Ελαστικές σχέσεις εργασίας στη ββάθμια εκπ.

Ελαστικές σχέσεις εργασίας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Έφη Καλαμαρά

 

Τα τελευταία χρόνια το εργασιακό τοπίο στην εκπαίδευση έχει αλλάξει δραματικά, όπως άλλωστε και στους περισσότερους εργασιακούς χώρους. Ο σύγχρονος εργαζόμενος υποχρεώνεται να ενταχθεί σε μια διαδικασία συνεχούς ανασυγκρότησης, ώστε να ανταποκρίνεται σε διαρκώς μεταβαλλόμενα εργασιακά πλαίσια και να εξασφαλίζει απασχόληση.Σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η κεντρική σημασία της καταρτισιμότητας. Μια « αγορά» που κατευθύνεται από τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις είναι εκείνη που καθορίζει ποιά γνώση και σε ποιές συνθήκες είναι αξιόλογη και αυτές οι ιεραρχήσεις μεταφέρονται και στην εκπαιδευτική «αγορά» και την αποικίζουν.

Η εκπαίδευση μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε κατάρτιση ενώ οι λεγόμενες ευέλικτες εργασιακές σχέσεις παίρνουν ποικίλες απειλητικές μορφές και τείνουν να κυριαρχήσουν στο χώρο της Δημ. Παιδείας διαρρηγνύοντας ταυτόχρονα τους δεσμούς αλληλεγγύης που παραδοσιακά συνέχουν τους εργαζόμενους. Συνήθως η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και γενικά τα εργασιακά θέματα θεωρούνται στενά επαγγελματικά ζητήματα που αφορούν μόνο τους ίδιους τους εργαζόμενους.

 Η σημερινή όμως νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική πολιτική από τη μια απαιτεί την μεγαλύτερη δυνατή εργασιακή απόδοση και από την άλλη προωθεί όλο και περισσότερο υποβαθμισμένες μορφές εργασίας στα σχολεία. Το είδος και η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων όμως έχουν καθοριστική επίδραση στο εκπαιδευτικό έργο.

Η διδασκαλία είναι ένα φαινόμενο με διπλή όψη : έχει ταυτόχρονα παιδαγωγική και εργασιακή διάσταση. Είναι και μεταβίβαση της γνώσης και η εργασία των εκπαιδευτικών. Βλέποντας τα πράγματα απ΄ αυτή την σκοπιά δε μπορεί να διαπιστώσουμε τη στενή αλληλεξάρτηση της μιας πλευράς με την άλλη και τη σημασία που έχει το είδος και η ποιότητα του εργασιακού καθεστώτος στη διαμόρφωση του εκπαιδευτικού έργου.

Σήμερα εμφανίζεται ένας νέος τύπος εργαζόμενου στην εκπαίδευση:ο απασχολήσιμος με καμιά σταθερότητα στην εργασία, υποαμειβόμενος και εργασιακά περιπλανώμενος, με υποτυπώδη κοινωνική ασφάλιση που ποτέ δεν μπορεί να του εξασφαλίσει συνταξιοδότηση. Προσωρινότητα και αβεβαιότητα σε κάθε στιγμή της ζωής στη διαμονή, στις σχέσεις, στη δουλειά. Πώς γίνεται ο εκπαιδευτικός σʼ αυτές τις συνθήκες εργασίας να αποδώσει στο εκπαιδευτικό του έργο; Και για να μιλήσουμε και με νούμερα- για το σχολικό έτος 2008/2009- 89.000 μόνιμοι καθηγητές στην Δευτεροβάθμια, 3.600 αναπληρωτές, 12.800 ωρομίσθιοι (4.800 + 8.000 στην Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη) δηλ το 15,5 % των καθηγητών είναι αναπληρωτές και ωρομίσθιοι.

Βασικός μοχλός προώθησης τέτοιων εργασιακών σχέσεων στο χώρο της εκπαίδευσης στάθηκε η ύπαρξη μιας μακροχρόνιας ανεργίας, που ανάγκασε πολλούς πτυχιούχους παιδαγωγικών και καθηγητικών σχολών νʼ αποδεχτούν τους χειρότερους εργασιακούς όρους προκειμένου ν΄ εξασφαλίσουν μερικά μόρια που θ΄ ανοίξουν το δρόμο για τη μονιμοποίηση τους. Για δεκαετίες η προσωρινή εργασία των εκπαιδευτικών αποτελούσε ένα μικρό διάστημα του εργασιακού τους βίου που αποτελούσε συνήθως τον προθάλαμο του μόνιμου διορισμού.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ʼ80 και τις αρχές της δεκαετίας του ʼ90 τα πράγματα παίρνουν διαφορετική τροπή. Στην περίοδο αυτή προσωρινή εργασία αποχτά πιο μόνιμα χαρακτηριστικά κυρίως με την μεγάλη αύξηση των χρόνων αναμονής για διορισμό που σε πολλές περιπτώσεις ισοδυναμούσε με αδυναμία μόνιμου διορισμού, εξαιτίας των χαμηλού αριθμού διορισμών. Η κατάργηση της ενιαίας επετηρίδας διορισμών με το νόμο 2525/97, οδήγησε στη δημιουργία έξι νέων κατηγοριών αδιορίστων (διαίρει και βασίλευε) με τη θεσμοθέτηση ισάριθμων επετηρίδων. Έτσι το σώμα αυτό έπαψε να έχει ενιαία συμφέροντα και άρα να μάχεται γύρω από ενιαίους στόχους. Ο αναπληρωτής εκπ/κός διδάσκει 21 ώρες την βδομάδα, έχει ασφάλεια ΙΚΑ, απολύεται κάθε καλοκαίρι, προσλαμβάνεται ίσως και αρχές Νοεμβρίου, και βέβαια κάθε σχολική χρονιά μπορεί να αλλάζει τόπο εργασίας και διαμονής.

Τα τελευταία χρόνια διογκώθηκε όμως ιδιαίτερα ένας νέος τύπος εργασιακής σχέσης στα σχολεία. Ο ωρομίσθιος. Αυτός εργάζεται για έναν μόνο συγκεκριμένο αριθμό ωρών μαξιμουμ 11 ώρες, περιφέρεται από σχολείο σε σχολείο για να συμπληρώσει ωράριο, δεν πληρώνεται για διακοπές και αργίες, έχει λειψή κοινωνική ασφάλιση από την οποία δεν μπορεί ποτέ να συνταξιοδοτηθεί πληρώνεται με μεγάλη χρονική καθυστέρηση ίσως και ενός χρόνου και με μια καθαρά εξευτελιστική αμοιβή. Κάτω από τέτοιες εργασιακές συνθήκες η επιστημονική και παιδαγωγική υπόσταση αυτού του εκπαιδευτικού κομματιού είναι υπονομευμένη. Μιλάμε για μια κατάσταση πλήρους εργασιακής ομηρίας τόσο στην εκάστοτε κυβέρνηση όσο και στην κομματική διοίκηση της εκπαίδευσης. Εργασιακή ομηρία που γίνεται πολύ χειρότερη από την έλλειψη συνδικαλιστικής κάλυψης των ωρομισθίων. Η ωρομισθία ξεκίνησε από την περιφέρεια της εκπαιδευτικής πράξης και επεκτείνεται σιγά -σιγά στο κανονικό πρόγραμμα. Έτσι παύει ν΄ αποτελεί μια απλή εξαίρεση του κανόνα των εργασιακών σχέσεων και γίνεται μία από τις τρεις εργασιακές ταχύτητες που διαμορφώνουν σήμερα το εργασιακό status στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πρίν το 2004 οι αναπληρωτές και οι ωρομίσθιοι ήταν 50%-50%, όμως τώρα τα πράγματα άλλαξαν υπερ των ωρομισθίων. Μέσω του ΕΠΕΑΕΚ προσλαμβάνουν ωρομίσθιους και αποφεύγουν την χρηματοδότησή τους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η ένταξη της χρηματοδότησης των ωρομισθίων σ΄ αυτά τα προγράμματα εξασφαλίζει φθηνή εργασία για το κράτος – εργοδότη και εξευτελιστική πληρωμή για τους ίδιους. Τα 12 ή 9 ευρώ μεικτά που σημαίνουν 9 ή 7 καθαρά ευρώ την ώρα δείχνουν το μέγεθος της εκμετάλλευσης και το πραγματικό πρόσωπο της μαύρης εργασίας, πάνω στην οποία οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στηρίζουν την πραγματοποίηση του εκπαιδευτικού έργου.

 Η εισαγωγή τέτοιου είδους εργασιακών σχέσεων αποτελεί όχι μόνον εργασιακή οπισθοδρόμηση που αφορά μόνο ένα κομμάτι εκπαιδευτικών αλλά μια γενικότερη οπισθοδρόμηση που αφορά την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Αξίζει να υπογραμμίσουμε την κατάσταση που επικρατεί στις απομονωμένες και δυσπρόσιτες περιοχές της χώρας, όπως και στις υποβαθμισμένες περιοχές των μεγάλων αστικών κέντρων,όπου ο θεσμός των αναπληρωτών και ωρομισθίων κυριαρχεί και όπου συνήθως φοιτούν και τα παιδιά των περιθωριοποιημένων κοινονικών στρωμάτων και των μεταναστών.

Η πρόταση για αντισταθμιστικές εκπαιδευτικές πολιτικές όπως είναι πχ η καθιέρωση των Περιοχών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας συναντά είτε την αδιαφορία των κυβερνήσεων, είτε την μερική αποδοχή της στα λόγια και κυρίως αποσπασματικά. Επιβάλλεται αν θέλουμε να μιλάμε για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης να γίνουν αλλαγές όχι μόνο στη Δομή και στο Περιεχόμενο, στα αναλυτικά προγράμματα και στα βιβλία αλλά και στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και στις εργασιακές σχέσεις, Κάθε εργαζόμενος στην Αβάθμια, Ββάθμια ή την Γβάθμια εκπ/ση πρέπει να έχει μόνιμες σχέσεις εργασίας. Η μοναδική λύση για να μην υπάρχουν κάθε σχολική χρονιά κενά στα σχολεία μέχρι και το τέλος του πρώτου τριμήνου θα ήταν η κατάργηση κάθε μορφής μερικής απασχόλησης (δηλ κατάργηση της εργασιακής σχέσης του ωρομισθίου και αναπληρωτή με εξαίρεση την πραγματική αναπλήρωση), η κάλυψη όλων των κενών με μόνιμους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, με σταθερή εργασιακή σχέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για αναβαθμισμένο Δημόσιο Σχολείο με υποβαθμισμένους καθηγητές.

 Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για αναβάθμιση στην εκπαίδευση χωρίς γεναία αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης.

 

ΠΗΓΗ: Η ΑΥΓΗ, Ημερομηνία δημοσίευσης: 29/11/2009,

http://www.avgi.gr/blog.avgi.gr/2009/06/ArticleActionshow.action?articleID=508194

Η ΔΙΖΩΝΙΚΗ ΔΙΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

Η ΔΙΖΩΝΙΚΗ ΔΙΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ


Του Λουκή Γ. Λουκαΐδη*


Πριν μπω στο θέμα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας πιστεύω ότι πρέπει να πω λίγα λόγια για την έννοια του ομοσπονδιακού κράτους. Ομοσπονδιακό κράτος είναι το κράτος που σε αντίθεση με το ενιαίο αποτελείται από περιοχές που έχουν καθορισμένη αυτονομία την οποία εφαρμόζει η κάθε μια με δικά της  όργανα (εκτελεστικά, νομοθετικά και δικαστικά) ενώ παράλληλα υπάρχει μια κεντρική κυβέρνηση (ομοσπονδιακή) η οποία έχει αρμοδιότητες που ασκούνται απ' ευθείας σε ολόκληρο το ομοσπονδιακό κράτος, δηλαδή σε όλες τις περιοχές, με άλλα δικά της
(ομοσπονδιακά) όργανα (εκτελεστικά κλπ). Συνεπώς ο λαός των σχετικά αυτόνομων περιοχών υπάγεται απ' ευθείας σε δυο εξουσίες εκείνη της κεντρικής κυβέρνησης και εκείνη της περιοχής όπου κατοικεί.

Οι εξουσίες αυτές κατά κανόνα δεν συγκρούονται. Τα περισσότερα κράτη είναι ενιαία π.χ. Γαλλία, Σουηδία, Ελλάς κ.α. Παραδείγματα ομοσπονδιακών κρατών είναι οι Η.Π.Α., Καναδάς, Αυστραλία, Ελβετία.

Ο κλασσικός τρόπος δημιουργίας του ομοσπονδιακού κράτους είναι δια της συνένωσης δυο ή περισσότερων κρατών υπό μια κοινή εξουσία ανεξάρτητη των εξουσιών κάθε κράτους τα οποία το απαρτίζουν (πχ ΗΠΑ, Ελβετία). Υπάρχει όμως και η περίπτωση δημιουργίας ομοσπονδιακού κράτους δια της αποσύνθεσης ήδη υφισταμένου ενιαίου κράτους (π.χ. Ρωσία, Βραζιλία). Το ομοσπονδιακό  κράτος είναι πολύπλοκο και πολυδάπανο λόγω των πολλών κρατικών οργάνων και διαδικασιών που απαιτούνται για την λειτουργία του.

Βασικές προϋποθέσεις σε κάθε ομοσπονδιακό κράτος είναι η ενότητα του μέσω του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρη την επικράτεια του(δικαίωμα εγκατάστασης ιδιοκτησίας, πολιτικά δικαιώματα κλπ), του κοινού νομίσματος, των κοινών βασικών αρχών δικαίου και της απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων. Στα ομοσπονδιακά κράτη δεν
νοείται να διαχωρίζονται οι περιοχές που συνθέτουν το κράτος ή τα ανθρώπινα δικαιώματα με βάση φυλετικά κριτήρια ή, στην περίπτωση των ατομικών δικαιωμάτων, ανάλογα με την περιοχή που τυγχάνει να εισέρχεται ένας υπήκοος του κράτους. Ο διαχωρισμός ενός ομοσπονδιακού κράτους σε περιφέρειες βασιζόμενες σε φυλετικά κριτήρια συνεπάγεται:

α) την παραβίαση της απαγόρευσης φυλετικών διακρίσεων σύμφωνα με τους κανόνες του αναγκαστικού διεθνούς δικαίου που επιφέρει σύμφωνα με τη Συνθήκη της Βιέννης 1980 ακυρότητα οποιασδήποτε διεθνούς συμφωνίας που προβλέπει τέτοια παραβίαση και

β) τη δημιουργία πόλωσης μεταξύ των περιφερειών που απαρτίζουν το κράτος και τη δημιουργία κινδύνου αντιπαλότητας και προώθησης θεμάτων σε κάθε περιφέρεια πάνω σε εθνικιστικά κριτήρια μάλλον παρά κριτήρια που εξυπηρετούν το κράτος σαν σύνολο με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διαχωριστικές παρά ενοποιητικές τάσεις, οι οποίες να διασπούν και ακόμη να ανεξαρτητοποιούν τις περιφέρειες.

Αυτά τα αρνητικά στοιχεία εντείνονται αν οι περιφέρειες είναι δυο όπως συνέβη με τη Τσεχοσλοβακία, η οποία τελικά χωρίστηκε σε δυο ανεξάρτητα κράτη έστω και αν δεν υπήρχαν τα επιπρόσθετα προβλήματα αναγκαστικού φυλετικού διαχωρισμού και αποκλεισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε οποιαδήποτε περιοχή. Εξάλλου η σύνθεση ενός ομόσπονδου κράτους με δυο μόνο ισότιμες περιοχές αποτελεί από μόνο του πρόβλημα λόγω της δυνατότητας κάθε περιφέρειας, ανεξάρτητα  αν ο πληθυσμός της αποτελεί μειοψηφία στο σύνολο του κράτος, να μπλοκάρει από μόνη της τις αποφάσεις της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Στην Κύπρο το προτεινόμενο ομοσπονδιακό κράτος θα απαρτίζεται (όπως ο όρος διζωνική εξυπακούει) από δυο μόνο περιφέρειες και θα κυβερνώνται από τις δυο κοινότητες Ε/Κ και Τ/Κ αντιστοίχως.

Τέτοιο πολιτειακό κατασκεύασμα δεν υπήρξε ούτε αναμένεται να υπάρξει άλλο ποτέ σε όλο τον κόσμο. Για να επιτευχθεί δε αυτό απαιτείται:

α) δημιουργία περιοχών βάσει γεωγραφικού διαχωρισμού και κοινοτικών/φυλετικών διακρίσεων και

β) αποκλεισμός των  πολιτικών δικαιωμάτων και της πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες με ίση μεταχείριση των μελών κάθε κοινότητας στην περιοχή που θα διοικείται από την άλλη κοινότητα.

Και οι δυο αυτές συνέπειες θα συγκρούονται με διεθνείς Συνθήκες Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που οπωσδήποτε θα συνεχίσουν να δεσμεύουν την Κύπρο. Βέβαια οι Τούρκοι ζητούν επιπρόσθετα να αποκλεισθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα εγκατάστασης  και περιουσίας σε κάθε περιοχή σε σχέση με την κοινότητα της άλλης περιοχής.

Και τούτο διότι για την εξασφάλιση της δικοινοτικής μορφής της λύσης που θα συνεπάγεται διοίκηση της μιας από τις δυο περιοχές από τους Τ/Κ επιδιώκεται η πλειοψηφία των κατοίκων και της ακίνητης ιδιοκτησίας να είναι Τ/Κ πάνω σε μόνιμη βάση.

Ουσιαστικά οι Τούρκοι επιδιώκουν ένα εθνικό ξεκαθάρισμα στην περιοχή που θα διοικούν για να διαιωνίσουν την τουρκοποίηση της περιοχής αυτής ως πρόδρομο ανεξαρτητοποίησής τους ως κρατικής οντότητας για να μην πω και τουρκοποίηση της υπόλοιπης Κύπρου. Αυτή ήταν πάντοτε η Τουρκική επιδίωξη και πέτυχαν ουσιαστικά την υλοποίηση της με το Σχέδιο Ανάν. Ένα Σχέδιο που καταδίκασε ο Κυπριακός λαός αλλά που δυστυχώς συνεχίζουν ορισμένοι πολιτικοί να προσπαθούν να το επαναφέρουν αφού το τσιμεντώσουν.

Με τα δεδομένα λοιπόν της Κύπρου η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία θα πάσχει από τα εξής σοβαρά προβλήματα:

θα διαχωρίζεται το κράτος σε δυο περιοχές Ε/Κ και Τ/Κ που η κοινοτική διακυβέρνησή τους θα καταστήσει την Τ/Κ περιφέρεια ουσιαστικά ανεξέλεγκτη. Και τούτο λόγω

α) της διαχρονικής πολιτικής της Τουρκίας για ανεξαρτησία της Τ/Κ περιοχής,

β) της άρνησης της Τ/Κ πλευράς να υπαχθεί σε μια κεντρική κυβέρνηση με ευρείες εξουσίες σε ολόκληρο το ομοσπονδιακό κράτος και

γ) την απαίτηση της Τουρκικής πλευράς για λήψη των αποφάσεων της κεντρικής κυβέρνησης σε σχέση με όλα τα θέματα με τη σύμφωνη  γνώμη της Τ/Κ περιφέρειας.

Οι Τουρκικές αυτές  απαιτήσεις έγιναν ήδη αποδεκτές από την παρούσα κυβέρνηση.

Συνέπεια αυτή της κατάστασης είναι ότι

α) οι έποικοι θα πολλαπλασιάζονται και νόμιμα και απεριόριστα λόγω του ελέγχου των βορείων συνόρων της Κύπρου από μία ανεξέλεγκτη Τ/Κ διοίκηση υποταγμένη στην Τουρκία,

β) οι Ε/Κ θα στερούνται βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τ/Κ περιφέρεια και

γ) θα καταλήξουμε σε νομιμοποίηση ουσιαστικής διχοτόμησης που θα οδηγήσει τελικά σε ένα ανεξάρτητο Τ/Κ κράτος που πολύ ευκολότερα παρά τώρα θα τύχει διεθνούς αναγνώρισης και που θα επεκτείνει την επιρροή του και στην υπόλοιπη Κύπρο.

Το σχέδιο Ανάν που διευκόλυνε τα Τουρκικά σχέδια και διέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία συντάχθηκε από την ομάδα των συνεργατών του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Στην ομάδα αυτή πρωταρχικό ρόλο διαδραμάτισε ως νομικός σύμβουλος για το σχέδιο ο Ελβετός Didier Pfirter.

Σε ένα άρθρο που δημοσίευσε το 2007[i] προ τιμή του φίλου του επίσης Ελβετού Προέδρου, τότε, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Κου Wildhaber παραδόξως, καταδικάζει το γεωγραφικό διαχωρισμό ξεχωριστών εθνικών ομάδων λέγοντας  τα εξής:

«Από πλευράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων ο γεωγραφικός διαχωρισμός δυο ξεχωριστών εθνικών ομάδων είναι εξαιρετικά προβληματικό εγχείρημα που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς επέμβαση με πολύ οδυνηρούς και δραστικούς τρόπους με τις ζωές και τα ανθρώπινα δικαιώματα του επηρεαζόμενου λαού.

Οποτεδήποτε αυτό συνέβηκε οι ζωές των θυμάτων κατεστράφησαν σε ουσιαστικό βαθμό και μόνο τα παιδιά τους ή άλλοι απόγονοι τους μπόρεσαν λίγο πολύ να αναπτύξουν ρίζες κάπου αλλού. Κάτω από ομαλές συνθήκες φαίνεται κυριολεκτικά αδύνατο να βρεθεί ένα νόμιμο δημόσιο συμφέρον που θα ήταν αρκετά ισχυρό για να δικαιολογήσει μια τέτοια δραστική επέμβαση στα ανθρώπινα δικαιώματα

Βέβαια στη συνέχεια ο κ. Pfirter προσπαθεί να δικαιολογήσει το ρόλο του στο σχέδιο Ανάν που κατέληξε στην υιοθέτηση ενός τέτοιου γεωγραφικού φυλετικού διαχωρισμού και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λέγοντας ότι βρήκε την κατάσταση στην Κύπρο με προϋπάρχοντα γεωγραφικό διαχωρισμό των δυο κοινοτήτων που ήταν αποτέλεσμα βίας και παραβίαζε ήδη τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και γι' αυτό προσπάθησε όσο ήταν δυνατό να συμβιβάσει μέσα στο σχέδιο τα ασυμβίβαστα.

Υπενθυμίζω πάλιν εδώ την κατάρρευση της διζωνικής ομοσπονδίας της Τσεχοσλοβακίας που ήταν διαμελισμένη σε δυο περιφέρειες που κατοικούντο από Τσέχους και Σλοβάκους αντιστοίχως. Η κατάρρευση επήλθε μόλις έφυγε το κομμουνιστικό  σύστημα που επιβαλλόταν από τη Σοβιετική Ένωση δια της βίας και επενεργούσε σαν ενοποιητικό στοιχείο. Σημειώνω εδώ ότι μετά την απελευθέρωση της από το κομμουνιστικό καθεστώς και παρόλο που τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως της ελεύθερης εγκατάστασης,  ιδιοκτησίας και πολιτικών δικαιωμάτων ήταν κατοχυρωμένα βάσει τη Ευρωπαϊκής σύμβασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων την οποία η Τσεχοσλοβακία επικύρωσε, η κατάρρευση του ομόσπονδου κράτους δεν αποφεύχθηκε.

Και τούτο οφειλόταν απλώς στη διπεριφερειακή φύση του κράτους και στο γεωγραφικό de facto διαχωρισμό των δυο εθνικών ομάδων. De facto γεωγραφικός διαχωρισμός εθνικών ομάδων υπάρχει και στο Βέλγιο που γι' αυτό και μόνο τον λόγο κινδυνεύει να διαλυθεί.

Η χώρα αυτή είναι μεν ομόσπονδο κράτος άλλα παρά την εκ των πραγμάτων διαίρεση σε περιφέρειες που κατοικούνται από διαφορετικές εθνικές κοινότητες το Σύνταγμα διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς φυλετικές διακρίσεις όπως ορισμένοι στην Κύπρο  εκ του πονηρού διατείνονται.

Στο Βέλγιο υπάρχει ελευθερία εγκατάστασης και ιδιοκτησίας όλων των Βέλγων σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας. Χρήσιμη είναι και η αναφορά στη  Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Το πρόβλημα είναι γνωστό. Υποτίθεται ότι δόθηκε λύση σ' αυτό με τη συμφωνία Dayton στις Η.Π.Α. Η λύση στηριζόταν και προέβλεπε διαχωρισμό και ξεχωριστά δικαιώματα των τριών εθνικών ομάδων του πληθυσμού δηλ. των Σέρβων, των Βοσνίων και των Κροατών. Κατοχύρωνε συνεταιρική και εκ περιτροπής διακυβέρνηση της χώρας με βάση εθνικιστικά και φυλετικά κριτήρια.

Μέχρι σήμερα η λύση αυτή δεν λειτουργεί. Διατηρείται επιφανειακά και τυπικά λόγω της παραμονής των ευρωπαϊκών στρατευμάτων που βρίσκονται εκεί για την υλοποίηση της λύσης. Η ένταση υπάρχει, η δυσλειτουργία συνεχίζεται και μόλις φύγουν τα στρατεύματα αναμένεται ότι το όλο πολιτειακό κατασκεύασμα θα καταρρεύσει.

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε τι έγραψε η νομικός σύμβουλος Gro Nystuen που έλαβε μέρος στις σχετικές διαπραγματεύσεις στο Dayton για την εν λόγω λύση.[ii] Επαναλαμβάνω επί λέξει το σχετικό κείμενο της με δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

«Στις διαπραγματεύσεις αναφορικά με τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, οι υπεύθυνοι-μεσολαβητές είχαν την τάση να θεωρούν τις προοπτικές κατάληξης σε μια πολιτική διευθέτηση, τόσο σημαντικές που μια ενδελεχής νομική ανάλυση των πτυχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στα Συντάγματα της χώρας αυτής δεν διεξάχθηκε. Κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων, ειδικότερα λόγω της αποτυχίας της διευθέτησης 18 μήνες προηγουμένως, θεωρήθηκε ως πολύ επικίνδυνο να εγερθούν ανησυχίες σχετικά με την εθνικιστική διάκριση που θα συμπεριλαμβανόταν στο συνταγματικό σύστημα. Υπήρχε ο φόβος ότι αυτό από μόνο του θα μπορούσε να καταστρέψει τις προοπτικές για μια συμφωνία. Βλέποντας όμως πίσω και σαν ένα μάθημα που πήραμε φαίνεται ξεκάθαρα ότι θα ήταν καλύτερη λύση να ακολουθήσουμε τις παραμέτρους του διεθνούς δικαίου κάνοντας την εθνικιστική ισορροπία του συστήματος προσωρινή. Αυτό θα επέτρεπε μια πολιτική εξέλιξη στη Βοσνία που τελικά θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς μια πολιτική ενοποίηση παρά όπως αποδείχθηκε ένα τσιμέντωμα της αρχικής πολιτικής της διάσπασης και αποσύνθεσης.»

Και συνεχίζει η εν λόγω νομικός:

«Η απροθυμία να εξεταστούν αυτά τα θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε σχέση με την συμφωνία ειρήνης του Dayton είχε σαν αποτέλεσμα ένα νομικό πλαίσιο που είναι ασυμβίβαστο με το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και που πράγματι κατακρίθηκε γι' αυτό το λόγο. Αλλά ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι είχε σαν αποτέλεσμα ένα πλαίσιο που εμποδίζει μια πολιτική εξέλιξη προς τη κατεύθυνση ενός γνήσιου πολυεθνικού συστήματος, το συνταγματικό σύστημα διασφαλίζει ότι η προσήλωση στην εθνικότητα θα παραμείνει ουσιαστικό στοιχείο για κάθε πρόσωπο και για κάθε πολιτικό κόμμα στη Βοσνία στο προβλεπτό μέλλον.

Η προσήλωση στην εθνικότητα θα είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από τα πολιτικά επιχειρήματα για σχεδόν κάθε πολιτικό θέμα. Η συνεχής διάσπαση θα επικρατεί. «Το συμπέρασμα αυτού του βιβλίου» καταλήγει η εν λόγω συγγραφεύς «είναι συνεπώς ότι είναι καλύτερα να τυγχάνουν χειρισμού τα ενδεχόμενα προβλήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε διαπραγματεύσεις για την ειρήνη μάλλον παρά να αγνοούνται. Έστω και αν ακόμη είναι δελεαστικό βραχυπρόθεσμα να παραγνωρίζονται ενδεχόμενα επίμαχα ζητήματα σχετιζόμενα με ανθρώπινα δικαιώματα, υπάρχει μεγαλύτερη ελπίδα επίτευξης πλήρους εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μακροπρόθεσμα αν τα θέματα αυτά τυγχάνουν χειρισμού με ανοικτό και συστηματικό τρόπο. Επίσης είναι προτιμότερο να καταλήγεις σε συμφωνίες που περιέχουν προσωρινές επεμβάσεις σε ανθρώπινα δικαιώματα μάλλον παρά να συμφωνείς σε διευθετήσεις στις οποίες αυτά τα θέματα δεν έτυχαν προσοχής και συνεπώς συνιστούν μόνιμες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως έγινε με τη συμφωνία Dayton».

Είναι για αυτό που πρέπει να προτάξουμε επιτέλους τις αρχές της Ε.Ε. όπου ανήκει και η Κύπρος δηλαδή την ελευθερία, τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου προς όφελος όλων των κατοίκων της Κύπρου.

Μόνο με βάση τις αρχές αυτές μπορεί να υπάρξει ένα ενωμένο κυπριακό κράτος όπου όλοι οι κάτοικοι θα απολαμβάνουν τα ίδια ανθρώπινα δικαιώματα ανεξάρτητα με την περιοχή που εισέρχονται και ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή.

Αν οι αρχές αυτές θα υιοθετηθούν θα έχουν σαν αποτέλεσμα να φέρουν μαζί όλες τις εθνικές κοινότητες για να συνεργαστούν για το κοινό συμφέρον της Κύπρου αντί να ανταγωνίζεται η μια την άλλη και να κατευθύνονται από εθνικά ελατήρια ή φιλοδοξίες. Αυτό είναι που ισχύει σε όλα τα δημοκρατικά κράτη. Επίσης μόνο με βάση τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανάφερα θα αποφευχθεί ο πολλαπλασιασμός των εποίκων και η διχοτόμηση πάνω σε νόμιμη μόνιμη βάση.

Βέβαια υπάρχει και το επιχείρημα: είναι τώρα πια δυνατόν να αλλάξει η πολιτική μας ηγεσία κατεύθυνση και να ζητά την εφαρμογή των εν λόγω αρχών;

Eίναι γεγονός ότι το ομοσπονδιακό διζωνικό δικοινοτικό κράτος  έγινε αποδεκτό πριν πολλά χρόνια από την πολιτική μας ηγεσία και συνεχίζει η αποδοχή αυτή  από τον παρόντα Πρόεδρο της Δημοκρατίας παρόλο ότι μεσολάβησαν τέτοια γεγονότα που άλλαξαν ριζικά τις πραγματικές και πολιτικές συνθήκες  έτσι που να επιβάλλουν αλλαγή της πολιτικής μας στο θέμα αυτό.

 

Τα γεγονότα αυτά ήσαν βασικά τα εξής:

(α) η ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983 από τους Τ/Κ,

(β) η έναρξη ισχύος της συνθήκης της Βιέννης του 1980 που προβλέπει για την ακυρότητα διεθνών συμφωνιών που είναι αντίθετες με κανόνες του αναγκαστικού δικαίου όπως εκείνους που είναι ασυμβίβαστοι με τη λύση για την οποία μιλούμε,

(γ) η καταδίκη της Τουρκίας από το ΕΔΑΔ για συνεχείς και μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

(δ) οι προτάσεις των Τ/Κ στις δικοινοτικές συνομιλίες που απομακρύνονται από την παραδοσιακή έννοια του ομόσπονδου κράτους και στηρίζουν μάλλον περισσότερο την έννοια της συνομοσπονδίας, τη συνεργασία δηλαδή δυο ανεξαρτήτων κρατών,

(ε) η απόρριψη από το λαό του σχεδίου Ανάν ο πυρήνας του οποίου ήταν η έννοια της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας και

(στ) φυσικά η ένταξη μας στην Ε.Ε., η οποία προϋποθέτει και απαιτεί το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιλαμβάνουν τις δημοκρατικές αρχές διακυβέρνησης και την απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων.

Η λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομόσπονδης κυπριακής πολιτείας υιοθετήθηκε, λόγω και της δικής μας πολιτικής στο θέμα αυτό, σε ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών οργανισμών.

Δυστυχώς αντί οι πολιτικές μας ηγεσίες να αναπροσαρμόζουν τις επιδιώξεις τους σύμφωνα με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις άλλες αρχές του διεθνούς δικαίου επέμεναν στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.

Όμως παρά την παραχώρηση αυτή οι Τούρκοι για 35 ολόκληρα χρόνια επεδίωκαν ακόμα χειρότερη λύση για την Κύπρο, μια λύση που θα εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα της Τουρκίας.

Έστω και τώρα όμως πιστεύω ότι μεταξύ νομιμοποίησης της διχοτόμησης- που όπως εξήγησα προηγουμένως θα επέλθει οπωσδήποτε με την παρούσα πολιτική- και της εφαρμογής των αρχών της Ε.Ε. δεν βλέπω γιατί οι ξένοι να μπορούν λογικά να αντιτάξουν την πρώτη πορεία αντί της δεύτερης. Έχω τη γνώμη ότι θα προτιμούσαν να μη δεχτούν στην οικογένεια τους ένα κράτος διαμελισμένο βάσει φυλετικών διακρίσεων. Αυτό βέβαια προϋποθέτει και μια από μέρους μας αλλαγή πολιτικής, μια αγωνιστική στρατηγική και πολλές προσπάθειες.

Οι Τούρκοι θα το δεχτούν; Οι Τούρκοι δεν δέχονται ούτε κράτος ενοποιημένο με βάση αρχές ούτε καν τις αρχές της Ε.Ε. Συνεπώς επειδή οι θέσεις τους είναι αδιάλλακτες και καταστρεπτικές για την πατρίδα μας έχουμε τουλάχιστον υποχρέωση να υπερασπίσουμε τον κυπριακό λαό με ασπίδα τις αρχές της Ε.Ε. Και να προσπαθήσουμε να πείσουμε τους ξένους για την ορθότητα των επιδιώξεων μας αφού τους ενημερώσουμε για τις απαράδεκτες θέσεις των Τούρκων κάτι που δεν έγινε αποτελεσματικά από την πολιτική μας ηγεσία.

Η συνεχής δε αρνητική Τουρκική στάση σε σχέση μάλιστα με από μέρους μας παραχωρήσεις πέρα ακόμη και από τις αρχές που ανάφερα, που συνεχίζει μέχρι σήμερα δίνει την ευκαιρία στην πολιτική μας ηγεσία να εκθέσει την Τουρκία ως κατέχουσα μια ευρωπαϊκή χώρα για 35 χρόνια ως παραβιάζουσα τα ανθρώπινα δικαιώματα  και ως επιδιώκουσα μια λύση που να διχοτομεί την Κύπρο δίνοντας έτσι σε μας το δικαίωμα να επανέλθουμε στη διεκδίκηση αρχών και αξιών πάνω στις οποίες να στηρίζεται  η λύση του προβλήματος μας. Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία καταστρατηγεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και αποτελεί σίγουρη συνταγή για καταστροφή της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Κυπριακού Ελληνισμού. Πρέπει να την αποτρέψουμε. Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει όλοι μας να στρατευθούμε.

 

Το χρωστούμε στους νεκρούς ήρωες μας, στα  παιδιά μας, στις επόμενες γενιές, στην πατρίδα μας.

 

* Ο Λουκής Γ. Λουκαΐδης είναι Δικηγόρος και τ. δικαστή του ΕΔΑΔ στην Κύπρο.

 

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ (ΚΥΠΡΟΣ), Ανανέωση σελίδας: 10.12.2009,

 http://web.me.com/tanea_london/greeknews-tanea.com/%CE%91%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B9%CF%82-7.html

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.



[i] Ηuman Rights Democracy and the Rule of Law: Liber amicorum Luzius
Wildhaber, 2007, p. 595 et seq.

 

[ii] Achieving Peace or Protecting Human Rights? Martinus Nijhoff Publishers,
2005, pp 133-136.

ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ … ομιλούν

 

ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

 

Τα 3 Α της τριπλής αποτυχίας

MOODY'S, STANDARD & POOR'S ΚΑΙ FITCH ΔΕΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΟΜΙΛΟΥΝ*

 

του Λεωνίδα Βατικιώτη

 

Μπορεί στην Ελλάδα και σε μια σειρά άλλες χώρες, τα δημόσια οικονομικά των οποίων είναι στην κόψη του ξυραφιού, να κρεμόμαστε από τα χείλη των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, στις ΗΠΑ όμως δέχονται σφοδρότατη κριτική λόγω των τεράστιων ευθυνών τους στο ξέσπασμα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης.

Πρόσφατα, το αμερικανικό περιοδικό TIME δημοσίευσε μια λίστα με τους 25 βασικότερους υπαίτιους της οικονομικής κρίσης. Μεταξύ αυτών ήταν οι δύο τελευταίοι πρόεδροι των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Μπους, ο πρωθυπουργός της Κίνας, Γουέν Γιαμπάο, ο πρώην διοικητής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Άλαν Γκρίνσπαν, γνωστός κι ως «μάγος» την εποχή της παντοδυναμίας του, ο πρωθυπουργός και κεντρικός τραπεζίτης της Ισλανδίας, Ντέιβιντ Όντσον, ο υπουργός Οικονομικών του Μπους και διευθυντής της Goldman Sachs πριν εγκαταλείψει τις δάφνες του ιδιωτικού τομέα για να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, Χανκ Πόλσον, και μία γυναίκα, η Κάθλιν Κόρμπετ, επικεφαλής της εταιρείας αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, Standard & Poor's ή S&P στη ζαργκόν δημοσιογράφων, επιχειρηματικού κόσμου και οικονομολόγων.

Η S&P, θυγατρική της McGraw Hill, μαζί με την Fitch Ratings, θυγατρική της Fimalac και την Moody's Investors Service, οι «3 μεγάλες» όπως συχνά αποκαλούνται ελέγχουν τουλάχιστον το 85% της αγοράς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Από τον αυστηρότατο έλεγχό τους περνούν ή θα έπρεπε τουλάχιστον να περνούν όλα τα ομόλογα που εκδίδει ο ιδιωτικός και δημόσιος τομέας, συμπεριλαμβανομένης της πιο μικρής επιχείρησης και του πιο ισχυρού κράτους από την μια άκρη της γης μέχρι την άλλη, με σκοπό να βαθμολογήσουν το αξιόχρεό τους και να καθοδηγήσουν τους επενδυτές. Η τρομακτική δύναμή τους έγινε αντιληπτή πρόσφατα στην Ελλάδα, στις 7 Δεκέμβρη συγκεκριμένα, όταν μια απλή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από «Α-» (που είχε δοθεί πάλι κατόπιν υποβάθμισης στις 22 Οκτώβρη) σε «ΒΒΒ+» από τον οίκο Fitch στάθηκε αρκετή για να προκαλέσει ένα τσουνάμι διεθνών αντιδράσεων και, κυρίως,  κινδυνολογίας σε σημείο που να συζητιέται ακόμη κι από σοβαρά κατά τ' άλλα έντυπα το ενδεχόμενο κήρυξης χρεοστασίου, όπως πριν μια δεκαετία είχε πράξει, για παράδειγμα, η Αργεντινή.

Αρχικά, πρέπει να τονιστεί, ότι κάθε τέτοια αξιολόγηση συνοδεύεται από… δάκρυα και αίμα. Μένοντας στα κρατικά ομόλογα, αποφάσεις υποβάθμισης των διεθνών οίκων αξιολόγησης συνεπάγονται αυτόματα μια άνοδο του επιτοκίου που πρέπει να πληρώνει το κάθε κράτος για να συγκεντρώσει τα ποσά που χρειάζεται και να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται αφαίμαξη του κρατικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα δημόσια έσοδα να κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, στην περίπτωση εκείνη που οι αξιολογήσεις είναι αρνητικές, αντί για συντάξεις. Ειδικότερα για την χώρα μας, με κάθε 1 μονάδα που αυξάνεται η διαφορά των επιτοκίων μεταξύ των γερμανικών και των ελληνικών ομολόγων (το spread, όπως λέγεται στα… ελληνικά) τα δημόσια ταμεία επιβαρύνονται με το μυθικό ποσό των 900 εκ. ευρώ!

Το ερώτημα επομένως που αβίαστα προκύπτει αφορά την αξιοπιστία που διαθέτουν οι «3 μεγάλες» για να επιτελούν αυτό το τεράστιας οικονομικής και πολιτικής (αν σκεφτούμε τις παρενέργειες) σημασίας έργο. Κι η απάντηση είναι πως η ανώτερη και πιο σίγουρη βαθμολογία τους, το «ΑΑΑ» αφορά πριν απ' όλα την παταγώδη αποτυχία και των τριών εταιρειών να επιτελέσουν με αξιοπιστία και αντικειμενικότητα το έργο που έχουν αναλάβει!

Η διεθνής οργή για το ρόλο των «3 μεγάλων» βγήκε στην επιφάνεια με αφορμή τις ευθύνες που επωμίστηκαν για το ξέσπασμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, που ως σημείο αφετηρίας είχε τα υποβαθμισμένα στεγαστικά δάνεια στην αμερικανική κτηματική αγορά. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρωτοφανή κερδοσκοπία που προηγήθηκε του σκασίματος της φούσκας γιατί αυτές οι εταιρείες βάφτιζαν τα σκουπίδια… χρυσάφι. Συγκεκριμένα εν χορώ και οι τρεις εταιρείες έδωσαν πολλές φορές την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία στα τιτλοποιημένα δάνεια που κυκλοφορούσαν από τράπεζα σε τράπεζα ως ενέχυρο, τα οποία στη συνέχεια, όταν αποδείχθηκαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ευρύτερου πιστωτικού συστήματος, αποκαλέστηκαν «τοξικά». Πριν ο θησαυρός όμως αποδειχθεί άνθρακας, τιτλοποιημένα δάνεια υπό την μορφή δομημένων ομολόγων, με την ανώτερη δυνατή αξιολόγηση των εταιρειών αυτών είχαν αποκτήσει την έξωθεν καλή μαρτυρία για να εισέλθουν στα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια, που μη έχοντας δικούς τους μηχανισμούς ελέγχου του αξιόχρεου για κάθε ένα από τα χιλιάδες ομόλογα που κυκλοφορούν στην αγορά, εμπιστεύονταν τυφλά την Moody's, την S&P και την Fitch, που τώρα με ύφος αδέκαστου κριτή ρίχνουν στα Τάρταρα την ελληνική οικονομία.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα στην αμερικανική αγορά να υπάρχει κατακλυσμός μηνύσεων από συνταξιοδοτικά ταμεία που όταν εμπιστεύτηκαν την κρίση τους ζημιώθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Για παράδειγμα, ο γενικός εισαγγελέας του Οχάιο, λόγω του ότι το συνταξιοδοτικό ταμείο της αμερικανικής Πολιτείας έχασε 500 εκ. δολ. ακολουθώντας τις οδηγίες των «3 μεγάλων» τους άσκησε δίωξη κατηγορώντας τις πως «προκάλεσαν καταστροφή στις αμερικανικές αγορές παρέχοντας αδικαιολόγητες και υψηλές αξιολογήσεις για τα ομόλογα που καλύπτονταν από στεγαστικά δάνεια με αντάλλαγμα επικερδέστατες χρεώσεις στους εκδότες των ομολόγων»! Το κατηγορητήριο καταπέλτης συνεχίζει με τα ακόλουθα: «Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη χειρότερη οικονομική κρίση που προκλήθηκε στο Οχάιο μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1930. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας διαβεβαίωσαν τα συνταξιοδοτικά ταμεία των υπαλλήλων μας ότι πολλά απ' αυτά τα ομόλογα διέθεταν την υψηλότερη αξιολόγηση και τον χαμηλότερο κίνδυνο. Ωστόσο πούλησαν την επαγγελματική τους αντικειμενικότητα και ακεραιότητα στον μεγαλύτερο πλειοδότη»!

Το δεύτερο παράδειγμα δικαστικής προσφυγής εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας προέρχεται από το Calpers, το συνταξιοδοτικό ταμείο των δημοσίων υπαλλήλων της Καλιφόρνιας, που καλύπτει 1,6 εργαζόμενους. Ένα ταμείο με ενεργητικό (που θα ζήλευαν πολλά κράτη) ύψους 180 δισ. δολ. το οποίο λόγω των συμβουλών της Moody's το 2006 να επενδύσει σε 3 συγκεκριμένα δομημένα ομόλογα που κατέρρευσαν τη διετία 2007 – 2008 ζημιώθηκε στο τέλος του 2008 πάνω από 1 δισ. δολ. Στο κατηγορητήριο υπάρχουν πραγματικά διαμάντια. Επισυνάπτεται για παράδειγμα εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία υπαλλήλων της αξιολογικής εταιρείας στο οποίο αναφέρεται ότι «από τους βαθμούς που δίνουν δεν αξίζουν ούτε οι μισοί»! Σε άλλο μήνυμα υπάλληλος της εταιρείας κάνοντας πλάκα με αυτά που είχαν δει τα μάτια του εύχεται απευθυνόμενος σε άλλον: «ας ελπίσουμε όλοι να είμαστε πλούσιοι και συνταξιοδοτημένοι όταν θα καταρρεύσει αυτός ο πύργος από τραπουλόχαρτα»! Τα δύο παραπάνω παραδείγματα δεν είναι και τα μοναδικά. Δικαστικές προσφυγές εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης είναι σε εξέλιξη επίσης από το συνταξιοδοτικό ταμείο των εργαζομένων στην Ινδιάνα, από τον γενικό εισαγγελέα του Κονέκτικατ, κ.α.

Παρόλα αυτά το φαινόμενο δεν είναι και τόσο καινούργιο. Η πρώτη φορά που οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα ήταν με την κατάρρευση του αμερικανικού ενεργειακού γίγαντα της Enron, το 2002. Τότε μαζί με τις «3 μεγάλες» σήμανε το τέλος της αθωότητας και των λοστικοελεγκτικων εταιρειών που επί χρόνια έβρισκαν τα λογιστικά βιβλία και τον ισολογισμό της Enron αψεγάδιαστο. Όπως και τώρα έτσι και τότε πολλοί πιστωτές κατέφυγαν στη δικαιοσύνη. Ομοσπονδιακό δικαστήριο όμως έριξε στα μαλακά τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας δεχόμενο την υπερασπιστική τους γραμμή ότι κι αυτές εξαπατήθηκαν από την Enron. Επίσης τους αναγνώρισε ένα ελαφρυντικό: ότι όπως κι ο Τύπος λειτουργούν συμβουλευτικά και τίποτε παραπάνω!

Επιστρέφοντας στις πρόσφατες αποκαλύψεις, πίσω από την εκτεταμένη επιχείρηση παραπλάνησης των επενδυτών φάνηκε ότι υπήρχαν δύο αιτίες που συνιστούσαν θεμελιακή σύγκρουση συμφέροντος. Η πρώτη αιτία σχετίζεται με το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρείες πληρώνονταν από αυτούς που εξέδιδαν τα ομόλογα. Κι ως γνωστό ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με την υπέρβαση των εργασιών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και την επέκταση των δραστηριοτήτων τους ακόμη και σε επαγγελματικές δραστηριότητες δημιουργίας επενδυτικών προϊόντων. Κι όπως ο καθένας μπορεί να φανταστεί αυτά ακριβώς τα προϊόντα τα βαθμολογούσαν στη συνέχεια με την καλύτερη δυνατή βαθμολογία. Αυτές ακριβώς οι αιτίες είναι που οδήγησαν τις «3 μεγάλες» ακόμη και μια μέρα πριν την κατάρρευση της Lehman Brothers, στις 13 Σεπτέμβρη 2008, να την βαθμολογούν με «Α», «Α2» και «Α+». Εξ ίσου γενναιόδωρες ήταν οι Standard & Poor's, η Fitch κι η Moody's απέναντι σε όλους τους κολοσσιαίους χρηματοπιστωτικούς ομίλους που βρέθηκαν πέρυσι στο μάτι του κυκλώνα κι οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία: AIG, Bear Sterns, Merrill Lynch. Η μια είχε καλύτερη βαθμολογία από την άλλη, που θα τη ζήλευαν το ομόλογα του ελληνικού ή του ισπανικού δημοσίου που δέχονται συνεχείς υποβαθμίσεις… Το πόσο διαβλητή κι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης τελικά ήταν η διαδικασία αξιολόγησης είχε φανεί κι από τα παζάρια που γίνονταν πέρυσι το φθινόπωρο στο απόγειο της κρίσης μεταξύ του αμερικανικού δημοσίου, των «3 μεγάλων» και των υπό πτώχευση εταιρειών για τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η υποβάθμιση των ομολόγων των υπό πτώχευση εταιρειών ώστε να μην πάρουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα και ρυθμούς χιονοστιβάδας οι αρνητικές συνέπειες από τα συνεχή «κανόνια».

Το τι διακυβευόταν από κάθε συμφωνία αναφέρθηκε καθαρά στους New York Times στις 15 Ιουλίου 2009 σε ρεπορτάζ σχετικά με τα δομημένα ομόλογα που έσκασαν στα χέρια των συνταξιούχων της Καλιφόρνιας: «Το αντίτιμο που λάβαιναν οι εταιρείες αξιολόγησης για να συμβάλουν στην δημιουργία αυτών των επενδυτικών προϊόντων κυμαίνονταν από 300.000 μέχρι 500.000 κι έφθαναν μέχρι το 1 εκ. για κάθε συμφωνία». Πως η Moody's ακόμη και μετά την υποβάθμιση πολλών δομημένων ομολόγων της να μην εκδίδει έκθεση με τον ακόλουθο τίτλο, που πέρασε στην ιστορία: «Δομημένα επενδυτικά οχήματα: Μια όαση ηρεμίας στη δίνη των υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων»!

Η σύγκρουση συμφέροντος των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας περιγράφηκε με πολύ παραστατικό τρόπο από το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 5 Ιούνη: «Οι "3 μεγάλες" μπορούν να παρομοιαστούν με γεροντοφρικιά μέσα σε μια ομάδα δασκάλων που παίρνουν το τσιγαρλίκι τους από τους μαθητές τους κι όταν φθάνει η κατάσταση ευφορίας τούς ανταμείβουν με την καλύτερη βαθμολογία»! Οι New York Times το έθεταν πιο ευγενικά στις 9 Δεκέμβρη: «είναι σαν ένα εστιατόριο να πληρώνει τον κριτικό για να αξιολογήσει τα πιάτα του μόνο αν η ετυμηγορία του αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευνοϊκή».

Απέναντι σ' αυτή την κατάσταση η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να λάβει αυστηρά μέτρα που θα συμπεριλαμβάνονται στο πακέτο των προτάσεων ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς, για να μην επαναληφθούν τα λάθη που οδήγησαν σ' αυτή την κρίση. Σ' αυτό το πλαίσιο για παράδειγμα συζητιέται η εκ βάθρων αναθεώρηση του τρόπου πληρωμής τους ώστε στο εξής η αμοιβή να μην προέρχεται από τους εκδότες, αλλά από τους επενδυτές. Οι υπόλογοι (Standard & Poor's, Fitch και Moody's) συναινούν στην ανάγκη αλλαγής του ρυθμιστικού πλαισίου, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες τους. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε από τον Μάιο μια σειρά αποφάσεων που εισάγει αυστηρότερα κριτήρια για την λειτουργία των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας στο έδαφος των 27 κρατών μελών της ΕΕ.

Ακόμη κι έτσι όμως παραμένει το ερώτημα για την σκοπιμότητα αξιολόγησης των κρατών με κριτήρια και μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τις επιχειρήσεις. Γεννάται επίσης το ερώτημα για το πόσο ανεξάρτητη και πραγματικά αδιάβλητη μπορεί να είναι μια διαδικασία τόσο ευαίσθητη όταν βρίσκεται στα χέρια του ιδιωτικού τομέα όπου μέτρο των πάντων είναι η κερδοφορία. Δεν φανταζόμαστε για παράδειγμα για ποιον άλλο λόγο πέρα από το να αποκομίσει νέα κέρδη μπορεί να απέκτησε το 19% των μετοχών της Moody's η εταιρεία Berkshire Hethaway του Ουόρεν Μπάφετ, γνωστού κι ως Μίδα; Μήπως επομένως το σημαντικότερο συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί από την πρόσφατη κρίση είναι πως ορισμένες νευραλγικού χαρακτήρα για το οικονομικό σύστημα δραστηριότητες αξιολόγησης (όπως επίσης κι ο έλεγχος των ανωνύμων εταιρειών που μέχρι πριν 20 χρόνια στην Ελλάδα ασκούταν αποκλειστικά και μόνο από το κράτος) πρέπει να ασκούνται στο εξής από τον δημόσιο τομέα;

 

* Το άρθρο θα δημοσιευτεί στο περιοδικό Διπλωματία

 

Ο συμβολισμός του ασύλου

Ο συμβολισμός του ασύλου

 

Του Γιάννη Πανούση*

 

Ένας νους, πριν γίνει αριστερόστροφος ή δεξιόστροφος πρέπει να είναι κοινός, δηλαδή να συν-κοινωνεί με τη λογική, να εκφράζεται με ειλικρίνεια και να κατανοείται από τους άλλους. Στο ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου διαπιστώνουμε μια εσκεμμένη ασάφεια στους λόγους πολιτικών και ακαδημαϊκών και μια βολική αφασία στο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.

Θα επιχειρήσω να κωδικοποιήσω τα σημεία όχι τριβής, αλλά σιωπής.

1. Η θεσμοθέτηση του πανεπιστημιακού ασύλου στο νόμο-πλαίσιο του 1982 αποτύπωνε και συμβόλιζε την ιστορική νίκη της Δημοκρατίας επί της φασιστικής χούντας και όχι τη βίαιη επιδρομή γνωστών – άγνωστων κουκουλοφόρων κατά των δημοκρατικών θεσμών.

2. Το άσυλο είναι ακαδημαϊκό και όχι κοινωνικό, ώστε να «συμμετέχουν» σε αυτό άλλες κοινωνικές τάξεις. Αυτό είναι δεδομένο γιατί η σχετική διάταξη βρίσκεται σε πανεπιστημιακό νόμο και όχι σε νόμο κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής αλληλεγγύης. Αρα, δεν πρόκειται για «άσυλο του λαού». Αλλο θέμα αν θέλει η πολιτεία να θεσμοθετήσει και να αναγνωρίσει πολλούς χώρους «κοινωνικού ασύλου».

 

3. Πρόκειται για άσυλο και όχι για ασυλία. Δεν επιτρέπεται, συνεπώς, ούτε κάποιος ποινικά διωκόμενος να αναζητεί στο άσυλο προστασία ούτε μέσα στους χώρους του ασύλου να τελούνται οποιασδήποτε φύσης εγκλήματα (και όχι μόνο κακουργήματα).

4. Υπερασπιστές του ασύλου είναι τα αναφερόμενα στον πανεπιστημιακό νόμο μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας και όχι τρίτοι.

5. Η προστασία του ασύλου κακώς προσεγγίζεται σαν αστυνομικό πρόβλημα, διότι «εκ των έσω» υπονομεύεται.

6. Η όποια κατοχύρωση του ασύλου δεν έχει καμιά σχέση με ακραίες απειθαρχίες μέσα στα ιδρύματα, όπου δεν υπάρχει και δεν εφαρμόζεται κανένας κανόνας δεοντολογίας και πολιτισμού.

7. Η ακαδημαϊκή κοινότητα υπεκφεύγει (αν δεν υποκρίνεται) όταν ισχυρίζεται ότι μπορεί να (αυτο)προστατευτεί. Κοντά 30 χρόνια και δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι οι μισοί φοβούνται και ορισμένοι «γνωρίζουν»;

 

8. Οι πολιτικοί υπεκφεύγουν (αν δεν υποκρίνονται) όταν λένε ότι «θα εφαρμοστεί ο νόμος». Το πολιτικό ερώτημα είναι τι κάνουν όταν δεν εφαρμόζεται (όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες) ο νόμος. Αλλάζουν τον νόμο ή κοιτούν αλλού;

9. Στις χώρες όπου δεν αναγνωρίζεται θεσμικά το άσυλο ουδεμία αστυνομική ή άλλη δύναμη δεν σκέφτεται καν να εισέλθει στους χώρους. Οταν όμως το κράτος αποφανθεί ότι συντρέχουν οι λόγοι για να εισέλθει, τότε όλοι εμπιστεύονται το κράτος και όχι τους «επαγγελματίες – επαναστάτες».

10. Μπορεί να επιτευχθεί μια νέα κοινωνική και ακαδημαϊκή συμφωνία για το άσυλο όπως αυτή του Ν. 1168/82;

Κατά τη γνώμη μου όχι. Εχουμε το «άσυλο» που μας αξίζει (εντός και εκτός).

Δεν ήμασταν το 1982 έτοιμοι για να διαχειριστούμε τόσες ελευθερίες και δεν είμαστε τόσο άδολοι το 2009 για να μη φοβόμαστε την «εκδίκηση» των ελευθεριών που προδώσαμε.

 

* Ο κ. Γιάννης Πανούσης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Σημείωση admin: Βιογραφικό του εδώ

http://www.media.uoa.gr/main/gr/faculty_gr/panoussis_gr.html

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 16-12-09, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_16/12/2009_383796

Σχετικά με το άμεσο μέλλον της εκπαίδευσης

Σχετικά με το άμεσο μέλλον της εκπαίδευσης

 

Του Δημήτρη Βεργίδη*

Ομόφωνα οι πολιτικοί αρχηγοί των κοινοβουλευτικών κομμάτων στην ελληνική Βουλή καταδίκασαν το νεοφιλελευθερισμό για την επαπειλούμενη κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μας προειδοποίησαν για τις δυσβάσταχτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της  κρίσης του τραπεζικού συστήματος.

Πολιτικοί και οικονομολόγοι στην Ευρώπη και στην Αμερική θεωρούν τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές καταστροφικές για το τραπεζικό σύστημα και για την πραγματική οικονομία, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος.

Τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα, όμως, δεν εφαρμόσθηκαν μόνο στο τραπεζικό σύστημα και στην οικονομία, με καταστροφικά όπως αποδείχθηκε αποτελέσματα. Εφαρμόζονται και στην εκπαιδευτική πολιτική από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις εθνικές κυβερνήσεις. Τα βασικά δόγματα της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής είναι:

α. Η εκπαίδευση είναι εμπόρευμα και συνεπώς οι φορείς παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών πρέπει να λειτουργούν με τους όρους της αγοράς.

β. Οι εκπαιδευόμενοι είναι πελάτες και έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν «ελεύθερα» εκπαιδευτικές υπηρεσίες, αξιοποιώντας τις παρεχόμενες ευκαιρίες, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα, τις προτεραιότητες και τις επιλογές τους, για τις οποίες είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι οι ίδιοι (όπως και οι κάτοχοι πιστωτικών καρτών και οι δανειολήπτες).

γ. Οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες παρέχονται τόσο από δημόσιους όσο και από ιδιωτικούς φορείς, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού για την προσέλκυση πελατών (όπως και τα τραπεζικά προϊόντα).

δ. Ρόλος του κράτους είναι η απορρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και η διευκόλυνση του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά εκπαιδευτικών ευκαιριών, ώστε η αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών να αυτορρυθμίζεται ελεύθερα χωρίς κρατικό παρεμβατισμό (όπως αυτορρυθμίστηκε η αγορά τραπεζικών προϊόντων με καταστροφικά αποτελέσματα).

Τις συνέπειες των νεοφιλελεύθερων δογμάτων τις ζούμε στο επίπεδο της οικονομίας. Θα πρέπει να τις ζήσουμε και στο επίπεδο της εκπαίδευσης; Θα πρέπει να περιμένουμε την απαξίωση και την κατάρρευση της εκπαίδευσης για να θρηνήσουμε εκ των υστέρων στα ερείπια και να ζητήσουμε την παρέμβαση της πολιτείας για να διασωθεί ό,τι μπορεί να διασωθεί; Ποιο θα είναι το κόστος της κατάρρευσης του εκπαιδευτικού συστήματος που προκαλεί η νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση;   

 Η εμπορευματοποίηση και η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης που επιδιώκουν οι νεοφιλελεύθερες αγοραίες εκπαιδευτικές πολιτικές οδηγούν στην απορρύθμιση της εκπαίδευσης, δια του πληθωρισμού των φορέων και των τίτλων σπουδών. Η ασυδοσία των αγορών έχει αποδειχθεί καταστροφική και η αυτορρύθμιση με βάση το ατομικό κέρδος και τις «ελεύθερες» ατομικές επιλογές εκπαιδευτικών υπηρεσιών οδηγεί στην αποδιοργάνωση των θεσμών, στην υποβάθμιση της εκπαίδευσης και στην αγοραπωλησία πτυχίων.

Ζητάμε την άμεση ανατροπή των νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών πολιτικών, την παρέμβαση σε όλα τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της χώρας μας ώστε να αποτραπεί η απορρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Τώρα γνωρίζουμε εκ του αποτελέσματος, με τον πιο δραματικό τρόπο ότι το δόγμα της αγοράς που αυτορρυθμίζεται προς το συμφέρον όλων μας είναι καταστροφικό και επικίνδυνο.

Ζητάμε να μην παράγονται εκπαιδευτικά τοξικά προϊόντα σε βάρος του εθνικού και του δημοσίου συμφέροντος.

 

* Ο Δημήτρης Βεργίδης είναι καθηγητής με γνωστικό αντικείμενο «Επιμόρφωση και Εκπαιδευτική Πολιτική» στο Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο πανεπιστήμιο Πατρών.

 

Σημείωση admin: Το άρθρο γράφτηκε στις 4 Νοεμβρίου 2008 και δημοσιεύεται με τη συναίνεσή του.  Σύντομο βιογραφικό συγγραφέα μπορείτε να δείτε εδώ:

http://www.elemedu.upatras.gr/?section=589&itemid691=762&secondary=966

Tο αρχονταρίκι… Ποίηση π. Ηλία Υφ.

Tο αρχονταρίκι…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Έλεγε κάποιος δικαστής,
Αρμόδιος και εκφραστής
Της τρίτης εξουσίας,
Ου μην αλλά και εραστής
Της άγαν προνομιακής
Αυτών μισθοδοσίας:

-Άρχοντας να 'ναι ο δικαστής!
Ως ήταν και ως τώρα…
Για να μην είναι ευάλωτος
Σε μίζες και σε δώρα!

Και είπε κάποιος χωρικός
Των τριακοσίων τριάντα,
Όπου δεν είχε μετρητά
Και κρέντιτο στη μπάνγκα:

 

-Άρχοντας είν' οπ' έχει αρχές
Και δικαιοφροσύνη!
Κι όχι απληστία ακόρεστη
Και αδικοφροσύνη…

Όπου ζητάει πάντοτε
Του δίκιου τα πρεπούμενα
Κι όχι αυξήσεις άπληστες
Και δη «καθυστερούμενα»…

 

Αυτός, που διαρκώς πολλά
Και πιότερα γυρεύει,
Αυτός το δίκιο του λαού
Μάλλον δεν διαφεντεύει.

Των πλούσιων συμφέροντα
Μάλλον θα υποστηρίζει
Και των αρχόντων τ' άδικο
Πιότερο θα στηρίζει…

Γιατί, όπως λέει ο λαός
Και δίκαια σατιρίζει:


«Το σκύλο, όπου ταΐζουνε,
Εκεί κι αυτός γαβγίζει
»…

 

Παπα-Ηλίας, 17-12-2009

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

To ΠΑΜΕ απέναντι στα συνδικάτα

Η στάση του ΠΑΜΕ απέναντι στα συνδικάτα 


Μια επικίνδυνη ταχτική, μια «αριστερή» απεργοσπασία.

 

Του  Γιώργου Σόφη *

 

Μπροστά στην απεργία της 17/12 η ηγεσία και τα μέλη του ΠΑΜΕ εγκαινίασαν μια πρωτοφανή ταχτική. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν κηρυγμένες απεργιακές κινητοποιήσεις, το ΠΑΜΕ καλούσε κατ' αρχάς τα μέλη του σε συμμετοχή στην απεργία που το ίδιο εξάγγειλε.

Η πρωτοφανής αυτή ενέργεια, δηλαδή της συμμετοχής σε μια απεργία χωρίς συνδικαλιστική κάλυψη, αποτελεί ένα νέο στοιχείο της πολιτικής του ΠΑΜΕ και κατ' επέκταση του ΚΚΕ στη πολιτική και συνδικαλιστική σκηνή. Η ενέργεια αυτή έχει τα εξής σημαντικά χαρακτηριστικά.

Πρώτον οδηγεί σε τυχοδιωκτική στάση τους εργαζόμενους που θα ακολουθήσουν τις επιλογές του ΠΑΜΕ, αφού είναι πιθανόν να βρεθούν απέναντι στην εργοδοσία χωρίς έστω και την στοιχειώδη κάλυψη από κάποιο σωματείο.

Δεύτερον εξατομικεύουν τη σχέση του εργαζόμενου με την απεργία, αφού η συλλογική δράση αντικαθίσταται με την ατομική συμπεριφορά ανεξάρτητα απ' τις όποιες συλλογικές αποφάσεις.

Τρίτον οδηγεί σε ρήξη μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα οδηγώντας το στην παράλυση και την διάλυση αφού παύουν πια να λειτουργούν οι όποιες αποφάσεις είτε των Δ.Σ., ή των γενικών συνελεύσεων των εργαζομένων.

Στη πραγματικότητα η στάση αυτή του ΠΑΜΕ ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αφού αρχικά φρόντισε να αποτρέψει κάθε κινητοποίηση από ομοσπονδίες που δεν ελέγχει, στη συνέχεια καταστρατηγεί τις όποιες δομές έχει καταχτήσει το συνδικαλιστικό κίνημα, μέσα από πολύμορφους και παρατεταμένους αγώνες.
Στην πραγματικότητα δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για την οριστική διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος και ανοίγει το δρόμο στην απεργοσπασία με όποια μορφή και αν αυτή εμφανίζεται.

Αλήθεια μετά απ' αυτή τη στάση του ΠΑΜΕ, που απαξιώνει απόλυτα την έννοια του συνδικάτου, ποιος θα μπορέσει να σταματήσει το δρόμο της απεργοσπασίας της ΠΑΣΚ και της ΔΑΚΕ, που και αυτοί με την σειρά τους θα καλούν να συμμετέχουν τα μέλη τους σε μια απεργία ή να απεργοσπαστούν κατά το δοκούν και όχι φυσικά με τις αποφάσεις των συνδικάτων.

Αλήθεια θα έπρεπε το ΠΑΜΕ να απαντήσει που και πότε προκάλεσε γενικές συνελεύσεις ή έστω συγκεντρώσεις των εργαζομένων για να πάρουν την όποια απόφαση για τις κινητοποιήσεις. Στη πραγματικότητα έκανε το ακριβώς αντίθετο. Αποφάσισε την απεργία και στη συνέχεια την ΕΠΕΒΑΛΕ στα σωματεία και τις ομοσπονδίες που ελέγχει, ενώ ταυτόχρονα απαιτούσε και από τις υπόλοιπες συνδικαλιστικές οργανώσεις να στοιχηθούν πίσω από το ΠΑΜΕ.

Η ενέργεια αυτή του ΠΑΜΕ είναι μια απεργοσπαστική ενέργεια ανεξάρτητα με ποιο μανδύα επιχειρούν να την καλύψουν. Οι δήθεν κορώνες ότι με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτουν την γραφειοκρατία και την υποταγή της στη κυβερνητική πολιτική είναι ψεύτικες αφού στην πραγματικότητα και αυτοί κινούνται στην ίδια ακριβώς γραμμή, με τις ξεχωριστές τους συγκεντρώσεις, με την αποχή τους από τη δράση των συνδικαλιστικών οργάνων, βοηθάνε την γραφειοκρατία να μετατοπίζει τις ευθύνες της απ' τα πραγματικά προβλήματα των εργαζομένων.

Τέλος η ενέργεια αυτή του ΠΑΜΕ είναι βαθιά αντιδημοκρατική αφού καταστρατηγεί κάθε έννοια οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος. Καταπατά τις στοιχειώδεις αρχές λειτουργίας, όπως την αρχή της πλειοψηφίας ενώ προλειαίνει το έδαφος και για μια οριστική ρήξη μέσα στις γραμμές του κινήματος. Είναι φανερό ότι δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να συσπειρώσουν την απαιτούμενη κρίσιμη μάζα προς την κατεύθυνση αυτή. Όμως είναι απόλυτα βέβαιο ότι αποτελεί μία από τις πρώτες προτεραιότητες της ηγεσίας του, κάτι που με μεγάλη χαρά αναμένει και η άρχουσα τάξη, με την οποία υποτίθεται ότι συγκρούεται η πολιτική του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ και γι' αυτό άλλωστε εισπράττει συνεχώς και τον θαυμασμό της πλουτοκρατίας.

Μπροστά στην νέα κατάσταση που διαμορφώνεται το ριζοσπαστικό και πραγματικό ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να πάρει μέτρα.

Οφείλει πρώτα απ' όλα να αποκαλύψει τις πραγματικές αιτίες της στάσης του ΠΑΜΕ.
Οφείλει επίσης να τραβήξει μία απόλυτα διαχωριστική γραμμή και να μην υπάρχει καμία ταλάντευση για το πραγματικό χαρακτήρα του ΠΑΜΕ. Δεν μπορεί να υπάρχει καμία απολύτως ψευδαίσθηση ή εφησυχασμός.

Τέλος πρέπει να καταγγελθεί η στάση αυτή και να απαιτηθεί μέσα από τις γενικές συνελεύσεις των εργαζομένων να τοποθετηθούν καθαρά και ξάστερα τα μέλη του ΠΑΜΕ, αν θεωρούν τον εαυτό τους κομμάτι του ενωμένου συνδικαλιστικού κινήματος ή όχι.


* Ο Γιώργος Σόφης είναι μέλος του Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Νότιας Αθήνας

 

Eντάξει… Ποίηση π. Ηλία Υφ.

Eντάξει…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


Εντάξει! λέει: Μας κλέψανε!
Μα τώρα φρονιμέψανε…
Και η άρχουσα αναρχία
Δεν θα έχει πια ασυλία!
Όπως είχε μέχρι τώρα,
Που διαγούμιζε τη χώρα…

 

Και επειδή, λέει, η χώρα
Είναι υπερχρεωμένη
Και στα διεθνή τα φόρα
Έχει πάρει κατηφόρα
Και επιστροφή κλεμμένων τώρα
Απ' τους κλέφτες δεν προσμένει
Όλα εμείς τα ζωντανά τους
Είμαστε υποχρεωμένα
Να πληρώσουμε με τόκους
Των κλεφτών μας τα κλεμμένα…

 

Παπα-Ηλίας, 16-12-2009

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

Eναλλακτική πολιτική στο μεταναστευτικό

Σημεία για μια εναλλακτική πολιτική στο μεταναστευτικό ζήτημα*

 

του Θόδωρου Ντρίνια

 

Οι πρόσφατες ευρωεκλογές αποτέλεσαν ορόσημο στη συζήτηση για το μεταναστευτικό στη χώρα. Πριν τον Ιούνιο για τη μετανάστευση και τους μετανάστες μιλούσαν, κατά κύριο λόγο, είτε οι επίδοξοι θηρευτές τους είτε οι αυτόκλητοι σωτήρες τους. Σήμερα, σχεδόν όλοι κάτι έχουν να πούνε και κυρίως να προτείνουν, συχνά με μια ευκολία που εκπλήσσει! Μέσα σ' αυτόν τον ορυμαγδό απόψεων, βασική προϋπόθεση για την κατάθεση μιας συνεκτικής πολιτικής άποψης πάνω στα ζητήματα που θέτει στην κοινωνία μας το φαινόμενο της μετανάστευσης, είναι η προσέγγιση του ζητήματος από μια θέση αρχών και η ένταξή της στα πλαίσια μιας ευρύτερης πολιτικής στρατηγικής.

Δηλώνεται, λοιπόν, εξ αρχής ότι το παρόν σημείωμα θα κινηθεί εντός του πλαισίου που ορίζουν το ανθρωπιστικό και δημοκρατικό κεκτημένο του (όποιου) πολιτισμού μας και οι πτυχές της συλλογικής μνήμης ενός λαού προσφύγων και μεταναστών, του ελληνικού. Αυτό σημαίνει ότι «λύσεις» που κρυφά ή φανερά επιδιώκουν το αποτρεπτικό κροτάλισμα των πολυβόλων στα σύνορα και τις ακτές μας ή, αντίθετα, Νεγκρικές φαντασιώσεις [1] για την έλευση της πολυπόθητης «επανάστασης» με όχημα την «εισβολή του παγκόσμιου πλήθους» και την συνακόλουθη άρση του δικαιώματος μιας κοινωνίας να οριοθετείται, βρίσκονται εκτός του προαναφερόμενου πλαισίου και απορρίπτονται.

 

Λύση ή Διαχείριση;

 

Στην τρέχουσα συζήτηση για το μεταναστευτικό, δημιουργείται έντονα η αίσθηση ότι το ζήτημα μπορεί εύκολα ή δύσκολα να επιλυθεί. Αρκεί να ληφθούν 1,2,3,…,ν μέτρα και να συνδυαστούν κατάλληλα μεταξύ τους. Όμως, το μεταναστευτικό – όπως και το οικολογικό και άλλα κορυφαία ζητήματα της εποχής μας – είναι πρόβλημα υπερπολύπλοκο. Με τη σημερινή του μορφή, είναι συνδυαστικό αποτέλεσμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, των γεωπολιτικών επιλογών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, της νέο-αποικιοκρατίας και της κατάρρευσης των οικοσυστημάτων, παραγόντων ήδη ισχυρά αλληλοεξαρτώμενων. Ταυτόχρονα, μεγεθυνόμενο, «επιστρέφει» και επηρεάζει τις ίδιες τις δομές των οικονομικών και γεωπολιτικών μεγα-συστημάτων που το πυροδότησαν, εντείνοντας την πολυπλοκότητα. Το να φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να «λυθεί» ένα πλανητικής έκτασης ζήτημα χωρίς να αναιρούνται ή να τροποποιούνται οι παράγοντες που το δημιουργούν είναι σαν να πιστεύουν, για παράδειγμα, οι κάτοικοι μιας μικρής πόλης ότι απαγορεύοντας εντελώς τη χρήση των αυτοκινήτων θα γλιτώσουν οι ίδιοι από τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη! (Θα εξασφαλίσουν σίγουρα μια ανώτερη ποιότητα ζωής και θα γλιτώσουν από κάμποσα προβλήματα σχετιζόμενα με τη χρήση του αυτοκινήτου, η τρύπα του όζοντος όμως θα μείνει στη θέση της, για όσο τουλάχιστον το παράδειγμά τους δεν γενικεύεται!).

 Είναι ξεκάθαρο ότι, όσο οι παραδοσιακές κοινότητες του Τρίτου Κόσμου θα ξεπατώνονται από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και τις καταναλωτικές σειρήνες της Δύσης.  ολόκληρες περιοχές του πλανήτη, όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η Σομαλία, το Κονγκό, η Κεϋλάνη, επαρχίες του Πακιστάν, κλπ,  θα μετατρέπονται σε no man’s land εξαιτίας άμεσων ή έμμεσων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.  τεράστιες γεωγραφικές ζώνες θα ερημοποιούνται και θα γίνονται ακατοίκητες εξαιτίας της κλιματικής [1] αλλαγής και των οικολογικών καταστροφών, τόσο θα αυξάνονται κατά εκατομμύρια τα πλήθη των απελπισμένων (ή των στερημένων) που θα προσπαθήσουν να φτάσουν στη σιγουριά και στην ασφάλεια ή απλά στα …mall της Δύσης!

 Όσοι, επομένως, ισχυρίζονται ότι έχουν τη «λύση» ή τις «λύσεις» για το μεταναστευτικό στο τσεπάκι χωρίς να αμφισβητηθεί το παγκόσμιο μοντέλο ανάπτυξης και οι βασικές γραμμές διαίρεσης ανάμεσα σε κυρίαρχο «Βορρά» και κυριαρχούμενο «Νότο», είναι είτε αφελείς είτε λαϊκιστές δημαγωγοί είτε ομολογημένα ή ανομολόγητα συγκλίνουν στη «λύση» της ωμής και αιματηρής καταστολής. Αλλά ακόμα και η τελευταία μόνο βραχυχρόνια αποτελέσματα μπορεί να έχει. Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, οι «πραγματικές» λύσεις που θα διαμορφωθούν μέσα στον ορίζοντα του χρόνου είναι μόλις δύο: Είτε η αντιστροφή της τερατώδους διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία εξαπολύθηκε από τις άρχουσες τάξεις της Δύσης τα τελευταία 25 χρόνια και η ταυτόχρονη στρατηγική ήττα του ιμπεριαλισμού και ιδιαίτερα του ατλαντικού είτε η καλυμμένη ή απροκάλυπτη εξόντωση του ανθρώπινου αυτού «πλεονάσματος» για να διατηρηθεί η κοινωνική ειρήνη και η καταναλωτική χαύνωση των κοινωνιών της Δύσης [2]. (Ο Δυτικός πολιτισμός των τελευταίων 500 ετών έχει αποδείξει εξάλλου ότι, αν χρειαστεί, δεν φείδεται ούτε μαζικών δολοφονιών, ούτε στρατοπέδων συγκέντρωσης και κρεματορίων…).

 Συμπερασματικά, λύση χωρίς αλλαγή status quo δεν υπάρχει! Είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αυταπάτη και στη χειρότερη, σκέτη απάτη. Πώς μπορούμε, όμως, να αντιμετωπίσουμε τις παραλυτικές συνέπειες μιας τέτοιας διαπίστωσης; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τα πιεστικά, καθημερινά προβλήματα που δημιουργούνται από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα, αν δεν θέλουμε να παραδοθούμε στη νέου τύπου μοιρολατρία του ΚΚΕ περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία της «σοσιαλιστικής αλλαγής» ή στη διανοητική αφασία των αναρχικών και των ποικίλων οπαδών των «ανοιχτών συνόρων»;

Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το μόνο που μπορεί να γίνει είναι η διαχείριση του ζητήματος. Στόχος ουδόλως εύκολος και ισχυρής ενδεχομενικότητας καθώς στα πολύπλοκα προβλήματα, όπως το μεταναστευτικό, συχνά αχρηστεύεται η γραμμική αρχή του «παίρνω το Χ μέτρο για να έχω το Ψ αποτέλεσμα». Η διαπίστωση αυτή αποτελεί στοιχείο εγρήγορσης που καθιστά τη διαχείριση αίτημα καθημερινής δράσης, παρέμβασης και αλλαγής, δηλαδή αμιγώς πολιτική.

Σκοπός της είναι να λειτουργήσει ανακουφιστικά, εμποδίζοντας τα προβλήματα τα σχετιζόμενα με τη μετανάστευση να αποκτήσουν παροξυσμική μορφή και να αποδιαρθρώσουν τις κοινωνίες υποδοχής των μεταναστών ή να οδηγήσουν στην ευρεία θυματοποίηση των ίδιων των μεταναστών. Ταυτόχρονα πιστώνει με χρόνο τις διαδικασίες ανάπτυξης κινημάτων, τόσο στο «Βορρά» όσο και στο «Νότο», που θα αμφισβητήσουν τις ίδιες τις γενεσιουργές αιτίες των φαινομένων. (Στο «Νότο» οι διαδικασίες έχουν ήδη ξεκινήσει κυρίως στη Λατ. Αμερική, στη Μέση Ανατολή και σε τμήματα της Ν.Α. Ασίας.)

Γύρω από ποιους άξονες, λοιπόν, μπορεί να περιστραφεί μια πολιτική (και επαναλαμβάνω, όχι «τεχνοκρατική») διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος στην Ελλάδα; Περιληπτικά:

 

–   Στην διατήρηση και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και στη δημιουργία μιας νέας «συνείδησης κοινωνίας» σαν ενοποιητικό και ταυτοποιητικό στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας που έχει προκύψει από την παρουσία των μεταναστών στη χώρα

–  Στην προάσπιση των δικαιωμάτων και της ποιότητας ζωής των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται άμεσα από τις παρενέργειες του μεταναστευτικού φαινομένου.

–  Στη διαμόρφωση συνθηκών ισονομίας και ενσωμάτωσης για τους «νόμιμους» μετανάστες και αξιοπρεπούς και ασφαλούς διαβίωσης για τους «λαθραίους» [3].

–  Στην απόκρουση πιθανής εκμετάλλευσης του μεταναστευτικού ζητήματος για αμφισβήτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας από «εχθρούς» και «φίλους».

 Συμπερασματικά, απόψεις που ισχυρίζονται ότι υπάρχουν ενδεδειγμένες λύσεις αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ζητήματος (χωρίς θεμελιώδεις αλλαγές στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό σύστημα και στα εθνικά υποσύστηματα) απομειώνουν τεχνητά την πολυπλοκότητα του προβλήματος, συσκοτίζουν την κατάσταση και αργά ή γρήγορα θα επικεντρωθούν στην καταστολή. Αντίθετα, απόψεις που προκρίνουν μια διαδικασία διαχείρισης του προβλήματος με ταυτόχρονη ανάπτυξη πολιτικών διαδικασιών άρσης ή εξασθένισης των αιτιών που το δημιουργούν, κρατάνε το πρόβλημα «γυμνό», στην πραγματική του διάσταση και επικεντρώνονται στην πρόληψη. Τέλος, απόψεις που προκρίνουν την απλή τεχνοκρατική διαχείριση του ζητήματος (π.χ. ΜΚΟ) ή την αδράνεια για ιδεολογικούς λόγους (αριστερισμός, κοινοβουλευτικός ή εξωκοινοβουλευτικός) ή ακόμα και τον παροξυσμό των συνεπειών του ζητήματος («ανοιχτά σύνορα», «μπάχαλο») σύντομα θα καταρρεύσουν από την ίδια τη δυναμική των προβλημάτων που ανακύπτουν.

 

Στόχοι μιας πολιτικής διαχείρισης

 

Με βάση τα παραπάνω, ποιοι θα ήταν οι στόχοι μιας εναλλακτικής πολιτικής για το μεταναστευτικό ζήτημα;

 Α. Η συγκράτηση του αριθμού των μεταναστών. Με ένα ποσοστό μεταναστών που πλησιάζει το 20% του συνολικού πληθυσμού – το μεγαλύτερο στην Ε.Ε., μεγαλύτερο και από πρώην αποικιακές δυνάμεις όπως η Μεγ. Βρετανία, η Γαλλία και η Ισπανία! – και με μια ισχνή, παρασιτική, παραγωγική βάση και ένα αποδιαρθρωμένο Κράτος Πρόνοιας, είναι φανερό ότι μια παραπέρα αύξηση του αριθμού των μεταναστών θα οδηγήσει με γοργούς ρυθμούς σε φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης.  Μαζί θα μεγαλώσουν και τα «λουλούδια» που φύονται σε ένα διαλυμένο κοινωνικό έδαφος: πόλεμος «όλων εναντίον όλων», συμμοριτισμός, εκφασισμός, κλπ (και πάντως όχι η «επανάσταση» και η «κοινωνική αλλαγή» που φαντασιώνονται διάφοροι αφελείς, οι οποίες χρειάζονται συγκροτημένα κοινωνικά υποκείμενα και όχι αλληλοσπαρασσόμενες συμμορίες…).

Πάνω σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα θα γίνει η μεγάλη πολιτική σύγκρουση της επόμενης περιόδου. Ουσιαστικά θα αναμετρηθούν δύο λογικές. Η πρώτη, θα ζητήσει να εφαρμόσει το δόγμα Μπερλουσκόνι μετασχηματίζοντας το κλασικό «κυνήγι μαγισσών» σε «κυνήγι μεταναστών», χρεώνοντας στους εξαθλιωμένους «πάσαν νόσο…» του ελληνικού κοινωνικού και παραγωγικού σχηματισμού. Η «μηδενική ανοχή», τα πογκρόμ, τα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης-«Σπιναλόγκες», οι μαζικές επαναπροωθήσεις, τα «συμβόλαια θανάτου» με γειτονικά καθεστώτα (βλέπε Λιβύη) θα είναι τα όπλα που θα εμφανιστούν ως τα κατάλληλα για να κρατήσουν περιορισμένο τον λεγόμενο «αλλοδαπό εφιάλτη».

Η δεύτερη, και πιο δύσκολη, θα επιχειρήσει να στοχεύσει, αντί για τους μετανάστες, τους μηχανισμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς, που παροξύνουν το πρόβλημα και πάντα βέβαια στο μέτρο των δυνατοτήτων μιας μικρής χώρας όπως η Ελλάδα.

Έτσι, αντί για πογκρόμ σε βάρος των μεταναστών θα πρέπει να επιχειρηθεί πογκρόμ σε βάρος των δουλοκτητών. Όλων εκείνων των αφεντικών, μικρών και μεγάλων (ημεδαπών αλλά και ομοεθνών των μεταναστών), που τρέφουν εδώ και χρόνια το αίσχος της μαύρης και κακοπληρωμένης εργασίας, η οποία πλήττει Έλληνες και αλλοδαπούς εργάτες, διαλύει την εργατική τάξη, καταστρέφει μέσω της εισφοροδιαφυγής το ούτως ή άλλως ισχνό κράτος πρόνοιας και βυθίζει την οικονομία στα βαλτόνερα της παραοικονομίας. Η χώρα πρέπει να πάψει να είναι και να «διαφημίζεται» (στα κυκλώματα διακίνησης ανθρώπων) ως το δουλοκτητικό Ελντοράντο της Ευρώπης.

Αντί για «μηδενική ανοχή» απέναντι στους μετανάστες, θα επιλεγεί η «μηδενική ανοχή» απέναντι στα δουλεμπορικά κυκλώματα, γνωρίζοντας εξ αρχής ότι «αξιοσέβαστα» πρόσωπα των αρχουσών ελίτ της χώρας, «σοβαροί» επιχειρηματίες και εφοπλιστές, πολιτικό προσωπικό, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του κράτους και των σωμάτων ασφαλείας, καθώς και υπηρεσίες «φίλων και συμμάχων χωρών» είναι βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στο χρυσοφόρο εμπόριο ανθρώπων. Ιδιαίτερα η ασφάλεια των συνόρων μας και η αντιμετώπιση των κρατών-δουλεμπόρων (π.χ. Τουρκία) θα πρέπει να αναβαθμιστεί σε ένα εκ των κορυφαίων ζητημάτων άσκησης διεθνούς διπλωματίας εκ μέρους της χώρας.

 Παράλληλα, μια εναλλακτική πολιτική θα επιχειρήσει να αποσοβήσει το ορατό πλέον ενδεχόμενο να μετατραπεί η χώρα σε μια απέραντη χωματερή ανθρώπων, για λογαριασμό των πλούσιων χωρών της Ευρώπης. Είναι ξεκάθαρο ότι δεκάδες χιλιάδες μετανάστες τα τελευταία χρόνια έχουν στην ουσία εγκλωβιστεί στην Ελλάδα κατά την (απέλπιδα) προσπάθειά τους να φτάσουν σε χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης, όπου τους περιμένουν φίλοι, συγγενείς και οργανωμένες κοινότητες ομοεθνών τους. Συνθήκες, όπως αυτή του «Δουβλίνου ΙΙ», την οποία οι οσφυοκάμπτες κυβερνήτες μας υπερψήφισαν αδιαμαρτύρητα (αν όχι με ζήλο), οδηγούν κατευθείαν στο ενδεχόμενο που προαναφέραμε. Η καταγγελία και αποχώρηση από αυτές τις Συνθήκες είναι εκ των ων ουκ άνευ και θα πρέπει να συνοδευτεί από την απόδοση ταξιδιωτικών εγγράφων σε ταυτοποιημένους μετανάστες που θέλουν να ταξιδέψουν σε άλλη χώρα της Ευρώπης. Συνάμα, για να έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα η χώρα να προχωρήσει σε μια τέτοια ρήξη θα πρέπει να προχωρήσει στην άμεση απεμπλοκή της από τους τυχοδιωκτικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ όπου γης και στη μη συμμετοχή της σε επιθετικές ενέργειες σε βάρος χωρών του Τρίτου Κόσμου (π.χ. ναυτικές περιπολίες στη Σομαλία). Θα πρέπει να γίνει σαφές, σε όσες χώρες της Ε.Ε. επιθυμούν να διεξάγουν τον πόλεμό τους «ενάντια στην τρομοκρατία» (π.χ. στα υψίπεδα του Αφγανιστάν), ότι θα δεχτούν και τις «παράπλευρες» συνέπειες του πολέμου τους!

Τέλος, το ζήτημα των «επαναπροωθήσεων» μπορεί να αντιμετωπιστεί σε μια εθελοντική/ανθρωπιστική βάση.  Ήδη πολλοί απελπισμένοι, από την μη ευόδωση των σχεδίων τους, μετανάστες, ιδιαίτερα από χώρες του Τρίτου Κόσμου, επιθυμούν την επιστροφή στην πατρίδα τους και θα πρέπει να ενισχυθούν υλικά για να το πράξουν. Επιπρόσθετα, θα μπορούσαν να δοθούν κίνητρα επιστροφής μεταναστών στην πατρίδα τους για ένα νέο παραγωγικό ξεκίνημα εκεί είτε μέσω προσωπικής οικονομικής αποζημίωσης είτε ακόμη καλύτερα στα πλαίσια συνεργασιών διεθνούς αλληλεγγύης για την ανάπτυξη και την παραγωγική και οικονομική ενδυνάμωση περιοχών που μαστίζονται από τη φτώχεια και την εγκατάλειψη. Σε αυτά τα πλαίσια, η χώρα μας θα μπορούσε να προσφέρει πόρους και τεχνογνωσία συσφίγγοντας μέσω των μεταναστών τις σχέσεις της με λαούς και κινήματα του υπόλοιπου κόσμου, ιδιαίτερα του λεγόμενου «μη ανεπτυγμένου» [4].

 Β. Η απογκετοποίηση. Το σπρώξιμο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε πολεοδομικά και κοινωνικά γκέτο είναι μια διαδικασία με πολλαπλές αρνητικές συνέπειες και πολλά και διαφορετικά θύματα. Συντελείται σε περιοχές ήδη κοινωνικά και περιβαλλοντικά υποβαθμισμένες, όπου κατοικούν κοινωνικά στρώματα μη εχόντων Ελλήνων, σπρώχνοντάς τους ακόμη πιο κάτω στην κλίμακα της κοινωνικής υποβάθμισης και εξαθλίωσης. Παράλληλα, δημιουργεί συνθήκες μόνιμης έλλειψης προοπτικής για τους ήδη εξαθλιωμένους μετανάστες ενώ καταστρέφει τις ελπίδες και τα όνειρα για μια «φυσιολογική» ζωή παλαιότερων μεταναστών, οι οποίοι έχουν σχετικά αποκατασταθεί. Δημιουργεί «γκρίζες ζώνες» μέσα στα πολεοδομικά συγκροτήματα όπου βασιλεύουν ο φόβος, η ανασφάλεια, η ασθένεια, η καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο «νόμος του ισχυρότερου» και οι πιο ακραίες μορφές ταξικής και ανθρώπινης εκμετάλλευσης (18ωρη 7ήμερη εργασία, δουλεία, αναγκαστική πορνεία, κλπ). Εκεί μέσα αναπαράγονται ανεξέλεγκτα σκοτεινές και πολιτισμικά οπισθοδρομικές πρακτικές (με θύματα κυρίως γυναίκες και παιδιά), ενώ ανθεί το απεχθές και ταξικότατο φαινόμενο της συμμορίτικης και μαφιόζικης εγκληματικότητας (που πλήττει σχεδόν αποκλειστικά τα κατώτερα στρώματα του  πληθυσμού, Έλληνες και μετανάστες). Επιπλέον επιβιώνουν προϋπάρχοντες αιματηροί φυλετικοί και εθνοτικοί ανταγωνισμοί ή δημιουργούνται καινούριοι. Τελευταία συνέπεια, αλλά όχι ασήμαντη, είναι η πολιτική εκμετάλλευση της σκοτεινής όψης του γκέτο, για την ενίσχυση και τη διάχυση σε όλο το κοινωνικό σώμα ρατσιστικών και φασιστικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Η διαδικασία δημιουργίας μεταναστευτικών γκέτο πρέπει οπωσδήποτε να μπλοκαριστεί και να αναστραφεί! Μια ευρεία γκάμα μέτρων χρειάζεται να ληφθούν σε αυτήν την κατεύθυνση. Κατ’ αρχάς, είναι απαραίτητη η απόδοση ταυτοποιητικών/νομιμοποιητικών εγγράφων για όλους και όλες. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι λαθραίος! Οι πολιτικοί πρόσφυγες και οι αιτούντες άσυλο θα πρέπει να απολαμβάνουν τις πρόνοιες που καθορίζουν οι διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο ώστε να πάψει η χώρα να εξευτελίζεται και να διασύρεται διεθνώς. Ταυτόχρονα, επείγει η ανάπτυξη «ανοιχτών» και όχι «στρατοπεδικών» υποδομών στεγαστικής, υγειονομικής και επισιτιστικής μέριμνας για τα πιο εξαθλιωμένα στρώματα των μεταναστών που δεν έχουν τη δυνατότητα να αυτοσυντηρηθούν. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφευχθούν φαινόμενα «Αγίου Παντελεήμονα» και «Εφετείου». Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να ληφθεί για τους ανήλικους ώστε να διασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων τους και η πρόσβασή τους στο εκπαιδευτικό σύστημα.

 Στην ίδια κατεύθυνση μπορεί να κινηθεί και το ζήτημα της ανάπτυξης των «κέντρων φιλοξενίας» για όσους δυστυχείς ξεβράζονται από τους δουλεμπόρους στις ακτές και τα βόρεια σύνορά μας. Η κατάσταση που επικρατεί πια στα υπάρχοντα κέντρα κράτησης σε νησιά όπως η Λέσβος, η Χίος και η Σάμος είναι ντροπή για τον πολιτισμό μας, ενώ οι «στρατοπεδικές» λύσεις που προωθούνται από την κυβέρνηση φέρνουν στο νου άλλες, μαύρες, εποχές.

Τέλος, δήμοι και κεντρική κυβέρνηση οφείλουν να υποχρεωθούν σε ευρείες πολεοδομικές και περιβαλλοντικές παρεμβάσεις για την ανάπλαση των ήδη υποβαθμισμένων συνοικιών και την ανάπτυξη υποδομών και κοινόχρηστων χώρων ενώ πρέπει να εξασφαλιστεί η καθημερινή αστυνόμευσή τους. Η κατανομή του μεταναστευτικού πληθυσμού εντός των πολεοδομικών συγκροτημάτων δεν μπορεί άλλο να αφήνεται στην «αόρατον χείρα» της αγοράς γης και στέγης αναπαράγοντας καθημερινά (για Έλληνες και αλλοδαπούς) το ταξικό δόγμα «όπου φτωχός κι η μοίρα του»! Είτε μέσω της ανάπτυξης κινήτρων (για τους ιδιοκτήτες), είτε κανονιστικά, πρέπει να επιχειρηθεί η κατανομή του μεταναστευτικού πληθυσμού τόσο σε «λαϊκές» όσο και σε «μεσαίες» ή «εύπορες» συνοικίες. Θα είχε ιδιαίτερο, μάλιστα, ενδιαφέρον, από τη σκοπιά της κοινωνικής δικαιοσύνης, η χωροθέτηση των προαναφερθέντων «ανοιχτών» υποδομών μέριμνας για τους άπορους μετανάστες και τα νεοεισερχόμενα στη χώρα θύματα του δουλεμπορίου, να γινόταν κατά προτεραιότητα στα απανταχού «βόρεια προάστια» των ελληνικών μεγαλουπόλεων…

 Γ. Η ενσωμάτωση των μεταναστών. Όλες οι επιμέρους πολιτικές διαχείρισης του μεταναστευτικού ζητήματος οφείλουν να συγκλίνουν σε αυτό το στόχο. Τα πολυπολιτισμικά φληναφήματα τα οποία κυριάρχησαν την περίοδο της απόλυτης κυριαρχίας του νεο-φιλελευθερισμού τις δύο προηγούμενες δεκαετίες, καταρρέουν ήδη με εντυπωσιακό τρόπο, στις ίδιες τις χώρες των οποίων οι ελίτ τα πρωτοεισήγαγαν, τα εφάρμοσαν και τα «εξήγαγαν» (Γαλλία, Ολλανδία, Βρετανία, κλπ). Ο κατακερματισμός της βάσης της κοινωνίας σε «πολλούς πολιτισμούς», αλληλοαποκλειόμενους, αλληλοϋποβλεπόμενους και μεταξύ τους ανταγωνιστικούς, απετέλεσε μια ιδιαίτερα βολική μεταφορά του παλιού αποικιακού δόγματος «διαίρει και βασίλευε» στο ίδιο το εσωτερικό των κοινωνιών των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών. Ο (δήθεν) σεβασμός των «πολλών πολιτισμών» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα επιτυχημένο εξουσιαστικό τρικ των κυρίαρχων ελίτ, ώστε να αναπαραχθούν νέοι διαχωρισμοί ανάμεσα στους κυριαρχούμενους και να είναι αδύνατη η συστράτευσή τους γύρω από ενιαίους, συλλογικούς στόχους διεκδίκησης της βελτίωσης της ζωής τους. Ταυτόχρονα υπονομεύθηκε και η υπεράσπιση των κεκτημένων με αγώνες δικαιωμάτων των κοινωνιών υποδοχής (για να μην μιλήσουμε καν για στόχους ριζικής κοινωνικής αλλαγής…). Σήμερα που η εξάντληση της ζωτικής ορμής του νεο-φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας σημαδεύεται από μια πρωτοφανή οικονομική κρίση, το δόγμα του πολυπολιτισμού δείχνει να καταρρέει μέσα σε φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης, στους καπνούς από τις συγκρούσεις στα μητροπολιτικά προάστια, στις εκρήξεις των τρομοκρατικών βομβών, στο διάχυτο συμμοριτισμό, στην πλήρη περιθωριοποίηση και γκετοποίηση των ίδιων των πληθυσμών, στους οποίους δήθεν θα επιδεικνυόταν «σεβασμός στην πολιτισμική ιδιαιτερότητα» και στην εκρηκτική άνοδο της ακροδεξιάς.

 Ενσωμάτωση, στην ορολογία του παρόντος σημειώματος, δεν σημαίνει εξαναγκαστική αφομοίωση ούτε εξάλειψη των όποιων πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων (θρησκευτικών, καταγωγικών, εθιμικών, κλπ). Σημαίνει δύο ταυτόχρονες διαδικασίες: Η μεν κοινωνία υποδοχής κατανοεί, αποδέχεται και ενισχύει πρακτικά το αίτημα για ισόνομη και ισότιμη μεταχείριση των εισερχόμενων πληθυσμών, για διευρυμένη συμμετοχή τους στους θεσμούς, τις κοινωνικές και πολιτικές εκδηλώσεις (π.χ. εκπαίδευση, συνδικαλισμός, κόμματα, κλπ) και για σεβασμό στην πολιτισμική ιδιαιτερότητά τους. Οι δε εισερχόμενοι πληθυσμοί αποδέχονται την πολιτειακή συγκρότηση, τους θεσμούς, τις κοινωνικές κατακτήσεις και το εύρος των ατομικών δικαιωμάτων που έχουν προκύψει μέσα από μια συγκεκριμένη ιστορική πορεία της κοινωνίας υποδοχής [5]. Ο πολιτισμός που δύναται να προκύψει μέσα από μια τέτοια διαδικασία δεν θα είναι ο προϋπάρχων, αλλά ούτε και μια συρραφή «πολιτισμών». Ο στόχος είναι να επιτευχθεί μια νέα σύνθεση, της παλαιάς πραγματικότητας με τη διαλεκτική συνάντησή της με την μεταναστευτική πραγματικότητα. Αρκεί το «νέο» να κείται πιο πέρα ή πιο πάνω από το «παλαιό» και όχι πιο πίσω [6] …

 Ολοκληρώνοντας, φτάνουμε στο αναπόφευκτο ερώτημα: Μέχρι ποιο σημείο μπορούν να φτάσουν οι διαδικασίες της ενσωμάτωσης; Θα αγγίξουν και το κατώφλι της απόδοσης της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη; Η πραγματικότητα δείχνει ότι ένα μεγάλο τμήμα του πρώτου μεταναστευτικού ρεύματος των αρχών της δεκαετίας του ’90, ιδιαίτερα από χώρες της Βαλκανικής και της Ανατ. Ευρώπης, έχει προσαρμοστεί πλήρως στην ελληνική πραγματικότητα, έχει αποκατασταθεί εργασιακά, έχει αποκτήσει ακόμη και ιδιοκτησίες. Κοντολογίς, έχει οργανώσει τη ζωή του με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρεί την Ελλάδα τον τόπο όπου θα ξοδέψει το υπόλοιπο του παραγωγικού βίου του ή έστω τον τόπο όπου θα ζήσουν και θα δημιουργήσουν τα παιδιά του. Αυτά τα ίδια εκπλήσσουν καθημερινά με την προσαρμοστικότητα που επιδεικνύει η πλειοψηφία τους, έτσι όπως αυτή  αναπτύσσεται κυρίως μέσω της συμμετοχής τους στο (δυστυχώς ελλειπές, αναντίστοιχο και μίζερο) δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Οπότε η απάντηση στην αρχική ερώτηση είναι θετική! Μπορούμε και πρέπει να διαβούμε και αυτό το κατώφλι. Τουλάχιστον, σε παιδιά και νέους που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Ελλάδα από γονείς μετανάστες και εφ’ όσον το επιθυμούν, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα να ενταχθούν σε διαδικασία απόκτησης της ελληνικής υπηκοότητας. Μια διαδικασία που θα ολοκληρωθεί μέσα από την αυστηρή και αποδεδειγμένη ικανοποίηση αντικειμενικών κριτηρίων που θα περιλαμβάνουν οπωσδήποτε: την άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, τη γνώση της ελληνικής ιστορίας, στοιχειώδεις γνώσεις του πολιτειακού, πολιτικού και δικαιϊκού συστήματος και κυρίως των αντίστοιχων κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται και προστατεύονται μέσω αυτών, τη μη συμμετοχή σε παραβατικές/εγκληματικές πράξεις, καθώς και τη δέσμευση εκπλήρωσης των βασικών υποχρεώσεων ενός Έλληνα πολίτη.

 Μια τέτοια εξέλιξη εμφανίζεται ως δυνάμει απειλή στα μάτια πολλών συμπατριωτών μας, ιδιαίτερα όταν την κατανοούν μέσα στο τρέχον περιβάλλον σήψης, διάλυσης και παρακμής της νεοελληνικής κοινωνίας [7]. Εν μέρει δικαιολογημένα, καθώς τέτοιες κινήσεις τις εκτελούν με επιτυχία κοινωνίες με ζωτικότητα και αυτοπεποίθηση και όχι αδύναμα μορφώματα που στερούνται συλλογικού οράματος και προοπτικής. Δεν μπορούμε, όμως, να μην κατανοήσουμε, ότι επέχει και θέση ευκαιρίας. Η πλήρης οργανική και θεσμική ένταξη της δεύτερης γενιάς μεταναστών δύναται, υπό προϋποθέσεις,  να συμβάλλει θετικά στη διαδικασία ανάτασης του ράθυμου και παραιτημένου νεοελληνικού κοινωνικού σώματος, μπολιάζοντάς το με τα απωλεσθέντα αντισώματα της παραγωγικότητας και της δίψας για κοινωνική εξέλιξη και προκοπή.

 Ανεξαρτήτως της πεσιμιστικής ή αισιόδοξης οπτικής του καθενός, των δικαιολογημένων ή αδικαιολόγητων φόβων, της καταλληλότητας ή μη των διαδικασιών, υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη διαπίστωση που υπαγορεύεται από τη διαλεκτική της κοινωνικής πραγματικότητας της τελευταίας εικοσαετίας, αλλά και την απλή κοινή λογική: Δεν γίνεται να κρατάμε καθηλωμένους επ’ άπειρον στη θέση του «μετοίκου» χιλιάδες ανθρώπους που μπορούν και θέλουν να καταστήσουν επισήμως την Ελλάδα νέα τους πατρίδα. Δεν μπορούμε να στερούμε την προοπτική της πλήρους ενσωμάτωσης, μέσω της απόκτησης της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη, σε χιλιάδες ανθρώπους που το επιθυμούν και πληρούν τα κριτήρια που θα θέσουμε. Είναι επικίνδυνο να κατασκευάζουμε σαν κοινωνία το «περιθώριο», το οποίο αργότερα θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Τα όρια μεταξύ συνειδητής ενσωμάτωσης και συνειδητής (αυτό)περιθωριοποίησης είναι πολύ δυσδιάκριτα. Αρκεί ένα μικρό σπρώξιμο προς την μία ή την άλλη πλευρά. Αν σαν κοινωνία επιμείνουμε, ρητά ή άρρητα, στο σύνθημα-δόγμα «Αλβανέ, Αλβανέ δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ!», τότε να περιμένουμε σχετικά σύντομα τη στιγμή που ο πάσης φύσεως και καταγωγής «Αλβανός» δεν θα θέλει ο ίδιος να γίνει «Έλληνας». Και τότε ας μην προσποιηθούμε τους εμβρόντητους για ό,τι ακολουθήσει…

 Δ. Και η καταστολή, πού χωράει σε μια ανάλυση σαν αυτή που προηγήθηκε; Μα εκεί που την τοποθετεί κάθε αντίληψη που προκρίνει τη διαρκή αντιμετώπιση των αιτιών ενός προβλήματος και όχι την απλή καταπίεση των συμπτωμάτων του. Στη θέση του έσχατου μέσου, δηλαδή.

Η τρέχουσα περί καταστολής συζήτηση στο μεταναστευτικό ζήτημα συμπυκνώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην καταδίωξη των ίδιων των μεταναστών. Συλλήψεις, κέντρα κράτησης, επαναπροωθήσεις, συνοπτικές απελάσεις, άρνηση πολιτικού ασύλου, επιχειρήσεις-«σκούπα» και εκκενώσεις κτιρίων για τους πιο εξαθλιωμένους, συγκροτούν το λόγο της καταστολής. Η σπασμωδική εφαρμογή του από το ελληνικό κράτος (ιδιαίτερα μετά τις ευρωεκλογές) δεν αποκλείει μια πιο συστηματική εφαρμογή στο άμεσο μέλλον. Έχει και θα έχει, όμως, τα ίδια αναντίστοιχα αποτελέσματα με αυτά της εφαρμοζόμενης κατασταλτικής πολιτικής άλλων, πιο οργανωμένων και ισχυρών κρατών από το ελληνικό. Η αδυναμία του πανίσχυρου και τερατώδους Γιάνκικου κρατικού μηχανισμού να «προστατεύσει» τα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό από την παράνομη είσοδο εξαθλιωμένων Λατινοαμερικάνων, τείνει να καταστεί παροιμιώδης. Ούτως ή άλλως, το ζητούμενο μιας τέτοιας πολιτικής είναι το θέαμα της καταστολής και η πρόσληψή του από το «μέσο» πολίτη παρά τα όποια αποτελέσματά της [8].

Αντίθετα με τα παραπάνω, η καταφυγή σε κατασταλτικά μέτρα προϋποθέτει, ότι όλες οι πρόνοιες μιας ανθρωπιστικής και ρεαλιστικής μεταναστευτικής πολιτικής έχουν ληφθεί και ότι αυτή αποτελεί το τελευταίο μέσο για να προστατευθούν τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Μπορούμε να ονομάσουμε τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες το παραπάνω κριτήριο πληρούται:

–  Τη συμμετοχή στη λεγόμενη «βαριά», συμμορίτικη ή μαφιόζικη, εγκληματικότητα.

–  Την πρόκληση εθνικού ή φυλετικού μίσους.

–  Την αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της χώρας.

–  Την αμφισβήτηση των κεκτημένων κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων.

Θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε όλες τις κατευθύνσεις ότι όποιοι θέλουν να μετατρέψουν τις γειτονιές των πόλεων σε «Χουάρεζ» και τους δρόμους τους σε πεδίο αιματηρής επίλυσης παλαιών και νέων μεταξύ τους εθνικών, φυλετικών και θρησκευτικών διαφορών, όποιοι στοχεύουν να παίξουν το ρόλο της «πέμπτης φάλαγγας» για να επιβάλλουν τον «ακρωτηριασμό» εθνικών εδαφών ή την πλήρη υποταγή της χώρας στις διαθέσεις «εχθρών» και «συμμάχων», όσοι τέλος επιθυμούν να επιβάλλουν το καταγωγικό τους φυλετικό, θρησκευτικό ή εθιμικό δίκαιο σε ομοεθνείς τους ή και στο σύνολο της κοινωνίας (!), πέρα από τον όποιο ποινικό κολασμό, θα υφίστανται και την οριστική απομάκρυνση (απέλαση) από τη χώρα. Ιδιαίτερα για την τελευταία κατηγορία, δεν μπορεί στο όνομα της «ανεκτικότητας» ή του σεβασμού στην «πολιτισμική ιδιαιτερότητα» να κάνουμε τα στραβά μάτια στην αναίρεση των όποιων κατακτήσεων ισότητας και ελευθερίας επέτυχε αυτή η κοινωνία, συχνά μετά από σκληρούς και αιματηρούς αγώνες. Συνεπώς, τα κορίτσια, όποιας καταγωγής, θα πηγαίνουν υποχρεωτικά στο σχολείο και δεν θα παντρεύονται από τα δέκα τους, οι λεγόμενες «μοιχαλίδες» δεν θα λιθοβολούνται, οι ομοφυλόφιλοι δεν θα προπηλακίζονται, νεαροί και νεαρές δεν θα εκτελούνται για «λόγους τιμής», γυναίκες δεν θα δέρνονται δημοσίως για παραδειγματισμό ή θα εξαναγκάζονται σε πορνεία, τα παιδιά δεν θα δουλεύουν σε φάμπρικες, άνθρωποι δεν θα πωλούνται ως σκλάβοι, κλπ. [9].

Ολοκληρώνοντας την εκτενή αυτή ενότητα οφείλουμε να υπενθυμίσουμε τον κίνδυνο που διατρέχει η παράθεση κάθε αναλυτικού σχεδίου αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ζητήματος να θεωρηθεί ότι είναι Η ΛΥΣΗ. Κάτι τέτοιο, όπως αναφέρθηκε και εισαγωγικά, είναι μια αυταπάτη, καθησυχαστική και γι’ αυτό επικίνδυνη. Η φιλοδοξία του παρόντος σημειώματος ήταν, εκτός των άλλων, να περιγράψει τα σημεία-κλειδιά μιας διαδικασίας «διαρκούς επίλυσης» των ζητημάτων, που τίθενται από την πραγματικότητα της μετανάστευσης, στηριγμένης σε μια πολιτική αρχών. ανθρωπιστικών, δημοκρατικών, κοινωνικά απελευθερωτικών και γιατί όχι, πατριωτικών. Το «τέλος» της διαδικασίας είναι ανοιχτό σε κάθε ενδεχόμενο! Μπορούμε, όμως, να υποθέσουμε βάσιμα, ότι, αν δεν προκύψει κάποιος «εξωτερικός» Αρμαγεδών, θα καθοριστεί κύρια από το επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής διαπάλης στο εσωτερικό της χώρας.

Οφείλουμε, επίσης, να απαντήσουμε και στο εύλογο ερώτημα: «Μπορούν οι εξωνημένες και αδηφάγες άρχουσες ελίτ της χώρας, το άχρηστο και διεφθαρμένο ως το μεδούλι νεοελληνικό κράτος και μια κοινωνία αποπροσανατολισμένη και αποχαυνωμένη, να φέρουν εις πέρας ένα σύνθετο σχέδιο αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ζητήματος»; Η απάντηση είναι απλή και είναι αρνητική! Δεν αφορά μόνο στο «μεταναστευτικό» αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα στρατηγικής σημασίας που θέτουν οι προκλήσεις των καιρών: το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης και του τύπου ανάπτυξης, της εθνικής ανεξαρτησίας και των διεθνών σχέσεων, της δημοκρατίας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Το νεοελληνικό «παράσιτο» μπορεί μόνο να παρασιτεί, ενίοτε και να κανιβαλίζει. Δεν μπορεί με τίποτε να προωθεί λύσεις ή έστω καν να τις περιγράφει. Για να πραγματοποιηθεί ένα μέρος μόνο των όσων περιγράψαμε στην ενότητα που καταλήγει εδώ, χρειάζεται μια πολιτική που θα προσδιορίζεται ξανά με το ξεχασμένο και λοιδωρημένο επίθετο επαναστατική! Σε ποιο/α κοινωνικό/ά υποκείμενο/α θα στηριχτεί και ποιο πολιτικό υποκείμενο θα την οργανώσει και προωθήσει είναι ένα άλλο σημαντικό ερώτημα που θα μας απασχολεί ολοένα και συχνότερα στο μέλλον…

 

Θύμα και θύτης

 

Παρακολουθώντας τη δημόσια συζήτηση, εντοπίζει κάποιος ένα  γεγονός που προκαλεί έκπληξη. Πολλοί, ακόμα και άνθρωποι που ορθά αναλύουν τις οικονομικές και γεωπολιτικές αιτίες του φαινομένου της σύγχρονης μετανάστευσης και τονίζουν την πλανητική του διάσταση, όταν έρθει η ώρα να μιλήσουν για την κατάσταση στην Ελλάδα, συμπεριφέρονται σαν να βρίσκεται αυτός ο τόπος σε άλλο πλανήτη ή να έχει πέσει θύμα κάποιας χθόνιας συνομωσίας. Σου δίνεται η εντύπωση, ότι το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης σχεδόν εφευρέθηκε για να εξαφανίσει από το χάρτη ειδικά τη χώρα μας! Είναι αλήθεια, ότι η Ελλάδα ως χώρα-σύνορο δύο κόσμων (Ανατολής και Δύσης) θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα σε παροξυσμική μορφή. Είναι αλήθεια, ότι η παροξυσμικότητα εντείνεται από το ανεκδιήγητο ελλαδικό κράτος και τις παμφάγες και ανίκανες άρχουσες ελίτ που διαπλέκονται μαζί του. Είναι αλήθεια, ότι γίνεται γεωπολιτική χρήση των μεταναστευτικών ρευμάτων για να αμφισβητηθούν κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας (βλέπε Τουρκία). Όπως, τέλος, είναι αδιαμφισβήτητη αλήθεια, ότι η Ελλάδα ουδέποτε διατέλεσε αποικιακή, νέο-αποικιακή ή ιμπεριαλιστική δύναμη (όπως συνέβη και με φτωχότερες χώρες από αυτήν, π.χ. την Πορτογαλία), ώστε να χρεώνεται ευθέως την αποδόμηση και καταλήστευση ολόκληρων περιοχών του πλανήτη. 

 Ταυτόχρονα, είναι αλήθεια και ότι η χώρα είναι προθύμως ενταγμένη σε υπερεθνικούς θεσμούς (Ε.Ε., ΝΑΤΟ), οι οποίοι με τις πολιτικές τους είναι από τους κύριους δημιουργούς της συγκεκριμένης θλιβερής κατάστασης. Είναι αλήθεια, ότι αν και παραγωγικά υπανάπτυκτη, καταναλωτικά εντάσσεται στην ομάδα των υπεραναπτυγμένων χωρών της Δύσης. Μέσω αυτού του καταναλωτικού βραχίονα, συμμετέχει ενεργά στην εκχέρσωση και την αποδιάρθρωση του Τρίτου Κόσμου. Για να τραφεί, μετακινηθεί και χαζολογήσει, ο υπέρβαρος κρεατοφάγος, αυτοκινητοεξαρτώμενος και γκατζετάκιας «μέσος» Νεοέλληνας, πρέπει μακρινοί τόποι και οι άνθρωποί τους να εκτεθούν στις ίδιες καταστροφικές/διαλυτικές συνθήκες με αυτές που επιτάσσει η διατήρηση ενός παρόμοιου μοντέλου ζωής του «μέσου» Γερμανού, Καναδού ή Αυστραλού. Είναι, τέλος, αλήθεια, ότι τα εκτεταμένα μεσαία στρώματα και οι άρχουσες ελίτ της χώρας, εν πολλοίς, στήριξαν τις δεκαετίες του ’90 και του ’00 την ευμάρεια, το καταναλωτικό τους ντελίριο και την πολιτική τους ηγεμονία στην υπερεκμετάλλευση των ξένων εργατικών χεριών (και στη συνακόλουθη σχεδιασμένη υποβάθμιση, μέχρις εξαφανίσεως, της ντόπιας οργανωμένης εργατικής τάξης). Εγκαθιδρύθηκαν σχέσεις οιονεί δουλοκτησίας, σε τέτοια έκταση, σε όση δεν απαντώνται σε πραγματικά αναπτυγμένες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά. Η Ελλάδα των τελευταίων δύο δεκαετιών παραμένει παραγωγικά «Ψωροκώσταινα», αλλά δεν είναι πλέον ούτε «πτωχή» ούτε «τίμια».

Το επιχείρημα, λοιπόν, ότι το κόστος της μετανάστευσης θα πρέπει να «το πληρώσουν αυτοί που το δημιούργησαν», εννοώντας όλους τους άλλους πλην Ελλάδος, είναι κολοβό. Δικαίως, ένα τμήμα της «λυπητερής» θα έρθει και σε μας. Το ζήτημα είναι να πρόκειται για το τμήμα που πραγματικά μας αντιστοιχεί. Και ακόμα σημαντικότερο είναι, στο εσωτερικό, να κατανεμηθεί ευθέως ανάλογα με το ύψος της κοινωνικής πυραμίδας, στο οποίο ο καθείς μας βρίσκεται!

 

Το πολιτικό διακύβευμα

 

Μέχρι τις περασμένες Ευρωεκλογές, στο θολό τοπίο που δημιούργησε η χρόνια  μη-πολιτική των διαδοχικών κυβερνήσεων για το μεταναστευτικό ζήτημα, κυριάρχησαν δύο ακραίες και κοινωνικά μειοψηφικές (προς το παρόν) προσεγγίσεις. Η μία αντιμετωπίζει τους μετανάστες περίπου ως «κατάρα», ενώ η άλλη περίπου ως «ευλογία»! Σύμφωνα με την πιο ακραία εκδοχή της πρώτης, για όλα τα δεινά του δύσμορφου νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού φταίει «ο αλλοδαπός εφιάλτης». Στην ακραία εκδοχή της δεύτερης, για όλα φταίνε «οι κακοί, βολεμένοι και εκ γενετής ρατσιστές Έλληνες».

Στην πρώτη, συνενώνονται ποικίλης προελεύσεως δυνάμεις, από τους κανίβαλους ναζιστές της Χρυσής Αυγής, τους «φασίστες με πολιτικά» του ΛΑΟΣ, χώρους της λεγόμενης λαϊκής Δεξιάς έως απομεινάρια του μέχρι πρότινος λεγόμενου «πατριωτικού χώρου», προερχόμενα κυρίως από το παλαιό παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ [10]. Παρά τις σαφείς επιμέρους διαφοροποιήσεις, οι δυνάμεις αυτές, είτε με ενθουσιασμό είτε με «κρύα καρδιά» ουσιαστικά συγκλίνουν στην ηγεμονία της καταστολής και των διωγμών σε βάρος των μεταναστών, ως το ενδεδειγμένο πλαίσιο «λύσης» των προβλημάτων που δημιουργεί η μεταναστευτική πραγματικότητα.

 Ποικίλες είναι και οι δυνάμεις που καλύπτονται από τη δεύτερη προσέγγιση. από υπερ-νεοφιλελεύθερους μέχρι άτομα και οργανώσεις προερχόμενα από την παραδοσιακή αριστερά, αριστεριστές και το σύνολο σχεδόν του αναρχικού χώρου. Κι εδώ, οι διαφορετικές αφετηρίες δεν εμποδίζουν τη σύγκλιση σε μια «αγιοποιητική» απεικόνιση της μετανάστευσης και του μετανάστη. Για τους νεοφιλελεύθερους, η διαρκής εισροή πληθυσμών είναι «ευλογία» για το Κεφάλαιο, καθώς δημιουργεί έναν αενάως αναπληρούμενο εφεδρικό εργατικό στρατό, ενώ παράλληλα αποτρέπει την όποια συγκρότηση της εργατικής τάξης σε ανταγωνιστικό υποκείμενο. Οι ανταγωνισμοί αναπτύσσονται μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών που συγκροτούν τη βάση της κοινωνίας. Ντόπιοι εναντίον ξένων, παλιοί μετανάστες εναντίον νεοεισερχόμενων, …Σιχ εναντίον Ινδουιστών και ο κατάλογος δεν έχει τέλος, ενώ το Κεφάλαιο συνεχίζει αμέριμνο το αρχέγονο ταξίδι του προς αναζήτησιν της …υπεραξίας. Αντίθετα, για πολλούς αριστερούς και αριστερίζοντες, οι μετανάστες έρχονται να καλύψουν το κενό που τους κληροδότησε η κατάρρευση του ’89. Στη θέση του εκλιπόντος εργατικού υποκειμένου, το οποίο δεν κατάφερε τελικά να «ανταποκριθεί» στον υπερ-ιστορικό ρόλο που του είχε αναθέσει η ίδια Αριστερά, τοποθετούνται τώρα οι μετανάστες. Το νέο «υποκείμενο» είναι ιδιαίτερα βολικό. Είναι αρκούντως εξαθλιωμένο, καταπιεσμένο και διεθνικό, ώστε να προσομοιάζει με το «προλεταριάτο» ή τον «λαό» των «νεανικών» μας χρόνων. Δεν φέρει μάλιστα και επαναστατικές αξιώσεις. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τη συγκεκριμένη αριστερά, η οποία από το ΄74 και μετά (ίσως και από παλαιότερα) αντάλλαξε την ισόβια παραμονή της στην αντιπολίτευση με τη θεσμική αναγνώρισή της και την κοινωνική τακτοποίηση και ανέλιξη της πλειοψηφίας των μελών της. Έτσι, σήμερα, χωρίς ιδιαίτερο κόστος, αναθέτει στον εαυτό της το βολικό ρόλο της «κιβωτού των αξιών» – ανθρωπισμός, αλληλεγγύη, αδελφοσύνη, ευαισθησία, ατομικά δικαιώματα, αντιαυταρχισμός, κλπ – και η μεταναστευτική πραγματικότητα είναι ιδανικό πεδίο για την εκδίπλωση του ρόλου αυτού. Ο νεοφανής αυτός αριστερός ηθικισμός συμπληρώνεται με μιαν ενοριακής (ή τύπου ΜΚΟ) μορφής δράση. Η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με τα προβλήματα μιας μόνο κατηγορίας «κατατρεγμένων» (εν προκειμένω, των μεταναστών), ο φιλανθρωπικός ακτιβισμός και ο ακτιβισμός των δικαιωμάτων, παρά την κραυγάζουσα ριζοσπαστικότητά τους, με δυσκολία κρύβουν την ουσιαστική παραίτηση από την ενασχόληση της αριστερής πολιτικής με το σκληρό πυρήνα των μεγάλων προβλημάτων της εποχής μας, δηλαδή τον εντοπισμό των γενεσιουργών αιτιών και τη συγκρουσιακή αναίρεσή τους. Τέλος, ένα τμήμα της «ριζοσπαστικής» αριστεράς και ο αναρχικός χώρος, πέρα από την εργαστηριακή ανακάλυψη ενός υποκειμένου «που να αξίζει κανείς να ασχοληθεί μαζί του», αντιμετωπίζουν τους μετανάστες με μια σχεδόν μεσσιανική προσμονή και για έναν ακόμη λόγο. Εφ’ όσον οι λαοί αρνήθηκαν να «υπακούσουν» και να ρίξουν από μόνοι τους τα σύνορα του έθνους-κράτους (όπως επέτασσαν διάφορες παρελθούσες επαναστατικές τελεολογίες), εφ’ όσον και το παγκοσμιοποιητικό κύμα δεν μπορεί απ’ ό,τι φαίνεται να πετύχει το ίδιο (όπως ήλπισαν προσωρινά οι οπαδοί της «άλλης» παγκοσμιοποίησης), τότε τα σύνορα θα σαρωθούν «αντικειμενικά» από το μεταναστευτικό ρεύμα! Ως είθισται σε χώρους παροξυσμικής ιδεοληψίας, «αν ο λαός δεν αλλάζει,  τότε αλλάζουμε λαό»! Τίποτα πιο εύγλωττο για τη «λογική» αυτής της άποψης από το γνωστό σύνθημα των Εξαρχείων: «Μετανάστες, μην μας αφήνετε μόνους με τους Έλληνες»!

Τόσο η προσέγγιση της «καταστολής» όσο και η «αλληλέγγυα» και «no border» αντίθετές της αδυνατούν να προσφέρουν από μόνες τους ένα στοιχειώδες πλαίσιο αντιμετώπισης των ζητημάτων που θέτει το σύγχρονο μεταναστευτικό φαινόμενο (η δεύτερη δεν το επιθυμεί καν). Παρά την αναντίρρητη διαφορά στην «ηθική» των κινήτρων και των στόχων τους, μοιράζονται την ίδια πολιτική αδυναμία. Βόσκοντας στα βαλτοτόπια του ιδεαλισμού, προσέρχονται στη δημόσια συζήτηση με προκατασκευασμένες κατηγορίες για τη φύση και το ρόλο της μετανάστευσης, στις οποίες επιδιώκουν να στριμώξουν την απείρως πολυπλοκότερη πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, ισοπεδώνουν την κριτική σκέψη και εξοβελίζουν την Πολιτική από το πεδίο της αντιπαράθεσης.

 Όμως, το φαινόμενο της μετανάστευσης είναι παρόν και τα ζητήματα που καθημερινά θέτει στην κοινωνία θα απαιτήσουν απαντήσεις. Οι απαντήσεις που θα δοθούν θα συναρθρωθούν εξ αρχής με άλλες που αφορούν στα ζητήματα της οικονομικής κρίσης, της παραγωγικής κατάρρευσης και των γεωπολιτικών περιορισμών ή κινδύνων για τη χώρα. Ο χαρακτήρας που θα έχουν δεν θα εξαρτηθεί από τη φύση του φαινομένου ως τέτοιου. Αλλά από το είδος και την ένταση της διαπάλης για ηγεμονία μεταξύ των αρχουσών ελίτ και των (όποιων) κοινωνικών παικτών-ανταγωνιστών τους στο εσωτερικό της χώρας.

Στην προοπτική αυτής της διαπάλης, η δεύτερη προσέγγιση που αναφέραμε προηγουμένως, η «αλληλέγγυα», εξαιτίας της χαρακτηριστικής απάθειας ή ακόμη και επιθετικής εμπάθειας με την οποία αντιμετωπίζει τα προβλήματα που δημιουργεί η μεταναστευτική πραγματικότητα στα λαϊκά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, δεν έχει να προσφέρει πολλά πράγματα. Γι αυτό και σύντομα θα περιθωριοποιηθεί πολιτικά. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα κατορθώσει να προωθήσει ένα στοιχειώδες δίκτυ προστασίας και μέριμνας για ορισμένους μόνο από τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Στη χειρότερη, θα ενισχύσει άθελά της, με τις προκλήσεις της, τις στοχεύσεις των αρχουσών ελίτ.

Αντίθετα, η πρώτη προσέγγιση, της «καταστολής», με τη δήθεν «φιλολαϊκή» της απεύθυνση, έχει να «προσφέρει» κάτι ιδιαίτερα σοβαρό: το αίτημα του αυταρχισμού, σαν «σημειακού ελκυστή» της δημόσιας συζήτησης για τη μετανάστευση. Σε αυτόν θα προσανατολιστεί η πολιτική της άρχουσας κοινωνικής μειοψηφίας, ενώ παράλληλα θα επιχειρηθεί να διαρπαγεί η συναίνεση της κοινωνικής πλειοψηφίας.

 Είναι βέβαιο, ότι οι ελίτ δεν έχουν όρεξη να αυτοκτονήσουν, αλλά να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη αναπαραγωγή τους. Διαδικασία ιδιαίτερα απαιτητική σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης, όπου οι παρελθούσες, ευρύτερες συναινέσεις γύρω από αιτήματα ατομικής ευμάρειας δεν αντέχουν πια. Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την πρόβλεψη, ότι η φάση της «ανεκτικότητας» εξεμέτρησε το ζην της. Το «μεταναστευτικό» προσφέρει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να ανασυρθούν από το πολιτικό οπλοστάσιο και να νομιμοποιηθούν ευρύτερα τα όπλα του «αυταρχισμού» και της «καταστολής», τα οποία θα χρησιμοποιηθούν εν συνεχεία και στην «επίλυση» των υπολοίπων «καυτών» κοινωνικών ζητημάτων. Είναι ενδεικτική η στάση των δύο μεγάλων κομμάτων την επομένη των Ευρωεκλογών. Η καταρρέουσα σε όλα τα μέτωπα κυβέρνηση, βρήκε εν τούτοις το σθένος να εξαπολύσει την επιχείρηση «νόμος και τάξη», έστω και στη γελοιογραφική εκδοχή Μαρκογιαννάκη. Ενώ το ΠΑΣΟΚ προχώρησε πιο πέρα διακηρύττοντας το δόγμα της «μηδενικής ανοχής» απέναντι στη λαθρομετανάστευση! Σε ζηλευτή συγχορδία και όλοι οι μεγαλοδημοσιογράφοι των καναλιών και των εφημερίδων των «νταβατζήδων», οι οποίοι από πιστοί του «πολυπολιτισμού» μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε «εθνικά» και «κοινωνικά» ανησυχούντες! Σε όσους, τέλος, αμφιβάλλουν (όχι αναιτιολόγητα) για το αν μπορούν οι συγκεκριμένες ελίτ και το συγκεκριμένο κράτος-μπάχαλο να συλλάβουν και να εκτελέσουν ένα σχέδιο ευρείας καταστολής, έστω αρχικά εναντίον των μεταναστών, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε γνωστά ιστορικά στοιχεία. Υπήρξαν δυνάμεις σε αυτόν τον τόπο, που διεξήγαγαν με αποφασιστικότητα, με επαρκή κοινωνική συναίνεση και εν τέλει επιτυχία, έναν σκληρό και αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και στη συνέχεια εγκαθίδρυσαν ένα πρόδρομο καθεστώς τρομοκρατίας και αποκλεισμού, πρότυπο για νεώτερα φιλοδυτικά αυταρχικά καθεστώτα όπου γης, το οποίο επέζησε μέχρι το 1974 και κάποιες πλευρές του μέχρι το 1981. Στο γονιδίωμα των ελίτ του νεοελληνικού σχηματισμού το γονίδιο της «ανικανότητας» δεν εμποδίστηκε ποτέ από το να συνυπάρχει με το γονίδιο του «αυταρχισμού». Το τελευταίο εντοπίζεται και σε ικανό ποσοστό του κοινωνικού σώματος.

 Μια εναλλακτική πολιτική που επιθυμεί να είναι ανταγωνιστική στην κυρίαρχη, οφείλει να κατανοήσει, ότι το ενδεχόμενο της εντεινόμενης καταστολής σε βάρος των μεταναστών είναι ανοιχτό αν όχι ιδιαίτερα πιθανό. Η πρόδηλη αναποτελεσματικότητά της δεν θα εμποδίσει τους εισηγητές μιας τέτοιας πολιτικής από το να την εφαρμόσουν. Τους προσφέρει μια ιδανική ευκαιρία αποπροσανατολισμού των απλών ανθρώπων από τα αίτια και τους υπαίτιους των προβλημάτων τους, ενώ αποτελεί γενική δοκιμή για την επέκτασή της καταστολής, του αυταρχισμού, του ελέγχου και της παρακολούθησης και σε άλλα τμήματα της κοινωνίας, αν χρειαστεί (π.χ. νεολαία).  Συνεπώς, μια εναλλακτική πολιτική παρέμβαση για το μεταναστευτικό ζήτημα θα μπορούσε να επικεντρωθεί στα ακόλουθα σημεία:

 Ανάπτυξη ενός δυναμικού μοντέλου διαχείρισης των προβλημάτων που δημιουργεί η μεταναστευτική πραγματικότητα, σαν αυτό που στοιχειωδώς και μόνο επιχειρήθηκε στο παρόν σημείωμα.

Ανοιχτή σύγκρουση με τους πολιτικούς χώρους που προωθούν μια ατζέντα καταπίεσης και τρομοκράτησης των μεταναστών. Ο στόχος τους δεν είναι οι μετανάστες, αλλά η προώθηση της ανθρωποφαγικής ατζέντας τους σε όλο το κοινωνικό σώμα.

Αντιπαράθεση με ενδεχόμενες κρατικές πολιτικές καταστολής που θα χρησιμοποιήσουν τη μετανάστευση και τους μετανάστες ως πρόσχημα για τον αποπροσανατολισμό και την αυταρχικοποίηση της εσωτερικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

 

Επίλογος

 

Συνοψίζοντας, το Μεταναστευτικό ζήτημα παροξύνεται. Την ίδια στιγμή παροξύνονται και τα υπόλοιπα καίρια ζητήματα: της Παραγωγής/Οικονομίας, της Οικολογίας, της Δημοκρατίας, της Εθνικής Ανεξαρτησίας. Η ελληνική κοινωνία εισέρχεται σταδιακά σε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης. Οι κίνδυνοι που εμφανίζονται είναι πλέον ορατοί και απειλούν τη συνοχή ακόμα και την υπόσταση του νεοελληνικού κοινωνικού μορφώματος. Ταυτόχρονα, δημιουργείται εκ των πραγμάτων μια τεράστια ευκαιρία. Βεβαιότητες, αυταπάτες, βολικά σχήματα και η όζουσα ακινησία των τελευταίων ετών καταρρέουν. Η επικράτεια του «πιθανού» διευρύνεται ξανά, φέροντας πάλι την Πολιτική στο προσκήνιο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δυνατότητα ενός εναλλακτικού κινήματος-φορέα μιας εναλλακτικής και ανταγωνιστικής προς την κυρίαρχη πολιτικής, αποκτά ξανά τη ζωογόνο ισχύ της. Η εναλλακτική/ανταγωνιστική αυτή πολιτική, θα αμφισβητήσει έμπρακτα την ηγεμονία των αρχουσών ελίτ και θα επιχειρήσει να δώσει έναν άλλο προσανατολισμό στην κοινωνία προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων της, ενώ θα επιδιώξει να αναζωογονήσει τη συνοχή της, ενσωματώνοντας πλευρές της σύγχρονης πραγματικότητας (συμπεριλαμβανομένης της μεταναστευτικής).

 

Υποσημειώσεις

 

1 Για περισσότερα βλέπε το βιβλίο των Χάρντ και Νέγκρι, «Αυτοκρατορία», εκδ. Scripta.

2 Για παράδειγμα, είναι κοινό μυστικό ότι ο Μπερλουσκόνι, ήδη, πληρώνει εκατομμύρια ευρώ στον Καντάφι για να βυθίζει τα πλοιάρια με τους πρόσφυγες από το Ανατολικό κέρας της Αφρικής (ιδιαίτερα, τη Σομαλία). Ο τελευταίος μάλιστα, στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ιταλία, κυνικά δήλωσε ότι η «Ευρώπη» θα πρέπει να του καταβάλλει ένα δις ευρώ για να την απαλλάξει από την «ενόχληση» της λαθρομετανάστευσης (προφανώς επαναπροωθώντας τους μετανάστες στον …βυθό της Μεσογείου!).

3 Χρησιμοποιώ τη λέξη «λαθραίος» και «λαθρομετανάστευση» σε εισαγωγικά διότι σε συντριπτικό βαθμό η μετανάστευση στις μέρες μας γίνεται χωρίς πρόσκληση από τις χώρες άφιξης. Οι ίδιοι οι «νόμιμοι» μετανάστες έχουν στην πλειοψηφία τους προϋπάρξει «λαθραίοι». Άρα, μετανάστευση και «λαθρομετανάστευση» συνήθως ταυτίζονται.

4 Να επισημάνουμε εδώ ότι το ζήτημα των κινήτρων για επιστροφή, όπως και άλλες «ήπιες» λύσεις για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος στις χώρες της Δύσης, δεν αποτελούν πανάκεια. Εντούτοις αρκετοί στις δημόσιες παρεμβάσεις τους τα χρησιμοποιούν ως τέτοια! Για παράδειγμα, είναι αστείο να πιστεύουμε ότι αν δοθούν κίνητρα σε ένα Σομαλό να επιστρέψει στην πατρίδα του, αυτός θα τρέξει με χαρά για μια καινούρια «παραγωγική αρχή», όταν η χώρα του πλέον δεν υφίσταται καν ως πολιτειακή συγκρότηση! Γι’ αυτό και από την αρχή υποστηρίζεται σε αυτό το σημείωμα η ενδεχομενικότητα των όποιων «λύσεων».

5 Ένα τέτοιο αίτημα δεν υποκρύπτει μια στατική – συντηρητική – αντίληψη περί μη αλλαγής των πολιτειακών, πολιτικών και κοινωνικών θεσμών. Το αντίθετο! Όμως οι διαδικασίες της αλλαγής δεν μπορούν να προωθούνται στη βάση ταυτοτικών πολιτισμικών αναφορών. Αν είμαι Έλληνας και ζω στη Γερμανία, μπορώ να αμφισβητήσω για παράδειγμα την ομοσπονδιακή πολιτειακή συγκρότηση της συγκεκριμένης χώρας, είτε προς μια πιο αμεσοδημοκρατική κατεύθυνση είτε προς μια πιο συγκεντρωτική και συνήθως στα πλαίσια ενός ανάλογου κινήματος. Δεν μπορώ να την αμφισβητήσω στη βάση ότι επειδή είμαι «Έλληνας» δεν μου «ταιριάζει» ή «αρέσει» το ομοσπονδιακό σύστημα! Αν είμαι Αφγανός Παστούν και ζω στην Ελλάδα δεν γίνεται να αμφισβητήσω το δικαίωμα ενός ομοφυλόφιλου νεαρού να βρίσκεται στην ίδια σχολική αίθουσα με τον γιό μου, μόνο και μόνο επειδή στο χωριό καταγωγής μου αυτό θεωρείται θανάσιμη αμαρτία!

6 Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να επισημάνουμε το αυτονόητο στους άφθονες αιθεροβάμονες. Οποιαδήποτε διαδικασία ενσωμάτωσης, για να έχει πιθανότητες επιτυχίας, χρειάζεται μια κοινωνία υποδοχής που θα επιθυμεί, θα προτρέπει και θα οργανώνει με κατάλληλα μέτρα την προσαρμογή των μεταναστών στο νέο περιβάλλον που ζούνε και παράλληλα μεταναστευτικούς πληθυσμούς που θα επιθυμούν και θα αποδέχονται την προσαρμογή αυτή. Αν δεν ισχύει κάποιο από τα δύο τότε η ενσωμάτωση δεν γίνεται να επιτευχθεί με κάποιον άλλο, «μεταφυσικό», τρόπο και η σύγκρουση μεσοπρόθεσμα θα είναι αναπόφευκτη.

7 Να επισημάνουμε εδώ ότι οι σοβαρές παρενέργειες που χρεώνονται στο προηγούμενο των «ελληνοποιήσεων» ομογενειακών πληθυσμών τη δεκαετία του ’90, δεν οφείλονται ούτε στην «ελληνοποίηση» σαν αίτημα ούτε στους ίδιους τους ομογενείς από τη Νότια Αλβανία και τις χώρες της πρώην Σοβ. Ένωσης, αλλά στον τρόπο με τον οποίο εκτελέστηκε η διαδικασία από την ελλαδίτικη κρατική και κομματική μαφία.

8 Έτσι κι εδώ, εκκενώνεται το Εφετείο και η πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα και «βουλιάζει» η Πλατεία Αττικής, ισοπεδώνεται ο αυτοσχέδιος καταυλισμός στην Πάτρα και δημιουργείται άλλος στην Ηγουμενίτσα, πέντε αλλοδαποί «Αγιάννηδες» συλλαμβάνονται τη μια μέρα για μικροκλοπές άλλοι τόσοι ξεφυτρώνουν την επομένη. Όσο απουσιάζει κάθε μορφής μέριμνα (επισιτιστική, στεγαστική) για τους πιο εξαθλιωμένους μετανάστες και η μεταναστευτική πολιτική εξαντλείται σε γραφικούς αυτοσχεδιασμούς, τόσο ο φαύλος κύκλος θα συνεχίζεται και οι επιδείξεις κρατικής πυγμής θα είναι αποτελεσματικές μόνο για πολιτική σπέκουλα επί του φιλοθεάμονος τηλεοπτικού κοινού.

9 Η πιο αστεία δικαιολογία που ακούει κάποιος όταν αναφέρεται σε αυτά τα ζητήματα είναι ότι «μα και στην ελληνική κοινωνία συναντώνται παρόμοιες καταστάσεις». Αυτό είναι αλήθεια. Οφείλονται, όμως, σε υπαρκτές, αλλά ολοένα μειούμενες, «ρεζέρβες καθυστέρησης» μέσα στο κοινωνικό σώμα και σε πολιτική αδυναμία ή απροθυμία συνολικής εφαρμογής του πλαισίου στήριξης των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων. Είναι αδιανόητο, οι όποιες αυτές ελλείψεις, να νομιμοποιούν δια του συμψηφισμού καταπιεστικές συμπεριφορές εντός ή εκ των μεταναστευτικών κοινοτήτων και μάλιστα στο όνομα του «δικαιώματος στη διαφορά»!

10 Θα μπορούσαν να ενταχθούν στην κατηγορία αυτή και διάφορες sui generis προσωπικότητες της παλαιάς αριστεράς, αλλά όσοι, έστω κατ’ ελάχιστον, έχουν συναντηθεί με την πολιτική ψυχοπαθολογία της παραδοσιακής αριστεράς, θα έδειχναν κατανόηση και δεν θα επιχειρούσαν μια τέτοια ένταξη.

 

* (περιοδικό «Άρδην» τχ. 77)

 

ΠΗΓΗ:  http://koinotikon.wordpress.com/2009/12/04/15/

Ύμνος στην ελευθερία…

Ύμνος στην ελευθερία…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Η σημερινή γιορτή, του Αγίου Ελευθερίου, είπε ο παπάς, είναι-σε όλες τις παραμέτρους της- ένας ύμνος στην ελευθερία.

Για ποιον ύμνο πρόκειται και για ποια ελευθερία; Γιατί βέβαια θα μπορούσαν κάποιοι να πούνε ότι εμείς γνωρίζουμε τον «Ύμνο στην ελευθερία», απ' τους Τούρκους, που έγραψε ο μεγάλος μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολομός.

Ε, λοιπόν, ο ύμνος της σημερινής γιορτής μας μιλάει για την απελευθέρωση απ' την τουρκισία (όπως την έλεγε ο Κοραής) της αδικίας:

«Διώξαμε έλεγε ο Κοραής, τους Τούρκους, αλλά κρατήσαμε την τουρκισία τους»!…

Και πρώτα-πρώτα το αποστολικό ανάγνωσμα, που αναφέρεται στην εποχή του εστεμμένου κακούργου, του Νέρωνα:

Ο οποίος είχε συλλάβει και φυλακίσει τον Απόστολο Παύλο, σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Άδικο, που ωστόσο οι νομικοί μας το λένε Δίκαιο. Παρόλο που υποδουλώνει τους ανθρώπους και καταστρατηγεί τα δικαιώματά τους, στο όνομα των συμφερόντων και των προνομίων των αδικητών τους…

Πόνος και οδύνη κατακλύζουν την ψυχή του φυλακισμένου, καθώς βλέπει με ποιο τρόπο, όχι μόνο οι Εβραίοι και οι Ρωμαίοι αντιμετώπιζαν την άδικη νομιμότητα και τη φυλάκισή του, αλλά και κάποιοι απ' τους χριστιανούς. Οι οποίοι απέφευγαν να τον επισκεφτούν στη φυλακή . Και μάλιστα, όχι μόνο από φόβο, αλλά και από ντροπή.

Αποστροφή, που, σε τελική ανάλυση, αντανακλούσε στο πρόσωπο, όχι μόνο του Παύλου, αλλά και του ίδιου του Χριστού. Ο οποίος χλευάστηκε και διαπομπέφτηκε και σταυρώθηκε στο όνομα της ρωμαϊκής και προπάντων της εβραϊκής κακουργίας.

Η οποία (κακουργία και διαστροφή) διαφαίνεται, συνέχισε ο παπάς, και στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής γιορτής:

Πεινούσαν, λέει το Ευαγγέλιο, οι μαθητές του Χριστού. Και τρίβοντας με τα χέρια τους τα ωριμασμένα στάχυα, έτρωγαν τον καρπό.

Και οι φαρισαίοι, που τους ακολουθούσαν σαν τις σκιές τους, είπαν στο Χριστό:

-Δεν βλέπεις, που οι μαθητές σου παραβαίνουν το νόμο, που απαγορεύει την εργασία του Σαββάτου!

-Ξεχνάτε, τους είπε ο Χριστός, τι έκαμε ο Δαβίδ, όταν πείνασε;

Πως μπήκε στον οίκο του Θεού και πήρε τους άρτους της προθέσεως και έφαγε και έδωκε και στους συντρόφους του! Παρότι ο νόμος λέει ότι μόνο οι ιερείς επιτρέπεται να τρώνε τους άρτους της προθέσεως και κανένας άλλος…

Και ασφαλώς δεν είστε σε θέση να καταλάβετε ότι ο νόμος δεν είναι αφεντικό του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος αφεντικό του νόμου. Και πως δικαιοσύνη έχουμε μόνο, όταν οι νόμοι υπηρετούν τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ενώ, όταν υπερτιμούμε το νόμο, για να υποτιμούμε τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, διαπράττουμε ύβρη και αδικία….

Μέσα στα πλαίσια της ύβρης αυτής και της αδικίας μπορούμε να κατανοήσουμε, κατέληξε ο παπάς, και το μαρτύριο του Αγίου Ελευθερίου. Και τόσων άλλων μαρτύρων και σοφών…

Που έπεσαν θύματα της νομικής κακουργίας. Επειδή αγωνίζονταν, για την ελευθερία του ανθρώπου από τη σκλαβιά της αδικίας.

Προπάντων της νόμιμης. Που είναι άπειρα καταχθονιώτερη και σκανδαλωδέστερη σε σύγκριση με την παράνομη…

Γιατί φοράει υποκριτικά το προσωπείο της Δικαιοσύνης…

 

Παπα-Ηλίας, 15-12-2009

 

Υ.Γ. Χρόνια πολλά στους Ελευθέριους και τις Ελευθερίες…

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@cmail.com