Η γιαγιά μας η καλή
Του Χρήστου Σκανδάμη*
Η γιαγιά μας η καημένη,
λίγο κουφή,
λίγο στραβή,
και λίγο σαλεμένη,
δεν θέλει να την περετούν
κι ας είν’ αναγκεμένη.

Η γιαγιά μας η καημένη,
λίγο κουφή,
λίγο στραβή,
και λίγο σαλεμένη,
δεν θέλει να την περετούν
κι ας είν’ αναγκεμένη.

«Παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγει η ψυχή του!»
Ενδιαφέροντα στοιχεία βρίσκει κάποιος στα οικονομικά δελτία, περιοδικά και μελέτες των ελληνικών [1] τραπεζών. Σε μια πρόσφατη μελέτη της τράπεζας Πειραιώς με τον «αισιόδοξο», ενδιαφέροντα και περιεκτικό τίτλο «Βραχυχρόνια Μέτρα Βιωσιμότητας Χρέους: Το τέλος της αρχής και όχι η αρχή του τέλους« [2] εξετάζονται σενάρια σχετικά με την εξέλιξη του χρέους, του δημόσιου χρέους για να ακριβολογούμε, εάν ληφθούν ορισμένα ήπια μέτρα που χωράνε στη λογική των δανειστών.
Ξεκινώντας από τις εξής βασικές παραδοχές – που είναι αυθαίρετες αλλά ας θεωρήσουμε ότι εδράζονται σε προηγούμενα ιστορικά δεδομένα ή μακροοικονομικά μεγέθη «κλασσικής» εξέλιξης – για την πορεία του ελληνικού καπιταλισμού:


Η αλήθεια είναι πως για το σημερινό άρθρο, παραφράζοντας τον Ελύτη, γι΄αλλού είχα ξεκινήσει να γράφω και αλλού η ζωή με πήγε. Πολύ περισσότερο, που η αλλαγή πλεύσης αφορά το πέρασμα της ψυχής, ενός αγαπημένου προσώπου και πυλώνα της νεοελληνικής τέχνης και σκέψης, όπως ο Νίκος Κούνδουρος.
Αυτός ο άνθρωπος, όπως και ο φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, είχαν ένα κοινό στοιχείο: κόμισαν στην τέχνη, άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους, αλλά παράλληλα εξέπεμπαν ένα υγιή ελληνισμό. Όταν εξέφεραν λόγο, ήθελες να γίνεις κοινωνός τους. Είχαν γοητεία, είχαν κάτι να πουν και δεν χρησιμοποιούσαν φιοριτούρες. Ήθελες να τους ακούς. Συμφωνούσες ή όχι μαζί τους.


Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν’ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μιὰ φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴ
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;
Ἕνα αἰχμηρότατο βέλος ρίχνει κατευθείαν στὴν καρδιὰ τῆς βολικῆς μας ἐπανάπαυσης ὁ ποιητὴς Ντίνος Χριστιανόπουλος μὲ τοὺς στίχους αὐτούς. Ποιὸς κάθεται νὰ σκεφθεῖ τὸν ἄλλο, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐμεῖς εἴμαστε μιὰ χαρά;
Κι ὅμως αὐτὴ θά ’πρεπε νὰ εἶναι ἡ μόνιμη ἀγωνία καὶ ἀνησυχία μας. Πῶς γίνεται νὰ χαιρόμαστε τὴ ζωή μας ἀνέμελα, ὅταν ἄλλοι παραδίπλα ὑποφέρουν; Ἡ ἀδιαφορία δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει θέση στὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ. Χριστιανὸς σημαίνει νὰ εἶσαι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς ἔζησε μόνο γιὰ τοὺς ἄλλους. Καθόλου γιὰ τὸν ἑαυτό του. «Ἑαυτὸν ἐκένωσεν» (Φιλ. 2, 7). Τὸν σταύρωσε γιὰ μᾶς.


Υπάρχει ένας πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη. Πρόκειται για τον πόλεμο κατά των μετρητών. Διεξάγεται σε όλο τον κόσμο, ενώ στην χώρα μας έχει λάβει μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή. Οι πολιτικοί μαζί με τους τραπεζίτες, υποστηρίζουν ότι αυτό θα κάνει πιο ασφαλή την κοινωνία μας. Όμως τίθεται το ερώτημα, μήπως πρόκειται για ακόμη μια προπαγάνδα; Μήπως αφορά στον απόλυτο έλεγχο των πολιτών και των χρημάτων τους από το κράτος και τις τράπεζες; Μπορεί η κατάργηση των μετρητών να σημαίνει κατάλυση της Δημοκρατίας και των προσωπικών μας ελευθεριών;
Όλο και περισσότεροι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι η κατάργηση των μετρητών στη φυσική τους μορφή, μας οδηγεί σ΄έναν ολοκληρωτισμό όπου η ιδιωτικότητα και τα δικαιώματα των πολιτών θα περιοριστούν δραματικά και όλοι μας θα είμαστε ανυπεράσπιστοι, υπό τον έλεγχο και την παρακολούθηση του κράτους, των μυστικών υπηρεσιών, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και τους συλλογείς προσωπικών δεδομένων από τον κλάδο της πληροφορικής.
Αυτό υποστηρίζει μεταξύ άλλων ο Νόρμπερτ Χέρινγκ (Norbert Häring), αρθρογράφος στη μεγαλύτερη οικονομική εφημερίδα της Γερμανίας, τη Handelsblatt, στο πιο πρόσφατο βιβλίο με τίτλο: «Η κατάργηση των μετρητών και οι συνέπειές της» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Λιβάνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα ακόμη βιβλίο του ιδίου, με τίτλο Okonomie 2.0 έγινε μπεστ σέλερ και βραβεύθηκε ως το καλύτερο οικονομικό βιβλίο για το 2007.


Αν μας γδάρουν και βγάλουμε 3,5% πλεόνασμα («ματωμένο πλεόνασμα» το έλεγε ο Τσίπρας), δεν θα χρειασθεί να ενεργοποιηθεί ο Κόφτης (αφού θα μας έχουν ήδη γδάρει). Αριστα!
Πάμε τώρα παρακάτω. Αν αντί για 3,5% πλεόνασμα μας ξεκοιλιάσουν τόσον πολύ, ώστε να βγάλουμε 5% πλεόνασμα, τότε το 1,5% θα μπορεί να αναδιανεμηθεί σε ανακουφιστικά αντίμετρα! Όπως, επί παραδείγματι, για λουλούδια στους τάφους των νεκρών.
… «ούτε ένα ευρώ επιπλέον λιτότητα». Αυτό είναι το σύνθημα της επικοινωνιακής εκστρατείας της συγκυβέρνησης με το οποίο κηρύσσουν το «τέλος της λιτότητας» μέχρι την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης και το κλείσιμο της αξιολόγησης. Και όμως η επιδιωκόμενη συμφωνία σημαίνει «νέα μέτρα» στο 2% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 4,2-4,5 δις ευρώ, συνέχιση της μνημονιακής βαρβαρότητας και της ραγδαίας φτωχοποίησης μέχρι την … επόμενη διαπραγμάτευση.
Έτσι οι ψευδαισθήσεις ανακυκλώνονται, η κυβέρνηση θριαμβολογεί, με ευφημισμούς και σχήματα λόγου που αλλοιώνουν την πραγματικότητα, ενώ το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα δείχνει τον μονόδρομο ενός δουλικού συμβιβασμού ότι, δηλαδή, ο λαός είναι καταδικασμένος να καταδυναστεύεται από τα ξένα αφεντικά και τη ντόπια ολιγαρχία.


Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, η έννοια της σχολικής αυτονομίας έγινε κεντρική στον εκπαιδευτικό λόγο και στην πρακτική τόσο των διάφορων υπερεθνικών οργανισμών (ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΕΕ) όσο και των ποικίλων αστικών δυνάμεων σε εθνικό επίπεδο που επιδιώκουν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση των εκπαιδευτικών συστημάτων. Το παρόν άρθρο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος εξετάζουμε τη σχολική αυτονομία στο πλαίσιο των ευρύτερων αλλαγών στη δομή του κοινωνικού κράτους και ειδικότερα της επιβολής των αρχών του δημόσιου μάνατζμεντ στη λειτουργία όλου του δημόσιου τομέα και της δημόσιας εκπαίδευσης ειδικότερα. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζουμε παραδείγματα προώθησης της σχολικής αυτονομίας σε διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα και τις κοινωνικές και μορφωτικές συνέπειες των προωθούμενων αλλαγών. Τέλος, πραγματευόμαστε, με βάση τα παραπάνω, την εμφάνιση της σχολικής αυτονομίας στα πορίσματα του σημερινού Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία που διεξάγει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝ.ΕΛΛ. Η κεντρικότητα της έννοιας ως καθοδηγητικής μεταρρυθμιστικής αρχής του δημόσιου σχολείου στις ποικίλες εκθέσεις των Επιτροπών του Διαλόγου είναι ενδεικτική της προσαρμογής της κυβέρνησης στο κυρίαρχο καπιταλιστικό πρότυπο εκπαιδευτικής αλλαγής.
Εισαγωγή