Τι και πως θ’ απαντούσε στον Hawking ο Einstein…

Τι και πως θ’ απαντούσε στον Hawking ο Einstein…

 

Ένα σχόλιο για το περιεχόμενο της κριτικής που άσκησε ο Σεβ. Πειραιώς στον διάσημο Βρετανό αστροφυσικό

 

Τoυ Χάρη Ανδρεόπουλου, θεολόγου *


 

 

Mε την περίπτωση του Stephen Hawking ασχολήθηκε και ο αείμνηστος καθηγητής Δογματικής και Φιλοσοφίας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, Νίκος Ματσούκας, σχολιάζοντας τις διφορούμενες απόψεις του διάσημου αστροφυσικού, χωρίς να τις (δια-) συνδέσει με την υφιστάμενη παραπληγία του και, φυσικά, χωρίς να προχωρήσει σε εικασίες περί «συγχύσεως του νοός του», όπως – αδικαιολογήτως, κατά τη ταπεινή μας γνώμη – πράττει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ,  σχολιάζοντας**  το τελευταίο βιβλίο του Hawking με τίτλο “The Grand Desing” («Ο μεγάλος σχεδιασμός»).

Ο μεγάλος δογματολόγος της Θεσσαλονίκης Νικ. Ματσούκας αναφερόταν συχνά σε σύγχρονους επιστήμονες, κυρίως από το χώρο της αστροφυσικής, που κάνουν λόγο για ένα ξεκίνημα του σύμπαντος σε μια δεδομένη στιγμή, για μια έκρηξη μιας κοσμογονίας, για ένα διαστελλόμενο σύμπαν, για συνεχή δημιουργία, κτλ, κτλ, και θεωρούσε ότι οι απόψεις αυτές είναι άκρως ενδιαφέρουσες για τη σημερινή θεολογική επιστήμη, αλλά επεσήμαινε και τόνιζε: «Προς Θεού, χρειάζεται μεγάλη προσοχή – οι απόψεις αυτές μπορούν να ενδιαφέρουν μονάχα για λόγους ερμηνευτικούς, και ποτέ για λόγους απολογητικούς ή για συμπεράσματα αθεΐας (…) Τέτοιες συζητήσεις για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού κατά τη σημερινή επιστημολογία τουλάχιστον είναι ανόητες…», υποστήριζε ο καθηγητής, επικαλούμενος ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη φιλοσοφία του L. Wittgenstein.   (βλ. «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», τόμος Δ’, εκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, 1999, σελ. 39)

 

Ο Νικ. Ματσούκας, ένιωσε μάλιστα την ανάγκη να υπερασπισθεί το δικαίωμα του Hawking να αρνηθεί να απαντήσει αν είναι θρησκευόμενος ή άθεος, όταν ρωτήθηκε σχετικώς, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετιας του ’90, για να δώσει διάλεξη. Κατά τη επίσκεψή του εκείνη στην Αθήνα, «χριστιανομαθημένοι» δημοσιογράφοι τον ρώτησαν αν πιστεύει στο Θεό. Πολύ σωστά, όμως – γράφει ο Ματσούκας (ο.π., σελ. 39) – ο Hawking είπε ότι δεν επιθυμεί ν’ απαντήσει, γιατί δεν θα’ θελε να θεωρηθεί μήτε θρησκευόμενος, μήτε άθεος. Ωστόσο ένας «χριστιανομαθημένος» δημοσιογράφος δεν σεβάσθηκε την επιθυμία του και στο ρεπορτάζ που έκανε φρόντισε να μας πληροφορήσει κατηγορηματικά ότι ο Hawking είναι «εκ πεποιθήσεως άθεος» (έκφραση του δημοσιογράφου). «Προφανώς η συμπεριφορά αυτή του δημοσιογράφου μόνο …αγιοπνευματική (κάθε άλλο!) επιρροή δεν μαρτυρούσε…», είχε παρατηρήσει ο αείμνηστος καθηγητής του τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ.  

 

Επί της ουσίας τώρα και σχετικά με τη άποψη (αυτή είναι που μας ενδιαφέρει και – προς Θεού! – όχι το εάν είναι ή δεν είναι παραπληγικός …) που εξέφρασε ο Hawking, ότι δηλ. ο Θεός δεν είναι δημιουργός του σύμπαντος και άρα η επίκληση του Θείου δεν είναι αναγκαία για την κατανόηση του κόσμου μας, κλπ.,  θα μπορούσαμε, θεολογικώς πράττοντες, να απαντήσουμε με το λίαν χαριτωμένο παράδειγμα που έδιδε ο Albert Einstein, περιγράφοντας τη σχέση επιστήμης και αποκάλυψης (: θρησκείας / πίστης):

 

 «Εμείς οι θετικοί επιστήμονες», έλεγε ο κορυφαίος φυσικός του 20ου αιώνα, «μοιάζουμε με τους αναρριχητές ορειβάτες. Με πολλή προσπάθεια και κόπο ανεβαίνουμε το όρος της Αλήθειας. Όταν, όμως, φθάσουμε στη κορυφή, βρίσκουμε εκεί τους θεολόγους να μας περιμένουν…». 

 

 

Νομίζουμε ότι ο Αγιος Πειραιώς,  εξ επόψεως θεολογικής, είπε λιγότερα απ’ όσα ώφειλε και εξ επόψεως απολογητικής, περισσότερα απ’ όσα έπρεπε.

 

 

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), καθηγητής Β/θμιας Εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Δομενίκου Ελασσόνας).

 

** Ο Πειραιώς Σεραφείμ για τις θέσεις του αστροφυσικού Hawking, Τελευταία Ενημέρωση: Sep 23, 2010,

http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3475

 

ΠΗΓΗ: Τελευταία Ενημέρωση: Sep 25, 2010, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3490

Ανομία θέλετε, ανομία θα έχετε

Ανομία θέλετε, ανομία θα έχετε

Της Στεφανίας Λυγερού

Στον λαό που σας ψηφίζει έστειλα την ίδια επιστολή, προλογίζοντάς την ως εξής: Θα μας τα έφτιαχναν αν ήξεραν ότι ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΠΑΙΡΝΕΙ. Αν είχαν να κάνουν δηλαδή με έναν λαό που τους κρίνει, που δεν δέχεται αμαχητί ότι τους έρχεται, αν είχαν τον φόβο μας. Αφού πρέπει κι αυτό εμείς να το κάνουμε -κανονικά πάει το αντίθετο-, αφού λοιπόν πρέπει εμείς να γίνουμε άξιοι για να μας υπηρετούν άξια, αυτό και πρέπει να κάνουμε. Να φανούμε άξιοι για να έχουμε άξιους ηγεμόνες. Διεκδικούμε κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση το δίκιο μας. Θα τους σταματήσουμε.

Συνέχεια

Θαυμάστε τους… Comandante!

Θαυμάστε τους… Comandante!

Tου Ηρακλή Πυλαρινού*

 

 Comandante Παναγόπουλος: Ο έμμισθος εργατοπατέρας, ο εκπρόσωπος (;) των καταπιεσμένων, ο ορκισμένος εχθρός του ΔΝΤ, ο φόβος και τρόμος της τρόικας, ο ήρωας της εργατικής τάξης, ο πατερούλης μας.

Η απάντηση του «Βήματος»: 

Συνέχεια

Ληστρικό χρέος: ή πληρώνεις ή δεν πληρώνεις

Ή πληρώνεις ή… δεν πληρώνεις

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

Ο λογαριασμός του μνημονίου δεν βγαίνει. Το ομολογούν πια ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του. «Κάτι άλλο πρέπει να γίνει» λένε οι πιο… ταγμένοι απολογητές της τρόικας.

Άλλοι προτείνουν ανοιχτά την αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας, εντός φυσικά του ευρώ.

Άλλοι ανακάλυψαν την… «ανάταξη του χρέους», που υποτίθεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από την αναδιάρθρωση, έστω κι αν στην πραγματικότητα οι αγορές χρησιμοποιούν την έννοια αυτή για να αποδώσουν το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Άλλοι πάλι ανέσυραν την ιστορία του ευρωομολόγου. Όλα αυτά βέβαια έχουν τον ίδιο κοινό παρονομαστή: την ελεγχόμενη ή συντεταγμένη πτώχευση της χώρας.

Οι δυστυχέστεροι όμως όλων είναι όσοι διεξάγουν «αντιμνημονιακό» αγώνα χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να μας πουν τι θα κάνουν με το δημόσιο χρέος.

Θα έχετε προφανώς δει όλους τους επιφανείς υποψηφίους του «αντιμνημονιακού» αγώνα να ζητούν την ψήφο σας. Όλοι, από τους εκλεκτούς της Ν.Δ. έως τους υποψηφίους της επίσημης Αριστεράς και τους «διαφωνούντες» του ΠΑΣΟΚ, εκτοξεύουν μύδρους εναντίον του μνημονίου. Αλλά μέχρι εκεί. Όταν η συζήτηση έρχεται στο διά ταύτα, τότε τα πράγματα αλλάζουν.

Οι εκπρόσωποι της Ν.Δ. καταφεύγουν σε ανέκδοτα περί μηδενισμού του ελλείμματος, για να κρύψουν ότι είναι υπέρ της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ελεγχόμενης πτώχευσης της χώρας. Οι άλλοι σφυρίζουν αδιάφορα.

Ορισμένοι ανάγουν τα πάντα στη Δευτέρα Παρουσία της δικής τους χίμαιρας, όπου όλα τα βάσανα του λαού θα βρουν την οριστική λύση τους. Όλα τ’ άλλα ας γίνουν στάχτη και μπούρμπερη, για να μάθει ο λαός πως το μόνο που έχει να κάνει σήμερα είναι να τους ψηφίζει και να τους ακολουθεί τυφλά.

Οι υπόλοιποι είναι σίγουροι ότι μέσα στα ίδια πλαίσια της Ε.Ε. και του ευρώ που μας επέβαλαν το μνημόνιο και τη χρεοκοπία αυτοί θα εφαρμόσουν αναδιανομή εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, θα κρατικοποιήσουν τις τράπεζες και θα προχωρήσουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Και μετά ξύπνησαν. Ή, μάλλον, θα ξυπνήσουν άγαρμπα μετά τις εκλογές.

Όλα αυτά γίνονται για να κρύψουν ότι δεν έχουν καμία πρόταση ουσιαστικά διαφορετική από την κυρίαρχη λογική που εφαρμόζεται μέσω του μνημονίου. Ό,τι και να λένε, το κυρίαρχο ζήτημα ήταν και παραμένει ένα: Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος; Όσο κι αν αποφεύγουν να απαντήσουν, όσο κι αν αναζητούν διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό» αγώνα, το ερώτημα αυτό θα συνεχίζει να τους στοιχειώνει. Και σ’ αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

 

 

Νέο καρφί στο φέρετρο

 

Το αδιέξοδο που βιώνει ο λαός μας, η χρεοκοπία στην οποία έχει οδηγηθεί το κράτος και η χώρα δεν οφείλεται στο μνημόνιο, αλλά στην αξιωματική παραδοχή ότι η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει πάση θυσία να πληρώνει ένα χρέος από τη φύση του καταχρηστικό, προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας. Ένα χρέος που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί χωρίς να αναζητά το κράτος διαρκώς νέα δάνεια από τη διεθνή αγορά για να πληρώσει τα παλιά. Είναι ποτέ δυνατόν να ξεφύγει από τη χρεοκοπία κάποιος που πρέπει διαρκώς να δανείζεται για να πληρώνει παλιότερα δάνεια;

Επομένως, το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τι θα γίνει με το μνημόνιο. Ούτε αν θα υπάρξει νέο μνημόνιο μεγαλύτερης διάρκειας. Το αληθινό πρόβλημα είναι πώς θα γίνει να απαλλαγούν η χώρα και ο λαός της από το άχθος αυτού του δημόσιου χρέους. Διότι όσο συνεχίζει να αναγνωρίζει το χρέος αυτό ως δικό της, όσο συνεχίζει να το εξυπηρετεί, τόσο θα εντείνονται τα αδιέξοδα και θα δοκιμάζεται η επιβίωσή της. Είτε υπάρχει μνημόνιο είτε δεν υπάρχει.

Ποιο είναι το ζητούμενο του μνημονίου; Να εφαρμοστούν τέτοιες περιοριστικές πολιτικές και «διαρθρωτικές αλλαγές» που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να κερδίσει ξανά – όπως λέει και ξαναλέει η κυβέρνηση – την εμπιστοσύνη των αγορών. Για να κάνει τι; Να ξαναβγεί στις αγορές με σκοπό να δανειστεί με υποφερτούς όρους και επιτόκια.

Γιατί πρέπει να ξαναβγεί στις αγορές; Για να αναχρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος της. Δηλαδή για να βρει νέα δάνεια προκειμένου να εξυπηρετήσει τα παλιά. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που η Ελλάδα χρειάζεται τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Γιατί αυτό δεν αποτελεί ομολογία χρεοκοπίας;

Αν κάποιος έχει βρεθεί στην ανάγκη να δανείζεται για να εξυπηρετεί τα χρέη του, τι είναι αυτό που θα πρέπει να τον ενδιαφέρει; Να βρίσκει διαρκώς νέα δάνεια ώστε να παρατείνει την αδιέξοδη κατάστασή του ή να τελειώνει μια και καλή με το σύνολο των χρεών του; Η κυβέρνηση, όπως και οι οπαδοί των διαφόρων παραλλαγών αναδιάρθρωσης του χρέους, έχουν στόχο το πρώτο. Αδιαφορώντας για το γεγονός ότι κάθε νέο δάνειο που συνάπτει η χώρα στην κατάσταση υπερχρέωσης που βρίσκεται είναι ένα ακόμη καρφί στο φέρετρό της.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία έπειτα από μια δεκαετία εξαιρετικά ευνοϊκής προσφυγής στις διεθνείς αγορές ομολόγων, όπου με μέσο σταθμικό ετήσιο κόστος της τάξης του 4% οι επενδυτές κεφαλαίου και οι τράπεζες αγόραζαν ελληνικά ομόλογα ουσιαστικά στα τυφλά. Σ’ αυτό το διάστημα το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε κατά 153 δισ. ευρώ, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε. Χρειάστηκε η παγκόσμια κρίση για να αποκαλυφθεί σ’ όλο της το μεγαλείο η χρεοκοπία της χώρας.

Η εφαρμογή του μνημονίου δεν οδήγησε απλώς σε μια δραστική αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου υπέρ των δανειστών της χώρας, αλλά δημιουργεί νέα μεγαλύτερα χρέη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση των ελεγκτών του ΔΝΤ, ο κρατικός προϋπολογισμός, εκτός όλων των άλλων, εμφανίζει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Κι αυτό λόγω κυρίως των αυξημένων αναγκών στήριξης των ντόπιων τραπεζών.

Ακόμη, το πρόβλημα εσόδων που αντιμετωπίζει ήδη ο κρατικός προϋπολογισμός έκανε τον κ. Παπακωνσταντίνου να ομολογήσει σε συνέντευξή του στην Bloomberg TV (15.9) ότι «ενδέχεται να έχουμε κάποια υστέρηση στα έσοδα γιατί η χώρα είναι σε ύφεση». Έτσι επινόησε το ομόλογο της διασποράς, που η κυβέρνηση προτίθεται να πουλήσει σε Έλληνες του εξωτερικού κάνοντας έκκληση στον πατριωτισμό τους. Πρόκειται για λύση απελπισίας.

Το ίδιο και η πρακτική που εισήγαγε η κυβέρνηση με τη μηνιαία έκδοση τριμηνιαίων και εξαμηνιαίων έντοκων γραμματίων ώστε να βρει τα πολυπόθητα έσοδα και να καλύψει τις αυξανόμενες «μαύρες τρύπες». Έτσι, στις 14.9 πούλησε εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια αξίας 1,17 δισ. ευρώ σε επενδυτές – κυρίως τράπεζες του εσωτερικού – με επιτόκιο που έφτασε το 4,82%. Ενώ στις 21.9 πούλησε τριμηνιαία έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 390 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 3,98%. Αν και σ’ αυτήν την έκδοση εκδήλωσαν ενδιαφέρον κάποιοι ξένοι θεσμικοί επενδυτές, ο κύριος όγκος αγοράστηκε πάλι από τράπεζες του εσωτερικού.

Οι θριαμβολογίες για την υπερπροσφορά που εμφανίστηκε, αλλά και την οριακή μείωση του επιτοκίου των τριμηνιαίων εντόκων σε σχέση με την προηγούμενη φορά, δεν μπορεί να κρύψουν τη δεινή θέση ενός κράτους το οποίο αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα ρευστότητας ώστε αναγκάζεται να δανειστεί με βραχυπρόθεσμους τίτλους σε τακτική βάση. Πράγμα που συνιστά εξαιρετικά επαχθή τρόπο δανεισμού. Κι αυτό διότι το ετήσιο κόστος για τα εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια φτάνει το 10%, ενώ για τα τριμηνιαία ξεπερνά το 16%!

 

Θανατηφόρο… φάρμακο

 

Μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση; Και βέβαια όχι. Διότι η πηγή του προβλήματος, ο κύριος λόγος που οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και τη χρεοκοπία, δεν είναι το κρατικό έλλειμμα ούτε η «έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών». Η κύρια πηγή του δημόσιου χρέους είναι τα παραγωγικά και εξωτερικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία τη δεκαετία του ευρώ εκτινάχθηκαν στα ύψη και δημιούργησαν αυτό που επίσημα αποκαλείται «κρίση ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό πλέον αναγνωρίζεται από κάθε σοβαρό αναλυτή της σημερινής κρίσης, ακόμη κι όταν δουλεύει για την… ΕΚΤ. Για παράδειγμα, σε μια πρόσφατη ανάλυση του προβλήματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από μια ομάδα οικονομολόγων της ΕΚΤ διαπιστώθηκε η ζοφερή επιδείνωσή του κατά τη διαδικασία ένταξης στο ευρώ και κατόπιν:

«Στην τελευταία υποπερίοδο 1999-2007 παρατηρήθηκε σημαντικό άνοιγμα και επιμονή του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό με τη σειρά του ανέδειξε το ζήτημα της εξωτερικής αειφορίας της Ελλάδας, στα πλαίσια της δυνατότητας η οικονομία της να εξυπηρετήσει μακροπρόθεσμα τις συσσωρευμένες υποχρεώσεις του εξωτερικού χρέους της…

Ένα από τα κύρια ευρήματα είναι το γεγονός ότι η χρηματοπιστωτική φιλελευθεροποίηση που συνέβη στη δεκαετία του 1990 και η διαδικασία της νομισματικής ολοκλήρωσης, που οδήγησε στην υιοθέτηση του ευρώ το 2001, είχαν αποτέλεσμα μια αξιοσημείωτη πιστωτική επέκταση και πτώση στις ιδιωτικές αποταμιεύσεις, συμβάλλοντας σε μια δραστική χειροτέρευση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Στην κατοπινή περίοδο της ένταξης στην Ευρωζώνη η πιστωτική επέκταση και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα» (Current account determinants and external sustainability in periods of structural change, by Sophocles N. Brissimis, George Hondroyiannis, Christos Papazoglou, Nicholas T. Tsaveas and Melina A. Vasardani, Working Paper Series, Νο 1243/ September 2010).

Με απλά λόγια, η πολιτική φιλελευθεροποίησης που ακολουθήθηκε για την προετοιμασία της χώρας για την ένταξη στο ευρώ, καθώς και αυτή καθαυτή η ένταξη εκτίναξαν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Κι αυτό επειδή η σχέση μας με το ευρώ οικοδομήθηκε στη βάση της διαρκούς συμπίεσης των λαϊκών εισοδημάτων και στην αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που εκτινάχθηκαν τα εξωτερικά ελλείμματα.

Ταυτόχρονα ενισχύθηκε η κερδοσκοπία μέσω της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, που συνέβαλε καθοριστικά στην εκτίναξη του δημόσιου χρέους και στη χρεοκοπία της χώρας. Το δράμα είναι ότι η ίδια πολιτική που μας έφερε σε αυτήν την κατάσταση μας επιβλήθηκε, μέσω του μνημονίου, ως αναγκαία λύση για την έξοδο απ’ αυτήν. Η ίδια πολιτική, μόνο σε θανατηφόρα δόση.

 

Τα μέλη της Ε.Ε. σε πορεία σύγκρουσης

 

Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το ευρώ δημιούργησε συνθήκες παραγωγικής αποσύνθεσης της οικονομίας και δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι με το ευρώ και την Ε.Ε. η χώρα έχασε όλα εκείνα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει μια ύφεση, και μάλιστα μια κρίση χρέους.

Σ’ αυτό έγκειται και το σημερινό αδιέξοδο της χώρας. Ειδικά σε μια περίοδο που η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Αυτό πλέον είναι κοινό «μυστικό» σε όλους τους φορείς που παρακολουθούν την παγκόσμια οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία έκθεση «Trade and development report», 2010, της United Nations Conference on Trade and Development (ΟΗΕ), που δημοσιοποιήθηκε στις 14.9. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι «η κρίση της Ευρώπης δηλώνει πως το σημερινό καθεστώς πολιτικής της Ευρωζώνης είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι ασυντόνιστες εθνικές πολιτικές των κρατών – μελών βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.

Κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους η Ευρώπη είναι σήμερα το παγκόσμιο θερμό επίκεντρο της αστάθειας και της απόκλισης. Αφού ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια κρίση έχει τώρα επικεντρωθεί στην Ευρώπη και η περιφέρεια αυτή επιβραδύνει την παγκόσμια ανάκαμψη λόγω της σημασίας της στο παγκόσμιο εμπόριο». Ενδιαφέρον όμως έχει το τι εντοπίζει η συγκεκριμένη έκθεση ως προς τους παράγοντες που συντέλεσαν καθοριστικά στην ελληνική κρίση:

«Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει όλα τα μακροοικονομικά εργαλεία πολιτικής που εν δυνάμει θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση.

Πρώτον, λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις συνθήκες της Ε.Ε. και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως επίσης και τις ογκούμενες πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας – το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ήταν δικαιολογημένο, δηλαδή μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, ενώ απαγορευόταν η παροχή οποιασδήποτε νομισματικής υποστήριξης στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας δεν είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει την οικονομία ή το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, δεν είναι πια δυνατή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσα από την υποτίμηση της ονομαστικής αξίας του νομίσματός της. Αυτός ο τελευταίος περιορισμός θέτει την Ελλάδα σε ακόμα χειρότερη θέση από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις αναδυόμενες αγορές που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες χρηματοπιστωτικές κρίσεις…

Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επίπονη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης και της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Τρίτου Κόσμου» αντιμετώπισε κρίση χρέους ανάλογη με τη δική μας, έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την επιβολή του μνημονίου, που έτσι ή αλλιώς είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας.

Η κατάσταση αυτή εξασφαλίζει ότι η χώρα θα παραμείνει έρμαιο των αγορών που πιέζουν διαρκώς για ελεγχόμενη πτώχευση και αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη δήμευση και ρευστοποίηση της χώρας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η πολιτική του μνημονίου προετοιμάζει νέες εξάρσεις του δανεισμού, ιδιωτικού και δημόσιου, μέσα από τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εξαφάνιση των αποταμιεύσεων, την κρίση ρευστότητας των τραπεζών και του κράτους, αλλά και την ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Μόνη λύση είναι να απαλλαγεί η χώρα από το μνημόνιο και την πολιτική του, ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα. Όμως η απαλλαγή από το μνημόνιο συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την απαλλαγή από τον βραχνά του δημόσιου χρέους. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν επιβληθεί εδώ και τώρα η μη αναγνώριση και η άρνηση του δημόσιου χρέους της χώρας.

Μαζί με την έξοδο από το ευρώ μπορεί να δοθεί πραγματικά η ευκαιρία να αντιμετωπιστεί η ύφεση και να αναταχθεί η οικονομία της χώρας προς όφελος του λαού της. Μόνο έτσι μπορούμε να ξεφύγουμε από τον φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας και θα πάψουμε να βρισκόμαστε στο έλεος των διεθνών αγορών.

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 23-09-10),  http://www.topontiki.gr/article/9906

Μετανεωτερικότητα και Ελευθερία

Μετανεωτερικότητα και Ελευθερία:

Επιστημολογικές και Πολιτιστικές Ασυνέχειες

 

Του Γιώργου Παύλου

 


 

Πραγματικά κανείς, όταν καλείται να μιλήσει γι' αυτά τα πράγματα, δεν ξέρει καμιά φορά από πού ν' αρχίσει ή τί να πρωτοπεί, γιατί όντως βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα γεγονός ουσιώδους σημασίας, ιδίως όταν πρόκειται να μιλήσουμε για το χρόνο και για τον κόσμο, και όταν πρόκειται να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό, όπως είναι αυτός ο πολιτισμός που κουβαλάει αυτός ο τόπος. Εννοούμε δε το διαχρονικό ελληνικό πολιτισμό διότι, εάν άλλα είδη πολιτισμών θέλουν να αναγκάσουν τον κόσμο να υποταχθεί σε μια γενική μορφή ή δομή, σ' ένα γενικό πλαίσιο, τούτος ο πολιτισμός που κουβαλάμε στις πλάτες μας ως Έλληνες είναι κάτι το ανάποδο: θέλει να σώσει το επιμέρους, θέλει να αναδείξει τα ελάχιστα και τα μηδαμινά αυτά για τα οποία όσοι ασχολούνται με τις μεγάλες ιδέες θεωρούν ασήμαντα να ασχοληθούν. Τούτος ο πολιτισμός, λοιπόν, είναι ένα μοιρολόι του συγκεκριμένου, του ελάχιστου, του ασήμαντου, του εφήμερου, γι' αυτό και είναι δύσκολος πολιτισμός.

Κατ’ αρχάς, να αναφέρω κάποιες συγκεκριμένες μνήμες που μας βοηθούν να αναμετρηθούμε μ’ έναν τόπο και μ’ έναν τρόπο όπως είναι ο δικός μας τόπος και τρόπος και που μας πάει πολύ μακριά και προς το παρελθόν και προς το μέλλον.


Πριν λίγες μέρες ήμουν αναγκασμένος να παρακολουθήσω ένα γεγονός σ’ ένα σχολείο που μου έχουν ζητήσει να είμαι επιστημονικός υπεύθυνος, κι εκεί έζησα ένα στιγμιότυπο που νομίζω ότι αξίζει να σας το πω. Ένα παιδί της Α' Γυμνασίου δημιουργούσε προβλήματα, κούραζε τους δασκάλους του και αναγκάστηκε ένας καθηγητής του να το φέρει στους συντονιστές αυτού του σχολικού προγράμματος. Ένας συντονιστής, ένας δάσκαλος – από πόνο ο ίδιος για τις αταξίες του μικρού – του τράβηξε τα αυτιά, τον χαστούκισε επειδή δεν ήταν υπάκουος, και εγώ είδα το παιδί αυτό να κλαίει. Ένα παιδί με ξανθά μαλλιά, με πρόσωπο φωτεινό. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, δεν ήθελα να σταματήσω την επέμβαση αυτή του δασκάλου μπρος σε όλους τους άλλους μαθητές. Μετά το πήρα παράμερα, κατεβήκαμε κάτω και το κράτησα στην αγκαλιά μου, το χάιδεψα και το φίλησα. Μιλήσαμε λίγο και μου είπε ότι είναι ορφανό, ότι ζει με τον παππού του και τη γιαγιά του. Του έλεγα ότι είναι καλό να αρχίσει να μαθαίνει γράμματα και πολλά παρόμοια. Μου έλεγε συνεχώς κλαίγοντας: «Ναι, κύριε. Ναι, κύριε». Ένα μικρό παιδί ορφανό, αδύναμο, χτυπημένο από τη μοίρα του σ' έναν κόσμο ψυχρό, αδιάφορο, αφιλόξενο. Εν τέλει μία ύπαρξη μερική και ατομική μέσα στον κόσμο – τον ιστορικό. Ένα δάκρυ ξεχασμένο στο χρόνο και την ιστορία που κρίνει τον κόσμο και την ιστορία.


Αυτό ήταν ένα συγκλονιστικό γεγονός για μένα προσωπικά, αλλά νομίζω ότι φανερώνει και το δικό μας δρόμο ως Έλληνες και ως ανθρώπους. Ότι σ' αυτό το εφήμερο, το συγκεκριμένο σώμα το απτό, μπορεί κανείς να συναντάει κάτι απερίγραπτο, κάτι το μέγιστο που αναμετράει τους χώρους και τους χρόνους, που μας βάζει μπροστά σ' ένα συμβάν, σ' ένα σημείο, και  ταυτόχρονα μας σταματάει μπρος στο αδιάβατο της ύπαρξης. Δεν μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο έτσι εύκολα εμείς.

 

Αυτό το γεγονός, αυτή η συνάντηση με το εφήμερο – τουλάχιστον στην τραγική στιγμή του – μου θύμισε κάτι από την περιοχή της Τέχνης, που θα το ξέρετε ίσως πολλοί από σας. Σας το αναφέρω, γιατί νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό. Θυμάστε την ταινία Τσαμπ – Ιταλού σκηνοθέτη – όπου ένα παιδί που ζει με τον πατέρα του, πρώην αθλητή του μποξ, ο οποίος μετά τις δόξες πλέον αρχίζει να γερνάει εργαζόμενος ως απλός εργάτης στον ιππόδρομο, ενώ η μητέρα του που αποφάσισε να ζήσει μια μεγάλη ζωή μ’ έναν σπουδαίο άνθρωπο, παίρνει για λίγο το παιδί μαζί στο πλούσιο σπίτι της. Το παιδί δεν αντέχει και επιστρέ­φει στον πατέρα του. Αναζητώντας τον πατέρα του φθάνει σ' έναν άδειο χώρο φωνάζοντας διαρκώς και με αγωνία το όνομά του. Νομίζω ότι αυτή η εμπειρία είναι μια από τις συγκλονιστικές στιγμές που μπορεί να παρουσιάσει η Δυτική Τέχνη. Ίσως εμείς, μέσα από την εμπειρία του δικού μας τρόπου, μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτά τα στοιχεία. Διότι είναι αυτή η εμπειρία της κοσμικής ορφάνιας, που μόνο ο άνθρωπος ως ενσυνείδητο ον μπορεί να βιώσει μ' έναν τρόπο που τον οδηγεί, ώστε ο ίδιος να αναλάβει την ευθύνη για όλον τον κόσμο, αλλά όχι με μια καρικατούρα μετασχηματισμού του Κόσμου και της Ιστορίας, αλλά με μια ευθύνη που πάει πολύ μακριά. Ο άνθρωπος αγωνιά και αισθάνεται ευθύνη για ολόκληρο τον κόσμο και το σύμπαν. Αυτή είναι η εμπειρία της απουσίας που και ο Σάρτρ περιγράφει έτσι έντονα.

 

Άλλο ένα στιγμιότυπο πάλι από την τέχνη, νομίζω ότι μας βοηθά να μπούμε σε μια περιοχή, όπου ορίζονται τα πράγματα μόνα τους και αυτομάτως χωρίς να κουραζόμαστε. Είναι αυτή η στιγμή που στο έργο Σολάρις του Ταρκόφσκι μία κοπέλα που είναι βασικά η υλοποίηση της μνήμης ενός εκ των ηρώων, μέσα σε έναν περίεργο πλανητικό χώρο αναγκάζεται να παρακαλεί τους ιπιστήμονες να της επιτρέψουν να ζήσει μαζί τους, γιατί όπως ισχυρίζεται αυτή η υλοποιημένη μνήμη-άνθρωπος επιθυμεί, νιώθει, αισθάνεται, διψάει, πονάει και τα λοιπά. Οι επιστήμονες της λένε ότι δεν υφίσταται, δεν υπάρχει, και ότι απλώς είναι μια υλοποιημένη μνήμη από νετρόνια.

 

Νομίζω ότι αυτά τα γεγονότα μας πηγαίνουν στην καρδιά αυτού του πολιτισμού που κουβαλάμε. Γιατί προσωπικά, αισθάνομαι ότι μετανεωτερικότητα σημαίνει επανεύρεση αυτού του τρόπου που μας ξανακάνει να είμαστε αυτό που είμαστε. Μας δίνει θάρρος να μη φοβούμαστε να είμαστε αυτό που είμαστε.

 

Όντως η διάνοια του ανθρώπου νεκρώνει τον κόσμο. Όντως τα συγκεκριμένα όντα σ' έναν πολιτισμό που δομείται σήμερα όλο και πιο πολύ απρόσωπα χάνουν τη σημασία τους. Γίνονται απλώς μια ύλη, μια μορφοποίηση μιας γενικής ιδέας. Αυτό θα πει κανείς ότι είναι ένας ανάστροφος πλατωνισμός. Ο Πλάτωνας φαντάζεται το νοητό κόσμο, εμπνέεται το νοητό κόσμο των ιδεών για να σώσει – όσο γίνεται – τον εφήμερο κόσμο, τον κόσμο των σωμάτων, τον αισθητό κόσμο, τον κόσμο της γενέσεως και της φθοράς. Βέβαια, αναγκάζεται να παραδεχθεί όπως όλος ο ελληνικός πολιτισμός την εμπειρία της ανάγκης: ότι τούτος ο κόσμος έχει μέσα του μια τραγικότητα. Βρίσκεται στην περιοχή της ανάγκης. Αυτό οι αρχαίοι Έλληνες το ταύτιζαν με αυτό που ονομάστηκε ύλη.

Αιτία της ανάγκης και της γενέσεως και της φθοράς είναι ένας υλικός φορέας, ο οποίος από τη φύση του υπόκειται σε μία διαρκή κίνηση, σ' ένα «γίγνεσθαι» και δε μπορεί να περάσει στην περιοχή του «είναι». Γι' αυτό και τα εφήμερα όντα, τα συγκεκριμένα, τα αισθητά δεν μπορούν να είναι όντα όντως. Αυτό που έχει σημασία είναι το γένος, η ιδέα που στέκεται στο νοητό τόπο και έχει αιωνιότητα. Αλλά ο Πλάτωνας ερμηνεύεται από την Ευρώπη ανάποδα, γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να καταλάβει σε μεγάλο βαθμό – και αυτό δεν είναι μια αλαζονική δική μας κρίση, αλλά είναι μια ταπεινή αίσθηση κατανόησης των τρόπων.


Η Ευρώπη δεν μπορεί να κατανοήσει ακόμη τον τρόπο του βλέπειν και οράν που εισήγαγε ο δικός μας πολιτισμός. Δηλαδή, ο Πλάτωνας δεν δημισυργεί έναν νοητό κόσμο ιδεών, επειδή αντιμάχεται την ύλη και το σώμα, – αλλά αγωνίζεται με τον τρόπο του να σώσει όσο γίνεται τον κόσμο τον εφήμερο. Γι' αυτό βλέπει κανείς αυτήν την εμπειρία του κάλλους, της ωραιότητας και της ομορφιάς να είναι βασικό συστατικό του αρχαιοελληνικού κόσμου. Αυτή η ομορφιά και η ωραιότητα και το κάλλος δεν αναφέρεται απλώς σ' έναν κόσμο νοητό, αλλά έχει να κάνει με τούτον τον κόσμο, το συγκεκριμένο, τον εφήμερο.


Απ' την άλλη μεριά, η Ευρώπη αδυνατεί να δει και να αναγνωρίσει τον ελληνικό τρόπο στην πληρότητά του, διότι ο ελληνικός τρόπος είναι ένας δύσκολος τρόπος. Χρειάζεται κανείς να σταματήσει στα εφήμερα, να σταματήσει την πρόοδο και την κίνηση κατ’ αρχάς, η οποία δεν είναι όντως συνάντηση. Είναι ένα προσπέρασμα του κόσμου και των πραγμάτων. Ο ελληνικός τρόπος είναι ένας τρόπος χασομεριού. Ένας ιδιότυπος τρόπος να χασομερούμε μέσα στον κόσμο. Κατ' άλλον τρόπο θα έλεγε κανείς ότι ο ελληνικός τρόπος είναι ένας τρόπος παραγωγής γόνιμης τεμπελιάς. Μιας απραξίας εξωτερικά που ταυτοχρόνως είναι η κατεξοχήν πράξη. Διότι, στους Έλληνες η πράξη δεν είναι απλώς η κατασκευή τεχνικών έργων, αλλά πράξη πρωτίστως είναι η σύνολη πράξη της πόλης ως κοινωνικό γεγονός.

 

Η πράξη δηλαδή δεν είναι να φτιάξουμε μηχανές, αλλά το πώς στην πόλη θα συναντηθούν οι πολίτες. Αυτό είναι το δύσκολο του ελληνι­κού κόσμου και τρόπου που ακόμη κι εμείς σήμερα αδυνατούμε να κατανοήσουμε, γιατί το γεγονός της συνάντησης των πολιτών στην περιοχή της πόλης είναι μια ξεχασμένη υπόθεση. Είναι ένα γεγονός τόσο συγκλονιστικό και γι' αυτό και τόσο αφανές ή τόσο ξεχασμένο. Είναι μια εορτή με την οποία πλέον αδυνατούμε να αναμετρηθούμε. Θα πρέπει όντως να περάσουμε σε μία μεταμοντέρνα αντίληψη για να μπορέσουμε να αφήσουμε αυτήν την εορτή να αναδυθεί μέσα από τα κρύφια της καρδιάς μας και να μη φοβηθούμε τη διάνοια, να μη φοβηθούμε το επιστημονικά ορθό. Αυτό που η κοπέλα στο Σολάρις έλεγε στους επιστήμονες, δηλαδή το έλεγε στη διάνοια-τη διάνοια ως εννοιοκρατία: «Αφήστε με να ζήσω μαζί σας». Και η επιστήμη, η διάνοια απορρίπτει τη ζωή ως συγκεκριμένο και απτό γεγονός.

 

Στην περιοχή της πόλης λοιπόν ο Σωκράτης – και αυτό δεν μπορεί να το ερμηνεύσει η Ευρώπη – ενώ δεν έχει τίποτε να πει, τίποτε να διδάξει, γιατί δεν ξέρει τίποτε, ενώ δεν είναι σίγουρος για τη μετά θάνατον αιωνιότητα, χασομεράει διαρκώς στην αγορά της πόλης προκειμένου να κάνει τους συμπολίτες του καλύτερους, να τους διδάξει, να τους σώσει. Αυτό είναι αντιφατικό. Αν δεν έχεις μια αλήθεια γενική, αν δεν έχεις μια θεωρία καθολική, πώς μπορείς τότε να σώσεις την πόλη; Τί είδους σωτηρία είναι αυτή που εισάγει ο Σωκράτης, όταν ο ίδιος λέγει ότι δεν γνωρίζει τίποτε και ότι ακόμη δεν είναι σίγουρος για μια αιωνιότητα; Τουλάχιστον αν είχε να τους μιλήσει για έναν μεταθανάτιο παράδεισο, τότε θα μπορούσε να τους τον επιβάλλει, ως έναν καθολικό νόμο, όπως ακριβώς προσπαθεί να τον επιβάλλει ένας ορισμένος τρόπος αντίληψης του κόσμου και της ζωής εδώ και μερικούς αιώνες και εννοώ τον ορθολογικό και νοησιαρχικό τρόπο, δηλαδή τον τρόπο της τεχνοκρατίας και του επιστημονισμού.

 

Για να κατανοήσει κανείς το Σωκράτη θα πρέπει να μπορεί να ζει αυτήν τη διαχρονική εμπειρία, αυτόν τον τρόπο του να συναντάει τον κόσμο ως φως και ως ταξίδι. Γιατί ο Σωκράτης εισάγει ακριβώς ως πολιτικό γεγονός όχι μία σκοπιμότητα άλλη μεταφυσική, παρά μόνο αυτό καθαυτό το γεγονός της συνάντησης. Εδώ, είμαστε μεταμοντέρνοι, είμαστε νεωτεριστές. Εδώ, σ' έναν τρόπο που ακόμη οι άλλοι δεν έφθασαν, αναμένουμε όντως την Ευρώπη και τον κόσμο, αναμένουμε τους ανθρώπους, αν δεν έχουν βαρεθεί πια αμετάκλητα τη ζωή, αν δεν έχουν αποφασίσει αμετάκλητα να είναι γερασμένοι. Αναμένουμε τους ανθρώπους, τον ανθρώπινο πολιτισμό στην περιοχή αυτή, όπου η συνάντηση δεν εντάσσεται σε καμιά άλλη σκοπιμότητα πέρα από αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της συνάντησης. Ούτε ακόμη τη σκοπιμότητα ενός παραδείσου ορατού ή αόρατου.

 

Αυτό είναι το καίριο σημείο αυτού του πολιτισμού και αυτού του τόπου. Είναι το γεγονός της συνάντησης με τα όντα τα συ­γκεκριμένα, με τα όντα τα εφήμερα, αυτό που ο Αριστοτέλης προσπάθησε να πει: «Τάδε τι». Βέβαια, δεν μπόρεσε ούτε ο Αριστοτέλης να πει εν τέλει αυτό το πράγμα, γιατί για να μπορέσει κανείς να το πει θα πρέπει να έχει διαπεράσει όλη την περιοχή της τραγικότητας και να 'χει βγει στην πόλη πια του ονόματος. Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία του Βυζαντινού (ελληνορω­μαίικου) πολιτισμού, διότι οδηγεί τον αρχαίο κόσμο και τον αρχαίο ελληνισμό στην περιοχή του ονόματος. Γι' αυτό κουβαλάμε έναν δύσκολο πολιτισμό. Ίσως και εμείς βαρεθούμε κάποια στιγμή να τον κουβαλάμε. Ίσως αποφασίσουμε να γίνουμε προ­οδευτικοί. Ίσως αποφασίσουμε να φτιάξουμε τον κόσμο καλύτερο. Αλλά για όσους έχουν σταματήσει μπροστά στα πράγματα, για όσους δεν θέλουν να είναι πετυχημένοι σ' αυτόν τον κόσμο, τότε αναδύονται κάποιες εμπειρίες. Αναδύονται κάποιες αισθήσεις και κάποιες μνήμες. Τότε η μνήμη γίνεται μέτρο της πραγματικότητας. Τότε η μνήμη κρίνει τα πράγματα. Μια γραμμική αντίληψη περί του χρόνου – παρελθόν, παρόν, μέλλον ­ που στην ουσία είναι ένας μηδενισμός του χρόνου, με όρους επι­στημονικούς θα έλεγα ότι είναι ένα είδος αχρονικότητας και ανιστορικότητας, που χαρακτηρίζει τον ευρωπαϊκό ορθολογισμό.


Αντίθετα τούτος ο τόπος κουβαλάει έναν χρόνο γεμάτο. Κουβαλάει μια Ιστορία γεμάτη, που είναι ακριβώς η περιοχή της μνήμης των συγκεκριμένων και των απτών όντων. Έτσι, ο Οδυσσέας γίνεται μέτρο αυτού του τρόπου και τόπου, γίνεται μέτρο καθ' όσον αφήνει την περιοχή της προόδου και την περιοχή του γενικού καλού και της γενικής αλήθειας, την περιοχή της υποκειμενικότητας που είναι η περιοχή της Καλυψούς και οδεύει δια των υδάτων στην περιοχή του ονόματος, στην περιοχή του εφήμερου, του ιστορικού. Αφήνει την ανιστορικότητα, τη θεϊκή Καλυψώ, τη Θεά που του παρέχει άφατες χαρές, ατελείωτες και αιώνιες, αλλά ιδεοληπτικές ηδονές, χάριν του συγκεκριμένου και του εφήμερου και διακινδυνεύει αυτήν ακριβώς την καθολική, αλλά ιδεοληπτική αλήθεια.

 

Αυτός ο πολιτισμός που οδεύει προς το συγκεκριμένο με σάρκα και οστά, με όνομα και ταυτότητα είναι ένας δύσκολος πολιτισμός. Είναι ένας πολιτισμός εξαρχής μετανεωτερικός. Αυτός ο πολιτισμός παράγει μια ανοιχτή οντολογία για την οποία δεν θα πω τώρα πολλά, αλλά που τουλάχιστον η επιστήμη σήμερα όλο και περισσότερο μας δείχνει πόσο δίκαιο είχαν όσοι μίλησαν για τα όντα στη διαχρονικότητα του ελληνικού τρόπου με τον τρόπο που μίλησαν.

 

Για όσους αναμετρήθηκαν με την εμπειρία του «είναι» των όντων έτσι που αναμετρήθηκαν: ως μοιρολόι και ως εορτή, ως συνάντηση επώδυνη και ταυτοχρόνως χαρμόσυνη. Εισάγει και μας μυεί σε μια γνωσιολογία που είναι εικονολογική γνωσιολογία. Είναι γνωσιολογία που άπτεται της οντολογίας, που έχει μέλλον και είναι εικονολογική, δηλαδή δεν υποκαθιστά τον κόσμο και τα όντα με έννοιες, αλλά με ζώσες εικόνες που σώζουν τα όντα, που σέβονται το χρόνο, που σέβονται το εφήμερο. Μια ανθρωπολογία που είναι πια αυτό που θα έλεγε κανείς η οντολογία της νοσταλγίας, της νοσταλγίας του άλλου ως το εφήμερο. Αυτό που γίνεται μέτρο του καθημερινού μου μηδενισμού. Αυτό που με επαναγάγει στην περιοχή του Είναι. Αυτό είναι μια ανοιχτή ανθρωπολογία. Είναι μια αναμέτρηση με το μέλλον και είναι ένας τρόπος που ακριβώς συνθέτει μαζί με την οντολογία και τη γνωσιολογία έναν πολιτισμό που είναι αυτό που θα σώσει τον ανθρώπινο πολιτισμό, με την έννοια πια όχι μιας αφηρημένης καθολικής σωτηρίας, αλλά με την ανάδειξη του γεγονότος της πόλης, ως συνάντηση πολιτών με όνομα και ταυτότητα, όπου η οικονομία δεν θα είναι μια ολοκληρωτική υπόθεση υποκειμενικού παραδείσου.

 

Εξάλλου, η Σχολαστική Θεολογία είναι υπεύθυνη για την υποκειμενοποίηση του κοινωνικού και πολιτικού βίου σε ένα οι­κονομικό κερδοσκοπικό και ατομικό γεγονός, αφού ο Θεός είναι απλώς ένα αντικείμενο (και ο κόσμος είναι ένα αντικείμενο) που εξυπηρετεί μια υποκειμενική αυτάρκεια. Αντίθετα στην ελληνική πόλη η οικονομία γίνεται πια περιοχή δώρου και χαρίσματος. Παράγουμε ακριβώς για να δωρίζουμε τους εαυτούς μας και αυτό που παράγουμε είναι το δώρο προς τους άλλους.

 

Ενδεχομένως το γεγονός της οικονομίας ως δώρο υποπτεύθηκε λίγο ο Μάρξ, αλλά δεν μπορούσε να το παρακολουθήσει σ' αυτήν τη συγκλονιστική περιοχή της εμπειρίας του άλλου και της πόλης, όπου η οικονομία πια δεν είναι υπόθεση υποκειμενικότητας και ατομικής αυτάρκειας, αλλά αντίθετα όπου αναστρέφεται πια η πενία του πλούτου στον πλούτο της πενίας. Η παιδεία έτσι δεν είναι μια παιδεία αντικειμενοποίησης των πάντων, αλλά μια παιδεία που μας οδηγεί και μας επαναφέρει στην περιοχή του ανοιχτού πολιτισμού, της ανοιχτής ανθρωπολογίας. Σ’ αυτό που γίνεται πλέον νοσταλγία του εφήμερου, του συγκεκριμένου. Σ' αυτό που έχει όνομα και ταυτότητα.

 

(Αρχική) πηγή: ηλ. επεξεργασία antifono.gr, Ανάμεσα σε δύο κόσμους, εκδ. Ανιχνεύσεις, ΣΕΤΜΘ, 1998

 

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 23 Σεπτέμβριος 2010 07:00, http://www.antifono.gr/portal/πρόσωπα/Παύλος-Γ/2010-01-02-08-48-11/2311-Μετανεωτερικότητα-και-ελευθερία-Επιστημολογικές-και-Πολιτιστικές-Ασυνέχειες.html

Ελλάδα 2010: H επίθεση του κεφαλαίου ΙΙΙ

Ελλάδα 2010: H επίθεση του κεφαλαίου ΙΙΙ

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος

 

Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.

Σ’ ό,τι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Από τη μια σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια.[1] Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 248).

Σ’ ό,τι αφορά τη διεθνή της διάσταση, η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε σημαντικά έναντι του δολαρίου και της στερλίνας. Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του ευρώ.[2] Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας.[3] Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργείτο, θέλησε να παρασχεθεί βοήθεια στην Ελλάδα, διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της είχε εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρούσε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων, αφού αυτό θα λειτουργούσε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας. Διαφορετικά ειπωμένο, ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές, υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία.

Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει σημαντικές αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων), ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή). Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της τάσης και αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας, αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την αντιμετώπιση της κρίσης.

8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;

Στη βάση των όσων αναφέραμε, εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί και πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει. Διαφορετικά ειπωμένο, η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)

9. Συμπέρασμα

Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτήν την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη, η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: Παραπέμπει στην αδυναμία συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, στις αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, στην ανάγκη συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, στην προσπάθεια σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων, θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…

 

8/5/2010

 

Βιβλιογραφία

Βεργόπουλος Κώστας 2009, «Δυστυχώς δεν επτωχεύσαμεν», Ελευθεροτυπία 17/12.

Βεργόπουλος Κώστας 2010, «Η Ελλάδα πρέπει να ματώσει», Ελευθεροτυπία 26/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010α, «Για να μην τρώμε κουτόχορτο», Έθνος 11/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010β, «Καταχρεωμένοι και οι μεγάλοι της ΕΕ» Έθνος 6/3.

Θανασούλας Τάκης, 2010, «Η Πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία», Σπάρτακος 101: 10- 13.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2008, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2008, Αθήνα.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2009, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2009, Αθήνα.

Ιντσέλ Αχμέτ, 2010, «Οι ακροβάτες των χρηματοοικονομικών ξανά επί σκηνής», Αυγή 14/3.

Κρούγκμαν Πωλ, 2010, «Τι προκάλεσε το ευρω- χάος», Βήμα 17/2.

Λαπατσιώρας Σπύρος και Γιάννης Μηλιός, 2010, «Είναι αναγκαία τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση για τη “διάσωση της Ελλάδας”;», Μπλόκο 0: 12.

Μηλιός Γιάννης και Ηλίας Ιωακείμογλου, 1990, Η διεθνοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και το ισοζύγιο πληρωμών, Αθήνα: Εξάντας.

Πελαγίδης Θοδωρής και Μιχάλης Μητσόπουλος, 2010, Η στιγμή της στροφής για την ελληνική οικονομία. Πώς ο προοδευτικός πραγματισμός μπορεί να τη θέσει ξανά σε τροχιά ανάπτυξης, Αθήνα: Παπαζήσης.

Παπαντωνίου Γιάννος 2010, «Από την ανάπτυξη στη στασιμότητα», Βήμα 3/1.

Σταθάκης Γιώργος, 2010, «Το ελληνικό δημόσιο χρέος, η “χρεοκοπία” και το Ευρώ», Αυγή 14/3.

 

UNCTAD 2010, UNCTAD Handbook of Statistics, http://stats.unctad.org/Handbook/ TableViewer/tableView.aspx

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Πίνακας 1

Διαχρονική εξέλιξη του Ισοζυγίου Τρεχουσών συναλλαγών

1960- 1989

 

 

 

 

 

 

 

Σε εκατ. $

1960

1965

1970

1975

1980

1985

1989

Εισαγωγές χωρίς καύσιμα

945

1580

4221

7921

7373

12983

Εμπορικό Έλλειμμα

289

686

1084

3036

6810

6268

9086

Έλλειμμα Καυσίμων

71

116

844

2982

3188

2092

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα

615

968

2192

3827

3080

6994

Έλλειμμα Καυσίμων/ εμπορικό έλλειμμα %

12

11

28

44

51

23

Ναυτιλιακό (1)

77

164

277

845

1816

1039

1375

Μεταναστευτικό (2)

91

207

345

782

1084

801

1386

Τουριστικό (3)

49

108

194

644

1734

1428

1977

Πόροι ΕΟΚ (4)

0

0

0

0

869

2602

Λοιπά (5)

57

71

134

455

1526

1123

2901

Σύνολο αδήλων πόρων (1) + (2) + (3)+ (4) + (5)

276

550

950

2726

6160

5260

10241

Άδηλες πληρωμές

65

137

267

765

1566

2268

3732

Ισοζύγιο Αδήλων

211

413

683

1961

4594

2992

6509

Ισοζύγιο αδήλων/ εμπορικό έλλειμμα %

73

60

63

65

67

48

72

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών

78

273

402

1075

2216

3276

2577

Πηγή: Μηλιός – Ιωακείμογλου 1990: 116

 

 

 

 

 

 

 

 

 

* Άρθρο (Μέρος ΙΙ) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,

http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 

[1]Βεβαίως σε αυτό συνέβαλε και η απόκρυψη των πραγματικών στοιχείων από την προηγούμενη κυβέρνηση με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ασάφεια στις χρηματαγορές για την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

 

[2]Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, ο Αχμέτ Ιντσέλ αναδεικνύει το ρόλο συγκεκριμένων αμερικάνικων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με κορυφαία την Goldman Sachs, στις πιέσεις που δημιουργήθηκαν για να αυξηθεί το ασφάλιστρο κινδύνου στην Ευρωζώνη υπερμεγενθύνοντας τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιρλανδίας. Ως όπλο χρησιμοποιήθηκαν τα λεγόμενα Credit Default Swap (CDS) που αποτελούν ασφαλιστικά συμβόλαια απέναντι στον κίνδυνο μη αποπληρωμής εκ μέρους μιας επιχείρησης ή ενός κράτους των χρεών του. Όσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος τόσο μεγαλύτερο είναι και το επιτόκιο (Ιντσέλ 2010). Μέχρι την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης ο βαθμός διακινδύνευσης της Ελλάδας στις αγορές CDS είχε εκτιναχθεί από το 120 στο 700, πράγμα που σημαίνει πως οι χρηματοοικονομικές αγορές εκτιμούσαν πως κατά 60% η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των δανείων στα επόμενα πέντε χρόνια. Για να καταλάβουμε πόσο υπερδιογκωμένος εμφανίζεται ο συγκεκριμένος κίνδυνος, αρκεί να αναφέρουμε πως ο αντίστοιχος δείκτης για τη Ρουμανία, η οποία παρουσιάζει ακόμα χειρότερη δημοσιονομική κατάσταση, ήταν 265. Αντίστοιχα εκτιμάται πως ο κίνδυνος να μην αποπληρώσει το Μαρόκο τα χρέη του είναι οκτώ φορές μικρότερος από τον κίνδυνο της Ελλάδας, ενώ του Λιβάνου τέσσερις φορές μικρότερος!

 

[3]Θα πρέπει να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό πως οι ενδο-ευρωπαϊκές διαφωνίες αφορούσαν την πιθανότητα περαιτέρω στήριξης της Ελλάδας και όχι αυτή καθ’ αυτή την αναγκαιότητα των πρόσφατων κυβερνητικών μέτρων. Αντίθετα, το σύνολο των μελών της ευρωζώνης ήταν αναφανδόν υπέρ της λήψης των μέτρων. Αυτό συνέβη γιατί είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα ενοχοποίησης της Ελλάδας για το γεγονός πως συνέχιζε να εμφανίζει αποκλίσεις από αυτό που τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οι διεθνές αγορές θα επιθυμούσαν (συντριβή το εργατικού κινήματος, ακόμα μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μεγαλύτερη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού σε ακόμα συντηρητικότερες και νεοφιλελεύθερες ατραπούς).

Ελλάδα 2010: Η επίθεση του κεφαλαίου ΙΙ

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου ΙΙ

 

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;

Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη των κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.

 

Αυτή η στρατηγική παρουσιάζεται στον πίνακα 1 του παραρτήματος. Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικός μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας), καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης, η Ελλάδα είναι χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό[i] και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.

Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποιούσαν αυτήν την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κ.ο.κ.

Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων, [ii]υπερκοστολόγηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ό,τι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο). Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερου κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτειναν την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας, αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής.

Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κ.ο.κ.

Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας, η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου[iii] ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004. Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώ­ριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανοδική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στη συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Πρέπει δε να σημειωθεί πως το 2008, υπήρξε, για πρώτη φορά μετά από το 1992-1994, κάμψη του όγκου των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.

Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης, η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002-2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα στοιχεία του πίνακα 3

 

Πίνακας 3

Εξέλιξη ορισμένων δεικτών δημόσιων μεγεθών

Α. Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

 

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών/ ΑΕΠ

7,7

7,5

6,7

6,8

5,9

7,8

11,6

14,8

15,1

11,0

Εμπορικό έλλειμμα / ΑΕΠ

20,0

15,2

15,0

13,6

12,6

14,5

17,5

18,9

19,1

12,7

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα/ ΑΕΠ

13,7

13,1

12,7

11,2

11,6

11,0

13,0

14,7

13,8

9,5

Ισοζύγιο Τρεχουσών Μεταβιβάσεων/ ΑΕΠ

2,6

2,7

2,5

2,3

2,0

1,6

1,6

0,7

1,2

0,5

Ταξιδιωτικές εισπράξεις/ ΑΕΠ

7,3

7,5

6,8

5,7

5,7

5,6

5,6

5,1

5,0

4,3

Β. Ισοζύγιο Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών

Έλλειμμα ομολόγων και εντόκων γραμματίων/ ΑΕΠ

5,6

6,0

6,6

6,3

6,3

2,1

1,8

4,7

7,6

11,7

Γ. Δημόσιο Χρέος

Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους και νέου δανεισμού /ΑΕΠ

16,4

14,8

19,1

18,1

15,4

15,8

12,8

14,5

16,2

17,0

Χρέος γενικής Κυβέρνησης/ ΑΕΠ

 

 

100,8

97,9

98,6

98,8

95,9

95,6

99,2

113,4

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων από Τράπεζα της Ελλάδος και από τον Προϋπολογισμό του 2010.

 

Επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε τα υπάρχοντα στοιχεία υπό το πρίσμα της συσχέτισής τους με το ΑΕΠ έτσι ώστε να μην ελλοχεύει ο κίνδυνος της δραματοποίησης ορισμένων πραγματικών ή υποτιθέμενων εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της αποδιεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Με παράλληλο τρόπο κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά το 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ό,τι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια μεγαλύτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009 – παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών, που θα περίμενε κανείς να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτόν τον δείκτη.

Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Πιο συγκεκριμένα τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενες από το εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 247).

Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών, το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000-2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω του κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση των φορολογικών εσόδων λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα.

Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους ενώ το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους. Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις: Η πρώτη είναι πως η αύξηση του χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια, πόσο μάλλον που πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να ανανεωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια. Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές, ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932. Το υποστηρίζουμε αυτό γιατί όπως φαίνεται και στον πίνακα 3 το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη. Έπειτα σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ και κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν ή τη στερλίνα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009), ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας.[iv] Τέλος, το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο, κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010).

 

* Άρθρο (Μέρος ΙΙ) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,

http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 



[i] Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός πως το 2006 ο συσσωρευμένος όγκος ελληνικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό μόλις που έφτανε το 8,0% του ΑΕΠ τη στιγμή που ο ΜΟ της ΕΕ 27 ήταν 23,2% και η Ελλάδα με αυτή την επίδοση ξεπερνούσε μόνο τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Λετονία την Τσεχία και τη Βουλγαρία, δηλαδή ούτε καν το σύνολο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών.

[ii] Από αυτή την άποψη δεν έχουμε παρά να αναφέρουμε την αγορά από το ελληνικό κράτος αμερικάνικων πολεμικών αεροπλάνων, γαλλικών φρεγατών, γερμανικών (ελαττωματικών!) υποβρυχίων. Γίνεται έτσι σαφές πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τα αστικά κέντρα εξουσίας μια συνολική μείωση των δημόσιων δαπανών γιατί η δραστική περικοπή ορισμένων δημόσιων δαπανών θα συναντήσει την αντίδραση των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών. Κατά συνέπεια οι περικοπές που «οφείλουν» να γίνουν δεν πρέπει να ξεπερνούν ένα ορισμένο πλαίσιο: μειώσεις μισθών, μειώσεις προσωπικού, μειώσεις συντάξεων και μειώσεις δαπανών που δε θα δημιουργούν εντάσεις με μονοπωλιακούς ομίλους και ιμπεριαλιστικά κέντρα.

[iii] Ως οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ορίζεται η μεταβολή του ΑΕΠ κατά το έτος (t) σε σταθερές τιμές ανά μονάδα ακαθάριστης επένδυσης παγίου κεφαλαίου του έτους (t-1).

[iv] Υπάρχουν ορισμένες όψεις της τρέχουσας κατάστασης οι οποίες δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και δείχνουν τις ευρύτερες διαστάσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια επέκταση της κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Για παράδειγμα σημαντικό τμήμα του τραπεζικού συστήματος (υπολογίζεται περίπου στο 30%) της Βουλγαρίας ανήκει σε ελληνικές τράπεζες. Κατά συνέπεια μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα εξήγαγε στοιχεία της κρίσης και στον Βαλκανικό χώρο.

Ελλάδα 2010: Η επίθεση του κεφαλαίου Ι

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου Ι

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

 

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από τη διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία, αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέσης της Γερμανίας εντός της ΕΕ.

Από εκεί και πέρα το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα. Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω της μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα. Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στη ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά. Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.

2. Το γενικότερο πλαίσιο

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια τη δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), ο οποίος μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία, και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων, να αυξάνονται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός σχηματισμός της ΕΕ, επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τηn επιδείνωση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβη γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.

Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

3. Μύθος πρώτος:

Υπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας,  η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας

Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονταν από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μέσος όρος (ΜΟ) της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα, οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο ΜΟ των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.

Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά στην πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία το χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2%.[i] Η κατάσταση δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο ΜΟ της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες, δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α).

Επιπρόσθετα, μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας μας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις, με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).

Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί αυτήν την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα όμως είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι το γεγονός πως χώρες πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, παρουσιάζουν επίσης ταυτόχρονα υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με το ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάση, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με το ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό δημόσιο χρέος, ενώ το έλλειμμα της Πορτογαλίας είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην ενότητα 6, αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.

4. Μύθος δεύτερος:

Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί οι Έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις μισθών τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα.[ii]

Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του ΜΟ των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι, τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα, ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας, με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες.

Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.

Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008.

Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211).

Σε ότι, αφορά τη φορολόγηση, το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις, ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).

Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από τη στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο­λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στη Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε­στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στη Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στη Δανία 37,1%, στην Πορ­τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε-25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25 (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009: 93).[iii]

Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ-15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).

Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων.

5. Μύθος τρίτος:

Η αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών

Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει αύξηση των μισθών, αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το ΜΟ της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ό,τι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς.

Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα – πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.

Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας, αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο ο πίνακας που ακολουθεί και αφορά τα τελευταία 50 χρόνια δε δείχνει κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση.

 

Πίνακας 1

Διαχρονική εξέταση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών

1960- 2009

Έτος

Εξαγωγές/ Εισαγωγές %

1960

42

1965

33

1970

36

1975

40

1980

37

1985

41

1989

40

2000

34

2001

35

2002

32

2003

33

2004

33

2005

34

2006

31

2007

30

2008

31

2009

33

Πηγή: α) Για τα έτη 1960- 1989 βλ. Μηλιός- Ιωακείμογλου 1990: 117 β) για τα έτη 2000- 2009 βλ. Τράπεζα της Ελλάδος

 

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία του Πίνακα 1 είναι πως η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές υλικών αγαθών για την περίοδο 1960-1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές αυξομειώσεις, κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Από την άλλη, για την περίοδο 2000-2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα: α) Παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Το ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 2 όπου εξετάζεται η εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ.

 

Πίνακας 2

Βαθμός συμμετοχής ελληνικών εξαγωγών

(2000- 2008)

(%)

Έτος

Κόσμος

Ζώνη Ευρώ

ΕΕ27

2000

0,0017

0,058

0,045

2001

0,0016

0,048

0,037

2002

0,0016

0,050

0,040

2003

0,0018

0,054

0,043

2004

0,0017

0,052

0,041

2005

0,0017

0,055

0,043

2006

0,0017

0,059

0,046

2007

0,0017

0,057

0,044

2008

0,0016

0,055

0,043

Πηγή: UNCTAD 2010

 

 

Παρατηρούμε πως ούτε και αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000-2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049. Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία, αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.

 

* Άρθρο (Μέρος Ι) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,  http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 



[i] Για την περίπτωση της Ιαπωνίας από ορισμένες πλευρές αναφέρεται πως δεν έχει σημασία το ύψος του χρέους της αλλά το γεγονός πως σε συντριπτικό βαθμό είναι εσωτερικό χρέος, σε αντίθεση με την Ελλάδα που είναι στο μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικό χρέος. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει τις διεθνείς πιέσεις που δέχεται η Ελλάδα αλλά από δημοσιονομικής άποψης δεν υπάρχει διαφορά. Κάποια στιγμή τα ομόλογα θα πρέπει να εισπραχθούν και τότε η Ιαπωνία θα αναγκαστεί να συνάψει νέα δάνεια μπαίνοντας σε παρόμοιο φαύλο κύκλο με την Ελλάδα.

[ii] Παραθέτουμε χαρακτηριστικά τις θέσεις του Γ. Παπαντωνίου πρώην Υπουργού Εθνικής Οικονομίας στις κυβερνήσεις Σημίτη: «Από τα μέσα … αυτής της δεκαετίας διευρύνθηκαν υπέρμετρα τα ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου αντανακλώντας υστερήσεις στην προσαρμογή της οικονομίας στο νέο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός ακολούθησε έντονα ανοδική πορεία. Η χώρα άρχισε να ζει πάνω από τις οικονομικές της δυνατότητες σε αντιστοίχηση με τις υψηλές προσδοκίες που διαμόρφωσε η επιτυχία της ένταξης. Οι αποταμιεύσεις κατευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, οι παραγωγικές επενδύσεις εξασθένησαν, η ανταγωνιστικότητα υποβαθμίστηκε» (Παπαντωνίου 2010).

[iii] Τα συγκριτικά στοιχεία που παραθέτουν οι Πελαγίδης- Μητσόπουλος, τα οποία αφορούν το φόρο των διανεμόμενων σε φυσικά πρόσωπα μερισμάτων καθώς και το φόρο εισοδημάτων των φυσικών προσώπων αναδεικνύουν επίσης το περιορισμένο της φορολόγησης των επιχειρήσεων στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-15 (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 231). 

Η πλουτοκρατία είναι ο διαρκής αντίχριστος

Η πλουτοκρατία …. είναι …. ο διαρκής αντίχριστος

«Κυάμων απέχεσθε!»
 

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη*


 

 

«Η αργία εγέννησε την πενίαν.

Η πενία έτεκεν την πείναν.

Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν.

Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν.

Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν.

Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν.

Ιδού η αυθεντική καταγωγή του  τέρατος τούτου».

Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το πρακτικόν και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου και δεν θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν.

Αλλά και αν σου έλεγα τοιούτο τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθείς αλλ’ ουδέ να μ’ εννοήσεις και μου αποδώσεις εν μέρει δίκαιον τουλάχιστον. Απλώς σου λέγω ότι παραιτούμαι δικαιώματος το οποίον δεν με ωφελεί, ουτ’ εμέ ούτε τους άλλους. Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βλελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ’ εμέ, φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν.

 

– Το μικρότερον κακόν; επανέλαβεν ο ξένος.

 

– Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν. Μην ακούεις μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι’ όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής ως διεξαχθείσης τη βοηθεία της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είναι παντός ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτει εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.

 

Διατί δε και τινές των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι’ ούς φαίνεται ότι πληρούται δευτέραν φοράν εις βάρος μας η κατάρα, την οποίαν ο Θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου τον Ισραήλ λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών – διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι τόσον κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθει, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν, όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος, αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί. «Κυάμων απέχεσθε!»

 

Ο Χριστός είπεν: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

 

Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε «Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ;» Διότι ο Μαμμωνάς είναι ισχυρός, ο κραταιότατος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.


* (Αλ. Παπαδιαμάντη, Οι χαλασοχώρηδες)

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010, Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΛΟΥΤΟΚΡΑΤΙΑ, http://thulebooks.blogspot.com/2010/08/blog-post_02.html

Παραλήρημα κιλών

Παραλήρημα κιλών

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

 

 

Δεν είναι μόνο ο αξιότιμος κ. Υπουργός της Δικαιοσύνης, αλλά και ο κ. Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως, που, από καιρού εις καιρόν, αποφθέγγεται άρρητα ρήματα: Όπως η απάντηση, που έδωσε στο ερώτημα: «Ποιοι έφαγαν τα λεφτά»; «Όλοι μαζί τα φάγαμε»! είπε. Εσείς που θέλατε διορισμούς κι εμείς, που σας διορίζαμε…

Και η απάντηση αυτή, θα μας έλεγε ο αρχαίος Δημοσθένης, προκαλεί την έκρηξη της αγανάκτησης – ή μάλλον το παραλήρημα – των κιλών, που ο καθένας κουβαλάει…

Γιατί δεν είναι δυνατόν ένας των διακοσίων κιλών και ένας των πενήντα να έφαγαν το ίδιο.

Ούτε ένας, που διαθέτει 20 και 40 και 70 ακίνητα – όπως η περί του «πόθεν έσχες» των πολιτικών έρευνα απέδειξε – με αυτόν, που έχει ένα ή και κανένα… Και ιδιαίτερα μάλιστα κάποιοι, που έχουν κάνει την ορθοδοξία λάβαρό τους.

Γιατί ο μεγάλος Πατέρας της ορθοδοξίας, ο Χρυσόστομος, λέει, ότι δεν δημιουργείται πλούτος με ορθόδοξα μέσα… Και σχετικά με τους διορισμούς: Ένας πολύτεκνος πατέρας έλεγε:

Είχαν τα παιδιά μου υποβάλει τα χαρτιά τους για διορισμό στο δημόσιο. Και «περιπελομένων των ενιαυτών», όπως θα έλεγε και ο Όμηρος, δεν ηυδόκησαν ούτε η πράσινοι ούτε οι γαλάζιοι να διορίσουν κανένα…

Οπότε σε κάποια στιγμή, τους επέστρεψαν τα χαρτιά, προκειμένου να ανανεώσουν, τάχα, τα δικαιολογητικά. Και βέβαια δεν τα ανανέωσαν. «Τέρμα πια με την πράσινη και γαλάζια αλητεία»! είπαν.

Που σημαίνει ότι αυτοί, που διορίστηκαν, ήταν τα «πράσινα» και τα «γαλάζια» καλόπαιδα…

Αλλά, στο τέλος της γραφής, αυτοί, που ζητιάνεψαν ένα διορισμό, για ένα κομμάτι ψωμί πάσχισαν. Και αυτό πετσοκομμένο! Ύστερα απ’ τα προκρούστεια μέτρα της «εθνοσωτηρίου» κυβερνήσεως… Μ’ αυτούς, που έφαγαν τα εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια, τι γίνεται;

Που μάταια, κάθε φορά, τους ψάχνουν, τάχα, κάποιες εξαπατητικές επιτροπές. Και ασφαλώς δεν πρόκειται ούτε αυτούς να ανακαλύψουν ούτε τα λεφτά, που έφαγαν…

Μέχρι να παραγραφούν – εν ονόματι της παμπόνηρης νομιμότητας – τα πάντα. Οπότε και θα συνεχίσουν το φαγοπότι. Και θα λένε στο προλεταριάτο των φουκαράδων: «Τι φωνάζετε; Μαζί δεν τα φάγαμε»!!!

 

παπα-Ηλίας, 22-09-2010

 

 

http://papailiasyfantis.wordpress.com

http://profitikatragoudia.wordpress.com