Ποτέ δεν είσαι ήσυχος
Της Σέβης Κωνσταντινίδου*
– Διάολοι, ε, διάολοι, είπε κι άφησε το δεύτερο κουταλάκι στον νεροχύτη πλαταγίζοντας τα χείλη.
Με την ξύλινη κουτάλα ανακάτεψε ακόμη μια φορά το φαγητό και σιγούρεψε την ένταση της κουζίνας στο μισό. «Είναι σχεδόν έτοιμο», σκέφτηκε και μετά ξανάπιασε τους διαόλους από κει που τους είχε αφήσει.
– Διάολοι, ε, διάολοι, ξανάκανε κι άρχισε να πλησιάζει τις φωνές και τις εικόνες.
















