Εκδοτικοί οίκοι και εκπαιδευτική πολιτική

Εκδοτικοί οίκοι και εκπαιδευτική πολιτική

 

Του Γιώργου Μαυρογιώργου

 

Η υπόθεση της δωρεάν διανομής διδακτικών  συγγραμμάτων  στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία που δεν έχει γραφεί. Κατά καιρούς έχουν τεθεί ζητήματα, όπως π.χ. η ακαδημαϊκή ελευθερία των φοιτητών που περιορίζεται στη μελέτη ενός συγγράμματος (κατά τεκμήριο του διδάσκοντος), η γενικευμένη δωρεάν διανομή σε όλους, οι υπερβολές στην κοστολόγηση, η γραφειοκρατία, κ.α.. Η σχετική πολιτική έχει συντελέσει ώστε πολλοί εκδοτικοί οίκοι να αναπτύξουν ειδικό τμήμα πανεπιστημιακών εκδόσεων με πολλούς τίτλους και πολλές επανεκδόσεις, που συχνά παρουσιάζονται ως «βελτιωμένες εκδόσεις».

Οι εκδοτικοί οίκοι, ουσιαστικά, δέχονται προτάσεις πανεπιστημιακών για έκδοση βιβλίων των οποίων είναι εξασφαλισμένη η διάθεση. Απευθύνθηκα, κάποτε, σε γνωστό εκδοτικό οίκο για την έκδοση βιβλίων μου και το πρώτο ερώτημα που δέχτηκα ήταν: «Με ποιους συναδέλφους και σε ποια άλλα πανεπιστημιακά τμήματα θα μπορούσα να εξασφαλίσω τη διανομή»! Ήδη, στο ερώτημα υπάρχει ένας σαφής υπαινιγμός  ύπαρξης ή δημιουργίας άτυπου  δικτύου διανομής συγγραμμάτων στα πανεπιστήμια.
Αυτή η πολιτική έχει εμπνεύσει πολλούς πανεπιστημιακούς ώστε να είναι οι ίδιοι  εκδότες -συχνά ογκωδέστατων-βιβλίων. Αποκαλυπτική, από αυτή την άποψη είναι η έκρηξη παραγωγής βιβλίων στις «Επιστήμες της Αγωγής». Σε αυτό φαίνεται ότι έχουν συμβάλει τόσο η καθιέρωση των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ για την επιλογή εκπαιδευτικών όσο και οι κατατακτήριες εξετάσεις για τα Παιδαγωγικά Τμήματα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Είναι γνωστοί στους υποψηφίους οι συγκεκριμένοι «παιδαγωγοί» που έχουν αξιοποιήσει την αυτοχρηματοδότηση της έκδοσης των βιβλίων τους ως μια παράλληλη επιχειρηματική δραστηριότητα. Τους βρίσκει κανείς να δραστηριοποιούνται συχνά σε θέσεις ειδικών συμβούλων, εξεταστών, βαθμολογητών, κ.α. σε διάφορες υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας. Δεν έχουν ιδιαίτερη ανάγκη ενός εκδότη για την εξασφάλιση της προώθησης και διακίνησης των βιβλίων τους. Είναι οι ίδιοι αποτελεσματικοί  διακινητές του «προϊόντος» τους.  

Απαραίτητη προϋπόθεση για να χαρακτηρισθεί ένα βιβλίο ως πανεπιστημιακό σύγγραμμα είναι η έγκριση από τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος σε συνάρτηση με την ανάθεση διδακτικού έργου στα μέλη του διδακτικού προσωπικού, στο πλαίσιο του προγράμματος σπουδών. Κι εδώ στο όνομα της «ακαδημαϊκής ελευθερίας» του διδάσκοντα, η έγκριση των συγγραμμάτων είναι σχεδόν «τυφλή» και τυπική. Δε γίνεται, δηλαδή, στοιχειώδης  ακαδημαϊκός έλεγχος της καταλληλότητας των συγγραμμάτων που διανέμονται δωρεάν στους φοιτητές για τις σπουδές τους. Οι ιστορίες  που γράφονται, κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η στενή σχέση  και συνεργασία εκδοτών και πανεπιστημιακών έχει εξελιχθεί σε θανάσιμο εναγκαλισμό που επηρεάζει δραματικά το είδος βιβλίων που γράφουν πανεπιστημιακοί και  μελετούν οι φοιτητές, τη δομή των προγραμμάτων σπουδών, την κατανομή διδακτικού έργου στα εξάμηνα. Με λίγα λόγια, είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι οι εκδοτικοί οίκοι, με τη μεσολάβηση συγκεκριμένων διδασκόντων, διαμορφώνουν πολιτική σπουδών στα πανεπιστήμια! Οι εκδοτικοί οίκοι διαμορφώνουν εκπαιδευτική πολιτική.
Φαίνεται ότι το φιλόδοξο ηλεκτρονικό σύστημα έγκρισης και δωρεάν  διανομής συγγραμμάτων «Εύδοξος», που ενεργοποιήθηκε με πανηγυρικό τρόπο, για πρώτη φορά το 2011, μάλλον ενισχύει τους παραπάνω ισχυρισμούς μας.

Θα προσπαθήσουμε σε επόμενες συνέχειες να αναφερθούμε παραδειγματικά σε ορισμένες αποκαλυπτικές «βιογραφίες» πανεπιστημιακών διδακτικών συγγραμμάτων. Θα αρχίσουμε με την ιστορία ενός τέτοιου βιβλίου, αναφέροντας τρεις πτυχές του. Με το βιβλίο αυτό έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν σε αυτή την ιστοσελίδα. Ας τις δούμε, λοιπόν.

Βιβλίο  και  «πνευματικά  δικαιώματα» (1)

Τα βιβλία, οι συγγραφείς και οι εκδότες έχουν τις περιπέτειές τους. Ήδη, αναφερθήκαμε σε ιστορίες αντιγραφής.  Παρεμφερείς είναι οι ιστορίες που ξετυλίγονται γύρω από την ένδειξη Copyright © (πνευματικά δικαιώματα) που αναφέρουν τα βιβλία στο εσώφυλλό τους.

Κρατώ ένα αντίτυπο από  την πρώτη έκδοση (2000) του βιβλίου «Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης», από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», με την ένδειξη «στ΄ έκδοση» (προφανώς ανατύπωση)! Δε γνωρίζουμε εάν η μεγάλη διακίνηση οφείλεται στο γνωστό σύστημα έγκρισης και δωρεάν διάθεσης των λεγόμενων «πανεπιστημιακών συγγραμμάτων». Ως υπόθεση εργασίας, πάντως, στέκει, μια και τα βιβλία που χαρακτηρίζονται και διανέμονται ως πανεπιστημιακά διαθέτουν «κεκτημένη» διακίνηση. Οι υψηλοί δείκτες κυκλοφορίας ενός βιβλίου, πάντως, αποφέρουν σε αυτούς που έχουν τα «πνευματικά δικαιώματα», και ανάλογα υλικά οφέλη.

Όπως διαβάζουμε στον πρόλογο, «ο Οδηγός συντάχτηκε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού έτους κατά του Ρατσισμού (1997) για (sic) το Κέντρο Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΕΤΕ) της ΟΛΜΕ και ενισχύθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Για να καθοριστούν το περιεχόμενο και η μορφή του οργανώθηκαν από το ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ πολλές συνεδριάσεις, στις οποίες πήραν μέρος εκπαιδευτικοί από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης» (σ.16).

Είναι φανερό ότι  πρόκειται για πρόταση που υποβλήθηκε από το ΚΕΜΕΤΕ, με την προβλεπόμενη διαδικασία των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, και που χρηματοδοτήθηκε με κοινοτικά κονδύλια και εθνική συμμετοχή, προκειμένου να εκπονηθεί ο «Οδηγός». Υποθέτουμε ότι στις σχετικές συμβάσεις προβλεπόταν και αμοιβή για τον επιστημονικό υπεύθυνο.

Δεν πρόκειται να αξιολογήσουμε εδώ τη συμβολή του «Οδηγού» στην καταπολέμηση των ρατσιστικών αντιλήψεων. Θα ασχοληθούμε με ορισμένες σημαντικές, κατά τη γνώμη μας,  πτυχές, που συνδέουν το «ακαδημαϊκό ήθος», τον ακτιβισμό για την καταπολέμηση του ρατσισμού, τη χρηματοδότηση και τα «πνευματικά δικαιώματα».

Συγγραφέας του βιβλίου, σύμφωνα με το εξώφυλλο, φέρεται να είναι ο πολύ γνωστός, και στην Κύπρο, πανεπιστημιακός Γιώργος Τσιάκαλος, «μα και ακτιβιστής των δρόμων», όπως πληροφορούμαστε από το οπισθόφυλλο άλλου βιβλίου. Ήταν   επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος. Μας είναι δυσδιάκριτη η ειδική συμβολή του φερόμενου ως συγγραφέα, πέρα από την εποπτεία του προγράμματος και από τη συγγραφή των πέντε σελίδων προλόγου που υπογράφει. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι είναι ένας Οδηγός «από εκπαιδευτικούς για εκπαιδευτικούς». Τα πνευματικά δικαιώματα, σύμφωνα με το εσώφυλλο, ανήκουν στον εκδοτικό οίκο («Ελληνικά Γράμματα»), τον Γ. Τσιάκαλο και το ΚΕΜΕΤΕ.

Τα ερωτήματα: Ποιος συμπεριέλαβε τον επιστημονικό υπεύθυνο ενός χρηματοδοτούμενου προγράμματος στο Copyright του «Οδηγού» που συντάχθηκε, για λογαριασμό   του ΚΕΜΕΤΕ; Πώς είναι δυνατόν ένας «Οδηγός», που συντάχτηκε  με τη συμμετοχή πολλών εκπαιδευτικών, να φέρει μόνο το όνομα του; Δε θα μπορούσε να υπάρχει η ένδειξη «επιμέλεια»  δίπλα στο όνομά του; Η ΟΛΜΕ μας έχει δώσει ενδιαφέρουσες εκδόσεις, χωρίς να τις εκχωρεί σε άλλους.  Ποιος έχει εισπράξει τις όποιες αποζημιώσεις από τα «πνευματικά δικαιώματα», με τις διαδοχικές εκδόσεις, για δέκα χρόνια; Δυσκολευόμαστε να υποθέσουμε ότι έχουμε ιδιοποίηση της εργασίας των εκπαιδευτικών και του ΚΕΜΕΤΕ. Φανταστείτε, οι προδιαγραφές και οδηγίες των Νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων (ΝΑΠ) που εκπονήθηκαν για λογαριασμό του ΥΠΠ στην Κύπρο να είχαν δημοσιευθεί με συγγραφέα τον πρώην πρόεδρο της ΕΔΑΠ, Γιώργο Τσιάκαλο!  Βέβαια, τα ΝΑΠ δεν είναι εύκολο να «βαφτιστούν»  πανεπιστημιακά συγγράμματα.

Πώς να προσχωρήσουμε στην υπόθεση της  οικειοποίησης, όταν το αντικείμενο είναι ο «ρατσισμός»; Θα ήταν μια έμμεση εκδοχή ιδιότυπης ρατσιστικής πρακτικής. Μας είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι κάποιος που διεκδικεί και αποκτά κοινωνική αναγνώριση με τη σημαία του αγώνα κατά της «φτώχειας», του κοινωνικού αποκλεισμού, των διακρίσεων και του ρατσισμού,  δεν προστατεύει αυτή του τη δράση με «ανθρώπινη αξιοπρέπεια», με σεβασμό και  αυτοσεβασμό. Τα «πνευματικά δικαιώματα» διεκδικούν κι αυτά  σεβασμό και προστασία. Άραγε, το ΚΕΜΕΤΕ και η ΟΛΜΕ ξέρουν καλά την ιστορία του βιβλίου τους;

Όταν το βιβλίο μένει «ορφανό» (2)

Έχουμε γράψει ότι ο «Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης» εκδόθηκε το 2000,  από τα «Ελληνικά Γράμματα». Αν και ήταν αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας εκπαιδευτικών και είχε συνταχθεί για λογαριασμό του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΕΤΕ) της ΟΛΜΕ, ως συγγραφέας φέρεται ο καθηγητής Γιώργος Τσιάκαλος. Οι εκδοτικοί οίκοι και τα βιβλία  έχουν τις «μικρές» τους περιπέτειές που αγαπούν να  κρύβονται στα «ψιλά γράμματα» των συμβολαίων. Οι ιστορίες τους γίνονται ενδιαφέρουσες, όταν τα βιβλία  μένουν «ορφανά» από εκδότη.

Το 2010, ο εκδοτικός οίκος «Ελληνικά Γράμματα» έκλεισε και το βιβλίο, μετά από δέκα χρόνια, έμεινε ορφανό από εκδότη. Από ο τι φαίνεται, τη φροντίδα του την αναλαμβάνει ο φερόμενος ως συγγραφέας, που ως   μοναδικός κληρονόμος «δίνει» το βιβλίο σε νέο εκδοτικό οίκο, το «Επίκεντρο». Στυλοβάτης των νέων εκδόσεων  είναι πρώην  ιδιοκτήτης των εκδόσεων «Παρατηρητής» που είχε «κηρύξει πτώχευση», με τις γνωστές περιπέτειες των εργαζομένων. Το ορφανό βιβλίο βρήκε «νέο» εκδότη, και κυκλοφόρησε, το 2011, σε «νέα» έκδοση.

Σκέφτηκα πως, όταν ένα βιβλίο παρουσιάζεται ως  «νέα» έκδοση, θα έχουμε μια  βελτιωμένη εκδοχή. Ήδη, στον επίλογο του 2000, γινόταν η προτροπή πως «Ένας ‘Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης' μπορεί να παίξει το ρόλο του μόνο στο βαθμό που οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί τον διορθώνουν και τον εμπλουτίζουν»(σ.331). Οι προτροπές αυτές  δεν  ίσχυαν γι  αυτούς που τις έκαναν!

Η έκδοση δεν είναι βελτιωμένη. Ο συντάκτης του προλόγου, Γιώργος Τσιάκαλος, δεν εξηγεί τους λόγους της   απλής επανέκδοσης. Ούτε αναφέρει κάτι για  την ιστορία του βιβλίου με τον προηγούμενο εκδότη που «έκλεισε»! Κι  ο πρόλογος «τεμπέλικος»! Στην αγορά των αναγνωστών του 2011 έχει «ριχτεί» το ίδιο παλαιό βιβλίο του 2000! Οι μόνες αλλαγές στο εξώφυλλο είναι η απόχρωση στο πορτοκαλί χρώμα και ο εκδοτικός οίκος. Στο εσώφυλλο, το βιβλίο αναφέρει νέο επιμελητή έκδοσης και νέο υπεύθυνο σελιδοποίησης! Ήταν απαραίτητοι!

Έχει γίνει αλλαγή στα λεγόμενα «πνευματικά δικαιώματα» και τα «ωφελήματα» από τη διάθεσή του. Εταίροι είναι, πλέον, μόνο το «Επίκεντρο» και ο «Γιώργος Τσιάκαλος». Το ΚΕΜΕΤΕ έχει εξαφανιστεί! Οι εκπαιδευτικοί είχαν αποκλειστεί  ήδη απ' την πρώτη έκδοση! Μήπως, το  ΚΕΜΕΤΕ έχει παραχωρήσει τα δικαιώματα στον επιστημονικό υπεύθυνο, παρόλο που είχε αμειφθεί για την επιστημονική εποπτεία του έργου; Δυσκολευόμαστε να δώσουμε μια απάντηση.

Ίσως, η απάντηση βρίσκεται εδώ: Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι καταχωρημένο στο σύστημα «Εύδοξος» που καθιερώθηκε πρόσφατα ως « μία πρωτοποριακή υπηρεσία για… και για την αποτροπή της καταχρηστικής εκμετάλλευσης των δημόσιων πόρων». Το βιβλίο διανέμεται στο μάθημα (Α05) «Αντιρατσιστική, αντισεξιστική και διαπολιτισμική εκπαίδευση». Πρόκειται για το μάθημα που διδάσκει χρόνια, όταν διδάσκει, ο φερόμενος ως συγγραφέας.

Εδώ προκύπτουν  άλλα ερωτήματα: Μήπως για να εγκριθεί ως πανεπιστημιακό, το συγκεκριμένο βιβλίο  έπρεπε να φέρει ως συγγραφέα πανεπιστημιακό; Το περιεχόμενο και η μορφή του δεν ανταποκρίνονται σε θεμελιώδη κριτήρια πανεπιστημιακού συγγράμματος. Διαβάζουμε στον πρόλογο πως «είναι ένα βιβλίο χωρίς βιβλιογραφικές παραπομπές και δεν προϋποθέτει ιδιαίτερες γνώσεις για την κατανόησή του»! Στον επίλογο επαναλαμβάνεται ότι  το βιβλίο « συνειδητά δεν υποστηρίζεται με αναφορές στην εξειδικευμένη επιστημονική βιβλιογραφία». Μα, καλά, αν για τους εκπαιδευτικούς της πράξης είναι χρήσιμο, είναι κατάλληλο για «σπουδή»; Πόσο έχει κοστίσει η «δωρεάν» διανομή του, πάνω από δέκα χρόνια, τώρα;
Πολλά  από τα  «παιδαγωγικά» βιβλία των εκδόσεων «Επίκεντρο» φιγουράρουν δίπλα σe μαθήματα  του Προγράμματος Σπουδών του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ! Πολλά, χωρίς συνάφεια. Είναι συγκινητική αυτή η  συνδρομή στον συντοπίτη εκδοτικό οίκο. Πολλοί διδάσκοντες ή διδάκτορες του Τμήματος έχουν εκδώσει τα βιβλία σ αυτόν. Είναι, όντως, ενδιαφέρουσα η στενή συνεργασία και σχέση Εκδοτών και Πανεπιστημιακών. Ο θανάσιμος εναγκαλισμός τους, ίσως συντελεί στην ακύρωση σπουδών και σε βιογραφίες βιβλίων σαν αυτή που παρουσιάσαμε.

Όταν το βιβλίο το γράφουν εκπαιδευτικοί (3)

Διαθέτουμε πολλά και αξιόλογα βιβλία που  έχουν γραφεί από εκπαιδευτικούς είτε συλλογικά είτε ατομικά. Αναφέρονται ως συγγραφείς με τα ονόματά τους. Το βιβλίο «Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης» είναι ένα τέτοιο βιβλίο.  Όπως διαβάζουμε, για τους συντελεστές του  βιβλίου, «Όλοι και όλες είναι εκπαιδευτικοί που ασχολούνται με θέματα αντιρατσιστικής εκπαίδευσης και έχουν συλλέξει πολλές εμπειρίες-θετικές και αρνητικές. Αυτές τις εμπειρίες έφεραν στις συνεδριάσεις, μαζί με άφθονο διδακτικό υλικό και πολλά σχέδια μαθημάτων τα οποία είχαν εφαρμόσει στις τάξεις τους… Για το λόγο αυτό το παρόν βιβλίο  είναι ένας οδηγός αντιρατσιστικής εκπαίδευσης «‘από εκπαιδευτικούς για εκπαιδευτικούς'»! Δε μπορούσε να απουσιάζει η μόνιμη και για πάρα πολλά χρόνια «πιστή» και στενή συνεργάτιδα του καθηγητή (συμμετείχε και στα αναλυτικά προγράμματα της Κύπρου), καθηγήτρια Δήμητρα Κογκίδου.

«Εμείς οι εκπαιδευτικοί»

Αυτός είναι ο τίτλος ενός προβληματικού προλόγου που τον υπογράφει ο καθηγητής Γ. Τσιάκαλος. Πρόκειται για μια συμπεριληπτική διατύπωση που υπαινίσσεται ότι οι εκπαιδευτικοί, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, τις σπουδές τους, τη βαθμίδα, τα χρόνια υπηρεσίας, τη θέση στη διοικητική ιεραρχία, το φύλο, την ταξική θέση και τοποθέτηση, συγκροτούν ένα ομοιογενές κοινωνικό σώμα εργαζομένων! «Εμείς, οι εκπαιδευτικοί, ζούμε συμπυκνωμένες όλες τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις, τις συγκρούσεις και τα παράδοξα αυτού του κόσμου. Ολόκληρου του κόσμου(…) Ζούμε έντονα τα προβλήματα όλου του κόσμου και από πολύ νωρίς αισθανόμαστε τις σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές…». Αναλογιστείτε το βάρος των ευθυνών που έχουν οι εκπαιδευτικοί ως σώμα εργαζομένων για να ζουν «έντονα» «όλες» τις αντιφάσεις «όλου» του κόσμου!Γίνεται αντιληπτό ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι εξαιρετικά ιδεαλιστικοί και αυθαίρετοι για να τους   δεχτούμε ως αφετηριακές παραδοχές ενός τέτοιου «Οδηγού». Είναι  εξαιρετικά απλοϊκός ο ισχυρισμός ότι από τους εκπαιδευτικούς εξαρτάται ο ρόλος του σχολείου  στην πορεία της ανθρωπότητας! Αποσιωπώνται όλες οι παράμετροι που συναρτώνται με το σχολείο ως κρατικό ιδεολογικό μηχανισμό. Είναι πρωτοφανής ο ισχυρισμός ότι το «σχολείο είναι χώρος επίλυσης(sic) των δύσκολων προβλημάτων της ανθρωπότητας».

Είναι επιεικώς αφελές να θεωρείται ότι απαραίτητες συνθήκες για να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό  είναι, κυρίως, «Η ικανότητα των εκπαιδευτικών να αντιλαμβάνονται έγκαιρα το μέγεθος των κοινωνικών προβλημάτων» και η «ύπαρξη κατάλληλης διδακτικής τεχνογνωσίας» για τους εκπαιδευτικούς.

Τόσο απλή υπόθεση θεωρείται η ανάδειξη του σχολείου ως πεδίου καταπολέμησης του ρατσισμού! Αυτές οι εκτιμήσεις και οι απόψεις δε θα είχαν μεγάλη σημασία, εάν επρόκειτο για ισχυρισμούς που διατυπώνονται  από έναν οποιονδήποτε  συγγραφέα. Οι παραπάνω απόψεις αποτέλεσαν το πλαίσιο αρχών για τις εργασίες που έγιναν, με την επιστημονική εποπτεία του Γ. Τσιάκαλου, στο ΚΕΜΕΤΕ με τους εκπαιδευτικούς, για τη σύνταξη του «Οδηγού».

Αλλά, πού είναι οι εκπαιδευτικοί;

Αν και το έργο προβάλλεται συστηματικά ως αποτέλεσμα συλλογικής συνεργασίας, τα ονόματα των εκπαιδευτικών δεν αναφέρονται στις επιμέρους ενότητες με τις συγκεκριμένες προτάσεις που έχουν καταθέσει οι ίδιοι. Το βιβλίο φέρει ως  ως  μοναδικό συγγραφέα τον καθηγητή Γιώργο Τσιάκαλο. Τα ονόματα των εκπαιδευτικών μνημονεύονται απλώς στον πρόλογο, χωρίς να εξειδικεύεται η συμβολή τους. Απουσιάζει και η μνεία της συμβολής του επιστημονικού και ερευνητικού οργάνου  της ΟΛΜΕ, του ΚΕΜΕΤΕ.

Είναι αλήθεια ότι έχουμε μπερδευτεί! Το έργο των εκπαιδευτικών δεν αναγνωρίζεται! Ο «ακτιβιστής των δρόμων», σε βιβλίο του γράφει ότι τον  «συγκινεί η πράξη της παρρησίας», η «διακήρυξη της αλήθειας», ο «αντίλογος στους ισχυρούς», η «αντιπαράθεση με την άποψη και την ισχύ των πολλών».

Πώς είναι δυνατόν ένα βιβλίο που το γράφουν εκπαιδευτικοί να μην αναφέρει τα ονόματά τους και την ιδιαίτερη/συγκεκριμένη συμβολή τους. Πρόκειται για στοιχειώδη  αρχή που διέπει την προστασία των «πνευματικών δικαιωμάτων». Έτσι, όπως είναι το βιβλίο, οι εκπαιδευτικοί δε μπορούν να το επικαλεστούν ως πόνημά τους! Μήπως και σ αυτή την ιστορία  μπορούν να συνδράμουν το ΚΕΜΕΤΕ και η ΟΛΜΕ;

 

ΠΗΓΗ: 9-6-2012, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=66047

Εκβιασμοί ευρωκρατών: γίνονται όλο και πιο αδίστακτοι

Οι εκβιασμοί των ευρωκρατών γίνονται όλο και πιο αδίστακτοι

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Οι ευρωκράτες παίζουν το τελευταίο τους χαρτί. Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ των γερμανικών Financial Times, η ΕΕ είναι διατεθειμένη να διαπραγματευθεί με την Ελλάδα τη χαλάρωση του προγράμματος λιτότητας. Το ρεπορτάζ της FTD έχει τίτλο: «Η ΕΕ θέλει να χαλαρώσει τα δεσμά της Αθήνας» και υπότιτλο «Η Ευρώπη θέλει να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη. Γι' αυτό η χώρα μπορεί να ετοιμάζεται μετά τις εκλογές για παραχωρήσεις – κι αυτό μολονότι οι Έλληνες έχουν προφανώς παραβιάσει και πάλι τις δεσμεύσεις τους για το πρόγραμμα λιτότητας».

Όπως σημειώνεται, η ευρωζώνη προτίθεται να διαπραγματευθεί με την Ελλάδα τη χαλάρωση του προγράμματος λιτότητας. Ανεξάρτητα από την έκβαση των εκλογών της Κυριακής, κάθε νέα κυβέρνηση θα απαιτήσει νέες διαπραγματεύσεις, ανέφεραν ευρωπαϊκοί κύκλοι. Αν κανείς θέλει να κρατήσει την Ελλάδα εντός της ευρωζώνης, δεν θα μπορέσει να αρνηθεί κάτι τέτοιο. Ο πρόεδρος… του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ρομπάι διαβεβαίωσε την Τρίτη: «Θα κάνουμε ό,τι μας είναι δυνατόν για να κρατήσουμε την Ελλάδα στην Ευρωζώνη, ενώ θα τηρεί τις δεσμεύσεις της».

Κατ' αυτόν τον τρόπο οι Βρυξέλλες προσπαθούν να επιδράσουν στο αποτέλεσμα των εκλογών. Την ερχόμενη Κυριακή γίνονται εκλογές στην Ελλάδα, οι αξιωματούχοι της ΕΕ υποστηρίζουν τα κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που κυβέρνησαν μέχρι τώρα. Με την δήθεν προθυμία των Βρυξελλών για διαπραγματεύσεις ελπίζουν ότι θα μπορούσαν να σπρώξουν μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος προς το πολιτικό προσωπικό των δοσιλόγων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Η περίπτωση νίκης του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να ανησυχεί σοβαρά την ΕΕ. Εκτιμούν ότι θα δώσει την δυνατότητα να σηκώσει κεφάλι ο ελληνικός λαός, ακόμη κι αν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ενδώσει στις πιέσεις που ασκούνται αυτή τη στιγμή. Γι' αυτό και επιχειρεί να επιδεινώσει την κρίση ρευστότητας που υπάρχει στην ελληνική οικονομία και στα δημόσια ταμεία.

Οι τράπεζες βιώνουν ένα πρωτοφανές κύμα ανάληψης καταθέσεων που έχει φτάσει στα 500 εκατ. ευρώ την ημέρα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg (13/6) που επικαλείται πηγές των εγχώριων τραπεζών.

Η ελληνική οικονομία ως σύνολο συγκλονίζεται από μια γιγαντιαία εκροή κεφαλαίων, που ουσιαστικά έχει ξεκινήσει από τον Μάρτιο αυτού του έτους και κλιμακώνεται. Βρίσκεται σε διαδικασία «αποεπένδυσης» με όλες τις μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις να τα μαζεύουν και να φεύγουν.

Τα εγκατεστημένα επιτελεία της τρόικας φροντίζουν να αδειάσει το δημόσιο ταμείο και τα πενιχρά δημόσια έσοδα να δεσμευτούν υπέρ των δανειστών διαμέσου του ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδας.

Η ΔΕΗ και ολόκληρη η ηλεκτροπαραγωγή βρίσκεται στο χείλος της ολοκληρωτικής κατάρρευσης. Οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου για την ηλεκτροπαραγωγή σκοντάφτουν στην έλλειψη ρευστού.

Την ίδια ώρα έχουμε την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να μας διαβεβαιώνει ότι είναι έτοιμη για την αντιμετώπιση της έκτακτης κατάστασης, χωρίς όμως να μας λέει τι πρόκειται να κάνει. Όταν το δημόσιο ταμείο είναι άδειο και στο αδειάζει συστηματικά η τρόικα, όπως επίσης κι όταν η οικονομία δεν έχει χρήμα για να κινηθεί, τότε οφείλεις να πεις τι θα κάνεις από την επομένη το πρωί που θα γίνεις κυβέρνηση. Μέχρι τώρα δεν έχουμε ακούσει από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κανένα μέτρο άμεσης απόδοσης. Μόνο ότι θα διαπραγματευθεί με τους δανειστές και την ΕΕ. Και μέχρι να καταλήξει, τι;

Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν βρισκόμαστε σε ομαλές συνθήκες. Ούτε είναι στο χέρι της ΕΕ να επιβάλει μια άλλη πολιτική από αυτήν των μνημονίων. Η ευρωζώνη δεν είναι βιώσιμη. Κι επομένως η διατήρησή της δεν αφήνει περιθώρια ελιγμών από μεριάς ευρωκρατών. Προκειμένου να στηριχθούν οι τράπεζες και το κοινό νόμισμα πρέπει να ρευστοποιηθούν κράτη, λαοί, οικονομίες. Είναι τόσο απλό. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά όσο διατηρείται ένα οικοδόμημα που αποδείχτηκε σαθρό και ανήμπορο μπροστά στην κρίση.

Οι δανειστές και οι ευρωκράτες θέλουν στην κυβέρνηση του ίδιους για να τελειώσουν μια κι έξω και το ταχύτερο δυνατό με την Ελλάδα. Να την ξεφορτωθούν και να πάψει να αποτελεί παράγοντα «διάχυσης της κρίσης», όπως λέει ο Μπαρόζο. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κρατά επτασφράγιστο μυστικό το τι θα κάνει για να αντιμετωπίσει την έκτακτη κατάσταση.

Ωστόσο, η λογική με την οποία προσεγγίζει το πρόβλημα μας δημιουργεί τρομακτικές ανησυχίες. Δείτε τι είπε πρόσφατα σε συνέντευξή του στο in.gr ο επικεφαλής του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννης Δραγασάκης: «Τι θα γίνει σε περίπτωση που η τρόικα απορρίπτοντας την πρόταση αποφασίσει να κλείσει τη στρόφιγγα της χρηματοδότησης;» Ρωτά ο δημοσιογράφος και απαντά ο Γ. Δραγασάκης: «Οι εκβιασμοί, οι απειλές και οι ανεξέλεγκτες ρήξεις, δεν ωφελούν κανέναν. Σε ό,τι μας αφορά δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε μονομερείς ενέργειες, εκτός και αν προκληθούμε γι' αυτό. Επομένως ούτε η Ε.Ε. έχει λόγους να προχωρήσει σε μονομερή διακοπή της χρηματοδότησης. Εκτός της μεγάλης αναταραχής που θα προκαλούσε στην Ευρώπη κάτι τέτοιο, θα μας έδινε το δικαίωμα να αμφισβητήσουμε το χρέος συνολικά.

Γενικότερα, στην κατεύθυνση αυτή, θα μεγιστοποιηθούν οι ζημιές και οι κίνδυνοι και για εμάς και για τους Ευρωπαίους. Το θέμα είναι στη θέση του Μνημονίου να μπει ένα πρόγραμμα ανόρθωσης της κοινωνίας και ανασυγκρότησης της οικονομίας, και, στη βάση αυτή να ανακτήσουμε τη θέση μας στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, με όρους ισοτιμίας και αξιοπρέπειας.»

Το άκρως επικίνδυνο στην λογική Δραγασάκη δεν βρίσκεται στην απροθυμία του για μονομερείς ενέργειες. Αυτό μπορεί να το κατανοήσει κάποιος, αν θεωρήσει ότι η κυβέρνηση που θέλει να φτιάξει ο κ. Δραγασάκης δεν θέλει να χρεωθεί την πρώτη κίνηση ρήξης. Γι' αυτό και αφήνει και την πισινή του «εκτός και αν προκληθούμε γι' αυτό». Το πρόβλημα έχει να κάνει με τα εξής: Πρώτο, οι εκβιασμοί, οι απειλές και οι ανεξέλεγκτες ρήξεις δεν είναι πολιτικό προϊόν κακίας των Ευρωπαίων, αλλά αναγκαστική στάση που καθορίζεται από την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Κι επομένως δεν είναι στο χέρι τους να αλλάξουν στάση. Δεύτερο, απ' ότι φαίνεται ο κ. Δραγασάκης ποντάρει στο ότι η ΕΕ δεν έχει λόγους να προχωρήσει σε μονομερή διακοπή της χρηματοδότησης. Κάπως έτσι φαντάζεται ότι μπορεί να ξεπεράσει τον σκόπελο των πρώτων μηνών. Μόνο που η ΕΕ και η τρόικα έχουν κάθε δικαίωμα να διακόψουν την χρηματοδότηση όσο δεν εφαρμόζεται το μνημόνιο και όσο κρατά η νέα διαπραγμάτευση στην οποία επενδύει τόσα πολλά ο κ. Δραγασάκης.

Να για παράδειγμα τι λέει η FTD, η οποία σημειώνει ότι στους κύκλους της Τρόικας θεωρούν δεδομένο ότι η χώρα έχει ήδη παραβιάσει και πάλι τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το πρόγραμμα λιτότητας. Από τότε που εγκρίθηκε το δεύτερο πακέτο διάσωσης, η εφαρμογή δεν προχώρησε σχεδόν καθόλου, ανέφεραν η Κομισιόν, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ. «Το πρόγραμμα έχει εκτροχιαστεί» δήλωσε κάποιος υπεύθυνος. Ο Γερμανός υπ. Οικονομικών Β. Σόιμπλε δήλωσε σε συνεδρίαση της Κ.Ο. των CDU/CSU ότι στην επόμενη επίσκεψή της στην Ελλάδα, η Τρόικα θα διαπιστώσει ότι το πρόγραμμα δεν έχει υλοποιηθεί.

Επισήμως, οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο απαιτούν από την Ελλάδα να τηρήσει τις συμφωνίες με την Τρόικα. «Περιμένουμε να τηρήσουν οι Έλληνες όλες τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει» δήλωσε εκπρόσωπος της Κομισιόν. Η καγκελάριος Α. Μέρκελ δήλωσε στο Οικονομικό Συμβούλιο της CDU ότι το θέμα δεν είναι μόνον οι Έλληνες, αλλά και το «αν μελλοντικά θα τηρούνται οι δεσμεύσεις στην Ευρώπη».

Τι θα γίνει αν οι ευρωκράτες επιμείνουν, γιατί πολύ απλά δεν μπορούν να κάνουν πίσω; Όχι για λόγους image, όπως φαντάζεται ο κ. Δραγασάκης, αλλά προκειμένου να προασπίσουν τα συμφέροντα των δυνάμεων που κυριαρχούν στην ΕΕ. Τι εναλλακτική προτείνει ο κ. Δραγασάκης; Να αμφισβητήσουμε ολόκληρο το χρέος; Ίσως. Αυτό όμως που προσφέρει ως την μόνη εναλλακτική ο κ. Δραγασάκης είναι το ολοκαύτωμα: «Γενικότερα, στην κατεύθυνση αυτή, θα μεγιστοποιηθούν οι ζημιές και οι κίνδυνοι και για εμάς και για τους Ευρωπαίους.» Αυτή είναι η μόνη εναλλακτική; Να χαθούμε μετά τον αλλοφύλων; Ή δέχονται οι Ευρωπαίοι αυτά που ζητά ο ΣΥΡΙΖΑ, ή αφήνει την χώρα και καταρρέει μαζί με την ευρωζώνη προκειμένου να τρομάξουν οι εταίροι; Ωραία λογική! Με άλλα λόγια, σχέδιο που να επιτρέπει στην χώρα να την κάνει από το ευρώ με ασφάλεια και προς όφελος του λαού, αν αυτό επιβληθεί από τις καταστάσεις, ο κ. Δραγασάκης δεν διαθέτει, ούτε είναι σε θέση να διαμορφώσει γιατί πολύ απλά δεν είναι στην λογική του.

Να που οδηγεί η λογική που αρνείται να δει ότι μπορεί να υπάρξει ζωή και χωρίς το ευρώ, έξω από την ΕΕ και με τον λαό κυρίαρχο στην χώρα του. Κι αυτό μπορεί να μας οδηγήσει σε πολύ μεγάλες περιπέτειες, αν ο λαός δεν είναι έτοιμος από τις 18 Ιουνίου να πιέσει οργανωμένα και να επιβάλει τα δικά του κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα. Μόνο αυτή τη δυνατότητα προσφέρει μια ενδεχόμενη αντιμνημονιακή κυβέρνηση με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ, καμμιά άλλη.

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012, http://eleftheri-ellada.blogspot.gr/2012/06/blog-post_8345.html

«Μνημονιακά» συμφέροντα: τον «υπέρ όλων αγώνα»

Τα «μνημονιακά» συμφέροντα δίνουν τον «υπέρ όλων αγώνα»

 

Του Μενέλαου Γκίβαλου*

 

Τα υπολείμματα του, πάλαι ποτέ κραταιού, δικομματισμού αποτελούν σήμερα τα τελευταία κομματικά «ράκη», τα έσχατα πολιτικά προκαλύμματα πίσω από τα οποία οι δυνάμεις της διαπλοκής, τα εγχώρια συστημικά συμφέροντα και οι δυνάμεις της ξένης κατοχής, «οι σταυροφόροι του Μνημονίου», δίνουν τον «υπέρ όλων αγώνα»…

Γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα ανήκουστα δεινά, ο εξευτελισμός, οι απηνείς επιθέσεις και οι εκβιασμοί τους οποίους υπέστη την τελευταία περίοδο ο ελληνικός λαός οδηγούν νομοτελειακά στην αλλαγή της ιστορικής «ατζέντας»:

Το πολιτικό και κοινωνικό «κεφάλαιο» το οποίο «κατατέθηκε» με την ψήφο των πολιτών στις 6 Μαΐου αποτελεί πλέον την αφετηρία ώστε στις 17 Ιουνίου ο ελληνικός λαός να ανοίξει οριστικά τον δρόμο για μια «νέα μεταπολίτευση», στην οποία τα καθεστωτικά πολιτικο-οικονομικά συμφέροντα θα απολέσουν την εξουσία την οποία σήμερα κατέχουν και ασκούν. Η «οικονομικο-πολιτική δικτατορία» που οδήγησε τη χώρα σε καθεστώς ξένης κατοχής, στην εξαθλίωση μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού και στη διάλυση της παραγωγικής – οικονομικής δομής νιώθει τώρα το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια της… Ο ελληνικός λαός «ξύπνησε», απαιτεί και επιβάλλει πλέον τους δικούς του όρους, παίρνει τη ζωή του, τις τύχες του, στα χέρια του.

Η λυσσώδης και απροκάλυπτη επίθεση, που παραπέμπει ευθέως στην εμφυλιοπολεμική περίοδο, μπορεί να στρέφεται σε επικοινωνιακό επίπεδο κατά του ΣΥΡΙΖΑ και της ηγεσίας του, όμως στις ιστορικές συνθήκες που ζούμε αποτελεί ευθεία πολεμική κατά της κοινωνίας, κατά των πολιτών. Τα συστημικά-μνημονιακά συμφέροντα θέλουν να αποτρέψουν την καθεστωτικού χαρακτήρα ήττα τους που επέρχεται στις 17 Ιουνίου και όχι απλώς να παρέμβουν στον κομματικό ανταγωνισμό για να ευνοήσουν τους εκλεκτούς τους: ΔΙΝΟΥΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥΣ. Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, τα μνημονιακά πολιτικά πρόσωπα και κόμματα αποτελούν τον «μπερντέ», το θεσμικό προκάλυμμα πίσω από το οποίο «νομιμοποιούν» τη δράση τους τα συμφέροντα αυτά. Αυτός είναι ο βαθύτερος ιστορικός χαρακτήρας της αναμέτρησης που εξελίσσεται την κρίσιμη αυτή περίοδο.

Δεν επέλεξε ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του τον ρόλο τον οποίο σήμερα αναλαμβάνει. Η ίδια η ιστορική συγκυρία, η βίαιη κατάρρευση του πολιτικού – κομματικού συστήματος, ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε εκφραστή της μιας πλευράς της κυρίαρχης αυτής ιστορικής αντιπαράθεσης.

Δεν είναι εύκολο ένα κόμμα το οποίο εξαντλούσε την κοινωνική – εκλογική του επιρροή σε ποσοστά της τάξης του 5-6% να «ωριμάσει» μέσα σε λίγες εβδομάδες και να ανταποκριθεί στον ρόλο του «εν δυνάμει» κυβερνητικού σχηματισμού.

Η Ιστορία όμως μας έχει διδάξει ότι στις εποχές των ιστορικών κρίσεων, όπου διακυβεύονται ύψιστα αγαθά και αξίες όπως η επιβίωση, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια ενός λαού, ο ιστορικός χρόνος «συμπυκνώνεται» και μπορεί να οδηγήσει σε νέες διεξόδους, τις οποίες δεν μπορούσαμε πριν να φανταστούμε…

Υπάρχουν ασφαλώς πολλές και σοβαρές επιφυλάξεις για τη δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ και της ηγεσίας του να κατανοήσουν το βάθος της ιστορικής συγκυρίας και να μπορέσουν να ανταποκριθούν. Δεν αναφερόμαστε βεβαίως στη λασπολογία, στις κινδυνολογίες, στα έωλα επιχειρήματα, στις συκοφαντίες τις οποίες εξαπολύουν συστηματικά από την 7η Μαΐου και μετά οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί και οι πολιτικοί-κομματικοί αναπαραγωγοί τους, που περιφέρονται επί 24ώρου βάσεως στα συστημικά ΜΜΕ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν απευθύνονται πλέον στο 5% ούτε καν σε μια εκλογική-κοινωνική βάση – που θα υπερβεί πιθανότητα το 30% στις εκλογές – ούτε ακόμα σε μια μεγάλη πλειοψηφία που ψήφισε τους αποκαλούμενους «αντι-μνημονιακούς» σχηματισμούς: Απευθύνονται σε ολόκληρο τον ελληνικό λαό και θα πρέπει μέσα από ένα συντεταγμένο και συνεκτικά οργανωμένο πρόγραμμα, μέσα από έναν σαφή και ενοποιημένο πολιτικό λόγο να αναδείξουν τις τομές και τα βήματα μιας πορείας που οδηγεί στη διέξοδο.

Τον φόβο, τις ανοικτές απειλές περί καταστροφής, τους εκβιασμούς, το «κρεματόριο του τρόμου», στο οποίο επιχειρεί να οδηγήσει τον ελληνικό λαό η ΝΔ, η ηγεσία της και τα συμφέροντα που τη στηρίζουν, μπορούν να τα ακυρώσουν τα θεμελιωμένα επιχειρήματα, τα πολιτικά και οικονομικά προγράμματα, οι βασικές επιλογές που θα θέσουν τέρμα στον καταστροφικό κατήφορο.

Η 17η Ιουνίου όπως και η 6η Μαΐου μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμους ιστορικούς σταθμούς, ώστε η ελληνική κοινωνία να πιστέψει στις δυνάμεις και στις δυνατότητές της και να διαμορφώσει τους όρους τόσο για τη ριζική ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος όσο και για την ίδια την επιβίωσή της.

Η απώλεια αυτής της ιστορικής ευκαιρίας ίσως καταδικάσει οριστικά την πατρίδα μας και τον λαό μας σε ένα μακροπρόθεσμο καθεστώς υποτέλειας και κοινωνικής και οικονομικής απαξίωσης που θα συγκρίνεται με τις συνέπειες μιας πολεμικής ήττας.

 

* Ο Μενέλαος Γκίβαλος είναι Αναπλ. Καθηγητής της πολιτικής επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Γιατί τρέμουν την κυβέρνηση της αριστεράς ΙI

Γιατί τρέμουν την κυβέρνηση της αριστεράς – Μέρος ΙΙ

 Του Κ. Μαραγκού

 Συνέχεια από το Μέρος Ι

Ποια είναι η κατάσταση

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν τέτοιο αν δεν είχε προηγηθεί η διετία του μνημονίου και της κατάρρευσης, όχι μόνο της μεταπολιτευτικής αλλά σχεδόν ολόκληρης της μεταπολεμικής ισορροπίας. Αν δεν είχαν μειωθεί τα εισοδήματα κατά μέσο όρο 30 και 40%. Αν η ανεργία δεν είχε φτάσει στο 25%. Αν δεν είχε καταρρεύσει το 75% του κοινωνικού κράτος. Και όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν ο πλανήτης δεν είχε μπει σε μια μακρά περίοδο ύφεσης ανάλογη με αυτή του 1929 και που βγήκε ύστερα από 25 χρόνια και ένα παγκόσμιο πόλεμο.

Συνέχεια

Γιατί τρέμουν την κυβέρνηση της αριστεράς Ι

Γιατί τρέμουν την κυβέρνηση της αριστεράς – Μέρος Ι

 Του Κ. Μαραγκού

 Τι σημαίνει πολιτική μάχη;

Στην αριστερά υπάρχει μια τρομερή αδυναμία διάκρισης της προπαγάνδας από την πολιτική μάχη. Πολλοί νομίζουν ότι το να αραδιάζουν ένα τσούρμο από πολιτικές θέσεις ή συνθήματα, τους κάνει πιο αριστερούς ή πιο επαναστάτες από κάποιους άλλους. Βεβαίως έχει την αξία του να έχει κανείς πολιτικές θέσεις και ιδεολογικές αρχές. Όλα αυτά είναι αναγκαία για να αποκτήσει μια ταυτότητα. Να τοποθετηθεί στην πολιτική κλίμακα, από την άκρα αριστερά μέχρι την άκρα δεξιά. Αυτό είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο και ειδικά όταν ζει κανείς σε μια – έστω και κουτσουρεμένη – αστική δημοκρατία. Από κει και πέρα όμως αρχίζουν τα δύσκολα.

Συνέχεια

Χρυσή Αυγή: κοιτώντας πέρα από την εικόνα

Χρυσή Αυγή: κοιτώντας πέρα από την εικόνα

 

Του Νίκου Βασιλόπουλου

 

Είναι δύσκολο να εξετάζει κανείς ένα φαινόμενο, ειδικά τέτοιας σημασίας όπως η απήχηση της Χρυσής Αυγής, όταν βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Γιατί, πρώτον, υπάρχει ο κίνδυνος όποια ανάλυση να εξωκείλει προς τη δημοσιογραφική παράθεση γνώμης και, δεύτερον, το αποτέλεσμα που θα βγει να ακούγεται περίπου σαν «εγώ σας τα 'λεγα» κινδυνεύουμε δηλαδή να ξαναγράψουμε την πορεία που ακολούθησε το φαινόμενο μέχρι την εξέλιξή του σαν να γνωρίζαμε από πριν την εξέλιξη αυτή.

Καταρχάς, η Χρυσή Αυγή δεν είναι ένα όψιμο φρούτο που προέκυψε λόγω κρίσης – είναι ωριμότατο. Μάλιστα, θα επιχειρήσουμε να αποδείξουμε ότι η εκκόλαψη του αυγού του φιδιού συνέβη την κατάλληλη στιγμή, αφού υπήρχαν εδώ και χρόνια όλες οι απαραίτητες συνθήκες. Για το σκοπό αυτό θα εξετάσουμε τρεις παράγοντες: την κοινωνική και οικονομική κατάσταση από την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα μέχρι τη σημερινή κρίση, την εξέλιξη της κυρίαρχης ιδεολογίας στο ίδιο διάστημα και τη (νεο)ναζιστική αντι-ηγεμονία ως ιδεολογία μαζών και κοινωνική πρακτική της Χρυσής Αυγής.

Από το '90 και μετά

Η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, που ήρθε σημαδιακά με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, βρήκε την Ελλάδα σε μια ιδιαίτερη καμπή. Η ελληνική αστική τάξη, χρόνια στενά δεμένη με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, θα δει στη συνθήκη του Μάαστριχτ και σε όσες την ακολούθησαν την ευκαιρία να συνάψει μια ολοκληρωτική, νέα «εθνική στρατηγική». Την περίφημη ευρωπαϊκή σύγκλιση, τη νέα Μεγάλη Ιδέα, την «ισχυρή Ελλάδα». Μακριά από τον κρατικό παρεμβατισμό και τον λαϊκισμό της προηγούμενης περιόδου, με το ΠΑΣΟΚ η σημαία της κάθαρσης βρίσκει την ελληνική κοινωνία έτοιμη να αλλάξει σελίδα. Τότε συμβαίνει η έκρηξη της μεσαίας τάξης, η οποία πλέον δεν βολεύεται με μικροδουλειές που τσεπώνει από το κράτος, αλλά ταυτόχρονα παντελονιάζει αφειδώς χρήμα από έναν υποτιθέμενα αστείρευτο ευρωπαϊκό κορβανά.

Τα «πακέτα Ντελόρ» γίνονται «Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης» και η ΕΕ ανοίγει τη μεγάλη της αγκαλιά για να εκσυγχρονίσει την «καθυστερημένη» ελληνική κοινωνία. Όλα αυτά δεν συμβαίνουν χωρίς τίμημα. Τα σύνορα ανοίγουν για το κεφάλαιο και για φτηνά εργατικά χέρια. Η παραγωγή σε όλα τα επίπεδα χρόνο με τον χρόνο αποσυγκροτείται και στη θέση της μπαίνει η παροχή υπηρεσιών και η «βαριά βιομηχανία του τουρισμού». Ο μικροαστός δεν είναι πλέον μόνο αυτός που έχει μαγαζί, βιοτεχνία ή εισπράττει εισοδήματα.
Είναι (κυρίως) αυτός που παίζει στο Χρηματιστήριο, που έχει άγνωστη μικρή off-shore ή συμβουλευτική εταιρεία ή που τελικά κάνει μια δουλειά με αγγλικό τίτλο και παραπάνω από τρεις λέξεις στη σειρά, οι οποίες συνήθως υποδηλώνουν άλλη από την πραγματική του απασχόληση. Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου το 1999 αποτελεί απλώς ένα μαύρο σύννεφο στον καταγάλανο ουρανό της «ισχυρής Ελλάδας», αντί για προειδοποίηση. Σύντομα θα ξεχαστεί από την έλευση του μαγικού «κοινού νομίσματος», του ευρώ.

«Στην Ελλάς του 2000» τα τζιπ και τα προϊόντα νέας τεχνολογίας έρχονται αφειδώς για να τροφοδοτήσουν το νέο κοινωνικό στάτους του νεόπλουτου-νεοεπιχειρηματία-νεολαμόγιου, που αποτελεί πλέον τη μεσαία τάξη. Η ΕΕ και το ευρώ αποτελούν το «όπιο του μικροαστού». Όσο υπάρχουν επιδοτήσεις και τρόποι να τα πιάνουμε, όλα πάνε καλά. Οι μετανάστες βέβαια σωρεύονται αλλά, δε βαριέσαι, νικάει η δημοκρατία ενάντια στην Αλ Κάϊντα. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη βρήκε ό,τι έψαχνε: η κυρα-Μαρίτσα, που είχε άχτι τη Μαριάννα Λάτση, έχει τη δική της «Φιλιππινέζα» για τις δουλειές, ο Μπάμπης τσιμπάει Πόρσε με δάνειο και 1453 μηνιαίες δόσεις, πηδάει δίμετρες Ρωσίδες και Ουκρανές σε τιμή-ευκαιρίας, και ο μπαρμπα-Γιώργης ο μεγαλογαιοκτήμονας μπορεί να αράζει στο καφενείο για πρέφα και ουζάκι. Οι Αλβανοί να οργώνουν τα χωράφια και να φροντίζουν τα ζώα και η επιδότηση να γίνεται μπουζούκια και πουτάνες. Όλα πάνε πρίμα και οι Ολυμπιακοί και το EURO 2004 δείχνουν ότι δεν μας σκιάζει φοβέρα καμιά.

Με το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, τα νέα και παλιά μικροαστικά στρώματα συμπιέζονται προς τα κάτω με φρενήρεις ρυθμούς. Ολόκληρες γειτονιές μέσα σε δύο χρόνια χάνουν τεράστιο κομμάτι της αξίας τους, γιατί μετατρέπονται σε γκέτο. Η «αριστοκρατική» Κυψέλη γίνεται ένα πολύβουο μελίσσι κόσμου και η κυρα-Μαρίτσα έχει πλέον απολύσει τη «Φιλιππινέζα» γιατί δεν βγαίνει και δεν ξεχωρίζει από την Αλβανίδα που έκανε μαγαζί και μεγαλοπιάστηκε!

Η δημοσιονομική προσαρμογή και το Μνημόνιο ενέτειναν την κοινωνική καταστροφή, αφού η επιχείρηση μείωσης των εξόδων του κράτους και η αστραπιαία επίθεση στα εργατικά δικαιώματα και κατακτήσεις με τέτοιους ρυθμούς διέλυσε την κοινωνική συνοχή σε χρόνο μηδέν. Ως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η ανεργία καλπάζει, η κρίση βαθαίνει και στο βάθος του τούνελ δεν φαίνονται ούτε ψωμί ούτε θεάματα από τους κυρίαρχους, όπως μας είχαν συνηθίσει μέχρι τώρα.

Διυλίζοντας την κυρίαρχη ιδεολογία

Η κοινωνική και οικονομική εξέλιξη των προηγούμενων δεκαετιών δεν θα μπορούσε να σταθεί, αν δεν υπήρχε εκείνο το τσιμέντο να τη στηρίξει, η νέα κυρίαρχη ιδεολογία. Υπάρχουν χιλιάδες παραδείγματα, αλλά εκείνη που συμπυκνώνει καλύτερα από όλους την κυρίαρχη ιδεολογία είναι η περίπτωση του Πέτρου Κωστόπουλου, με την άνοδο και την πτώση της εκδοτικής αυτοκρατορίας του. Η κυρίαρχη ιδεολογία της ισχυρής Ελλάδας, λοιπόν, έχει συγκροτηθεί με συγκεκριμένους πυλώνες:

Καταρχάς, η απέχθεια στην όποια συλλογικότητα. Η μόνη ομάδα στην οποία μπορούμε να είμαστε πιστοί είναι η ποδοσφαιρική, οι άλλες θέλουν να μας βάλουν σε καλούπια, να γίνουμε πρόβατα. Έτσι λοιπόν, η Αριστερά ταυτίζεται με το δογματισμό και την ήττα. Το νέο μοντέλο θέλει η ενεργητική ενασχόληση με τα κοινά να είναι ξεπερασμένη, ο ενεργός πολίτης να κάνει αναδάσωση στην Πάρνηθα ή να ξεκολλάει τσίχλες από τα παγκάκια, αλλά να μην ασχολείται με την καθημερινή του ζωή σκεπτόμενος ή δρώντας πολιτικά.

Δεύτερος πυλώνας, η ευθυνοφοβία. Φταίνε οι Τούρκοι, οι Εβραίοι, οι Νεφελίμ, οι μετανάστες, η γενιά του Πολυτεχνείου, ο Ερμής ο ανάδρομος. Πάντα, βέβαια, φταίει ο «Άλλος» για οτιδήποτε.

Τρίτος πυλώνας ο ωχαδερφισμός και η κουτοπόνηρη λογική του ατομικού βολέματος. Το βύσμα στη δουλειά, στο στρατό, το πάτημα επί πτωμάτων, το βόλεμα είναι παρόντα σε καθημερινή βάση. Αυτό που προσήγαγε ως αρνητικό στους Ηλείους ο λαός, ότι η αγαπημένη τους ευχή είναι «να ψοφήσει το γαϊδούρι του γείτονα», είναι κοινός τόπος για όλους.

Η κυρίαρχη ιδεολογία δημιούργησε το κυρίαρχο ήθος και πολιτισμό. Μπουζούκια και μπιτάκια, τραγουδίστριες που τραγουδάνε με το στήθος, Μύκονος κι Αράχωβα. Η γυναίκα είναι αντικείμενο του πόθου ή σκέτο αντικείμενο, ο άντρας είναι κυνηγός, αυτοδημιούργητος και μυστηριώδης, όσο ταυτόχρονα ανίδεος, κενός και ματαιόδοξος. Η ελληνική «μαγκιά» ξεσπά στη διαμάχη για τη θέση πάρκινγκ και η ελληνικότητα είναι το «έπος του '40» ή οι άναρθρες κραυγές των «300» στο σινεμά.

Από την άλλη, το iPhone δεν είναι τηλέφωνο, αλλά στοιχείο κοινωνικής αναγνωρισιμότητας. Η δυνατότητα για μαζική κατανάλωση αποκρύπτει την ταξική θέση και σκοτώνει τη λαϊκή ιδεολογία και αντι-ηγεμονία. Ο εργάτης, πλέον, δεν φαίνεται από τα ρούχα, το μέρος που μένει, από τις συνήθειες που αναπαράγει ή δεν ξεχωρίζει καθοριστικά από αυτές. «Αφεντικά και δούλοι στα Prada πέσαμε ούλοι», κατά παράφραση και μιας λαϊκής παροιμίας.

Η κοινωνική και λειτουργική απομόρφωση με τη δημιουργία του σχολείου-κάτεργου των εξετάσεων και το αιώνιο κυνήγι προσόντων της διαδικασίας Μπολόνια για τα πανεπιστήμια δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να επιτείνουν τη διαδικασία αποσύνθεσης της λαϊκής και ταξικής ιδεολογίας. Ο νέος εργαζόμενος-λάστιχο, που ξέρει από όλα, αλλά δεν ξέρει τα βασικά, είναι παθητικός δέκτης και καταναλωτής. Έχει δύο πτυχία και τρία μεταπτυχιακά, αλλά αγνοεί βασικούς κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. Μαθαίνει να μισεί με την πρώτη ευκαιρία και να βλέπει γύρω του ανταγωνιστές. Σκέφτεται στερεοτυπικά και οι κάθε φορά κυρίαρχοι «εθνικοί μύθοι» σφηνώνονται στο κεφάλι του πιο εύκολα κι από ατάκα διαφήμισης.

Η αυξανόμενη ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων και η επέκταση των προβλημάτων που περιγράφηκαν έφεραν μερικά ακόμα στοιχεία: την ξενοφοβία, πακέτο με τη στυγνή εκμετάλλευση του συνανθρώπου. Μίσος και φόβος για τον Πακιστανό που πλένει τζάμια στα φανάρια και η αίσθηση ότι «δεν χωράμε άλλοι», αλλά η Μανωλάδα, Μανωλάδα! Έξω οι ξένοι ή μέσα σε παράγκες να δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται, να γίνονται ομιλούντα εργαλεία ή σκεύη ηδονής, αλλά κυρίως αποδιοπομπαίοι τράγοι ενός συστήματος σε βαθιά κρίση που δεν μπορεί πλέον να υποσχεθεί ευμάρεια, ανάπτυξη και ξεκούραστα ευρώ.

Προφανώς, αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Αυτή που διαμόρφωσε η κυρίαρχη ιδεολογία. Από την άλλη, στο συσχετισμό δύναμης υπήρξε η αντίσταση, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη. Σε εμφανώς μικρότερο βαθμό, αλλά υπήρξε. Η Αριστερά, από την έρημο του 1991 μέχρι την άνοιξη των πλατειών του 2011, σε διάφορες εκδοχές της, έβαλε μπροστά την ενότητα των εργαζόμενων, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αγωνιστικότητα, ως προϋποθέσεις για την αλλαγή προς το καλύτερο αυτής της κοινωνίας. Φυσικά, υπήρξαν και πλευρές της Αριστεράς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έτρεξαν να προϋπαντήσουν τους νέους καιρούς και μαζί τους τα νέα ήθη της πολιτικής και δημόσιας ζωής, πράγμα που σε τελική ανάλυση καταδεικνύει ότι ο συσχετισμός δύναμης και στο ιδεολογικό επίπεδο ήταν συντριπτικός υπέρ των κυρίαρχων.
Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, μέσα από όλες αυτές τις δυναμικές εκδηλώσεις της λαϊκής οργής, βλέπουμε ότι με αργά αλλά σταθερά βήματα κάτι κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εδώ, όμως, πρέπει να γίνει μια μικρή διασαφήνιση: η ανάλυση ότι οι «πλατείες» του 2011 αποτέλεσαν διαταξικά ξεσπάσματα του κόσμου και έτσι απέκρυψαν την ταξικότητα των μέτρων του μνημονίου δίνοντας πάτημα στην ανάπτυξη του φασιστικού φαινομένου είναι πέρα για πέρα αντιδιαλεκτική και λαθεμένη.

Όψεις της ιδεολογίας του ατομισμού και του ανταγωνισμού (που είναι η βάση της ιδεολογίας μίσους του φασισμού) είναι κυρίαρχες, έτσι κι αλλιώς, στον καπιταλισμό και εντείνονται λόγω κρίσης. Οι «πλατείες» αποτέλεσαν γνήσια λαϊκή εξέγερση, που είχε μέσα της όλα τα στοιχεία, θετικά κι αρνητικά. Προφανώς, λοιπόν, ως κίνηση εισβολής των μαζών στο προσκήνιο, αντιφατική, γιατί δεν γίνεται κι αλλιώς, οι «πλατείες» δεν έθρεψαν ούτε μόνο ριζοσπαστισμό ούτε μόνο φασισμό. Έκαναν και τα δύο και η ως τώρα πορεία δείχνει να είναι η συμβολή στον ριζοσπαστισμό των μαζών συντριπτικά μεγαλύτερη.

Η (νεο)ναζιστική αντι-ηγεμονία

Ας εξετάσουμε τώρα και τη Χρυσή Αυγή καθεαυτή. Τι έκανε τη συμμορία προπαγάνδας του νεοναζιστικού λόγου που ξεφύτρωσε το 1980 να γίνει το κοινοβουλευτικό εθνικιστικό κόμμα του σήμερα; Γιατί αυτή η απήχηση τώρα και όχι πριν από τρία, πέντε ή δέκα χρόνια; Γιατί η συμμορία που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Δ. Κουσουρή το 1998 ήταν μια σκιά και τώρα ανάλογες ενέργειες συμβαίνουν μέρα μεσημέρι στο κέντρο της πόλης και επικροτούνται;

Το πρώτο που πρέπει να θυμηθούμε είναι ότι ο φασισμός σε κρισιακές συνθήκες μπορεί πιο εύκολα να αρθρώσει λόγο, γιατί τον έχει ήδη έτοιμο: η κυρίαρχη ιδεολογία, υπό μικροαστικό πρίσμα, ισχυρό κράτος και μια ιδέα συνωμοσίας. Άνθρωποι, στελέχη, βρίσκονται να το κάνουν, τόσο εύκολα όσο βρίσκονται και «επιχειρηματίες» που πιστεύουν βαθιά ότι η επιχείρηση είναι ο φυσικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.

Η βασική διαφορά από το παρελθόν στο σήμερα είναι καταρχάς η συνολική μετατόπιση της συλλογικής συνείδησης της κοινωνίας προς πολύ συντηρητικές θέσεις. Μ' όλες τις κινηματικές εξάρσεις, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία ενέχει στοιχεία του φασιστικού λόγου σε πρώιμη μορφή. Επιπλέον, υπάρχει η κρίση και η διάλυση των μικροαστικών στρωμάτων, που ιστορικά αποτέλεσαν την κρίσιμη μάζα απεύθυνσης και υιοθέτησης των φασιστικών ιδεών. Ας μην ξεχνάμε ότι η κρίση επιτείνει την ανασφάλεια και την ανάγκη ηγεμονικού σχεδίου εξόδου.

Ένα επιπρόσθετο στοιχείο είναι το ευρωπαϊκό παράδειγμα: η ακροδεξιά στην Ευρώπη σηκώνει απειλητικά κεφάλι και μάλιστα με τις ευλογίες του «Διευθυντηρίου» των Βρυξελλών. Το 2004, με την εκλογή του ακροδεξιού Χάϊντερ στην Αυστρία, η Κομισιόν είχε εκδώσει ταξιδιωτική οδηγία να αποφεύγεται ως τουριστικός προορισμός η χώρα, λόγω κινδύνου ρατσιστικών και αντιδημοκρατικών επεισοδίων. Σήμερα, παρά το 19% της Λεπέν στη Γαλλία και τα αυξημένα ποσοστά της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες της ΕΕ, δεν φαίνεται να ιδρώνει το αυτί της Κομισιόν. Ίσα ίσα που φαίνεται να εξυπηρετείται πολλαπλά από αυτή την άνοδο.

Η Χρυσή Αυγή, λοιπόν, είχε όλους τους εξωτερικούς παράγοντες υπέρ της, ενώ τη βοήθησαν δύο ακόμα. Η (νεο)ναζιστική αντι-ηγεμονία, ως πρακτική και πρόταση για το σύνολο των κυριαρχούμενων τάξεων, και η προώθηση αυτής της αντι-ηγεμονίας μέσω του συνόλου σχεδόν των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους.

Η (νεο)ναζιστική αντι-ηγεμονία είναι μια πρόταση διαχείρισης του κράτους σε περιόδους έκτακτης ανάγκης. Είναι δηλαδή το ακραίο όριο του καπιταλιστικού συστήματος για τη διάσωσή του, το περίφημο «κόκκινο κουμπί», που δεν πρέπει να πατηθεί πριν από την ώρα του. Έτσι λοιπόν, κομμάτια ενός προγράμματος που θα μπορούσε να υλοποιήσει μόνο το NSDAP (το κόμμα του Χίτλερ στη Γερμανία) τα είδαμε να υλοποιούνται από την κυβέρνηση Παπαδήμου. Μιλάμε για τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης και τη δημόσια διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών.

Φυσικά, μέχρι να φτάσουμε εκεί ο (νεο)ναζιστικός λόγος και το εμφυλιοπολεμικό κλίμα ήταν παρόντα σε καθημερινή βάση. Κανάλια, τύπος, κόμματα, διαδίκτυο, σχολείο, εκκλησία, ένας ένας οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους, αναδείκνυαν και νομιμοποιούσαν την ανεξέλεγκτη κρατική βία και τον αυταρχισμό, ως το συμπληρωματικό στοιχείο για τον επιβιωτισμό που επιβλήθηκε στις λαϊκές τάξεις: «Θες να φας; Φάε έναν Πακιστανό!».

Δίπλα σε αυτό το κλίμα η Χρυσή Αυγή έβγαλε την προβιά του λύκου και ντύθηκε βοσκός. Μέχρι πρόσφατα, όπως όλες οι σύγχρονες νεοναζιστικές ομάδες, η Χρυσή Αυγή δεν έκανε πολιτική, αλλά εξασκούσε μια περιθωριακή, λούμπεν και αντικοινωνική θρησκευτική λειτουργία. Μπλακ μέταλ, ανοιχτή λατρεία του Χίτλερ, ούφο και κούφια γη, συνωμοσιολογία και σατανισμός, ξεκινώντας από τα υπαρκτά τέτοια στοιχεία στον ναζιστικό ανορθολογισμό. Μάλιστα, είχαν κοινή ρίζα με διάφορες new age θρησκείες και ιδεολογίες. Η Χρυσή Αυγή, όμως, βγήκε από το περιθώριο, κάνει πλέον αυτόνομη πολιτική.

Σε συγκεκριμένες περιοχές, που μπορούσε να θεωρήσει κέντρα παρέμβασης της, ξεκίνησε να κάνει πρακτική τη (νεο)ναζιστική αντι-ημεγονική της πρόταση. Τα «λεβεντόπαιδα με τις μαύρες μπλούζες» έγιναν ο συνεκτικός ιστός και η απάντηση σε μια σειρά από κενά που άφηνε το καταρρέον κράτος. Ελλιπής αστυνόμευση; Χρυσή Αυγή. Δυσκολία στη μετακίνηση; Χρυσή Αυγή. Έλλειψη στοιχειωδών αναγκών; Χρυσή Αυγή. Καρτούλες με τηλέφωνα έκτακτης ανάγκης τυπώθηκαν και μοιράστηκαν αρχικά σε συγκεκριμένες γειτονιές της Αθήνας και στη συνέχεια σε όλη την Ελλάδα. Ο Χρυσαυγίτης δεν είναι πλέον ένας χούλιγκαν εξτρεμιστής με ξυρισμένο κεφάλι και μυαλό αμοιβάδας, αλλά το καλό παιδί που βοηθάει τη γιαγιά να περάσει απέναντι το δρόμο, που δέρνει τον Πακιστανό που σου έκλεψε την τσάντα, που σε τελική ανάλυση εκφράζει τον φόβο των μαζών για το αύριο και απέναντι στους κυρίαρχους, με έναν δυναμικό τρόπο που φαίνεται να αποδίδει μέχρι τώρα.

Οι επιθέσεις σε ομάδες μεταναστών πρέπει να ιδωθούν στην ιδιαίτερη πρακτική τους: αν και ο εξαγγελμένος στόχος της Χρυσής Αυγής είναι ότι «κανείς μετανάστης δεν είναι νόμιμος, άρα όλοι είναι εχθροί μας», οι επιθέσεις δεν αφορούν το σύνολο των μεταναστών στην Ελλάδα. Χτυπιέται συστηματικά μόνο το πιο ευάλωτο τμήμα και φυσικά μόνο αυτό που κατάγεται από χώρες που είναι ή θεωρούνται μουσουλμανικές. Οι Κινέζοι, οι Νιγηριανοί, οι Ρώσοι και όσοι τέλος πάντων δεν μπορούν να ταυτιστούν με το αιώνιο «εθνικό μίσος απέναντι στους Τούρκους» και κατ' επέκταση σε όλους τους μουσουλμάνους, για την ώρα είναι στο απυρόβλητο. Στο απυρόβλητο για τα «λεβεντόπαιδα» είναι, επίσης, οι μετανάστες που μετέχουν σε αυτό που αποκαλούμε υψηλό οργανωμένο έγκλημα. Η νιγηριανή μαφία που εμπλέκεται με την πορνεία, η κινέζικη μαφία που εμπλέκεται με το λαθρεμπόριο και βέβαια το εμπόριο όπλων από τους Ρώσους «ομόδοξους». Εκεί φαίνεται ότι το θάρρος των ελληνόψυχων δεν επαρκεί. Αυτοί οι «ξένοι» μπορούν ανενόχλητοι να δρουν με την προστασία του κράτους.

Σε ιστορική αναλογία ακολουθεί επακριβώς σε προγραμματικό λόγο και δράση το NSDAP της περιόδου 1928-1933:

– Αντικομμουνισμός – αντικαπιταλισμός. Βασική επιδίωξη είναι η κρατική ρύθμιση του καπιταλισμού και η συμμαχία με το τραπεζικό κεφάλαιο. Απαγόρευση των απεργιών και των λοκάουτ.

– Αντισημιτισμός τότε, που εξελίχθηκε σταδιακά σε γενικό ρατσισμό. Η ρίζα του ρατσισμού είναι ο σκληρός κρατισμός-εθνικισμός. Σήμερα μεταμορφώνεται σε γενικά αντι-μεταναστευτικό λόγο.

– Η αρχή του Ηγέτη. Το «uber alles κράτος» χρειάζεται το μεταφυσικό φασιστικό «λαό» που ομογενοποιημένος οδηγείται από τον Ηγέτη, ο οποίος αποτελεί έκφραση και τελείωση του λαού-κράτους. Αυτό είναι το Fuhrerprinzip (αρχή του Ηγέτη). Η εχθρότητα προς τον «ξένο» και η προγονολατρεία είναι το πακέτο για την απαραίτητη ιδεολογική συνοχή.

– Η πολιτική του παραδείγματος, του πεζοδρομίου και όχι του λόγου. Χτίσιμο θυλάκων εξουσίας σε γειτονιές και κάποιους εργασιακούς χώρους, κυρίως μακριά από όπου βρίσκεται το οργανωμένο προλεταριάτο (το παράδειγμα της αντιμετώπισης της απεργίας στη Χαλυβουργία είναι η απόδειξη).

– Διείσδυση στο σκληρό κράτος (στρατός, αστυνομία) με τη σφήνα των παραστρατιωτικών οργανώσεων, που ήταν και είναι ο κύριος μηχανισμός «παραδειγματικής» πολιτικής.

– Σκληρός αντικοινοβουλευτισμός (η ρητορική για διεφθαρμένη δημοκρατία, οι εθνοπροδότες κ.λπ.).

– Ο στόχος της αυτάρκειας, μακριά από συνεργασίες με άλλους λαούς.
– Βάση και πυρήνα στρατολόγησης
τους τελούν τα υπό διαρκή απειλή απαξίωσης μικροαστικά στρώματα: μαγαζάτορες, νοικοκυραίοι κ.λπ.

– Κοινωνικός δαρβινισμός. Η επικράτηση του ικανότερου, μέσω της άνευ όρων ισότητας των ευκαιριών. Η Χρυσή Αυγή το ονομάζει αυτό «αριστοκρατία της αξιοκρατίας».

– Η στάση απέναντι στα φύλα: γυναίκες ίσον Kinder, Küche, Kirche (παιδιά, κουζίνα, εκκλησία). Άντρες ίσον πόλεμος.

– Μια ειδική μνεία: το S στο ΝSDAP ήταν «Sozialistische» (Σοσιαλιστικό). Κι αν ο Χίτλερ γρήγορα εγκατέλειψε κάθε «σοσιαλιστική» αναφορά, ο Γκαίμπελς ποτέ του δεν έπαψε να δηλώνει σοσιαλιστής. Οι Ιταλοί φασίστες, που ήταν καθαρότερα αυτής της τάσης, οργάνωσαν ένα κράτος που έφτασε να παράγει πάνω από το μισό του ΑΕΠ της Ιταλίας, ποσοστό μεγαλύτερο από τα σκανδιναβικά κράτη σήμερα.

Αυτή η μορφή φασισμού αποτελεί μειοψηφική τάση του νεοφασισμού ακόμα και σήμερα. Η Χρυσή Αυγή σε αυτό διαφέρει από τις προεκλογικές καμπάνιες των ναζί, επειδή ακολουθεί τη γραμμή που επικράτησε τελικά στο NSDAP, την τελική στάση στην οποία καταστάλαξε ο Φύρερ. Στην ουσία, λοιπόν, πρόκειται για ακραίο νεοφιλελευθερισμό στο οικονομικό επίπεδο, όποια κι αν είναι η προεκλογική ρητορική της (καταγγελία Μνημονίου, μειώσεις βουλευτικών προνομίων και αμοιβών κ.λπ.).

«Ο φασισμός δεν έρχεται απ' το μέλλον»

Το μεγάλο ιδιαίτερο πρόβλημα σε αυτή τη συγκυρία είναι ότι ο ιστορικά ταξικός αντίπαλος του φασισμού, η εργατική τάξη, που στο παρελθόν αντιστάθηκε μέχρι τέλους στην ενσωμάτωσή της σε αυτόν, στην Ελλάδα φαίνεται να έλκεται από το φαινόμενο. Οι νέοι, οι άνεργοι και κομμάτια του προλεταριάτου σε αυτή τη συγκυρία πιο εύκολα φαίνεται να πείθονται από το αντι-ηγεμονικό πρόταγμα της Χρυσής Αυγής παρά από την Αριστερά. Η τελευταία ευθύνεται γιατί στη δίνη της επίθεσης του νεοφιλελευθερισμού αποσπάστηκε από εκείνα τα τμήματα των οποίων είναι φυσικός εκφραστής λόγω στρατηγικών συμφερόντων και στράφηκε στην προσπάθεια εκπροσώπησης περισσότερο των μικροαστικών στρωμάτων.

Στην περίπτωση της επαναστατικής Αριστεράς, πρώτα ο κατακερματισμός και η ασυγκρότητη στρατηγική και έπειτα η απεύθυνση μόνο στη σπουδάζουσα νεολαία, που αποτελεί σε πραγματικά νούμερα ένα ποσοστό κάτω από το 50% της νεολαίας, και σε συγκεκριμένους χώρους που υπήρχαν κατεκτημένα εργασιακά δικαιώματα (μηχανικοί, γιατροί, εκπαίδευση κ.λπ.) την εμπόδισε αντικειμενικά να έχει την απαραίτητη λαϊκότητα και σύνδεση με τις εργατικές μάζες και τους νέους προλετάριους. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν και ανεπαρκής ακόμα σε πολλά σημεία, δείχνει ένα φως ελπίδας για την αντιστροφή αυτής της κατάστασης.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι ο φασισμός είναι η ιδιότυπη συγκυρία όπου το πραγματικό και το πολιτικό κόμμα της αστικής τάξης συγχωνεύονται, υπό μικροαστική ιδεολογική ηγεμονία. Το κράτος είναι ο κομματικός μηχανισμός του φασισμού. Με αυτή την έννοια, η συζήτηση της «επανεμφάνισης» του φασισμού πρέπει να γίνει με όρους αντιμετώπισης του καπιταλιστικού κράτους έκτακτης ανάγκης και ο στόχος να είναι όχι η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά η ψηλάφιση ενός νέου τύπου δημοκρατίας, που θα ξεκινάει από τους αγώνες του λαού και θα φτάνει στη νέα πολιτική ηγεμονία της εργατικής τάξης.

Οποιαδήποτε συζήτηση για κυβερνητική βοήθεια ή κρατική συνδρομή που θα πατάξει τον φασισμό είναι καταδικασμένη να αποτύχει γιατί, όπως έλεγε εύληπτα ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούττι: «Δεν μπορούμε να συντρίψουμε τον φασισμό σε συνεργασία με την δημοκρατική κυβέρνηση, αλλά μόνο σε πείσμα της δημοκρατικής κυβέρνησης. Ξέρουμε ότι καμία κυβέρνηση δεν επιθυμεί πραγματικά το ξερίζωμα του φασισμού, γιατί οι αστοί είναι υποχρεωμένοι να καταφεύγουν σε αυτόν όταν βλέπουν ότι κινδυνεύουν να τους φύγει η εξουσία από τα χέρια».

 

ΠΗΓΗ: 13.06.12, http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1697%3Ax——&catid=117%3Aektosylhs&Itemid=516

Ψηφίζουν Μπίλντεμπεργκ!!!

Ψηφίζουν Μπίλντεμπεργκ!!!

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Είχε επισκεφτεί, μετά τις νικηφόρες, για τη Νέα Δημοκρατία, εκλογές του 2004, ο συχωρεμένος Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τον Κώστα Καραμανλή. 

Και, αν δεν με απατά η μνήμη, του είπε με νόημα: «Επιτέλους ο Θεός τα 'φερε δεξιά»! Και άλλες φορές κι άλλοι, διάφοροι που διαβάζουν, στην προκειμένη περίπτωση, ανάποδα το Ευαγγέλιο, μιλούν με ανάλογο νόημα για τη «δεξιά του Υψίστου ή του Κυρίου». Και άλλα τέτοια παρόμοια…

Με τα οποία επιχειρούν να συνταιριάσουν τα αταίριαστα. Προκειμένου να παραπλανήσουν και να παγιδεύσουν τον απληροφόρητο λαό. Γιατί βέβαια η «δεξιά του Υψίστου» δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την πολιτική δεξιά. Και την ελληνική και την παγκόσμια.

Ακόμη και με κάποια κόμματα, που βαφτίζονται στην Ευρώπη «χριστιανοδημοκρατικά». Και έχουν με το Χριστό τόση σχέση, όση, όπως προσφυέστατα λέει ο λαός μας, και «ο διάβολος με το λιβάνι». Και, βέβαια, αυτό δεν το ισχυρίζεται ένας κάποιος παπάς. Το ξεκαθαρίζει και το υπογραμμίζει σαφέστατα το Ευαγγέλιο.

Τα κόμματα αυτά, τα «φιλελεύθερα», τα «νεοφιλελεύθερα», τα «λαϊκά», όπως απατηλά αυτοπροσδιορίζονται, υποστηρίζουν την ελεύθερη αγορά, που είναι αφοσιωμένη στην υπηρεσία και τη λατρεία του μαμωνά.

Της οποίας λατρείας βασικά χαρακτηριστικά και σύνεργα διαβολικά είναι: Αδικίες, ανισότητες απάτες, δολιότητες αρπαγές, κλοπές, ληστείες δολοφονίες.

Με αποκορύφωμα τους πολέμους ή τις τοκογλυφίες, σε φαινομενικά «ειρηνικές» περιόδους. Με όλες τις αναπότρεπτες καταστροφικές για τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα προεκτάσεις τους.

Που με τόση δραματικότητα και τραγικότητα ζήσαμε και ζούμε. Πραγματικότητες, που, προφανέστατα βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση με το Ευαγγέλιο. Το οποίο ρητά και κατηγορηματικά τονίζει το περίφημο: «Ου δύνασθε δουλεύειν Θεώ και Μαμωνά»!

Που σημαίνει ότι τα κόμματα αυτά κι εκείνοι, που τα αντιπροσωπεύουν, αλλά κι εκείνοι, που τα ψηφίζουν, δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σχέση με το Ευαγγέλιο.

Έστω κι αν εξομολογούνται σε παπάδες και δεσποτάδες ομοϊδεάτες τους και ομόφρονές του για «το λαδάκι ή το γαλατάκι της Παρασκευής». Κι αν ακόμη εκκλησιάζονται και κοινωνούν τακτικότατα.

Αντίθετα μάλιστα «λήψονται περισσότερον κρίμα! Αφού την ίδια στιγμή στηρίζουν και υποστηρίζουν τις κομματικές συμμορίες, που απεργάζονται τη δολοφονία των συνανθρώπων τους και την καταστροφή της πατρίδας τους.

Η καταδίκη της πολιτικής δεξιάς, είναι, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, καταδικασμένη ακόμη και εσχατολογικά. Και μάλιστα μ' έναν οξύτατα δραματικό τρόπο:

Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη Δεύτερη Παρουσία του, ο Χριστός, την πολιτική δεξιά και τους συνοδοιπόρους της τους τοποθετεί στ' αριστερά του. Που σημαίνει με τους κολασμένους.

Γιατί, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει διέπραξαν, σε βάρος του, τα θανασιμότερα των θανάσιμων αμαρτημάτων: Επέβαλαν στους συνανθρώπους τους την πείνα, τη δίψα, τη γύμνια, την αρρώστια, τα κάτεργα:

Δεδομένου ότι στρέφονται εναντίον των «ελάχιστων αδελφών» του. Δηλαδή, των απανταχού της Γης αδικουμένων και καταφρονεμένων. Σε βάρος των οποίων οι κομματικές αυτές συμμορίες, για να έχουν τα κακουργήματά τους νομιμοφάνεια, κάνουν, «από καιρού εις καιρόν», και κάποιες κάλπικες εκλογές. Όπως κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι αυτές της 17ης Ιουνίου.

Για τις οποίες οι πληρωμένες δημοσκοπήσεις προεξοφλούν την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας. Η οποία δεν τολμάει να κάμει, έστω και κάποιες υπαίθριες συγκεντρώσεις, για να μην αποκαλυφθεί η έσχατη γύμνια της από πλευράς ψηφοφόρων. Αλλά της οποίας τη θριαμβευτική πρωτιά, όπως φαίνεται, θα μαγειρέψει η ηλεκτρονική διαβολοκυβέρνηση. Ντόπια αλλά και διεθνής.

Μια και το διακύβευμα, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι η Ελλάδα και ο λαός της. Αλλά η αισχροκέρδεια, κυρίως, των διεθνών τοκογλύφων.

Κι αφού, λοιπόν, εκλεγούν, οι τέτοιου είδους και τέτοιας υφής κομματικές συμμορίες ψηφίζουν και στηρίζουν δολοφονικά μνημόνια και ληστρικές δανειακές συμβάσεις σε βάρος των «ελαχίστων αδελφών» του Χριστού. Τους οποίους καταδικάζουν σε δυστυχία και θάνατο!

Και μπορείτε να συλλάβετε το τραγικά οξύμωρο, από ελληνοχριστιανικής σκοπιάς, του πράγματος αυτή τη στιγμή; Κορυφαίοι παράγοντες-τέως και νυν- του περιούσιου κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και του ΠΑΣΟΚ, είναι διαπρεπείς εκπρόσωποι της Λέσχης Μπίλντεμπεργκ!

Μπορεί να υπάρξει καμιά σχέση ανάμεσα στο Ευαγγέλιο και τη λέσχη Μπίλντεμπεργκ! Ανάμεσα στο Θεό και το Σατανά!…. Και όμως τα τερατώδη αυτά κατασκευάσματα των τοκογλύφων ετοιμάζονται να τα ψηφίσουν κάποιοι, που θέλουν να λέγονται και πιστεύουν ότι είναι Έλληνες και χριστιανοί!

Ντροπή και μόνο ντροπή!


παπα-Ηλίας, 13-6-2012

Ας τολμήσουμε έκρηξη -ποίημα του Γιάννη Ποτ.

Ας τολμήσουμε έκρηξη

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


Τώρα που στρώθηκαν

τα ναρκοπέδια

και τ' ολοκαύτωμα των ονείρων

φωτίζει το μέλλον,

Τώρα που νυχτώδης η ζωωδία

διατάζει «εγέρθητι»

συναγερμός,

η στάση προσευχής δεν μας ταιριάζει

Ύβρις παράτολμη αρμόζει

στους θεσμούς

όταν οι θεοί τρώνε αμβροσία

και μας πετούν τα αποφάγια τους

 

Ναι είμαι αγενής, δεν μου ταιριάζουν

χειροφιλήματα και υποκλίσεις

Δέος κι αγανάκτηση

όταν η ελπίδα του πεινασμένου

σαπίζει  στα σκουπίδια

 

Γι αυτό μετά την απελπισία

η εξέγερση

Πως αλλιώς αφού μεγάλη ευθύνη

ο πόνος στα μάτια των παιδιών

 

Ας αρμενίσουμε λοιπόν

έστω και με χαλασμένη πυξίδα,

έστω κι αν η θάλασσα είναι

μια απέραντη πλάνη

 

Εμείς θα ζυμώσουμε ονειρόψωμο

την αλήθεια μας

με άρτο την απάτη τους

και κρασί από τις πληγές μας

Κι θα τολμήσουμε την έκρηξη

αφού η αλήθεια

είναι πάντα μπουρλοτιέρης

 

                     11 Ιουνίου 2012, Γιάννης Ποταμιάνος

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΟΣΜΟ…

ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΟΣΜΟ…

 

Της Αναστασίας Ανδρεαδάκη*


Αγαπητοί φίλοι,

σε πέντε μέρες καλούμαστε για δεύτερη φορά στις κάλπες σε μια εκλογική διαδικασία που φαίνεται να είναι ιστορική. Η στιγμή απαιτεί από όλους μας διαύγεια σκέψης και νηφαλιότητα.

Δυστυχώς, αυτήν ακριβώς τη στιγμή οι εκπρόσωποι του χρεωκοπημένου συστήματος και τα πρόθυμα φερέφωνά τους κάνουν ό,τι μπορούν για να μας τρομοκρατήσουν και να θολώσουν τα νερά.

Για να μη χάσω το μπούσουλα προσπαθώ μέσα από τον άναρθρο ορυμαγδό των κραυγών και των τρομοκρατικών διλημμάτων να βρω και να κρατήσω την ουσία των πραγμάτων όπως τα ζω από τη δική μου κοινωνική θέση και όπως τα αντιλαμβάνομαι με τα δικά μου οικολογικά ερμηνευτικά εργαλεία.

– αυτό που ζούμε στη χώρα μας αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια είναι η πιο ακραία και καταστροφική για την κοινωνική ισορροπία επίθεση του αποχαλινωμένου και αδηφάγου κεφαλαίου ενάντια στους λαούς εν ονόματι του κέρδους

– οι πολιτικές ελίτ στην Ελλάδα δεν διανοήθηκαν ούτε λεπτό να παίξουν το ρόλο του αντίβαρου σ' αυτήν την επίθεση ούτε καν το ρόλο του εξισορροπιστή. Αντίθετα, εντελώς μεροληπτικά πήραν το μέρος του κεφαλαίου και συμπίεσαν μέχρι ασφυξίας τους αδύνατους.

– αυτή τους την πολιτική στάση προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμη να την καμουφλάρουν πίσω από μια ρητορική ενοχοποίησης της κοινωνία (βλέπε το αξέχαστο "Μαζί τα φάγαμε…") που δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εξαγριώνει τους πολίτες και να παροξύνει τα κοινωνικά προβλήματα.

– Εμείς λοιπόν που εδώ και κάμποσες δεκαετίες ασκήσαμε την πιο σκληρή κριτική στην κυρίαρχη λογική της "ανάπτυξης", στην υποβάθμιση του δημόσιου αγαθού, στην πελατειακή λογική και στη νεοελληνική "λαμογιά" έχω τη γνώμη ότι δεν μπορούμε σήμερα να αφήσουμε τους φυσικούς αυτουργούς να θολώνουν άλλο τα νερά. Ούτε να συμμεριστούμε την τιμωρητική λογική που ισχυρίζεται ξεδιάντροπα πως οι απλοί άνθρωποι φταίνε και πρέπει να εξιλεωθούν μέσα από τη δυστυχία και την αποστέρηση ακόμα και των βασικών μέσων που χρειάζονται για να ζήσουν.

Η επιλογή μας πρέπει να είναι και πάλι η αριστερά των κοινωνικών κινημάτων.

Αγαπητοί μου φίλοι, παρότι σε αυτές τις εκλογές δεν θέλησα να είμαι υποψήφια, ελπίζω και εύχομαι μπροστά στις κάλπες στις 17 Ιούνη να μη φτάσουμε ούτε αγανακτισμένοι, ούτε απελπισμένοι, ούτε τρομοκρατημένοι, αλλά σαν αληθινοί πολίτες της δημοκρατίας, δηλαδή έτοιμοι να αναλάβουμε την ευθύνη της επιλογής μας και γνωρίζοντας ότι εύκολη λύση δεν υπάρχει.

Ήρθε ο καιρός να φανταστούμε έναν καινούργιο κόσμο που σέβεται τον άνθρωπο και τη φύση και να τελειώνουμε πια με τους εκπροσώπους του χρεωκοπημένου μοντέλου.

Καλό βόλι φίλοι μου.

Αναστασία Ανδρεαδάκη, πρώην βουλευτής

13-6-2012

Ο καταστροφικός «φονταμενταλισμός των αγορών»

Ο καταστροφικός «φονταμενταλισμός των αγορών»*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Η ολοκληρωτική επικράτηση κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια τού ιδεολογήματος της «ελεύθερης αγοράς» είναι, σύμφωνα με τον νομπελίστα Αμερικανό οικονομολόγο Τζόζεφ Στίγκλιτζ, υπεύθυνη για τη σύγχρονη κρίση της παγκόσμιας οικονομίας και για το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης της κατάρρευσης.



* 12-06-2012: προδημοσίευση για την «Αποικία Ορεινών Μανιταριών», από το φύλλο υπ' αριθμ. 345 του «Αντιφωνητή» τής 18/6/2012.

Ο Στίγκλιτζ, στο βιβλίο του «Ο θρίαμβος της απληστίας», εξηγεί πώς ο «φονταμενταλισμός της αγοράς», δηλαδή η άποψη ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές, αν αφεθούν να λειτουργήσουν χωρίς κανέναν κρατικό έλεγχο, μπορούν να διασφαλίσουν από μόνες τους οικονομική ευημερία, οδήγησε στην ασυδοσία των αγορών, στην αδικαιολόγητη εκ μέρους τους ανάληψη κινδύνων σε βάρος του δημοσίου, στην κερδοσκοπία, σ' έναν ψευδεπίγραφο εντέλει καπιταλισμό, στον οποίο ιδιωτικοποιούνται μόνο τα κέρδη, ενώ οι ζημιές «κοινωνικοποιούνται», καθώς τις επιβαρύνονται οι φορολογούμενοι μέσω των κρατικών «διασώσεων».

Ο Στίγκλιτζ παρουσιάζει στο βιβλίο του το χρονικό της οικονομικής κρίσης που πυροδοτήθηκε από την αρρωστημένη λειτουργία των αγορών. Η σύγχρονη οικονομική κρίση, προϊόν της ανισορροπίας στην παγκόσμια οικονομία λόγω αφενός του δημοσιονομικού κι εμπορικού ελλείμματος των Η.Π.Α., κι αφετέρου της συσσώρευσης τεράστιων αποθεμάτων δολαρίων από την Κίνα, ξέσπασε το 2008 με το σκάσιμο της φούσκας στην αμερικανική αγορά κατοικίας. Σε μια περίοδο κατά την οποία τα εισοδήματα των Αμερικανών παρέμεναν καθηλωμένα, έπρεπε να βρεθεί τρόπος μεγέθυνσης της οικονομίας. Ως λύση προτάθηκε πονηρά ο δανεισμός των νοικοκυριών, ώστε να συνεχιστεί η κατανάλωση. Ενέχυρο για τον δανεισμό ορίζονταν οι κατοικίες. Οι τράπεζες προσέφεραν φτηνά ενυπόθηκα δάνεια. Εκατομμύρια πολίτες έσπευσαν να τα εκμεταλλευτούν, αν και δεν είχαν τη δυνατότητα εξόφλησής τους. Όταν λοιπόν τα επιτόκια άρχισαν να ανεβαίνουν, τα υποθηκευμένα σπίτια έφευγαν από τα χέρια των ιδιοκτητών τους. Η καταστροφή στην αγορά κατοικίας σηματοδότησε το ξέσπασμα της κρίσης.

Οι επιπτώσεις από το σκάσιμο της φούσκας διογκώθηκαν επειδή οι τράπεζες είχαν δημιουργήσει πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα βασισμένα στα ενυπόθηκα δάνεια. Στόχος ήταν το βραχυπρόθεσμο κέρδος με την εξασφάλιση προμηθειών, χωρίς να υπολογίζονται τα προβλήματα από την αθέτηση των υποχρεώσεων εκ μέρους των ανήμπορων δανειοληπτών. Έτσι δημιουργήθηκαν τίτλοι με κάλυμμα ενυπόθηκα δάνεια, οι οποίοι δεν ελέγχθηκαν ποτέ για την αξιοπιστία τους. Έχοντας επίγνωση της σαθρότητας των προϊόντων τους, και προκειμένου να αποφύγουν επιπλέον τον έλεγχο της πολιτείας και τη φορολόγηση, οι τράπεζες επιδόθηκαν σε αλλεπάλληλους τεμαχισμούς των τίτλων σε νέα πακέτα. Το τέρας που δημιουργήθηκε στα τραπεζικά «φρανκενσταϊνικά» εργαστήρια, όπως τα χαρακτηρίζει ο Στίγκλιτζ, με τον πολυτεμαχισμό των τίτλων, αποσκοπούσε στη μεταβίβαση των κινδύνων σε πολυάριθμους επενδυτές. Οι τράπεζες πίστευαν πως αν ο κίνδυνος καταμεριζόταν ευρέως θα ήταν πιο εύκολο να απορροφηθεί. Όμως τα προϊόντα, λόγω της πολυπλοκότητάς τους, ξέφυγαν από κάθε έλεγχο. Όταν λοιπόν σημειώθηκε το κραχ, αποδείχτηκε πως είχαν μείνει στους τραπεζικούς ισολογισμούς επισφαλή στοιχεία ενεργητικού αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, παρά την πλανεμένη εντύπωση των τραπεζών ότι τα είχαν ξεφορτωθεί. Η κατάρρευση του χάρτινου πύργου των «τιτλοποιήσεων» συμπαρέσυρε «σεβαστά ιδρύματα» όπως η Lehman Brothers, η Bear Stearns και η Merrill Lynch.

Ένας λόγος αποτυχίας, συνεπώς, του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν πως οι αγορές εκτίμησαν εσφαλμένα τους κινδύνους. Σε μερικές περιπτώσεις ωστόσο, η λάθος τιμολόγηση αποδείχτηκε σκόπιμη: οι τράπεζες πίστευαν ότι αν προέκυπταν προβλήματα, το κράτος θα έσπευδε να τις σώσει! Καπηλεύτηκαν τον φόβο από τις άγνωστες συνέπειες της πιθανής τους κατάρρευσης, προκειμένου να αποσπάσουν από το κράτος νέα ποσά, παρόλο που ευθύνονταν οι ίδιες για τις αρνητικές εξελίξεις. Ακόμη χειρότερα, τα ποσά που απέσπασαν οι τράπεζες για την αναπλήρωση των κεφαλαίων τους τροφοδότησαν μπόνους-ρεκόρ: οι τραπεζίτες αντάμειψαν τον εαυτό τους για τις ζημιές που προκάλεσαν, και μοιράστηκαν ανύπαρκτα κέρδη, τα οποία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η κρατική ελεημοσύνη! Έτσι, το αυτορρυθμιζόμενο, υποτίθεται, σύστημα της ελεύθερης αγοράς, βρέθηκε να διασώζεται από το κράτος. Η ειρωνεία είναι πως το αμερικανικό κράτος, παρά την επικράτηση της άποψης περί ελαχιστοποίησης του κρατικού ρόλου στην οικονομία, κατέληξε, μέσα από τη διάσωση των επιχειρήσεων που κατέρρεαν, ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης ασφαλιστικής εταιρείας στον κόσμο, της μεγαλύτερης αυτοκινητοβιομηχανίας, και κάποιων από τις μεγαλύτερες τράπεζες!

Η αμερικανική κρίση αποδείχτηκε τοξική για τράπεζες και εταιρείες επενδύσεων σε όλο τον κόσμο, αφού σχεδόν το ¼ των αμερικανικών ενυπόθηκων δανείων είχε καταλήξει στο εξωτερικό. Όπως στις Η.Π.Α., έτσι και στον υπόλοιπο κόσμο τα κράτη κλήθηκαν να διασώσουν τα ιδρύματα που κατείχαν τοξικά προϊόντα, με συνέπεια τα ελλείμματα να μεταφερθούν στα κράτη. Τότε οι χρηματοπιστωτικές αγορές των Η.Π.Α., που ήταν υπεύθυνες για την κρίση, άρχισαν να εκβιάζουν για τον περιορισμό των κρατικών ελλειμμάτων. Απαιτούσαν περικοπές στους προϋπολογισμούς, χωρίς τις οποίες προειδοποιούσαν ότι τα επιτόκια θα αυξάνονταν, ενώ οι πιστώσεις θα διακόπτονταν. Οι χώρες ήταν καταδικασμένες είτε μείωναν τις δαπάνες τους είτε όχι. Εφόσον οι αγορές θα άρχιζαν να προβλέπουν πληθωρισμό, θα απαιτούσαν και υψηλότερα επιτόκια, ώστε να μη μειωθεί η αξία των οφειλόμενων ποσών σε αυτές. Η αύξηση των επιτοκίων, όμως, θα σήμαινε και την αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και χρεών. Αποδεικνυόταν λοιπόν ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν τόσο ο πληθωρισμός και τα κρατικά χρέη, όσο οι υποτιθέμενες ανησυχίες των χρηματοπιστωτικών αγορών γι' αυτά.

Η αδυναμία των κρατών να ανανεώσουν τις πιστώσεις τους από τις αγορές τα οδήγησε, ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίως λόγω της ασυμφωνίας δράσης στη Δυτική Ευρώπη, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μια επιλογή αυτή καθαυτή προβληματική. Το Δ.Ν.Τ. πιστεύει στον φονταμενταλισμό της αγοράς. Οι απόψεις του διαμορφώνονται από τους ανθρώπους του χρηματοπιστωτικού χώρου. Μόνιμος στόχος τους είναι η διασφάλιση κερδών για τις αγορές, παρά η οικονομική ανάκαμψη των πληττόμενων χωρών. Τα προγράμματα του Δ.Ν.Τ. στην Ανατολική Ασία, τη Λατινική Αμερική και τη Ρωσία επιδείνωσαν την κατάσταση των χωρών, προξενώντας άγριες ταραχές (π.χ. Ινδονησία). Όπου τελικά σημειώθηκε ανάκαμψη, όπως στις χώρες της Ανατολικής Ασίας, αυτή δεν οφειλόταν στις δυτικές οικονομικές κατευθύνσεις αλλά επιτεύχθηκε σε πείσμα αυτών! Οι αδιέξοδες πρακτικές του Δ.Ν.Τ. απεικονίζονται ακόμη και στην αντίφασή του να πιστεύει μεν στην ελεύθερη αγορά αλλά σε κάθε κρίση να ζητά κρατικές ενισχύσεις!

Η ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς δεν ήταν παρά μια δικαιολογία για καινούριες μορφές εκμετάλλευσης. «Ιδιωτικοποίηση» σήμαινε ότι οι ξένοι θα αγόραζαν σε χαμηλές τιμές ορυχεία και πετρελαιοφόρες περιοχές στις αναπτυσσόμενες χώρες. «Απελευθέρωση των αγορών» σήμαινε ότι οι ξένες τράπεζες θα αποκόμιζαν υψηλές αποδόσεις από τα δάνεια που χορηγούσαν. «Απελευθέρωση του εμπορίου» σήμαινε ότι οι ξένες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να εξολοθρεύουν τις εντόπιες. Επιδιωκόταν σε κάθε περίπτωση η «ευελιξία» των μισθών, η αποδυνάμωση των συνδικάτων και η χαλάρωση των μέτρων προστασίας των εργαζομένων, ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, του χρηματοπιστωτικού κλάδου, των φαρμακοβιομηχανιών, των πετρελαϊκών εταιρειών, την ίδια στιγμή που για την ανεργία κατηγορούνταν οι εργαζόμενοι, σε μια εφαρμογή της προσφιλούς πρακτικής τού «ρίξτε το φταίξιμο στο θύμα»! Όπου άσκησαν επιρροή η Παγκόσμια Τράπεζα και το Δ.Ν.Τ., τα πράγματα δεν πήγαν καλά.

Τα προγράμματα του Δ.Ν.Τ. απαιτούν τη μείωση των ελλειμμάτων, μέσω της μείωσης των δαπανών και της αύξησης των φόρων. Όμως οι περικοπές δαπανών υπονομεύουν τη δύναμη της οικονομίας., αφού μειώνονται τα φορολογικά έσοδα, με αποτέλεσμα η μείωση του ελλείμματος να είναι μικρότερη από την προσδοκώμενη. Αυτά τα προγράμματα δημοσιονομικής πειθαρχίας, που υιοθετούνται μάλιστα κι από πολλούς στη Γερμανία μα και αλλού, ο Στίγκλιτζ τα χαρακτηρίζει «σκέτη μπούρδα». Η μείωση των μισθών, πάλι, ως υποτιθέμενο ισοδύναμο της υποτίμησης του νομίσματος, δημιουργεί τεράστιες κοινωνικές εντάσεις, αυξάνει τις χρεοκοπίες, και σαν πρόταση λύσης για τα προβλήματα αποτελεί «σκέτη φαντασιοκοπία».

Κατά τον Στίγκλιτζ, η ανάκαμψη πρέπει να συνδέεται με την τόνωση της οικονομίας, η οποία θα επικεντρώνεται στις επενδύσεις με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, θα χαρακτηρίζεται από φορολογική δικαιοσύνη, ενώ θα μεριμνά και για τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Απαραίτητη κρίνεται και η διαφάνεια αντί της ανοχής σε άνομες δραστηριότητες. Τεράστιες ποσότητες παγκόσμιων κεφαλαίων διακινούνται μέσω θυλάκων απορρήτου, όπως οι νήσοι Κέιμαν, ώστε να διευκολύνεται το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, η φοροδιαφυγή, και να παρακάμπτεται κάθε κρατικός έλεγχος. Και μόνη η δυνατότητα των τραπεζών να ανακόπτουν τις ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις αποδεικνύει την πολιτική τους εξουσία.

Ο Στίγκλιτζ θεωρεί πως όσοι δημιούργησαν το υπάρχον νοσηρό πλαίσιο πρέπει να λογοδοτήσουν. Είναι αδιανόητο οι «πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν» τράπεζες να βρίσκονται διαρκώς στο απυρόβλητο. Η χρηματοπιστωτική αναδιάρθρωση θα πρέπει να περιλάβει τη σωτηρία μόνο των καταθετών. Τα στελέχη των τραπεζών και οι μέτοχοι οφείλουν να κατανοήσουν ότι ο εκλεκτός τους καπιταλισμός δεν σημαίνει μόνο κέρδη αλλά επίσης κινδύνους κι απώλειες. Όσοι λοιπόν αναλαμβάνουν κινδύνους δημιουργώντας προβλήματα θα πρέπει, κατά τον Στίγκλιτζ, πρώτοι «να πάρουν πόδι». Το κράτος θα μπορούσε επιπλέον να δανείζει απευθείας τους πολίτες με χαμηλά επιτόκια. Το ίδιο ισχύει για τη διάσωση των ταμείων, ώστε να καταλήγει σε αυτά όλη η κρατική ενίσχυση.

Η οικονομική κρίση αποκάλυψε, σύμφωνα με τον Στίγκλιτζ, τη σοβαρή ηθική κρίση που μαστίζει την κοινωνία. Οι πρακτικές εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τους τραπεζίτες κατέδειξαν την έλλειψη ηθικού έρματος στο αμερικανικό κράτος που, παρά τον πλούτο του, αποδεικνύεται ανεπαρκές να παράσχει υγειονομική περίθαλψη σε όλους τους πολίτες του και ποιοτική παιδεία σε όλους τους νέους του. Αν οι Η.Π.Α. δεν αντιμετωπίσουν τα ζητήματα αυτά, δύσκολα θα πετύχουν να υπαγορεύουν τους όρους τους στην αναδυόμενη παγκόσμια τάξη πραγμάτων, έχοντας ήδη χάσει την ευκαιρία να ηγηθούν παγκοσμίως σε ηθικό και πνευματικό επίπεδο. Ο Στίγκλιτζ διακρίνει γκρίζα σύννεφα στον ορίζοντα. Η διαπίστωσή του μοιάζει απαισιόδοξη, περισσότερο όμως αποτελεί προειδοποίηση αφύπνισης, προκειμένου να ακολουθηθούν υγιείς πολιτικές, χωρίς χρονοτριβές κι ευθυνοφοβίες.

 

Τζόζεφ Στίγκλιτζ, «Ο θρίαμβος της απληστίας. Η ελεύθερη αγορά και η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας», εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2011, σελ. 512.

            «Στον χώρο της χάραξης πολιτικής, το να προσδιορίσει κανείς τι αποτελεί επιτυχία και τι αποτυχία αποτελεί πρόκληση ακόμα μεγαλύτερη από το να διαπιστώσει σε ποιον πρέπει να απονεμηθούν τα εύσημα (και σε ποιον ή σε τι πρέπει να ρίξουμε το φταίξιμο). Τι είναι, όμως, η επιτυχία ή η αποτυχία; Για τους παρατηρητές από τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη, οι επιχειρήσεις διάσωσης στην Ανατολική Ασία το 1997 ήταν επιτυχημένες επειδή δεν προέκυψε καμία ζημία για τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη. Για τους κατοίκους της περιοχής, που είδαν τις οικονομίες τους να συντρίβονται, τα όνειρά τους να διαλύονται, τις εταιρείες τους να χρεοκοπούν και τις χώρες τους να φορτώνονται χρέη δισεκατομμυρίων, οι επιχειρήσεις διάσωσης απέτυχαν οικτρά. Σύμφωνα με τους επικριτές, οι πολιτικές του Δ.Ν.Τ. και του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών επιδείνωσαν τα πράγματα. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές τους, απέτρεψαν την καταστροφή. Και εδώ προκύπτει το πρόβλημα. Τα ερωτήματα είναι: πώς θα ήταν τα πράγματα αν είχαν υιοθετηθεί άλλες πολιτικές κατευθύνσεις; Οι ενέργειες του Δ.Ν.Τ. και του Υπουργείου Οικονομικών των Η.Π.Α. παρέτειναν και βάθυναν την ύφεση ή τη συντόμευσαν μειώνοντας το βάθος της; Κατ' εμέ, υπάρχει μια ξεκάθαρη απάντηση: τα υψηλά επιτόκια και οι περικοπές δαπανών που επιβλήθηκαν από το Δ.Ν.Τ. και το Υπουργείο – ακριβώς το αντίθετο από τα είδη πολιτικής που εφάρμοσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη κατά την τρέχουσα κρίση – επιδείνωσαν την κατάσταση. Τελικά οι χώρες της Ανατολικής Ασίας ανέκαμψαν, όμως αυτό δεν συνέβη χάρη σε αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά σε πείσμα τους.»

            «Ένα άλλο παράδειγμα προέρχεται από την Αργεντινή, η οποία, μετά τη χρηματοπιστωτική της κρίση, δεν ήξερε τι ποσά θα μπορούσε να πληρώσει στους πιστωτές της, κι έτσι πρότεινε μια ενδιαφέρουσα καινοτομία. Αντί να προσπαθήσει να πληρώσει περισσότερα απ' όσα μπορούσε και να οδηγηθεί σε μια νέα κρίση χρέους μερικά χρόνια αργότερα, πρότεινε την έκδοση ενός ομολόγου που να συνδέεται με το Α.Ε.Π. Το ομόλογο αυτό θα πλήρωνε περισσότερα εάν και εφόσον το εθνικό εισόδημα της Αργεντινής ανέβαινε, και η χώρα είχε τη δυνατότητα να πληρώσει πιο πολλά. Έτσι τα συμφέροντα των πιστωτών θα εναρμονίζονταν με εκείνα της Αργεντινής, και οι πιστωτές θα φρόντιζαν να συμβάλουν στην οικονομική μεγέθυνση της χώρας. Και σε αυτή την περίπτωση εναντιώθηκε η Γουόλ Στριτ.»

            «Η Δυτική Ευρώπη αδυνατούσε να καταλήξει σε συμφωνία για το πώς μπορούσε καλύτερα να βοηθήσει τους γείτονές της, κι έτσι πάσαρε την ευθύνη στο Δ.Ν.Τ. […]

            Η επιλογή του Δ.Ν.Τ. ως του θεσμού που θα διένειμε τα χρήματα ήταν αυτή καθαυτή προβληματική. Το Δ.Ν.Τ. δεν είχε κάνει απλώς ελάχιστα για να αποτρέψει την κρίση, αλλά είχε προωθήσει και την πολιτική της απορρύθμισης, η οποία περιελάμβανε την απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών και των χρηματοπιστωτικών αγορών που συνέβαλε στη γένεση της κρίσης και τη ραγδαία εξάπλωσή της σε ολόκληρο τον κόσμο. Επιπλέον, τόσο αυτή όσο και άλλες πολιτικές κατευθύνσεις που προώθησε το Δ.Ν.Τ. -ακόμα και ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας του- αποτελούσαν "κόκκινο πανί" για πολλές από τις φτωχές χώρες που είχαν ανάγκη τα κονδύλια, αλλά και για τις χώρες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής που είχαν μεγάλα αποθέματα ρευστών διαθεσίμων, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αξιοποιηθεί για να δοθεί βοήθεια προς φτωχές χώρες που τα χρειάζονταν. Ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας μιας αναπτυσσόμενης χώρας μού εκμυστηρεύτηκε μια άποψη που δεν ήταν και τόσο ασυνήθιστη: η χώρα του έπρεπε να βρίσκεται στα τελευταία της για να στραφεί στο Δ.Ν.Τ.

            Έχοντας παρακολουθήσει το Δ.Ν.Τ. από κοντά, καταλάβαινα την απροθυμία κάποιων χωρών να απευθυνθούν σε αυτό για χρήματα. Στο παρελθόν το Δ.Ν.Τ. παρείχε χρήματα αλλά μόνο υπό αυστηρούς όρους που στην πραγματικότητα επιδείνωναν ακόμα περισσότερο τις υφέσεις στις χώρες που πλήττονταν. Οι όροι αυτοί είχαν στόχο να βοηθήσουν τους Δυτικούς πιστωτές να ανακτήσουν μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους απ' ό,τι θα ήταν δυνατό, παρά να βοηθήσουν την πληττόμενη χώρα να διατηρήσει την οικονομική ευρωστία της. Οι αυστηροί όροι που συχνά επέβαλλε το Δ.Ν.Τ. προξενούσαν ταραχές σε ολόκληρο τον κόσμο – με πιο γνωστές εκείνες που ξέσπασαν στην Ινδονησία κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ανατολική Ασία. […]

            Το Δ.Ν.Τ. ήταν μια κλειστή λέσχη πλούσιων βιομηχανικών χωρών, των πιστωτριών χωρών, την οποία διεύθυναν οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών τους. Οι απόψεις του περί καλής οικονομικής πολιτικής διαμορφώνονταν από τους ανθρώπους του χρηματοπιστωτικού χώρου – απόψεις που συχνά ήταν πλανημένες, όπως έχω εξηγήσει και όπως απέδειξε περίτρανα η κρίση. Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τη δυνατότητα να ασκούν βέτο ενάντια σε κάθε σημαντική απόφαση, και πάντα διόριζαν το νούμερο δύο στην ιεραρχία· η Ευρώπη πάντα διόριζε τον επικεφαλής. Ενώ το Δ.Ν.Τ. μιλούσε από καθέδρας περί καλής διακυβέρνησης, δεν εφάρμοζε όσα διακήρυττε. Δεν το χαρακτήριζε η διαφάνεια που απαιτούμε σήμερα από τους δημόσιους θεσμούς. […]»

            «Όπως αποδείχτηκε, η ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς αποτελούσε δικαιολογία για καινούριες μορφές εκμετάλλευσης. "Ιδιωτικοποίηση" σήμαινε ότι οι ξένοι μπορούσαν να αγοράζουν σε χαμηλές τιμές ορυχεία και πετρελαιοφόρες περιοχές στις αναπτυσσόμενες χώρες. Σήμαινε επίσης ότι μπορούσαν να δρέπουν τεράστια κέρδη από μονοπώλια και οιονεί μονοπώλια, όπως στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. "Απελευθέρωση χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιαγορών" σήμαινε ότι οι ξένες τράπεζες μπορούσαν να αποκομίζουν υψηλές αποδόσεις από τα δάνεια που χορηγούσαν και, όταν τα δάνεια έπαυαν να εξυπηρετούνται, το Δ.Ν.Τ. επέβαλλε την "κοινωνικοποίηση" των ζημιών, πράγμα που σήμαινε ότι ολόκληροι πληθυσμοί υποχρεώνονταν με το ζόρι να εξοφλήσουν τις ξένες τράπεζες. Στη συνέχεια, τουλάχιστον όπως συνέβη στην Ανατολική Ασία μετά την κρίση του 1997, κάποιες ξένες τράπεζες έβγαλαν ακόμα περισσότερα κέρδη από την αναγκαστική εκποίηση στοιχείων ενεργητικού που επέβαλε το Δ.Ν.Τ. στις χώρες που είχαν ανάγκη τα χρήματά τους. Η απελευθέρωση του εμπορίου σήμαινε επίσης ότι οι ξένες επιχειρήσεις μπορούσαν να εξολοθρεύουν νηπιακές βιομηχανίες, καταπιέζοντας την ανάπτυξη του επιχειρηματικού ταλέντου. Ενώ τα κεφάλαια διακινούνταν ελεύθερα, δεν συνέβαινε το ίδιο με την εργασία – με εξαίρεση την περίπτωση των πιο ταλαντούχων ατόμων, πολλά από τα οποία βρήκαν καλές δουλειές στη διεθνή αγορά εργασίας.»

            «Όπως είδαμε, στο ξεκίνημα της κρίσης σημειώθηκε μια σύντομη νίκη της κεϊνσιανής οικονομικής ανάλυσης, όταν ολόκληρος ο κόσμος πίστεψε ότι η κρατική δαπάνη δεν ήταν μόνο αποτελεσματική, αλλά και επιθυμητή και αναγκαία. Εδώ και έναν αιώνα μαίνεται μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο απόψεις, αυτή την κεϊνσιανή άποψη και τη "χουβεριανή" άποψη, σύμφωνα με την οποία για να αποκατασταθεί η δύναμη της οικονομίας πρέπει να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη· και για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη πρέπει να μειωθούν τα ελλείμματα· και για να μειωθούν τα ελλείμματα πρέπει να μειωθούν οι δαπάνες και να αυξηθούν οι φόροι. Τα προγράμματα του Δ.Ν.Τ. που εφαρμόστηκαν πριν από μια δεκαετία στην Ανατολική Ασία, τη Λατινική Αμερική και τη Ρωσία προσέφεραν πειστικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, κανονικά, η χουβεριανή προσέγγιση δεν φέρνει αποτέλεσμα. Οι περικοπές δαπανών υπονομεύουν τη δύναμη της οικονομίας· η εξασθένηση της οικονομίας προκαλεί κάμψη των φορολογικών εσόδων, με αποτέλεσμα η μείωση του ελλείμματος να είναι μικρότερη από την προσδοκώμενη· δεν αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη, αλλά ούτε η κατανάλωση και η επένδυση. Η "νεράιδα της εμπιστοσύνης" είναι πιθανότερο να κάνει την εμφάνισή της με κεϊνσιανές πολιτικές που αποκαθιστούν την οικονομική μεγέθυνση παρά με μέτρα λιτότητας που την καταστρέφουν. Παρά τις αδιάκοπες αποτυχίες τους οι χουβεριανοί έχουν επιστρέψει και, ενώ σε μερικές χώρες -όπως το Ηνωμένο Βασίλειο- βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια ιδεολογική μάχη, σε άλλες χώρες -όπως η Γερμανία- φαίνεται πως έχουν πάρει το πάνω χέρι οι χουβεριανοί.»

            «Μια διέξοδος που έχει προταθεί για την Ισπανία και τις άλλες χώρες είναι να απεργαστούν το ισοδύναμο μιας υποτίμησης – μια ομοιόμορφη μείωση μισθών. Πιστεύω ότι αυτό είναι ανέφικτο, και ότι οι επιπτώσεις του ως προς την κατανομή του εισοδήματος είναι απαράδεκτες. Στην πράξη οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να μειώσουν υποχρεωτικά άλλους μισθούς εκτός από εκείνους των δημόσιων υπαλλήλων. Σε κάποιες χώρες, όπου οι δημόσιοι υπάλληλοι εισπράττουν υπερβολικά υψηλούς μισθούς, κάτι τέτοιο ίσως είναι λογικό· αλλά σε άλλες χώρες, όπου οι αποδοχές τους είναι ήδη χαμηλές, μια τέτοια κίνηση θα περιορίσει ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα του κράτους να προσλαμβάνει τα ικανά άτομα που χρειάζεται για να παρέχει απαραίτητες δημόσιες υπηρεσίες. Οι κοινωνικές εντάσεις θα είναι τεράστιες. Αλλά ακόμα και οι οικονομικές συνέπειες μπορεί να είναι δυσμενείς: καθώς μειώνονται οι μισθοί και οι τιμές, θα περιοριστεί η δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκρίνονται στις δανειακές τους υποχρεώσεις· θα αυξηθούν οι χρεοκοπίες, όπως και τα προβλήματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η ιδέα ότι η περικοπή μισθών αποτελεί λύση για τα προβλήματα της Ελλάδας, της Ισπανίας και άλλων χωρών της Ε.Ε. αποτελεί σκέτη φαντασιοκοπία.»