Φασιστικοποίηση του ελληνικού κράτους

Φασιστικοποίηση του ελληνικού κράτους

 

Του Γιώργου Ρούση*


 

Όταν κατά τη διάρκεια της χούντας υποχρεώθηκα να ζητήσω πολιτικό άσυλο στο Βέλγιο, διότι με συνέλαβαν με πλαστό διαβατήριο στα γαλλοβελγικά σύνορα, για να μου το παραχωρήσουν μου ζήτησαν να αποκηρύξω τη βία.

Τους απάντησα ότι δεν ήταν δυνατόν να αποκηρύξω μεταξύ άλλων την εκτελεσθείσα φιλοβασιλική, βελγίδα ηρωίδα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου Γκαμπριέλ Πετί και τον αντιστασιακό πολεμιστή αρραβωνιαστικό της, Μορίς Γκομπέρ, ούτε τους γονείς μου, που πήραν μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Θα μπορούσα να επικαλεστώ και άπειρες άλλες μορφές βίας που κατά την αντίληψή μου υπήρξαν δικαιολογημένες με πρώτη και καλύτερη τη Γαλλική Επανάσταση και το δικό μας ’21.

Για την ιστορία, αφού με ταλαιπώρησαν επί ένα τρίμηνο, μου παραχώρησαν το περιβόητο πολιτικό άσυλο, αφού προηγουμένως η Αρμοστία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες υποχρεώθηκε να αποδεχθεί το σκεπτικό μου, δηλαδή ότι η βία δεν μπορεί να καταδικάζεται γενικώς και αορίστως.

Από μια άλλη σκοπιά και για να προλάβω τυχόν αντιρρήσεις του τύπου «ναι μεν η βία μπορεί και να είναι ανεκτή, αλλά μόνον κάτω από έκτακτες συνθήκες», θυμίζω ότι κάτω από κατ’ εξοχήν κανονικές για το καθεστώς κυριαρχίας της συνθήκες, η αστική τάξη χρησιμοποιεί κατά κόρον και πολύμορφα τη βία. Πέρα από τους πολέμους, κρατική ανοιχτή αστυνομική βία, οικονομική βία, φόβος της βίας, βία της ανεργίας, βία της φτώχειας, βία της στέρησης στοιχειωδών για την επιβίωση πραγμάτων, όπως το νερό, η τροφή και τα φάρμακα, η οικολογική βία… κ.λπ. αποτελούν μια καθημερινότητα για την πλειονότητα των κατοίκων του πλανήτη. Τούτο σημαίνει ότι βία δεν συνιστά μόνον η οργισμένη αντίδραση με τη μορφή της βιαιοπραγίας ενάντια σ’ έναν τέως υπουργό και νυν βουλευτή, δηλαδή ενάντια σε ένα σύμβολο της εξουσίας.

Ολοι λοιπόν οι κέρβεροι της εξουσίας, οι οποίοι με αφορμή την επίθεση κατά του κυρίου Χατζηδάκη έσπευσαν κραυγάζοντας να καταγγείλουν τη βία ως αντιδημοκρατική ενέργεια, είναι βέβαιο ότι αντέδρασαν επιλεκτικά και υποκριτικά, παραβλέποντας και ότι υπάρχουν και θεμιτές μορφές βίας, και ότι η δημοκρατία που υπερασπίζονται εμπεριέχει εγγενώς ποικίλες μορφές βίας.

Με αυτήν τους τη στάση όμως επιβεβαίωσανάλλη μία φορά ότι γι’ αυτούς δημοκρατία σημαίνει υπεράσπιση και με βίαιες μορφές της κυρίαρχης τάξης, ενώ αντιδημοκρατικό θεωρείται ό,τι πλήττει έστω και συμβολικά αυτήν την τάξη.

Αν πράγματι ήταν κατά της βίας, έπρεπε να καταδικάζουν και τις αστυνομικές επιθέσεις και ξυλοδαρμούς, και τις άδικες συλλήψεις και δίκες, και όλα εκείνα τα βίαια μέτρα, με κορυφαίο την οικονομική κατάκτηση της χώρας μας, που καθημερινά βιάζουν στην κυριολεξία εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και τα οποία ως αντίδραση προκάλεσαν την επίθεση κατά του κυρίου Χατζηδάκη.

Στον βαθμό που δεν το έπραξαν, είναι ουσιαστικά ηθικά υπεύθυνοι και γι’ αυτήν τη συγκεκριμένη επίθεση, η οποία την ίδια την κυρίαρχη τάξη από τη μια είναι αλήθεια πως τη φοβίζει, από την άλλη την αντιμετωπίζει σαν ατομική θυσία ή παράπλευρη απώλεια, στη μάχη που δίνει για την υπεράσπιση των συνολικών συμφερόντων της.

Οσο για την εμφανιζόμενη ως μωρά παρθένος Αριστερά, η οποία και αυτή σπεύδει κάθε φορά να καταδικάσει απερίφραστα τη βία γενικώς και όχι μόνο συγκεκριμένες μορφές της ως αναποτελεσματικές, θα ήθελα να της θυμίσω ότι και η ίδια έχει προσφύγει στη βία και ίσως αυτές να ήταν οι πιο ένδοξες στιγμές της.

Επίσης θα ήθελα να της θυμίσω ότι, στον βαθμό που δεν έχει εγκαταλείψει την επανάσταση, δεν είναι δυνατόν να απαρνείται τη βία, και τούτο διότι «κάθε επανάσταση, ατμομηχανή της ιστορίας» (1) δεν μπορεί, πέρα από την ειρηνική ή ένοπλη μορφή της, παρά να έχει καταναγκαστικό, δηλαδή βίαιο χαρακτήρα, διότι η αστική τάξη θα βιαστεί να εγκαταλείψει την εξουσία της και δεν θα το πράξει οικειοθελώς. Γι’ αυτό άλλωστε και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κλείνει με την ακόλουθη διατύπωση: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ανάξιό τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος…» (2)

 

ΥΓ.: Έναν κατ’ επανάληψιν βιαστή, όταν αρνείται να προβεί στον νιοστό βιασμό της νεοφιλελεύθερης καριέρας του με συνέπεια να τον διαγράψουν από το ένα σκέλος του κλαμπ των βιαστών, ενώ ο ίδιος δηλώνει περήφανος ότι παραμένει μέλος του άλλου, δεν τον συγχαίρεις. Συνεχίζεις να τον σιχτιρίζεις.

 

(1) MEW, 7-85.

(2) Κ. Μαρξ, Φ. Ενγκελς «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος».

 

* Ο Γιώργος Ρούσης είναι  

 

ΠΗΓΗ:  Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010,   http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=235945   

Περί αυτοκριτικής, κλπ…

Περί αυτοκριτικής, κλπ…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Το προηγούμενο, περί «ΑΝΤΙ-Χριστουγέννων», κείμενο του γερουσιαστή της Ν. Καρολίνας DavidDuke, σχολιάστηκε ποκιλοτρόπως. Από τα σχόλια ξεχώρισα να σχολιάσω, με τη σειρά μου, δύο:

Το πρώτο είναι το «περί αυτοκριτικής» των χριστιανών:

Ασφαλώς και δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τον τρόπο, με τον οποίο οι «Χριστιανοί» κατάκτησαν τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική. Εξολοθρεύοντας με τα πυροβόλα τους όπλα τους τοξοβόλους Ινδιάνους.

Ούτε τι έγινε στο απώτερο παρελθόν με τους σταυρωτές των Αράβων και του Βυζαντίου σταυροφόρους. Ή με την Ιερή Εξέταση, με την οποία εξόντωναν τους αιρετικούς και τους Εβραίους.

Κι ακόμη την αλληλεγγύη το χριστιανικού κατεστημένου με τα πολεμικά και οικονομικά εγκλήματα και την βαρβαρότητα του καπιταλιστικού κατεστημένου σε βάρος της σύγχρονης ανθρωπότητας.

Ή τις αρνητικές πλευρές της κατεστημένης Εκκλησίας σε όλες της τις αποχρώσεις. Και την προκλητικά αδιάφορη στάση της απέναντι στους πάσχοντες και αδικούμενους λαούς και ανθρώπους.

Που σημαίνει ότι οι χριστιανοί, προτού ρίξουν το λίθο του αναθέματος εναντίον κάποιων άλλων οφείλουν να κάμουν τον αυτοέλεγχό τους. Και να μετανοήσουν για τις δικές τους αβελτηρίες.

Και όχι βέβαια ετεροχρονισμένα. Όπως κάνουν οι παπικοί σχετικά με τα εγκλήματα των σταυροφόρων. Αλλά έμπρακτα. Και μάλιστα για τις τωρινές τους ραδιουργίες και τα εγκλήματα τους.

Κάτι, που, όπως όλα δείχνουν, δεν φαίνονται να έχουν την παραμικρή διάθεση να το πράξουν.

 

Και, εν τοιαύτη περιπτώσει, τίθεται το ερώτημα:

 

Πώς νομιμοποιούνται να ασκούν κριτική σε κάποιους άλλους, που, ενδεχομένως, κάνουν τα ίδια και χειρότερα;

Σίγουρα δεν νομιμοποιούνται, όταν το κάνουν εξ ονόματος του – εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόντος – χριστιανικού κατεστημένου.

Νομιμοποιούνται όμως απόλυτα να το κάμουν εν ονόματι του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας του Χριστού. Και νομιμοποιούνται από κάθε πλευρά. Και για όλα τα προβλήματα της κοινωνίας των ανθρώπων.

Κι ας υποστηρίζουν κάποιοι ότι έργο της Εκκλησίας είναι η ενασχόλησή της με τη μεταθανάτια τύχη των ανθρώπων. Και πάντα μέσα στους τέσσερις τοίχους των ναών. Και όχι η μέριμνά της για τα εγκόσμια. Που είναι – υποτίθεται – στην αποκλειστική αρμοδιότητα των – κατά κανόνα – απατεώνων της πολιτικής.

Αφορισμούς, που διατυπώνουν κάποιοι απ’ αυτούς, που ενοχλούνται απ’ τον λόγο της αλήθειας και της δικαιοσύνης, που εκπέμπει το Ευαγγέλιο.

Επειδή ακριβώς το φοβούνται. Δεδομένου ότι είναι ισχυρότερο απ’ τους οποιουσδήποτε πυρηνικούς και ηλεκτρονικούς εξοπλισμούς και μηχανισμούς, που διαθέτουν οι σύγχρονοι δολοφόνοι των λαών. Και ιδιαίτερα η διεθνής μαφία των τοκογλύφων.

Και το δυστύχημα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι, ενώ οι καταχθόνιοι και αδυσώπητοι εχθροί του Ευαγγελίου γνωρίζουν την καταλυτική και ακαταγώνιστη δύναμή του, φαίνεται να την αγνοούν οι. λεγόμενοι, χριστιανοί….

Οι οποίοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η μοναδική διέξοδος απόδρασης από το κρεματόριο των τοκογλύφων είναι η εδώ και τώρα επιστροφή στην κοινωνική δικαιοσύνη του Ευαγγελίου.

Ειδάλλως είναι υποχρεωμένοι να βουλιάζουν στα ολοένα και βαθύτερα μεσάνυχτα του τοκογλυφικού μεσαίωνα.

Στα οποία η πορεία θανάτου θα φωτίζεται απ’ τις πυρές, που θα ανάβουν οι ιεροεξεταστές του Μαμωνά…

Το δεύτερο σχόλιο, που θέλω να σχολιάσω, προέρχεται από κάποιον «Ανώνυμο», ο οποίος στην ανάρτηση των «ΑΝΤΙ-Χριστουγέννων» από το press.gr προειδοποιεί ότι όποιος τα βάζει με τη μαφία των τοκογλύφων «εξαφανίζεται ως δια μαγείας».

Και βέβαια αυτό είναι ενδεχόμενο. Αλλά, όπως είναι ευνόητο, από κει και πέρα, είναι για τον καθένα θέμα επιλογής. Αν, δηλαδή, προτιμάει να τον καρατομήσουν σκυμμένο ή με ορθή την κεφαλή του. Ή θα αφεθεί ν’ ακολουθήσει τον αμετάκλητο νόμο της βιολογικής εξαφάνισής του.

Που, σε τελική ανάλυση, σημαίνει ότι και οι ανοήτως κακουργούντες κι αυτοί θα εξαφανιστούν. Μαζί με τα δημιουργήματα της κακουργίας τους.

Δεδομένου ότι και η ζωή των ανθρώπων και η πορεία της ιστορίας βρίσκεται στο χέρι κάποιου Άλλου.

Στου οποίου τους διαχρονικούς διασκελισμούς δεν μπορούν να βάλουν τρικλοποδιές οι εγκάθετοι του Σατανισμού….

 

Παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 03-01-2011

Του σκύλου η ρόδινη θρυαλλίδα – του Π. Α. Μ.

Του σκύλου η ρόδινη θρυαλλίδα 

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα


 

Επίμονα βγάζει τις δικές του κραυγές,

τις σκυλίσιες,

στης ροδιάς τον περίχωρο.

Ναι αυτής της ομορφούλας,

της τρυγημένης

χρυσοκόκκινης ελπίδας.

Συνέχεια

Πολιτική και Πολιτισμός I

Πολιτική και Πολιτισμός

 

Του Νικήτα Χιωτίνη*

 

 

Στις μέρες μας, ολοένα και περισσότερο, διαπιστώνουμε το πόσο αυθαίρετες κατασκευές και νοηματοδοτήσεις λέξεων και όρων, μας οδηγούν σε απόλυτες συγχύσεις εννοιών και πρακτικών. Δεν μπορούμε βεβαίως εδώ παρά να ανατρέξουμε στην μνημειώδη ρήση του κυνικού Αντισθένους, πως «αρχή παιδείας η των ονομάτων επίσκεψις». Δύο λέξεις που μας έχουν τελευταία αποπροσανατολίσει, είναι οι λέξεις «πολιτισμός» και η λέξη «πολιτική».

Η λέξη «πολιτισμός», προερχόμενη από τη λέξη «πόλις», καταδήλως σχετίζεται εννοιολογικώς με αυτήν: η «πόλις» χαρακτήριζε βεβαίως τον οικισμό και την κοινωνία που διέμενε σε αυτόν, αλλά εμπεριείχε και το όλο πνευματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά επικάθονταν. Εμπεριείχε με άλλα λόγια τον όλο τρόπο ύπαρξής τους, δηλαδή την όλη υπαρξιακή ή φιλοσοφική θεμελίωσή τους. Ο «πολιτισμός» βεβαίως   δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την έννοια αυτή της «πόλεως». Συνακολούθως, η «πολιτική» ήταν η περί αυτής της «πόλεως» μέριμνα, η προσπάθεια προώθησης των συλλογικών της στόχων, στους οποίους βεβαίως κύρια θέση καταλάμβαναν η προώθηση της υπαρξιακής σημαντικής του ανθρώπου και των κοινωνιών. Η ιστορία μάλιστα δείχνει πως αυτό συνιστούσε «το κοινό και το κύριο των λαών» – δανειζόμενοι έκφραση του Σολωμού – και αποτελούσε γι’ αυτούς κύριο ζητούμενο, ως αδιαίρετο συστατικό της καθημερινής τους ζωής. 

Δυστυχώς όμως, οι ανωτέρω λέξεις αλλοιώθηκαν, με τη συνδρομή βεβαίως της Δύσεως: η δυτική νεωτερική πρόταση περί νοηματοδότησης της Ζωής και του  Ανθρώπου, του Κόσμου και της Ιστορίας, πρόταση που συνοψίστηκε στη πρόταξη άλλων προτεραιοτήτων ζωής, μετάλλαξε την παλαιά «πόλιν» σε  «citas», και από κεί ο όρος  civilisation  τον οποίον μεταφέραμε μεταπρατικώς σε «πολιτισμό»[i]: παρόλη την αρχική μέριμνα αυτή η civilisation να έχει να κάνει με τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξης και προώθησης του όποιου εναπομείναντος φιλοσοφικού υποβάθρου των κοινωνιών, με τον καιρό αυτό εξασθένησε και έτσι σωστά φερόμενοι οι δυτικοί σχεδόν εγκατέλειψαν τον όρο και χρησιμοποιούν τον όρο culture, «καλλιέργεια», υπό την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας των μελών της κοινωνίας. Σημειωτέον μάλιστα ότι ο όρος culture προέρχεται από το  culte, που έχει να κάνει και με έννοιες θρησκευτικές, εξ’ άλλου και ο όρος καλλιέργεια ετυμολογικώς δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την καλλιέργεια της γης, αλλά εμπεριέχει τη λέξη κάλλος και τη λέξη έργον. Υπάρχει και η λέξη «καλλιέρεια», επίσης με το συνθετικό κάλλος και το ιερόν, με βαθύτερη βεβαίως σημασία.

Εν πάση περιπτώσει σήμερα με έναν αυθαιρέτως νοηματοδοτημένο  «πολιτισμό» εννοούμε – στην Ελλάδα –  τις «πνευματικές» και «καλλιτεχνικές» πρακτικές, πρακτικές ξεκομμένες από την καθημερινή ζωή και από τους συλλογικούς στόχους των κοινωνιών. Η δε παλαιά «πολιτική» έχει εκπέσει σε μια απλή διαχειριστική, κυρίως λογιστική διαχειριστική, των κοινωνιών, των νεωτερικής έμπνευσης και λειτουργίας «κρατών», που δεν ενδιαφέρεται παρά δίκην πολυτέλειας ακόμα και με αυτή τη συρρικνωμένη έννοια του πολιτισμού – και δικαίως, γιατί έτσι συρρικνωμένα αυτός ο πολιτισμός δεν πολυέχει νόημα, ου μην βλάπτει και αποπροσανατολίζει. Η αλήθεια είναι πάντως πως το συνθετικό της culture, culte, χρησιμοποιείται στη Δύση και μάλιστα προτασσόταν και προτάσσεται σε επίπεδο «πολιτικής», ενώ το αντίστοιχο, αν μπορούμε να το παραλληλήσουμε, «κάλλος», όχι μόνο δεν το χρησιμοποιούμε εμείς καθόλου, αναφερόμενοι στον «Πολιτισμό», αλλά και όποτε τον χρησιμοποιούμε   αλλοιώνουμε τη σημασία του.

Ο «πολιτισμός» με άλλα λόγια, δεν είναι η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, το θέατρο και η μουσική, ή ό,τι άλλο «καλλιτεχνικό». Αυτά δεν αποτελούν παρά εκδηλώσεις του και συμπύκνωσή του ή και τρόπο  προώθησής του, δεδομένου της συν-κινητικής ιδιότητάς τους. Ούτε η ευγένεια στις διαπροσωπικές σχέσεις ή η ποιότητα των οικιακών σκευών και των αυτοκινήτων, που δεν αποτελούν και αυτά παρά εκφράσεις του, ως εκφράσεις των προτεραιοτήτων της ζωής μας.  Πολιτισμός είναι ο τρόπος με τον οποίον υπάρχουν και θεωρούν πως υπάρχουν οι κοινωνίες, είναι το υπαρξιακό πεδίο αναφοράς τους, είναι η φαντασιακή θέσμισή τους – για να θυμηθούμε τον Καστοριάδη[ii] – που τελικώς όμως πρόκειται για τη φιλοσοφική τους θέσμιση ή θεμελίωση, απ’ όπου προκύπτουν οι συλλογικοί και οι ατομικοί στόχοι και οι προτεραιότητες της καθημερινής ζωής. Το ότι οι προτεραιότητες της καθημερινής προκύπτουν από αυτό το συλλογικό φαντασιακό ή τη φιλοσοφική μας θεμελίωση, έχει αρκούντως αναλυθεί και καταδειχθεί. Ο ίδιος ο Marx, π.χ., διαβεβαίωνε πως ο Απόλλων των Δελφών ήταν στη ζωή των Ελλήνων μία δύναμη τόσο πραγματική όσο και οποιαδήποτε άλλη, η δε  υποτιθέμενη «πραγματική» Οικονομία έχει καταδήλως φαντασιακά  θεμέλια:  η περίφημη Πολιτική Οικονομία εξαρτάται από την ανθρώπινη  συμπεριφορά   και έχει πρωτίστως να κάνει με τις προτεραιότητες της ζωής των ανθρώπων, των αναγκών τους και των επιθυμιών τους, που διαμορφώνονται από σημασίες φαντασιακές, τουλάχιστον εξ’ ίσου με τις όποιες  «πραγματικές» ανάγκες, επιθυμίες και προτεραιότητες και στο βαθμό που αυτές είναι ανεξάρτητες από τις  φαντασιακές.

Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ιστορία των κοινωνιών, των συγκρούσεων και των κάθε είδους εξελίξεων ταυτίζεται με την ιστορία των Πολιτισμών, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο αυτόν. Αυτό δε, δεν αφορά μόνο στις  αρχαίες κοινωνίες, όπου και είναι κατάδηλον. Οι νεώτερες κοινωνίες και τα νεωτερικά έθνη-κράτη, συγκροτήθηκαν στηριζόμενα σε τέτοιου είδους φιλοσοφικές ή αν θέλετε σε αντίστοιχης σημασίας «νοηματικά και πολιτισμικά συστήματα» – για να θυμηθούμε τον Μ. Weber[iii], που πρώτος αμφισβήτησε τον επικρατούντα «θετικισμό και οικονομισμό» στην πολιτική κοινωνιολογία τη δεκαετία του -60 και αυτή η αμφισβήτηση ενισχύεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Η Ευρώπη, π.χ., οφείλει την ύπαρξή της ως κοιτίδα ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας, στον χριστιανισμό και στο όνομα αυτού προσπάθησε να απλωθεί στον κόσμο όλο. Λαοί που στερούντο πολιτισμικής Παράδοσης, για να μπορέσουν να συγκροτηθούν ως κράτη, δανείστηκαν πολιτισμικές βάσεις από άλλους λαούς – π.χ. ο αμερικανικός λαός που στηρίχτηκε σε χριστιανικές διδασκαλίες και σε αρχαιοελληνικές παρακαταθήκες – ασχέτως του πως αυτά ερμηνεύτηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν. Οι κοινές πολιτισμικές παραδόσεις είναι προφανές ότι και σήμερα βρίσκονται πίσω από οικονομικές ή άλλου είδους συμμαχίες και συνασπισμούς κρατών και λαών και  εξακολουθούν να βρίσκονται εμφανώς ή αφανώς πίσω από κάθε είδους συγκρούσεις. Οι προσπάθειες δε του κατά το μάλλον ή ήττον επικρατούντος, μέχρι τώρα, δυτικού Πολιτισμού να επιβληθεί παγκοσμίως όχι μόνον απέτυχε, αλλά όπου «εκσυγχρονίστηκαν», δηλ. εκδυτικοποιήθηκαν,  από υλικής απόψεως, χώρες τρίτου κόσμου και μάλιστα χώρες με βαθιά πολιτισμική παράδοση, πέτυχε το αντίθετο. Συνετέλεσε στην ενδυνάμωση των τοπικών αυτών πολιτισμικών παραδόσεων, απολύτως αντίθετη έως εχθρική με την δυτική πολιτισμική πρόταση και αυτό με παρενέργειες: ενδυνάμωση ή και δημιουργία φονταμενταλισμών, με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε.

Ο γνωστός S. Huntington, ένας από τους επιφανείς θεωρητικούς της αμερικανικής γεωπολιτικής στρατηγικής, στα περίφημα κείμενά του «Η σύγκρουση των πολιτισμών» και «Η Δύση μοναδική όχι οικουμενική»[iv] αναλύει πως η πολιτισμική ταυτότητα θα είναι όλο και περισσότερο σημαντική στο μέλλον και ο κόσμος θα διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επτά ή οκτώ – κατά τη γνώμη του- μεγαλυτέρων πολιτισμών.[v] Δεν συμφωνούμε με αυτήν την καταμέτρηση, αλλά σημασία έχει πως επισημαίνει την καθοριστική σημασία των πολιτισμών στην εξέλιξη των κοινωνιών και των κρατών, στην εξέλιξη της Ιστορίας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Foukouyama εγκατέλειψε την θεωρία περί τέλους της Ιστορίας, διαπιστώνοντας πως αυτή θα έχει ως κύριο πεδίο εξέλιξής της την Ανατολή. Όπως δε μας αναλύει ο Γ. Καραμπελιάς, «η σημερινή άνοδος του Huntington στο παγκόσμιο στερέωμα αποτελεί έκφραση της μετατόπισης της Δύσης ααπό το τέλος της Ιστορίας του  Foukouyama και την παγκόσμια νίκη του δυτικού ανθρώπου-εμπορεύματος, στη λογική της Δύσης-Φρούριο»[vi], μετακίνηση που ολοκληρώθηκε την 11η Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ήδη η Δύση δείχνει άλλη στάση προς την Ανατολή, κάτι το οποίον είχε επίσης προταθεί από τον Huntington και ίσως αρχίσει να υλοποιείται τώρα και βεβαίως δεν είναι του παρόντος να ασχοληθούμε με την παρουσίασή του. Απλώς τονίζουμε πως η γεωπολιτική στρατηγική της «Δύσεως» ξεκινά από  την αναγνώριση της σημασίας των Πολιτισμών και με βάση αυτήν την αναγνώριση σχεδιάζει την Πολιτική της, η οποία μάλλα λόγια έχει ως επίκεντρο τον Πολιτισμό.  Αναφερόμαστε κυρίως στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, εκφραζόμενη τελευταία δυναμικά από τον Obama και της Γαλλίας, που επιδιώκει ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, από τον Sarkozi. Ομοίως όμως λειτουργούν και οι πολιτικές των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών. Δεν αναφέρομαι στην άπω Ανατολή, που κινούνται με έναν τρίτο τρόπο ανάπτυξης, αυτόν που εδράζεται πάνω στις πολιτισμικές τους Παραδόσεις – που διαφοροποιείται δηλ. από τα κύρια μοντέλα του κρατισμού και του φιλελευθερισμού. Βεβαίως είναι και τα ισλαμικά κράτη, που «εκσυγχρονιζόμενα» αντί να εκδυτικοποιηθούν πολιτισμικώς, ανέσυραν την απωθημένη από την υλική τους μιζέρια ιδιοπροσωπία τους, την προέταξαν – ίσως  την ανέπτυξαν περαιτέρω – και με αυτήν πορεύονται. Πολιτισμική πολιτική κάνει τελευταία και η Τουρκία, που εγκαταλείπει κεμαλική εμμονή στη συγκρότηση νεωτερικής εμπνεύσεως έθνους-κράτους – άλλωστε αυτά έχουν πλέον δείξει τα όριά τους –  και περνά στην πολιτική Νταβούτογλου που δίνει έμφαση στον ισλαμικό πολιτισμό και έτσι επιχειρεί να αναχθεί σε μεγάλη «διαμεσολαβητική» δύναμη Ανατολής-Δύσης[vii].  

Παρότι τα παραπάνω τα αναφέραμε κυρίως ενδεικτικώς, οφείλουμε να τονίσουμε την απίστευτη αδιαφορία που δείχνουν στον Πολιτισμό – με τον Πολιτισμό στην πραγματική έννοια του όρου – οι σημερινοί Έλληνες πολιτικοί και συνακολούθως η ελληνική κοινωνία, δεδομένου της πλύσης εγκεφάλου που αυτή δέχεται πανταχόθεν και δεν υπερβάλουμε καθόλου χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις. Πρώτ’ απ’ όλα, δηλ. σε πρώτο επίπεδο θεώρησης των πραγμάτων, ο Πολιτισμός είναι αυτός που καθορίζει τους συλλογικούς και ατομικούς στόχους και προτεραιότητες. Υπόσχονται,  π.χ. και ανταγωνίζονται – δήθεν –  οι πολιτικοί μας, με στόχο την υφαρπαγή δια ψηφοφορίας  – δήθεν ελεύθερης – για αύξηση μισθών κατά μερικά ευρώ, ενώ από δίπλα διαφημίζεται ο πάμπλουτος με το ιδιωτικό νησί που κέρδισε παίζοντας λόττο. Όταν προτεραιότητα ζωής είναι η πολυτελής ζωή, σπρώχνεται ο έχων αυτό ως προτεραιότητα της ζωής του να δαπανήσει πολλαπλάσια αγοράζοντας λόττο και μη έχοντας ποτέ ελέγξει το ποσοστό που παρακρατά το κράτος, που είναι πολλαπλάσιο από το κέρδος των ιδιωτικών καζίνο. Μόνο με έναν άλλο Πολιτισμό, θα λυνόταν το δημοσιονομικό πρόβλημα: ο Γκάντι είχε πεί «αν ζήσετε απλά, άλλοι απλά θα ζήσουν».

Αν πάμε όμως λίγο βαθύτερα, θα πρέπει να νοιώσουμε όλοι βαθιά θλίψη, διαπιστώνοντας ότι οι πολιτικοί μας – μάλλον και ‘μείς μαζί – αγνοούμε ή έστω παραβλέπουμε, ότι η ίδια η ύπαρξη της Ελλάδος, της νεώτερης Ελλάδος, οφείλεται στην Πολιτισμική της Παράδοση  ή αν θέλετε σε αυτό που η Δύση θεωρούσε, ως τέτοια και σε αυτά που πρόσμενε, αλλά και προσμένει,  από αυτήν.

Η Ιδέα του Νέου Ελληνικού Κράτους προέκυψε από μία εκπληκτική σύζευξη νεωτερικότητας και Ελληνικής Παράδοσης όπως αυτή σχηματοποιήθηκε σε πολιτική πράξη από το Ρήγα. Η Ευρώπη ήδη από τα τέλη του 18ου και κυρίως σ’  όλο τον 19ο αιώνα – και ακόμα περισσότερο στον 20ο – βιώνει τα αδιέξοδα της νεωτερικής νοηματοδότησης του Ανθρώπου και του νοήματος της Ζωής. Από τότε μέχρι τις μέρες μας, βιώνει τον σταδιακό θάνατο της ψυχής και της ελευθερίας, τις συνέπειες δηλ. της κυριαρχίας του λεγόμενου «ορθολογισμού», που κατέπεσε σε καθαρά εργαλειακό ορθολογισμό στην υπηρεσία του παραγωγισμού και της κατανάλωσης, που κυριάρχησαν  ως τα νέα δόγματα  που είναι τα μόνα που εκφράζουν την έννοια της προόδου και της ευτυχίας. Ως αντιστάθμισμα λοιπόν αυτής της επικρατούσης κατά τον 18ο αιώνα δυτικής νεωτερικής νοο-τροπίας, δηλ. δυτικής πολιτισμικής πρότασης, ως αντιστάθμισμα «της πρώτης απογοήτευσης του κόσμου», όπως ονόμαζε ο Καστοριάδης την απογοήτευση που προήλθε από την οπισθοχώρηση των θρησκειών[viii], δηλ. των παλαιότερων οντολογιών ή φιλοσοφικών θεμελιώσεων ή θεσμίσεων των κοινωνιών, θα εμφανιστεί ο λεγόμενος «ρομαντισμός». Θα εμφανισθεί  ως προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του Ανθρώπου, «απέναντι σε μία ξέφρενη μεγαμηχανή την οποίαν πλέον δεν κατευθύνει κανένας, μήτε καν ο τρελός μηχανοδηγός του βωβού κινηματογράφου»[ix]. Αυτός ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, ως το μόνο απελευθερωτικό κίνημα στην Ευρώπη απέναντι στην καταδυνάστευση της ανθρωπότητας από τον νεωτερικό εργαλειακό ορθολογισμό, θα  προσπαθήσει να ανακαλύψει τις χαμένες αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης στις παλιές οντολογίες,  μέσα στα διασωθέντα ήθη, στα έθιμα και στην Τέχνη των λαών, μέσα στις πρωτόγονες κοινωνίες, μέσα στα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής, μέσα στις οικουμενικής αξίας τοπικές Παραδόσεις,  θέτοντας  εκ νέου ερωτήματα αφορούντα στην ίδια την υπαρξιακή διάσταση του Ανθρώπου.

Από τα τέλη έτσι του 18ου αιώνα, η Ευρώπη αρχίζει να  επαναξιολογεί την Ελληνική Παράδοση, με έμφαση σ’ αυτήν της Αρχαίας Ελλάδας και να προστρέχει σε αυτήν. Ο ιδιοφυής τότε Ρήγας, κινείται επιλεκτικά μεταξύ ευρωπαϊκού Διαφωτισμού – καθ’ όσον ως προς τη δημιουργία και λειτουργία του κράτους ακολούθησε τα παραδείγματα της Γαλλικής Επανάστασης – και «ρομαντισμού», όπως αυτός τότε ετίθετο, αλλά κυρίως με βαθιά πίστη στην αξία της Ελληνικής Παράδοσης. Πρότεινε τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους συνταγματικά αλλά και φιλοσοφικά θεμελιωμένου: στο Σύνταγμά του προβάλλει έναν τύπο άμεσης Δημοκρατίας αρχαιοελληνικής και ρουσοϊκής εμπνεύσεως και προτείνει τη δημιουργία μιάς Επικράτειας όπου περιλαμβάνεται «ο λαός απόγονος των Ελλήνων, όπου κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας μεσογείους νήσους, την Βλαχομπογδανίαν, αλλά και όλους όσους στενάζουν υπό την δυσφορωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού…». Η Επικράτεια αυτή ενοποιείται με την συνέργεια θεσμών που εμψυχώνει ο «Ελληνισμός», με μέσα γι’ αυτό την καθιέρωση της Ελληνικής ως επίσημης γλώσσας και την υποχρεωτική διδασκαλία της στην εκπαίδευση και συνάμα με την διαρκή αναφορά στον «Ελληνικόν Τόπον» και την «Ελληνικήν Γήν».   

Πρόκειται περί παραδείγματος οικουμενικής αξίας, καθόσον θεμελιώνει μία μετανεωτερική κοσμοθεωρητική πρόταση, πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη σήμερα, που γίνεται ολοένα και περισσότερο εμφανής η  χρεοκοπία του κοσμοθεωρητικού προτάγματος της νεωτερικότητος, πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη στο σημερινό κόσμο της σύγκρουσης των φονταμεταλισμών ένθεν κακείθεν μιας αμήχανης ηπείρου, μιας ηπείρου κατά τα φαινόμενα αδύναμης πλέον να παρέμβει στην Ιστορία. Αυτή η εμμονή  συνοψίζεται στην άποψη-οικτιρμό, που συχνά ακούγεται, πως «ακόμα οι Ελληνες αναζητούμε την ταυτότητά μας ανάμεσα στο δυτικό παράδειγμα και την τοπική Παράδοση, ανάμεσα στο Λόγο και το Βίωμα».  Μα αυτή ακριβώς η σύζευξη και συμπόρευση,  αποτελεί το Ελληνικό παράδειγμα του 19ου αιώνος και θεμελιώνει την Πολιτιστική   Πρόταση της Νέας Ελλάδας. Αυτό είναι ένα ζήτημα   που παλαιότερα στην Ελλάδα αποτελούσε θέμα γόνιμων συζητήσεων και αναφορών, οι εφημερίδες μέχρι μιας εποχής – μέχρι ίσως και τη δεκαετία του -60 – συναγωνιζόντουσαν σε πολιτιστικά θέματα,  που όμως πρώτοι οι πολιτικοί εγκατέλειψαν και τώρα πιά αγνοούν πλήρως. 

Το έλλειμμα αυτό της νεοελληνικής  πολιτικής ή «πολιτικής», καθίσταται τραγικό, σήμερα που τα ζητήματα του Πολιτισμού διεθνώς καταλαμβάνουν το κεντρικό πεδίο, την κεντρική αναφορά, το κεντρικό ζητούμενο και το κεντρικό εργαλείο της Πολιτικής. Είναι π.χ. εμφανής η πολιτική Νταβούτογλου, είναι επίσης εμφανής η στροφή της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, προβλεφθείσα στις εκθέσεις-προτάσεις Huntington, είναι εμφανής η πολιτική των μεγάλων τουλάχιστον ευρωπαϊκών κρατών που έχουν θέσει τον Πολιτισμό στην κύρια ατζέντα τους. Είναι εμφανές πως βρισκόμαστε σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλέον γίγνεσθαι, όπου το θέατρο της Ιστορίας μετατοπίζει στη Ανατολή την κεντρική του σκηνή – π.χ. οι ανακοινώσεις του ΥΠ.ΕΞ της Κίνας γίνονται μόνο στα κινεζικά. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί είτε είναι εκτός τόπου και χρόνου, είτε δείχνουν πως είναι εκτός τόπου και χρόνου: και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις αποδεικνύουν το πολιτικό μας αδιέξοδο και το άδηλο μέλλον μας.

 

* Ο Dr Νικήτας Μ. Χιωτίνης είναι αρχιτέκτων-καθηγητής ΤΕΙ Αθήνας.

 

Βιογραφικό (Βρέθηκε από το ΜτΒ):

«Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25-10-1953 και είναι έγγαμος με δύο παιδιά. Απόφοιτος του Α Γυμνασίου Αρρένων Αθηνών.

Βασικές σπουδές:

– Πτυχίο Αρχιτέκτονα Μηχανικού από την Ecole Speciale d/Architecture, Παρίσι
Μεταπτυχιακές σπουδές:

– Maitrise Αισθητικής από το Τμήμα Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης, του Πανεπιστημίου Paris .

– D.E.A Φιλοσοφίας, με ειδίκευση στη Φιλοσοφία της Τέχνης και του Πολιτισμού, από το Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Paris I – Sorbonne.

– Διδακτορικός Τίτλος Αρχιτεκτονικής από το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., έδρα Μορφολογίας.

Έχει εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας, με αντικείμενο αρχιτεκτονικές μελέτες και κατασκευές, αποκαταστάσεις παραδοσιακών κτιρίων και οικισμών, καθώς και μελέτες εσωτερικών χώρων. Πραγματοποιηθέντα έργα έχουν τύχει δημοσίευσης και σχολιασμού σε ειδικά αρχιτεκτονικά.»

 

ΠΗΓΗ: http://www.teiath.gr/site/dioikisi/xiot/xiotinis.htm

 


[i] Τη λέξη Πολιτισμός την εισήγαγε ο Κοραής, λήμμα στη Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, Στέφανου Α. Κουμανούδη. Αναφορά στη «Πολιτισμική Ιστορία» του Pascal Ory, σελ. 12, εκδ. Ινστιτούτο του βιβλίου-Α.Καρδαμίτσα, 2007

[ii] Καστοριάδης Κορνήλιος, «Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνιών», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1981

[iii] Bertrand Badie, «Κουλτούρα και Πολιτική», Εκδ. Πατάκη, 1993

[iv] Huntington S., «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998

[v] Εννοεί τον  δυτικό, τον κομφουκιανό, τον ιαπωνικό, τον ινδουιστικό, τον σλαβο-ορθόδοξο, τον λατινοαμερικανικό και πιθανώς τον αφρικανικό πολιτισμό.

[vi] Huntington S. «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998

[vii] Β. Μαρκεζίνης, «Ορατοί οι κίνδυνοι στα εθνικά θέματα» και «Η Ελλάδα και το φαινόμενο Αχμετ Νταβούτογλου» άρθρα στην εφημ. ΕΘΝΟΣ, αναρτημένα στο ΕΘΝΟΣONLINE, Χρ. Γιανναρά «Η πρόκληση Νταβούτογλου», άρθρο εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, αλλά και για πολιτική Τουρκίας: Γ. Καραμπελιάς «Η κοινωνική βάση του νέο-οθωμανισμού» και «Νέο-οθωμανισμός και Ελληνισμός» περ. ΑΡΔΗΝ τ.72 και Στ. Κωσταντινίδης «Νέο-οθωμανισμός: έννοια κλειδί για την κατανόηση της σημερινής Τουρκίας», περ. ΑΡΔΗΝ τ.72

[viii] Καστοριάδης Κορ., Κοινωνία χωρίς μνήμη, συνέντευξη στην εφημ. ΝΕΑ 10/8/1993.

[ix] Γ. Καραμπελιάς, «Ο Ρομαντισμός στον αντίποδα της νεωτερικότητας», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2002

Πού το πάει ο Γιώργος το 2011;

Πού το πάει ο Γιώργος το 2011;

 

Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου

 

 

Οι παρακάτω σκέψεις βασίζονται σε δύο πεποιθήσεις, οι οποίες αποτελούν μάλλον κοινό τόπο πλέον σ’ όσους Έλληνες επέτρεψαν στον εαυτό τους να στοχαστεί λίγο περισσότερο πάνω στην πολύμορφη κρίση που πλήττει την χώρα:
(α) Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν ήρθε για να λύσει προβλήματα, αλλά για να προβληματοποιήσει σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο τις οικονομικές, διεθνείς και υπερεθνικές σχέσεις της χώρας και

(β) να διαμορφώσει τις συνθήκες ώστε η χώρα να αποτελέσει το βασικό πιόνι της ελίτ που επιχειρεί να μανουβράρει την παγκοσμιοποίηση προς ένα συγκεκριμένο διεθνές μοντέλο ηγεμονίας που θεμελιώνει την ισχύ της λεγόμενης «uni-multipolarity», η οποία έτεινε να αμφισβητηθεί έμμεσα αλλά ουσιαστικά, κυρίως από την Κίνα, την Γερμανία και την Ρωσία.

Με δύο λόγια η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου μετέτρεψε τον εαυτό της στο βασικό πιόνι εκείνων που δεν επιθυμούν να καταστεί η Ευρώπη ένας αυτόνομος πόλος ηγεμονίας στον κόσμο. Δεν έχει καμία σημασία αν ο κ. Παπανδρέου προφασιστεί «κλίμα ανωμαλίας» στην χώρα μας και καταφύγει σε εκλογές. Πολλά γεγονότα έχουν ήδη δρομολογηθεί και η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί να λάβει αποφάσεις εθνικού χαρακτήρα, οι οποίες θα ανατρέπουν σε θεσμικό επίπεδο το status quo στην περιοχή. Ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ φρόντισε να μετατρέψει σε κρίση δανεισμού την σοβαρή δημοσιονομική κρίση που έπληττε την χώρα, εγκλωβίζοντας παράλληλα πολιτεία και κοινωνία σε ένα ελεεινό «προσωρινό μηχανισμό», ο οποίος ήταν σαφές ότι θα κατέληγε σε κοινωνική και οικονομική απορύθμιση, ύφεση, ανεργία και διόγκωση του δημόσιου χρέους.

Σήμερα με απόλυτη «ειλικρίνεια» – σπάνια για κυβερνητικό εκπρόσωπο – ο κ. Γιώργος Πεταλωτής, που πήγε στην Τουρκία για σκι, δήλωσε: «Ως χώρα βιώνουμε μια βαθιά κρίση, προχωράμε στο να την ξεπεράσουμε. Πιστεύω ότι θα αποτελέσει αφορμή το να κάνουμε με τους γείτονές μας καινούργιες και καλύτερες συνεργασίες». Δεν θα έπρεπε να απορεί κανείς πώς η ελληνική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για την σύσφιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αν γνώριζε ότι εδώ και αρκετό διάστημα μεταξύ Ουάσιγκτον, Νέας Υόρκης και Λονδίνου έχει ωριμάσει η ιδέα μιας Βαλκανικής Συνομοσπονδίας (Τουρκία, Βουλγαρία, Ελλάδα, ΠΓΔΜ, Αλβανία + Κόσοβο).

Το σχέδιο αυτό κυκλοφορεί ευρύτερα στην βόρειο και δυτική Ευρώπη, το γνωρίζουν ασφαλώς οι Ρώσοι, οι Βρυξέλλες και μάλλον όλοι οι άμεσα ή έμμεσα ενδιαφερόμενοι. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το προσκήνιο, αλλά κυρίως το παρασκήνιο στις τρέχουσες σχέσεις μας με την Τουρκία, η υπόθεση των αγωγών, η φιλολογία περί υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, το timing στο σκοπιανό, η πρακτική στις παρενοχλήσεις στρατιωτικού χαρακτήρα στην περιοχή, ο τραγέλαφος και η φημολογία για τα εξοπλιστικά και πολλά άλλα … ακόμα και η επικείμενη επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Ουάσιγκτον, σε κάποιο βαθμό ασφαλώς. Εάν πειστεί και η Γαλλία, καθώς η Γερμανία δεν φαίνεται να έχει σημαντικές αντιρρήσεις – μια και οι προτεραιότητές της είναι να διατηρηθεί ισχυρό το ευρώ, υψηλή η ανταγωνιστικότητά της και δυναμική η παραγωγικότητά της – τότε τα πράγματα θα κινηθούν ταχύτατα εντός του 2011, μέσω τετελεσμένων που θα οδηγήσουν την Ελλάδα να κάνει ένα βήμα που θα την απομακρύνει από τις κεντροευρωπαϊκές δυνάμεις και δύο βήματα προς την αγκαλιά της Τουρκίας, τα οποία θα εμφανιστούν, ασφαλώς, ως συμφέρουσες επιλογές για να απεξαρτηθεί η χώρα από τους «δυτικούς δυνάστες» της.

Πρόκειται, δηλαδή, για την ένταξη της Ελλάδας και των υπολοίπων Βαλκανικών χωρών που ανέφερα, στην ζώνη χαλαρής ηγεμονίας της Τουρκίας, η οποία μέσω αυτής της οδού θα εισέλθει στην ΕΕ, δίχως να ενταχθεί επίσημα για τα επόμενα χρόνια τουλάχιστον σε αυτήν. Έτσι διαμορφώνεται ένα γεωπολιτικό «sub-region» μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και ΕΕ, που ουσιαστικά θα αποτελεί οργανικό τμήμα της τελευταίας, αλλά υπό την αυξημένη επιρροή της Τουρκίας και την καθοριστική παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου θα επιλυθεί αναγκαστικά και το κυπριακό μέσω ενός μεταβατικού μηχανισμού «power – sharing» για τις δύο κοινότητες και θα αλλάξει εντελώς το καθεστώς του Αιγαίου και ευρύτερα της ανατολικής Μεσογείου.

Σε ότι αφορά στο Αιγαίο, θα υπάρξει η πρόνοια ώστε ανατολικά του 25ου μεσημβρινού να ουδετεροποιηθεί η κυριαρχία στα ελληνικά νησιά. Αυτό σημαίνει ότι τα ήδη ελληνικά νησιά και όχι ασφαλώς οι «γκρίζες ζώνες» κατά ΝΑΤΟ, θα συνεχίσουν να βρίσκονται υπό ελληνική διοίκηση, αλλά θα είναι απολύτως αποστρατικοποιημένα και δεν θα απολαμβάνουν ορισμένων δικαιωμάτων εθνικών περιοχών στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, όπως είναι για παράδειγμα η (νομική) υφαλοκρηπίδα. Όλα αυτά προϋποθέτουν μία νέα συνθήκη για την περιοχή, η οποία μπορεί να δημιουργηθεί με πολλούς τρόπους. Νομίζω ότι σε αυτό το κρίσιμο σημείο βρίσκονται οι ουσιαστικές διαβουλεύσεις μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών αυτή την περίοδο κι έτσι εξηγείται η πολιτική «μαστίγιο και καρότο», που ακολουθούν οι γείτονες. Μη σας φαίνεται περίεργο, αλλά οι συζητήσεις αυτές που άνοιξαν διάπλατα επί Γιώργου Παπανδρέου για να κλείσουν με την επόμενη κυβέρνηση, σχετίζονται απολύτως με την τελική διευθέτηση της διαφοράς της Αθήνας με τα Σκόπια, σ’ ότι αφορά σε μία πλειάδα ζητημάτων που άπτονται αυτού που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «το ζήτημα της ονομασίας της γείτονος».

Άρα το 2011 θα είναι σε κάθε περίπτωση η κρισιμότερη χρονιά για τα συμφέροντα του ελληνικού λαού και του ελληνισμού μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πλέον η οικονομική κρίση που επέφερε το καθεστώς, μεταβλήθηκε σε κοινωνική κρίση, η οποία σε λίγο θα εμφανιστεί ως εθνική κρίση, ώστε να υπάρξει δυνατότητα πολιτικών διευθετήσεων που θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα, που επιδιώκουν να χειραγωγήσουν την ελληνική κοινωνία για τις επόμενες δεκαετίες. Το πώς θα περάσουμε από την κοινωνική στην εθνική κρίση, αυτό ενδεχομένως να το γνωρίζει ο πρωθυπουργός, οι έμπιστοι σύμβουλοί του και ενδεχομένως πολιτικοί συνοδοιπόροι του σε αυτήν την περιπέτεια, όπως είναι το πατριδοκάπηλο ΛΑΟΣ (δείτε τις τελευταίες δηλώσεις Πάγκαλου, όπου χαρακτηρίζει το ΛΑΟΣ ως τον πιο σοβαρό συνομιλητή). Ενδεχομένως και άλλοι, οι οποίοι επιδιώκουν εκλογές με λίστα και ανάδειξη μίας κυβέρνησης ευρύτερου συνασπισμού, όπου θα χωρούν όλοι οι «καλοί» του καθεστώτος. Το δυστύχημα γι’ αυτούς είναι ότι πλέον τα βήματά τους τούς προδίδουν. Και το ακόμη μεγαλύτερο δυστύχημα είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις που δεν εμπλέκονται σ’ αυτά τα παιχνίδια, περί άλλων τυρβάζουν, ανίκανες να οργανώσουν αμέσως ένα σχέδιο εναλλακτικής ηγεμονίας που θα αμφισβητήσει αποτελεσματικά αυτούς που σχεδιασμένα αποσταθεροποιούν την χώρα για να συνεχίσει να υπάρχει και αύριο το υφιστάμενο καθεστώς.

Υ.Γ. Σε αυτό το σύντομο σημείωμα που προβλέπει την σχεδιασμένη επίκληση εθνικών απειλών, πέραν των οικονομικών, ώστε το καθεστώς να δρομολογήσει εξελίξεις για το συμφέρον του και επ’ ωφελεία των κέντρων που ελέγχουν την σημερινή διάσταση της παγκοσμιοποίησης, δεν υπάρχουν αξιολογικές κρίσεις, με την στενή έννοια. Μη γνωρίζοντας τι συζητείται επιμέρους για το περιεχόμενο του τουρκικού «sub-region», δεν μπορώ να προδικάσω τι συμφέρει και τι δεν συμφέρει την Ελλάδα. Αυτό που σίγουρα δεν την συνέφερε σε καμία περίπτωση, ήταν να ανοίξουν αυτά τα ζητήματα σήμερα και με δεδομένη την πολυεπίπεδη και πολύπλευρη κρίση που επέφερε στην χώρα το καθεστώς και την κατάσταση που επικρατεί στο πολιτικό σύστημα και την κυβέρνηση που λειτουργεί υπό την διακυβέρνηση της τρόικας. Ίσως ο πρωθυπουργός να αποδειχθεί το 2011 η χειρότερη περίπτωση που μπορούσε να μας τύχει την χειρότερη στιγμή!

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011, http://grbloopers.blogspot.com/2011/01/2011.html

Οιωνοί ανατροπών – του Γιάννη Ποτ.

Οιωνοί ανατροπών

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

 

Θα σπάσει το γυαλί

           Η ασταθής ισορροπία,

                                κοιλοπονά  

Φάνηκαν οι οιωνοί

Έρχονται ανατροπές

Στα χαραγμένα

                 της μοίρας

                            μονοπάτια

Ας λικνίζεται το κόσκινο

                            της Ιστορίας

Θα ‘ρθουν ολβιώτεροι καιροί

                 για την εκδίκηση

                             των αιθεροβαμόνων

 

 

Και σαν φυσήξουν οι βοριάδες

Υετοί και όμβροι

θα νίψουν το πρόσωπο

                                    της αδικίας

 

 

Στην κολυμβήθρα της συγχώρεσης

θα ρεύσει το αίμα του αμνού

 

 

Έτσι ακριβώς

Γιατί εκδίκηση των αθώων

                            η αγάπη

 

Έτσι ακριβώς

Αφού στις ρίζες μας παφλάζει

                         το νάμα της αγάπης

 

 

Γι’ αυτό εξάλλου

                          νομοτέλεια η ισότητα

 

                           

2 Οκτωβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Μνημόνιο, εξάρτηση και η επικαιρότητα του Μπάτση

Το μνημόνιο, η εξάρτηση και η επικαιρότητα του Μπάτση

 

Του Έκτορα Μάγνη

 

 

Η επιβολή του μνημονίου στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξηγηθεί μονοσήμαντα. Ασφαλώς ένας από τους λόγους είναι η διάσωση του ευρώ στο διεθνή ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό. Ταυτόχρονα, σε εθνοκρατικό επίπεδο, επιχειρείται η μεταφορά της κρίσης από το μεγάλο κεφάλαιο στην εργατική τάξη, ενώ σε επίπεδο διακρατικό (ΕΕ) η μεταφορά της κρίσης από τους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς κρίκους στους ασθενείς. Ακριβώς αυτή η διαδικασία ενδυναμώνει την εξάρτηση των εξαρτημένων χωρών.

Η αστική απολογητική έχει να μας πει πολλά σχετικά με αυτό. Σε μια μελέτη του 18ου αιώνα διαπιστώνεται ότι: «Οι αποικίες δεν πρέπει ποτέ να λησμονούν ότι την ευημερία που απολαμβάνουν την οφείλουν στη μητέρα πατρίδα. Τα όσα της οφείλουν τις υποχρεώνει να παραμείνουν άμεσα εξαρτημένες από αυτήν και να υποτάξουν τα συμφέροντά τους, στα συμφέροντα εκείνης. Κατά συνέπεια, είναι καθήκον τους:

1ο. Να προσφέρουν στη μητρόπολη όσο το δυνατό μεγαλύτερη και καλύτερη πρόσβαση στα προϊόντα τους.

2ο. Να προσφέρουν απασχόληση σε όσο  το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό επιχειρηματιών, βιοτεχνών, ναυτικών.

3ο. Να της προσφέρουν τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα από τα αντικείμενα που έχει ανάγκη». [1]

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα ο Σέσιλ Ρόουντς παρατηρεί: «Χθες βρισκόμουν στο Ιστ Εντ (εργατική συνοικία του Λονδίνου) και παρακολούθησα μια συγκέντρωση ανέργων. Άκουσα τα όσα έλεγαν οι ομιλητές, αλλά το γενικό συμπέρασμα των λόγων τους ήταν η κραυγή του πλήθους: “Ψωμί! Ψωμί!”. Γυρίζοντας στο σπίτι μου ξανασκέφτηκα τα όσα είδα και άκουσα και πείστηκα για άλλη μια φορά σχετικά με τη μεγάλη σημασία του ιμπεριαλισμού […] για να σώσουμε τα τέσσερα εκατομμύρια του Ενωμένου Βασιλείου από τον κίνδυνο ενός δολοφονικού εμφύλιου πολέμου, εμείς οι αποικιοκράτες οφείλουμε να κατακτήσουμε καινούριες επικράτειες, ώστε να εγκαταστήσουμε εκεί το πλεόνασμα του πληθυσμού μας, προσφέροντας ταυτόχρονα νέες αγορές στα προϊόντα των εργοστασίων […] Αν θέλετε να αποφύγετε τον εμφύλιο πόλεμο οφείλεται να γίνετε ιμπεριαλιστές», (η υπογράμμιση δική μας). [2]

Ο Ρικάρντο έγραφε: «κάθε χώρα που παράγει εκείνα τα αγαθά στα οποία, βάσει της κατάστασής της, του κλίματός της και των υπόλοιπων φυσικών ή τεχνητών πλεονεκτημάτων της, έχει προσαρμοστεί, ανταλλάσοντάς τα με τα αγαθά άλλων κρατών θα οδηγούσε στην αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής και στο όφελος του συνόλου οικουμενικά». Ο Ρικάρντο υποστήριζε, ακόμη, ότι η Πορτογαλία έπρεπε να εξειδικευτεί στην παραγωγή κρασιού (κυρίως αγροτική δραστηριότητα), όπου παρουσίαζε το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημα, ενώ η Αγγλία έπρεπε να εξειδικευτεί στην παραγωγή υφάσματος (κυρίως βιομηχανική δραστηριότητα), όπου παρουσίαζε το μικρότερο συγκριτικό μειονέκτημα. Σχολιάζοντας τα παραπάνω ο Ρίτσαρν Πιτ καταλήγει: «Κι όμως, αυτή ακριβώς η εξειδίκευση είχε ήδη οδηγήσει σε αιώνες άνισων ανταλλαγών προς σωρευτικό όφελος της Βρετανίας». [3]

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ στο έργο του «Η Αποικιοκρατία στους σύγχρονους λαούς», το 1891 σημείωνε: «Σύμφωνα με τη σημερινή κατάσταση του κόσμου, η δημιουργία αποικιών αποτελεί την καλύτερη επιχείρηση για την επένδυση των κεφαλαίων μιας γριάς και πλούσιας χώρας. Η αποικιοκρατία είναι η επεκτατική δύναμη ενός λαού, ισχύς της αναπαραγωγής του, η διασπορά και ο πολλαπλασιασμός του στους ορίζοντες. Είναι η υποταγή του κόσμου ή ενός μεγάλου μέρους του κόσμου στη γλώσσα του, στις ιδέες του, στους νόμους του. Ένας λαός που δημιουργεί αποικίες είναι ο λαός που δημιουργεί τις βάσεις για το μεγαλείο του μέλλοντός του, για τη μελλοντική του ανωτερότητα και υπεροχή […] Δεν μπορούμε λοιπόν να μη δούμε την αποικιοκρατία σαν ένα από τα καθήκοντα που επιβάλλονται στα πολιτισμένα κράτη», (η υπογράμμιση δική μας). [4]

Ειδικότερα στην Ελλάδα, άνθησε η θεωρία της «ψωροκώσταινας». Δίνουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Σήμερα ο λαός μας συντηρείται από τους ξένους. Μόνο χάρη στην αμερικανική βοήθεια μπορούμε και επιζούμε […] Χωρίς αμερικανική βοήθεια δε θα σταθούμε ούτε για λίγους μήνες στα πόδια μας […] Όσο παίρνουμε τη βοήθεια αυτή θα εξαρτόμαστε από τους ξένους […] Να! το ιδιότυπο ελληνικό πρόβλημα: αδυναμία για επιβίωση του λαού μας και ανάγκη να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για αυτήν, ανάγκη να βασιστούμε στην ξένη βοήθεια, μα να μπορέσουμε να την αποδεχτούμε και να την απορροφήσουμε με το κεφάλι ψηλά σίγουροι για ό,τι κάνουμε, με πίστη στο σκοπό μας». [5]

Σε μια παρόμοια τοποθέτηση διαπιστώνεται: «Αν θέλωμεν να ίδωμεν πραγματοποιουμένας τα ως άνω βιομηχανίας παρ’ ημίν και κατά συνέπειαν τας υδραυλικάς μας δυνάμεις, είναι απαραίτητον και επιβάλλεται απολύτως όπως τα μεγάλα βιομηχανικά κράτη, αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής και η Αγγλία, αναλάβωσιν υπό την προστασίαν των την ίδρυσην παρ’ ημίν τοιούτων βιομηχανιών και εξασφάλισιν της διαθέσεως των παραγόμενων προϊόντων […]». [6]

Στην αξεπέραστη μελέτη του Δημήτρη Μπάτση [7]  (Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα/1947) – ενός πραγματικού ήρωα του προοδευτικού κινήματος που εκτελέστηκε μαζί με τον Μπελογιάννη (30 Μαρτίου 1952) κι ενός σπουδαίου θεωρητικού – γνωματεύσεις όπως οι παραπάνω διαλύονται με τον πιο αποφασιστικό τρόπο.

Ο Μπάτσης παρουσιάζει το σκεπτικό και την επιχειρηματολογία της αστικής απολογητικής, βασικό δόγμα της οποίας ήταν το «Η Ελλάδα πλουτολογικά υστερεί σε σχέση με τις πολιτισμένες χώρες». Άξονες αυτού του δόγματος ήταν οι παρακάτω:

– Η Ελλάδα έχει φυσικά φτωχό και άγονο έδαφος.

– Η Ελλάδα έχει περιορισμένες φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές στο έδαφος και στο υπέδαφος.

– Υπάρχει μεγάλη αναλογία πληθυσμού ανά μονάδα εδάφους, με αποτέλεσμα η όποια βελτίωση να μην μπορεί να επαρκέσει για την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου.

– Υπάρχει έλλειψη κεφαλαίων και πληθώρα χεριών.

– Η απόσταση από τις προηγμένες χώρες είναι τέτοια που δεν μπορεί να καλυφθεί.

Το συμπέρασμα από τους απολογητές προέκυπτε αβίαστα: η «σωτηρία» της Ελλάδας μπορεί να έρθει μόνο με λύσεις εξωτερικές (συνδυασμός μεγαλοϊδεατισμού και υποτέλειας). Η ελληνική αστική τάξη αποσκοπούσε:

– Στην προσάρτηση «γόνιμων εδαφών».

– Στη μετανάστευση των «χεριών» που περισσεύουν.

– Στην παραχώρηση ζωνών επιρροής  εμπορικής  και οικονομικής εκμετάλλευσης, κυρίως στα Βαλκάνια, μέσω της παρέμβασης των ισχυρών ξένων δυνάμεων.

– Στην προσφορά στο ξένο κεφάλαιο κάθε είδους προνομίων προκειμένου να εκμεταλλευτεί τους πόρους της χώρας. [8]

Ο Μπάτσης θεμελιώνει τη δυνατότητα αυτοδύναμης ανάπτυξης της Ελλάδας, αποκαλύπτει τη διπλή εκμετάλλευση του ελληνικού προλεταριάτου από το ντόπιο και το ξένο κεφάλαιο, μιλάει για τη σημασία συγκρότησης βαριάς βιομηχανίας, για τον ορυκτό πλούτο της Ελλάδας, για τις δυνατότητες του εργατικού δυναμικού, διαλύει όλους τους αστικούς μύθους που σχετίζονται με όλα τα παραπάνω.

 

Λίγα ιστορικά στοιχεία

 

Ο Δημήτρης Μπάτσης είχε σπουδάσει νομικά, αλλά ασχολήθηκε κυρίως με την κοινωνιολογία και τα οικονομικά. Για να μπορεί κανείς να έχει ολοκληρωμένη αντίληψη ως προς τη συνεισφορά του, οφείλει να την εντάξει στο ιστορικό πλαίσιο της τότε εποχής, και ειδικότερα στο πλαίσιο μιας συλλογικής προοδευτικής επιστημονικής έρευνας και δράσης, η οποία, κατά την κατοχή εκφράστηκε μέσα από το ΕΑΜικό κίνημα, και μετά την απελευθέρωση, εκφράστηκε μέσα από την επιστημονική εταιρεία «Επιστήμη – Ανοικοδόμηση, Επιστημονική Εταιρεία Μελέτης Νεοελληνικών Προβλημάτων», η οποία ιδρύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1945. Αν και κάπως …περίεργη, η ονομασία της συγκεκριμένης επιστημονικής εταιρείας, δηλαδή «Επιστήμη – Ανοικοδόμηση» απηχούσε με ακρίβεια την τότε πραγματικότητα. Η χώρα μόλις είχε βγει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατοχή. Είχε περάσει, δηλαδή, από την πιο βαθιά κρίση του καπιταλιστικού συστήματος (πολιτική, κοινωνική και οικονομική), η οποία είχε φτάσει μάλιστα στην πιο ακραία εκδήλωσή της, δηλαδή στον πόλεμο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το ζήτημα της ανασυγκρότησης της χώρας δεν ήταν απλώς προτεραιότητα αλλά είχε τεθεί και από μηδενική βάση. Το δίλημμα ήταν σαφές. Η ανοικοδόμηση θα γινόταν στη βάση της προϋπάρχουσας του πολέμου κατάστασης, δηλαδή στη βάση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, ή στη βάση του προγράμματος Λαϊκής Δημοκρατίας του ΕΑΜ, που αναμφιβόλως έχαιρε αίγλης και ασκούσε τεράστια επιρροή στο λαό, και το οποίο έθετε ως στόχο την κοινωνική απελευθέρωση των εργαζόμενων τάξεων και του λαού;

Η ΕΠ.ΑΝ, στο προαναφερόμενο δίλημμα, πήρε ξεκάθαρη θέση. Στην ιδρυτική της διακήρυξή σημείωνε χαρακτηριστικά: «Ζητούμε να καταργήσουμε την επιστήμη σαν κοινωνικό προνόμιο και να την καταστήσουμε λαϊκό απόκτημα. Να μετατοπίσουμε τις υλικές και κοινωνικές βάσεις της από τη συντηρητική ολιγαρχία στο λαό».  Και όριζε την ανοικοδόμηση ως εξής: «Μα όταν λέμε ανοικοδόμηση εννοούμε τις πιο ριζικές, τις πιο βαθειές και τις πιο ριζοσπαστικές μεταβολές στην κοινωνική και εθνική μας ζωή, εννοούμε την πιο δυνατή και με τα πιο σύγχρονα τεχνικά μέσα εκμετάλλευση του πλούτου μας, την ενεργητική αξιοποίηση της εργασίας του μέσα στους ανώτατους αποδοτικούς όρους, τη μετατροπή της Ελλάδας σε βιομηχανική χώρα, την αποκατάστασή της σε ανώτερα επίπεδα υλικού και πνευματικού βίου, γιατί μόνο μέσα από αυτές τις μεταβολές μπορεί να φτάσει η χώρα σ’ ένα πραγματικό σοσιαλιστικό καθεστώς». («Ανταίος», τεύχος 12/30 – 11- 1945).

Στην ΕΠ.ΑΝ συμμετείχε ο Δ. Μπάτσης, ο οποίος ανέλαβε ως υπεύθυνος συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Ανταίος» (της έντυπης έκφρασης της ΕΠ.ΑΝ.), από το 5ο τεύχος του. Το περιοδικό «Ανταίος» κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος στις 20 Μάη 1945, προετοιμάζοντας ουσιαστικά και την επίσημη δημιουργία της ΕΠ.ΑΝ. Ο Δ. Μπάτσης, στη συνέχεια, έγινε διευθυντής του περιοδικού και παρέμεινε στη θέση αυτή ως το τελευταίο του τεύχος, που είχε ένδειξη Ιούνιος – Ιούλιος 1951, δηλαδή μέχρι τη σύλληψη από το μετεμφυλιακό καθεστώς, που κατέληξε στην εκτέλεσή του (για την οποία δεν μπορεί να μην περάσει από το νου κάποιου ότι σχετίζεται άμεσα τόσο με την πολιτική επιλογή του ως προς τη συστράτευσή του με το πολιτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ όσο και ως προς την, με αποδείξεις, αποκάλυψη των σαθρών θεμελίων της λογικής της «ψωροκώσταινας» που καλλιεργούσε και τότε η αστική τάξη). Στο πρώτο τεύχος του «Ανταίου», ο Δ. Μπάτσης υπογράμμιζε πως «προϋπόθεση για να τεθούν τα θεμέλια της ανοικοδόμησης, στο απώτερο μέλλον σε πλατειές και κοινωνιστικές βάσεις είναι να λευτερωθή ο λαός και η οικονομία του από κάθε αντιπαραγωγικό, αντιοικονομικό και εκμεταλλευτικό μπόδιο που έστηνε στην πρόοδο της χώρας μια μονοπωλιακή κερδοσκοπική ολιγαρχία».

Η ΕΠ.ΑΝ., ως επιστημονική έκφραση του Πολιτικού Συνασπισμού Κομμάτων του ΕΑΜ (του οποίου ραχοκοκαλιά ήταν το ΚΚΕ), ανταποκρίθηκε, τότε, με τη μέγιστη δυνατή επάρκεια σε αυτό που ο Μαρξ είχε πει με μια φράση: «Πριν η εργατική τάξη κερδίσει τις μάχες των χαρακωμάτων, πρέπει πρώτα να κερδίσει μια σειρά από μάχες στο μέτωπο της επιστήμης». Με το έργο της ΕΠ.ΑΝ και επιστημόνων σαν τον Δ. Μπάτση, το λαϊκό κίνημα, τότε, κατάφερε να αντιπαραθετεί και να υπερσκελίσει την αστική τάξη στα ζητήματα της επιστημονικά τεκμηριωμένης λύσης του ελληνικού προβλήματος.

 

Αναλογίες: τότε και τώρα

 

Σήμερα, η ελληνική πραγματικότητα αναζητά λύσεις που μας οδηγούν ξανά στην αφετηρία του προβλήματος. Η κρίση συντρίβει καθημερινά τις βεβαιότητες και τις συνταγές διεξόδου στο πλαίσιο του συστήματος. Βάζει επί τάπητος την ανάγκη μιας νέας ανασυγκρότησης της κοινωνίας που θα βγαίνει έξω από τις σημερινές της δομές. Σήμερα, μέσω του μνημονίου ξοδεύεται προς όφελος των δυναστών και του χρηματιστικού κεφαλαίου, όλος ο πλούτος της χώρας στη βάση του οποίου μπορεί να συγκροτηθεί μια άλλη Ελλάδα.

Σήμερα, μέσω του μνημονίου αποσπάται ακόμη μεγαλύτερη υπεραξία από την ελληνική εργατική τάξη, αλλά συγχρόνως επιδιώκεται και η καταλήστευση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας. Συγκεκριμένα, στο  παράρτημα 4 του μνημονίου αναφέρεται ότι «ούτε ο Δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας […]».[9]

Εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι η αριστερά σήμερα, αρνείται να αποκαλύψει αυτές τις πλευρές ή σε κάθε περίπτωση το κάνει με ασυνέπεια ενώ στερείται επιστημονικού λόγου και τεκμηρίωσης στις πολιτικές της προτάσεις. Το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός πιστεύει ότι ο τόπος έχει προσφερθεί στις ορέξεις των ιμπεριαλιστών, με τη σύμπραξη και του ελληνικού κεφαλαίου και των γραφειοκρατών εκπροσώπων του, σίγουρα δεν αποτελεί μια συλλογική φαντασίωση…

 

Σημειώσεις

 

[1]. Πόστελθουάιτ, Η ερμηνεία του βρετανικού εμπορικού συμφέροντος, 1747. Αναφέρεται στο Michel Beaud, Η ιστορία του καπιταλισμού, σελ. 66, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 1987

[2]. Αναφέρεται στο Michel Beaud, Η ιστορία του καπιταλισμού, σελ. 231, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 1987

[3] . Richard Peet, Ανόσια τριάδα, το ΔΝΤ, η παγκόσμια τράπεζα και ο ΠΟΕ, σελ. 21, εκδ. Λιβάνη, 2010

[4]. Λερουά Μπολιέ, Η αποικιοκρατία στους σύγχρονους λαούς, 1891. Αναφέρεται στο Michel Beaud, Η ιστορία του καπιταλισμού, σελ. 232, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 1987

 [5] . Νέα Εστία, ειδικό αφιέρωμα, σελ. 19, 1950

[6] . Δαυίδ, Πολιτική Επιθεώρησις, 15/4/45, σελ. 44

 [7]. Το βιβλίο του ΔΜ επανακυκλοφορεί στις εκδόσεις Κέδρος και το προτείνουμε στον αναγνώστη

[8].  Δες αναλυτικότερα Μπάτσης Δημήτρης, Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα, σελ. 377-379, εκδ. Κέδρος,

[9].  Μνημόνιο, Η δανειακή σύμβαση μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης –  Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ειδική Έκδοση του περιοδικού Επίκαιρα, σελ. 42, 10/6-16/6/2010.

 

ΠΗΓΗ: Από mafalda – 31 Δεκεμβρίου 2010, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/17632

Από τον πάπυρο στο ηλεκτρονικό χαρτί

Από τον πάπυρο στο ηλεκτρονικό χαρτί (epaper)

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*


 

Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους σημερινούς επιστήμονες είναι η αναμέτρησή τους με τον Τσάι Λουν και τον Γουτεμβέργιο. Ο πρώτος ήταν ο Κινέζος οραματιστής , μέλος της Δυναστείας Χάου, ο οποίος εφηύρε το χαρτί το 105 π.Χ. Ο δεύτερος, ήταν ο Γερμανός οραματιστής, ο «πατέρας» της τυπογραφίας. Και τα δύο αυτά ονόματα στοιχειώνουν ακόμα, – αλλά όχι για πολύ – τους οραματιστές του ψηφιακού μας κόσμου. Το χαρτί έθεσε τέλος στην κυριαρχία του πάπυρου και της περγαμηνής ήδη από το 12 αι. μ.Χ. Το στοίχημα των σημερινών επιστημόνων είναι πλέον αν το χαρτί θα υποκύψει στο χαρτί του μέλλοντος, το ηλεκτρονικό «χαρτί».

Οι πρώτες προσπάθειες ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 και φαίνεται πως τώρα είμαστε αρκετά κοντά στη νέα επανάσταση στο υλικό γραφής, στο πρωτοποριακό ηλεκτρονικό «χαρτί», το οποίο σε μια σελίδα σχήματος Α4 θα φιλοξενεί μια ολόκληρη εφημερίδα, η οποία στη συνέχεια με τη σειρά της θα εξαφανίζεται για να «τυπωθεί»-εμφανιστεί ηλεκτρονικά πάνω της νέο υλικό!

Οι μεγαλύτερες εταιρείες Πληροφορικής συναγωνίζονται για τη νέα εφεύρεση-δυνατότητα-επαναστατική καινοτομία. Ακόμη και η γνωστή για τα ελαστικά της εταιρεία Bridgestone  έχει δραστηριοποιηθεί σ’ αυτόν τον τομέα και πρόσφατα ανακοίνωσε ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα  θα βγάλει στην παραγωγή το πιο λεπτό epaper, το οποίο θα έχει πλαστικό υπόστρωμα, θα είναι εύκαμπτο, θα διπλώνεται, θα έχει πάχος 29 χιλιοστά και δυνατότητα απεικόνισης 4.096 χρωμάτων!

Ενδέχεται επομένως σε μερικά χρόνια από τώρα να ξεχάσουμε την υφή του χαρτιού όπως το έχουμε συνηθίσει. Οι επιστήμονες επιμένουν ότι το ηλεκτρονικό χαρτί θα μοιάζει με ζελατίνα, η οποία γεμίζει με κείμενα και πληροφορίες μέσω ασυρμάτου δικτύου από το διαδίκτυο.

 

Μορφή και λεπτομερής περιγραφή του ηλεκτρονικού χαρτιού:

– Η ζελατίνα, δηλαδή η κύρια επιφάνεια του ηλεκτρονικού χαρτιού, μοιάζει με πολύ μικρή μεμβράνη και έχει σχήμα σελίδας Α4 και επάνω της θα αποτυπώνεται όλη η δυνατή πληροφορία. Θα έχει έτσι κάποιος τη δυνατότητα να διαβάζει, για παράδειγμα, όλες τις εφημερίδες ή τα περιοδικά που βρίσκονται στο διαδίκτυο, στη συνέχεια θα τυλίγει το «χαρτί» και θα το βάζει στην τσέπη του.

– Το ηλεκτρονικό «χαρτί» θα έχει βέβαια αντικαταστήσει το μελάνι γιατί έχει ενσωματωμένη μεμβράνη με ηλεκτρονικό «μελάνι», το e-ink,  το οποίο επινοήθηκε το 1997 στο ΜΙΤ.

– Έντεκα χρόνια μετά, η εξέλιξη του ηλεκτρονικού χαρτιού είναι αξιοθαύμαστη, αφού πρόκειται  για τεχνολογία απεικόνισης με υψηλή ανάλυση και αντίθεση ίδια με αυτή του τυπωμένου χαρτιού.

 

ΜΠΟΡΕΙ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΧΑΡΤΙ ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟ ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ;

 

– Στο ερώτημα αυτό η απάντηση δεν είναι εύκολη, αν και οι επιστήμονες επιμένουν ότι οι εξελίξεις τα επόμενα χρόνια θα είναι ραγδαίες. Το ηλεκτρονικό χαρτί  προσφέρεται  περισσότερο για τις εφημερίδες και λιγότερο για τα βιβλία, με τα οποία ο αναγνώστης έχει μια τελείως διαφορετική σχέση. Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι ότι μπορεί να «γραφτεί» και να «σβηστεί» άπειρες φορές, ενώ, χάρη στην υψηλή ανάλυση, η ανάγνωση είναι εύκολη με οποιοδήποτε φωτισμό.

– Δεν προκαλείται γι’ αυτό πρόβλημα  στα  μάτια. Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι οι μελλοντικές, άμεσες εφαρμογές του, θα είναι, για παράδειγμα, στα σούπερ μάρκετ, όπου θα καταργηθούν οι ετικέτες για την αναγραφή των τιμών, σε πίνακες ανακοινώσεων και αφίσες, σε καταστήματα για την αναγραφή πληροφοριών για προϊόντα, σε εστιατόρια για τους τιμοκαταλόγους και στις υπαίθριες διαφημίσεις.

Άμεση εκτιμάται ότι θα είναι και η εφαρμογή του στις εφημερίδες, λιγότερο, όμως, άμεση στα περιοδικά και στα βιβλία.

Βέβαια, οι εραστές του παραδοσιακού χαρτιού και του παραδοσιακού  μελανιού, θέτουν μια  σημαντική και άκρως ανθρώπινη και ρομαντική παράμετρο στους ερευνητές: αν και οι e-paper εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία μπορούν να αλλάξουν τα πάντα στο χώρο του χαρτιού και της τυπογραφίας, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ικανοποίηση σημαντικών αισθήσεων. Την ικανοποίηση της αίσθησης της αφής και της αίσθησης της όσφρησης που σου προσφέρει, μεταξύ άλλων, ένα καλοτυπωμένο βιβλίο.

 

* H Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.emy67.wordpress.com, http://www.matia.gr.

ΤΟ ΟΧΥΡΟ ΣΤΗΝ ΚΕΡΤΕΖΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

ΤΟ ΟΧΥΡΟ ΣΤΗΝ ΚΕΡΤΕΖΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

Raxi-Roumani_Alwnia-Kert_G.Y.S.

Του Γιάννη Αντ. Πίκουλα

I. Η ιστορική τοπογραφία της ορεινής Πελοποννήσου είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη. Το οικιστικό πλέγμα στις περισσότερες περιοχές παραμένει αδιευκρίνιστο. Αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους επώνυμους οικισμούς — επώνυμοι γιατί μαρτυρούνται από τις πηγές — οι άλλοι παραμένουν αταύτιστοι. Να αναφέρω ως παράδειγμα από την Αρκαδία την Κύναιθα ή από την Αχαΐα το Λεόντιον, για να μην καταφύγω στη Βούρα ή στην Κερύνεια.

Η ταύτιση του οικισμού και η επίλυση των προβλημάτων ιστορικής τοπογραφίας του εξαρτάται άμεσα από την ενδελεχή γνώση του γεωγραφικού χώρου, παράλληλα με τον εντοπισμό των ποικίλων οικιστικών του εξαρτημάτων (ιερά, αγροτικές εγκαταστάσεις, οχυρά και ό,τι άλλο), που βρίσκονται διάσπαρτα στη χώρα του. Στην ανακοίνωση μου παρουσιάζω ένα οχυρό στη μεθόριο Αχαΐας και Αρκαδίας, στα όρια των επικρατειών δύο οικιστικών κέντρων, Λεοντίου και Κύναιθας, συμβολή στην αποσαφήνιση του οικιστικού πλέγματος της περιοχής 1.

Συνέχεια

Βία και Αριστερά I

Βία και Αριστερά

 

Του Άρη Θαλασσινού

 

Η διαφαινόμενη όξυνση της ταξικής πάλης, που φέρνουν το μνημόνιο, η εξαθλίωση και η προοπτική της χρεωκοπίας, ωθεί στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης το ζήτημα της βίας και στις τρεις διαστάσεις του: Ως πολιτικό-πρακτικό πρόβλημα του λαϊκού κινήματος, που χρειάζεται αποτελεσματικές απαντήσεις στη βία του ολιγαρχικού-απολυταρχικού κράτους. Ως ιδεολογικό πρόβλημα, αντιμετώπισης του διαρκούς ψυχολογικού πολέμου που διεξάγουν τα αστικά μέσα ενημέρωσης για την τρομοκράτηση του λαού και την παράλυση των αγωνιστικών αντανακλαστικών. Και ως θεωρητικό-πολιτιστικό πρόβλημα στο εσωτερικό της Αριστεράς, απέναντι στη συνωμοσιολογία των γραφειοκρατών που αναγορεύουν σε προβοκάτσια κάθε αυθόρμητη έκρηξη των μαζών και στην αναρχίζουσα αποθέωση της βίας, που προβιβάζει τον χουλιγκανισμό σε επανάσταση.

Ο κοινωνικός Αρμαγεδδώνας που έχουν εξαπολύσει κυβέρνηση και τρόικα σέρνει μαζί του μια απολυταρχική εκτροπή με κοινοβουλευτικό μανδύα. Ουσιαστικά, η χώρα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, η οποία τείνει να μετατραπεί σε μόνιμο καθεστώς. Τα δικαστήρια λειτουργούν ως έκτακτα, διαρκή απεργοδικεία, κατ’ αναλογία με τα έκτακτα, διαρκή στρατοδικεία του εμφυλίου πολέμου. Κάθε απεργία που θα ξεπεράσει τα όρια μιας λιτανείας της ΓΣΕΕ είναι βέβαιο ότι θα κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική, ενώ κάθε εργοδοτική παρανομία, όπως οι ατομικές συμβάσεις με το πιστόλι της απόλυσης στον κρόταφο του εργαζόμενου, σύννομη και λογική. Εν όψει συλλαλητηρίων, επιβάλλεται προληπτικά απαγόρευση της κυκλοφορίας οχημάτων στο κέντρο της πόλης επί 24ωρο, ενώ οι πορείες διαλύονται πριν φτάσουν στη Βουλή με γκλομπς και καρκινογόνα χημικά αέρια.

 

1. Η αντιμετώπιση του αστυνομικού κράτους εκτάκτου ανάγκης

 

Ο κοινωνικός Αρμαγεδδώνας που έχουν εξαπολύσει κυβέρνηση και τρόικα σέρνει μαζί του μια απολυταρχική εκτροπή με κοινοβουλευτικό μανδύα. Ουσιαστικά, η χώρα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, η οποία τείνει να μετατραπεί σε μόνιμο καθεστώς. Τα δικαστήρια λειτουργούν ως έκτακτα, διαρκή απεργοδικεία, κατ’ αναλογία με τα έκτακτα, διαρκή στρατοδικεία του εμφυλίου πολέμου. Κάθε απεργία που θα ξεπεράσει τα όρια μιας λιτανείας της ΓΣΕΕ είναι βέβαιο ότι θα κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική, ενώ κάθε εργοδοτική παρανομία, όπως οι ατομικές συμβάσεις με το πιστόλι της απόλυσης στον κρόταφο του εργαζόμενου, σύννομη και λογική.

Εν όψει συλλαλητηρίων, επιβάλλεται προληπτικά απαγόρευση της κυκλοφορίας οχημάτων στο κέντρο της πόλης επί 24ωρο, ενώ οι πορείες διαλύονται πριν φτάσουν στη Βουλή με γκλομπς και καρκινογόνα χημικά αέρια. Η προκλητική παρουσία εκατοντάδων χαφιέδων, που δεν ξεχωρίζουν εμφανισιακά από τους διαδηλωτές, έχει στόχο να σπείρει τη δυσπιστία στους πολίτες, που θα αναρωτιούνται αύριο, στην επόμενη πορεία, αν ο διπλανός τους είναι αγανακτισμένος διαδηλωτής ή επαγγελματίας προβοκάτορας που θα κάψει την επόμενη Μαρφίν.

Στο έργο της τρομοκράτησης συνεργάζονται, φτάνοντας τα όρια της συγχώνευσης, οι παραδοσιακοί κατασταλτικοί μηχανισμοί με τους κατ’ εξοχήν ιδεολογικούς μηχανισμούς του σύγχρονου καπιταλισμού, τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα την τηλεόραση. Τι θα ήταν ο ΜΑΤατζής που ανοίγει κεφάλια φοιτητών και ψεκάζει με χημικά τον Μανώλη Γλέζο χωρίς τον μεγαλοδημοσιογράφο που δεν βλέπει τίποτα από αυτά και αναγουλιάζει μόνο μπροστά στην ανοιγμένη μύτη του Χατζηδάκη;

Απέναντι σ’ αυτή την ψαρωτική επίδειξη δύναμης, το μαζικό λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να αντιτάξει μόνο ρητορικές επιδείξεις ανήμπορης οργής. Είναι καιρός να περάσει από το όπλο της κριτικής στην κριτική των όπλων – των δικών του όπλων, της μαζικής, λαϊκής ανυπακοής και της επιβολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολλών πάνω στον επωαζόμενο ολοκληρωτισμό των λίγων. Αυτό σημαίνει:

-Τη ματαίωση της ποινικής απαγόρευσης απεργιών και της πολιτικής επιστράτευσης με πολιτική ανυπακοή, που θα στηριχτεί από το σύνολο των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων με γενική, συντονισμένη κινητοποίηση αλληλεγγύης (ανθρώπινες ασπίδες έξω από χώρους εργασίας), όπως επίσης από τους δικηγορικούς συλλόγους, συνταγματολόγους κλπ.

-Την ανακατάληψη των δρόμων και της πλατείας Συντάγματος, ως δημόσιων χώρων ελεύθερης έκφρασης, από τις δυνάμεις καταστολής και την επιβολή στην πράξη του δικαιώματος της πορείας, με συντονισμένη, πειθαρχημένη και αποφασιστική κινητοποίηση όλης της πολιτικής και κοινωνικής Αριστεράς (και με εξέχουσες προσωπικότητές της στην πρώτη γραμμή των συλλαλητηρίων).

-Τη συγκρότηση ενός αριστερού δικτύου παρακολούθησης και καταγραφής της δράσης των κατασταλτικών και παρακρατικών μηχανισμών, άμεσης ενημέρωσης στη διάρκεια των συλλαλητηρίων, με χρήση των νέων, διαδικτυακών μέσων (blogs, twitter κ.α.). Ιδιαίτερο ρόλο μπορούν να παίξουν αριστεροί δημοσιογράφοι στην καταχώρηση ντοκουμέντων (φωτογραφίες, βίντεο) από τη δράση του παρακράτους και το ηλεκτρονικό «φακέλλωμα» των παρακρατικών, ώστε να τρομοκρατηθούν οι τρομοκράτες!

-Τη δημιουργία μηχανισμού υποστήριξης των θυμάτων κρατικής βίας και των διαδηλωτών που συλλαμβάνονται από τις δυνάμεις καταστολής, τόσο στη διάρκεια των ίδιων των συλλαλητηρίων όσο και μετά από αυτά, με τη συμμετοχή προοδευτικών νομικών και δημοσιογράφων.

-Τη μελέτη και αξιοποίηση της πείρας άλλων κινημάτων (ιδιαίτερα του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, βλ. Σιάτλ, Γκέτεμποργκ και ιδίως Γένοβα) αναφορικά με τη μαζική, λαϊκή αυτοάμυνα στην αστυνομική και παρακρατική βία.

-Τη «στοχοποίηση», με την πολιτική έννοια, από το μαζικό κίνημα, με μορφές συμβολικής περικύκλωσης, αποκλεισμού, δημιουργίας πανδαιμόνιου με μεγάφωνα, μποϊκοτάζ, αποκαλύψεων κ.ο.κ, των μεγάλων συγκροτημάτων της ενημέρωσης που παίζουν τον πιο βρώμικο ρόλο στον κοινωνικό πόλεμο και των μεγαλοστελεχών τους, που λειτουργούν σαν πληρωμένοι μπράβοι του κεφαλαίου.

 

2. Η ιδεολογική τρομοκρατία των Εξορκιστών της βίας

 

 

Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του συστήματος αξιοποιούν στο έπακρο περιστατικά τυφλής βίας (αν δεν τα οργανώνουν ή συνδαυλίζουν οι ίδιες οι υπηρεσίες τους), από το απολίτικο μπάχαλο προς το οποίο τείνουν περιθωριοποιημένα ή απειλούμενα με περιθωριοποίηση κομμάτια του πληθυσμού, μέχρι εγκληματικές ενέργειες τύπου Μαρφίν. Καλλιεργώντας την ιδέα ότι η Αριστερά, ακόμη κι αν δεν έχει άμεση σχέση με παρόμοιες πρακτικές, ευθύνεται για την ηθική τους νομιμοποίηση – λόγω της ανατρεπτικής της ιδεολογίας, που δεν αναγνωρίζει τη «δημοκρατική νομιμότητα» – ασκούν έντονη ιδεολογική πίεση στις αριστερές ηγεσίες να δίνουν κάθε τόσο διαπιστευτήρια κοινοβουλευτικής υπεθυνότητας, με πορείες- κομματικές παρελάσεις και αποχή από οποιαδήποτε δυναμική μορφή αγώνα.

Αυτός ο ψυχολογικός πόλεμος της κυρίαρχης τάξης έχει αποτελέσματα γιατί η Αριστερά δεν έχει καταφέρει μέχρι τώρα να διαλύσει τον βασικό πυρήνα του: Την ψευδή αντίληψη ότι η βία, είτε προέρχεται από το στρατόπεδο της κοινωνικής διαμαρτυρίας, είτε έστω από τους Πραιτωριανούς του συστήματος, αποτελεί προσωρινή «εκτροπή» (δικαιολογημένη ή όχι) από μια ομαλή, ειρηνική κατάσταση πραγμάτων, που εκπροσωπεί, τάχα, τον κανόνα της καθημερινότητας σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: Η αθόρυβη βία είναι διαρκώς παρούσα, σαν το αίμα που κυλάει στις αρτηρίες του συστήματος – από τη ρητή βία του επιστάτη μέχρι την άρρητη βία που ασκεί στον εργαζόμενο ο τρόμος της ανεργίας και της έκπτωσης στη φτώχεια. Το δημοκρατικό πρόσωπο του ειρηνικού, ομαλού καπιταλισμού απεικονίζεται πάνω στη μορφή της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Έπειτα, το κλασικό μαρξιστικό σχήμα κατά το οποίο ο καπιταλισμός στηρίχθηκε στην ωμή, εξωοικονομική βία μόνο κατά τη βρεφική ηλικία της πρωταρχικής συσσώρευσης και ότι στη μετέπειτα, «κανονική» ανάπτυξή του αυτή η πολιτική, εξωοικονομική βία περιορίζεται στο ρόλο της εφεδρείας για τις δύσκολες στιγμές, είναι ελλιπές: Παραλείπει να σημειώσει (κάτι που έκανε η Λούξεμπουργκ) ότι ο καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να επιστρέφει διαρκώς στο προπατορικό αμάρτημα της πρωταρχικής συσσώρευσης, της αναπαραγωγής με την ανοιχτή βία, πειρατεία και καταστροφή, για να ξεπερνά τις κρίσεις του και να εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του. Τα φαινόμενα της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού αυτό υποδηλώνουν, σε γιγαντιαία κλίμακα.

Στην εποχή μας, η γυμνή, εξωοικονομική βία γίνεται οργανικό, εσωτερικό συστατικό των μηχανισμών αναπαραγωγής ενός ολιγαρχικού, «ολοκληρωτικού» καπιταλισμού σε τροχιά ιστορικής κρίσης. Ο καπιταλισμός της «γενικής διάνοιας», που στηρίζεται στη χωρίς προηγούμενο κοινωνικοποίηση της γνώσης – με το Ίντερνετ να αντιπροσωπεύει την πρώτη, πραγματικά παγκόσμια παραγωγική δύναμη του ανθρώπου – επιστρατεύει τις μεθόδους «περίφραξης γης» (enclosures), της πρωταρχικής συσσώρευσης, για να περιφρουρήσει τα «πνευματικά δικαιώματα», τις πατέντες, τα προϊόντα της πνευματικής εργασίας. Η παγκοσμιοποίηση που κηρύσσει την κατάργηση των οικονομικών συνόρων, γράφει τα γεωγραφικά σύνορα των νέων ζωνών επιρροής με πυρωμένο σίδερο πάνω στο σώμα των εθνών, όπως έγινε στο Ιράκ. Αυτοί που δοξάζουν τη μη βία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, βομβάρδισαν ανηλεώς τη Σερβία για να φτιάξουν στο Κόσοβο ένα άθλιο προτεκτοράτο με πρωθυπουργό έναν αρχιμαφιόζο, επικεφαλής σπείρας που βιάζει και σκοτώνει μετανάστες για να πουλήσει τα νεφρά τους σε κλινικές μεταμοσχεύσεων της πολιτισμένης Ελβετίας.

Καθώς στις μέρες μας δεν είναι δυνατή η εκτόνωση της ιστορικής κρίσης που περνάει το σύστημα μέσω ενός νέου, μεγάλου πολέμου που θα καταστρέψει πλεονάζοντα κεφάλαια και παραγωγικές δυνάμεις, η εφιαλτική «εξυγίανση» γίνεται εσωτερικά, μέσω του παγκόσμιου, εμφυλίου πολέμου, που έχει κηρύξει μονομερώς το χρηματιστικό κεφάλαιο. Η αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους αποτελεί βασικό μηχανισμό βίαιης λεηλασίας ολόκληρων λαών από το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο, απείρως μεγαλύτερης κλίμακας από τα ανδραγαθήματα γενιών ολόκληρων «κονκισταδόρες» στη Λατινική Αμερική. Χρειάζεται υποκρισία χιλίων καρδιναλίων για βγαίνουν ανερυθρίαστα στα γεγονότα των οκτώ και να καταδικάζουν τη «βία» οι εκπρόσωποι μιας κατοχικής δύναμης, που ξεκληρίζει από τη μια στιγμή στην άλλη χιλιάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, που κόβει τις εξετάσεις καρκινοπαθών και τα παπούτσια διαβητικών που απειλούνται με ακρωτηρισμό. Όταν οι ίδιοι άνθρωποι καταγγέλλουν την Αριστερά ως υπεύθυνη για κάθε σπασμένο τζάμι, αλλά δεν βρίσκουν ούτε μία λέξη για τη δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη ότι «όταν δρα η Αστυνομία, αναπόφευκτο είναι να σκοτωθούν και αθώοι», το συμπέρασμα είναι ότι ο εκφασισμός προχωρά ακάθεκτος από το πολιτικό περιθώριο στο πολιτικό «κέντρο».

Ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν ανέδειξε μια αινιγματική φιγούρα του ρωμαϊκού Δικαίου, τον homo sacer, τον παρία που έχει εξοστρακιστεί εκτός νομιμότητας της πόλης και τον οποίο μπορεί να φονεύσει ατιμώρητα οποιοσδήποτε πολίτης, πράγμα που τον καταδικάζει να ζει σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, σαν ζωντανός-νεκρός, λυκάνθρωπος, φάντασμα. Χθες, στη θέση του homo sacer βρέθηκαν οι ξεριζωμένοι προλετάριοι της Νέας Ορλεάνης, σήμερα τα εκατομμύρια των παραγκουπόλεων στον παγκόσμιο Νότο και των νεόπτωχων στον παγκόσμιο Βορρά. Αύριο, στη θέση αυτή θα βρίσκεται ή θα απειλείται να εκπέσει ένα πολύ μεγάλο, ίσως και πλειοψηφικό τμήμα των λαϊκών τάξεων. Σ’ αυτό το σκηνικό του ανελέητου κοινωνικού πολέμου, κάθε «ειρήνη» που επιβάλλεται από τις κυρίαρχες τάξεις είναι βίαιη και κάθε «βία» που επιστρατεύεται από τους κυριαρχούμενους αμυντική – άλλο θέμα αν είναι πολιτικά χρήσιμη ή επιζήμια.

 

3.Να περιφρουρήσουμε το κίνημα από την προβοκάτσια ή το κόμμα από το κίνημα;

 

Ισχυρές ομάδες στα ηγετικά επιτελεία της Αριστεράς (όχι μόνο σε ένα κόμμα) βρίσκουν σε τυφλά ξεσπάσματα βίας των διαδηλωτών ένα βολικό άλλοθι για να δικαιολογήσουν μια πολιτική διαχωρισμού από κάθε εκδήλωση του κινήματος που απειλεί να ξεφύγει από το σαβουάρ βιβρ της αστικής νομιμότητας. Κάθε τι που φέρνει τον αέρα της εξέγερσης, τους μυρίζει προβοκάτσια. Λες και μπορεί ποτέ να υπάρξει πραγματική κοινωνική παλλίροια που να μην φέρει στην επιφάνεια και σαβούρα του βυθού, λες και μπορεί να υπάρξει «επανάσταση όπου δεν θα σπάσει ούτε τζάμι» (!), εξέγερση όπου δεν θα δρουν και πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών προσπαθώντας να την υπονομεύσουν από τα μέσα, ή λες και η επανάσταση του 1905 δεν ήταν επανάσταση επειδή μπροστά πήγαινε, κάποια στιγμή, ο παπα-Γκαμπόν ή λες και οι μπολσεβίκοι δεν ήταν μπολσεβίκοι επειδή βρέθηκε κάποτε στις γραμμές τους ο χαφιές Μαλινόφσκι.

Ασφαλώς, οι ομάδες αυτές έχουν δίκιο όταν λένε ότι ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος που έχουμε μπροστά μας απαιτεί υψηλό βαθμό οργάνωσης, πειθαρχίας και συνειδητότητας, μια συντεταγμένη μάχη που θα ξεπερνά τα τυφλά ξεσπάσματα και θα περιφρουρεί το κίνημα από τις παγίδες του αντίπαλου. Άλλο όμως περιφρούρηση του κινήματος από την πολιτική προβοκάτσια (που κι αυτό δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός κόμματος) κι άλλο περιφρούρηση του κόμματος από το κίνημα.

Όταν μια κομματική ηγεσία αρχίζει και βλέπει κάθε οιωνεί εξεγερτική εκδήλωση ως απειλή για την ηγεμονία της στο χώρο της Αριστεράς (και αυτό ακριβώς συμβαίνει με κάποιους σήμερα), όταν ανακαλύπτει «κέντρα» πίσω από κάθε άλλη αριστερή οργάνωση, τότε το ένστικτο της γραφειοκρατικής αυτοσυντήρησης έχει υπερνικήσει προ πολλού κάθε υπόλειμμα επαναστατικής τόλμης. Μια τέτοια ηγεσία μπορεί να αυταπατάται ότι θα επιβιώσει στο ασηπτικό περιβάλλον της κομματικής περιχαράκωσης, όπου δεν υπάρχουν επικίνδυνοι «ιοί», σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι όσο πασχίζει να κρατά μακριά τα καινά δαιμόνια, τόσο θα τα αναπαράγει σε διευρυμένη μορφή στο εσωτερικό της. Όσο κι αν κάνουν γαργάρα με τον «κομμουνισμό», δεν μπορούν να κρύψουν ότι οραματίζονται έναν κομμουνισμό χωρίς επανάσταση και μια ταξική πάλη διά πληρεξουσίων.

Εξίσου σαφής οφείλει να είναι, ωστόσο, η ρήξη της μαχόμενης Αριστεράς με τις αναρχικές λογικές της τυφλής βίας. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς η βία ήταν μαμή της ιστορίας, ποτέ μητέρα της. Η ουσία της κοινωνικής επανάστασης βρίσκεται όχι στο τι γκρεμίζει, αλλά στο τι χτίζει και δεν υπάρχει σοβαρή άρνηση χωρίς σταθερή θέση. Η καταστροφική, μηδενιστική εξέγερση είναι μια από τις δύο ψυχολογικές προδιαθέσεις του μικροαστού που απειλείται να καταστραφεί – η άλλη, η πιο συνήθης, που διαδέχεται την πρώτη, είναι η απάθεια και η δουλοπρέπεια. Η εργατική τάξη είναι η κατ’ εξοχήν δημιουργική τάξη της κοινωνίας και γνωρίζει από την πείρα της ότι η βία είναι το όπλο του αδύνατου, το όπλο αυτού που δεν μπορεί να ηγεμονεύσει και πρέπει να καταφύγει στο έσχατο μέσο εκτάκτου ανάγκης για να διασωθεί. Γι’ αυτό είναι ένα μαχαίρι δίκοπο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο προσωρινά, προσεκτικά και με προϋποθέσεις. Πάνω απ’ όλα, οι επαναστάτες δεν επιτρέπεται να λησμονούν τη συμβουλή του Νίτσε ότι όποιος συναναστρέφεται με τα τέρατα κινδυνεύει να γίνει τέρας κι όποιος κοιτά πολύ την άβυσσο κινδυνεύει να κάνει άβυσσο την ψυχή του.

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=1551