Αναμνήσεις από το τελευταίο Δημοτικό σχολείο της Κέρτεζης

Αναμνήσεις από το τελευταίο Δημοτικό σχολείο της Κέρτεζης

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα*

Ι. Εισαγωγικά: Τα σχολεία της Κέρτεζης από τον 18ο αι.

Το τέταρτο γνωστό σχολείο της Κέρτεζης και 3ο «δημοτικό» χτίστηκε πριν την γερμανική Κατοχή και λειτούργησε μετά τον εμφύλιο στην θέση «Αη Θανάσης», στ’ ανατολικά του σύγχρονου οικισμού. Μικρότερο πλέον ποσοστό ζώντων κερτεζιτών, ντόπιων και ξενιτεμένων, δεν φοίτησαν σ’ αυτό. Οι λίγοι αυτοί υπερήλικες φοίτησαν στο σχολείο που δώρησε ο πρώην δήμαρχος Γεώργιος Στριφτόμπολας το 1876 επί δημαρχίας Χρήστου Σκαμβούγερα, γιος του δάσκαλου και εθνομάρτυρα Αναγνώστη–Δημήτριου Στριφτόμπολα. Το κοινοτικό/δημοτικό αυτό κτήριο σώζεται όρθιο, μα πληγωμένο κι ορφανό στην κεντρική αγορά…

Πριν την ανολοκλήρωτη εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821 το πρώτο σχολείο ήταν στα «Τσιρικέϊκα» στο κέντρο,  βόρεια του πάρκιγκ και του παραπόταμου Λίθου. Εκεί φοίτησε ο ξακουστός μοναχός και δάσκαλος Δοσίθεος (Δήμος) Τσιβίλης, και κατόπιν ο Δημήτρης Στριφτόμπολας στα τέλη του 18ου αι..

Κάμποσα χρόνια, από τις αρχές του 1900 στην οικία Στριφτόμπολα και τη δεκαετία 1920 έως 1930 περίπου λειτούργησε και Σχολαρχείο απέναντι από το πρώην καφενείο του Δημητράκη Μιχ. Ανδριόπουλου / «Κρισαρά»  και δυτικά στην τωρινή μακρόστενη οικία «Μάρκου» στο κέντρο της αγοράς. Το κτήριο αυτό αγοράστηκε από το «Δημητράκη»  σε δημοπρασία που έβγαλε η αρμόδια τοπική αρχή. Μάζευε μαθητές και από τα γύρω χωριά, μιας και η Κέρτεζη πριν τη λειτουργία αυτοκινητόδρομων ήταν σημείο συγκέντρωσης αρχαίων δρόμων που την ένωναν με τα γύρω χωριά μέσω των διάσελων που διαθέτει και του ανατολικού κάμπου της.

Το 1944 και για ένα έτος μεταφέρθηκε στην Κέρτεζη και το Γυμνάσιο Καλαβρύτων μετά το ολοκαύτωμα από τους ναζιστές φασίστες στις 13.12.1943. Μετά την δίκαιη πολιτική απόφαση να ξανακτιστούν τα Καλάβρυτα και να παραμείνουν πρωτεύουσα της επαρχίας επέστρεψε εκεί και το Γυμνάσιο.

ΙΙ. Το σχολείο ως εστιατόριο και λουτρό

Κατανοούμε λοιπόν ότι διαχρονικά το παιδευτικό κέντρο της Κέρτεζης ήταν το Δημοτικό της σχολείο, που μετά την Κατοχή βρέθηκε στο πανέμορφο και τώρα διατηρητέο πέτρινο κτήριο στον Αη Θανάση. Άρχισε να κτίζεται το 1937. Η ενεργής σχέση μου μ’ αυτό δεν ξεκίνησε στην 1η δημοτικού, αλλά ένα χρόνο νωρίτερα, δηλαδή το 1960. Όχι φυσικά γιατί φοίτησα σε νηπιαγωγείο που δεν υφίστατο, αλλά για λόγους επιβίωσης. Ήδη πριν το 1960 είχε ξεκινήσει η «αμερικανική βοήθεια» στην μεταπολεμική και μετεμφυλιωτική Ελλάδα. Τα σχολεία αποτελούσαν ένα στοχευμένο τόπο.

Πριν αρχίσει το μάθημα οι μαθητές γέμιζαν τις συνήθως μεταλλικές κούπες τους με γάλα ζεστό από σκόνη. Το έβραζαν σε μεγάλα καζάνια  στο παράπηγμα-μαγειρείο που ακόμα σώζεται στα βορειοδυτικά του οικοπέδου του. Εμείς τα γειτονόπουλα που ζούσαμε τη νηπιακή ζωή δεν είχαμε καμία ντροπή να περιμένουμε τελευταία και να γεμίζουμε κάθε πρωί την κούπα μας με γάλα ζεστό! Έτσι μάθαμε πρώτα το σχολείο ως χώρο δωρεάν πρωινής εστίασης και όχι ως δωρεάν προσφοράς γνώσης.

Εξάλλου την ίδια περίοδο οι δυό «διορισμένες» μαγείρισσες του σχολείου, η γειτόνισσα κυρά «Ρίτσα» (Βαρβάρα, 2η σύζυγος του Σπήλιου Κόντη) και η κυρά Παναγουλα (σύζυγος Παναγιώτη Γ. Σακελλαροπουλου) έφτιαχναν και μεσημεριανό φαγητό για τους μαθητές όμως. Αργότερα στη θέση της Ρίτσας τοποθετήθηκε η κυρά Βούλα (σύζυγος Κωνσταντίνου Π. Κοντη). Εμείς οι νήπιοι τα γευτήκαμε από την επόμενη χρονιά (1961-1962). Από τα φαγητά θυμάμαι καλά το ζεστό πλιγούρι, τη λευκή μακαρονάδα, το ρύζι και το (αμερικάνικο) κίτρινο τυρί.

Απέναντι από τη δυτική είσοδο και κοντά στην ρέουσα βρύση με νερό Κεφαλοβρύσου με δωρεά του Αθανασίου Σωτ. Κούρτη κτίστηκαν το 1959  και λειτουργούσαν και τα μαθητικά λουτρά. Βρίσκονται ακόμα εκεί, τραυματισμένα όμως από την εγκατάλειψη. Κάθε Σάββατο (έξι ημέρες διδασκαλίας τότε) και μετά το μάθημα κάναμε το ομαδικό μπανιερό μας κατά φύλο! Το νερό ζέσταινε με καυσόξυλα από ιδιόμορφο λέβητα που είχε κατάλληλα προσαρμοστεί. Φέρναμε μαζί μας οι περισσότεροι και τις «αλαξιές» μας και ήμασταν πλυμένοι και φαγωμένοι το Σαββατόβραδο. Μη ξεχνάμε ότι το νερό στα σπίτια έκανε αρκετά χρόνια ακόμη για να φτάσει, ούτε οι κατάλληλες υποδομές υπήρχαν, πλην της «σκάφης» που μπαίναμε μέσα και του «τέντζερη» που ζέσταινε το νερό στο τζάκι…

Αξίζει να συμπληρώσουμε το σκηνικό αυτό και με τα βοηθητικά σχολικά αποχωρητήρια. Αυτά είχαν κτιστεί πριν απ’ όλα τα βοηθητικά κτήρια στη σειρά και ενωμένα (5-6 αν θυμάμαι καλά). Αργότερα βρέθηκαν ανάμεσα στα μαγειρεία και τα λουτρά, ακριβώς απέναντι από τη δυτική είσοδο. Το σύστημα ήταν «τούρκικο», δηλαδή ανοικτά, οπότε οι ευωδιές ήταν οικείες. Επειδή το σχολείο ήταν μικτό, είχαν χωριστεί σε αγοριών –κοριτσιών. Νομίζω ότι υπήρχε κι ένα στην άκρη για τους τρεις δασκάλους / δασκάλες. Έβρεχε, χιόνιζε ή με κάθε καιρό έπρεπε να περάσουμε προς τα ‘κεί συνήθως τρέχοντας…

ΙΙΙ. Η διαμόρφωση του κεντρικού κτηρίου και οι χρήσεις του

Το κτήριο είναι διόροφο. Κτίστηκε σε προσήλιο και με θέα το μεγάλο καστανόδασος. Όπως το βλέπουμε από τον κεντρικό δρόμο  είναι διακριτές οι τέσσερις τεράστιες αίθουσες με προσανατολισμό ορθό προς το νότο. Ο πλατύς διάδρομος κάθε ορόφου ήταν στα βόρεια. Βορειοδυτικά στο ισόγειό του ανέβαινε η πλατιά τσιμεντένια σκάλα με ενδιάμεσο κεφαλόσκαλο. Από εκεί ανέβαιναν οι μεγαλύτεροι μαθητές και οι δάσκαλοι για το γραφείο στα βορειοανατολικά του ορόφου. Υπήρχε και δεύτερη είσοδος στα ανατολικά του ισογείου με σχετικά ημιϋπαίθριο χώρο στην πόρτα.

Την εποχή που ήμουν μαθητής περνούσαμε τους εκατόν τριάντα, αγόρια και κορίτσια των έξι τάξεων. Και επειδή τότε ήταν τριθέσιο, οι μαθητές είχαμε ανά δύο τάξεις την ίδια αίθουσα διδασκαλίας. Η Πρώτη μαζί με τη Δευτέρα είχαμε σταθερά την ισόγεια νοτιοανατολική αίθουσα, ώστε και τις σκάλες να μην ανεβαίνουμε και η έξοδος για τα αποχωρητήρια να είναι εύκολη.  Η Τρίτη και η Τετάρτη ανεβαίναμε στον όροφο και μπαίναμε πάντα στην νοτιοδυτική μεγάλη αίθουσα. Η Πέμπτη και η Έκτη κατείχαν την νοτιοανατολική (ορόφου). Κάναμε πάντα συνδιδασκαλία στα δευτερεύοντα μαθήματα (Γεωγραφία, Ιστορία, Ζωολογία-Φυτολογία, Γυμναστική, κλπ). Μαθηματικά και Γλώσσα γινόταν εναλλάξ. Ενθυμούμαι ότι την εποχή που ήμουν μαθητής η 4η αίθουσα του ισογείου στα νοτιοδυτικά του κτηρίου λειτουργούσε ως τραπεζαρία για πολλά χρόνια.

Οι δύο αίθουσες του ορόφου κλείνονταν με την μέθοδο της εποχή εκείνης, δηλαδή με πολύφυλλες αναδιπλούμενες διπλές ξύλινες πόρτες. Ο κενός χώρος ανάμεσά τους, περί το μισό μέτρο πλάτος, ήταν δυνατόν να λειτουργήσει και ως αποθήκη. Όταν το σχολείο έκανε θεατρικές παραστάσεις ή γιορτές, οι διπλές αυτές πόρτες άνοιγαν και ενιαιοπείτο ο χώρος. Στ’ ανατολικά τοποθετείτο πάντα η σκηνή σε ύψος μισού μέτρου περίπου. Δεξιά, αριστερά και πίσω της υπήρχε διάδρομος για την κίνηση των θεατρίνων μαθητών και του υπεύθυνου δασκάλου. Οι επισκέπτες γονείς, συγγενείς, φίλοι, περίεργοι και οι μαθητές που δεν συμμετείχαν είχαν καρέκλες σ’ όλο τον υπόλοιπο χώρο. Συχνά ήταν τόσοι πολλοί που κάμποσοι έμεναν στον διάδρομο!

Το προαύλιο για πολλά χρόνια είχε εξ αρχής μιά διαμόρφωση σε δύο πλάγια (όχι οριζόντια) επίπεδα! Τότε δεν υπήρχαν μπουλντόζες και η δύσκολη διαμόρφωση γινόταν χειρωνακτικά με κασμάδες, λοστούς, ξινάρια και φτυάρια. Το νότιο ήταν το κυρίως προαύλιο για τα διαλείμματα. Στα δυτικά προς του «Σαρδούνη το λαγκάδι» είχαν στηθεί δύο μονόζυγα με σιδερένιους σωλήνες κατακόρυφους και οριζόντιους σε διαφορετικό ύψος. Κάτω το χώμα ήταν τελείως αδιαμόρφωτο κι αλίμονο σε όποιο παιδί κατάφερνε να πέσει. Κατά το τέλος της δεκαετίας του 1980 που έγινε η σημερινή διαμόρφωση του προαυλίου στη θέση των μονόζυγων έχει στηθεί το δυτικό ταμπλό καλαθόσφαιρας του χώρου.

Στο πάνω επίπεδο υπήρχε νότια του κτηρίου και κατά μήκος του με πλάτος περί τα τρία μέτρα διαμορφωμένος ανθόκηπος με μικρούς κάθετους διαδρόμους. Λειτουργούσε και για ομορφιά, αλλά και για την Φυτολογία. Στο κάτω μέρος το τσιμεντένιο  πάνω μέρος, πλάτους περί τους εξήντα πόντους, της πέτρινης μάντρας αντιστήριξης,  λειτουργούσε και ως στενός μακρόστενος διάδρομος του κήπου. Στα διαλείμματα απαγορευόταν η διέλευσή του για λόγους ασφαλείας.

Πίσω (βόρεια) του κτηρίου υπήρχε άλλος αρκετά πλατύς χωμάτινος διάδρομος που ένωνε και τις δύο εισόδους. Σε ύψος περί τα δύο μέτρα συνέχιζαν να καλλιεργούνται βόρεια του σχολείου τ’ αμπέλια που γλύτωσαν από την απαλλοτρίωση, αλλά η πρόσβαση σ’ αυτά ήταν αρκετά δύσκολη για τους μικρότερους μαθητές και τις δασκάλες…

Το σχετικά μεγάλο προαύλιο συνόρευε δυτικά με του «Σαρδούνη το λαγκάδι», που τότε ήταν άσκεπο και επικίνδυνο. Ανατολικά συνόρευε με ιδιωτική ιδιοκτησία και όταν κατοικείτο το εκεί σπιτάκι, οι ένοικοι υπέφεραν από τους παιδικούς αλαλαγμούς, τους τσακωμούς και τις… μπάλες. Νότια συνόρευε με τον κεντρικό δημόσιο δρόμο, που βρισκόταν χαμηλότερα περί τα δύο μέτρα. Επειδή η κίνηση την εποχή εκείνη των αυτοκινήτων δεν ήταν συχνή, παρά μόνο από οικόσιτα ζώα, κυρίως μεταφοράς, η είσοδος στο προαύλιο γινόταν απ’ αυτόν, τρία με τέσσερα μέτρα ανατολικότερα της νοτιοδυτικής γωνίας με πλατιά είσοδο και κάμποσα σκαλιά. Τέλη της δεκαετίας του 1980 η είσοδος αυτή κλείστηκε ως επικίνδυνη, ενώ μαζί χώθηκαν και τα ιστορικά σκαλιά της. Παράλληλα ανοίχτηκε άλλη με τσιμεντένια γέφυρα στο διπλανό δυτικό λαγκάδι, όπου πλέον είναι δυνατή και η είσοδος αυτοκινήτου.

VI. «Μαθήματα» και μαθήματα στην εποχή μου

Όταν βρέθηκα το 1961 στην πρώτη δημοτικού συνάντησα μια μεγάλη ομάδα συμμαθητών μου, αγοριών και κοριτσιών. Σίγουρα περνούσαμε την εικοσάδα εκεί στην ανατολική αίθουσα του ισογείου. Δίπλα μας ήταν η Δευτέρα με κάμποσους συμμαθητές μου και συμμαθήτριες γνωστούς μου από την ευρύτερη γειτονιά μας. Δασκάλα μας ήταν η (+) κυρά Μαρία (Κουφού) από τα Κρινόφυτα Καλαβρύτων, που αργότερα παντρεύτηκε τον κερτεζίτη (+) Ιωάννη Κ. Οικονόμου. Θυμάμαι ότι τρεις μαθητές, δύο αγόρια και ένα κορίτσι βγάλαμε την τάξη με «10»!

Στην επόμενη τάξη είχαμε δασκάλα την (+) κυρά Νίνα. Τώρα είχαμε απέναντί μας τα πρωτάκια, ένα χρόνο μικρότερα από μας και κάποιους που είχαν μείνει «στην ίδια τάξη» αντί της ενισχυτικής διδασκαλίας που κάποιες φορές γίνεται στην εποχή μας. Την δασκάλα αυτή δεν την ξαναείχαμε, αφού βρήκαμε την «κυρά Μαρία» στην Τρίτη και Τετάρτη τάξη την επόμενη και μεθεπόμενη χρονιά. Όταν πήγαμε στην άλλη αίθουσα του ορόφου «πήραμε» λοιπόν μαζί μας και την «κυρά Μαρία» για τις επόμενες δύο τάξεις. Η δασκάλα αυτή σημάδεψε την τάξη μου κι εμένα προσωπικά. Η μετέπειτα εκτίμησή μου είναι ότι είχε μιά μεγάλη μεταδοτικότητα στα μαθηματικά, πράγμα που με βοήθησε να χαίρομαι αργότερα τις θετικές επιστήμες. Γενικά ήταν ήπια, αλλά δεν κατάφερε να ξεπεράσει πλήρως τις μεθόδους της βίας, δηλαδή του ξυλοδαρμού που είχαν εν τω μεταξύ τυπικά καταργηθεί.

Προσωπικά τις είχα «φάει» μόνο μία φορά με βέργα κυδωνιάς, που μάλιστα είχα φέρει ο ίδιος στο σχολείο. Βλέπετε μας είχαν επηρεάσει τους «καλούς μαθητές» και φέρναμε εμείς τις βέργες για «όσους δεν έπαιρναν τα γράμματα». Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι οι τελευταίοι συνήθως προέρχονταν από φτωχές οικογένειες και συνήθως κτηνοτροφικές. Τον χειμώνα οι γονείς τους είχαν πολύ περισσότερο ανάγκη από μας τα αγροτόπαιδα ή παιδιά άλλων επαγγελμάτων, κι έτσι αναγκαστικά σχεδόν παραμελούσαν τα γράμματα.

Λοιπόν, θα διηγηθώ πως τις έφαγα ως «άκαρδο σκατόπαιδο»!!!! Ήταν Άνοιξη προς Καλοκαίρι  και μάλλον ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού, δηλαδή το 1966. Τα χρόνια εκείνα η πείνα οδηγούσε και στο κυνήγι πουλιών, συνήθως μικρών. Τον μεν Χειμώνα κυνηγούσαμε με την σφεντόνα, αλλά χρησιμοποιούσαμε και τις «πλακοπαγίδες» και στους χιονιάδες μερικές φορές τον «σοφρά». Μετά το Πάσχα είχαμε τ’ αγόρια μεγάλες επιδόσεις στις φωλιές που ψάχναμε στα δέντρα. Όσες είχαν αυγά ήταν σε καθημερινή σχεδόν παρακολούθηση τ’ απογεύματα, μέχρι να μεγαλώσουν τα μικρά πουλιά. Τότε ήταν έτοιμα για… βρώση…

Μία φωλιά την είχα βρει σχεδόν ταυτόχρονα με ένα γείτονα συμμαθητή μου κι ένα χρόνο μεγαλύτερό μου. Κάναμε μιά συμφωνία να μοιραστούμε τα πουλιά. Επειδή φαίνεται δεν ήμουν σίγουρος για την εφαρμογή της συμφωνίας θεώρησα καλό να τα πάρω από τη φωλιά λίγο νωρίτερα μόνος μου… Με τούτα κι με ‘κείνα, ο γείτονας με «κάρφωσε» στη δασκάλα. Το αποτέλεσμα ήταν να δοκιμάσω ένα σωρό ξυλιές, εν μέρει άδικες κι εν μέρει δίκαιες. Όμως δεν ανταπέδωσα στον συμμαθητή μου, παρότι εκείνος μετά έδειχνε ικανοποιημένος από το ξύλο που άρπαξα…

Παρά τη βία που ασκούσαν στους μαθητές την εποχή εκείνη, οι δάσκαλοι και οι δασκάλες έτρεμαν κυριολεκτικά τους επιθεωρητές των σχολείων, αφού αυτοί δρούσαν με βάση την επίσημη ιδεολογία της χώρας και την εφαρμογή πολλαπλών τιμωριών. Ξεκινούσαν από στασιμότητα στο μισθό, περνούσαν στην εξορία με υποχρεωτικές μεταθέσεις και κάποιες φορές έφταναν στην απόλυση. Όμως εμείς οι  μικροί δεν είμαστε και τόσο απαθείς στον ξυλοδαρμό όσο φαινόταν. Μία φορά λοιπόν μας λέει η «κυρά Μαρία» ότι θα έλθει ο επιθεωρητής την άλλη μέρα. Θα είμαστε διαβασμένοι όλοι και ειδικά όσοι θα την «ξελασπώναμε» με τις απαντήσεις και τη συμπεριφορά μας. Όντως έτσι κι έγιναν όλα, εκτός από ένα.

Ανάμεσα λοιπόν στα άλλα μας ζήτησε να κρύψουμε κάτω από την σχετικά υπερυψωμένη έδρα τις τρεις τέσσερις βέργες του ξυλοδαρμού, αντί να τις πετάξουμε. Βλέπετε τις ήθελε για χρήση μετά την φυγή του σκληρού επιθεωρητή. Δεν θυμάμαι τίνος πολυκτυπημένου ήταν η ιδέα, αλλά όλοι οι παρόντες (τ’ αγόρια εννοώ που «έτρωγαν ξύλο») συμφωνήσαμε. Κρύψαμε όντως πολύ καλά τις βέργες κάτω από την έδρα, πλην μιάς. Αυτής, τη μία άκρη την αφήσαμε να φαίνεται για κάποιον που περπατά δύο τρία μέτρα μακρυά από την έδρα και πλησιάζει προς αυτήν. Περιττό να πω ότι ο επιθεωρητής την είδε και το τι έγινε τόσο με τη δασκάλα απ’ αυτόν, όσο και με μας την άλλη ημέρα…

Τέλος οφείλω να μιλήσω και για άλλους δασκάλους που πέρασαν από το σχολείο την εποχή που ήμουν μαθητής στο δημοτικό. Θ’ αναφέρω τον πρόωρα θανόντα Γιώργο, που μαζί του κάναμε στις τελευταίες τάξεις κάποια απογευματινά δευτερεύοντα μαθήματα, όπως η Φυτολογία. Κι αυτός, παρά το ότι ήταν στις γνώσεις και την μεταδοτικότητα καλός δάσκαλος, ήταν και της ξυλόβεργας…

Μία φορά ένας συμμαθητής μας σηκώθηκε να πει μάθημα για το δέντρο αχλαδιά. Τι να πει όμως; Όχι μόνο ήταν αδιάβαστος, αλλά δεν είχε μελετήσει ούτε τ’ αχλάδια που έτρωγε νόμιμα ή παράνομα από τις αχλαδιές του χωριού! «Η αχλαδιά είναι, η αχλαδιά είναι, η αχλαδιά είναι…». Και δεν προχωρούσε παρακάτω. Ούτε ότι «η αχλαδιά είναι δέντρο» κατάφερε να πει ο δύσμοιρος. Οπότε ο δάσκαλος παίρνει την κυδωνίσια βέργα κι αρχίζει να κτυπά τον πισινό και να λέει συνεχώς επαναλαμβανόμενος: «η αχλαδιά είναι…». Και πάρε και τούτη, πάρε και την άλλη…

Στο σχολείο βρήκαμε ως μεγαλύτερο σε ηλικία και ως Διευθυντή τον (+) Αντώνη Οικονόμου, ακόμα πιο σκληρό δάσκαλο, όπως έλεγαν οι μεγαλύτεροι, αφού ο υποφαινόμενος δεν τον είχε σε τάξη, παρά μόνο ένα μικρό διάστημα όταν απουσίασε λίγο καιρό η «κυρά Μαρία». Οι μικροί της Πρώτης και της Δευτέρας δεν είχαμε ποτέ απογευματινά μαθήματα που γίνονταν κάθε απόγευμα, πλην Τετάρτης και Σαββάτου.

Έτσι λοιπόν ως γειτονόπουλο εκεί στο σχολείο βρέθηκα να παίζω με άλλους συμμαθητές μου όταν ξαφνικά ακούμε έκπληκτοι: «Πιάστα δάσκαλε, πιάστα δάσκαλε»!!! Τι είχε συμβεί κι ο γείτονας (+) Χρήστος «Αβράμης»/Αβραμόπουλος φώναζε; Εκείνη τη φορά ο κυρ Αντώνης είχε ξαναβρεί αδιάβαστους κάποιους και πηγαίνοντας να τους κτυπήσει με τη βέργα, εκείνοι, γνωρίζοντας το αποτέλεσμα, άνοιξαν την πόρτα και κατέβαιναν γρήγορα την σκάλα και την δυτική πόρτα του σχολείου. Ο κυρ Αντώνης παρά τα χρόνια του έτρεχε από πίσω τους με την κυδωνιά στο χέρι. Αυτοί πήδηξαν στου «Σαρδούνη το λαγκάδι» κι έτρεχαν ανηφορικά προς τον «Αη Θόδωρο». Ο δάσκαλος με τη βέργα από πίσω, εξού και οι φωνές του γείτονα μπάρμπα Χρήστου. Που όμως να τους φτάσει;

Κάποια χρονιά έφυγε με εθελοντική μετάθεση ο κυρ Αντώνης και στη θέση του Διευθυντή ήταν η κυρά Μαρία, ενώ στην οργανική του τοποθετήθηκε ο γιός του Τάκης, που μαζί του έκανα ελάχιστα απογευματινά μαθήματα, αν θυμάμαι καλά. Στη θέση του Γιώργου ήλθε η νεαρά δασκάλα Γιώτα, κι έτσι τα δύο τελευταία χρόνια οι δάσκαλοι ήταν η διευθύντρια και δασκάλα μας κυρά Μαρία, ο Τάκης και η Γιώτα. Μετά από λίγα χρόνια ο Τάκης και η (+) Γιώτα έγιναν ζευγάρι.

Από τα μέσα του Νοέμβρη το κρύο δεν ήταν υποφερτό, σχεδόν μέχρι το Πάσχα. Το τεράστιο σχολείο χρειαζόταν θέρμανση. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε καμία πιθανότητα για καλοριφέρ ή έστω για σόμπες πετρελαίου. Μοναδική λύση οι σόμπες (θερμάστρες) με σχισμένα ξύλα. Αυτές ήταν μεγάλες μακρόστενες σε ύψος σόμπες που έπαιρναν μέσα τους αρκετά σχισμένα ξύλα, με ειδικό καπάκι μαντεμένιο στο πάνω μέρος, που άνοιγε με ειδική σιδερένια τσιμπίδα μόνο για να μπουν ξύλα ή για να ανακατευτούν. Με αρκετά μπουριά ο καπνός πήγαινε στον μεσαίο μακρόστενο τοίχο κι από εκεί ανέβαινε στις καμινάδες του σχολείου. Τα σχισμένα ξύλα ήταν υποχρεωμένοι οι γονείς μας να μας δίνουν και να κουβαλάμε ένα κάθε πρωί μέσα στο κρύο, τη βροχή ή το χιόνι μαζί και με την τσάντα μας. Όταν κτυπούσε η κεντρική καμπάνα της Παντάνασσας ξεκινάγαμε βαρυφορτωμένοι. Σκέφτομαι τι τράβαγαν οι μακρινοί μαθητές και οι μαθήτριες που έρχονταν με τα πόδια μέχρι κι ένα χιλιόμετρο μακρυά, ενώ εγώ μόνο τριακόσια μέτρα…

Παρά τις δυσκολίες εμείς είμαστε παιδιά που δεν το βάζαμε κάτω. Κουρεμένοι τ’ αγόρια με την χοντρή μηχανή τον Χειμώνα και την ψιλή την  Άνοιξη στον κουρέα Γιάννη «Τριτσιμπίδα»/Γιαννόπουλο ή στον Γιάννη «Κάκη»/Σαμαρτζόπουλο, το μυαλό μας λειτουργούσε συνεχώς, έστω όχι πάντα για τα μαθήματα. Ενθυμούμαι λοιπόν πως μία φορά (Άνοιξη του 1967), που δεν θέλαμε να κάνουμε μάθημα, αργούσε η δασκάλα μας κυρα Μαρία λόγω διοικητικής γραφειοκρατίας να μπει στην τάξη. Έτσι τ’ αγόρια, αφού ξορκίσαμε τα κορίτσια να μη μας «καρφώσουν», κάναμε χρήση μιας συνήθειας της δασκάλας μας. Αυτή όταν έμπαινε για μάθημα στην τάξη πριν απ’ όλα ξεσκέπαζε την σόμπα, κούναγε τα ξύλα με την σιδερένια τσιμπίδα και την παραφόρτωνε, ώστε να αποδώσει τα μέγιστα την ώρα του μαθήματος… Γεμίζουμε όμως πρώτοι εμείς με τα πιο χλωρά ξύλα την σόμπα, ώστε να βγάζουν αρκετό καπνό.  Ο πιό ψηλός παίρνει την μακρύτερη κυδωνιά και με δεξιοτεχνία τραβά σιγά σιγά το μπουρί ώστε απλά να στέκεται στην άκρη του τοίχου. Όταν η δασκάλα μπήκε μέσα, ξεκίνησε την γνωστή διαδικασία. Με το πρώτο άνοιγμα πέφτουν όλα σχεδόν τα μπουριά, γεμίζει η αίθουσα καπνό και το μάθημα αναβλήθηκε…

V. Εθνικές και λοιπές σχολικές εορτές

Μια βασική μαθησιακή διαδικασία και στο δημοτικό σχολείο ήταν οι γιορτές, κυρίως της αποφοίτησης κι αυτές στις δύο εθνικές. Πιο διαφορετικές ήταν αυτή της αποφοίτησης που είχε γυμναστικές επιδείξεις, που γίνονταν στο προαύλιο του σχολείου και της 25ης Μαρτίου που είχε θεατρική παράσταση στον όροφο.

Δεν είχαμε φυσικά γυμναστές για τις γυμναστικές επιδείξεις, αλλά οι δάσκαλοί μας γνώριζαν εκείνα τα ειδικά παιχνίδια-αγώνες. Θυμάμαι κυρίως τη συμμετοχή μου στους σύνθετους σχηματισμούς με τις πυραμίδες που δημιουργούσαμε και με τη δική μου συμμετοχή. Πιό αξέχαστοι ήταν οι αγώνες που τρέχαμε πηδώντας, αφού τα πόδια μας ήταν μέσα σε σακιά κλεισμένα. Πηδούσαμε λοιπόν ως καγκουρό κατά μήκος του προαυλίου από τα δύο μονόζυγα στα δυτικά μέχρι τις ακακίες στα ανατολικά και αντίστροφα. Στις τελευταίες τάξεις ενθυμούμαι τη συμμετοχή μου σε θεατρικά για την 25η Μαρτίου. Την πρώτη φορά, παρά το άγχος όταν αντίκρυσα το μέγα πλήθος των θεατών, τελικά τα κατάφερα και ανέβηκε η αυτοεκτίμησή μου. Η συμμετοχή μου στα θεατρικά μου άρεσε πολύ. Δυστυχώς θεατρικά με πιό ελεύθερα θέματα δεν είχαμε εκείνη την εποχή έστω για την αποφοίτηση.

Επί πλέον ενθυμούμε στις εθνικές εορτές και τη δική μου συμμετοχή στην κεντρική Εκκλησία με σχολική παράταξη και συνήθως ντυμένοι με ειδικές φορεσιές τα κορίτσια και με τις ανδρικές -βαριές για την ηλικία μας- φουστανέλες τ’ αγόρια! Μετά την ορθοστασία με την επιτήρηση των δασκάλων στην εκκλησία και τη δοξολογία και τα «εθνικά συνθήματα» (δεν ενθυμούμε αν γίνονταν ειδικές ομιλίες) κινούσαμε για το μνημείο στο πρώην σχολείο του Στριφτόμπολα στο κέντρο της αγοράς. Εκεί στον μπαλκόνι του ορόφου προς τον κεντρικό δρόμο υπήρχε από τότε η μαρμάρινη πλάκα με τους πεσόντες κερτεζίτες από την εποχή των βαλκανικών πολέμων.

Μπροστά απ’ αυτό το μνημείο στην ανατολική άκρη του μπαλκονιού λέγαμε απέξω λίγα ταιριαστά ποιήματα και φυσικά όλοι μαζί τον «εθνικό ύμνο». Τόσο την Άνοιξη του 1966 όσο και του 1967 η δασκάλα μου κυρά Μαρία με διάλεξε να απαγγείλω απέξω ένα πολύ μεγάλο ποίημα που αναφέρεται στον κερτεζίτη δάσκαλο και οπλαρχηγό του 1821 Δημήτρη Αναγνώστη Στριφτόμπολα. Τα κατάφερα και τις δύο φορές, ενώ εκατοντάδες κερτεζίτες και κερτεζίτισσες άκουγαν από κάτω και ίσως περίμεναν να τα μπερδέψω! Φαίνεται ότι η δασκάλα μου είχε δει ότι εκτός από την απόδοσή μου στα μαθηματικά διέθετα και μνήμη και θάρρος!

VI. Περίπατοι, εκδρομές, απεργίες και διακοπές

Μέρος των μαθημάτων και των … διαλειμμάτων αποτελούσαν οι αρκετοί περίπατοι και οι ελάχιστες ημερήσιες εκδρομές. Οι περίπατοι γίνονταν λίγες φορές Φθινόπωρο και συχνότερα την Άνοιξη. Αφού κάναμε τα καθέκαστα το πρωί στο σχολείο (αναφορά και ρόφημα) ξεκινούσαμε με σειρές ανά τάξη για κάμποσο περπάτημα. Τα πιο συχνά μέρη για περίπατο ήταν συχνά τ’ Αλώνια και λιγότερο του «Κοτσάνη οι καστανιές». Στο δρόμο τραγουδούσαμε ομαδικά και ειδικά στην επιστροφή τα γνωστά σχολικά τραγούδια.

Στ’ Αλώνια πηγαίναμε σε μισή περίπου ώρα δρόμο κοντά στην παλιά βρύση. Δεν ενθυμούμαι καθόλου αν κουβαλούσαμε μαζί και κάποια τρόφιμα. Η επιστροφή από τ’ Αλώνια είχε τη σχετική ανηφόρα και ήταν πιό κουραστική, αλλά το ότι δεν κάναμε μάθημα ήταν πάντα ό,τι καλύτερο. Θυμάμαι μία φορά στην επιστροφή κοντά στο εικονοστάσι του Αη Γιώργη μας βρήκε κι ένας καλούτσικος σεισμός, αλλά η φύση μας προστάτευσε εκεί. Στου «Κοτσάνη τις καστανιές» εκτός από το τρέξιμο και τα γνωστά παιχνίδια εκείνης της εποχής, που κυρίως ήταν το κρυφτό για τα κορίτσια και η «μακρυά γαϊδούρα» για τ’ αγόρια, κάναμε και κούνια. Στο μεγάλο σχεδόν οριζόντιο χοντρό κλωνάρι της κεντρικής καστανιάς –που δυστυχώς τα Χριστούγεννα του 2017 έσπασε από βαρύ νερόχιονο- κρεμούσαμε τις μεγάλες χοντρές τριχιές και φτιάχνοντας ειδική βάση φτάναμε στο …Θεό!

Από τις εκδρομές θυμάμαι μία πανέμορφη ολοήμερη μα πολύ κουραστική. Με εκείνα τα παλιά λεωφορεία και τους γεμάτους γούβες και συνεχείς στροφές δρόμους πήγαμε στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λάδωνα, όπου για πρώτη φορά άκουσα για την παραγωγή του (εναλλασσόμενου) ηλεκτρικού ρεύματος που δημιουργείται από νερό που πέφτει από ψηλά. Από εκεί κατευθυνθήκαμε στην αρχαία Ολυμπία και τη σχετική ξενάγηση. Κατόπιν κινηθήκαμε από τον παλιό δρόμο Πύργου – Πάτρας, όπου κοντά σ’ αυτήν οι περισσότεροι είδαμε για πρώτη φορά θάλασσα! Στρίψαμε μέσω Χαλανδρίτσας και από τον παλιό εκείνο κι ατέλειωτο δρόμο κάποια στιγμή το βράδυ φτάσαμε νύκτα κι εξουθενωμένοι στην Κέρτεζη. Αυτή η απίστευτη πορεία για μένα και πολλούς συμμαθητές μου θα μείνει αξέχαστη περισσότερο για το μαρτύριο της κίνησης που είχε…

Κάποια Άνοιξη –αν θυμάμαι καλά του 1962- έγινε πολύ σκληρή απεργία πανελλαδική των δασκάλων, κοντά στον ένα μήνα. Τότε δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα για το νόημα των απεργιών, ούτε οι μικροαγρότες γονείς μου με φώτισαν περισσότερο. Θυμάμαι όμως τις ενδιάμεσες διακοπές από το σχολείο και την διαφορά τους από τις καλοκαιρινές. Οι καλοκαιρινές διακοπές για τα αγροτόπαιδα ήταν πολύ σκληρές, παρά την έλλειψη μαθημάτων. Δεν υπήρχε σχεδόν καθημερινή από το πρωί μέχρι το σούρουπο που να μην ήμασταν στα χωράφια ή στο βουνό για ξύλα. Μπορεί να μη μας ζόριζαν μέχρι θανάτου οι γονείς μας, αλλά οι μικρές ή σκληρότερες δουλειές μόνο διακοπές με τη σημερινή παιδαγωγική θεώρηση δεν ήταν…

Καλύτερες διακοπές ήταν αυτές των Κυριακών, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, κυρίως για τα αγροτόπαιδα και τα παιδιά εμπορικών ή δημόσιων επαγγελμάτων. Το προαύλιο του σχολείου για τους «κατωμερήσιους», η κεντρική πλατεία για τους «αγοραίους» και το Κεφαλόβρυσο για τους «πανωμερήσιους» Αηγιαννίτες γίνονταν κέντρα ελεύθερης κοινωνικοποίησης και μερικές φορές πολεμικής με τα παιχνίδια της εποχής. Το προαύλιο του σχολείου κλείδωνε, μα εμείς πηδούσαμε τα κάγκελα και δεν καταλαβαίναμε ούτε από δασκαλικές απαγορεύσεις, ούτε από την αστυνομική επιτήρηση των σκληρών την εποχή εκείνη χωροφυλάκων!

VIΙ.  Κάτι ως επίλογος

Θα μπορούσε κάποιος συμμαθητής μου ή συμμαθήτριά μου είτε να προσθέσει είτε να βελτιώσει ή και ν’ αφαιρέσει αναμνήσεις. Όμως ήθελα χωρίς λογοκρισία να γράψω μετά από τόσες δεκαετίες και ως εκπαιδευτικός  που είμαι στη δύση του λειτουργήματός μου, όπως ακριβώς κι όσα θυμάμαι. Σε όσα σημεία κάνω κριτική θα ήθελα να σημειώσω ότι τα ζητήματα του παρελθόντος καλό είναι να τα βλέπει ο καθείς συσχετισμένα με την εποχή που συνέβησαν κι όχι με τα σημερινά δεδομένα.

Πάντως τελειώνοντας θα ήθελα να σημειώσω με διπλή πίκρα τόσο το κλείσιμο του σχολείου που διέθετε και νηπιαγωγείο τις τελευταίες δεκαετίες και μια εικοσάδα μαθητών, όσο και την έλλειψη εγρήγορσης για σύγχρονη χρήση των πολλαπλών χώρων του, πλην του προαυλίου.

Αρκετοί απόφοιτοι λίγο μεγαλύτεροι από μένα, συμμαθητές μου και κάποιοι επόμενοι «μεγαλουργήσαμε» στα γράμματα και τ’ αντίστοιχα επαγγέλματα χωρίς νηπιαγωγείο, ολοήμερο, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, πληροφορική, καλλιτεχνικά, μουσική και τα σχετικά. Θα ήταν όμως άδικο ν’ αναφέρω ονόματα και επαγγέλματα, γιατί θα ξεχνούσα σίγουρα κάποιους και κάποιες. Θ’ αναφέρω όμως με τα μικρά τους μόνο ονόματα συμμαθητές μου της πρώτης δημοτικού που έφυγαν νωρίτερα από την γήινη βιοπάλη σε ένδειξη αγαπητικής μνήμης: Σταύρος, Ντίνα και Καλλιόπη.

Πάτρα, 22-24 Δεκέμβρη 2018. Τελευταία ενημέρωση: 04.02.2019.

* Ο Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρτεζη. Είναι πτυχ. θεολογίας και εργάζεται ως φυσικός στην β/βάθμια εκπ/ση σε σχολεία της Αχαΐας. Είναι συγγραφέας και συμμέτοχος κατά καιρούς σε συνδικαλιστικές, πολιτισμικές, εκδοτικές ή ενοριακές συλλογικότητες. email: pmkas2004@yahoo.gr.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.