Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση με τα μάτια του ΟΟΣΑ

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση με τα μάτια του ΟΟΣΑ

Του Ανδρέα Παπαδαντωνάκη*

Papadantonakis-Andreas

Έχουν περάσει περίπου τρία χρόνια από τότε που ο πρωθυπουργός, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δήλωνε: «Αποτελεί παραλογισμό και απόλυτη στρέβλωση της μεταρρύθμισης ως έννοιας να πιστεύει κάποιος ότι, στη διαλυμένη Ελλάδα, την ανάπτυξη θα φέρει η περίφημη “εργαλειοθήκη” του ΟΟΣΑ». (12/2/2014).

Η μεταστροφή έγινε σχετικά γρήγορα: Σε πρώτη φάση, τον Μάρτιο του 2015 υπεγράφη συμφωνία, με την οποία «ο ΟΟΣΑ αναλαμβάνει να παράσχει τεχνογνωσία στην ελληνική πλευρά για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων».

Λίγο αργότερα ψηφίστηκε ο Ν. 4336/15 (Μνημόνιο 3) σύμφωνα με τον οποίο η ελληνική κυβέρνηση αναλαμβάνει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αξιολόγηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος με βάση τις συστάσεις του ΟΟΣΑ:

«Οι αρχές, σε συνεργασία µε τον ΟΟΣΑ και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, θα επικαιροποιήσουν, έως τον Απρίλιο του 2016, την αξιολόγηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που εκπόνησε ο ΟΟΣΑ το 2011». (Ν. 4336/15 «Διαρθρωτικές πολιτικές για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης»)

Η πλήρης μελέτη αναμένεται τον Ιανουάριο του 2017, είναι όμως προφανές ότι δεν θα αποκλίνει από εκείνην του 2011, αφού βασίζεται στα στοιχεία των ετήσιων εκθέσεων του Οργανισμού για την Εκπαίδευση.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, προτείνονται μεταρρυθμίσεις για την ελληνική εκπαίδευση που αφορούν -μεταξύ άλλων- την αύξηση του φόρτου εργασίας των εκπαιδευτικών, τον εξορθολογισμό του σχολικού δικτύου (συγχωνεύσεις – καταργήσεις σχολικών μονάδων), την αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη και τη βελτίωση της αναλογίας μαθητών προς εκπαιδευτικούς.

Υπάρχουν βάσιμες ενστάσεις για τα στοιχεία των εκθέσεων του Οργανισμού, που εστιάζονται σε δύο κυρίως θέματα:

Το πρώτο αφορά την εγκυρότητα και την αξιοπιστία τους, το δεύτερο, τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται προκειμένου να επιβληθούν μεταρρυθμίσεις που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Ας τα δούμε πιο συγκεκριμένα:

Αύξηση φόρτου εργασίας εκπαιδευτικών

Ο ΟΟΣΑ προτείνει από το 2011 την αύξηση του διδακτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης «κατά περίπου τέσσερις με πέντε ώρες την εβδομάδα, προκειμένου να φτάσει τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ».

Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του Οργανισμού (2015) και την έκθεση του 2011, οι Ελληνες εκπαιδευτικοί εργάζονται σημαντικά λιγότερο από τους συναδέλφους τους: 415 διδακτικές ώρες ετησίως, όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 643 και της Ευρωπαϊκής Ενωσης 625.

Η πρώτη παρατήρηση σχετικά με το παραπάνω έχει να κάνει με την εγκυρότητα των στοιχείων. Ο αριθμός 415 εμφανίζεται αμετάβλητος σε όλες τις ετήσιες εκθέσεις του Οργανισμού από το 2010 έως το 2015, όταν ούτε η έναρξη και η λήξη του διδακτικού έτους, ούτε οι σχολικές αργίες παρέμεναν σταθερές.

Διαφοροποίηση παρατηρείται στην έκθεση του 2016, η οποία χρησιμοποιεί στοιχεία του έτους 2013-2014, δηλαδή έχει συμπεριλάβει την αύξηση του εβδομαδιαίου διδακτικού ωραρίου που έγινε το 2013 (κατά δύο ώρες). Οι ετήσιες διδακτικές ώρες γίνονται 459, και πάλι σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Τα βασικό πρόβλημα, όμως, έχει να κάνει με το ότι ο διδακτικός χρόνος έμμεσα ταυτίζεται με τον φόρτο εργασίας των εκπαιδευτικών, ώστε οι περίπου έξι εβδομάδες εξετάσεων στα σχολεία (διάστημα που ο ΟΟΣΑ εξαιρεί από τη μέτρηση) να εμφανίζεται περίπου ως χρόνος κατά τον οποίο οι Ελληνες εκπαιδευτικοί δεν εργάζονται…

Χαρακτηριστική είναι αναφορά της έκθεσης (2016) του ευρωπαϊκού δικτύου «Ευρυδίκη»: «Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου ο καθορισμένος συνολικός χρόνος εργασίας των εκπαιδευτικών είναι ο ίδιος με τον χρόνο που πρέπει να περνούν στο σχολείο. Αυτό φαίνεται να σημαίνει ότι όλες οι μη διδακτικές δραστηριότητες ασκούνται στον χώρο του σχολείου». Είναι ενδεικτική της παρανόησης που υπάρχει.

Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι, ενώ στον εβδομαδιαίο διδακτικό χρόνο η Ελλάδα είναι πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (20,5 ώρες με Μ.Ο. στην Ε.Ε. 19,7), στον ετήσιο εμφανίζεται με σημαντική απόκλιση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρόσφατη επιμήκυνση του χρόνου διδασκαλίας στα Γυμνάσια κατά 15 ημέρες (μέχρι το τέλος Μαΐου) θα επιφέρει αύξηση 33 ωρών στον ετήσιο διδακτικό χρόνο, που έτσι θα διαμορφωθεί στις 492 ώρες.

Σε σχέση με το παραπάνω αξίζει να σημειώσουμε ότι η Ελλάδα ανήκει στη μειοψηφία των χωρών που δεν καθορίζουν κεντρικά τον συνολικό χρόνο εργασίας των εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα το μέγεθος αυτό να ταυτίζεται -ενώ δεν θα έπρεπε- με τον χρόνο παρουσίας στο σχολείο.

Χαρακτηριστική είναι αναφορά της έκθεσης (2016) του ευρωπαϊκού δικτύου «Ευρυδίκη»:

«Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου ο καθορισμένος συνολικός χρόνος εργασίας των εκπαιδευτικών είναι ο ίδιος με τον χρόνο που πρέπει να περνούν στο σχολείο. Αυτό φαίνεται να σημαίνει ότι όλες οι μη διδακτικές δραστηριότητες (σ.σ. όπως η διόρθωση γραπτών και η προετοιμασία του μαθήματος) ασκούνται στον χώρο του σχολείου».

Η παραπάνω αναφορά είναι ενδεικτική της παρανόησης που υπάρχει.

Εξορθολογισμός σχολικού δικτύου

Στις συστάσεις του ΟΟΣΑ περιλαμβάνεται και ο εξορθολογισμός του σχολικού δικτύου:

«Η Ελλάδα είναι μία χώρα με μικρά σχολεία… Θέση ξεκάθαρων στόχων ως προς τον ελάχιστο αριθμό μαθητών… Δημιουργία συγκεκριμένων μοντέλων, συμπεριλαμβανομένων των ενοτήτων σχολείων για περιπτώσεις που δεν μπορεί να επιτευχθεί ο καθορισμένος ελάχιστος αριθμός μαθητών. Τα ελάχιστα μεγέθη κυμαίνονται σε: 150 μαθητές στα Γυμνάσια, 250 μαθητές στα Λύκεια».

Μία συμμόρφωση στις παραπάνω «συστάσεις» θα προκαλούσε την κατάργηση ή συγχώνευση των περίπου μισών Γυμνασίων της χώρας, αφού μόνον το 57% αυτών των σχολικών μονάδων αριθμεί πάνω από 150 μαθητές (στοιχεία έτους 2015-2016).

Ακόμη πιο εντυπωσιακή θα ήταν η μεταβολή στα Λύκεια, αφού μόνον το 33% των Λυκείων αριθμούν πάνω από 250 μαθητές.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που παραβλέπεται είναι η γεωγραφική ιδιομορφία και ειδικότερα η νησιωτικότητα της χώρας. Είναι ενδεικτικό ότι ανάμεσα στα 20 Γυμνάσια με τους λιγότερους μαθητές στη χώρα συναντάμε αυτά του Αγαθονησίου, του Αγίου Ευστράτιου, της Δονούσας, της Σχοινούσας, της Ηρακλειάς, της Σικίνου, της Ολύμπου Καρπάθου.

Αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη

Σύμφωνα με τις συστάσεις του ΟΟΣΑ (2011) «πολλά σχολεία στην Ελλάδα έχουν σημαντικά λιγότερους μαθητές ανά τάξη από το μέγιστο που επιτρέπεται από τον νόμο… Ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη είναι χαμηλότερος από σχεδόν όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ και τις χώρες εταίρους».

Στο σημείο αυτό και σε ό,τι αφορά την κατώτερη β/θμια εκπαίδευση, ο Οργανισμός διαψεύδεται από τα ίδια τα στοιχεία του που παρουσιάζουν το μέσο μέγεθος τάξης -στα Γυμνάσια για τα οποία παρέχονται στοιχεία- στους 22 μαθητές με μέσο όρο 21 για την Ευρώπη και 24 για τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικούς

Στην έκθεση του ΟΟΣΑ (προτάσεις για την εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα) αναφέρεται ότι η χώρα έχει μία από τις χαμηλότερες αναλογίες μαθητών προς εκπαιδευτικούς μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε. Στην έκθεση εκείνη, η αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικούς προσδιορίζεται στο 7,7 για το Γυμνάσιο και στο 7,3 για το Λύκειο, σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (13,2 και 12,5 αντίστοιχα) αλλά και της Ε.Ε. (11,5 και 11,4 αντίστοιχα).

Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό Γιάννη Βαρδαλαχάκη, «η επανεκτίμηση της ελληνικής αναλογίας μαθητών προς εκπαιδευτικούς, με τη χρήση στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα myschool, επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι ο ελληνικός δείκτης εμφανίζεται σημαντικά και συστηματικά υποεκτιμημένος στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ.

»Πιο συγκεκριμένα, για το σχολικό έτος 2015-16 εκτιμάται ότι αντιστοιχούσαν 11,1 μαθητές ανά εκπαιδευτικό στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τιμή πολύ κοντινή στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά το έντονο γεωγραφικό ανάγλυφο και τη νησιωτικότητα της χώρας και την ανυπαρξία βοηθητικού εκπαιδευτικού και άλλου προσωπικού».

Τα παραπάνω εντάσσονται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο -σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ- το διαθέσιμο κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα παρουσίασε πτώση 27,5% από το 2007 έως και το πρώτο τρίμηνο του 2015.

Οι Ελληνες εκπαιδευτικοί είναι από τους χαμηλότερα αμειβόμενους στην ευρωζώνη, πάνω μόνο από τους Εσθονούς, Σλοβάκους, Λετονούς και Λιθουανούς συναδέλφους τους.

Αναφορές

  • ΟΟΣΑ 2011: «Καλύτερες Επιδόσεις και Επιτυχείς Μεταρρυθμίσεις στην Εκπαίδευση. Προτάσεις για την εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα».
  • OECD (2011 -2016), Education at a Glance: OECD Indicators, OECD Publishing.
  • ΚΕΜΕΤΕ (2012): «Μελέτη στοιχείων για την Εκπαίδευση και τους Εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες».
  • Eurydice (2016): «Organisation of school time in Europe Primary and secondary general education».
  • ΚΕΜΕΤΕ (2016): «Η εκπαίδευση σε αριθμούς. Η έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση. Μύθοι και πραγματικότητα»,11ο Εκπαιδευτικό συνέδριο, Εισήγηση: Α. Παπαδαντωνάκης – Ε. Παναγιωτοπούλου.
  • Βαρδαλαχάκης Γιάννης (2016): «Η αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα και διεθνώς».
  • ΝOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4336/15: «Συνταξιοδοτικές διατάξεις – Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης».
  • Ο Ανδρέας Παπαδαντωνάκης είναι Φιλόλογος, αντιπρόεδρος του Κέντρου Μελετών της ΟΛΜΕ.

ΠΗΓΗ: 05.12.2016, http://www.efsyn.gr/arthro/i-deyterovathmia-ekpaideysi-me-ta-matia-toy-oosa