογικά μόνο στο πεδίο της διυποκειμενικότητας – αυτό είναι η θεμελιώδης αρχή της νεωτερικότητας και εντεύθεν.

Οι πιστοί που πιστεύουν στην κοινωνία με τον αναστάντα Χριστό, δεν διατυπώνουν συνεπώς μια επιστημονικά γενικά παραδεκτή αρχή, εφόσον η διατύπωσή τους δεν υπερβαίνει τον φραγμό της γλώσσας, αντίθετα διατυπώνεται σε μια εσωτερική γλώσσα, τη γλώσσα της πίστης. Η πίστη δεν συνιστά προϋπόθεση της επιστήμης, μήτε μπορεί ποτέ να αποτελέσει μια επιστημονική αρχή. Είναι και παραμένει μια εκλογή ελευθερίας, με όλες τις διακινδυνεύσεις της. Εντούτοις, οι πιστοί δεν περιπίπτουν σε σολιψισμό και ακραίο υποκειμενισμό, καθόσον η εμπειρία τους τεκμαίρεται στο πεδίο της διυποκειμενικότητας και της κοινής εμπειρίας. Η συζήτηση συνεπώς αυτή, στο πεδίο της θεολογίας, είναι μια συζήτηση μυημένων. «Ἴσασιν οἱ μεμυημένοι τὰ λεγόμενα», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (PG 49, 380A). Τίθεται συνεπώς αναπόδραστα το δίλημμα για τους θρησκευομένους και ιδίως τους θεολόγους αν κάποιος είναι στοχαστής του θανάτου του Θεού, ή πιστός, δηλαδή κήρυκας της Αναστάσεώς Του.

Ας αφήσουμε τα διάφορα προσχήματα που οδηγούν σήμερα σε μια θεολογία της εξατομίκευσης κατά το επικρατούν κλίμα της αγοράς, ή και σε μια θεολογία της σιχασιάς του αδελφού και απόλυτης ατομικής περιχαράκωσης, σε ένα ακραίο πλαίσιο συσχηματισμού με τη λογική του κόσμου ή μια υπερβολή και επιβολή του φόβου έναντι της αγάπης.

Είναι σημαντικό, η όποια θεολόγηση περί την θεία Ευχαριστία να διατηρεί το κατεξοχήν οντολογικό και συμβολικό νόημά της, που είναι η Κοινωνία με τη θεία ζωή, αλλά και με τους αδελφούς μας. Στο πεδίο της οικονομίας, και μιας ανθρώπινης συγκατάβασης πολλά μπορούν να ειπωθούν, αρκεί να μην ανάγουμε την οικονομία σε ακρίβεια.

Το κυβερνητικό ΦΕΚ, σε προσυνεννόηση ή σε ανταπάντηση στην ανεπαρκή και αμήχανη αρχική απόφαση της Συνόδου, αδιάφορο, δεν είναι τόσο ανώδυνο θεολογικά όσο βολικά προφασιζόμαστε. Διότι ασφαλώς περιφρουρεί τη δημόσια υγεία, όπως οφείλει κάθε κυβέρνηση να κάνει, αλλά δυστυχώς υπεισέρχεται και στο πεδίο της θεολογίας. Η ίδια η ακραία δυσανεκτικότηκα και ολοσχερής απαγόρευση κάθε ιεροτελεστίας μοιάζει να τοποθετεί το γνώριμό μας και πολυδιατυπωμένο από κυβερνητικά χείλη πολιτικό δόγμα της «μηδενικής ανοχής» πάνω από το Τριαδικό δόγμα. Ας μην λέγεται μήτε λέξη επ’ αυτού, είναι σαφές πώς εξυπονοείται η θεώρηση της θείας Ευχαριστίας ως δημοσίου κινδύνου. Διαφορετικά μια πιο μετριοπαθής λύση, όπως θεία Λειτουργία με ελάχιστους πιστούς, και δυνατότητα των πιστών να προσέρχονται κατά μόνας ή σε οργανωμένη κυκλικά εναλλαγή, θα ήταν εφικτή. Επιπλέον, η διατύπωση περί «ατομικής λατρείας» είναι μια θεολογία της εξατομίκευσης που πλήττει και αλλοιώνει ευθέως τη χριστιανική θεολογία, και μεταβάλλει την Εκκλησία σε πάροχο θρησκευτικών υπηρεσιών, που εντέλει δεν είναι και τόσο απαραίτητες σε συνθήκες λοιμού – και όχι μόνο.

Οργανωσιακού τύπου θεολογίες περί ατομικής σωτηρίας έχουν λάβει σήμερα το φιλί της ζωής. Ενώ δεν προτείνω καμία ανταρσία προς τη Σύνοδο ή το κράτος στις παρούσες συνθήκες, και θλίβομαι για τις ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις που καταγράφονται, δεν μπορώ να μη διαμαρτυρηθώ για την ακύρωση και αυτοακύρωση του γεγονότος της Εκκλησίας.

Ο ιερέας δεν μπορεί να μεταβεί να κοινωνήσει τον άρρωστο, μήτε να τον εξομολογήσει. Εάν για τον περισσότερο κόσμο αυτό είναι μια παροδική κατάσταση εξαίρεσης που μπορεί ποικιλότροπα να παρηγορηθεί, για τον πάσχοντα και τον θνήσκοντα πιστό είναι μια ολική ανατροπή στη ζωή του. Αντ’ αυτού, προβλέπεται όλες οι ψυχικές ανάγκες να καλυφθούν από ψυχολόγους, επιστήμονες τους οποίους διόλου δεν επιθυμώ να απαξιώσω, μήτε προσωπικά μήτε την επιστήμη τους και τη συμβολή της στη ζωή του ανθρώπου, αλλά δεν νοείται να αναβαθμίζονται σε πανάκεια και συνταγή σωτηρίας, να αλώνουν όλο τον χώρο που αφορά (κατεξοχήν και) τη θρησκεία, με την υποστήριξη μιας κρατικής και βίαιης ολικής απάλειψης του θεμελιώδους δικαιώματος του θρησκεύειν.

Η ανάγκη για ένα δημόσιο σύστημα υγείας, που ξεθεμελιώθηκε με πολιτικές και ιδεοληψίες των τελευταίων χρόνων, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε μεγάλο βαθμό σε παγκόσμιο επίπεδο, κατέδειξε και τη χρεοκοπία των ακραίων νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων, που δεν έχουν τελικώς και πολύ συνάφεια με την έννοια της ελευθερίας. Η ελευθερία πραγματώνεται εν κοινωνία. Η δεινή αυτή δοκιμασία των ημερών μας, μπορεί να αποδειχτεί ένα ακόμα χτύπημα που θα επιταχύνει τυχόν μια πορεία προς τη δυστοπία του μέλλοντός μας, μπορεί όμως να αποτελέσει και ένα σημείο καμπής, που θα δώσει χώρο για μια νέα ανθρώπινη αυτοσυνειδησία.

Σε αυτές τις κοινωνικές αναζητήσεις και η χριστιανική θεολογία έχει τη θέση της, επανατοποθετώντας την έννοια της αγάπης, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής ευθύνης –ακόμα και ως παροδικής κοινωνικής αποστασιοποίησης– στην καρδιά του προβληματισμού του σημερινού γίγνεσθαι.

Ανάμεσα σε μια θρησκοληψία του μαγικού και σε μια αποθέωση του ατομικού, η θεολογία του προσώπου και η σαρκωμένη αγάπη μπορεί να οδηγήσει σε νέους τρόπους βίωσης της πίστης και αναστάσιμης, μεταμορφωτικής επαγγελίας. Αυτό συνεπάγεται όμως και την ανάγκη για μια βαθύτατη αναδιαμόρφωση της λειτουργίας μας ως εκκλησιαστικού σώματος, στο πεδίο της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας, σε κάθε θυσιαστήριο, όπου η καθολική Εκκλησία. Εάν η ζωή της κοινότητας δεν εικονιστεί στο πεδίο του πραγματικού, στο πεδίο πραγματικών ανθρώπινων σχέσεων αλληλεπιδραστικών και όχι μονόδρομων, εμφραγματικών, περνάμε ανεπαισθήτως σε μια νέου επιπέδου αχρησία ενός οργανισμού, που δεν είναι ζων, αλλά γραφειοκρατικός και οιονεί νεκρός.

Η εικόνα της λατρείας κεκλεισμένων των θυρών, μια εικόνα θεατρικής σκηνής, πληγώνει βαθύτατα. Η απόλυτη απουσία κάθε γυναίκας αναδεικνύει στον απόλυτο και καθολικό βαθμό το apartheid σε βάρος των γυναικών στη ζωή και τις δομές της Εκκλησίας, απελπίζει καθώς μεταβάλλει το πρόσωπο σε προσωπείο, τη λατρεία σε θεατρική αναπαράσταση, τη συμμετοχή σε θέαμα, το μυστήριο της Κοινωνίας σε δραματική ακοινωνησία.

Μέσα σε όλα αυτά χρειάζεται επαναπροσδιορισμός της θεολογίας μας και με την πατερική σημασία του όρου, αλλά και με την ακαδημαϊκή. Δουλειά της επιστήμης είναι μεταξύ άλλων και να προβλέπει, διατυπώνοντας γενικευτικούς όρους και οδηγητικές διατυπώσεις, με βάση τη συστηματική καταγραφή της εμπειρίας και της γνώσης του παρελθόντος και του παρόντος. Και η πρόβλεψη για την εκκλησιαστική ζωή είναι ότι πρέπει όχι μόνο να αναστοχαστούμε αλλά και να εφαρμόσουμε την έννοια της κοινότητας, της κοινωνίας και ευχαριστιακής θεολογίας, της θεολογίας του σώματος, με υγιή αλληλεπιδραστικότητα των μελών του, γιατί διαφορετικά η διά διαταγμάτων κατάργηση της λατρείας δεν θα είναι κάτι που θα αφορά την ευρύτερη κοινωνία.

Επί του παρόντος, ας παραδοθούμε στη χάρη του ζώντος Θεού.

ΥΓ. Το κείμενο αυτό οφείλει πολλά σε διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ φίλων, και σε πιο μεθοδικές συζητήσεις με τους φοιτητές μου, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς, ιδίως τους μετέχοντες στο επιλεγόμενο μάθημα «Χριστιανισμός και Σύγχρονος Κόσμος», όπου είχαμε τη δυνατότητα να διεξέλθουμε αναλυτικά την όλη θεματική. Σημειώνω εξεχόντως εν προκειμένω και την ιδιαίτερη συμβολή του φοιτητή Λουκά Ζιάρα.

Η αναφορά στο έργο του Τζορτζ Θεόκριτοφ αφορά το άρθρο του «Η Κοσμολογία της Ευχαριστίας: Ένας Γεωλόγος φωτίζει Άγνωστες Όψεις του Μυστηρίου των Μυστηρίων», Βημόθυρο, 2-3 (2010) 72-76.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Michael Triegel. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

ΠΗΓΗ (1η δημοσίευση): 05.04.2020, http://frear.gr/?p=27587&fbclid=IwAR2qVDxQCWO8fgpBTR6yORolII8hFHDvM6kjxrUhHfQZKoe6GI_wPMVwvIk

* Η Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είναι Δρ.  Θεολογίας, συγγραφέας και  ΕΔΙΠ στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας.

Πήγαινε κοιμήσου Μανώλη, αλλαγή βάρδιας

Πήγαινε κοιμήσου Μανώλη, αλλαγή βάρδιας

Του Αλέκου Αναγνωστάκη*

Ο Μανώλης Γλέζος ζούσε ταυτόχρονα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, έτσι όπως τα προσέγγιζε.

Γι’ αυτό εξάλλου μας καλεί να αναζητήσουμε το περιεχόμενο της ζωής και μέσα στις ίδιες τις σχέσεις ζωντανών και νεκρών. «Ζω για τους συντρόφους μου που χάθηκαν. Γι’ αυτούς που δεν υπάρχουν πια. Πριν από κάθε μάχη μαζευόμαστε και κουβεντιάζαμε. Και λέγαμε: Εάν εσύ ζεις, μη με ξεχάσεις» έλεγε, εξηγώντας γιατί σε μεγάλη ηλικία παρέμενε έφηβος.

Με ιδιαίτερα, κυριολεκτικά, τρόπο τοποθετεί μέσα σε ένα φάσμα τη διάκριση μεταξύ ζωντανού και νεκρού, όπου ζωντανοί και οι νεκροί κατοικούν μέσα στο ίδιο συνεχές. «Πέθανε, παραδείγματος χάριν, πριν από λίγες ημέρες ο φίλος μου, ο σεμνός αγωνιστής Φάνης Πασπαλιάρης. Μην κοιτάτε που η δημοσιότητα για διάφορους λόγους έχει ρίξει τα φώτα πάνω μου. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν οι αμνημόνευτοι αγωνιστές. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτούς αγωνίζομαι μέχρι σήμερα. Για τα ανέστια όνειρά τους» υπογράμμιζε, αναφερόμενος στους τόσους άλλους, τους πολυάριθμους ανώνυμους αγωνιστές που συνθέτουν τη γενική πρωτοπορία η οποία αγωνίζεται και εμπνέει για να ανθρωπέψει ο άνθρωπος.

Με αυτή τη θέση διατηρεί στο παρόν ρόλους και συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ των ζωντανών φίλων και των «ζώντων» νεκρών, σε μια διαρκή διαπάλη ανάμεσα στο απελευθερωτικό και το καταπιεστικό τους περιεχόμενο, ανάμεσα στην αλληλεγγύη και την ανθρωποφαγία.

«Κάποτε ένας ποινικός μού είπε: «Mανώλη, εσύ θεωρητικά μιλάς, εγώ πρακτικά. Εγώ κλέβω το κεφάλαιο πρακτικά. Εσύ θεωρητικά θα το κλέψεις». Και αυτός είχε τη δική του ιδεολογική επένδυση. «Τον ψυχολογικό παράγοντα δεν τον υπολόγισε ποτέ της η Αριστερά. Ποτέ δεν κατάλαβε ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικό του φιλοσοφικό πιστεύω. Ακόμη και ο χειρότερος βασανιστής».

Είχε ως σταθερή επιδίωξη, όπως αρμόζει σε κάθε έναν που αγωνίζεται να γίνει κομμουνιστής («προσπαθώ να γίνω κομμουνιστής» έλεγε στα ογδόντα του), η διαπάλη στο κάθε σήμερα να λαμπρύνει τους καινούριους αγώνες κι όχι να παρωδεί τους παλιούς. Να υπερβάλει στη φαντασία το καθήκον που έχει τεθεί και όχι να αποφύγει την εκπλήρωσή του. Να ξαναβρεί το πνεύμα της επανάστασης και όχι να την αυτοπεριορίσει σε πλανώμενο φάντασμα. Να αντλήσουν οι  κοινωνικές επαναστάσεις και του 21ου αιώνα  την ποίησή τους από το μέλλον εφόσον λογαριαστούν με το παρελθόν, με τον ίδιο τον περασμένο τους εαυτό.

Γι’ αυτό και ο ίδιος Γλέζος λογαριαζόταν διαρκώς με το παρελθόν του.

Με τον τρόπο του.

Με τα όρια του.

Αλλά λογαριαζόταν: «Αν έχω μετανιώσει για κάτι; Ναι. Για την αδυναμία μου να θεωρώ όλους τους ανθρώπους καλούς. Να μην αμφισβητώ, να τους δέχομαι όλους. Γι’ αυτό ζήτησα συγγνώμη από τον ελληνικό λαό, που πείστηκα από τον Τσίπρα. Έχω μετανιώσει γι’ αυτό, επειδή δεν υπήρξε πιο γρήγορη η αντίδρασή μου. Θα ήθελα να είναι πιο άμεση. Γι’ αυτό πολλές φορές νιώθω ένοχος».

«Ήταν λάθος μου, επαναλαμβάνει, να ζητήσω οργανωτική ενοποίηση της ΕΔΑ» (σ.σ τη μετατροπή της από μετωπικό σε κομματικό σχήμα).

Με αυτή του την αυτοκριτική στάση επιδιώκει οι κοσμοϊστορικές του αναμνήσεις όχι να κρύβουν από τον εαυτό τους το ίδιο το περιεχόμενό τους, αλλά να το ξεπερνούν.

Η αυτοκριτική και η κριτική είναι τμήμα της πραγματικότητας και ταυτόχρονα την υπερβαίνουν ακριβώς για να συμβάλλουν στο θετικό μετασχηματισμό της.

Επεδίωκε μια τακτική νίκη όχι για τον εαυτό του, όχι για την ΕΔΑ, όσο αυτή υπήρχε, αλλά για το λαό.

Αυτή του η αντίληψη, σε συνδυασμό με το ιστορικό φορτίο που έφερε και το τότε κλίμα εντός των ΚΚ, συμπορεύτηκε με το ΠΑΣΟΚ και εκλέχτηκε δυο φορές  βουλευτής, το ’81 και ‘85.

Ακριβώς γιατί η οριστική σοσιαλ – νεοσυντηρητική μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ  ματαίωνε τη δυνατότητα φιλολαϊκών αλλαγών ανεξαρτητοποιήθηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ στις 19 Ιουνίου 1985.

Ύστερα, στο γενικό πολιτικό στίβο σιώπησε και ασχολήθηκε με το χωριό του την Απείρανθο.

Αλλά για τον ίδιο λόγο, για μια άμεση τακτική νίκη για το λαό, είκοσι χρόνια μετά, συμπορεύθηκε με το ΣΥΡΙΖΑ.

ΚΙ όταν είδε ξανά πως ματαιωνόταν η πολιτική ελπίδα για άμεσες βελτιώσεις στη ζωή του λαού,  αποχωρεί το 2015 από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Μ. Γλέζος, η ΕΔΑ, είχε τα πολιτικά του όρια. Αδυνατούσε να συνδέσει τον άμεσο τακτικό πολιτικό στόχο με το στρατηγικό στόχο για μια σύγχρονη χειραφετημένη και χειραφετητική κοινωνία και επέλεγε λάθος. Αλλά αυτή η αδυναμία αφορά μόνο ή  αφορά κυρίως τον Μανώλη Γλέζο;

Μόνο όσοι είναι διαταραγμένοι πολιτικά, όσοι βλέπουν τον εαυτό τους στον πολιτικό καθρέφτη και τον φτύνουν για να μην τον «ματιάσουν οι κακοί», μόνο αυτοί δεν αναγνωρίζουν το γενικευμένο του ζητήματος.

Ο Μανώλης Γλέζος δεν ήταν ούτε ο πρώτος και φυσικά ούτε ο μοναδικός αντιφασίστας παρτιζάνος. Δεν ήταν γενικά ένας αυτοφυής αντιφασίστας αγωνιστής.

Πρωτίστως ήταν ένα επικίνδυνος για το σύστημα επαναστάτης. Γι’ αυτό και κουβαλά 28 καταδίκες, τρεις από αυτές  σε θάνατο. Γι’ αυτό και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες και άλλα 4 χρόνια και 6 μήνες σε εξορία.

Ο Μ. Γλέζος δεν είναι αυτοφυής ούτε ένας αποκλειστικά αντιφασίστας που κάποτε κατέβασε τη σημαία των ναζί από την Ακρόπολη. Είναι ένας κοινωνικός αγωνιστής βγαλμένος μέσα από τις καλύτερες στιγμές του ΚΚΕ. Αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη, μέλος της Κεντρικής του Επιτροπής από το 1961, καταδίκασε το 1968 την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.

Πάνω απ’ όλα όμως είναι μέλος αυτού του γενικού κοινωνικού ρεύματος που δημιούργησε και κατοχύρωσε το «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς» στην ελληνική κοινωνία, το οποίο η ακροδεξιά , οι νεοναζί και ο νεοφιλελευθερισμός, καθείς με τον τρόπο του, θέλουν πάση θυσία να ανατρέψουν.

«Για να ξέρετε, πάντως, το έχω γράψει στη διαθήκη μου, το κορμί μου θα πάει για το μάθημα ανατομίας των φοιτητών. Και ό,τι περισσέψει θα καεί και θα σκορπιστεί στη θάλασσα. Δεν θέλω τάφο, δεν θέλω μνημεία». Ο Μανώλης Γλέζος δεν θέλει μνημεία, αλλά ποιος μεγάλος επαναστάτης ήθελε να γίνει φαραωνική, υπό λαϊκό μυστηριακό προσκύνημα, μούμια;

Για όλα αυτά και τόσα άλλα τον τιμά και τον κατευοδώνει ο Λαός μας.

«Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως, ακόμα κι από την ιστορία της σημαίας, θυμάμαι τη μάνα μου» ανέφερε χαρακτηριστικά. «Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας, η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω στο σπίτι και βλέπω τη μάνα μου […] Με περίμενε. Την πλησιάζω και της λέω: Μάνα! Σηκώνεται απότομα, με πιάνει από τον λαιμό, με πάει στην κουζίνα για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει: Πού ήσουν; Τότε εγώ ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει: Πήγαινε κοιμήσου».               

Πήγαινε.

Την άλλη φορά που θα βγούμε από το σπίτι του Πικάσσο δεν θα δεχτείς την ένατη  δολοφονική επίθεση σε βάρος σου αλλά στο ένα χέρι του Πάμπλο τον πίνακα του με την Ακρόπολη και σένα στην κορυφή του Παρθενώνα να κρατάς  σημαία με το περιστέρι της ειρήνης  και στο άλλο χέρι τον πίνακα με το χαμόγελο του Μπελογιάννη. Αυτόν τον πίνακα με το συρμάτινο περίγραμμα  του προσώπου του Νίκου.

Δίχως όμως το συρματόπλεγμα, μόνο με το χαμόγελο.

Κοιμήσου λοιπόν, αλλαγή βάρδιας.

Σημείωση για τη φωτογραφία: Πικάσο: Ο πίνακας με την Ακρόπολη, Ο Γλέζος στον Παρθενώνα υψώνει τη σημαία της ειρήνης.

* Ο Αλέκος Αναγνωστάκης είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός

ΠΗΓΗ: ΤΡΙΤΗ, 31 ΜΑΡΤΙΟΥ 2020, https://kommon.gr/politiki/item/2997-pigaine-koimisou-manoli-allagi-vardias-tou-alekou-anagnostaki

Ερωτηματικά και σχόλια στην 3η απόφαση της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδας

Ερωτηματικά και σχόλια στην 3η απόφαση της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδας

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Με πολλή περίσκεψη, χαρά, αγωνία, αλλά και γενικότερο φόβο, διάβασα τα 9 σημεία της 3ης απόφασης της Δ.Ι.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδας (01.04.2020 [3]). Σας καταθέτω σχολιασμούς, παρατηρήσεις και ερωτήματα. «Ήρεμα ρωτώ»…

Ένα γενικό ερώτημα: Τελικά λειτουργικά και ευχαριστιακά έχει κάποιο θεολογικό νόημα να τελείται η Θεία Λειτουργία «κεκλεισμένων των θυρών» χωρίς να διακονούνται ευχαριστιακά οι πιστοί στα εγκλωβισμένα σπίτια τους; Αποτελεί απάντηση η τηλεοπτική ή διαδικτυακή ανα-μετάδοση;

Α). Στα σημεία 1), 2), 3) και 4) ευθυγραμμίζεται σχεδόν πλήρως με τις αποφάσεις της κυβέρνησης (Κυριάκου Μητσοτάκη), αλλά διαφοροποιείται από τις δύο προηγούμενες αποφάσεις της (09.03.2020 [1] και 16.03.2020 [2]). Να σημειώσουμε ότι η σύνθεση είναι η ίδια και έγινε με τηλεδιάσκεψη των μελών. Αυτό από μόνο του ούτε μεμπτό είναι, ούτε επαινετό, αφού το πολιτικό πλαίσιο έχει αλλάξει, όπως και το «άδειασμα» του Πρωθυπουργού αμέσως μετά την 2η, σαφώς σοφότερη κατά την ταπεινή μου γνώμη, ανακοίνωσή της. Δεν προτρέπει όμως την κυβέρνηση να διαθέσει όσα αναγκαία ποσά χρειάζονται και ζητούν θεσμικά οι γιατροί. Αν το έκανε, θα ήταν βεβαίως μια υπέρβαση, αλλά λυτρωτική στον τρόπο σχέση της με την Πολιτεία. Δεν τόλμησε ή δεν γνώριζε.

Β). Στο σημείο 7) ασχολείται με την οικονομική στήριξη «προς τους πάσχοντες και προς τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα της Χώρας και σε κεντρικό επίπεδο». Αυτό δεν υπήρχε στις δύο πρώτες ανακοινώσεις. Πιθανά να οφείλεται στην αγνόηση του κινδύνου της «βιολογικής βόμβας» ή σε πιο αργά αντανακλαστικά ή σε αγνόηση ότι μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας το περίμενε και το ήθελε. «Κάλιο αργά παρά ποτέ».

Θυμίζει, και σωστά, ότι στις προσφορές αυτές οι κατά τόπους Μητροπόλεις κλπ το πραγματοποιούν. Ως πρώτη επί πλέον κίνηση προσφέρει ως Δ.Ι.Σ. 150.000 Ευρώ και ταυτόχρονα «…αναθέτει στην Διοικούσα Επιτροπή της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) την ευθύνη να έλθει σε επικοινωνία με τους υπευθύνους Δημοσίους Φορείς Παροχής Υγείας, προκειμένου η Εκκλησία της Ελλάδος να ενισχύσει περαιτέρω αυτόν τον τομέα…». Στο σημείο 8) «…ευχαριστεί δημοσίως τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο γι’ αυτή την ένδειξη συναντίληψης προς τον ελληνικό λαό….» για την προσφορά των 50.000 Ευρώ.

Γ). Στα σημεία 5) και 6) ποιμαίνει και θεολογεί. Αυτό είναι και ευκταίο και αναγκαίο. Στο σημείο 6) που αποτελεί στοιχείο ποιμαντικής θέτει ζητήματα που θα’πρεπε να είχαν τεθεί ήδη από την 1η ανακοίνωσή της. Ορθά ακούγονται σε μένα τα λόγια της ότι «….στην ανάγκη της κενωτικής αγάπης προς τον πλησίον και μάλιστα προς τον δοκιμαζόμενο…». Υπάρχουν βεβαίως πολλά ερωτηματικά, αλλά πάντως είναι σε ορθή κατεύθυνση, αφού οι ελεύθερες Ακολουθίες και Θείες Λειτουργίες είναι όντως απαγορευμένες από την Πολιτεία (κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη). Δεν θεωρώ ότι στο σύντομο αυτό σχολιασμό είναι αναγκαίο να πω περισσότερα.

Θέτω όμως δύο βασικά ποιμαντικά ερωτήματα, ανεξάρτητα αν προτρέπονται οι ιερείς να λειτουργούν «…λιτά, χωρίς μεγάφωνα και πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, έστω «κεκλεισμένων των θυρών», όσο και αν αυτό μας είναι δύσκολο και στενάχωρο,…»:

α) Οι βαριά ασθενείς στα σπίτια, οι ετοιμοθάνατοι γιατί δεν προβλέπεται να κοινωνούν από τους ιερείς, ειδικά μέσα σε μια περίοδο αύξησης των λοιμώξεων και περισσότερων εν γένει θανάτων;

β) Η ευχάριστη και καλοδεχούμενη ευχή «…να αξιωθούμε να εορτάσουμε την Λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας με πανηγυρική Αναστάσιμη Παννυχίδα, κατά την Απόδοση της Μεγάλης Εορτής του Πάσχα, δηλαδή κατά το μεσονύκτιο μεταξύ Τρίτης 26 προς Τετάρτη 27 Μαΐου 2020….», αν η κυβέρνηση συνεχίζει τα μέτρα ή έστω τα έχει μειώσει σε τέτοιο σημείο που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με ελευθερία, δεν πρέπει να έχει και 2ο πλάνο πραγματοποίησης;

Δ). Στο σημείο 7) όχι μόνο θεολογεί για την «Θεία Ευχαριστία», αλλά υπάρχουν δύο σημαντικές προσθήκες σε σχέση ειδικά με την 1η ανακοίνωση που γενούν πολλά, μα πάρα πολλά ερωτηματικά.

Η πρώτη προσθήκη αποτελεί τις τρεις προϋποθέσεις, ώστε όντως η «Μεταλαβιά» να αποτελεί «φάρμακον αθανασίας»: «…Όσοι προσέρχονται «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης» και απολύτως ελεύθερα χωρίς κανένα δυναστικό καταναγκασμό, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που γίνεται «φάρμακο αθανασίας», «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον»…». Αυτονόητες για όσους βιώνουμε και τις τρεις προϋποθέσεις, αλλά όχι για όσους αποτελούμε τους «μαζικούς χριστιανούς» ή βιώνουμε την ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ πίστης και απιστίας, όπως ο Πέτρος επί των κυμάτων της θάλασσας. Τα ερωτήματα που γεννιούνται:

α) Το φάρμακο αθανασίας αφορά, τόσο την κοινή ανάσταση της κοινής μας φύσης, όσο και την 2η ανάστασή μας, την πνευματική, ως προσώπων στο δρόμο της όποιας προσωπικής θέωσης. Τι γίνεται όμως με την ανθρώπινη θνητότητα, την οποία βίωσε επί Σταυρού ο ίδιος ο Θεάνθρωπος; Γιατί δεν ξεκαθαρίζεται ότι αυτή είναι ανοικτή; Ότι η Θεία Ευχαριστία δεν σώζει τους ετοιμοθάνατους ή βαριά ασθενούντες κατά κανόνα;

β) Γιατί δεν τονίζεται το βαθύτερο του Μυστηρίου που αφορά τις Άκτιστες Θείες Ενέργειες και αφήνεται να νοείται από τους ημιμαθείς ή αμαθείς ως κάτι «μαγικό» και ως «μαντζούνι»;

Η δεύτερη προσθήκη αφορά τις εκφράσεις «δεν γίνεται αποδεκτή» και «είναι καταδικαστέα»: «…Η οποιαδήποτε υπόνοια για μετάδοση νοσημάτων από την Θεία Ευχαριστία, αλλά και αυτό τον τρόπο της Θείας Μεταλήψεως, θίγει την δογματική Αλήθεια της Εκκλησίας, δεν γίνεται αποδεκτή και είναι καταδικαστέα…».

Τα ερωτήματα:

α) Μπορεί μία Διαρκής Ιερά Σύνοδος, που κυρίως έχει διοικητικό και ποιμαντικό ρόλο, να είναι τόσο απόλυτη όταν οι γνωρίζουν ότι η όραση δεν είναι τόσο καθαρή μέσα στις κατά τόπους ορθόδοξες Εκκλησίες; Δεν κατανοεί (ή κατανοεί και «πετά το γάντι»;) ότι πυροδοτείται κι ένας νέος θεολογικός πόλεμος χωρίς να ξεκαθαρίζεται το που στηρίζεται αυτή η απολυτότητα, ενώ στα προηγούμενα περί «προσωπικού θυσιαστηρίου» ξεκαθαρίζεται;

β) Πως συνάδει με το Μυστήριο του Μυστικού Δείπνου και την αυτοκαταστροφή του Ιούδα Ισκαριώτη, την προσέγγιση του Απ. Παύλου περί ασθενειών και θανάτων στην Ευχαριστιακή κοινότητα ή με το δόγμα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνας);

Ε). Στο σημείο 9) απευθύνεται σε όλους τους πιστούς, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς: «Καλεί όλους να εμπιστεύονται την κρίση και τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου…». Ταυτόχρονα και έμμεσα μας προτρέπει να μη μιλάμε ή να γράφουμε στα ΜΜΕ ή στο διαδίκτυο, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα φόβου, εγκλεισμών και παγκόσμιας «τρομ0οκρατίας»: «Προς τούτο, παρακαλεί όλους να επιδείξουν πνεύμα Συνοδικής εμπιστοσύνης και προς τον σκοπό αυτό δεν επιτρέπει πλέον σε κανέναν απολύτως, Αρχιερέα, Ιερέα, Διάκονο, Μοναχό ή άλλον εργάτη της Εκκλησίας, να προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις ή εμφανίσεις στα μέσα της Γενικής Ενημερώσεως και το Διαδίκτυο και προτρέπει όλους να ησυχάζουν, να ασκούνται στην σιωπή και την εντονότερη προσευχή…».

Το ερώτημα είναι στο «δεν επιτρέπει». Πως δικαιολογείται αυτό; Όταν το διάβασα και ξαναδιάβασα η σκέψη μου πήγε στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο οποίος μέχρι να γίνει ουσιαστικά ο πατέρας της 6ης Οικουμενικής Συνόδου, του κόπηκε από τους εξουσιαστές το «χέρι» και η «γλώσσα». Δεν θα ήθελα ο λογισμός μου να πάει κάπου αλλού, όντως…

Πάτρα, 02.04.2020

Ο Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας είναι καθηγητής φυσικής, πτ. θεολογίας, συνδικαλιστής και συγγραφέας.

Παραπομπές

[1] Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος για το ζήτημα του κορωνοϊού, (9/3/2020): http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=2603&what_sub=d_typou

[2] Έκτακτη συνεδρία της Δ.Ι.Σ., (16/3/2020): http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=2607&what_sub=d_typou

[3] Όλο το κείμενο της ΔΙΣ στις 01.04.2020 εδώ: http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=2612&what_sub=d_typou :

«Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Δ.Ι.Σ. για τον μήνα Απρίλιο
(1/4/2020).

Συνήλθε σήμερα 1η Απριλίου 2020 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) της Εκκλησίας της Ελλάδος της 163ης Συνοδικής Περιόδου, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, η οποία ασχολήθηκε με τα θέματα της ημερησίας διατάξεως, ενώ παράλληλα επανεκτίμησε και συζήτησε εκτενώς τις τελευταίες εξελίξεις ως προς την πορεία διάδοσης του κορωνοϊού.

Η συνεδρίαση έγινε με την μέθοδο της τηλεδιασκέψεως, η οποία πραγματοποιήθηκε με βάση την ασφαλή πλατφόρμα e:Presence.gov.gr του Ελληνικού Δημοσίου, με την συνεργασία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και των τεχνικών της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η Δ.Ι.Σ. συζήτησε εκτενώς επί της παρατάσεως ισχύος της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας έως την 11η Απριλίου 2020 με την προοπτική περαιτέρω τροποποιήσεών της και απεφάσισε ότι:

1) Κατανοεί απόλυτα την αγωνία της Ελληνικής Πολιτείας την κρίσιμη αυτή περίοδο και εκτιμά τον διακριτικό τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τη συγκεκριμένη κρίση έχοντας ως κριτήριο πάντοτε την διαφύλαξη της δημόσιας υγείας.

2) Προτρέπει όλους να τηρούν απαρέγκλιτα τις υποδείξεις των υγειονομικών αρχών και των ειδικών επιστημόνων και να μην παρασύρονται από εκείνους οι οποίοι τους υποδεικνύουν την παρακοή, η οποία στην παρούσα χρονική συγκυρία δεν δικαιολογείται ούτε εν ονόματι της χριστιανικής πίστης. Η πίστη στο Χριστό αποτελεί πρόξενο ζωής και όχι θανάτου.

3) Με υψηλό αίσθημα ευθύνης αποδέχεται τις αυστηρές υποδείξεις που προτείνονται από τις υγειονομικές αρχές και την Ελληνική Πολιτεία για την χρονική περίοδο μέχρι της 11ης Απριλίου 2020 και προτρέπει όλους να παραμένουν στο σπίτι τους.

4) Χαιρετίζει τη δήλωση της Αξιοτίμου Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Νίκης Κεραμέως, της 30ής Μαρτίου 2020 στα Μ.Μ.Ε. Αποτελεί όντως «πηγήν ύδατος ζώντος» στην «λειτουργική ερημία» των Κληρικών μας, η πρόταση λειτουργίας των Ιερών Ναών και των Ιερών Μονών, έστω και «κεκλεισμένων των θυρών», κατά την Εβδομάδα των Παθών και την εορτή της Αναστάσεως του Κυρίου.

5) Επισημαίνει με πολύ πόνο και «αίμα καρδιάς» κυριολεκτικά ότι την προσεχή Μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση του Κυρίου, θα κληθούμε όλα τα μέλη της Εκκλησίας να ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις, απέχοντας από τις ιερές Ακολουθίες, την Θεία Λειτουργία, αλλά και από αυτή την Θεία Κοινωνία. Γι᾿ αυτό το λόγο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος παρακαλεί πατρικά όλους τους πιστούς να μη λησμονούν όσα ο αυθεντικός ερμηνευτής των Γραφών και μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει: «Μπορεί ο άνθρωπος, ο οποίος από ανάγκη δεν πηγαίνει στην Εκκλησία, να κάνει τον εαυτό του Θυσιαστήριο, με το να προσεύχεται». Ο ίδιος ιερός Πατήρ αναφερόμενος στην ανάγκη της κενωτικής αγάπης προς τον πλησίον και μάλιστα προς τον δοκιμαζόμενο, επισημαίνει τα εξής σημαντικά: «Εσύ σέβεσαι το τωρινό Θυσιαστήριο, γιατί δέχεται το Σώμα του Χριστού, αλλά συμπεριφέρεσαι περιφρονητικά σ’ αυτόν που είναι ο ίδιος σώμα του Χριστού και τον βλέπεις με αδιαφορία να χάνεται. Αυτό το θυσιαστήριο μπορείς να το δεις στημένο παντού, και σε στενούς δρόμους και σε αγορές, και μπορείς να τελείς θυσίες πάνω σ’ αυτό κάθε ώρα». (Ομιλία 20 εις Β΄ Κορινθ. ΕΠΕ τόμος 19, σελ. 527-531). Αλλά και ο νέος Όσιος της Εκκλησίας μας Γέρων Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (+27 Φεβρουαρίου 1998) αναφέρει ότι ο χριστιανός, ο οποίος δεν δύναται να προσέλθει στην Θεία Λειτουργία, μπορεί «αυτήν την ώρα να κάνει τον εαυτό του θυσιαστήριο, λέγοντας την προσευχή».

Αυτή είναι η πατρική προτροπή της Ιεράς Συνόδου προς όλους τους αδελφούς μας, μέλη της Εκκλησίας: «Εκτενέστερον προσεύχεσθε» στα σπίτια σας! Κάντε τον εαυτό σας θυσιαστήριο, θυσιάζοντας κενωτικά και αγαπητικά την παρουσία σας στον Ιερό Ναό και την προσέλευσή σας στη Θεία Ευχαριστία για χάρη όλων των αδελφών σας, οι οποίοι αποτελούν έμψυχα θυσιαστήρια Θεού. Και να είσθε βέβαιοι ότι οι Ιερείς θα λειτουργούμε λιτά, χωρίς μεγάφωνα και πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, έστω «κεκλεισμένων των θυρών», όσο και αν αυτό μας είναι δύσκολο και στενάχωρο, υπέρ «της του κόσμου ζωής και σωτηρίας», των «εν ασθενείαις κατακειμένων», των Ιατρών και Νοσηλευτών και όλων των εθελοντών, οι οποίοι με πνεύμα αυτοθυσίας δίνουν τον εαυτό τους για να προστατεύσουν την ζωή των πολλών και την δημόσια υγεία. Ευχόμαστε και προσευχόμαστε, ο κίνδυνος να περάσει σύντομα, ώστε όλοι μαζί (Κλήρος και λαός) να αξιωθούμε να εορτάσουμε την Λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας με πανηγυρική Αναστάσιμη Παννυχίδα, κατά την Απόδοση της Μεγάλης Εορτής του Πάσχα, δηλαδή κατά το μεσονύκτιο μεταξύ Τρίτης 26 προς Τετάρτη 27 Μαΐου 2020.

6) Αυτή η πρόσκαιρη παραμονή των χριστιανών στην κατ᾿ οίκον προσευχή και την κατ᾿ οίκον Εκκλησία, δεν υπονοεί καμία αμφιβολία ή πολύ περισσότερο δεν σημαίνει αμφισβήτηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Γι᾿ αυτό και η Ιερά Σύνοδος επαναλαμβάνει εκείνο που από την αρχή της παρούσης κρίσεως διεκήρυξε στο από 9.3.2020 Ανακοινωθέν Αυτής, ότι «η προσέλευση στην Θεία Ευχαριστία και η κοινωνία από το Κοινό Ποτήριο της Ζωής, ασφαλώς και δεν μπορεί να γίνει αιτία μετάδοσης ασθενειών… Όσοι προσέρχονται «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης» και απολύτως ελεύθερα χωρίς κανένα δυναστικό καταναγκασμό, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που γίνεται «φάρμακο αθανασίας», «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Η οποιαδήποτε υπόνοια για μετάδοση νοσημάτων από την Θεία Ευχαριστία, αλλά και αυτό τον τρόπο της Θείας Μεταλήψεως, θίγει την δογματική Αλήθεια της Εκκλησίας, δεν γίνεται αποδεκτή και είναι καταδικαστέα.

7) Η Ιερά Σύνοδος συζήτησε εκτενώς και το θέμα της προσφοράς βοηθείας προς τους πάσχοντες και προς τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα της Χώρας και σε κεντρικό επίπεδο, διότι αυτή ήδη πραγματοποιείται και από την Ιερά Αρχιεπισκοπή και όλες τις Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στο πλαίσιο αυτό: α) σαν πρώτη έμπρακτη εκδήλωση αυτής της συμπαράστασης η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε, η Εκκλησία της Ελλάδος να προσφέρει άμεσα το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ αναθέτει στην Διοικούσα Επιτροπή της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) την ευθύνη να έλθει σε επικοινωνία με τους υπευθύνους Δημοσίους Φορείς Παροχής Υγείας, προκειμένου η Εκκλησία της Ελλάδος να ενισχύσει περαιτέρω αυτόν τον τομέα, β) ήδη ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος έδωσε εντολή στις Δομές και τα Ιδρύματα της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο, Οργάνωση «Αποστολή» κ.λπ.) να συνεργασθούν με τις αρμόδιες Αρχές της Πολιτείας και σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων αποφασίσθη η συνέχιση της παροχής των συσσιτίων προς τους πάσχοντες. Το αυτό πράττουν και οι Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος οι οποίες προτρέπονται και σε περαιτέρω συνεργασία με τις αρμόδιες Αρχές, γ) όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα από την πλειονότητα των Αρχιερέων και Ιερέων, οι οποίοι προσφέρουν από τον μισθό τους για χάρη των εχόντων ανάγκη, έτσι και στην παρούσα κατάσταση τα Μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου έλαβαν την απόφαση της καταθέσεως ενός μισθού προς τον Ειδικό Λογαριασμό Αντιμετωπίσεως Κορωνοϊού και προτρέπουν και τους υπολοίπους Αρχιερείς να πράξουν το ίδιο για τις ανάγκες του Εθνικού Συστήματος Υγείας, δ) η Ιερά Σύνοδος δηλώνει ότι, όπως όλα τα προηγούμενα χρόνια της οικονομικής κρίσεως βρέθηκε παρούσα στις ανάγκες του λαού και διεφύλαξε την ενότητα των ανθρώπων, έτσι και σήμερα παραμένει παρούσα, ενώ συντονίζει και την παρουσία και προσφορά Της και κατά την «επόμενη ημέρα» που η πανδημία θα λήξει και οι ανάγκες των ανθρώπων θα γιγαντωθούν.

8) Η Ιερά Σύνοδος ενημερωθείσα για την προσφορά ποσού 50.000 ευρώ από το Οικουμενικό Πατριαρχείο προς την Ελληνική Κυβέρνηση ως συμβολή στον διεξαγόμενο αγώνα για την καταπολέμηση του κορωνοϊού, ευχαριστεί δημοσίως τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο γι’ αυτή την ένδειξη συναντίληψης προς τον ελληνικό λαό.

9) Καλεί όλους να εμπιστεύονται την κρίση και τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, η Οποία με ποιμαντική ευθύνη και ευθυκρισία κατανοεί την αγωνία του Ιερού Κλήρου και του πιστού Λαού αλλά και συγχρόνως εκτιμά, σύμφωνα προς τις υποδείξεις των ειδικών επιστημόνων, πότε οι συνθήκες είναι προς ωφέλεια της δημόσιας υγείας και όλων των πολιτών της Πατρίδος μας. Αυτό επιτάσσει άλλωστε και ο θυσιαστικός χαρακτήρας της Εκκλησίας. Προς τούτο, παρακαλεί όλους να επιδείξουν πνεύμα Συνοδικής εμπιστοσύνης και προς τον σκοπό αυτό δεν επιτρέπει πλέον σε κανέναν απολύτως, Αρχιερέα, Ιερέα, Διάκονο, Μοναχό ή άλλον εργάτη της Εκκλησίας, να προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις ή εμφανίσεις στα μέσα της Γενικής Ενημερώσεως και το Διαδίκτυο και προτρέπει όλους να ησυχάζουν, να ασκούνται στην σιωπή και την εντονότερη προσευχή. Οι Αρχιερείς δύνανται να επικοινωνούν μετά της Ιεράς Συνόδου και οι Ιερείς με τους Επισκόπους τους για κάθε ζήτημα. Η Ιερά Σύνοδος επίσης ορίζει τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, ο οποίος κατά τα τελευταία έτη είναι εκπρόσωπος Τύπου των συνελεύσεων της Ιεραρχίας, ως το μόνο υπεύθυνο πρόσωπο προς το οποίο θα απευθύνονται τα Μέσα της Ενημερώσεως για να λαμβάνουν απαντήσεις επί εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Τέλος, η Ιερά Σύνοδος διακηρύσσει ότι όλοι δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η εορτή της Αναστάσεως του Κυρίου αποτελεί την «απαρχή» μιας στάσης ελπιδοφόρου αναμονής και προσδοκίας «άλλης βιοτής, της αιωνίου», με σκοπό την τελική επικράτηση της ζωής και την οριστική κατάργηση του θανάτου.

Εκ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος
».

Είναι αυτό μια πρόβα νυφικού για την κλιματική αλλαγή;

Είναι αυτό μια πρόβα νυφικού για την κλιματική αλλαγή;

Του Bruno Latour (Μπρούνο Λατούρ)*

Η απρόβλεπτη σύμπτωση μεταξύ ενός γενικού περιορισμού και της περιόδου της Σαρακοστής είναι ακόμα κάπως ευπρόσδεκτη για εκείνους που έχουν κληθεί για λόγους αλληλεγγύης να μην κάνουν τίποτα και να παραμείνουν σε απόσταση από το μέτωπο της μάχης. Αυτή η υποχρεωτική νηστεία, αυτό το κοσμικό και ρεπουμλπικανικό Ραμαζάνι μπορεί να είναι μια καλή ευκαιρία για να αναλογιστούν τι είναι σημαντικό και τι είναι κοροϊδία…

Είναι σαν να μπορούσε η παρέμβαση του ιού να αποτελέσει μία πρόβα νυφικού για την επόμενη κρίση, εκείνη στην οποία ο αναπροσανατολισμός των συνθηκών διαβίωσης θα αποτελέσει πρόκληση για όλους μας, όπως και όλες οι λεπτομέρειες της καθημερινής ύπαρξης που θα πρέπει να μάθουμε να οργανώνουμε προσεκτικά. Κάνω την υπόθεση, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η κρίση της υγείας μάς προετοιμάζει, μας προκαλεί, μας υποκινεί να προετοιμαστούμε για την αλλαγή του κλίματος. Αυτή η υπόθεση δεν έχει ακόμη ελεγχθεί.

Αυτό που επιτρέπει στις δύο κρίσεις να εμφανιστούν διαδοχικά είναι η ξαφνική και οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι ο κλασικός ορισμός της κοινωνίας -οι άνθρωποι μεταξύ τους- δεν έχει νόημα. Η κατάσταση της κοινωνίας εξαρτάται κάθε στιγμή από τις σχέσεις μεταξύ πολλών παραγόντων, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν έχουν ανθρώπινες μορφές. Αυτό ισχύει για τα μικρόβια -όπως γνωρίζουμε από τον Pasteur- αλλά και για το διαδίκτυο, τον νόμο, την οργάνωση των νοσοκομείων, την υλικοτεχνική υποστήριξη του κράτους, καθώς και το κλίμα. Και, φυσικά, παρά τον θόρυβο που περιβάλλει μια «κατάσταση πολέμου» κατά του ιού, αυτός είναι ένας μόνο σύνδεσμος σε μια αλυσίδα όπου η διαχείριση αποθεμάτων μασκών ή τεστ, η ρύθμιση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, οι πολιτικές συνήθειες, οι χειρονομίες αλληλεγγύης, μετρούν ακριβώς το ίδιο στον καθορισμό του βαθμού λοιμογόνου δράσης του μολυσματικού παράγοντα.

Κλειστά σχολεία: τα μαθήματα του ιού (και κάποιες ιδέες για τους γονείς)

Κλειστά σχολεία: τα μαθήματα του ιού (και κάποιες ιδέες για τους γονείς)

Του Philippe Meirieu*

Ο Φιλίπ Μεριέ είναι διαπρεπής γάλλος παιδαγωγός, καθηγητής των Επιστημών της αγωγής στο Πανεπιστήμιο Lumière της Λυών. Χαίρει μεγάλης εκτίμησης στο διεθνή χώρο και η προσωπική του ιστοσελίδα https://www.meirieu.com είναι ένας πραγματικός θησαυρός για τους/τις εκπαιδευτικούς που γνωρίζουν γαλλικά. Η παιδαγωγική ομάδα «το Σκασιαρχείο» έχει την τιμή να συνεργάζεται μαζί του: έχει μεταφράσει κείμενά του και έχει υποτιτλίσει (σε συνεργασία με το Φεστιβάλ κινηματογράφου Ολυμπίας)  4 εξαιρετικές παιδαγωγικές ταινίες μικρού μήκους («Σελεστέν Φρενέ», «Φερνάν Ουρί», «Γιάνους Κόρτσακ», «Αντόν Μακαρένκο») που αξιοποιήθηκαν πολλαπλά. Το (πολύ πρόσφατο) κείμενό του που ακολουθεί  δημοσιεύεται στα ελληνικά με την άδεια του. Γράφτηκε για τη Γαλλία αλλά διατηρεί την αξία του και για τη δική μας πραγματικότητα. Απευθύνεται στους γονείς, τώρα που τα σχολεία δεν λειτουργούν και τα παιδιά βρίσκονται κλεισμένα στα σπίτια τους. Με αφορμή τη σημερινή έκτακτη κατάσταση αναπτύσσει έναν καίριο παιδαγωγικό προβληματισμό και προτείνει ορισμένες γενικές κατευθύνσεις για τη δουλειά στο σπίτι, χρήσιμες για εκπαιδευτικούς και γονείς.

Χ.Π.

******

«Το κλείσιμο των σχολείων και των πανεπιστημίων για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα επιβάλλεται για λόγους δημόσιας υγείας. Το Υπουργείο Παιδείας λέει ότι είχε προνοήσει γι’ αυτή την κατάσταση, αλλά τα προβλήματα είναι σίγουρα πολλά. Οι εκπαιδευτικοί της Β΄/βαθμιας εκπαίδευσης κλήθηκαν να οργανώσουν όσο γίνεται καλύτερα με τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία τα μαθήματα εξ αποστάσεως και την παρακολούθηση των μαθητών/μαθητριών τους.

Τα  πράγματα θα είναι πιο μπερδεμένα για το δημοτικό ενώ για το νηπιαγωγείο φαίνεται πολύ δύσκολο να εξασφαλιστεί με τη βοήθεια των ψηφιακών μέσων  η «παιδαγωγική συνέχεια» για την οποία μας μιλούν…

Εκπαίδευση και εκπαιδευτικοί εκτός του φυσικού τους χώρου

Εκπαίδευση και εκπαιδευτικοί εκτός του φυσικού τους χώρου

Του Χαράλαμπου Κωνσταντίνου*

Αρχικά ξεκινάμε από την αδιαμφισβήτητη παραδοχή ότι η εκπαίδευση πραγματοποιείται στον χώρο του εκπαιδευτηρίου, δηλαδή στο σχολείο. Με την έννοια αυτή, το σχολείο είναι ο αδιαμφισβήτητος φυσικός χώρος διεξαγωγής της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι το σχολείο συνιστά τον παιδαγωγικό και κοινωνικό θεσμό, ο οποίος διαθέτει τις δομές και υποδομές, που δίνουν τη δυνατότητα να διεξαχθεί με φυσικό και κατάλληλο τρόπο η σύνθετη και πολύπτυχη διαδικασία της εκπαίδευσης. Το πρόσωπό που καλείται να αναλάβει και να διεκπεραιώσει τη διαδικασία αυτή είναι ο εκπαιδευτικός, ο οποίος εκπαιδεύεται και προετοιμάζεται για τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, η θεωρητική και πρακτική του εκπαιδευτική κατάρτιση και προετοιμασία γίνονται με την προοπτική η εκπαιδευτική διαδικασία να εφαρμοστεί στον φυσικό χώρο της, δηλαδή στο σχολείο. Επομένως, η «κλήση» του εκπαιδευτικού από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας να επιτελέσει το εκπαιδευτικό του καθήκον εκτός του προβλεπόμενου, θεσμικά και παιδαγωγικά, φυσικού του χώρου, τον βρίσκει, εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά και με βάση τον ρόλο του, ουσιαστικά απροετοίμαστο. Του ζητάμε, λοιπόν,  να υλοποιήσει έργο, για το οποίο θεσμικά και σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα δεν προβλέπεται σε τέτοιο επίπεδο. Το γεγονός αυτό από μόνο του αφοπλίζει αφενός κάθε επιχείρημα για να επιτύχει σε αυτό που καλείται να υλοποιήσει και αφετέρου προδιαγράφει και την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

Η Εκκλησία άνευ της Ευχαριστίας δεν είναι πλέον Εκκλησία

Η Εκκλησία άνευ της Ευχαριστίας δεν είναι πλέον Εκκλησία

Συνέντευξη του Μητροπ. Περγάμου Ιωάννη – Μετάφραση από τα αγγλικά: Παναγιώτης Γ. Παύλος

Μια (τηλεφωνική) συνομιλία με τον Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα* (23 Μαρτίου 2020)

Σεβασμιώτατε, θα θέλαμε να ακούσουμε τις απόψεις σας για την τρέχουσα κατάσταση, καθώς η θεολογία σας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις παρούσες περιστάσεις.

Η θεολογία μου, δυστυχώς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Στην Ελλάδα έχουν ήδη κλείσει τις εκκλησίες και η Θεία Λειτουργία δεν τελείται. Τελείται στην Σερβία;

Λαμβάνοντας υπ όψιν την απόφαση της κυβέρνησης να περιορίζεται ο αριθμός των ανθρώπων σε κάθε ορισμένο τόπο, καθώς επίσης και το ζήτημα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας και της διατήρησης αποστάσεων, η πιο πρόσφατη απόφαση του Πατριάρχη Ειρηναίου είναι οι ακολουθίες να τελούνται στους ναούς, αλλά όχι με περισσότερους από πέντε ανθρώπους.

Αυτό είναι αποδεκτό.

Στην Αμερική αποφασίστηκε ότι ο ιερέας, ο ψάλτης και ο βοηθός στο ιερό, να είναι παρόντες, προκειμένου να τελείται η Θεία Λειτουργία, ούτως ώστε να μπορούν να υπάρχουν τα άγια μυστήρια, για να μεταλαμβάνει ο κόσμος. Τί σκέπτεστε επ αυτού;

Κατ᾽ εμέ, η Εκκλησία άνευ της Θείας Ευχαριστίας δεν είναι πλέον Εκκλησία. Από την άλλη μεριά, ο κίνδυνος μετάδοσης αυτού του ιού στους άλλους μας επιβάλλει την ανάγκη να κάνουμε οτιδήποτε είναι απαραίτητο, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει το κλείσιμο της Εκκλησίας. Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει λάβει δραστικά μέτρα εξαιτίας του πολύ σημαντικού εν εξελίξει ζητήματος.

Πολλοί έχουν θέσει το ερώτημα: Τί λέει ο Ιωάννης Ζηζιούλας; Καθώς ο καθένας γνωρίζει ότι είχατε κάποτε πει ότι εντός της Ορθοδοξίας δεν υφίσταται ῾῾ιδιωτική᾽᾽Λειτουργία.

Η Λειτουργία υπό τις παρούσες συνθήκες θα τελείται για να ζήσει ο κόσμος. Ο ιερέας θα την τελέσει προκειμένου να επιτραπεί στους ανθρώπους να λάβουν την Θεία Κοινωνία. Ας μην λησμονούμε, η Λειτουργία τελείται ῾῾ὑπὲρ τῶν δι᾽ εὐλόγους αἰτίας ἀποληφθέντων᾽᾽.

COVID-19: Το τέρας προ των πυλών

COVID-19: Το τέρας προ των πυλών

Του Mike Davis* Μετάφραση: Άλκηστη Πρέπη και Κώστας Γούσης

Ο COVID-19 είναι τελικά το τέρας προ των πυλών. Οι ερευνητές δουλεύουν νυχθημερόν για να κατανοήσουν την επιδημία αλλά έρχονται αντιμέτωποι με τρεις τεράστιες προκλήσεις.

Πρώτον, η συνεχής έλλειψη ή μη διαθεσιμότητα των κιτ για ιατρικές εξετάσεις σβήνει κάθε ελπίδα περιορισμού της εξάπλωσης του ιού. Επιπλέον, εμποδίζει την ακριβή εκτίμηση βασικών παραμέτρων, όπως το ρυθμό αναπαραγωγής του, το μέγεθος του μολυνσμένου πληθυσμού και τον αριθμό των “ορφανών” περιστατικών. Το αποτέλεσμα είναι μια χαοτική παράθεση αριθμών.

Ωστόσο, ορισμένες χώρες εμφανίζουν πιο αξιόπιστα στοιχεία [από τις ΗΠΑ] σχετικά με τις επιπτώσεις του ιού σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού. Και είναι πολύ τρομακτικά. Η Ιταλία, για παράδειγμα, αναφέρει το φρικτό ποσοστό θνητότητας του 23% στις ηλικίες άνω των 65. Στη Βρετανία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει τώρα στο 18%. Η “γρίπη Κορώνα” (“corona flu”) την οποία ο Τραμπ ξορκίζει αποτελεί έναν άνευ προηγουμένου κίνδυνο για τον ηλικιωμένο πληθυσμό, με δυνητικό αριθμό θανάτων που να αγγίζει τα εκατομμύρια.

Δεύτερον, όπως και οι ετήσιες εποχιακές γρίπες, ο ιός μεταλλάσσεται όσο ταξιδεύει σε πληθυσμούς με διαφορετική ηλικιακή σύνθεση και επίπεδο ανοσίας. Η μορφή [του ιού] από την οποία οι Αμερικανοί πιθανόν να νοσήσουν είναι ήδη ελαφρώς διαφορετική από αυτή της αρχικής επιδημίας στο Γιουχάν. Η περαιτέρω μετάλλαξη μπορεί να είναι ασήμαντη αλλά μπορεί και να τροποποιήσει την διασπορά της επικινδυνότητας που προς το παρόν αυξάνεται με την ηλικία, με τα βρέφη και μικρά παιδιά να εμφανίζουν μικρό ρίσκο σοβαρής λοίμωξης ενώ οι άνω των ογδόντα αντιμετωπίζουν θανάσιμο κίνδυνο από ιογενή πνευμονία.