Μια άθλια επέτειος που δεν πρέπει να ξεχάσουμε

Μια άθλια επέτειος που δεν πρέπει με κανένα τρόπο να ξεχάσουμε

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Πριν ακριβώς από τρία χρόνια ο τότε φερόμενος ως πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου ανακοίνωνε επίσημα αυτό που σχεδιαζόταν ανεπίσημα εδώ και μήνες στα επιτελεία της ευρωζώνης και της Ουάσιγκτον, την ένταξη της Ελλάδας στον «μηχανισμό στήριξης», δηλαδή στον μηχανισμό ελεγχόμενης χρεοκοπίας και εκποίησης υπέρ των δανειστών. Το ανακοίνωσε από το Καστελόριζο σε απόσταση αναπνοής από τα Τουρκικά παράλια όπου οι επιτελείς του και ο ίδιος είχαν σκεφτεί ότι θα μπορούσε να είχε ζητήσει άσυλο, αν ο ελληνικός λαός δεν αποδεικνυόταν τόσο νωθρός και άβουλος.

Ο ίδιος ο Παπανδρέου σήμερα θεωρεί ως μέγιστη επιτυχία της κυβέρνησής του την δημιουργία αυτού του μηχανισμού. Αυτή ήταν άλλωστε η αποστολή του. Να θυσιάσει την χώρα και τον λαό της προκειμένου τα αφεντικά του εξ Ουάσιγκτον να εξαναγκάσουν την Γερμανία να δεχτεί την συγκρότηση μηχανισμού διαχείρισης χρεοκοπιών εντός της ευρωζώνης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επί μήνες πριν η Μέρκελ απέκλειε κάθε συζήτηση για «διάσωση» της Ελλάδας.

Στις 5 Μαρτίου 2010 σε επίσκεψη του τότε φερόμενου ως Έλληνα πρωθυπουργού κ. Γ. Παπανδρέου στο Βερολίνο, η Καγκελάριος Α. Μέρκελ δήλωνε ότι δεν υπάρχει κανενός είδους σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας στα σκαριά. «Αυτή τη στιγμή μπορούμε να βοηθήσουμε την Ελλάδα, δηλώνοντας σαφώς ότι πρέπει να εκπληρώσει τα καθήκοντά της», δήλωνε η Μέρκελ, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα πρέπει να «δείξει μεγάλο θάρρος», προκειμένου να απορροφήσει τα ελλείμματά της και να αποκαταστήσει τη «χαμένη αξιοπιστία» της. «Η Ελλάδα πρέπει να καταλάβει ότι δεν είναι οι φορολογούμενοι στη Γερμανία, το Βέλγιο, ή το Λουξεμβούργο διατεθειμένοι να διορθώσουν τα δημοσιονομικά λάθη της ελληνικής πολιτικής», προειδοποιούσε με προσποιητή ειλικρίνεια λίγες ημέρες νωρίτερα ο επικεφαλής της ευρωζώνης και πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Jean-Claude Juncker.

Φυσικά και σχέδιο υπήρχε στα σκαριά και το έδαφος προετοιμαζόταν για να επιβληθεί στην Ελλάδα και στον ανύποπτο ελληνικό λαό. Χρειαζόταν απλά να ακολουθηθούν ορισμένα βήματα. Σ' εκείνη την επίσκεψη του Παπανδρέου στο Βερολίνου τον Μάρτιο του 2010, ενάμισι σχεδόν μήνα πριν την 23η Απριλίου όπου από το Καστελόριζο έγινε η ανακοίνωση υπαγωγής της χώρας στο «μηχανισμό στήριξης», η Γερμανία φρόντισε να υπογραφεί η περίφημη «Ελληνογερμανική εταιρική σχέση» ώστε εκ προοιμίου να της ανήκει το οικόπεδο που λέγεται Ελλάδα. Αυτή η σύμβαση που ποτέ δεν παρουσιάστηκε επίσημα στην ελληνική Βουλή, αλλά υλοποιείται βήμα προς βήμα, μας έφερε τον Φούχτελ στην Ελλάδα για να συντονίσει την εκποίηση της χώρας υπέρ της Γερμανίας.

Να πώς παρουσιάζει το Γερμανικό υπουργείο εξωτερικών την σύμβαση αυτή με την Ελλάδα: 

«Στις 5 Μαρτίου 2010, η ομοσπονδιακή Καγκελάριος Μέρκελ και ο Πρωθυπουργός Παπανδρέου συμφώνησαν να ανανεώσουν, να επεκτείνουν και να εντείνουν την ελληνο-γερμανική εταιρική σχέση. Επιβεβαίωσαν τη δέσμευση αυτή κατά τη συνάντησή τους στο Βερολίνο στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Προκειμένου να εφαρμοστεί αυτή η κοινή δέσμευση, οι αντιπροσωπείες της Ελλάδας και της Γερμανίας με επικεφαλής τον Αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών Δημήτρη Δρούτσα και τον Υφυπουργό Εξωτερικών Wolf-Ruthart συναντήθηκαν στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010. Εκπόνησαν έναν οδικό χάρτη συνεργασίας σε διάφορους τομείς όπως την περιβαλλοντική πολιτική, την ενεργειακή και κλιματική πολιτική, την πολιτική προστασία, την πολιτική στον τομέα της έρευνας, τη μετανάστευση, το άσυλο και την πολιτική ενσωμάτωσης, την εκπαίδευση, τις επαφές με την Κοινωνία των Πολιτών και τις πολιτιστικές ανταλλαγές, τον τουρισμό, την πολιτική υγείας, τις μεταφορές και το διάλογο μεταξύ των οικονομικών φορέων επί κοινωνικών και εργασιακών πολιτικών. Η σημασία αυτής της εταιρικής σχέσης επιβεβαιώθηκε εκ νέου σε μια συνάντηση μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών, Δημήτρη Δρούτσα και Guido Westerwelle στις 9 Νοεμβρίου 2010. Αυτή η συνεργασία αποτελεί σημαντική συνεισφορά σε μια χρονική στιγμή όπου η Ελλάδα εφαρμόζει μεγαλεπήβολες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα βάση βιώσιμης ανάπτυξης. Σε αυτή την επίπονη προσπάθεια, η Γερμανία καθώς και οι άλλοι Ευρωπαίοι Εταίροι στηρίζουν πλήρως την Ελλάδα. Κατά τη περίοδο 2010 και 2011 αξιωματούχοι των δυο κυβερνήσεων συναντήθηκαν πολλές φορές, υπέγραψαν συμφωνίες διμερούς συνεργασίας και έχουν συνεχή συνεργασία επί του συντονισμού των στρατηγικών τους στους προαναφερθέντες τομείς πολιτικής.»

Ποιοι είναι οι βασικοί τομείς «συνεργασίας» Ελλάδας-Γερμανίας; Σύμφωνα πάντα με το υπουργείο Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Γερμανίας οι βασικοί τομείς είναι οι εξής:

– Περιβαλλοντική πολιτική.

– Ενεργειακή και κλιματική πολιτική.

– Πολιτική προστασία.

– Διάλογος οικονομικών φορέων στο τομέα των επενδύσεων και επιχειρηματική συνεργασία.

– Διάλογος επί κοινωνικών και εργασιακών πολιτικών.

– Πολιτική στον τομέα της έρευνας.

– Μετανάστευση, άσυλο και πολιτική ενσωμάτωσης.

– Εκπαίδευση, επαφές Κοινωνία πολιτών και πολιτιστικές ανταλλαγές.

– Συνεργασία στον τομέα του τουρισμού.

– Πολιτική υγείας.

– Μεταφορές.

Όπως καταλαβαίνει κανείς οι Γερμανοί πήραν προκαταβολικά και με σύμβαση που ποτέ κανένας Έλληνας βουλευτής δεν την είδε να ψηφίζεται στην Βουλή, σχεδόν τα πάντα. Από το περιβάλλον, την ενέργεια, την έρευνα, έως την υγεία, την παιδεία και τις μεταφορές παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Έτσι είπαν το «ναι» οι Γερμανοί και η Μέρκελ με σκοπό να ενταχθεί η Ελλάδα στον μηχανισμό χρεοκοπιών της ευρωζώνης. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ο «μηχανισμός στήριξης» με την μορφή του EFSF (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) ιδρύθηκε επίσημα στην ευρωζώνη μετά την επιβολή του πρώτου μνημονίου και της πρώτης δανειακής σύμβασης που επέβαλε η τρόικα στην Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν υπήρξε απλά το πρώτο θύμα της ευρωζώνης που μετατράπηκε σε πειραματόζωο, αλλά και το δόλωμα που πετάχτηκε βορά στο Γερμανικό θηρίο προκειμένου να δεχτεί την δημιουργία του EFSF και αργότερα του μόνιμου ΕΜΣ.

Το τι συνέβη είναι πια γνωστό. Το διετές πρόγραμμα προσαρμογής που προβλεπόταν στο πρώτο μνημόνιο και υποσχόταν ότι μετά από μια βίαιη προσαρμογή εισοδημάτων και δαπανών στην ελληνική οικονομία, αυτή θα βρισκόταν σε πορεία ανάκαμψης από τα τέλη του 2011, αποτελεί παρελθόν προ πολλού. Βρισκόμαστε αισίως στον τρίτο χρόνο υπό καθεστώς νέας κατοχής και οι κυβερνήτες του δοσιλογισμού συνεχίζουν το ίδιο παραμύθι. «Του χρόνου θα έχουμε ανάκαμψη», λένε και ξαναλένε μηχανικά εδώ και τρία χρόνια. Εν τω μεταξύ η Ελλάδα καταρρέει, η κοινωνία συνθλίβεται και ο ελληνικός λαός στερείται ελπίδας και προοπτικής.

Οι Γερμανοί ιθύνοντες έχουν από καιρό ξεκαθαρίσει το γιατί έχουν επιβάλει αυτό το καθεστώς στην Ελλάδα. «Μας κοστίζουν πολλά οι Έλληνες, αλλά μας συμφέρει», δήλωσε στην Bild (8/12/2012) ο κ. Σόιμπλε.  Μόνο από την διαφορά των επιτοκίων η Γερμανία κέρδισε τα δύο τελευταία χρόνια τόκους 45 δις €. Άλλα 15 δις € κέρδισε μέχρι τώρα η Γερμανία από τα προγράμματα «διάσωσης» της Ελλάδας και μάλιστα στο μέλλον το ποσόν αυτό αναμένεται να αυξηθεί… Σε συνέντευξη που παραχώρησε και δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη Bild πριν μερικούς μήνες, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, παραδέχεται ότι η νέα συμφωνία για περαιτέρω απομείωση του ελληνικού χρέους θα κοστίσει δισεκατομμύρια ευρώ στη Γερμανία, σε βάθος χρόνου, παραδέχτηκε ωστόσο επίσης ότι το Βερολίνο πρέπει να υποστεί αυτές τις θυσίες, προκειμένου να διασφαλιστεί η παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη. «Τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνει η Γερμανία από το κοινό νόμισμα της ευρωζώνης, είναι υπέρτερα, ξεπερνούν το όποιο κόστος από τα πακέτα βοήθειας, όποιο κι αν είναι αυτό», ήταν η πιο χαρακτηριστική αποστροφή του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στη συνέντευξή του στη Bild.  

Παραδέχτηκε επίσης ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πόσο θα είναι το συνολικό κόστος της διάσωσης της Ελλάδας για τη Γερμανία. Πρόσθεσε όμως ότι το Βερολίνο και οι υπόλοιποι εταίροι της Ελλάδας θα συνεχίσουν να εποπτεύουν και να ασκούν πιέσεις στην Αθήνα, προκειμένου να μην κάνει πίσω η κυβέρνηση από τις δεσμεύσεις τις οποίες έχει πάρει, αναφορικά με την εφαρμογή ενός εκτεταμένου προγράμματος προσαρμογής.

Ο  Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έρχεται να προστεθεί σε όσους Γερμανούς μιλούν τον τελευταίο καιρό και παραδέχονται, ότι η χώρα τους όχι μόνο δεν έχει ζημιωθεί από την ελληνική κρίση χρέους, αλλά, αντίθετα έχει καταγράψει σημαντικά κέρδη. Και αποδίδουν τα κέρδη αυτά κυρίως στο γεγονός ότι η Γερμανία δανείζει τη χώρα μας – μέσω των μηχανισμών «στήριξης» ή «διάσωσης» – με επιτόκιο μεγαλύτερο από εκείνο, που δανείζεται η ίδια, άρα λειτουργεί με τοκογλυφικούς όρους.

Ο Γερμανός επικεφαλής του EFSF Κλάους Ρέγκλινγκ, αποκάλυψε σε συνέντευξη που έδωσε στο γερμανικό περιοδικό Focus ότι με τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδας έχουν εισρεύσει στα ταμεία της χώρας τους κέρδη ύψους 15 δις ευρώ και μάλιστα στο μέλλον το ποσόν αυτό αναμένεται να αυξηθεί.

Επί λέξει ο κ. Ρέγκλινγκ παραδέχθηκε τα εξής: «Οι επιχειρήσεις διάσωσης δεν έχουν κοστίσει μέχρι στιγμής ούτε ένα ευρώ από τα χρήματα των Γερμανού φορολογούμενου. Στη Γερμανία έχει επικρατήσει η πεποίθηση ότι κάθε μεμονωμένη μεταφορά χρημάτων προς την Ελλάδα βαρύνει τον προϋπολογισμό της χώρας και χρηματοδοτείται από τα χρήματα φορολογουμένων. Η άποψη ότι τα χρήματα δόθηκαν και δεν θα επιστραφούν ποτέ είναι λάθος. Πρόκειται για δάνεια – τα οποία πρέπει να αποπληρωθούν. Απελευθερωθείτε από την εικόνα της Ελλάδας ως βαρελιού χωρίς πάτο. Δεν υπάρχουν δώρα ούτε μόνιμες μεταφορές χρημάτων. Κάθε άλλο: Η Γερμανία έχει ωφεληθεί από την κρίση, επειδή στη χώρα διοχετεύεται πολύ κεφάλαιο. Το γεγονός αυτό πιέζει τα επιτόκια δανεισμού προς τα κάτω. Σύμφωνα με ινστιτούτα ερευνών, η Γερμανία πληρώνει εξαιτίας της κρίσης 15 δισ. ευρώ λιγότερα σε τόκους. Οι ευνοϊκοί όροι δανεισμού της Γερμανίας λειτουργούν και επ' ωφελεία των πολιτών, οι οποίοι χρηματοδοτούν την αγορά ακινήτου».

Σύμφωνα με τα όσα διεμήνυσε ο Γερμανός επικεφαλής του Ταμείου, η Γερμανία, όχι μόνο δεν έχει ζημιωθεί από την κρίση χρέους της Ελλάδας, αλλά αντιθέτως, έχει καταγράψει σημαντικά κέρδη, τα οποία μάλιστα αναμένεται να πολλαπλασιαστούν σε βάθος χρόνου, όσο οι προσπάθειες για την «επίλυσή» της εντατικοποιούνται. Αυτό, σύμφωνα με τον κ. Ρέγκλινγκ, συμβαίνει γιατί η Γερμανία δανείζει στην Ελλάδα όχι απευθείας αλλά μέσω των έκτακτων μηχανισμών στήριξης, με επιτόκια, πολύ μεγαλύτερα από αυτά με τα οποία δανείζεται η ίδια. «Κατ' αυτόν τον τρόπο η Γερμανία λειτουργεί ουσιαστικά τοκογλυφικά, έχοντας βάλει στα ταμεία της μέχρι στιγμής περίπου 15 δισ. ευρώ» σημειώνει ο επικεφαλής του EFSF στο Focus. 

Η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ μιλώντας στο συνέδριο του κόμματός της τον Νοέμβριο του 2012, την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση θριαμβολόγησε για την πολιτική διακυβέρνηση της Γερμανίας από την ίδια τονίζοντας:

«Η κυβέρνηση είναι η καλύτερη ομοσπονδιακή κυβέρνηση μετά την Επανένωση. Οδηγήσαμε τη Γερμανία να βγει από την κρίση ισχυρότερη απ' ό,τι μπήκε σ' αυτή. Ενώ άλλες χώρες της Ευρώπης βρίσκονται σε ύφεση, εμείς είμαστε ο κινητήρας της ανάπτυξης στην Ευρώπη. Όλα αυτά δεν έπεσαν από τον ουρανό». 

Αποκαλυπτικό για την τεράστια απάτη σε βάρος ενός ολόκληρου λαού, του ελληνικού και την απαξίωση μιας ολόκληρης χώρας με την προσπάθεια επιβολής του συνδρόμου της ενοχής με την αγαστή συνεργασία βέβαια των εγχώριων συνεργατών τους είναι το ρεπορτάζ του γερμανικού κρατικού τηλεοπτικού καναλιού ARD το οποίο προβλήθηκε προ μηνών από την ΝΕΤ. Σύμφωνα με το γερμανικό κανάλι, μετά από έρευνα που έχουν πραγματοποιήσει δημοσιογράφοι του, αν και οι Έλληνες ακούν κάθε μέρα ότι η Γερμανία πληρώνει δισεκατομμύρια για το ελληνικό χρέος στην πραγματικότητα τα ποσά που το γερμανικό κράτος έχει καταβάλει μέχρι στιγμής είναι 15,2 δισ. ευρώ!

Ποσό πολύ μικρό συγκριτικά με αυτά που έχει κερδίσει η Γερμανία, η οποία πρακτικά προκάλεσε την ελληνική κρίση για να αποκομίσει τεράστια κέρδη! 

Μάλιστα σημειώνει ότι μεγάλο μέρος των 130 δισ. ευρώ που ότι υποτίθεται θα λάβει η Ελλάδα από τις χώρες της ΕΕ είναι απλά εγγυήσεις οι οποίες θα αποπληρωθούν μόνο στην περίπτωση που η Ελλάδα χρεοκοπήσει. Αυτό όμως που είναι εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι Γερμανοί βουλευτές μέλη της Επιτροπής Οικονομικών θεμάτων του γερμανικού κοινοβουλίου, φαίνεται να δηλώνουν άγνοια για το θέμα αυτό μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα. Οι Γερμανοί βουλευτές δεν γνωρίζουν εκτός των άλλων τα οφέλη της χώρας τους από την διαφορά των επιτοκίων με βάση τα οποία δανείζει και δανείζεται η Γερμανία. 

Με τον τρόπο αυτό το γερμανικό κανάλι διαχωρίζει την θέση του από τα «παραμύθια» όπως αναφέρει που πλασάρονται από τα ΜΜΕ της χώρας, ότι οι Γερμανοί πληρώνουν τα χρέη της Ελλάδας. Κάνοντας ένα βήμα παραπέρα το γερμανικό κανάλι αποκαλύπτει ότι η γερμανική βιομηχανία αλλά και η γερμανική οικονομία στο σύνολο της ωφελήθηκε από την ελληνική κρίση χρέους και για το λόγο αυτό είχαν κάθε συμφέρον να την αφήσουν να βαθύνει. 

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το γερμανικό κανάλι μία εταιρεία με έδρα στην Γερμανία έχει δει τις παραγγελίες της τον τελευταίο καιρό να αυξάνονται. Ο λόγος για αυτή την αύξηση των παραγγελιών είναι η υποτίμηση του ευρώ έναντι άλλων ανταγωνιστικών νομισμάτων που κάνει τις γερμανικές εξαγωγές πιο φτηνές και όπως αναφέρει στέλεχος του εργοστασίου η υποτίμηση αυτή σχετίζεται με την ελληνική κρίση χρέους. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στο γερμανικό εργοστάσιο έλαβαν αύξηση μισθών και όλοι είναι ευχαριστημένοι.

Η ελληνική όμως θυγατρική της γερμανικής εταιρείας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λόγω των μέτρων λιτότητας που επέβαλε η τρόϊκα και η ελληνική κυβέρνηση. Ως αποτέλεσμα της κρίσης 25 από τους 40 εργαζομένους της θυγατρικής ελληνικής εταιρείας έχουν απολυθεί. 

Την άποψη του στελέχους του γερμανικού εργοστασίου συμμερίζεται και ο καθηγητής Γκουστάβ Χόρν του Ινστιτούτου Μακροοικονομίας και Αναπτυξιακών Ερευνών  ο οποίος δηλώνει ότι εξαιτίας της κρίσης χρέους της Ελλάδας μειώθηκε η αξία του ευρώ και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των γερμανικών προϊόντων και την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών κατά 50 δισ. ευρώ ποσό που μεταφράζεται σε αύξηση του γερμανικού ΑΕΠ κατά 2%.   

Επιπλέον όπως αναφέρει ο οικονομικός αναλυτής Φολκερ Χελμαιερ η Γερμανία επωφελήθηκε σημαντικά από την ελληνική κρίση διότι μπορεί να δανείζει στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες με αντίστοιχα προβλήματα με υψηλά επιτόκια την στιγμή που η ίδια δανείζεται από τις αγορές σε ιστορικά όπως αναφέρει χαμηλά επίπεδα. 

Από αυτή την διαφορά των επιτοκίων το γερμανικό κράτος κέρδισε τα δύο τελευταία χρόνια τόκους ύψους 45 δισ. ευρώ ποσό που τελικά μπορεί να διαμορφωθεί στα 65 δισ. ευρώ.

Ο μόνος που βλέπει φως στο τούνελ είναι αυτός που δεν έχει αντιληφθεί ότι η ατμομηχανή της κ. Μέρκελ και της τρόικας κατευθύνεται εναντίον του και μάλιστα με αυξανόμενη ταχύτητα. Υπάρχει ένα αλάνθαστο κριτήριο για να κρίνει ο καθένας μας από την προσωπική του εμπειρία το που πάει η όλη κατάσταση. Αν βλέπει το εισόδημά του συνεχώς να συρρικνώνεται μέχρις εξαφανίσεως και τα χρέη του να αυξάνονται, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ανάκαμψη ούτε με σφαίρες. Κι αυτό συμβαίνει ήδη για την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού καθώς και για την οικονομία. Ταυτόχρονα η κρίση βαθαίνει και στην ευρωζώνη. Ακόμη και η ίδια η Γερμανία αντιμετωπίζει στασιμότητα και ύφεση σε συνθήκες τεράστιας ιδιωτικής υπερχρέωσης. Οι δήμοι της καταρρέουν ιδιωτικοποιημένοι και κάτω από το βάρος τεράστιων χρεών. Το γεγονός αυτό κάνει την άρχουσα τάξη της Γερμανίας πιο επιθετική, πιο αδίστακτη στην προσπάθειά της να κανιβαλίσει τις πιο αδύναμες χώρες και οικονομίες της ευρωζώνης.

Η ίδια η ευρωζώνη έχει μετατραπεί σε πεδίο ενός αδυσώπητου ανταγωνισμού για το ποιος θα επικρατήσει έναντι όλων των άλλων, ή καλύτερα πάνω στα ερείπια όλων των άλλων. Είναι ποτέ δυνατόν μια χώρα υπό καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας σαν την Ελλάδα να ελπίζει σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το να μεταβληθεί σε κρανίου τόπο; Η λύση είναι μόνο μία: μονομερής διαγραφή του χρέους της Ελλάδας προς την ευρωζώνη και έξοδος από αυτήν με σκοπό την ανοικοδόμηση της χώρας εκ βάθρων στη βάση των συμφερόντων της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει παρά μόνο εκείνος που οδηγεί στα κρεματόρια της ευρωζώνης.

Ήδη έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο. Τα θύματα αυτής της καθυστέρησης μετρώνται σε εκατομμύρια. Θάνατοι, άνεργοι, μετανάστες, ολοκληρωτικά κατεστραμένοι επαγγελματίες και μικρομεσαίοι. Η ίδια η οικονομία αιμορραγεί. Χάνει την αφρόκρεμα του εργατικού της δυναμικού και το επενδυτικό εξοπλισμό της τελευταίας δεκαετίας. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι για πολύ. Από κάποιο σημείο και μετά η όλη πορεία θα είναι μη αναστρέψιμη τόσο για την οικονομία, όσο και για την κοινωνία. Το σημείο αυτό δεν απέχει πια και πολύ. Γι' αυτό και η προσπάθεια των ιθυνόντων είναι να επιταχύνουν, να το φτάσουν μια ώρα νωρίτερα έτσι ώστε να επιβάλουν ήσυχα κι ωραία το κομμάτιασμα της χώρας.

Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι μας έχουν κηρύξει πόλεμο και διεξάγουν αυτόν τον πόλεμο εναντίον μας με σκοπό ο λαός και η πατρίδα μας να γίνει βορά των πιο ισχυρών της ευρωζώνης. Και σ' αυτόν τον πόλεμο όπου ο εχθρός είναι αποφασισμένος να σε εξοντώσει, δεν αντιτάσσεις πρακτικές νόθου κοινοβουλευτισμού και νομιμοφροσύνης απέναντι σ' ένα καθεστώς νέας κατοχής. Καταφύγιό σου είναι μόνο ένα, το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος: «H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.»

Μέσα σ' αυτά τα τρία χρόνια η μόνη ουσιαστικά θετική εξέλιξη ήταν η ίδρυση του ΕΠΑΜ το καλοκαίρι του 2011 στον απόηχο του αυθόρμητου μαζικού λαϊκού ξεσπάσματος. Το ΕΠΑΜ είναι ένα Μέτωπο που παλεύει για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση του ελληνικού λαού. Εμείς παλεύουμε για εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία της χώρας μας. Αγωνιζόμαστε για την εθνική αυτοδιάθεση του λαού μας ενάντια στην υπερεθνική απολυταρχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποτελεί την μετουσίωση των ναζιστικών σχεδίων ενοποίησης της Ευρώπης κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί που απέτυχαν τότε οι ναζί με τις μεραρχίες των Ες-Ες, έρχονται σήμερα να πετύχουν οι τραπεζίτες με την Πέμπτη Φάλαγγα ενός δοτού «διεθνισμού» που δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών και των λαών. Παλεύουμε για να γίνει ο λαός μας αφεντικό στον τόπο του και όχι εξαθλιωμένος μετανάστης στην ευρωζώνη. Αγωνιζόμαστε να ενωθεί ο λαός μας πάνω στη βάση του πατριωτικού και δημοκρατικού του καθήκοντος, υπερβαίνοντας τεχνητούς διαχωρισμούς δεξιάς-αριστεράς που γεννούν εμφυλίους.

Για εμάς δεν υπάρχει αριστερός ή δεξιός, μόνο πατριώτης, δημοκράτης ή δωσίλογος και προδότης. Για εμάς είναι εξίσου εχθρός ο πορωμένος δεξιός που ζει με τους διαχωρισμούς του παλιού εμφυλίου, όσο και ο πορωμένος αριστερός. Δεν τους καίγεται καρφί για τον λαό μας. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι ο «χώρος» τους. Αυτό που θέλουν είναι να επιβάλουν την δικτατορία της δικής τους δεξιάς, ή της δικής τους αριστεράς, στην οποία ο λαός οφείλει να υποταχθεί. Εμείς στο ΕΠΑΜ παλεύουμε να κατακτήσει ο τόπος την δημοκρατία όπου ο ίδιος ο λαός κι όχι κάποιος δεξιός δικτάτορας ή κάποιος πατερούλης της αριστεράς, να κατέχει την εξουσία και να την ασκεί όπως αυτός θέλει. Γι' αυτό άλλωστε παλεύουμε για Συντακτική Εθνοσυνέλευση και ένα νέο αληθινά δημοκρατικό Σύνταγμα έτσι ώστε ο λαός μας να γίνει αφεντικό στην χώρα του και όχι οποιοσδήποτε άλλος επίδοξος επιβήτορας από την δεξιά ή την αριστερά. Γι' αυτό και δεν μας αρκεί όταν κάποιος αρχίζει να ψελλίζει, όπως κάνει τώρα τελευταία ο κ. Αλαβάνος, την διαγραφή του χρέους και το εθνικό νόμισμα. Χωρίς την δημοκρατία, χωρίς Συντακτική Εθνοσυνέλευση για να κάνει ο λαός μας μια καθαρή αρχή, τα αιτήματα αυτά δεν είναι παρά πολιτικά συνθήματα για τυχοδιώκτες καριέρας, ή προφάσεις για μελλοντικούς δικτάτορες.

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο Χωνί, 28/4/2013. Το είδα: 30-4-2013, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_30.html

Ολοκλ. αξιολόγηση εκπ/κού – ολοσχερής διάλυση δημ. σχολείου

Η ολοκληρωτική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και η ολοσχερής διάλυση του δημόσιου σχολείου

 

Του Γιώργου Μαυρογιώργου*

 

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού στην ελληνική εκπαίδευση καταγράφει μέχρι σήμερα, κατά βάση, τρία «επεισόδια». Το πρώτο «επεισόδιο» διαρκεί περίπου εκατόν πενήντα χρόνια (1834-1982): από την καθιέρωση του επιθεωρητή ως αξιολογητή και πειθαρχικού διοικητικού προϊσταμένου των εκπαιδευτικών μέχρι την κατάργησή του. Τα προσδιοριστικά στοιχεία του θεσμού αποδίδονται στη σχετική βιβλιογραφία με τον όρο «επιθεωρητισμός».

Με τον όρο αυτό γίνεται αναφορά σε  ένα σύνολο κριτηρίων  αξιολόγησης, αρχών οργάνωσης και εφαρμογής της αξιολόγησης  που είχε σαφείς γραφειοκρατικούς, ιεραρχικούς, εποπτικούς, ελεγκτικούς, συμμορφωτικούς, αυταρχικούς, προληπτικούς και κατασταλτικούς προσανατολισμούς και προεκτάσεις στο έργο των εκπαιδευτικών. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο  είχε καταδικαστεί ως θεσμός στη συνείδηση των εκπαιδευτικών με αποτέλεσμα να διατυπωθεί  και έντονα το συνδικαλιστικό αίτημα για την κατάργησή του. Βέβαια, στο πλαίσιο αυτού του μακράς διάρκειας «επεισοδίου» σημειώθηκαν πολλές επιμέρους τομές και αλλαγές, τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στην εκπαίδευση και στο θεσμό, ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που διαμορφώνονταν κάθε φορά. 

Το δεύτερο επεισόδιο κρατάει τριάντα  χρόνια (1982-2012). Μετά  την καθιέρωση του σχολικού συμβούλου, έχουμε μια διελκυστίνδα διαβουλεύσεων, αναβολών και διαπραγματεύσεων, νόμων και αναστολών. Τριάντα χρόνια  ακατάσχετης προτασεολογίας  έχουν κάνει μεγάλη ζημιά με την ιδεολογική ρύπανση που έχουν προκαλέσει στην κοινή γνώμη. Σχεδόν όλοι Υπουργοί Παιδείας εξήγγειλαν το δικό τους «διάλογο» για την παιδεία και κατέθεσαν τις προτάσεις τους για το θέμα της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού που έμενε σε εκκρεμότητα. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του υλικού και των απόψεων που έχουν κατατεθεί κατά καιρούς. Μόνο η απλή παράθεσή του αρκεί για να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με έναν επιμελημένο «σκουπιδότοπο» προτάσεων, ανεφάρμοστων νόμων και διαταγμάτων. Αυτό μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής δεν είναι θέμα  ψήφισης νόμων. Οι νόμοι είναι ανενεργοί όταν η κοινωνική δυναμική  εισβάλλει  στο θεσμικό.

Οι  όποιες απόπειρες για καθιέρωση  διαδικασιών και κριτηρίων αξιολόγησης  στην ελληνική εκπαίδευση προσέκρουσαν στις έντονες κινητοποιήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εκπαιδευτικών. Δε φαίνεται να  θεμελιώνεται εύκολα η εκδοχή ότι η σχετική εκκρεμότητα οφείλεται σε υπόγειες διεργασίες ενός ιδιότυπου κομματικού ή κυβερνητικού  συνδικαλισμού ή «κοινωνικού κορπορατισμού» που επέτρεπε την αναβολή. Η απόρριψη από τη μεριά των εκπαιδευτικών των διάφορων σχεδίων, επιστημονικά και πολιτικά,  θεμελιωνόταν για το λόγο ότι αρνούνταν να υπονομεύουν το ίδιο τους το έργο και προστάτευαν τα όρια της σχετικής αυτονομίας κατά την άσκηση του έργου τους. 

Ούτε, βέβαια, ευσταθεί η άποψη ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι εκπαιδευτικοί ήταν «εκτός ελέγχου». Υφίσταντο τις σιωπηρές και, συχνά, αποτελεσματικές μορφές ελέγχου στις αντιλήψεις τους και στην άσκηση του έργου τους με: τα αναλυτικά προγράμματα, τα «έτοιμα» σχολικά μαθήματα (το βιβλίο του δασκάλου με την κρατική διδακτική) και τα σχολικά βιβλία, την εισαγωγική επιμόρφωση, τα επιμορφωτικά σεμινάρια, τα λεγόμενα «καινοτομικά» προγράμματα, τις αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές αλλαγές, τους  αιφνιδιασμούς, τους σχολικούς συμβούλους, τις εκθέσεις ΟΟΣΑ, τα αποτελέσματα του PISA, τα αποτελέσματα των εξετάσεων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τη δυσφήμιση, το δημόσιο διασυρμό, κ.α. Όλα αυτά ασκούν συγκεκριμένη μορφή ελέγχου στο έργο των εκπαιδευτικών.

 

Το Τρίτο επεισόδιο:  Η «Τριλογία» μιας  ολοκληρωτικής αξιολόγησης για το «Σχολείο της Αγοράς»

 

Σήμερα, τη «φωτιά», για μια ακόμη φορά, τη βάζουν τα τρία κείμενα που συγκροτούν την πολιτική για την αξιολόγηση στην εκπαίδευση, έτσι, όπως αυτή εκφράζεται με τα νέα μέτρα για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και τη λεγόμενη «Ανεξάρτητη Αρχή διασφάλισης της Ποιότητας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης». Μια ενδιαφέρουσα άσκηση συμμετοχής στην ανάλυση που διαβάζετε  θα ήταν να μελετήσετε οι ίδιοι οι αναγνώστες τα τρία αυτά κείμενα που έχουν δημοσιευτεί. 

 

«Οίκοι Αξιολόγησης» και στην εκπαίδευση

 

 Με βάση τη μελέτη των σχετικών κειμένων που έχουν δημοσιευτεί,  θα λέγαμε ότι  η πολιτική αξιολόγησης που επιχειρείται εγκαθιστά  μια διαδικασία πολυεπίπεδης ιεραρχικής πανοπτικής και γραφειοκρατικής επιτήρησης με προϋποθέσεις για αποτελεσματικότερη άσκηση  αυταρχικού και ολοκληρωτικού ελέγχου σε όλο το εύρος  της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Δίνεται προτεραιότητα στο μάνατζμεντ  σε βάρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις,  η αξιολόγηση, έτσι όπως έχει σχεδιαστεί, έρχεται να επιτελέσει μια  ολοκληρωτική επιτήρηση σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, με τρόπο που να «κανονικοποιεί» την εκτροπή ή τη διαφορά και να  εξαναγκάζει σε συμμόρφωση. Η αξιολόγηση είναι περιστασιακή, περιπτωσιακή και μηχανιστική. Καταργεί την «ιστορία» της τάξης και της σχολικής μονάδας και υποβιβάζει το εκπαιδευτικό έργο και την παιδαγωγική-διδακτική ικανότητα σε μετρήσιμο τεχνικό μέγεθος.  Η εξατομίκευση της αξιολόγησης και της ευθύνης προωθεί την ιδεολογία του «ατομικισμού» και την ίδια στιγμή καταργεί την «αξιοπρέπεια της ατομικότητας». Η έκθεση αξιολόγησης καταγράφει αξιολογικές κρίσεις και μετατρέπει τον εκπαιδευτικό σε «ντοκουμέντο» για κάθε μελλοντική χρήση. Μια τέτοια έκθεση παράγει την «αλήθεια» για το «ποιος είναι ικανός εκπαιδευτικός», από την πλευρά του συστήματος. Η λεγόμενη «αυτοαξιολόγηση» του εκπαιδευτικού ακυρώνεται, καθώς υπακούει και συμμορφώνεται στους σκοπούς, τις διαδικασίες και τις μεθοδολογικές προδιαγραφές της αξιολόγησης των αξιολογητών  και της «Ανεξάρτητης Αρχής». Η δυνατότητα ένστασης εμπλέκει τον εκπαιδευτικό σε μια παραπέρα εντατικοποίηση των όρων εργασίας του. Η σύνδεση της αξιολόγησης με την βαθμολογική εξέλιξη και τις ποσοστώσεις των προαγωγών επιτείνει τον ανταγωνισμό. Η υπόληψη που έχει η αξιολόγηση προσφέρεται για τη νομιμοποίηση απολύσεων κι αυτό ασκεί τρομοκρατία. Η συνάρτηση της αξιολόγησης με το «Πειθαρχικό Δίκαιο» καταργεί τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών και θεσμοθετεί  τις πολιτικές  φόβου  στην άσκηση  για πειθαρχία. Ο έντονος ανταγωνισμός εκπαιδευτικών  υπονομεύει τις διαδικασίες συλλογικότητας που υποτίθεται ότι επιδιώκονται με την «εσωτερική αξιολόγηση» των σχολικών μονάδων. Ο Σύλλογος Διδασκόντων χάνει, έτσι, την όποια συλλογική έκφραση και δυναμική για «ενίσχυση των σχέσεων και των συνεργασιών». Με την ευθύνη που αναλαμβάνει για τη διεκπεραίωση της «εσωτερικής αξιολόγησης» της σχολικής μονάδας, ο Σύλλογος μετατρέπεται σε προέκταση της κρατικής εξουσίας σε επίπεδο σχολικής μονάδας, μια και προδιαγράφεται επακριβώς κάθε τι που έχει σχέση με  τους σκοπούς, τις διαδικασίες, τα κριτήρια και τα αποτελέσματα. Ουσιαστικά, και η «εσωτερική αξιολόγηση» ακυρώνεται, μια και συμμορφώνεται με τα κριτήρια και τις διαδικασίες της εξωτερικής αξιολόγησης. Την ίδια στιγμή που καταργούνται ή συγχωνεύονται οργανισμοί, καθιερώνεται νέος πολυδάπανος μηχανισμός («Ανεξάρτητη Αρχή, Παρατηρητήριο Αξιολόγησης,  Δίκτυο Πληροφόρησης, Επιτροπές Αξιολόγησης, κ. α.) με αποκλειστική ευθύνη την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και των σχολικών μονάδων. Έχουμε, πλέον, τα προπλάσματα «οίκων αξιολόγησης» και στην εκπαίδευση. Οι ίδιοι οι αξιολογητές/επιτηρητές επιτηρούνται μέσα σε ένα πλαίσιο ιεραρχικής πυραμίδας. Ακόμη και η λεγόμενη «Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της  Ποιότητας» υπόκειται στον έλεγχο διεθνών οργανισμών και «οίκων αξιολόγησης» (βλ. ΟΟΣΑ). Το κόστος  είναι τεράστιο: ανθρώπινο δυναμικό, χρόνος και ενέργεια αφιερώνεται σε μια διαδικασία που καταργεί ή αναστέλλει την εκπαιδευτική διαδικασία.. Η αξιολόγηση δεν προσφέρεται για «επιστημονική και επαγγελματική εξέλιξη» του εκπαιδευτικού, καθώς κυριαρχεί έντονος αυταρχικός διοικητισμός εις βάρος της παιδαγωγικής κριτικής και του στοχασμού. Ορισμένα  από αυτά τα προσδιοριστικά στοιχεία υπήρχαν και στα προηγούμενα σχέδια που είχαν, κατά καιρούς εκπονηθεί ( Κάτσικας, Χ., Καββαδίας, Γ., 2002). Η νέα, ωστόσο, σύλληψη και σχεδιασμός περιλαμβάνει και νέες ρυθμίσεις που διαμορφώνουν τα  χαρακτηριστικά μιας ολοκληρωτικής εκδοχής για την αξιολόγηση στην εκπαίδευση.

Κάνουμε την υπόθεση εργασίας («στοίχημα» με όρους της αγοράς) ότι η πολιτική αξιολόγησης που προωθείται, μετά από 30 χρόνια ενός ιδιότυπου ανταρτοπόλεμου και ιδεολογικής ρύπανσης, συνιστά μια πολιτική  «ολοκληρωτικής αξιολόγησης» και ως τέτοια θα αναδειχθεί σε πεδίο έντονης και διαρκούς  διαπάλης στην εκπαίδευση για την εκπαίδευση και για την κοινωνία. Σε αυτό, δε μπορεί παρά να αξιοποιηθεί η εμπειρία της «αντίστασης» τριάντα ετών που έχει να επιδείξει ο κλάδος των εκπαιδευτικών. Πρόκειται, άλλωστε,  για τη  συντηρητικότερη εκδοχή αξιολόγησης που έχει προταθεί μέχρι σήμερα. 

Η ολοκληρωτική αξιολόγηση που σχεδιάζεται και προωθείται είναι το «Εργαστήριο» διάλυσης της δημόσιας εκπαίδευσης και το όχημα για την εγκαθίδρυση και την καθιέρωση του «Σχολείου της Αγοράς», του σχολείου που κατ ευφημισμόν αποκαλείται «Νέο». Για να είναι αποτελεσματική η συγκρότηση του σχολείου της αγοράς απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόλυση μεγάλου αριθμού εκπαιδευτικών, η πειθάρχηση όσων εκπαιδευτικών εργάζονται, κάτω από νέες συνθήκες και εργασιακές σχέσεις, και η δραματική ανασυγκρότηση της επαγγελματικής τους ταυτότητας. 

Οι  κοινωνικές λειτουργίες του σχολείου της αγοράς θα επιτελούνται και με τη μεσολάβηση  εκπαιδευτικών και  στελεχών εκπαίδευσης, οποίοι επιδιώκεται ώστε  υιοθετούν κατά την άσκηση του έργου τους νεοφιλελεύθερα προτάγματα κάποιας μορφής. Εκπαιδευτικοί και στελέχη της εκπαίδευσης στις χώρες της ΕΕ έχουν εκτεθεί για πολλά χρόνια  στις νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές πολιτικές στις οποίες  κυριάρχησαν οι επιλογές των σχολικών αγορών, της αποκέντρωσης, της ελεύθερης επιλογής, της αποτελεσματικότητας, της ποιότητας, και της αξιολόγησης. Στο επίκεντρο της νεοφιλελεύθερης ανασυγκρότησης  βρίσκεται η προσπάθεια επιβολής στο εκπαιδευτικό πεδίο των αρχών του ιδιωτικοοικονομικού μάνατζμεντ, με σκοπό την εφαρμογή πολιτικών μείωσης του κόστους της εκπαίδευσης και ενίσχυσης της ικανότητας του αστικού κράτους να ελέγχει το αποτέλεσμά της.  Η θέση των στελεχών διοίκησης, εποπτείας και συμβουλευτικής γίνεται όλο και πιο σημαντική, καθώς, όλο και πιο πολύ αναλαμβάνουν ως τοποτηρητές εντολοδόχοι για την επιτήρηση για αποτελεσματική επιτέλεση των κοινωνικών αυτών λειτουργιών. Είναι, με άλλα λόγια, τα άγρυπνα μάτια που ασκούν μια μορφή ορατού ή αόρατου πανοπτικού ελέγχου στην εκπαίδευση. Για αυτό έχει δοθεί  προτεραιότητα στο μάνατζμεντ (αύξηση διοικητικών θέσεων, κίνητρα, ενίσχυση αρμοδιοτήτων) σε βάρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Παρατηρείται έξαρση διοικητισμού σε βάρος της παιδαγωγικής και της διδασκαλίας. Πώς αλλιώς, να εξηγήσουμε τη γοητεία που ασκούν τα ιδεολογήματα και τα νεφελώματα περί «εκπαιδευτικής ηγεσίας»;

Η ολοκληρωτική αξιολόγηση είναι το μέσο για την επίτευξη αυτών των στόχων. Πρόκειται για την προώθηση μιας ανελεύθερης εκπαιδευτικής διαδικασίας όπου η διοικητική ιεραρχία θα ελέγχει και θα επιβάλλει, από τα πάνω προς τα κάτω, τις κοινωνικές σχέσεις και τις δραστηριότητες εκπαιδευτικών, διευθυντών και προϊσταμένων, με ρυθμίσεις που ευνοούν την καταστολή της ελεύθερης κρίσης και την περιστολή/περιφρόνηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα σύστημα αξιολόγησης/Εργαστήριο πολυεπίπεδου  ιεραρχικού πανοπτισμού που θα ευνοεί τη φίμωση, τη λογοκρισία, τον εκμαυλισμό, την κηδεμόνευση,  τη συμμόρφωση, τον εξανδραποδισμό. Κυρίαρχα όπλα στην υπόθεση αυτή θα είναι ο συγκεντρωτικός έλεγχος διαδικασιών και αποτελεσμάτων, ο αυταρχισμός, η αυθαιρεσία, η ανομία, ο ανταγωνισμός και η εξατομίκευση, οι πελατειακές σχέσεις και η διαπλοκή, ο προσεταιρισμός και η συναίνεση, το δέλεαρ, ο φόβος, η δυσφήμηση, ο ευφημισμός.  Όλα αυτά θα είναι διαβρωτικά των συλλογικών υποκειμένων και των συλλογικών δράσεων.

 

Κρίση, εκπαίδευση  και το « Νέο Σχολείο της αγοράς» 

 

Μες τη δίνη  των  ευρύτερων πολιτικών που εκπορεύονται από την υπογραφή των διαδοχικών μνημονίων και που  εφαρμόζονται τα τελευταία τρία χρόνια, στην Ελλάδα,  διαμορφώνονται τα προσδιοριστικά στοιχεία  μιας  αντίστοιχης εκπαιδευτικής πολιτικής που απορρέει από τις σχετικές δεσμεύσεις. Η γλώσσα της κρίσης επιστρατεύεται, για μια ακόμη φορά, με τη συνδρομή της νεοφιλελεύθερης ρητορικής που τη συνοδεύει, για να αναβαθμιστεί ο ρόλος της εκπαίδευσης στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης. 

Το εγχείρημα για προώθηση των πολιτικών της λεγόμενης ελεύθερης καπιταλιστικής αγοράς και στην εκπαίδευση βρίσκεται σε έξαρση. Η συγκεκριμένη πολιτική  αξιολόγησης συνιστά μια ολοκληρωτική επίθεση  ενάντια στο δημόσιο σχολείο και στο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα  της εκπαίδευσης που, σε συνδυασμό με την αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας, προωθεί τη μετατροπή της σε προϊόν, εμπόρευμα και υπηρεσία στη λεγόμενη ελεύθερη αγορά. Η Βουλή των Ελλήνων, δηλαδή,  με νόμους εισάγει τους νόμους της αγοράς στην εκπαίδευση.

Στο σχολείο της αγοράς, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές θα δελεάζονται, θα παρακινούνται ή θα αναγκάζονται να προωθούν ένα ελκυστικό και επιθυμητό εμπόρευμα και με όλα τους τα μέσα να ενισχύουν την αγοραστική τους αξία. Τώρα το εμπόρευμα που θα ανταγωνίζονται να βγάζουν στην αγορά και να πωλούν  θα είναι το σχολείο και ο εαυτός τους. Θα είναι οι ίδιοι διακινητές εμπορευμάτων και τα εμπορεύματα. Οι ίδιοι καταναλωτές και εμπορεύματα στον κοινωνικό χώρο που λέγεται αγορά εκπαίδευσης. Η δραστηριότητά τους  θα είναι το μάρκετινγκ. Η ολοκληρωτική μορφή αξιολόγησης που επιχειρείται είναι σχεδιασμένη ώστε να υποβάλει τους εκπαιδευτικούς σε διαδικασίες επαγγελματικής επανακοινωνικοποίησης, με στόχο τη  δραστική αλλαγή των απόψεών τους, των αντιλήψεών τους και των πρακτικών τους, με σαφείς νεοφιλελεύθερους προσανατολισμούς  για το «Νέο Σχολείο»  της αγοράς. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα που τίθεται δεν είναι η απόρριψη του σχεδίου ολοκληρωτικής αξιολόγησης που επιχειρείται   αλλά ο αγώνας που θα χρειαστεί να γίνει ενάντια στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού που είναι το  όχημα για τη διάλυση του δημόσιου σχολείου. 

Ζούμε σε μια εποχή όπου, σύμφωνα με ορισμένους θεωρητικούς αναλυτές, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα είδος ολοκληρωτικής υπαγωγής όλο και περισσότερων δραστηριοτήτων, δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και κοινωνικών υπηρεσιών,  στη λογική της ιδιωτικοποίησης και της κερδοφορίας. Είναι αυτό που αναφέρεται ως «ολοκληρωτικός» καπιταλισμός, όπου  το καθετί, από τις τηλεπικοινωνίες, τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, τις συγκοινωνίες και  τις υποδομές (αεροδρόμια, λιμάνια, δρόμοι), την ενέργεια, την υγεία, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλεια και τις συντάξεις, την ύδρευση και τα τρόφιμα, έως τη διασκέδαση και τα απορρίμματα μετατρέπονται σε ανταγωνιστικά  πεδία  εμπορευματοποίησης  και οι πολίτες σε πελάτες/καταναλωτές, με προτεραιότητα την ιδιωτική επένδυση και όχι το δημόσιο συμφέρον. Βέβαια, είναι πολύ κεντρικό το ερώτημα : γιατί οι δημόσιοι οργανισμοί στον καπιταλισμό έχασαν το δημόσιο και δωρεάν  χαρακτήρα  των υπηρεσιών τους και τις ποιοτικές τους προϋποθέσεις.

Για να είναι δυνατή η υπόθεση της ιδωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης,  η συνολική  και ενιαία κοινωνική διαδικασία πρέπει να κατακερματιστεί σε επιμέρους πεδία που προσφέρονται για κοστολόγηση και πώληση. Έτσι π.χ. η συνολική και ενιαία και οργανική ενότητα  της εκπαίδευσης κατακερματίζεται σε βαθμίδες, σε επιμέρους διακριτά πεδία, προϊόντα και υπηρεσίες, όπως π.χ. σχολικά κτίρια, σχολικός χρόνος, σχολικά μαθήματα, σχολικά βιβλία ή σχολικά βοηθήματα ή εποπτικά μέσα ή Τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας, εκπαιδευτικές δραστηριότητες (όπως, φροντιστήρια γλώσσες, μουσική, χορός, κ.α. ). Ο κατακερματισμός αυτός προσφέρεται για τη σταδιακή εκχώρηση επιμέρους πεδίων στην αγορά.

Για να διευκολυνθεί η διείσδυση των πρακτικών και των αρχών της αγοράς στο δημόσιο σχολείο πρέπει να δημιουργηθούν πελάτες/αγοραστές ή να διευρυνθούν οι ήδη υπάρχοντες. Σε αυτή την περίπτωση τίθεται το ζήτημα της προβολής της σκοπιμότητας και της αναγκαιότητας της προμήθειας και αγοράς εκπαιδευτικών «προϊόντων» από το «ελεύθερο» εμπόριο. Πώς, άραγε, έχει προκύψει ως  αναγκαιότητα-αναγκαίο κακό- η λειτουργία των φροντιστηρίων ή  χρήση των σχολικών βοηθημάτων; Είναι προφανές ότι η  περικοπή των δαπανών για τη δημόσια  εκπαίδευση και ο διασυρμός του δημόσιου σχολείου και των εκπαιδευτικών συνιστούν μια ενορχηστρωμένη επίθεση. Η περίπτωση των φροντιστηρίων είναι ενδεικτική. Η μεγάλη ανάπτυξη των φροντιστηρίων και των «ιδιαίτερων» αποδίδεται, συνήθως, στις ανεπάρκειες του δημόσιου λυκείου  και των εκπαιδευτικών για την προετοιμασία των υποψηφίων μπρος στις εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το κόστος της ιδιωτικής δαπάνης είναι πολύ υψηλό. Εκείνο, ωστόσο, που αποσιωπάται είναι ότι την ανάπτυξη των φροντιστηρίων δεν την προκαλεί το αναποτελεσματικό δημόσιο λύκειο και οι εκπαιδευτικοί του όσο ο σκληρός ανταγωνισμός, λόγω του «κλειστού» αριθμού εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο ανταγωνισμός συνιστά θεμελιακή αρχή της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς. Μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό δημιουργούνται οι πελάτες που είναι πρόθυμοι να αγοράσουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες φροντιστηρίου, μέσα από μια ενορχηστρωμένη δυσφήμιση που είναι τόσο αποτελεσματική ώστε να είναι δυσδιάκριτο το γεγονός ότι τα φροντιστήρια εκγύμνασης για την επιτυχία  στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οικειοποιούνται το έργο που έχει συντελεστεί στο εννιάχρονο υποχρεωτικό σχολείο. Μάλιστα,  ακυρώνουν τη λειτουργία του  δημόσιου λυκείου, το οποίο δεν προσφέρεται για την επιτάχυνση της εκγύμνασης και του άκρατου ανταγωνισμού, λόγω της κοινωνικής σύνθεσης του μαθητικού πληθυσμού.

Η καπιταλιστική κρίση που εκδηλώνεται και ως «κρίση υπερσυσσώρευσης», εργασίας και κεφαλαίου, ανοίγει το χορό των αντιφάσεων. Σύμφωνα με έγκυρες  σχετικές αναλύσεις θεωρητικών, από τη μια έχουμε πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας που συνιστά και απαξίωση/υποβάθμιση της εργασίας (Αλεξίου, Θ., 2011). Στην περίπτωση της ανεργίας πτυχιούχων έχουμε και  υποβάθμιση της εκπαίδευσης  και των τίτλων σπουδών. Από την άλλη, γίνεται λόγος για πλεόνασμα  «ανενεργού»  κεφαλαίου, λόγω της ανεργίας, των μισθολογικών περικοπών και της μείωσης της καταναλωτικής ικανότητας των εργαζομένων. Η εκπαίδευση δέχεται τους ισχυρούς κραδασμούς αυτής της κρίσης. Ήδη, με τη στρατηγική της Λισσαβόνας,  η εκπαίδευση μπαίνει στο χορό της παραγωγικής επένδυσης και της ανταγωνιστικότητας, καθώς, πέρα από τον αναπαραγωγικό της ρόλο, της ανατίθεται η προετοιμασία  εργαζομένων με δεξιότητες και ικανότητες τις οποίες έχει ανάγκη η αγορά εργασίας.

Οι πολιτικές «Μνημονίων», που εκφράζουν κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης, που εκδηλώθηκε, στην Ελλάδα, κυρίως, ως κρίση χρέους, συγκροτούν ένα project («πείραμα») πειθάρχησης  του κόσμου της εργασίας: διάλυση των εργασιακών σχέσεων, ευελιξία ωραρίου εργασίας και χωροταξική αποδέσμευση της εργασίας, συμβόλαια περιορισμένης διάρκειας ( αναπληρωτές εκπαιδευτικοί : «νομάδες»), κινητικότητα, αποσταθεροποίηση δεσμεύσεων και δικαιωμάτων, αμφισβήτηση των αρχών μονιμότητας, επαγγελματικής καριέρας και αφοσίωσης,   κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, απολύσεις, εξατομίκευση της εργασίας, νέες κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους ή και ανάμεσα σε εργαζόμενους-ανέργους, κ.α.( Ναξάκης, Χ., Χλέτσος, Μ. 2005) Σε συνδυασμό με αυτά, έχουμε δραματική μείωση αποδοχών και συντάξεων, σύνδεση της αξιολόγησης με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, κ.α. Τα μέτρα αυτά  συντελούν ώστε να αυξάνεται η απλήρωτη εργασία των εργαζομένων. Πολύ συχνά,  διατυπώνεται η άποψη ότι πολλά από αυτά τα μέτρα  δε χρειαζόταν να περιμένουμε  τα μνημόνια. Είναι σαφές ότι η κρίση χρέους στην Ελλάδα αξιοποιείται ως ευκαιρία επιτάχυνσης αυτών των εξελίξεων. Τα μνημόνια προβάλλονται και ως μια καλή αφορμή και  ως πρώτης τάξεως ευκαιρία για την  ανασυγκρότηση και το  «νοικοκύρεμα» που έχει  απελπιστικά καθυστερήσει. Πρόκειται για δραστικό επαναπροσδιορισμό στις σχέσεις εργασίας, δημοκρατίας και κοινωνικού κράτους. Η ρήξη της ιδιότυπης σχέσης «εκεχειρίας» και συμβιβασμού  καπιταλισμού και  δημοκρατίας  δείχνει, χρόνια τώρα, τις δραματικές της επιπτώσεις.

Το κοινωνικό κράτος, έτσι όπως το γνωρίζαμε, είχε καθιερωθεί δεκαετίες  τώρα, με τους αγώνες των εργαζομένων, και υποσχόταν σταθερή απασχόληση, χαμηλή ανεργία αλλά και υποστήριξη σε περιπτώσεις  κοινωνικών κινδύνων  και άλλων αναγκών (ανεργία, περίθαλψη, αναπηρία, σύνταξη, οικογένεια, στέγη, κ.α.). Σήμερα, Η υπόληψη του κοινωνικού κράτους και των εγγυήσεων που υποσχόταν στην υπόθεση των κοινωνικών δικαιωμάτων, στις χώρες της Ευρώπης, έχει υπονομευθεί. Ίσως, εδώ, να έχουμε μια άλλη ένδειξη για την τύχη που έχουν θεσμοί κοινωνικού χαρακτήρα, όταν αυτοί ενσωματώνονται  και εντάσσονται στο πλαίσιο των κυρίαρχων καπιταλιστικών επιλογών. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι αυτού του είδους οι θεσμοί αλλοιώνονται, καταστρατηγούνται και αποδυναμώνονται. Έτσι, ανοίγει ο χορός της δυσφήμισής και της  κριτικής που προετοιμάζει και την κατάργησή τους. Στην περίπτωση του κοινωνικού κράτους, αυτό  προβλήθηκε ως αναχρονιστικό, σπάταλο, αναποτελεσματικό και υπόλογο για την κρίση χρέους, και γι αυτό  επιβάλλεται η αποδόμησή και η συρρίκνωσή των  θεσμών που έχουν αναπτυχθεί (Καλημερίδης, Γ.,2012 ). Η παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα δεν συναρτώνται, πλέον, με την εργασιακή ασφάλεια και την κοινωνική προστασία αλλά, αντίθετα, εξαρτώνται από την ανασφάλεια, την εντατικοποίηση, την ευελιξία, την εκμετάλλευση της εργασίας  στο μέγιστο δυνατό βαθμό.  Έτσι, αντικειμενικά, ανοίγει το πεδίο για την ανάπτυξη και την επέκταση του τομέα των ιδιωτικών υπηρεσιών και την εμπορευματοποίηση, με την άρση των περιορισμών στο ελεύθερο παιγνίδι του ανταγωνισμού  της  λεγόμενης ελεύθερης αγοράς. Το κράτος δεν αναλαμβάνει καμιά ευθύνη στην υπόθεση των αβεβαιοτήτων  της αγοράς, όπου τα άτομα  αντιμετωπίζουν με εξατομικευμένες βιογραφικές επιλογές,  ως  ιδιωτική τους  υπόθεση, τα κοινωνικά εμπόδια και τους κοινωνικούς κινδύνους. Αυτή η αντιπαράθεση κοινωνικού κράτους  και αγοράς,   με την υποχώρηση και την ήττα του πρώτου, όπως αναμένεται, θα συντελέσει στην όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και των συγκρούσεων.   

Στην εκπαίδευση καταγράφονται, ήδη, πολλές δραματικές αλλαγές:  μείωση των  δαπανών κατά 33%,  εκπαιδευτικοί και μαθητές σε συνθήκες εξαθλίωσης, πειθαρχικό «δίκαιο»  που καταργεί θεμελιώδη δικαιώματα των εκπαιδευτικών, μείωση του αριθμού των εργαζομένων εκπαιδευτικών, αύξηση του χρόνου εργασίας, συγχωνεύσεις ή καταργήσεις σχολείων, διοικητικός αυταρχισμός, απολύσεις, κατηγοριοποιήσεις εκπαιδευτικών, κ.α. Πέραν αυτών, καταργούνται οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων, ο Οργανισμός  Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων ή συγχωνεύσεις οργανισμών ή καθιέρωση νέων οργανισμών που διέπονται από τις αρχές ΝΠΙΔ 

Οι εξελίξεις αυτές φέρουν στο προσκήνιο με ιδιαίτερη οξύτητα τον ασφυκτικό  εναγκαλισμό των κοινωνικών ανισοτήτων με τις εκπαιδευτικές διαδικασίες. Οι εκπαιδευτικές  ανισότητες, η σχολική διαρροή και η σχολική υποεπίδοση παιδιών, που προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα,  επιδεινώνονται δραματικά σε συνθήκες φτώχειας, ανεργίας και κοινωνικής εξαθλίωσης. Έτσι, στην εκπαίδευση εγγράφονται τρεις πολύ σοβαρές και αντιφατικές αλλαγές: σχολική διαρροή και εγκατάλειψη, ανεργία πτυχιούχων αλλά και υπερ-εκπαίδευση και διαβίου αναζήτηση περισσότερων και υψηλότερων εκπαιδευτικών προσόντων. Οι εξελίξεις αυτές  αντικειμενικά συνδέονται με τη συντελούμενη απαξίωση της εκπαίδευσης ( Φωτόπουλος, Ν. 2010). Αυτά, βέβαια, επηρεάζουν σε διαφορετικό βαθμό διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες, μαθητών, φοιτητών, εργαζομένων ή ανέργων.

 

Τι μπορούμε να κάνουμε

 

Όπως έχουμε υποστηρίξει και άλλες φορές, στις σχετικές αναλύσεις μας υιοθετούμε, όπως άλλωστε δηλώνεται ή υποδηλώνεται κάθε φορά, τη θεωρητική αφετηρία σύμφωνα με την οποία η εκπαίδευση, στο πλαίσιο της σχετικής αυτονομίας, συμβάλλει, κάτω από συγκεκριμένους κάθε φορά όρους και συνθήκες που είναι ιστορικά διαμορφωμένοι, στη διευρυμένη αναπαραγωγή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων σε μια  κοινωνία που προσδιορίζεται από άνιση κατανομή πλούτου, προνομίων και εξουσίας. Δεν υποστηρίζουμε, βέβαια, την άποψη ότι η εκπαίδευση λειτουργεί μηχανιστικά. Τόσο το εκπαιδευτικό σύστημα, όσο και οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται σ' αυτό, σε κάθε δεδομένη ιστορική στιγμή, διαθέτουν περιθώριο σχετικής αυτονομίας. 

 

Σε επίπεδο αίθουσας διδασκαλίας: Υπερασπιζόμαστε τη σχετική μας αυτονομία

 

Όταν οι εκπαιδευτικοί π.χ. κλείνουν την πόρτα της αίθουσας διδασκαλίας για να κάνουν μάθημα, ακόμα και σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα εκπαίδευσης (όπως το ελληνικό), υπογραμμίζουν ως ένα βαθμό , συμβολικά τουλάχιστον, τη σχετική τους αυτονομία κατά την άσκηση του έργου τους, καθώς είναι ενεργά υποκείμενα και οι επιλογές τους προκύπτουν από τις διευθετήσεις που κάνουν μπροστά στις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά. Παρά τις διαφορές τους ή μάλλον με το σύνολο των διαφορών τους, συγκροτούν μια κοινωνική κατηγορία εργαζομένων με ειδική συμβολή στη συνολική κοινωνική λειτουργία του σχολείου. Από αυτή την άποψη, εμπίπτει απολύτως στην αρμοδιότητα του εκπαιδευτικού να κρίνει πως θα υπερασπισθεί  ενεργά ή και θα διευρύνει τα περιθώρια σχετικής αυτονομίας που διαθέτει, για να προστατεύσει το διδακτικό και το εν γένει παιδαγωγικό του έργο από τη βίαιη εισβολή των εξωτερικών αξιολογητών και τις πολύ αρνητικές επιπτώσεις που αυτή θα έχει για το δημόσιο σχολείο. Την επιλογή του ο εκπαιδευτικός μπορεί να τη διαμορφώνει μέσα από συλλογικές ζυμώσεις και κινητοποιήσεις σε επίπεδο σχολικής μονάδας ή συνδικαλιστικών οργάνων. Οι εκπαιδευτικοί που θα δεχτούν αυτούς τους αξιολογητές  και εξωτερικούς εισβολείς στην αίθουσα διδασκαλίας είναι σαν να τους εκχωρούν  την εξουσία ώστε να αμαυρώνουν την ιστορία της τάξης, να αναστέλλουν την άσκηση της παιδαγωγικής και να υποβαθμίζουν τη διδασκαλία σε  κριτήρια και μόρια. Κι αυτό συνιστά μια εκδοχή «απιστίας» και «προδοσίας»…  

  

Σε επίπεδο σχολικής μονάδας: υπερασπιζόμαστε τις μικρές εστίες συλλογικότητας

 

O κεντρικός σχεδιασμός και η άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής, με δεδομένες τις αντιφάσεις της, δημιουργεί πολλά περιθώρια σχετικής αυτονομίας στις σχολικές μονάδες, όταν αυτές αντικειμενικά καλούνται να την προσαρμόζουν προς τις εκπαιδευτικές, κοινωνικές, και γεωγραφικές τους ιδιαιτερότητες. Γενικότερα ζητήματα, όπως αναλογία διδασκόντων – διδασκομένων, πολυπολιτισμική σύνθεση των τμημάτων, κοινωνική σύνθεση, διάκριση φύλων, σχολική διαρροή, σχολική υπο-επίδοση, σχολική παραβατικότητα, κ. τ. ο., τα οποία προσδιορίζουν συνήθως με διαφορετικό τρόπο τις διάφορες σχολικές μονάδες, δεν αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο από τις διάφορες σχολικές μονάδες, με τη συγκεκριμένη σύνθεση του διδακτικού προσωπικού. Κάτω από τις προϋποθέσεις αυτές, η εκπαιδευτική μονάδα αντικειμενικά έχει προϋποθέσεις και για τη διαμόρφωση και άσκηση "εσωτερικής" εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση των σκοπών, των διαδικασιών, των κριτηρίων, κ.α. της ολοκληρωτικής αξιολόγησης που σχεδιάζεται.

Βασική προϋπόθεση είναι η ανάπτυξη πνεύματος και θεσμικού πλαισίου δημοκρατικών συλλογικών αποφάσεων προγραμματισμού και απολογισμού που να ορίζεται «από τα κάτω» και «από τα μέσα. Το να εμπλέκεις τους εκπαιδευτικούς, να υποστηρίζεις, να εμπλουτίζεις και να ενθαρρύνεις αυτά που κάνουν δεν είναι ανθρωπιστική αρχή. Είναι μια πολιτική παιδαγωγική με ουσιαστικές επιπτώσεις στην ποιότητα της διδασκαλίας, της μάθησης, της εργασίας, της ανάπτυξης και της ζωής εκπαιδευτικών και μαθητών. Όταν ένα εκπαιδευτικό σύστημα σέβεται, εκτιμά, και υποστηρίζει την κρίση και την εμπειρία των εκπαιδευτικών στο πλαίσιο μιας θετικής πολιτικής και θετικής πρότασης, το σύστημα είναι ανοιχτό στην υπόθεση της διαρκούς μεταλλαγής δομών και περιεχομένου, με όρους δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η σχετική αυτονομία της σχολικής μονάδας καταχτιέται με τη διαμόρφωση και την άσκηση εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής μονάδας που προκύπτει ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων, των αντιφάσεων και των διλημμάτων στα οποία οι εκπαιδευτικοί καλούνται να δίνουν άμεσες λύσεις. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται σε αυτή την περίπτωση είναι αν συνειδητοποιούνται τα όρια της σχετικής αυτονομίας και αν αυτά αξιοποιούνται με μετασχηματιστικό προσανατολισμό. Η αναγνώριση και αξιοποίηση της σχετικής αυτονομίας εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων παραπέμπει και στον αντίστοιχο βαθμό ευθύνης που προκύπτει σε ένα συγκεντρωτικό πλαίσιο άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής. 

Σε μια εποχή που επιχειρείται συνολική ανασυγκρότηση της εκπαιδευτικής πολιτικής και της εκπαίδευσης, φαίνεται πώς η σχολική μονάδα και η εργασία των εκπαιδευτικών μπορεί να αξιοποιηθεί ως προνομιακό πεδίο για τη συστηματική συλλογική παρέμβαση με σκοπό την υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου. Κατά προτεραιότητα, βέβαια, αυτό το πεδίο προσφέρεται στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, ανεξάρτητα από τις επιλογές αυτών που ασκούν την εξουσία. Είναι σαφές ότι ο βαθμός και η έκταση, στην οποία αξιοποιούνται τα όρια της σχετικής αυτονομίας από την πλευρά των εκπαιδευτικών, εξαρτάται από τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι παρεμβαίνουν στην καθημερινή εκπαιδευτική τους πράξη. Πρακτικές π.χ. παραίτησης, απόσυρσης, ιδιώτευσης και μετάθεσης των ευθυνών στο σύστημα ή ακόμα και στα συνδικάτα συντελούν στη συρρίκνωση της σχετικής τους αυτονομίας. 

Οι εκπαιδευτικοί και διαμορφώνονται από την εργασία που κάνουν και τη διαμορφώνουν, με τις παρεμβάσεις τους. Η εμπειρία, ωστόσο, δεν είναι μια απλή υπόθεση εξοικείωσης με μια  σειρά από αποτελεσματικές  και αποπλαισιωμένες από τα κοινωνικά συμφραζόμενα «καλές πρακτικές». Η εμπειρία αποκτάει μετασχηματιστικό χαρακτήρα, όταν αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης και αναστοχασμού διαρκείας. Κι αυτό δεν είναι μια υπόθεση «προσωπικών απόψεων» όσο διαδικασία διαπραγμάτευσης και εμπεριστατωμένης θεωρητικής θεμελίωσης και εμβάθυνσης. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς κάτι, αν δεν έχεις εμβαθύνει σε αυτό. Η πράξη και η εμπειρία είναι αποτέλεσμα πάλης  και διαρκούς διαπραγμάτευσης .

Οι εκπαιδευτικοί αποκτούν θεμελιωμένη εμπειρία από την πράξη τους, όταν αυτή πλαισιώνεται θεωρητικά. Για να  πλαισιώνουν θεωρητικά την εμπειρία τους ενεργοποιούν τις στοχαστικές/κριτικές διαδικασίες και γίνονται συνειδητά υποκείμενα των πρακτικών επιλογών τους. Έτσι, ουσιαστικά έχουν προϋποθέσεις ώστε να αποφεύγουν τις οριστικές και τελεσίδικες διευθετήσεις και να  μετασχηματίζουν τις συνθήκες και όρους εργασίας τους, μέσα από τη διαλεκτική σχέση θεωρίας-πράξης, γνώσης-εμπειρίας, βιογραφίας- κοινωνικής δομής, παράδοσης-αλλαγής. Το να μαθαίνει κανείς τη δουλειά του δασκάλου είναι μια διαρκής κοινωνική διαδικασία  διαπραγμάτευσης και πάλης, με ιστορικο-βιογραφικό χαρακτήρα, με διαδοχικά και αλλεπάλληλα «επεισόδια» στα οποία προκαλείται η αυτοβιογραφία, καθώς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της εμπειρίας στην εργασία βρίσκονται σε διαλογική  σχέση  μετασχηματισμού. Η σχολική μονάδα και ο Σύλλογο Διδασκόντων είναι τα πεδία στα οποία οι εκπαιδευτικοί διαμορφώνουν μια διαβίου σχέση ζωής, συλλογικής διαπραγμάτευσης και πάλης στο σχολείο και για το σχολείο και την κοινωνία. Η επιχειρούμενη αξιολόγηση είναι σχεδιασμένη ώστε να εκμηδενίσει τις δυνατότητες που υπάρχουν για συλλογική εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική σχολικών μονάδων και την υπεράσπιση των αρχών του δημόσιου σχολείου.

 

Μέτωπο Παιδείας

 

Οι εκπαιδευτικοί έχουν τριάντα χρόνων εμπειρία αντίστασης και πάλης σε ένα πεδίο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τη δημόσια  εκπαίδευση και την ίδια τους την εργασία. Η αξιολόγηση εμπίπτει στην «κοινωνική αρένα» των ιδεολογικών συγκρούσεων, όπου διακυβεύονται κυρίαρχα συμφέροντα στην υπόθεση της αναπαραγωγικής λειτουργίας του σχολείου όσο και στους συσχετισμούς ισχύος και  εξουσίας. Η αξιολόγηση που επιχειρείται, εάν εφαρμοστεί,  είναι η «χαριστική βολή» σε ο τι έχει απομείνει από το δημόσιο σχολείο.

Όπως υποστήριξα σχετικά πρόσφατα, χρειαζόμαστε ένα νέο όραμα  με σαφή και ισχυρή κουλτούρα απόδρασης από το τυχαίο, το αυτονόητο, το δεδομένο και από τις παραδόσεις των επαγγελματικών συνταγών και των εκπαιδευτικών πρακτικών. Σε εποχές μνημονίου, χρειαζόμαστε κοινωνικές ζυμώσεις στις οποίες μειώνεται ο χώρος της απλής απόρριψης ή της ανάθεσης και εξουσιοδότησης άλλων να υπερασπίζονται το δημόσιο σχολείο. Ζητείται χειραφετητική «πράξις» που απελευθερώνει από τον εξαναγκασμό και την αυταπάτη του πρακτικού, της συνήθειας και του αποτελεσματικού, από το δογματισμό, την εξάρτηση, την ψευδαίσθηση, τη διαστρέβλωση, την ψευδή συνείδηση και το δέος που παραλύει και παροπλίζει. Σε μια τέτοια υπόθεση η αξιολόγηση της ιεραρχικής  επιτήρησης και των μετρήσιμων κριτηρίων, έστω και ως άσκηση επί χάρτου, δεν έχει καμιά θέση. Αναζητούμε μορφές συναδελφικής συλλογικής αλληλεγγύης και συμβουλευτικής υποστήριξης, από τα μέσα και από τα κάτω, που να εμπνέει τον εκπαιδευτικό, με υπεύθυνο και ενημερωμένο τρόπο, να αναλαμβάνει τον έλεγχο της εργασίας του, τη μετακίνηση από τον επαγγελματισμό στη ριζοασπαστική επαγγελματική πρακτική που μεταμορφώνει τη σχέση του με την εργασία που προσφέρει στο σχολείο και έξω από αυτό.

Εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκπαιδευτικών να «παίρνουν τη σκέψη και την κρίση στα χέρια τους», να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, να  ελέγχουν τις επαγγελματικές τους  πρακτικές και να επανεξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους μεσολαβούν στην αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου. Η κοινωνική τους προέλευση  το υποδηλώνει. Το συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών μας διδάσκει ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν σημαντική και πραγματική εξουσία, παρά την ασύμμετρη διαπραγματευτική τους σχέση με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Στην περίπτωση της αξιολόγησης δεν μπορεί να είναι απλοί κι αμήχανοι αποδέκτες  σχεδίων και προτάσεων στις οποίες  εκφράζουν την αντίδραση τους. Πολύ περισσότερο, δεν είναι η κατάλληλη  συγκυρία για υποβολή  σχετικών αντι-προτάσεων για την αξιολόγηση. Ο κλάδος των εκπαιδευτικών έκανε στο παρελθόν πολλές προτάσεις και αιτήματα για την εισαγωγική επιμόρφωση, το βιβλίο του δασκάλου ή για τα περιθώρια πρωτοβουλίας στο σχολείο, κ. α. Έχουμε καταλάβει καλά το «μάθημα»: η εξουσία τα ενσωμάτωνε συστηματικά στη συνολική της εκπαιδευτική πολιτική για άσκηση πιο αποτελεσματικού κρατικού ελέγχου στο έργο τους. Αλλοίωνε, ουσιαστικά, τα αιτήματά τους!

Μήπως προσφέρεται η συγκυρία για τη συγκρότηση ενός « Ενιαίου Επιμελητηρίου Εκπαιδευτικών» όλων των βαθμίδων, δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων, που να αναλάβει τις σχετικές διεργασίες για τη σύμπτυξη σταθερών συνεργασιών ανάμεσα στις ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών και την υπεράσπιση των αρχών άσκησης του εκπαιδευτικού και παιδαγωγικού έργου, σε καθεστώς δημοκρατικού  σχολείου; Οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη και την εξουσία να αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία της δράσης και να προστατεύουν την εκπαίδευση από το δίδυμο αξιολόγησης-αγοράς που απειλεί και να υπερασπίζονται ένα σχολείο ουσιαστικής παιδείας για όλους. Ο τριακονταετής ανταρτοπόλεμος στον οποίο έχουν εμπλακεί, μέχρι σήμερα, με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς, είναι μια παρακαταθήκη για το «νέο μέτωπο» που καλούνται να συγκροτήσουν, για νέες συλλογικότητες και νέες αντιστάσεις, μέσα στη δίνη του μνημονίου, της ανεργίας, των απολύσεων, των περικοπών και της φτώχειας. Τριάντα χρόνια χωρίς επιθεωρητές και γραφειοκράτες ελεγκτές και αξιολογητές είναι, έτσι κι αλλιώς, μια μεγάλη νίκη του σχολείου. Είναι αυτή που μας δείχνει το δρόμο…Αυτό το δρόμο θα τον βρούμε ευκολότερα, αν μελετήσουμε όλοι τα κείμενα της «τριλογίας! Ποιος είπε πως η μελέτη και η αποκωδικοποίησή τους είναι υπόθεση άλλων;

 

Βιβλιογραφία

 

√ Αλεξίου, Θ. (2011), «Εργασία και Εκπαίδευση στη συγκυρία της κρίσης», Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τ. 99, 24-28

√  Κάτσικας,  Χ., Καββαδίας,  Γ.  (επιμέλεια) (2002), Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση: Ποιος, ποιον και γιατί, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα2003

√ Καλημερίδης,  Γ. (2012), «Κράτος, αγορά και εκπαίδευση. Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική αναδιάρθρωση του σχολείου»,  Θέσεις, Τεύχος 119.

√ Ναξάκης, Χ. , Χλέτσος, Μ., (2005) (Επιμ.) Το Μέλλον της Εργασίας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

√ Φωτόπουλος, Ν., (2010), «Εκπαιδευτικό Σύστημα: Κρίση και δια βίου  αβεβαιότητα» http://tvxs.gr/node/35025

ΠΗΓΗ:30-4-2013,  http://www.alfavita.gr/apopsi/…85#ixzz2Rwkg1bQG

* Γιώργος Μαυρογιώργος – Κάποτε, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – Σήμερα, συνταξιούχος σε καθεστώς μνημονίων.

Έξοδος, η μόνη διέξοδος

Έξοδος, η μόνη διέξοδος

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Κάθε χρονιά, την Κυριακή των Βαΐων επαναλαμβάνεται στο Μεσολόγγι η, σχετική με τις εθνικές μας γιορτές, απαράδεκτη, τα τελευταία χρόνια, τραγική ειρωνεία: Να τιμούν, δηλαδή τους ήρωες κάποιοι προδότες και επίορκοι…

Και, για να μη νομίσει κάποιος πως υπερβάλλουμε, όταν κάνουμε λόγο περί τραγικής ειρωνείας, αρκεί να κάμει σύγκριση ανάμεσα στους ήρωες του Μεσολογγιού και τους τωρινούς «επίσημους». Και ν΄ αναλογιστεί την άβυσσο, που τους χωρίζει:

Εκείνοι υπερασπίστηκαν μια γωνιά της ελληνικής γης.

Το «καλυβάκι» και το «αλωνάκι», όπως ο Σολομός χαρακτηρίζει το πολιορκημένο Μεσολόγγι. Για να έχουν μια νησίδα και μια όαση ελευθερίας. Και αναγκάστηκαν να φάνε σκυλιά και γάτες και ποντίκια. Και το εγκατέλειψαν, όταν πια δεν τους είχε απομείνει καμιά τροφή και καμιά ελπίδα. Για ν' απαντήσουν, έτσι, στο σολωμικό δίλημμα «εκείθε με τη λευτεριά, εδώθε με το χάρο»…

Ενώ ετούτοι, απεμπόλησαν την ελευθερία και χάλκευσαν για τη λεύτερη πατρίδα, την πλούσια και πανέμορφη, σχέδιο ληστρικό και δολοφονικό.

Προκειμένου να την εξαθλιώσουν και να την παραδώσουν στους αδηφάγους εχθρούς μας. Έτσι, ώστε να μας οδηγήσουν, για μια ακόμη φορά, στην ατιμωτική σκλαβιά της εθελόδουλης πολιτικής τους.

Βέβαια κάποιοι εξακολουθούν να νομίζουν ότι τα ανθρωποειδή αυτά δεν ενήργησαν σκόπιμα και δόλια, αλλά πως ο, τι συνέβη οφείλεται σε ανθρώπινα σφάλματα.

Και το χειρότερο είναι ,που, ύστερα από τέτοιο καταιγισμό προδοσίας, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι υπάρχει περίπτωση οι εφιάλτες αυτοί να οδηγήσουν την πατρίδα και το λαό της σε λιμάνι ασφαλείας.

Η πραγματικότητα όμως φωνάζει και όσοι διαθέτουν κοινό νου βλέπουν ότι το μόνο, που δεν θέλουν να βρουν, είναι το λιμάνι ασφαλείας. Και πως μας οδηγούν, με μαθηματική ακρίβεια, στο βάραθρο της καταστροφής. Όπως ακριβώς σχεδίασαν και, με κάθε επιμέλεια, βήμα-βήμα, υλοποιούν τα εθνοκτόνα σχέδιά τους.

Και το δυστύχημα είναι ότι μέσα απ' τα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σοβαρή πρόταση και εναλλακτική λύση.

Αφού, ακόμη και ο νεοσσός του ΣΥΡΙΖΑ, που αρχικά φαινόταν να συντάσσεται με το λαό, πήγε κι αυτός να προσκυνήσει το Σόιμπλε και τα σιωνιστικά αδελφάτα.

Οι οποίοι διατείνονται ότι μπορούν να θεραπεύσουν το ναρκομανή, με ισχυρότερη δόση ναρκωτικών και τον αλκοολικό, με περισσότερο αλκοόλ. Δηλαδή, αλυσοδένοντάς μας με, ολοένα και περισσότερα δάνεια και βυθίζοντάς μας, ολοένα και βαθύτερα, στο βούρκο της χρεοκρατίας.

Φως φαίνεται να έρχεται μόνο από κάποια εξωκοινοβουλευτικά κινήματα, που συντάσσονται με την έξοδο απ' την ευρωζώνη και το ευρώ.

Έτσι ώστε να μην αιωρούμαστε πάνω απ' το βάραθρο της ανεπίστροφης καταστροφής. Σύμφωνα με τα κέφια και τα σχέδια των σιωνιστών και των ναζιστών τοκογλύφων και των ντόπιων εφιαλτών. Αλλά να πατήσουμε στα δικά μας πόδια. Έχοντας εθνικό νόμισμα και αυτόνομη οικονομική πολιτική.

Θα περίμενε κάποιος πως οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας θα πρωτοστατούσαν για την αλλαγή της τωρινής πραγματικότητας.

Αλλά, δυστυχώς, στη συντριπτική τους πλειονότητα, σιωπούν. Όταν δεν συντάσσονται με αυτήν. Όπως φαίνεται να συμβαίνει σε κάποιες ενορίες του Αγρινίου. Όπου ιερείς διώχνουν τους ομιλητές, που αναφέρονται στην οικονομική κρίση και ιδιαίτερα στους Γερμανούς (Μέρκελ, Σόιμπελ, κλπ), όπως ξαναγράψαμε. Θέση, με την οποία φαίνεται να συντάσσεται και ο Σ/τος Μητροπολίτης.

Και αναρωτιέται κανείς:

Γιατί τόση ευαισθησία για τους Γερμανούς; Αισθάνονται ευγνωμοσύνη για τις ευεργεσίες, που πρόσφεραν και προσφέρουν στην πατρίδα μας; Ή μήπως φοβούνται ότι ο προστατευόμενος της κ. Μέρκελ Σαμαράς μπορεί να χάσει την εκλογική του πελατεία; Γιατί, βέβαια, μπορεί ο κ. Σαμαράς να ήταν στα παιδικά του χρόνια, κατηχητόπουλο της Εκκλησίας, αλλά τώρα είναι κατηχητόπουλο της Μπίλντεμπεργκ. Η οποία, όπως λέγεται, έχει σχέση με το σατανισμό.

Πάντως το σίγουρο είναι ότι, στην περίπτωση αυτή, μιμούνται κάποιους δεσποτάδες της εποχής του Πατροκοσμά. Που δεν επέτρεπαν στον Άγιο να μπαίνει στις πόλεις, για να μη ενοχλούνται τα συμφέροντα των αγάδων, κοτζαμπάσηδων, και των Εβραίων.

Εξαίρεση στο καθεστώς της δεσποτικής αυτής αιθαλομίχλης φαίνεται ν' αποτελεί, προς το παρόν, ο Σ/τος Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος*.

Που μακάρι να τον μιμηθούν και άλλοι. Για να προχωρήσουν απ' τα λόγια στα έργα. Το 1821 η επανάσταση ξεκίνησε, κατά την παράδοση, απ' την Αγία Λαύρα. Δεν πειράζει, αν αρχίσει τώρα απ' το Λαύριο.

Και, βέβαια, δεν μας χρειάζονται όπλα και φυσεκλίκια. Μας αρκεί ο «τομότερος υπέρ δίστομον μάχαιραν» (= ο κοφτερότερος κι απ' το δίκοπο μαχαίρι) λόγος του Ευαγγελίου.

Κι ακόμη το να συνειδητοποιήσουμε, επιτέλους, ότι η έξοδος, απ' τη θανάσιμη παγίδα της ευρωζώνης, είναι η μόνη σωτήρια διέξοδος!…

 

παπα-Ηλίας, Απριλίου 29, 2013, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2013/04/29/… 82/, mail: yfantis.ilias@gmail.com

 

 *********

 

* γκύκλιος το Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας κ. Νικολάου,

"ΚΑΙΡΟΣ ΠΛΕΟΝ ΝΑ ΞΕΣΗΚΩΘΟΥΜΕ"

. Ἡ χάρις καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εὔχομαι νὰ σκεπάζει ὅλους σας, τὴν κοινωνία, τὸ ἔθνος καὶ τὴν Ἐκκλησία μας.
. Σκέφθηκα πολὺ γιὰ νὰ συντάξω αὐτὴ τὴν ἐγκύκλιο καὶ νὰ τὴν ἀπευθύνω στὴν ἀγάπη σας. Μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ δὲν ἤμουν σίγουρος, ἂν ἔπρεπε νὰ τὸ κάνω.
. Τὶς τελευταῖες ὅμως μέρες, μέσα στὴν κατάσταση τοῦ γενικευμένου πανικοῦ ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν πατρίδα μας, τῶν σπασμωδικῶν ἀποφάσεων τῶν ὑπευθύνων διαχειριστῶν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ μέλλοντός μας, τὴν ἐπαναλαμβανόμενη ἐναλλαγὴ ὑποσχέσεων καὶ διαψεύσεων ποὺ ἔχουν τραυματίσει τὸ ἠθικὸ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά μας, τὸν καταιγισμὸ τῶν χωρὶς τέλος φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, δέχθηκα σωρεία τηλεφωνημάτων καὶ μηνυμάτων πολιτῶν τῆς περιοχῆς μας ποὺ ζητοῦν ἀπεγνωσμένα μία παρέμβαση καὶ κάποια συμπαράσταση στὸ οἰκονομικό τους ἀδιέξοδο καὶ δράμα.

. Οἱ μισθοὶ καὶ οἱ συντάξεις περικόπηκαν, ἀρκετοὶ ἀπολύθηκαν, οἱ ἄνεργοι πληθύνονται, πολλοὶ στέγνωσαν οἰκονομικά. Καὶ ξαφνικὰ μᾶς ζητεῖται ἀπειλητικὰ καὶ ἐκβιαστικὰ νὰ πληρώσουμε, ἐπὶ πλέον φόρο γιὰ τὸ σπίτι ποὺ μένουμε σὰν νὰ εἶναι τὸ κράτος πλέον φτωχότερο ἀπὸ τοὺς φτωχούς. Φτάσαμε, ἀντὶ τὰ ἔξοδά μας νὰ γίνονται γιὰ τὸ φαγητό, τὸ σπίτι καὶ τὶς ἀνάγκες μας, ὅ,τι ξοδεύουμε νὰ πηγαίνει σὲ δύο φοβερὲς λέξεις: σὲ φόρους καὶ σὲ χρέη.
. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὸ αἴσθημα πνιγμοῦ ποὺ διακατέχει ἴσως καὶ τὴν πλειοψηφία τῶν συμπολιτῶν μας, σίγουρα κα ἀρκετοὺς ἀπὸ μᾶς. Ποιός μποροσε ν φαντασθε τι πέροχος κα περήφανος λαός μας θ φτανε σ ατ τ κατάντημα; Ν χει δώσει κα τν τελευταία σταγόνα το δρώτα του, το κόπου του, τς ξίας του, κα παρ τατα ν χουμε ς λας διασυρθε παγκοσμίως; Κα τώρα χωρς καμμία λπίδα κα γγύηση ν διεκδικε τ κράτος μας πιεστικ τ δάκρυα κα τ αμα μας;

. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι δὲν ἀντέχουμε ἄλλο. Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτό. Πρέπει ὅμως νὰ τὸ ποῦμε. Νὰ τὸ φωνάξουμε στὰ αὐτιὰ τῶν ἁρμοδίων: «ς δ! Δν μπορομε λλο. Βρέστε λλες λύσεις. Ἴσως πιὸ δύσκολες, ἀλλὰ πιὸ ἀποδοτικές, πιὸ ἔξυπνες καὶ σίγουρα πιὸ ἀνθρώπινες. Ἂν δὲν μπορεῖτε, ὁμολογῆστε τὴν ἀδυναμία σας. Δὲν εἶναι ντροπὴ νὰ μὴν μπορεῖ κανείς. Εἶναι ὅμως ἀπαράδεκτο νὰ ἐπιμένει στὴν εὐθύνη τῆς γενικευμένης καταστροφῆς μας. Μᾶς φτιάξατε ἕνα κράτος ποὺ προσφέρει στὸν λαὸ πολὺ λιγότερα ἀπὸ ὅσα τοῦ ἀπαιτεῖ. Πρέπει νὰ τὸ καταλάβετε δὲν εἶστε μόνο ὀφειλέτες στοὺς δανειστές σας, εἶστε ὀφειλέτες καὶ στὸν λαὸ ποὺ ταχθήκατε νὰ ὑπηρετεῖτε. Ἀφοῦ δὲν καταφέρνετε τὴν ἐθνικὴ σωτηρία μέσα ἀπὸ πολιτικὴ συνεργασία, αὐτὴ θὰ προκύψει ἀναγκαστικὰ μέσα ἀπὸ λαϊκὴ ἀπαίτηση καὶ πρωτοβουλία».
 
. Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

. Ἦρθε ἡ ὥρα ποὺ πρέπει ὁ λαὸς νὰ δείξει τὸ διαμέτρημα τῆς δύναμής του, νὰ κάνει γνωστὰ τὰ ὅριά του. ρθε ρα λοι μαζ ν πάρουμε στ χέρια μας τς τύχες μας.

. Ὅσο παραμένουμε ἀδρανεῖς, ὅσο μένουμε ὑποτελεῖς σὲ ἐσφαλμένες ἢ ἀβάσταχτες ἐπιλογές, τόσο καθιστοῦμε τὸν ἑαυτό μας συνυπεύθυνο στὸν ἀργὸ ἀλλὰ βέβαιο ὑπαρκτικὸ ἐκφυλισμό μας. ν δν ξυπνήσουμε, τελειώσαμε. Δὲν θὰ ὑπάρχει συνέχεια!

. Καιρς πλέον ν ξεσηκωθομε. Τὰ πάντα πρέπει νὰ ἀλλάξουν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν θὰ τὰ ἀλλάξουν κάποιοι ἄλλοι, πρέπει νὰ μποῦμε στὸ παιχνίδι ὅλοι.
. Ὅποιος πονάει γιὰ τὴν κατάσταση καὶ ἀγαπάει τὴν ἀλήθεια ἔχει θέση σὲ αὐτὴ τὴν ἀλλαγή. Κανεὶς δὲν περισσεύει. λες ο νατροπές, λες ο μεγάλες λλαγς γιναν π ρωικος νθρώπους, κυρίως νέους. χι π συμβιβασμένους οτε π γανακτισμένους, λλ π γις παναστατημένους. Ὅλοι μαζὶ καὶ πρέπει καὶ μποροῦμε καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀλλάξουμε μὲ δική μας πρωτοβουλία τὸ μέλλον μας. Ὄχι μὲ βία, ἀλλὰ μὲ δύναμη καὶ ἀποφασιστικότητα.

. Ὄχι μὲ μηδενιστικὲς ἐπιλογές, ἀλλὰ μὲ καθαρότητα, ἡρωισμὸ καὶ ἐξυπνάδα.

. Σίγουρα καὶ ἡ δική μας εὐθύνη ὡς λαοῦ δὲν εἶναι καθόλου μικρή. Συμφωνήσαμε μὲ τὶς μικρονοϊκὲς πολιτικὲς ἐπιλογὲς καὶ τὶς κάναμε συνήθειες καὶ νοοτροπία μας.

. Ἡ ἀνειλικρίνεια, ἡ ἀδιαφορία, τὸ βόλεμα, τὸ εὔκολο κέρδος, ἡ προσβολὴ τῶν θεσμῶν, ἡ ὕβρις κατὰ τῆς πίστης καὶ παράδοσής μας, ἡ ἀσέβεια κατὰ τοῦ κράτους καὶ τῶν νόμων, οἱ ἀλόγιστες διεκδικήσεις ἀποτέλεσαν κομμάτια τῆς ζωῆς τοῦ Νεοέλληνα, ποὺ δὲν μᾶς τιμοῦν καθόλου. Δὲν μᾶς φταῖνε μόνον οἱ ἄλλοι εἴτε αὐτοὶ λέγονται κερδοσκόποι εἴτε ξένα συμφέροντα εἴτε πολιτικοί.

 . Τ δικό μας μερίδιο εθύνης γι τ σημερινό μας κατάντημα δν εναι εκαταφρόνητο. Ἡ λύση τῆς μετάνοιας καὶ ἀλλαγῆς εἶναι μονόδρομος.Τοὺς ἄλλους δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς ἀλλάξουμε. Τὴ δική μας ὅμως νοοτροπία καὶ ζωὴ ἔχουμε καὶ τὴ δυνατότητα καὶ τὴν εὐθύνη νὰ τὶς διορθώσουμε. Ἂς ἀρχίσει ὡς ἐπανάσταση αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ἡρωικό.

. μολογ τι κα ς κκλησία μς κάνανε κομμάτι το καταρρέοντος κρατικο συστήματος.

. Γι' αὐτὸ καὶ συχνὰ μᾶς παρερμηνεύει ὁ λαός. Ἀγκαλιάσαμε τὸ κράτος, στηριχθήκαμε σὲ αὐτὸ καὶ τραυματίσθηκε ἡ βαθειὰ σχέση μας μὲ τὸν λαό. Τὸν ὑπηρετήσαμε μὲν ὡς πονεμένο καὶ φτωχό, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀγκαλιάσαμε ὡς κομμάτι τῆς ὑπόστασής μας.

. Τουλάχιστον δὲν καταφέραμε νὰ μᾶς νοιώσει ἔτσι. Μολύνθηκε τὸ γάλα τῆς μάνας του, τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὸ στῆθος της. Αὐτὸ εἶναι ὅ,τι χειρότερο ὑπάρχει. λας εναι ,τι ερώτερο χουμε μετ τν Θε κα κκλησία στ φύση της εναι νάσα το λαο. Αὐτὴν τὴν ἀνάσα τελευταία στερηθήκαμε. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ξαναρχίσει ὁ ζωτικὸς θηλασμός.

. Δὲν ἀμφισβητῶ βέβαια ὅτι εἴμαστε καὶ θύματα. Κάποιοι μς ξεγέλασαν. κάποιοι διαχειρίσθηκαν τὰ θέματά μας μὲ ἔνοχη ἀνικανότητα. Κάποιοι μᾶς διέσυραν διεθνῶς καὶ μᾶς ὁδήγησαν στὰ στόματα τῶν θηρίων αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἴτε ἀπὸ ἐπιπολαιότητα εἴτε ἐνδεχομένως καὶ ἀπὸ ὕποπτες σκοπιμότητες. Καὶ νὰ ποῦ φτάσαμε! σοπεδωθήκαμε στ μηδν τς περιουσίας μας κα στ τίποτα τς ξιοπρέπειάς μας.

. Παρὰ ταῦτα δὲν ψάχνουμε γιὰ ἐνόχους. Τώρα ἐπειγόμαστε γιὰ λύσεις. Λύσεις ὅμως ποὺ δὲν πατᾶνε τὸν λαό, ἀλλὰ ἀνασταίνουν τὴν τιμή του. Ἦρθε ἡ ὥρα ποὺ θὰ πρέπει ὅσοι παίρνουν ἀποφάσεις νὰ καταλάβουν τί συμβαίνει στὰ σπίτια, στοὺς δρόμους, στὰ μαγαζιὰ καὶ στὴν καθημερινότητα. Τί συμβαίνει στὶς ψυχές μας. Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ μάθουν ἀπὸ τὴν τρόϊκα οὔτε ἀπὸ τὶς μεταξύ τους διαβουλεύσεις. Θὰ τὸ μάθουν ἀπὸ τὸν λαό. Πρέπει τὴν φωνή μας νὰ τὴν ἀκούσουν. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς.

. Θὰ ἤθελα λοιπὸν νὰ πῶ σὲ ὅσους δὲν μποροῦν νὰ πληρώσουν τὴν λεγόμενη «ἔκτακτη εἰσφορὰ ἀκινήτων» νὰ μὴ φτάσουν σὲ ἀπόγνωση. Νὰ ξέρουν ὅτι θὰ βρεθοῦμε ὅλοι ἑνωμένοι στὸ πλευρό τους κα θ φωνάξουμε μαζί: «Οκ ν λάβοις παρ το μ χοντος».

. Ἂς καταλάβουν ὅτι δὲν ἔχουμε. Δὲν μποροῦμε. Φτάσαμε στὰ ὅριά μας, ἀλλὰ ἀρνούμαστε νὰ μᾶς τελειώσουν. Ἂν ἀδρανήσουμε, δὲν θὰ τὸ καταλάβουν. γιος Κοσμς Ατωλς προφήτευσε πρὶν ἀπὸ διακόσια πενήντα χρόνια λέγοντας: «Θ σς βάλουν βαρ κα δυσβάσταχτο φόρο κόμη κα στ παράθυρα κα στ κοτέτσια, λλ μως δν θ προλάβουν».

. Πράγματι, δὲν θὰ προλάβουν! Μὴ λυγίσετε μπροστὰ στὴν οἰκονομικὴ χρεωκοπία. Αὐτὴν ἤδη τὴ ζοῦμε. ρνηθετε τ χρεωκοπία τς ξιοπρέπειας, τς στορίας, τς θνικς συνείδησης. Ατ μπορομε κα πρέπει ν τ διεκδικήσουμε μέχρι τελευταίας ρανίδας. στω τώρα, τν τελευταία στιγμή.

. Τὰ Μεσόγεια καὶ ἡ Λαυρεωτικὴ εἶναι μία εὐλογημένη περιοχὴ ποὺ μέχρι πρότινος ἔσφυζε ἀπὸ ἀνάπτυξη καὶ εὐημερία. Τὸν τελευταῖο ὅμως καιρὸ ὅλο καὶ πληθαίνουν αὐτοὶ ποὺ μὲ ἀπόγνωση στρέφονται στὴν Ἐκκλησία ἢ ὅπου βροῦν, καὶ ἐκλιπαροῦν γιὰ συμπαράσταση καὶ βοήθεια.

. Πολλοὶ ἔχουν λυγίσει, ἔχουν οἰκονομικὰ γονατίσει. Δὲν μποροῦν νὰ θρέψουν τὰ παιδιά τους. Ἔχασαν τὸν ὕπνο τους. Ζοῦν τὴν ἀπειλὴ τοῦ παρόντος καὶ μὲ τὸν φόβο τοῦ μέλλοντος.

. Ἔχουν ἰδιοκτησίες, ἀλλὰ δὲν ἔχουν χρήματα. Αὐτοὶ πῶς θὰ πληρώσουν; Ποῦ νὰ τὰ βροῦν; Θὰ τοὺς πάρουν τὸ σπίτι; Θὰ τοὺς κόψουν τὸ ρεῦμα; Εἶναι δυνατὸν νὰ βυθίσουν στὸ σκοτάδι τὴν Κερατέα ἢ τὸ Λαύριο ποὺ φιλοξενοῦν τὸ μεγαλύτερο ἐργοστάσιο τῆς ΔΕΗ στὴν πατρίδα μας;

. Ὅ,τι καὶ νὰ συμβεῖ, ἀδελφοί μου, θὰ ἤθελα νὰ ξέρετε ὅτι ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία μας θὰ δώσει τὰ πάντα γιὰ νὰ σταθεῖ στὸ πλευρό σας. ν σ ναν κόψουν τ ρεμα, μες θ τ κόψουμε σ λους τος ναούς.

. Θ κάνουμε γάμους μ κερι στ χέρια κα λειτουργίες μ δάκρυα στ μάτια. Μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ δεχθοῦμε, τὴ στιγμὴ ποὺ νοικοκυριὰ εἶναι βυθισμένα στὸ σκοτάδι, οἱ ναοὶ νὰ λειτουργοῦν μὲ ἀναμμένους τοὺς πολυελαίους.
. λοι μαζ λοιπν τώρα, ὀφείλουμε νὰ πιέσουμε τοὺς ἐκπροσώπους μας περισσότερο ἀπὸ ὅσο τοὺς πιέζουνε οἱ δανειστές. Γιατί ἡ ἀνάγκη μας γιὰ ἐπιβίωση ξεπερνάει τὴν ἀνάγκη τους νὰ κυριαρχήσουν πάνω μας. Γιατί ἡ ἀξιοπρέπειά μας ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὰ πάσης φύσεως συμφέροντα. Γιατί θνική μας περηφάνεια στηρίζεται σ μία στορία πο λοι τους ζηλεύουν. Γιατί τὴν Εὐρώπη τὴν βλέπουμε περισσότερο ὡς οἰκογένεια, ποὺ κατανοεῖ τὴν δυσκολία τῶν λαῶν, παρὰ ὡς θηλιὰ ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἀσφυξία τὶς κοινωνίες.
. Δ
ν μς μεινε τίποτε λλο π τ ν μεταμορφώσουμε ξαν τν λλάδα σ πατρίδα μας, τν στορία της σ ταυτότητά μας, τ παραδείγματα τν προγόνων μας σ βιώματά μας κα ν πιστρέψουμε π τν σύνετο νεοπλουτισμ στν ξιοπρεπ λιτότητα κα λιγάρκεια, π τς ποτελικς ποχωρήσεις στν ρωισμ κα π τν παγκόσμιο διασυρμ στν θνικ περηφάνεια κα τν πανθομολογούμενο θαυμασμό.

. Ἔτσι, ὁ Θεός, ὅπως λέγει καὶ ὁ λαός, δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει, γιατί μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν θὰ Τὸν ἔχουμε κι ἐμεῖς ἀφήσει.

Μὲ πατρικὲς εὐχὲς καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀφύπνισης,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Μεσογαίας κα Λαυρεωτικς ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Η αντιπαιδαγωγική «λογιστική» του υπ. Παιδείας

Η αντιπαιδαγωγική «λογιστική» του υπουργείου Παιδείας

ΕΡΕΥΝΑ του Χρήστου Κάτσικα

Μαθητές «σαρδέλες» σε πολυπληθή τμήματα και περισσότεροι από 25.000 εκπαιδευτικοί σε αναγκαστική μετακίνηση, αργία και απόλυση, τα επόμενα 2 χρόνια, είναι μερικές από τις συνέπειες που θα επιφέρει στη δημόσια εκπαίδευση η τροπολογία.

Με μια ρύθμιση-αστραπή το υπουργείο Παιδείας αυξάνει το ωράριο των καθηγητών, νομοθετεί υποχρεωτικές μεταθέσεις, ενώ τις επόμενες μέρες σχεδιάζει νέες συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων, υπερφόρτωση των σχολικών τμημάτων με 30 μαθητές, «κόψιμο» ειδικοτήτων στο «νέο» Γενικό και πολυτεχνικό Λύκειο και εξετάσεις πανελλαδικού χαρακτήρα σε όλες τις τάξεις του Γενικού Λυκείου.

Συνέχεια

Η «Αραβική Άνοιξη» & ο Χριστιανικός Εφιάλτης

Η «Αραβική Άνοιξη» και ο Χριστιανικός Εφιάλτης

 

Του π. Πέτρου-Μιχαήλ Πρέμπλε*

 

Σε όλο τον κόσμο, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ετοιμάζονται να εορτάσουν την πιο ιερή απ' όλες τις εβδομάδες του ημερολογίου της Εκκλησίας. Την Κυριακή, ξεκινούμε την εβδομάδα που οδηγεί στον εορτασμό της Αναστάσεως του Κυρίου Ημών και Σωτήρος Ιησού Χριστού.  Οι Λειτουργίες της εβδομάδας αυτής είναι από τις πλέον κατανυκτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς ακολουθούμε τον Ιησού στην οδό Του προς τον Σταυρό.

Οι περισσότεροι από εμάς θα εορτάσουμε την Ανάσταση του Χριστού μαζί με οικογένεια και φίλους.  Μερικοί ίσως κατευθυνθούν στο προσφιλές τους εστιατόριο, και άλλοι θα μείνουν στο σπίτι, προτιμώντας ένα πιο χαλαρό γεύμα στο οικογενειακό τραπέζι.  Σίγουρα αυτά είναι στιγμιότυπα κατάλληλα ως θέματα για ένα λαϊκό ζωγράφο όπως ο Νόρμαν Ρόκουελ.

Τα πράγματα όμως θα είναι εντελώς διαφορετικά για τους Χριστιανούς στην Αίγυπτο και την Συρία.  Τα ίδια μέρη που γέννησαν τον Χριστιανισμό και που στέγασαν τον Ιησού όταν η δική Του οικογένεια έφευγε από εκείνους που θα Τον δολοφονούσαν, έχουν τώρα γίνει πεδία σφαγής για Χριστιανούς.

Στις 15 Ιουλίου του 2012, η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού όρισε τον Συριακό Εμφύλιο Πόλεμο ως μια «μη-διεθνής ένοπλη σύγκρουση» — ο νομικός ορισμός ενός εμφυλίου πολέμου. 

Το βρίσκω ενδιαφέρον, πως δηλώθηκε ως «μη-διεθνής», δεδομένου ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει στηρίξει τους αντάρτες με σχεδόν  3 εκατομμύρια δολάρια σε άμεση βοήθεια και εξοπλισμό. Οι ΗΠΑ εμπλέκονται σε αυτόν τον εμφύλιο πόλεμο, και εθελοτυφλούν μπροστά στην δολοφονία των Χριστιανών και των άλλων θρησκευτικών μειονοτήτων.

Από την έναρξη του πολέμου τον Μάρτιο του 2011, περισσότεροι από 70.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους.  Μια εκτίμηση του Φεβρουαρίου θέλει οι εσωτερικά εκτοπισμένοι να φτάνουν τα 3,6 εκατομμύρια, και επί πλέον 1,3 εκατομμύρια να έχουν αναγκασθεί να φύγουν από την Συρία σε γειτονικές χώρες ως πρόσφυγες. Και σε όλο αυτό το διάστημα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συνεχίζει να στηρίζει εκείνους που είναι υπεύθυνοι για την σφαγή.

Την Δευτέρα, δύο Ορθόδοξοι επίσκοποι της επισκοπής της πόλεως, ο Σύριος Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Yohanna Ibrahim, της επισκοπής του Αλέππο, και ο Έλληνας Ορθόδοξος Μητροπολίτης Boulos Yaziji, απήχθησαν. Η ειρωνεία της απαγωγής τους είναι στο ότι επέστρεφαν από μια συνάντηση που απέβλεπε στην προσπάθεια να ελευθερωθούν δύο Ιερείς, ο π. Michel Kayyal (Αρμένιος Καθολικός) και ο π. Maher Mahfouz (Ελληνορθόδοξος), οι οποίοι είχαν απαχθεί τον Φεβρουάριο και παραμένουν στα χέρια των απαγωγέων τους.  Ήσαν σε μια αποστολή ειρήνης για να φέρουν βοήθεια και ανακούφιση, και τους πήραν ομήρους, ως μέρος της συστηματικής εξόντωσης του Χριστιανικού πληθυσμού στην Συρία.

Πρόσφατα η Επιτροπή των Ηνωμένων Πολιτειών για την Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία εξέδωσε ειδικό ανακοινωθέν για την επιδεινούμενη κατάσταση στην Συρία. Το ανακοινωθέν "Protecting and Promoting Religious Freedom in Syria"(*) αναφέρει αρκετές περιπτώσεις συστηματικής εξόντωσης του ντόπιου Χριστιανικού πληθυσμού.  Σαν παράδειγμα, η πόλη Χομς – που υπολογίζεται πως είχε ένα Χριστιανικό πληθυσμό περίπου 160.000 – έχει μειωθεί σε μόλις 1.000 στην τελευταία μέτρηση.  Ο Ελληνορθόδοξος Ιερέας π. Fadi Jamil Haddad είχε βρεθεί δολοφονημένος έξω από την Δαμασκό τον Σεπτέμβριο του 2012. Είχε αποπειραθεί να εξασφαλίσει την ελευθέρωση ενός ενορίτη που είχε απαχθεί.  Αυτά δεν είναι παρά ελάχιστα δείγματα των όσων συμβαίνουν καθημερινά στην Συρία και που υποστηρίζονται από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό που έχει ονομασθεί «Αραβική Άνοιξη» στην Συρία έχει γίνει ο Χριστιανικός Εφιάλτης και είναι καιρός πια η κυβέρνηση των ΗΠΑ να καταλάβει το ρόλο που έχει παίξει και που συνεχίζει να παίζει σε αυτή την εθνική κάθαρση – γενοκτονία – ολοκαύτωμα – ή όποια λέξη προτιμάτε που να περιγράφει αυτό που διαπράττεται στις θρησκευτικές μειονότητες στην Συρία και στην Αίγυπτο.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το Σάββατο προ της Κυριακής των Βαΐων έχει ορισθεί για την ανάμνηση της αναστάσεως του Λαζάρου από τον τάφο.  Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Ιησού, και μας λένε οι Γραφές πως ο Ιησούς δάκρυσε όταν έμαθε για τον θάνατο του φίλου Του.  Οι απανταχού Ορθόδοξοι Χριστιανοί έχουν ενωθεί σε προσευχή ώστε παρομοίως να ελευθερωθούν οι δυο επίσκοποι από τον δικό τους τάφο.

Αρκετά δάκρυα έχουν ήδη χυθεί.

 

*******************

(*) Το περιεχόμενο του Ανακοινωθέντος:

Ειδικό Ανακοινωθέν: Συρία: Η Επιτροπή USCIRF εκδίδει Αναφορά με θέμα «Προστασία και Προώθηση της Θρησκευτικής Ελευθερίας στην Συρία», 22 Απριλίου, 2013.

ΓΙΑ ΑΜΕΣΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ, 22 Απριλίου, 2013 | εκ της USCIRF

 

Η Επιτροπή των Η.Π.Α. για την Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (USCIRF), ένας ανεξάρτητος ομοσπονδιακός φορέας που δημιουργήθηκε για τον έλεγχο των παραβιάσεων θρησκευτικών ελευθεριών στο εξωτερικό και για να κάνει συστάσεις πολιτικής στον Πρόεδρο, τον Υπουργό Εξωτερικών και το Κογκρέσο, εξέδωσε σήμερα την σχετική Αναφορά "Protecting and Promoting Religious Freedom in Syria."

Η Επιτροπή ολοένα και περισσότερο ανησυχεί για τις συνθήκες θρησκευτικής ελευθερίας στην Συρία, και κατά την τρέχουσα κρίση, και κατά τα επακόλουθα αυτής.  Εξ αιτίας των αυξανόμενων συγκρούσεων ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και των υποστηρικτών του καθεστώτος του Bashar al-Assad και των αντικυβερνητικών στοιχείων που επιζητούν την ανατροπή του, ο Συριακός λαός έχει υποστεί στυγερές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας της θρησκείας ή των πιστεύω τους.

Η αναφορά βρήκε πως η αυξανόμενα σεκταριστική φύση της σύγκρουσης έχει δημιουργήσει ένα κλίμα μέσα στο οποίο τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των Συρίων, συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής ελευθερίας, έχουν παραβιασθεί.  Η σύγκρουση επίσης απειλεί και την θρησκευτική ποικιλότητα της Συρίας, καθώς τα μέλη των κοινοτήτων των μικρότερων μειονοτήτων ή φεύγουν βιαστικά από την χώρα, ή παραμένουν, με άγνωστο το μέλλον τους σε μια μετα-Αλ Ασσάντ Συρία.

Η παρούσα Αναφορά παρέχει τα προκαταρκτικά ευρήματα και τις συστάσεις της Επιτροπής USCIRF.  Κατά τους επόμενους μήνες, η USCIRF θα συνεχίσει να ελέγχει την κατάσταση και αναμένει να εκδώσει και πρόσθετες Αναφορές και Συστάσεις.   


* Ο π. Πέτρος-Μιχαήλ Πρέμπλε είναι Ορθόδοξος Ιερέας της Ορθοδόξου Ρουμανικής Αρχιεπισκοπής στις Αμερικές.


ΠΗΓΗ: http://www.huffingtonpost.com/fr-petermichael-preble/the-arab-spring-and-the-christian-nightmare_b_3158785.html?utm_hp_ref=tw. Το είδα: Τελευταία ενημέρωση: 27-4-2013, http://www.oodegr.com/oode/islam/eglimata/aravikh_anoiksh_1.htmΜετάφραση: Κ.Ν.

ΔΙΨΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΔΙΨΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Το πάθος του Χριστού θεωρείται ακατανόητο από πολλούς «ορθολογιστές», αλλά και οι πιστοί δυσκολευόμαστε πολύ να το κατανοήσουμε! Ενώ προβάλλει ως παντοδύναμος, αφού και νεκρούς ανασταίνει, όπως τον Λάζαρο, αποδέχεται «μοιρολατρικά» να υποστεί το φρικτότερο μαρτύριο του αρχαίου κόσμου, αφού προηγουμένως ανέχθηκε πλήθος από ειρωνείες, εμπαιγμούς και εξευτελισμούς!

Συνέχεια

Ωράριο και σύγχρονη δουλειά στο σχολείο

Ωράριο και σύγχρονη δουλειά στο σχολείο 

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία*

 

Μετά βαΐων και κλάδων, κάτω από τους ήχους των προπαγανδιστικών μηχανισμών μαζικής αποβλάκωσης και αλλοτρίωσης που με τη «λογική» του κοινωνικού αυτοματισμού μεθοδικά αναλαμβάνουν τη συκοφάντηση και τον ηθικό διασυρμό κάθε κλάδου εργαζομένων, η τρικομματική κυβέρνηση θεσμοθετεί μέτρα εναντίον τους στο όνομα της «σωτηρίας της πατρίδος» και του «εθνικού συμφέροντος». Το νέο πολυνομοσχέδιο της Τρόικα και της κυβέρνησης αποτελεί το κύκνειο άσμα εργασιακών δικαιωμάτων και κατακτήσεων ολόκληρου αιώνα, αφού προωθεί τις απολύσεις σε όλο το δημόσιο.

Εξοπλίζει την φοροληστεία και την αρπαγή καταθέσεων και ακινήτων! Ειδικότερα οι εκπαιδευτικοί υποχρεώνονται σε αύξηση του ωραρίου τους, μέχρι και τέσσερις ώρες [1], αύξηση κατά 25% σε …συνδυασμό με έναν κυκεώνα μέτρων που επιδεινώνουν τις συνθήκες εργασίας τους και άσκησης του παιδαγωγικού τους έργου. Στο όνομα του εξορθολογισμού η τρικομματική κυβέρνηση και η Τρόικα επιφέρουν αλλεπάλληλα πλήγματα στη δημόσια εκπαίδευση συρρικνώνοντας το σχολικό δίκτυο και τον αριθμό των εκπαιδευτικών και διαμορφώνοντας ένα καθεστώς εργασιακής τρομοκρατίας και εξάντλησης που επιδεινώνει τις συνθήκες άσκησης του εκπαιδευτικού έργου. 

Η πραγματικότητα για το ωράριο και τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών σε Ελλάδα και ΕΕ. Διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα οι Μυτχάουζεν της πολιτικής και των ΜΜΕ παραπλανούν την κοινωνία προπαγανδίζοντας για τις λίγες ώρες εργασίας των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα, χωρίς να ξεκαθαρίζουν τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο ωράριο διδασκαλίας και το συνολικό ωράριο εργασίας. Είναι γνωστή η αλχημεία του Υπουργείου Παιδείας δίνοντας τα στοιχεία στο Δίκτυο Ευρυδίκη αναφέρει μόνο το καταληκτικό διδακτικό ωράριο των 16 ωρών! Το ίδιο συμβαίνει και στα στοιχεία που έχουν δοθεί στον ΟΟΣΑ. 

Στην πραγματικότητα το διδακτικό ωράριο των καθηγητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αρχίζει από τις 21 ώρες την εβδομάδα και αποκλιμακώνεται ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας σε 19, 18 και τελικά 16 μετά την εικοσαετία. Ταυτόχρονα, όμως, το ωράριο εργασίας φτάνει μέχρι τις 30 ώρες, τουλάχιστον, υποχρεωτικά, αλλά στην πράξη μπορεί να υπερβαίνει και τις 40 και περιλαμβάνει ένα πλήθος γραφειοκρατικών εργασιών και καθηκόντων, προκειμένου να λειτουργήσει το σχολείο! Αν συνυπολογίσουμε και την εργασία στο σπίτι, που συνίσταται στην προετοιμασία της διδασκαλίας για την επόμενη μέρα και τη διόρθωση των συχνών γραπτών εργασιών των μαθητών, προκύπτει ένας αυξημένος όγκος ωρών που ξεπερνά, κατά πολύ, το ημερήσιο οκτάωρο! 

Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης η πλειονότητα των εκπαιδευτικών απασχολείται ενεργά με τη διδασκαλία μαθητών από 18 έως 20 ώρες την εβδομάδα, εξαιρώντας προκαθορισμένα διαλείμματα και άλλους χρόνους επαφής με μαθητές που δεν περιλαμβάνουν τη διδασκαλία. Από τα στοιχεία διαπιστώνουμε ότι ο μέσος όρος διδακτικών ωρών για τους εκπαιδευτικούς των 25 χωρών από τις 27 της Ε.Ε. για την κατώτερη Δ.Ε. είναι 19,1 και για αυτούς της ανώτερης Δ.Ε. είναι 18,4. Στην Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει αντίστοιχος διαχωρισμός, ο μέσος όρος διδασκαλίας είναι 18,5, αντίστοιχος του μέσου όρου Ε.Ε. (19,1 και 18,4). Όσον αφορά τους Έλληνες εκπαιδευτικούς προκύπτει ότι ως προς το χρόνο εργασίας συνολικά σε ετήσια βάση στο σχολείο είναι 1.170 ώρες για το γυμνάσιο και το λύκειο, ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 1.199 για την κατώτερη και 1.166 για την ανώτερη β/θμια εκπαίδευση και για την ΕΕ/19 είναι 1.133 και 1.108 αντίστοιχα. Ο μέσος όρος των καθαρών εργάσιμων εβδομάδων για τους εκπαιδευτικούς κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι 38,6 εβδομάδες, ενώ στην Ελλάδα οι εργάσιμες εβδομάδες για τους εκπαιδευτικούς είναι 39, λίγο πάνω από το μέσο όρο ΕΕ/27. Όσον αφορά το διαθέσιμο χρόνο στο σχολείο από τις χώρες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία ο μέσος όρος είναι 27.5 ώρες και για την κατώτερη και για την ανώτερη β/θμια εκπαίδευση, ενώ για την Ελλάδα είναι 30 ώρες. (Στοιχεία ΚΕΜΕΤΕ/ΟΛΜΕ – ΟΟΣΑ) 

Σε γενικές γραμμές, οι χώρες τείνουν να μειώνουν τον εβδομαδιαίο διδακτικό χρόνο των εκπαιδευτικών στην κατώτερη και στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόνο η Βουλγαρία και η Ρουμανία ουσιαστικά αυξάνουν τον αριθμό των ωρών για τους εκπαιδευτικούς στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Άλλωστε σύμφωνα με έρευνα της Unesco προκύπτει ότι μια ώρα εργασίας των εκπαιδευτικών ισοδυναμεί με τέσσερις άλλων κλάδων εργαζομένων. Άρα ένα εβδομαδιαίο διδακτικό ωράριο 21 ωρών ισοδυναμεί με 84 ώρες! 

 

Μισθολογική εξαθλίωση – εργασιακή ομηρία

 

Έτσι, ίσως, μπορεί να κατανοηθεί τι σημαίνει για τον εκπαιδευτικό και την ποιότητα της εκπαίδευσης ακόμα και μια ώρα αύξησης του ωραρίου. Ακόμα και μια ώρα δεν μπορεί να προσμετρηθεί με ποσοτικά κριτήρια. Μια επιπλέον ώρα μπορεί να σημαίνει την αναστάτωση και την αποδιοργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αφού συνοδεύεται με ανακατανομές μαθημάτων και τμημάτων, νέο πρόσθετο διδακτικό αντικείμενο ή και μετακίνηση σε άλλο σχολείο. Στην Ελλάδα του 2013 υπάρχουν εκπαιδευτικοί που διδάσκουν και μετακινούνται ακόμα και σε 6 σχολεία και από το ένα χωριό στο άλλο διανύοντας ατέλειωτα χιλιόμετρα! Για ένα γλίσχρο μισθό που ισοδυναμεί μόλις με το 19% του συναδέλφου του στο Λουξεμβούργο ή το 53% στην Κύπρο και το 58% του μέσου όρου των χωρών της Ευρώπης. Από μελέτη του ΚΕΜΕΤΕ προκύπτει ότι η μείωση του καθαρού εισοδήματος των εκπαιδευτικών από το 2009 μέχρι και το 2012 κυμαίνεται από 4.740 περίπου ευρώ για έγγαμους και με 33 χρόνια υπηρεσίας μέχρι 6.585 για τους νεοδιόριστους. Ποσοστιαία η μείωση αυτή κυμαίνεται από 21% περίπου έως 45%. Και βέβαια δεν υπολογίζεται η νέα αφαίμαξη μισθών από την πρώτη κιόλας μέρα του 2013 με βάση το φορο – ληστρικό σύστημα που ψηφίστηκε πρόσφατα. Από την ίδια έρευνα προκύπτει ότι ο ανώτερος μικτός ετήσιος μισθός εκπαιδευτικού σε λύκειο στις χώρες της ευρωζώνης ανέρχεται κατά μέσο όρο 48.690 ευρώ, ενώ στην Ελλάδα που κατέχει μια από τις τελευταίες θέσεις του σχετικού πίνακα πάνω μόνο από Μάλτα, Εσθονία και Σλοβακία, μόλις 25.756 ευρώ. Όσον αφορά τον κατώτερο μισθό η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση, πάνω μόνο από την Εσθονία με 14.104 ευρώ, έναντι 28.939 που είναι ο μέσος όρος. 

 

Μείωση διορισμών και εκπαιδευτικού προσωπικού – σχολεία χωρίς δασκάλους.

 

Προ Μνημονίων οι προσλήψεις κυμαίνονταν από 6 έως 7 χιλιάδες. Το 2010 μειώθηκαν σε 2.850, το 2011 μόλις 600 και το 212 μόλις 225 συνολικά για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση! 

Κατά τη φετινή χρονιά μειώθηκαν δραματικά και οι αναπληρωτές, φτάνοντας τους 3.000, οι μισοί σε σχέση με προηγούμενες χρονιές, οπότε και έφταναν τους 6.000. 

Με άλλα λόγια μειώθηκε ο αριθμός των εκπαιδευτικών κατά 12% (2010 – 2012) και παράλληλα απολύσεις αναπληρωτών με μείωσή τους κατά 87%, από 15.500 (το 2011 – 12) σε 2.000 (το 2013 -14) σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 

Παράλληλα με τη διαφαινόμενη νέα μαζική συνταξιοδότηση εκπαιδευτικών το επόμενο καλοκαίρι και τον ουσιαστικό μηδενισμό των νέων προσλήψεων, την επόμενη χρονιά θα είναι ιδιαίτερα οξυμένο το πρόβλημα του προσωπικού και των κενών, παρόλο που η αύξηση του ωραρίου μπορεί να «εξοικονομήσει» μέχρι και 10.000 θέσεις εκπαιδευτικών. 

 

Από την αύξηση στην επαγγελματική εξουθένωση σε συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα

 

Ωστόσο, η επιβάρυνση με πρόσθετες ώρες επιδεινώνει τις συνθήκες άσκησης του εκπαιδευτικού έργου και διαμορφώνει συνθήκες επαγγελματικής εξάντλησης των εκπαιδευτικών. Και μάλιστα όσο πιο αντίξοες είναι οι οικονομικές συνθήκες, τόσο πιο δύσκολο και επίπονο γίνεται και το εκπαιδευτικό έργο. Με μαθητές που υποσιτίζονται και λιποθυμούν σε σχολεία που δεν μπορούν να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς ο μαθητικός πληθυσμούς που παραιτείται και αδυνατεί να παρακολουθήσει ουσιαστικά την εκπαιδευτική διαδικασία. Η αντιπαιδαγωγική «λογιστική» του Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α. στο όνομα του «εξορθολογισμού» αντιμετωπίζει τους μαθητές ως αριθμούς και τους «πλεονάζοντες» εκπαιδευτικούς σαν περιπλανώμενο θίασο που θα τριγυρίζουν από σχολείο σε σχολείο κάνοντας μία, δύο ή και τρεις ώρες, όπου υπάρχουν κενά για να συμπληρώσουν το ωράριό τους. 

Με τις καταργήσεις σχολείων και τμημάτων και τη «σαρδελοποίηση» των μαθητών σε πολυπληθή τμήματα επιδεινώνονται οι συνθήκες άσκησης του εκπαιδευτικού έργου και ανοίγουν οι δρόμοι της απο – μόρφωσης και της εγκατάλειψης του δημόσιου σχολείου. Σε αυτές τις συνθήκες οι εκπαιδευτικοί υποχρεώνονται να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες, να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο προετοιμασίας για να αυτομορφωθούν και να επιμορφωθούν ανασκευάζοντας παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας για μπορούν να μετατρέψουν τις παγωμένες και γυμνές από υλικοτεχνική υποδομή και εποπτικά μέσα, αίθουσες σε εργαστήρια μάθησης και δημιουργίας. 

Στην Ελλάδα ο εκπαιδευτικός δεν αντιμετωπίζεται ως επιστήμονας με πολυσύνθετο έργο και παιδαγωγός που διαμορφώνει ελεύθερους και κριτικά σκεπτόμενους πολίτες, αλλά ως φτωχός και άβουλος δημόσιος υπάλληλος – ιμάντας μεταβίβασης της κυρίαρχης γνώσης και ιδεολογίας. Ειδικότερα με το πρόσφατο Π.Δ. για την αξιολόγηση – χειραγώγηση – κατηγοριοποίηση – επιδιώκεται η μισθολογική καθήλωση και διοικητική υποδούλωση. Παράλληλα διαμορφώνεται ένα απολυταρχικό κράτος με την κυριαρχία των κατασταλτικών μηχανισμών και τις βασικές ελευθερίες εν αναστολή. Με το νόμο 4093/2012, το περιβόητο Μνημόνιο διαμορφώνουν ένα εργασιακό τοπίο βαρβαρότητας που κρατά τους εκπαιδευτικούς όμηρους του διοικητικού μηχανισμού και της κυβέρνησης, χωρίς δικαιώματα και σκυφτούς μπροστά σε μια αυταρχική εξουσία. Χαρακτηριστική είναι η άρση του αμετάθετου. Εύκολα με βάση το σιδερένιο πειθαρχικό πλαίσιο βλέπουν το δρόμο προς την αργία, τη διαθεσιμότητα και την απόλυση, αν εμπλέκονται σε οιαδήποτε διοικητική ή ποινική δίωξη, ενώ καταργείται ακόμα και το τεκμήριο της αθωότητας. Ο εργασιακός μεσαίωνας επελαύνει, το καθεστώς εργασιακής τρομοκρατίας οικοδομείται. 

Αν η κυβέρνηση, η Ε.Ε. και το κεφάλαιο θέλουν να οικοδομήσουν το φθηνό, ευέλικτο, πειθαρχημένο σχολείο υποταγμένο στους νόμους της αγοράς πάνω στα ερείπια του δημόσιου σχολείου με εκπαιδευτικούς φτωχούς και υποταγμένους για να διαμορφώνουν ένα εξειδικευμένο, αλλά αμόρφωτο εργατικό δυναμικό, εμείς έχουμε κάθε λόγο να προβάλουμε το όραμά μας για ένα άλλο σχολείο. Πραγματικά δημόσιο και δωρεάν που να ανταποκρίνεται στην ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύπτει τους νόμους κίνησης της φύσης και της κοινωνίας, να τους χρησιμοποιεί για να καλυτερέψει την ανθρώπινη ζωή, που να δημιουργεί δημοκρατικά ελεύθερες προσωπικότητες, ανθρώπους που να μαθαίνουν να συνεργάζονται, να σέβονται τη διαφορετικότητα και να δουλεύουν συλλογικά για την προσωπική, αλλά και κοινωνική απελευθέρωση και ευτυχία.

 

28-4-2013


* Ο Γιώργος Καββαδίας είναι μέλος στο Δ.Σ. του ΚΕΜΕΤΕ/ΟΛΜΕ

[1] Σημείωση admin: Αναδίπλωση επικοινωνιακής τακτικής έκανε χθες ο Υπ. Παιδείας Κωνστ. Αρβανιτόπουλος που έκανε την αύξηση … μόνο 2 ώρες και σε αυτή την κατηγορία… Και ότι δήθεν οι τρικομματικές παρατάξεις έκαναν αγώνα διαδρόμων…  Θυμίζει το ανέκδοτο με τα ζώα του… Χότζα….

Όχι στην παγκοσμιοποίηση!

Τι κάνουμε τώρα; (4) – Όχι στην παγκοσμιοποίηση!

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Χαρακτηριστικό του καθαρά αποπροσανατολιστικού ρόλου που αντικειμενικά παίζει σήμερα ένα μεγάλο τμήμα της Μαρξιστικής Αριστεράς (συνήθως Τροτσκιστικών τάσεων, αλλά όχι μόνο!) είναι ότι μη έχοντας καμιά αντίληψη του νέου συστημικού φαινομένου που αποτελεί η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, και της αποκεντρωμένης άτυπης Υπερεθνικής ελίτ που την διαχειρίζεται, καταφεύγει στα Μαρξιστικά κιτάπια του 19ου αιώνα για να καταλήξει ότι ο δρόμος για την αυτοχειραφέτηση των εργαζομένων και τον σοσιαλισμό περνά μέσα από την παγκοσμιοποίηση!

Έτσι, επιστρέφουμε στην παρωχημένη ιδέα της "Προόδου" και στην υιοθέτηση αντιδραστικών στην ουσία τους θέσεων, όπως ότι η αποικιοκρατία έπαιζε προοδευτικό ρόλο, σαν "αναγκαίο" κακό στην ίδια πορεία για τη σοσιαλιστική κοινωνία! Περιττό να αναφέρω ότι παρόμοιες απόψεις (όπως και οι αντίστοιχες των Νέγκρι και Χαρντ) αγκαλιάζονται από τα διεθνή ΜΜΕ που παίζουν σήμερα τον ρόλο των ιδεολογικών οργάνων της παγκοσμιοποίησης. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν πολλοί από τους ίδιους "αριστερούς" που αγκαλιάζουν την παγκοσμιοποίηση υιοθέτησαν χθες τη σφαγή του λαού  της Λιβύης από την υπερεθνική ελίτ, και σήμερα της Συρίας, με το να υποστηρίζουν τους Νατοϊκούς "επαναστάτες" που, αφού αρχίσουν τις σφαγές, στη συνέχεια καλούν  το ΝΑΤΟ για να τις ολοκληρώσει!

Έτσι, όλοι αυτοί δεν βλέπουν ότι η υπερεθνική ελίτ ασκεί τον άτυπο έλεγχό της μέσα από υπερεθνικούς θεσμούς, όπως η ΕΕ, ο ΠΟΕ, το ΝΑΤΟ κ.λπ., και ότι τα εθνικά κράτη που είναι ενσωματωμένα στην παγκοσμιοποίηση παίζουν απλά ρόλο εκτελεστικό των αποφάσεων των υπερεθνικών οργάνων (βλ. Ελλάδα). Ούτε βλέπουν, επομένως, ότι μόνο μέσα από την αποδέσμευση από την παγκοσμιοποίηση και τους θεσμούς της μπορεί ένας λαός να αυτοχειραφετηθεί σήμερα. Αντίθετα μιλούν για αγώνα μέσα στα όργανα αυτά που δήθεν θα ενώσει τους εργαζόμενους σε κοινό αγώνα κατά του κεφαλαίου. Και αυτό δεν αφορά βέβαια μόνο αυτούς που δεν τολμούν ούτε καν να θέσουν θέμα εξόδου από την ΕΕ, αλλά και αυτούς που άμεσα ή έμμεσα υποστηρίζουν την παγκοσμιοποίηση. Είτε το λένε φανερά, είτε το εννοούν όταν δεν  βάζουν θέμα αποδέσμευσης από τους θεσμούς της.

Φυσικά, η αποδέσμευση από τους υπερεθνικούς θεσμούς δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσον για μια φιλολαϊκή παραγωγική  αναδιάρθρωση. Όμως, εάν δεχθούμε ότι το βασικό πρόβλημα σήμερα για τα λαϊκά στρώματα που αντιμετωπίζουν οικονομική καταστροφή είναι η αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής, και ότι μια φιλολαϊκή παραγωγική αναδιάρθρωση προϋποθέτει την οικονομική αυτοδυναμία, προφανώς, αυτή δεν είναι δυνατή ούτε μέσα στην ΕΕ, αλλά ούτε και μέσα στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, την οποία πολλοί «αριστεροί» την παίρνουν δεδομένη. Από αυτή τη μεριά τουλάχιστον το ΚΚΕ είναι συνεπές όταν επίσης βλέπει ότι παρόμοια αναδιάρθρωση προϋποθέτει την οικονομική αυτοδυναμία έξω από τους θεσμούς  της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Το θέμα όμως που μπαίνει είναι εάν η αυτοδυναμία προϋποθέτει τη κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας με την έννοια της αντικαπιταλιστικής επανάστασης (που με δεδομένη την έλλειψη των υποκειμενικών συνθηκών παραπέμπει στις καλένδες), ή εάν αρκεί η απεξάρτηση από την παγκοσμιοποίηση.

Αποτελεί, επομένως ασυνέπεια, αλλά και αποπροσανατολισμό να υποστηρίζεται από κάποιους «αριστερούς» ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια «καλή» καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση που θα επέτρεπε παρόμοια ριζική αναδιάρθρωση, έστω και μέσα στους υπερεθνικούς θεσμούς που δημιούργησε η υπερεθνική ελίτ. Είναι, δηλαδή, φανερό ότι χρειάζεται ριζική αλλαγή του αναπτυξιακού προσανατολισμού: από την εξωστρέφεια και την ενσωμάτωση στην παγκοσμιοποίηση, που μας οδήγησαν στη σημερινή καταστροφή,  στην οικονομική αυτοδυναμία.

Αυτοδυναμία όμως δεν σημαίνει, όπως υποστηρίζει η παλαιολιθική Μαρξιστική "Αριστερά" διαστρεβλώνοντας την έννοια, επιστροφή στην εθνική οικονομία και το εθνικό κράτος με τη σημερινή μορφή τους. Πραγματική εθνική οικονομία σημαίνει τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας  από τα λαϊκά στρώματα που αποτελούν τη πλειοψηφία του λαού, και όχι από μια τάξη ή μια ελίτ. Ούτε σημαίνει βέβαια απομονωτισμό, αλλά ένα νέο πραγματικό διεθνισμό που μπορεί να κτιστεί μόνο έξω από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Αυτό επιβάλλει να αρχίσουμε από κάτω, δηλαδή, από την κάθε χώρα χωριστά και από ενώσεις χωρών που επιδιώκουν την αυτοδυναμία τους. Είναι, επομένως, αποπροσανατολιστικά παραμύθια σήμερα (αν δεν είναι εκ του πονηρού) τα περί κοινού ταξικού αγώνα (ακόμη και μέσα στην ΕΕ!) για τη σοσιαλιστική αλλαγή, όταν το εργατικό κίνημα, που έχει καταρρεύσει από καιρό στη Δύση, δεν είχε τη δύναμη ούτε μια μονοήμερη γενική πολιτική απεργία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο να οργανώσει μπροστά στην πιο γενικευμένη ιστορικά επίθεση του κεφαλαίου …

Συμπερασματικά, η ίδρυση αυτοδύναμων οικονομιών αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να γίνει δυνατή η ανάπτυξη του αγώνα για μια νέα μορφή κοινωνίας. Ούτε μια σοσιαλιστική οικονομία, ούτε μια οικονομική δημοκρατία, είναι δυνατές σήμερα σε μια χώρα που δεν έχει αποκτήσει την οικονομική αυτοδυναμία της και την απεξάρτησή της από την διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς. Θα επανέλθω όμως με πρόταση για τη στρατηγική αυτή και τις γεωπολιτικές επιπτώσεις της.

* www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos

ΠΗΓΗ:   Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (28 Απριλίου 2013). Το είδα: 28-4-2013,  http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_04_28.html

Το φεγγάρι του Γιάννη Ποτ.

Το φεγγάρι

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

Δυο μαύρα πηγάδια

                                 με κοιτάζουν

Δυο ήσυχα πηγάδια

               με σέρνουν στο βυθό τους

M' ένα βιβλίο αγκαλιά,      

                   χαϊδεύω την κοιλιά σου

 

Το φεγγάρι καθρεφτίζεται

                   στα ήσυχα πηγάδια σου

Το φεγγάρι βυθίζεται

                    στα βαθιά πηγάδια σου

 

Απλώνω τα χέρια μου

                       να σώσω το φεγγάρι

Και το βιβλίο πέφτει,

                                  κατρακυλάει

Ένας γδούπος

Το πάτωμα γεμίζει λέξεις,

                       τόνους και πνεύματα

Τα πνεύματα

        ανεβαίνουν στο ταβάνι

                                 γίνονται σκιές

 

Το φεγγάρι μπαίνει

                              απ' το παράθυρο

Ναρκισσεύεται στα μάτια σου

Το  βιβλίο μπρούμυτα

                           κλαίει στο πάτωμα

Απ' τα μάτια του τρέχουν

         σπασμένες λέξεις

                     και ανάπηρα πνεύματα

 

Χαϊδεύω τον λαιμό σου

Τα μάτια σου

                      ήσυχα μαύρα πηγάδια

Με κοιτάζει το φεγγάρι

                           απ'  τα βάθη τους

Και τα πνεύματα χορεύουν

                                    στο νταβάνι

 

Όμως το φεγγάρι φεύγει

                                     Εσύ φεύγεις

Κι εγώ κοιμάμαι αγκαλιά

                         με τις μαύρες λέξεις

και τα πνεύματα να σφίγγουν

                                    το λαιμό μου

 

                             

8 Ιουνίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

«Επιδρώντας» στο ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά …

«Επιδρώντας» στο ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά: το αδιέξοδο μιας αυταπάτης

 

Των Θωμά Σουνάπογλου και Γιώργου Κρεασίδη

 

Η συζήτηση για την αριστερή κυβέρνηση, από πολλές αριστερές δυνάμεις και φωνές, γίνεται συχνά με προβληματική μεθοδολογία. Αποσυνδέονται τα γενικά κριτήρια για το ζήτημα των μετώπων και της εξουσίας από το συγκεκριμένο πρόγραμμα και την πολιτική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι, γίνονται ορισμένα λογικά άλματα, ακόμα και πολιτικές λαθροχειρίες. Πρώτα πρώτα, παρουσιάζεται ένας άλλος ΣΥΡΙΖΑ και ένα άλλο πρόγραμμα από αυτό που έχει.

Συνήθως εμφανίζεται μια ψευδής εικόνα, σύμφωνα με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται με θετικό τρόπο σαν να έχει:

– ένα κατά βάση αριστερό φιλολαϊκό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, με κάποιες έστω αυταπάτες και λάθη για την ΕΕ, αλλά «αυτό θα το ξεπεράσει η ζωή», μέσα από μια αλυσιδωτή διαδικασία που θα μοιάζει με ντόμινο,

– μια σωστή στόχευση πολιτικής αλλαγής μέσω της πρότασης για αριστερή κυβέρνηση (με κάποια λάθη τακτικής, όταν απευθύνεται στον Καμένο ή την ΔΗΜΑΡ) και

– με κοινωνική βάση τις εργατικές λαϊκές δυνάμεις (με κάποια αδυναμία  ή/και υποτίμηση στην οργάνωσή τους).

Από την άλλη, πάντα κατά την ίδια συλλογιστική – και με κριτικό τρόπο – παρουσιάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ σαν να έχει μια ηγεσία η οποία:

– δεν στηρίζεται όσο πρέπει στο μαζικό κίνημα  και υπερτονίζει τον κοινοβουλευτικό δρόμο,

– λαθεύει επικίνδυνα για τη δυνατότητα αξιοποίησης ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων,

– δεν έχει plan B στην περίπτωση αποπομπής από την ευρωζώνη

– δεν επιμένει στην «ενότητα της Αριστεράς», αλλά αλληθωρίζει παράλληλα προς ΔΗΜΑΡ, Ανεξάρτητους Έλληνες.

Ο «μέσος όρος» αυτών των «θετικών και αρνητικών στοιχείων», οδηγεί όσους ακολουθούν αυτό τον τρόπο σκέψης, στο ένα συμπέρασμα ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια δύναμη σε ταλάντευση» ή αλλιώς ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί "ανοιχτό ζήτημα"…».

Δικαιολογείται έτσι μια αχρονική εφαρμογή «ενιαίου μετώπου», ώστε να γύρει η ταλάντευση προς την αριστερή μεριά.

Καθορίζεται τελικά, με αυτό το δικαιολογητικό υπόστρωμα, είτε μια γραμμή ενεργητικής στράτευσης (βλέπε π.χ. συμμετοχή εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων της Αριστεράς στο ΣΥΡΙΖΑ, Κουβελάκης κ.λπ.), είτε κριτικής στήριξης της πολιτικής στρατηγικής του (π.χ. «Πρωτοβουλία των 1000» κ.ά.) και ειδικότερα της κυβερνητικής προοπτικής που χαράζει ο ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα του «εφικτού».

Φτιάχνεται  έτσι ένα πολιτικό φάσμα διαδοχικής  συνέχειας, που στη μια του άκρη έχει τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (ή και του αντεξουσιαστικού χώρου!) και στην άλλη άκρη του μας περιμένει η Κατσέλη και άλλοι εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ, ο Καμμένος και η ΔΗΜΑΡ.

Διότι αλλιώς «δεν μπορεί να φτιαχτεί κυβέρνηση», που είναι και το βασικό και μεγάλο ζητούμενο.  Άλλωστε, όπως λέγεται με νόημα, «και ο Τσάβες στην αρχή είχε και δεξιούς υπουργούς».

Έτσι και χωρίς ορισμένοι να το πάρουν και καλά καλά χαμπάρι, θα βρεθούν -αν βρεθούν- να αποτελούν από ατύχημα συγκυβερνώσα κυβερνητική παράταξη, μαζί με άλλους οι οποίοι τους προκαλούν αποτροπιασμό για την πολιτική τους. Με τον ίδιο τρόπο που ο Κουβέλης βρέθηκε για λόγους «εθνικής ανάγκης», να συγκυβερνά μαζί με το φασίστα Βορίδη. Όλα γίνονται…

Κατά τη γνώμη μας, πρέπει στη συζήτησή μας να στηριζόμαστε στα πραγματικά δεδομένα, με βάση τα γενικά πολιτικά μας κριτήρια. Αυτό απαιτεί μια συγκεκριμένη εκτίμηση για την πολιτική φυσιογνωμία και στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ.

– Έτσι, κωδικοποιώντας όσα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν πρέπει να προσπερνά κανείς ως τυχαία, ούτε σαν ατοπήματα κάποιων δεξιών στελεχών, που τυχαίνει και να εκπονούν το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, τα παρακάτω:

– Η πρόσδεση στο Ευρώ και την ΕΕ και η ουσιαστική αποδοχή του δεσμευτικού πλαισίου τους (Σύμφωνο για το ευρώ, Δημοσιονομικό Σύμφωνο), σε συνδυασμό με την αποδοχή του χρέους, κάνουν αδύνατη απίθανη μια ριζοσπαστική δέσμη μέτρων που θα δώσουν μια άμεση ανακούφιση στο λαό.

– Η  προγραμματική δέσμευση για διατήρηση του σημερινού επιπέδου δαπανών και της άρνησης της συγκεκριμένης τοποθέτησης για αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις από το 21% που βρίσκεται σήμερα (πιο χαμηλά και από τη νεοφιλελεύθερη Μ. Βρετανία), οδηγούν μοιραία σε απουσία από το πρόγραμμα της επαναφοράς των κομμένων μισθών στους δημοσίους υπαλλήλους,  μη δέσμευση για την κατάργηση της «εισφοράς» αλληλεγγύης ή σύναψη Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα δώσει πίσω τον κλεμμένο πλούτο από τους εργαζόμενους. Ακόμα και το προφανές μέτρο της απόδοσης επιδόματος ανεργίας για όλους τους ανέργους και η αύξησή του από το κωμικό ποσό των 360 ευρώ, είναι πολυτέλεια για τον ΣΥΡΙΖΑ

– Η αποδοχή των ιδιωτικοποιήσεων και η ανάπτυξη που δε θα πειράξει τις δαπάνες στους ήδη ρημαγμένους τομείς της υγείας, της παιδείας και των συγκοινωνιών. Είναι χαρακτηριστική η αναδίπλωση για την COSCO, αλλά πολύ περισσότερο η υιοθέτηση της «προσέλκυσης επενδυτών», μέσω του σχήματος για «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας και όχι «εκποίηση».

– Η μη κατάργηση  ουσιαστικά της πολιτικής των μνημονίων. Ο ΣΥΡΙΖΑ ρητά μιλά για  αντικατάσταση των μνημονίων με «εθνικό σχέδιο ανόρθωσης, όπου βασική φιλοσοφία του προγράμματος είναι μια "ρεαλιστική, αποτελεσματική και κοινωνικά δίκαιη δημοσιονομική σταθεροποίηση", δηλαδή μια «αριστερή» ευρωπαϊκή λιτότητα.

Όλα αυτά έχουν ένα κοινό νήμα που τα συνδέει και αυτό δεν είναι άλλο από την πολιτική στρατηγική της «ελάφρυνσης των βαρών» της κοινωνίας μέσω από μια παρέμβαση, διά της κυβέρνησης, στο πεδίο της αναδιανομής εισοδήματος και χωρίς ανατροπή στο πεδίο της παραγωγής και της διεθνούς θέσης της χώρας μέσα στην ΕΕ.

Αυτό, για να συμβεί, έχει δύο βασικές προϋποθέσεις.

Πρώτον, να υπάρξει μια καπιταλιστική ανάπτυξη και μάλιστα θηριώδης, ώστε να απορροφηθούν 1,5 – 2 εκατομμύρια άνεργοι.

Δεύτερον, αυτοί οι εθνικά σκεπτόμενοι και κοινωνικά ευαίσθητοι επενδυτές, να προσφερθούν να μοιράσουν το πλεόνασμα.

Και τα δύο, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και απορρύθμισης της ευρωζώνης, είναι όνειρα θερινής νυκτός. Ουσιαστικά πρόκειται για μια αντίληψη που βλέπει το ξεπέρασμα της κρίσης μέσα στο έδαφος του καπιταλισμού που σφραγίζεται από την αυταπάτη της επιστροφής σε κάποιας μορφής κεϊνσιανισμό. Λες και η βαρβαρότητα που ζούμε είναι αποτέλεσμα του στενού ορίζοντα μιας πολιτικής ελίτ και αρκεί η αλλαγή πολιτικού διαχειριστή για να την ξεπεράσουμε…

Υπάρχει η πείρα του ΠΑΣΟΚ και της στάσης της Αριστεράς, «φιλοσοβιετικής» και «ευρωκομμουνιστικής», απέναντί του, που δεν πρέπει να προσπεραστεί έτσι αβασάνιστα.

Η εκτίμηση που έχει κανείς για μια πολιτική δύναμη, όσο αφορά τα θεμελιώδη κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά της, είναι ζήτημα κλειδί για τον καθορισμό της πολιτικής τακτικής απέναντί της.

Η θεωρία «ενισχύουμε τα θετικά, αντιπαλεύουμε τα αρνητικά», κλασικό δόγμα της στάσης του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. μετά το 1981 απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, αποτέλεσε τον τάφο για την Αριστερά και όχι μόνο σε εκείνη την πολιτική συγκυρία. Αποτέλεσε ένα εφεύρημα των ηγεσιών τους που είχε σαν αποτέλεσμα να προσπεραστεί η εκτίμηση ότι ο βασικός χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ ήταν ένα αστικό κόμμα, με ισχυρότατη επιρροή στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα. Ένα κόμμα που είχε επομένως όλες τις προϋποθέσεις για ένα αναγκαίο αστικό εκσυγχρονισμό του μετεμφυλιακού «κράτους της Δεξιάς», όταν  η τελευταία είχε εξαντλήσει τα όριά της.

Το κλασικό αντεπιχείρημα στις κριτικές φωνές για αυτή τη στάση συμπληρωματικού ρόλου της Αριστεράς, αποτελούσε πάντα το γεγονός ότι «οι εργατικές μάζες είναι στο ΠΑΣΟΚ» ή όπως το έθετε ο Μίμης Ανδρουλάκης, «ο Ανδρέας έφερε την έννοια του σοσιαλισμού και της αλλαγής σε κάθε σπίτι». Λες και η εργατική τάξη έχει μια θεϊκή αποστολή, περίπου κατά το νόμο της βαρύτητας, αν δεν στηρίζει κομμουνιστικά κόμματα, σίγουρα να στηρίζει κόμματα μισοεπαναστατικά.

Πρέπει μάλιστα να υπογραμμιστεί ότι στις συνθήκες εκείνες, όχι μόνο είχε το ΠΑΣΟΚ συντριπτική εκλογική υπεροχή στα λαϊκά στρώματα, αλλά είχε και πλήρη και καθολική ηγεμονία, γεγονός που είχε επίδραση στις επιλογές του. Τα οργανωμένα τμήματα της βιομηχανικής εργατικής τάξης, με ποσοστά της ΠΑΣΚΕ άνω του 70% (ναυπηγεία, χαλυβουργία, πολεμική βιομηχανία κ.λπ.), σήμερα αποτελούν άπιαστο όνειρο για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δε θα αποφύγουμε το πειρασμό να θυμίσουμε την πρόβλεψη του Μ. Ανδρουλάκη, όταν υποστήριξε την πολιτική της κριτικής υποστήριξης του ΠΑΣΟΚ, πως «όταν αυτό θα τα στρίψει προς τα δεξιά, τότε θα ξηλωθεί ταχύτητα προς τα αριστερά, όπως διαλύεται το καλσόν όταν ξηλωθεί ένας πόντος».  Αλλά και τη σκωπτική αποστροφή του Κ. Τζιαντζή για αυτή τη λογική,  που μιλούσε για «εφαψίες της πολιτικής».

Μας έρχεται αμέσως  η αντίρρηση ότι πρόκειται για μια αντιιστορική τοποθέτηση, καθώς δεν υπάρχουν περιθώρια σήμερα για επανέκδοση μιας σοσιαλδημοκρατικής πρότασης. Συχνά μάλιστα υποστηρίζεται πως αυτό το εγγυάται η προέλευση του βασικού κορμού του ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΝ από την κομμουνιστική Αριστερά και το ΚΚΕ, καθώς και η εξωκοινοβουλευτική προέλευση των ριζοσπαστικών συνιστωσών. Ξεχνά μια τέτοια αντίληψη ότι και το ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα που είναι η μετεξέλιξη του ιστορικού Ιταλικού ΚΚ, στήριξε την κυβέρνηση του Μόντι, του «Ιταλού Παπαδήμου», ενώ ήταν η δική του κυβέρνηση υπό τον Πρόντι που ξήλωσε το κοινωνικό κράτος και ρήμαξε τις εργασιακές σχέσεις. Ξεχνά επίσης ότι η Κομμουνιστική Επανίδρυση μετά τη στήριξη του Πρόντι από σημείο αναφοράς για μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς, βρέθηκε να είναι μια περιθωριακή δύναμη.

Το επιχείρημα που θέλει τη σοσιαλδημοκρατική πρόταση να μην επαναλαμβάνεται είναι ορθότατο, μόνο που είναι απολύτως αντεστραμμένο. Αν το 1970 ή το 1980 υπήρχε ένα στοιχειώδες έδαφος για να σταθούν μεταρρυθμιστικές βελτιωτικές λύσεις εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, σήμερα η δυνατότητα αυτή, λόγω της ποιοτικής εμβάθυνσης της κρίσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και των διπλών αρνητικών επιδράσεων μιας ευρωζώνης πραγματικού κρεματόριου, είναι πραγματικά εντελώς οριακή και μόνο σαν σύντομο επεισόδιο και πρελούδιο μιας αποφασιστικής κλιμάκωσης της ταξικής αντιπαράθεσης για το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό όμως είναι λόγος όχι για να υποστηρίζεται κριτικά, αλλά να αντιπαλεύεται μια σύγχρονη ρεφορμιστική πολιτική γραμμή αστικού εκσυγχρονισμού, εντός καπιταλιστικού πλαισίου και ΕΕ!

Αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι οι λαϊκές μάζες δεν θα έχουν προσμονή και αυταπάτη για κάτι τέτοιο, άρα ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να στηρίξουν «εύκολες λύσεις» ανακούφισης είτε στα αριστερά είτε στα δεξιά. Και αυτό ακριβώς είναι που βλέπουμε στην αναδιάταξη του πολιτικούς σκηνικού. Ο εμβριθής επαναστάτης και ο πολιτικός επιστήμονας μπορεί να ισχυρίζονται -και ορθά- ότι περιθώρια άσκησης σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής δεν υπάρχουν. Ωστόσο, χάρη και στην παρελθούσα πολιτική και ιδεολογική ύπνωση που έχει προσφέρει και η Αριστερά του «μέσου όρου θετικών και αρνητικών» και του «αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων», οι αυταπάτες του κόσμου μπορούν να αναγεννιούνται, με τη μορφή της ελπίδας της άμεσης και άκοπης λύσης, χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή και ενεργοποίηση του. Πολύ περισσότερο, όταν αυτές οι αυταπάτες συντηρούνται και υποδαυλίζονται και από ρεύματα της Αριστεράς… Μόνο που το κόστος της συντριβής θα είναι βαρύτερο για όλους.

ΠΗΓΗ: Fri, 2013-04-26, http://aristeroblog.gr/node/1622