Τζιμάκος
Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα

Εχθρός της ψευδώνυμης ηθικής
ο Τζιμάκος.
Τραγουδοποιός ολκής
και χείμαρος ιδεών.
(Μία φανταστική ιστορία με πραγματικά ερωτήματα)
Ήταν πολύ πρωί ακόμα όταν στον Άδη, στον κάτω κόσμο, έφτασαν οι εφημερίδες της Ελλάδας των πρώτων ημερών του έτους 2018. Ο Ηφαιστίωνας μόλις είχε ξυπνήσει και σκέφτηκε πως ήταν μια καλή ευκαιρία να πιεί τον καφέ του διαβάζοντας παράλληλα τα νέα από τον επάνω κόσμο, από την πατρίδα.
Τι το ήθελε όμως το διάβασμα πρωί πρωί! Του πετάχτηκαν τα μάτια έξω από τα νέα που διάβασε. Το «Μακεδονικό» λέει έβαινε προς λύση, οι Έλληνες πολιτικοί συζητούσαν με τους Σκοπιανούς για μία κοινά αποδεκτή ονομασία. «Πάλι τα ίδια;» Αναφώνησε. «Πρέπει να ειδοποιήσω τον Αλέξανδρο».
Τρέχοντας σχεδόν, έφτασε στο δωμάτιο του «μεγάλου» και άρχισε να φωνάζει δυνατά…

Σε μια περίοδο που η επιθετικότητα της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ελληνισμού γενικότερα, γίνεται κάθε μέρα και πιο προκλητική και επικίνδυνη, η Ελληνική Κυβέρνηση, τα συστημικά κόμματα και τα επίσης συστημικά Μ.Μ.Ε. έχουν καταληφθεί από πρεμούρα, για την εντός εξαμήνου λύση του Μακεδονικού, που εκκρεμεί εδώ και ¼ του αιώνα.
Γιατί αυτή η πρεμούρα και ποιοι στην πραγματικότητα επείγονται για τη λύση του προβλήματος;
Για ποιους σε τελευταία ανάλυση τρέχει και δεν προφταίνει η Κυβέρνηση;


Μια από τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτισμού της νεωτερικότητας είναι η απόλυτη τοπολογική διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου και η εξ’ αυτού διάκριση μεταξύ απεριόριστης ιδιωτικής ελευθερίας –«το σπίτι μου είναι, ό,τι γουστάρω κάνω!»- και, αντίστοιχα, σειράς περιορισμών στη δημόσια εκδοχή της. Η ιδιωτική ελευθερία, εξοπλισμένη μάλιστα με πλήθος νομικών κατασκευών, ατομικών δικαιωμάτων και διασφαλίσεων, παρέχεται αφειδώς στο άτομο, στο πλαίσιο μιας κοινωνικής σύμβασης, που επιβάλλει όμως στο δημόσιο πεδίο σειρά περιορισμών, κανονισμών και δεσμεύσεων, χάριν μιας λειτουργικής συμβίωσης. «Η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου». Ανταλλάσσεται δηλαδή, περίπου, ο περιορισμός της δημόσιας ελευθερίας -και άρα, μάλλον και της Πολιτικής- με την απόλαυση μιας περίκλειστης ιδιωτικότητας, που μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει αρκεί να μην μπλέκεται στα πόδια των ελίτ-διαχειριστών του δημόσιου χώρου. Η στρατηγική των κυρίαρχων τάξεων ήταν απλή: κάντε ό,τι γουστάρετε στο ατομικό πλαίσιο της ιδιωτικής ελευθερίας σας -κάτι σαν «δεν μας νοιάζει τι κάνετε στο κρεβάτι σας»- και αφήστε σε μας το πεδίο της δημόσιας σφαίρας-ελευθερίας για να το ρυθμίσουμε ως εκπρόσωποι σας. Όπερ και εγένετο.


Βγήκε ο κήρυκας στην αγορά
Έσυρε τα σανδάλια του στον κεντρικό πεζόδρομο.


«Η επανάσταση είναι μια αποκάλυψη σε μικρογραφία. Είναι αυτό το δικαστήριο το εγκατεστημένο στο εσωτερικό της ιστορίας για να της απαριθμεί τα λάθη της»
Νικολάι Μπερδιάγιεφ
Χριστιανός και κομμουνιστής;
Ερώτημα και συγχρόνως άποψη, μια διατύπωση με την οποία ο πολύ σημαντικός Ρώσος φιλόσοφος, σύγχρονος της Οκτωβριανής επανάστασης, Νικολάϊ Μπερδιάγιεφ δίνει την σκοπιά από την οποία ασκεί κριτική στο εξαιρετικό βιβλίο του «Οι πηγές και το νόημα του ρώσικου κομμουνισμού». Υποστηρίζοντας ότι «το κομμουνιστικό κοινωνικό σύστημα είναι κατά μεγάλο μέρος δίκαιο [και] οπωσδήποτε βρίσκεται πιο κοντά στον Χριστιανισμό απ’ ότι ο καπιταλισμός» [265], αναγνωρίζοντας ότι «η κομμουνιστική επανάσταση… απελευθέρωσε τις λαϊκές δυνάμεις, τις έφερε στην ιστορική πραγματικότητα: σ’ αυτό βρίσκεται όλη της η σπουδαιότητα» [17], ασκεί ταυτόχρονα μια σφοδρή πολεμική στον μπολσεβικισμό.
Το βιβλίο είναι γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα και ωστόσο διατηρεί μια τέτοια επικαιρότητα που το κάνει αναπόσπαστο μέρος της αναγκαίας βιβλιογραφίας για τη σημερινή συζήτηση με αφορμή τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση. Η θεματολογία, το εύρος της κριτικής του, καθόλου δεν αφορά μόνο ένα χριστιανικό ή ένα χριστιανοσοσιαλιστικό κοινό, αλλά ακόμα περισσότερο, όλους εκείνους που εντάσσουν τους εαυτούς τους στην μεγάλη παράδοση της κομμουνιστικής ιδέας, θεωρούν ανοιχτά σήμερα τα μεγάλα κοσμοθεωρητικά ζητήματα και θέλουν να αποτιμήσουν κριτικά την επαναστατική εμπειρία του 20ου αιώνα.


Στον Νίκο Τεμπονέρα
Ο ωραίος Δάσκαλος, όρθιος
στο μετερίζι της παιδείας
να κοιτά την επερχόμενη καταιγίδα
με την έγνοια στα μάτια
και το δάκρυ έτοιμο να κυλήσει
στα ζυγωματικά του

Παρότι ο παππούς μου, Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, έδωσε το όνομα «Μακεδονία» σε μία από τις έξι δημοκρατίες που συνιστούσαν τη Γιουγκοσλαβία, είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η κίνηση δεν είχε σκοπό να δημιουργήσει αλυτρωτικές διεκδικήσεις προς τις γειτονικές χώρες, με τις οποίες η Γιουγκοσλαβία ανέπτυξε φιλικές σχέσεις και γόνιμη συνεργασία.
Επί πολλά χρόνια, οι αρχές των Σκοπίων παρουσιάζαν χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας», επεκτείνοντας «τα γεωγραφικά και εθνοτικά σύνορα της» στη Βουλγαρία, την Αλβανία και την Ελλάδα. Είναι αυτό το μοντέλο της περιφερειακής συνεργασίας που οι φίλοι μας στα Σκόπια διακηρύττουν, ότι θα ακολουθήσουν;


Ο Ιρανός Πρόεδρος Χασάν Ρουανί ενήργησε σωστά με το να πάει στην τηλεόραση και τουλάχιστον ν’ αναγνωρίσει την λαϊκή οργή για την δεινή οικονομική κατάσταση. Ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 12%, αλλά κάτω από το 40% της πρώτης θητείας του Προέδρου. Και οι πρόσφατες ανατιμήσεις σε καύσιμα και τρόφιμα μέχρι και 40% ασφαλώς δεν βοήθησαν.
Αυτά αποτελούν μέρος του προϋπολογισμού του Ρουανί για το 2018, με περικοπές στις επιδοτήσεις για τους φτωχούς –που αποτελούσαν εξέχον χαρακτηριστικό της προηγούμενης κυβέρνησης Αχμαντινετζάντ.