ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ

ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ:

Η αδυναμία χάραξης εθνικής νομισματικής πολιτικής από τις χώρες της Ευρωζώνης χρησιμοποιήθηκε «εκβιαστικά» από την ΕΚΤ, με στόχο την πληρωμή των χρεών των ελλειμματικών χωρών προς τους διεθνείς κερδοσκόπους

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Σπάνια οι κυβερνώντες ευρίσκονται σε ένα υψηλότερο από το μέσο επίπεδο, τόσο από ηθική, όσο και από διανοητική άποψη – πολύ συχνά δε, είναι κάτω από αυτό. Θεωρώ λοιπόν καθαρή αφροσύνη να βασίζουμε όλες μας τις πολιτικές προσπάθειες επάνω στην αμυδρή ελπίδα ότι, θα πετύχουμε να έχουμε εξαιρετικούς ή, έστω, ικανούς κυβερνήτες" (K.Popper, υπέρ της άμεσης δημοκρατίας).    

Ανάλυση

Στην Ευρωζώνη έχει ξεκινήσει ήδη μία αιματηρή μάχη, με επίκεντρο ξανά την Ελλάδα, όσον αφορά την εκδίωξη του ΔΝΤ – εν μέσω μίας παγκόσμιας οικονομικής καταιγίδας πρωτοφανών διαστάσεων (η πρώτη φορά ήταν το Δεκέμβρη του 2009, γεγονός που είχαμε επισημάνει τότε, με την ανάλυση μας «Στο μάτι του κυκλώνα»). 

Στα πλαίσια αυτά, το ΔΝΤ χρησιμοποιεί την ανάγκη διαγραφής μέρους του δημοσίου χρέους της χώρας μας, ως μοχλό πίεσης της Γερμανίας – η οποία ευρίσκεται πια σε πορεία σύγκρουσης με τις Η.Π.Α., με τον πραγματικό «εντολοδόχο» του ταμείου.

Το ΔΝΤ προσπαθεί, μεταξύ άλλων, να επιβάλλει βίαια στη Γερμανία, κατ' επέκταση, στην Ευρώπη, την τραπεζική ενοποίηση – τη δικτατορία του χρηματοπιστωτικού κτήνους κατά πολλούς, προσωρινή έδρα του οποίου είναι η Wall Street. 

Την ίδια στιγμή, ορισμένοι εμφανίζονται παραδόξως αφενός μεν ως υποστηρικτές του ότι, η Ελλάδα πρέπει να συνταχθεί με το ΔΝΤ, εναντίον της Ευρώπης, αφετέρου σαν «συνήγοροι» της αξιωματικής αντιπολίτευσης – εντός της οποίας, το ρεύμα επιστροφής στο εθνικό νόμισμα γίνεται όλο και πιο ισχυρό.

Η «τάση» της αντιπολίτευσης τώρα για επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, το οποίο θα έλυνε ως δια μαγείας τα προβλήματα της οικονομίας μας, συμβαδίζει με την επικρατούσα άποψη της αγγλοσαξονικής ελίτ – με τους αστέρες αμερικανούς οικονομολόγους, με τις εταιρείες αξιολόγησης, με τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες κλπ..

Αρκετοί δε Έλληνες οικονομολόγοι, οι οποίοι διαμένουν είτε στη Μ. Βρετανία, είτε στις Η.Π.Α., «σοσιαλιστικής» κυρίως ιδεολογίας, τοποθετούνται επίσης υπέρ της δραχμής – με διάφορα επιχειρήματα, τα οποία δεν θα ήταν σωστό να καταρρίψει κανείς βιαστικά ή αυθαίρετα.

Πόσο μάλλον όταν αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός το ότι, η αδυναμία χάραξης εθνικής νομισματικής πολιτικής από τις χώρες της Ευρωζώνης χρησιμοποιήθηκε εκβιαστικά από την ΕΚΤ, με στόχο την πληρωμή των χρεών των ελλειμματικών χωρών προς τους κερδοσκόπους – οι οποίοι, με τον εγκληματικό αυτό τρόπο, πληρώθηκαν με την βοήθεια της ΕΚΤ, μη αναλαμβάνοντας τα ρίσκα των ζημιογόνων επενδύσεων τους.

Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην Ιρλανδία, οι δύστυχοι πολίτες της οποίας υποχρεώθηκαν να εξοφλήσουν τα χρέη των τραπεζών τους, ύψους περί τα 70 δις €, προς τους ξένους κερδοσκόπους – επειδή η ΕΚΤ εκβίασε στην κυριολεξία τη χώρα με το ότι, δεν θα στήριζε το τραπεζικό της σύστημα με το ELA (παροχή ρευστότητας), οπότε θα χρεοκοπούσε.

Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Κύπρο (άρθρο μας), η οποία συνεχίζει να υποφέρει από τις εκροές καταθέσεων, παρά τους περιορισμούς στην ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων – με αποτέλεσμα να παρατείνεται ο εκβιασμός της από την ΕΚΤ, η οποία συμπληρώνει ουσιαστικά τη ρευστότητα που αφαιρείται (κυρίως από τους πολύ μεγάλους καταθέτες, οι οποίοι βρίσκουν τρόπους αποφυγής των περιορισμών).

Στην Ελλάδα βέβαια το πρόβλημα ήταν εντελώς διαφορετικό, σε σύγκριση με όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης – αφού, σε αντίθεση με αυτές, είναι υπερχρεωμένος ο δημόσιος τομέας της και όχι ο ιδιωτικός. Εν τούτοις, επειδή καθυστέρησαν να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις (για παράδειγμα, η στάση πληρωμών πριν από την εισβολή του ΔΝΤ), η Ελλάδα εκβιάσθηκε επίσης από την ΕΚΤ μέσω της (μη) παροχής ρευστότητας – ενώ μεταφέρθηκε έντεχνα το πρόβλημα από το χρηματοπιστωτικό κτήνος, στα κράτη (ανάλυση μας), τα οποία μας δάνεισαν ενυπόθηκα και με αγγλικό δίκαιο.                 

Συνοψίζοντας τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι, τόσο οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού, όσο και οι «θιασώτες» του κομματικού σοσιαλισμού, καθώς επίσης η σταλινική αριστερά, αλλά και η ακροδεξιά, τάσσονται ομαδικά υπέρ της επιστροφής της Ελλάδας στο εθνικό της νόμισμα – με ελάχιστες διαφοροποιήσεις.

Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελούν αυτοί που επιλέγουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία – τη «χρυσή μεσότητα» καλύτερα του Αριστοτέλη (όπου ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας οφείλουν να ισορροπούν μεταξύ τους, χωρίς να υπερισχύει κανένας, έτσι ώστε να μην κινδυνεύει ούτε η δικαιοσύνη, ούτε η δημοκρατία, ούτε η ελευθερία των Πολιτών).     

Οι τελευταίοι αυτοί υποστηρίζουν ότι, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι τόσο το ευρώ, όσο η αποβιομηχανοποίηση της – στην οποία βέβαια συνέβαλλε το νόμισμα, αλλά είναι πλέον «τετελεσμένη πράξη», αποτελεί παρελθόν. Φυσικά, το έγκλημα ολοκληρώθηκε από την τεράστια διαφθορά, από την ανεπάρκεια και την ανικανότητα της πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Τα γεγονότα αυτά δεν θα άλλαζαν προς το καλύτερο, απλά και μόνο με την αντικατάσταση του νομίσματος – πόσο μάλλον σήμερα, εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής και γεωπολιτικής καταιγίδας.

Οι ίδιοι θεωρούν ότι, το πρόβλημα  της Ευρώπης δεν είναι το κοινό νόμισμα αλλά, κυρίως, η Γερμανία – η οποία, με την εγωκεντρική «μερκαντιλιστική» πολιτική της των τελευταίων ετών, έχει προκαλέσει μεγάλες ευρωπαϊκές ασυμμετρίες. Πρόβλημα είναι και η ΕΚΤ, στο σημείο που χρησιμοποιείται ως όπλο τόσο από τη Γερμανία (ανάλυση), όσο και από το χρηματοπιστωτικό κτήνος.

Τέλος υποστηρίζουν πως το καταστροφικότερο μειονέκτημα του πλανήτη είναι η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση – η οποία έχει συμβάλλει τα μέγιστα τόσο στην αποβιομηχανοποίηση της Δύσης, όσο και στην αύξηση της ανεργίας, η οποία θα συνεχίσει να επιδεινώνεται.

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό των διαφορετικών απόψεων, κάθε μία από τις οποίες έχει τη λογική της, ενώ είναι δυνατόν να εξυπηρετεί τα ιδιοτελή συμφέροντα αυτών που την εκφράζουν, εκούσια ή ακούσια (δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ανοησία, όσο και αν δεν γίνεται παραδεκτή, όπως επίσης η άγνοια, σε σχέση με το τι θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί), καλείται κανείς να αποφασίσει – υποθέτοντας ότι θα μπορούσε να εφαρμόσει αυτά που θα επέλεγε.

Η μεγάλη δυσκολία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη απόφαση, αλλά και η στάση αυτών, τους οποίους δεν θα συνέφερε – αφού είναι αδύνατον να ικανοποιεί τους πάντες.  

Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα αποφάσιζε υπέρ της δραχμής και του ΔΝΤ, τότε ποια θα ήταν η συμπεριφορά της Ευρώπης και, κατ' επέκταση, της Γερμανίας απέναντι της; Είναι λογικό να αναμένει την «προστασία» της από τον εντολοδόχο του ΔΝΤ, από τις Η.Π.Α., ή μήπως θα ήταν καλύτερα να είναι πιο προσεκτική; Η έξοδος από το ευρώ δεν θα σήμαινε τη «διαιώνιση» της παραμονής της στα νύχια του ΔΝΤ, αφού διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατόν να ανταπεξέλθει με τον εξωτερικό δανεισμό της, ακόμη και αν διαγραφόταν κάποιο μέρος του; 

Από την άλλη πλευρά, εάν επέλεγε την παραμονή της στην Ευρωζώνη με κάθε θυσία, οπότε τη συνέχιση της, καταστροφικής για την οικονομία της, πολιτικής λιτότητας, η οποία της έχει επιβληθεί, παράλληλα με την μετατροπή της σε άβουλο προτεκτοράτο, ποια θα ήταν η συμπεριφορά των Η.Π.Α. απέναντι της; Θα μπορούσε να εμπιστευθεί τη Γερμανία, με την έννοια ότι, δεν θα την οδηγούσε εξευτελισμένη, εξαθλιωμένη και εντελώς λεηλατημένη, στην απόλυτη χρεοκοπία;

Βέβαια, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε ίσως να διαπραγματευθεί μία «βιώσιμη λύση» τόσο με το ΔΝΤ, όσο και με τη Γερμανία – ενδεχομένως εντός των πλαισίων που έχουμε περιγράψει στο κείμενο μας «Ελλάδα, ενώπιοι ενωπίω». Υπάρχει όμως μία τέτοια κυβέρνηση, η οποία θα ήταν ικανή να το κάνει, πείθοντας παράλληλα τους Πολίτες για την ορθότητα των απόψεων της;  

Συμπερασματικά λοιπόν, δεν είναι τόσο εύκολο το δίλημμα της Ελλάδας, όσο ίσως θα ήθελαν να πιστεύουμε όλοι όσοι επιμένουν στις υποκειμενικές τους απόψεις, Αντίθετα, είναι πολύ πιο δύσκολο, από όσο φανταζόμαστε, έχοντας ακόμη περισσότερες πτυχές, από αυτές που ήδη αναφέραμε. Τι κάνει όμως μία κυβέρνηση, η οποία ευρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τόσο δισεπίλυτο πρόβλημα, αδυνατώντας να ζυγίσει σωστά τα υπέρ και τα κατά;  

Δεν κάνει απολύτως τίποτα, χρησιμοποιώντας ίσως το χρόνο της στην προετοιμασία εναλλακτικών σχεδίων Β, Γ κλπ., έτσι ώστε να είναι προετοιμασμένη όταν «αραιώσει η ομίχλη» ή όταν γύρει η ζυγαριά σε μία κατεύθυνση;

Περιμένει υπομονετικά να αποφασίσει τη διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους της χώρας της η Γερμανία, ενδεχομένως μετά τις εκλογές – παρά το ότι έχει διαπιστώσει ότι, οι δύο προηγούμενες διαγραφές αφενός μεν δημιούργησαν πολύ περισσότερα προβλήματα, από όσα έλυσαν, αφετέρου απαίτησαν δυσανάλογα ανταλλάγματα;     

Ή μήπως προσπαθεί να λύσει εκείνα τα  προβλήματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με τις διεθνείς συγκυρίες – όπως, για παράδειγμα, ο εξορθολογισμός της λειτουργίας του κράτους, ο περιορισμός του δημοσίου χρέους με ίδια μέσα, η μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού κλπ.;  

Επειδή, κατά την άποψη μας, η κυβέρνηση οφείλει να ασχοληθεί με το τελευταίο, με την επίλυση των προβλημάτων της χώρας δηλαδή, θα αναφερθούμε στη συνέχεια περιληπτικά σε δύο από αυτά –  υπενθυμίζοντας στους «ιθύνοντες» τα λόγια του Περικλή, σύμφωνα με τα οποία "Αν και μόνο ελάχιστοι μπορούν να δημιουργήσουν πολιτική, είμαστε όλοι ανεξαιρέτως σε θέση να την κρίνουμε".       

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΜΕ ΙΔΙΑ ΜΕΣΑ

Όπως έχουμε γράψει στο παρελθόν, ο διευθυντής του εναλλακτικού ινστιτούτου οικονομικών ερευνών, με έδρα τη Βασιλεία, επεξεργάζεται ένα σχέδιο, με στόχο την «αποχρέωση» της Γερμανίας. Σκοπός του είναι μία ολοκληρωμένη, «ριζική» πρόταση, σχετικά με το πώς θα μπορούσε η Γερμανία να αποπληρώσει εντελώς το δημόσιο χρέος της, ύψους περί το 1,7 τρις € το 2008, μέσω της «εισφοράς» ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων (Πίνακας Ι).

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη της ιδιωτικής περιουσίας και των δημοσίων χρεών της Γερμανίας, σε δις €

Έτη / Δείκτες

1995

2008

Αύξηση

 

 

 

 

Καθαρή χρηματική περιουσία

1.780

3.600

102%

Καθαρή ακίνητη περιουσία

2.850

4.600

61%

Δημόσιο χρέος

998

1.641

64%

Πηγή: Ινστιτούτο οικονομικών ερευνών της Βασιλείας. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, η καθαρή «χρηματική» περιουσία των Γερμανών, αυξήθηκε περισσότερο από το δημόσιο χρέος. Με τη συνολική περιουσία λοιπόν στα 8,2 τρις €, η «ριζική» εξόφληση του 1,7 τρις € δημοσίου χρέους, θα μπορούσε να εξασφαλισθεί μέσω της «εισφοράς» ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων, ύψους 20% (στην Ελλάδα θα απαιτούταν μάλλον μικρότερο ποσοστό).   

Η «εισφορά» βέβαια αυτή θα επιμεριζόταν στη διάρκεια αρκετών ετών – ενώ, όσον αφορά τα ακίνητα, τα ποσά θα ήταν δυνατόν να εξασφαλισθούν, από όσους δεν θα τα διέθεταν, με τραπεζικό δανεισμό. Εκτός αυτού, θα έπρεπε να επιβαρύνει τα κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία των ιδιωτών – την ακίνητη περιουσία, τις καταθέσεις, καθώς επίσης τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια.

Επειδή όμως στο πλουσιότερο 10% των Γερμανών ανήκει το 60% της συνολικής περιουσίας, αυτοί θα επωμίζονταν το μεγαλύτερο βάρος της εξόφλησης του χρέους – γεγονός που το θεωρεί κοινωνικά δίκαιο, γνωρίζοντας παράλληλα ότι, εάν οι Πολίτες «δεν βάλουν το χέρι στην τσέπη τους», τα περί υπερηφάνειας της χώρας τους, περί εθνικής ανεξαρτησίας, περί πατριωτισμού κλπ. είναι ανοησίες, «ευφυολογήματα» και λόγια χωρίς περιεχόμενο.       

Η πρόταση του οικονομολόγου φαίνεται εν πρώτοις ενδιαφέρουσα (αν και με «σφάλμα», αφού θα έπρεπε να εξαιρέσει εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είναι επιβαρυμένα με δάνεια – τουλάχιστον κατά το ύψος των δανείων), επειδή η εξόφληση του χρέους θα ελάφρυνε τον προϋπολογισμό κατά τα 60 δις € των ετησίων τόκων, με αποτέλεσμα να μπορούν να μειωθούν οι φόροι. Βέβαια, θεωρείται μάλλον «σοσιαλιστική» και μη συμβατή με τις καπιταλιστικές αρχές – αφού «επιτίθεται» αναμφίβολα στο καθεστώς της ιδιοκτησίας, στη βασική αρχή δηλαδή της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς.

Εν τούτοις, επειδή έχει εφαρμοσθεί στο παρελθόν, από τον τότε καγκελάριο της Γερμανίας K.Adenauer, ο οποίος θεωρούταν «εχθρός» του κομμουνισμού, δεν έχει αντιμετωπισθεί αρνητικά (το γερμανικό δημόσιο τότε διατήρησε την «εισφορά» μέχρι τη δεκαετία του 70, ταυτόχρονα με τη θεσμοθέτηση υψηλών αφορολόγητων ορίων, έτσι ώστε να επιβαρυνθούν αυτοί οι οποίοι, παρά τον πόλεμο, συνέχιζαν να διατηρούν μεγάλες περιουσίες – κυρίως οι ιδιοκτήτες ακινήτων).

Περαιτέρω, ανεξάρτητα από το ότι η «ελβετική» πρόταση δεν φαίνεται ρεαλιστική στη σημερινή εποχή, παρά το υφιστάμενο ιστορικό πρότυπο, η αναζήτηση τρόπων αποφυγής της παγίδας του χρέους, απασχολεί σε μεγάλο βαθμό τη γερμανική κυβέρνηση – ιδίως επειδή το έλλειμμα παραμένει υψηλό, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος, ενώ η ετήσια αναχρηματοδότηση του χρέους απαιτεί περίπου 200 δις € (τα οποία αναγκάζεται να δανείζεται κάθε φορά η Γερμανία από τις «αγορές»).

Κατά την άποψη μας, είναι πολύ πιθανόν να «υιοθετηθεί» η πρόταση αυτή από τη Γερμανία, επειδή αφενός μεν θα ενισχύσει τις ηγετικές βλέψεις της στην Ευρώπη, αφετέρου δε θα δημιουργήσει ένα τεράστιο πρόβλημα στις Η.Π.Α. – «εμβολίζοντας» ενδεχομένως την «επέλαση» των Η.Π.Α. στην Ευρωζώνη, μέσω του ΔΝΤ και της Ελληνικής «κερκόπορτας».   

Συνεχίζοντας, οφείλουμε να επισημάνουμε εδώ πως για τους επαγγελματίες απαισιόδοξους, η κατάληξη της υπερχρέωσης της Δύσης φαίνεται προ πολλού δεδομένη. Προβλέπουν λοιπόν, στο απώτερο μέλλον, τη «μεγάλη έκρηξη»: τη νομισματική μεταρρύθμιση δηλαδή στην Ευρώπη.

Σε κάποια στιγμή, σύμφωνα με τους ίδιους, θα επικρατήσει το τρομακτικό αυτό σενάριο, οπότε θα αντικατασταθεί το «EURO» με το «NEURO» – με ένα νέο ευρώ δηλαδή, ενδεχομένως με αξία ανταλλαγής Χ:1, με βάση την οποία (Χ) θα μπορούσε να αποσβεσθεί «τεχνικά» το συντριπτικό μέρος των δημοσίων χρεών. Η διαδικασία αυτή φυσικά, θα στερούσε σημαντικό μέρος της ιδιοκτησίας των Πολιτών, όπως και η προηγούμενη (20% εισφορά επί των περιουσιακών στοιχείων).

Η δεύτερη αυτή «μέθοδος» εξόφλησης των χρεών, η «νομισματική μεταρρύθμιση» δηλαδή, θεωρείται μάλλον εξωπραγματική και μη ρεαλιστική σήμερα στην Ευρώπη – παρά το ότι υπάρχει και εδώ το ιστορικό παράδειγμα της Γερμανίας, τον Ιούνιο του 1948.

Εκείνη την εποχή, το απόγευμα μίας Παρασκευής, ανακοινώθηκε η αντικατάσταση του επίσημου νομίσματος με το ΓΜ (DM), εν πρώτοις σε αναλογία 10:1, ενώ δόθηκαν «προκαταβολικά» (αργότερα ανταλλάχθηκαν υποχρεωτικά με 400 παλιά μάρκα), περίπου 40 ΓΜ σε κάθε άτομο – την Κυριακή, αφού είχε οργανωθεί προηγουμένως, μυστικά φυσικά, το σχέδιο «Bird dog» (όπου τα 23.000 χαρτοκιβώτια με τα νέα χαρτονομίσματα, τα οποία είχαν τυπωθεί στις Η.Π.Α. μεταφέρθηκαν με καράβι στη Γερμανία και τοποθετήθηκαν με 8 ειδικούς συρμούς στο υπόγειο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, από την οποία διαμοιράσθηκαν στις υπόλοιπες).

Τότε βέβαια το δημόσιο χρέος της Γερμανίας ήταν στο 770% του ΑΕΠ της (αν και το μεγαλύτερο μέρος του «αναδιαρθρώθηκε»), ενώ οι συναλλαγές διενεργούνταν κυρίως με τσιγάρα – αφού τα χαρτονομίσματα είχαν χάσει εντελώς την αξία τους.

Ο ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Εάν μία κυβέρνηση θέλει να μειώσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, μπορεί είτε να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες, είτε να αυξήσει τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις.

Ο περιορισμός όμως των δημοσίων δαπανών μειώνει συχνά απ' ευθείας το ΑΕΠ, όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει στην Ελλάδα – επειδή τόσο η κατανάλωση, όσο και οι επενδύσεις του κράτους, αποτελούν βασικό συστατικό μέρος του ΑΕΠ. Αντίθετα, οι αυξήσεις των φόρων επηρεάζουν σχετικά έμμεσα το ΑΕΠ – ενώ δεν το μειώνουν, εάν ο περιορισμός των αποταμιεύσεων δεν είναι υψηλότερος (υπό ορισμένες συνθήκες).

Ειδικότερα, οι αυξήσεις των φόρων, καθώς επίσης των λοιπών επιβαρύνσεων, περιορίζουν τα διαθέσιμα εισοδήματα του ιδιωτικού τομέα – ο οποίος τότε έχει την επιλογή είτε να διατηρήσει ως έχουν τα έξοδα του, μειώνοντας τις αποταμιεύσεις του, είτε να τα περιορίσει ανάλογα.

Εάν τώρα η μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού οφείλει παράλληλα να στηρίξει την ανάπτυξη και την απασχόληση, κάτι που δυστυχώς «αμέλησε» η Ελλάδα, δεν θα πρέπει να μειώνονται οι δημόσιες δαπάνες, αλλά να αυξάνονται οι φόροι – σε ένα ύψος όμως, με το οποίο να εξασφαλίζεται ότι, η κατανάλωση του ιδιωτικού τομέα θα παραμένει σταθερή, ενώ θα μειώνονται μόνο οι αποταμιεύσεις.

Εάν το κράτος υπερβεί το επίπεδο αυτό, όπως αποφάσισε το ΔΝΤ στην Ελλάδα, αυξάνοντας υπερβολικά τους φορολογικούς συντελεστές, τότε τα έξοδα του ιδιωτικού τομέα περιορίζονται απότομα και η κατανάλωση καταρρέει – παρασέρνοντας μαζί της τα έσοδα του δημοσίου και μεγεθύνοντας τα ελλείμματα. Στα πλαίσια αυτά τα εξής: 

(α) Οι επιχειρήσεις

Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελούν τα πλεονασματικά έσοδα (καθαρά κέρδη) των επιχειρήσεων, κυρίως επειδή οι επιχειρήσεις έχουν το μακροοικονομικό «ρόλο» να δημιουργούν πάγια περιουσιακά στοιχεία, μέσω της λήψης δανείων – να επενδύουν δηλαδή και να μην αποταμιεύουν.

Με στόχο τη μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων πρέπει, κυρίως οι επιχειρήσεις, να περιορίζουν τα πλεονάσματα τους – γεγονός όμως που απαιτεί ένα σταθερό οικονομικό περιβάλλον, έτσι ώστε να νοιώθουν ασφαλείς (κάτι που προφανώς εκλείπει σήμερα στην Ελλάδα αποτελώντας, κατά την άποψη μας, απόλυτη προτεραιότητα).

Το κράτος μπορεί φυσικά να επηρεάσει τις επιχειρήσεις, έτσι ώστε να συμπεριφέρονται ανάλογα – «τιμωρώντας» φορολογικά τα χρηματικά πλεονάσματα τους, καθώς επίσης αμείβοντας τις επενδύσεις τους. Στα πλαίσια αυτά, τα διανεμόμενα κέρδη επιβαρύνονται με πολύ μεγάλους φορολογικούς συντελεστές, ενώ οι αποσβέσεις για τις επενδύσεις αυξάνονται – με στόχο οι επιχειρηματίες να έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να επενδύσουν, παρά να αυξήσουν τα (διανεμόμενα) κέρδη τους.

(β) Τα νοικοκυριά

Από την άλλη πλευρά, τα πλεονάσματα των νοικοκυριών δεν πρέπει να φορολογούνται με τον ίδιο τρόπο – επειδή είναι σωστό να αποταμιεύουν χρήματα. Εδώ μπορεί επίσης να επέμβει το κράτος, με τη βοήθεια των χαμηλών φορολογικών συντελεστών για εκείνα τα νοικοκυριά τα οποία, έχοντας περιορισμένα εισοδήματα, μειώνουν αμέσως τα έξοδα τους (άρα την κατανάλωση τους), όταν αυξάνονται οι φόροι.

Αντίθετα, τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα δεν είναι τόσο αρνητικό να επιβαρύνονται με μεγαλύτερους φόρους – αφού δεν έχουν ανάγκη να μειώσουν τα έξοδα τους, διατηρώντας σταθερή την κατανάλωση τους.

(γ) Οι κίνδυνοι

Το ρίσκο της πολιτικής που προαναφέραμε εμφανίζεται όταν κανένας «συντελεστής» δεν αποδέχεται τη μείωση των αποταμιεύσεων του – με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι δαπάνες είτε για κατανάλωση, είτε για επενδύσεις, σε αντίστοιχο μέγεθος με τους νέους φόρους. Επίσης, όταν δεν είναι κανένας πρόθυμος να πουλήσει περιουσιακά στοιχεία του, για να διατηρήσει ανέπαφο το βιοτικό του επίπεδο – κάτι που συναντάται συχνά στην Ελλάδα. 

Στην περίπτωση αυτή, η οικονομία οδηγείται στον κύκλο του διαβόλου – όπου οι υψηλότεροι φόροι μειώνουν τις ιδιωτικές δαπάνες, γεγονός που οδηγεί στον περιορισμό της παραγωγής λόγω μειωμένης κατανάλωσης, στη μείωση των επενδύσεων, καθώς επίσης στην αύξηση της ανεργίας (η οποία με τη σειρά της μεγεθύνει τις δημόσιες δαπάνες, οπότε το έλλειμμα, τα κρατικά χρέη κοκ.).  

Αυτό ακριβώς παρατηρείται σήμερα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως και στην Ελλάδα – με αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα, να «μολυνθούν» όλες οι υπόλοιπες. Ειδικότερα, οι χώρες σε κρίση μειώνουν τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών τους – μέσω κυρίως του περιορισμού των εισαγωγών τους. Σαν επακόλουθο αυτής της διαδικασίας συρρίκνωσης, μειώνονται οι εξαγωγές των υπολοίπων – επομένως, τα κέρδη των επιχειρήσεων τους, οπότε τα δημόσια έσοδα.

Χώρες όπως η Γερμανία εξισορροπούν βέβαια ακόμη τη μείωση των εξαγωγών τους εντός της Ευρώπης, εξάγοντας στον υπόλοιπο πλανήτη. Εν τούτοις, αργά ή γρήγορα τα κράτη, στα οποία εξάγουν, ειδικά δε οι Η.Π.Α., δεν θα ανεχθούν τα υψηλά ελλείμματα στα δικά τους ισοζύγια – οπότε οι εξαγωγές της Γερμανίας, για παράδειγμα, θα μειωθούν, τα έσοδα της επίσης, θα υποχρεωθεί να αυξήσει τους φόρους κλπ. (οπότε θα οδηγηθεί με τη σειρά της στον κύκλο του διαβόλου).

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συμπερασματικά λοιπόν, ακόμη και αν περιορίσουμε δραστικά το δημόσιο χρέος μας, με τη μέθοδο του Ελβετού συναδέλφου μας, τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας θα το αυξήσουν σχετικά γρήγορα.

Επομένως, δεν είναι εύλογο να υιοθετηθεί μία λύση περιορισμού  του χρέους από μόνη της, αλλά σε συνδυασμό με το βιώσιμο μηδενισμό του ελλείμματος του προϋπολογισμού – επίσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αφενός με τη μείωση των εισαγωγών, μέσω της κατανάλωσης ελληνικών προϊόντων, καθώς επίσης των επενδύσεων στην παραγωγή κάποιων προϊόντων από αυτά που εισάγουμε, αφετέρου με την αύξηση των εξαγωγών.

Αυτό που χρειαζόμαστε δε είναι οι επενδύσεις εκ μέρους μικρομεσαίων επιχειρηματιών κυρίως σε τομείς, στους οποίους η χώρα μας έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα – όπως στη ναυτιλία, στον τουρισμό και στη γεωργία.

Απαραίτητη προϋπόθεση δεν είναι απλά και μόνο η χρηματοδότηση τους από έναν υγιή χρηματοπιστωτικό τομέα αλλά, κυρίως, η ύπαρξη ενός σωστού και σταθερού πλαισίου λειτουργίας τους – ένα από τα βασικότερα «ελλείμματα» του δημοσίου τομέα μας.

Οι «μεγαλόπνοες» επενδύσεις εκ μέρους των ξένων δεν είναι αυτές που θα επανεκκινήσουν την οικονομία μας – χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι δεν τις επιθυμούμε. Εν τούτοις, ούτε στον τομέα αυτό δεν γίνεται κάτι ουσιαστικό στην Ελλάδα – με την κυβέρνηση να αρκείται σε μεγάλα λόγια, τα οποία σχεδόν ποτέ δεν συνοδεύονται από αντίστοιχες πράξεις.

Όλα αυτά εντείνουν προφανώς την έλλειψη εμπιστοσύνης, καθώς επίσης την ανασφάλεια των Ελλήνων – με αποτέλεσμα να δολοφονείται στην κυριολεξία η αισιοδοξία, χωρίς την οποία δεν υπάρχει μέλλον, καθώς επίσης η όποια ιδιωτική πρωτοβουλία.                                                          

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εάν μας ρωτούσε κάποιος που βαδίζει η Ελλάδα, θα μεταφέραμε την ερώτηση στην πολιτική ηγεσία, με τα ίδια εκείνα λόγια που είπε ο Απόστολος Πέτρος, όταν τον συνάντησε ο Χριστός στο δρόμο, λέγοντας του: «Που βαδίζεις, άνθρωπε

Αν και γνωρίζουμε ότι, η απάντηση ήταν: «Βαδίζω προς τη Ρώμη, για να με σταυρώσουν ξανά», ελπίζουμε πως δεν θα ήταν ανάλογη η απάντηση του πρωθυπουργού – υποθέτοντας πως έχει κατανοήσει πλέον τη δεινή θέση, στην οποία έχει περιέλθει η χώρα (μετά από τα αλλεπάλληλα, τρομακτικά «λάθη» και τις «παραλείψεις» όλων των κυβερνήσεων της).

Κατά την άποψη μας πάντως, εάν δεν ενεργήσουμε αμέσως, επιλέγοντας μία επώδυνη μεν, αλλά δραστική λύση, οδηγούμαστε πιθανότατα στη χρεοκοπία, είτε με νόμισμα το ευρώ, είτε με τη δραχμή – αφού, με τον τρόπο που συνεχίζει να λειτουργεί η κυβέρνηση, δεν διακρίνονται σοβαρές δυνατότητες επιβίωσης της οικονομίας μας, εάν εξαιρέσουμε τα θαύματα και την τύχη.

Αρκεί να σημειώσουμε την τεράστια ζημία, την οποία προκάλεσε στην Ελλάδα η πρόσφατη πολιτική κρίση (μεταξύ άλλων, κατάρρευση σχεδόν του χρηματιστηρίου, κυρίως δε των τραπεζικών τίτλων) για να κατανοήσουμε τους υπερβολικά μεγάλους κινδύνους, απέναντι στους οποίους είμαστε, χωρίς καθόλου «άμυνες», απόλυτα εκτεθειμένοι. 

Κλείνοντας θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε σε όλους όσους αναφέρονται σε «σεισάχθεια», τόσο στους δημαγωγούς, όσο  και στους καλοπροαίρετους ότι, ένα νομισματικό σύστημα, όπως το παγκόσμιο σήμερα, το οποίο στηρίζεται σε χάρτινα ή διαδικτυακά χρήματα μη καλυμμένα με χρυσό ή με οτιδήποτε άλλο, είναι εξαιρετικά ασταθές – με αποτέλεσμα να κινδυνεύει με ολοκληρωτική κατάρρευση, εάν υιοθετούνταν μαζικές απαιτήσεις διαγραφής χρεών ή αθετήσεις πληρωμών. 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 29. Ιουνίου 2013, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2920.aspx

Ο Πέτρος και ο λύκος της Χρυσής Αυγής

Ο Πέτρος και ο λύκος της Χρυσής Αυγής

Από τον Pitsirikos


 Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Πέτρος Τατσόπουλος, αφού διευκρίνισε πως εκφράζει προσωπικές του απόψεις, είπε πως, αν μετά τις επόμενες εκλογές δεν είναι εφικτή μια αυτοδύναμη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ή σε συνεργασία με κόμματα της Αριστεράς, δεν θα ήταν ταμπού για αυτόν μια κυβερνητική συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με ένα κομμάτι πατριωτών της Νέας Δημοκρατίας ή με ένα κομμάτι σοσιαλδημοκρατίας που εκφράζεται μέσα από το ΠΑΣΟΚ, ώστε να μην έχει η Ελλάδα κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και Χρυσής Αυγής.

Συνέχεια

Κολοκοτρωνίτσι

Κολοκοτρωνίτσι

 

Του Αναστάσιου Σχίζα

 

Την  ώρα  που  ο  Αλέξης  κήρυττε  τον  ανέΚδοτο  αγώνα  από  την πλατεία ….Αγίου Γεωργίου…(τελετή …ονοματοδοσίας) της  Πάτρας,  τοπικό κανάλι μετέδιδε  εκπομπή  του …Φατσέα (Νίκου Σύφαντου), όπου  η  ηθοποιός  Μαρία Κανελλοπούλου  διαβεβαίωνε  σε  όλους τους τόνους ότι η ΜΟΝΑΔΙΚΗ δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ (για την πιθανότητα να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας) είναι να μπεί ένα φρένο στις κατώτατες συντάξεις.

Το είπε όσες πιό πολλές φορές μπορούσε, σχεδόν εκλιπαρούσε:

Είναι η ΜΟΝΑΔΙΚΗ μας δέσμευση, η ΜΟΝΑΔΙΚΗ. (Μετάφραση: Σε τόσο χαμηλή ….τιμή  και  ακόμη  δεν μας προτιμάει η Μαφία για να μας  εμπιστευτεί  την  "διακυβέρνηση" ;  Πόσο πιό κάτω να το ρίξουμε;

Έλα  ντέ;  Πόσο  πιό  κάτω; Και μείς τι κάνουμε τώρα;

Κατ' αρχήν σταματάμε να επιτρέπουμε εκτός από το να μας δολοφονούν (οι φασίστες της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ – ΧΑ),  να επιτρέπουμε και να μας εμπαίζουν πολιτικά ψοφίμια σαν αυτά του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν στάλθηκαν γι' αυτό το λόγο στη Βουλή. Δεν μπαίνουν κάθε μήνα 6.000 € στους λογαριασμούς των βουλευτών για να παίζουν θέατρο.

 Δεν είμαστε στο Κολοκοτρωνίτσι. Είμαστε σε μιά χώρα που πεθαίνει.

Και κάτι τελευταίο, για εμάς τους απλούς ανθρώπους, τους "από κάτω":

Αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως θέλεις, τουλάχιστον μην την εξευτελίζεις, ( τάδε έφη:  Κ. Καβάφης).

 

*****

 

Η μοναδική "χαρά" που έχω δοκιμάσει αυτά τα τρία μαύρα χρόνια της Κατοχής και κοινωνικής γενοκτονίας από τη Μαφία που δολοφονεί ΚΑΙ τον δικό μας λαό, με σύστημα και επίγνωση, είναι οι στιγμές εκείνες που επιβεβαιώνω ότι απλώς έχω κρατήσει το μυαλό μου σε λειτουργία, δεν "τσίμπησα" στην ανάγκη για εξηγήσεις "τρυφηλές" και ελπίδες μάταιες, δεν έσβησα τον διακόπτη της απλής, πρωτογενούς σκέψης, (Ο καθένας μπορεί να το κάνει και το συνιστώ, παρ' ότι οδυνηρό. Μπορεί να φρικάρεις με τις έγκαιρες διαπιστώσεις που η απλή λογική σου φωτίζει, αλλά έχεις ένα τεράστιο πλεονέκτημα: Σκέφτεσαι, άρα υπάρχεις). 

Μιά μικρή, λοιπόν, τέτοια "χαρά" πήρα διαβάζοντας σήμερα το άρθρο του "Πιτσιρίκου" για το συμπεθεριό ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ – ΠΑΣΟΚ που προτείνει η προξενήτρα Τατσόπουλος.

Εγκαίρως και μείς με δυό τρείς φίλους στην Πάτρα, είχαμε γράψει:

"Από το Χυτήριο στο Πλυντήριο". Θα πείς και τι έγινε;

Ίσως  τίποτε. Είναι  απλώς η  χαρά  του  να  γνωρίζεις,  να  καταλαβαίνεις.

Για κάποιους, αυτό είναι σημαντικό. Πολύ σημαντικό.

 

4-7-2013

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, "ΑΠΟΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΛΚΟΟΛ"

Η ηγεμονία τού «άδειου»

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Σ' έναν «Αόμματο Καιρό», όπου τα μάτια των ψυχών παραμένουν σφαλιστά και νυσταγμένα, ζητείται φορέας πνευματικότητας, που θα κοινωνήσει την όραση στους τυφλούς και θα άρει τη σύγχυση. Τον φορέα αυτό ο Γιάννης Πατίλης, στην ποιητική του συλλογή «Αποδρομή του αλκοόλ», τον εντοπίζει σε μία γραμματοσειρά, την Calibri. Πρόκειται για γραμματοσειρά με ιδιαίτερο νοηματικό φορτίο, αφού χρησιμοποιήθηκε για τα πρώτα ανάγλυφα βιβλία προς χρήση από τους τυφλούς. Αν λοιπόν κάποτε εξυπηρέτησε ανθρώπους κυριολεκτικά τυφλούς, σήμερα καλείται να βγάλει απ' το μεταφορικό σκοτάδι τα ξεστρατισμένα πνεύματα, προσφέροντας το «σαρκίο» της στα ποιήματα, τους δραστικότερους φορείς στοχασμών.

«Αγκαζέ», λοιπόν, με την Calibri, ο Πατίλης μάς προσκαλεί να ξεχάσουμε ό,τι ξέραμε, και να εκκινήσουμε απ' το «Σημείο Μηδέν». Αναγόμενο στο νεοελληνικό κυρίως παρελθόν, το «Σημείο Μηδέν» τοποθετείται στο ξεκίνημα μιας ιστορικής θεώρησης μέσω ποιητικών υλικών, η οποία αναπαριστά στα μάτια του σύγχρονου θεατή σκηνές από την πολιτική ιστορία του τόπου, σαν τις σκηνές μιας αρχαίας τραγωδίας, με τραγική κατάληξη την «έξοδο» του δράματος, τη σηματοδοτούμενη ωστόσο από τον εγκλωβισμό σε αυτό. Με λόγο πυκνό και υπαινικτικές αναφορές, ο Πατίλης ανασκαλεύει τη διάψευση των προσδοκιών στη γενιά της μεταπολίτευσης, που πίστευε πως θα αντιστεκόταν στην κυρίαρχη Δύση, όμως αφομοιώθηκε απ' αυτήν, περιοριζόμενη σε ηχηρά, σαν των γλάρων, «επαναστατικά» στριγκλίσματα.

Καυστικά ειρωνικός ο ποιητής, περιδιαβαίνει από την περηφάνια της αρβανίτικης φυλής πριν από έναν αιώνα, η οποία ήδη διέφερε από τους εκφυλισμένους Ρωμιούς, στη σύγχρονη αφομοίωση των Νεοελλήνων με την -καί οικονομική- αλβανική μιζέρια, σε μια πορεία παρακμής, που μοιάζει χωρίς τέλος («Εθνολογικά 2008»). Η μιζέρια, ωστόσο, που περισσότερο πονά, είναι για τον Πατίλη η πνευματική. Γι' αυτό καυτηριάζει τη χρήση των «γκρίκλις» στη γραφή, ιδίως στα ηλεκτρονικά μέσα, δηλαδή της ιδιότυπης γραφής της ελληνικής γλώσσας στο λατινικό αλφάβητο. Η πίκρα για την ηγεμονία «του άδειου» κορυφώνεται μέσω του συσχετισμού με τις προσδοκίες του Ανδρέα Κάλβου, που αδυνατούσε να φανταστεί ότι η ελληνική γραφή θα οδηγούνταν κάποτε σε αντίστοιχο εκπεσμό, όταν ο ίδιος αποφάσιζε να συνθέσει την πρώτη του ωδή στα ελληνικά. Ο όλος εκπεσμός, ακυρώνοντας την πιθανότητα της ίασης, καθιστά ειρωνικό τον τίτλο «Αποδρομή του αλκοόλ» του συγκεκριμένου ποιήματος, αλλά και όλης της συλλογής.

Στη σκηνή του Πατίλη παρελαύνουν αναγνωρίσιμες φιγούρες της νεοελληνικής πραγματικότητας, που, ακόμη κι όταν προέρχονται από τον χώρο των τεχνών, επιδεικνύουν ανάρμοστες στάσεις, επιβεβαιωτικές της όλης παρακμιακής εικόνας. Μάκης Ψωμιάδης και Ντίνος Χριστιανόπουλος απεικονίζονται από τον Πατίλη σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όσο ο Ψωμιάδης, επιχειρηματίας στον χώρο της νύχτας και μεγαλοπαράγοντας ποδοσφαιρικών ομάδων, ταυτίζεται με τον υπόγειων διαδρομών καταφερτζή, που επιβάλλεται κινούμενος παρασκηνιακά («Ο Μάκης Ψωμιάδης σε καφετέρια στα Σκόπια»), άλλο τόσο ο ποιητής Χριστιανόπουλος αποτυπώνει τη μορφή του πνευματικού ανθρώπου που άγεται και φέρεται από μικρότητες κι από την εγωπάθειά του, κι ας προσποιείται ο Πατίλης ότι στο επεισόδιο μεταξύ του ποιητή και της δημοσιογράφου Πόπης Τσαπανίδου επικρίνει την τελευταία για την άγνοιά της («On air»). Ο ηθικός εκπεσμός είναι ο στόχος των βελών του Πατίλη, που καταδεικνύεται ακόμη εναργέστερα μέσω της σύγκρισης με παρελθοντικές μορφές, πρωταγωνίστριες στην ιστορία, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, άγαλμα στην πλατεία των Σκοπίων, όπου διέφυγε ο Ψωμιάδης. Η τοποθέτηση των δύο προσώπων πλάι πλάι, καθιστά τη σύγκρισή τους ανίερη.

Τούτη η παρακμιακή πορεία αποτυπώνεται ακόμη εναργέστερα στο ποίημα «Τίτλοι τέλους», το οποίο μεταλλάσσει την προαναφερθείσα θεατρική παράσταση σε κινηματογραφική ταινία. Πρωταγωνιστές στην ταινία δηλώνονται επώνυμες φιγούρες της νεοελληνικής ιστορίας, ενώ κομπάρσοι όλοι εμείς, σε μια ταινία με «κίνηση ευρωπαϊκή πολλή», που, ξιπασμένη από τη Δύση, παραγκωνίζει τον Μακρυγιάννη και κάθε άλλη αυθεντική παράδοση του ελληνισμού. Οι τίτλοι τέλους, λοιπόν, φυσιολογικά επιφέρουν τον προβληματισμό για την πορεία που οδηγεί όχι μόνο την ταινία στο τέλος της, μα και την ελληνική κρατική υπόσταση. Καθόλου τυχαία το «Νεώριον», του ομότιτλου ποιήματος, θυμίζει ναυπηγείο για πλεούμενα προς τον Άδη, «ναυπηγείο» αδιαφορίας κι αφασικής απάθειας, καθώς ενώ ο τόπος κείται νεκρός και θάβεται, οι κάτοικοί του λουφάζουν στο θέατρο ή στο καφενείο, αποτελειώνοντας τον τόπο τους με την τελευταία φτυαριά χώμα στον τάφο του.

Η ψυχική φθορά αποτυπώνεται από τον Πατίλη με μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα τεχνική: αντιστοιχίζει ανθρώπινα συναισθήματα και στάσεις στη λειτουργία τεχνολογικών επιτευγμάτων. Οι σύγχρονοι ηλεκτρικοί διακόπτες φωτισμού, που σβήνουν σταδιακά, περιγράφουν το σβήσιμο της ψυχής («Dimmer εποχή»). Το κρύο φως ενός ψυγείου με αναψυκτικά δηλώνει την παγωμάρα της ανθρώπινης απώλειας («Αναχωρήσεις»). Η ανθρώπινη σχέση παρομοιάζεται με λάμπα, που καίγεται και πετιέται στα σκουπίδια («Ο ρακοσυλλέκτης»).

Τα ανθρώπινα ήθη σκιαγραφούνται από τον Πατίλη με μία ακόμη αξιόλογη τεχνική: την προβολή στη σύγχρονη εποχή όσων συντελέστηκαν σε μια ιστορική στιγμή. Η «τειχοσκοπία» του ομότιτλου ποιήματος, δηλαδή το οφθαλμόλουτρο των γερόντων της Τροίας στα κάλλη της Ωραίας Ελένης, την ώρα που εκείνη βρισκόταν στα τείχη της πόλης, μεταφέρεται στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου άντρας «θαμμένος» στην «πέτρινη κουστουμιά» της μεζονέτας του, περιορίζεται στη θέα της Ωραίας Γειτόνισσας, καθώς απλώνει τη μπουγάδα στη βεράντα της. Παράλληλα, το ηρωικό κλίμα του αρχαίου σκηνικού αποκτά τραγική διάσταση, όταν μεταλλάσσεται σε πεζό, κυριαρχούμενο από τη μοναξιά. Στο ποίημα «"Νοσοκομείον η Ελπίς" ή Η δύσκολη επικράτησις του Τώρα», το σχόλιο για τη σύγχρονη πρόκριση της σεξουαλικότητας κατατίθεται επίσης μέσω όρων ιστορικών: η υπεράσπιση του «Στάλινγκραντ της Ηδονής» παραπέμπει στην υπεράσπιση της πόλης από τα ρωσικά στρατεύματα, απέναντι στη γερμανική επέλαση κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ιστορική αναλογία με τη σύγχρονη κατάσταση εμπλουτίζεται, σε άλλες περιπτώσεις, από την εισαγωγή ανατροπών κι από τον σαρκαστικό τόνο του Πατίλη. Στο ποίημα «Παρθενοπίπης», μέσω της αναγωγής στον ομηρικό Πάρη, ο οποίος έφερε το συγκεκριμένο προσωνύμιο ως άντρας που τόξευε με τις ερωτικές του ματιές τις παρθένες, ο Πατίλης χαρίζει στους «ματάκηδες όλου του κόσμου» κι όλων των εποχών μια «ένδοξη» καταγωγή. Ενώ όμως προσποιείται ότι τους συμπαρίσταται, ανατρέποντας τους ισοπεδώνει, διαπιστώνοντας πόσο «ωραία δυστυχισμένοι» είναι, «εντοιχισμένοι διά παντός/ στη φυλακή/ του βλέμματός» τους, χωρίς να χαίρονται τον έρωτα. Οι «εντοιχισμένοι ματάκηδες», μάλιστα, συναντούν τον προαναφερμένο «θαμμένο» άντρα στην «πέτρινη κουστουμιά» της μεζονέτας του, εφόσον θυμίζουν τους νεκρούς Φαραώ, τους «θαμμένους» ή «εντοιχισμένους» στον πολυτελή τάφο των Πυραμίδων τους. Ο οίκτος του Πατίλη για τους ματάκηδες ξεχειλίζει σαρκασμό.

Τα ιστορικά πισογυρίσματα του ποιητή, άλλοτε, συναντούν τις συνομιλίες του με προγενέστερα ποιήματα. Το ποίημα «Νεότερα στοιχεία για τη γυναίκα του Μενούση» ακολουθεί τη λογική του τίτλου «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε» από το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου. Το κοίταγμα στο παρελθόν, ωστόσο, δεν αποκλείει μία ακόμη αναγωγή στο παρόν: το πηγάδι στο οποίο κατευθύνεται για την προμήθεια νερού η γυναίκα του Μενούση, όντας, τρόπον τινά, το «νυφοπάζαρο» της εποχής της, μετατρέπεται στο «καφέ-μπαρ "Πηγάδι"», δηλαδή το σύγχρονο «νυφοπάζαρο». Τα δρομολόγια του Πατίλη στον χρόνο τονίζουν τον διαχρονικό τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο τίτλος, πάλι, «Ο Μάκης Ψωμιάδης σε καφετέρια στα Σκόπια» μιμείται ποιήματα που εμπεριέχουν στους τίτλους τους σημαίνουσες προσωπικότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν όλα τα ποιήματα του Νάσου Βαγενά στη συλλογή «Στη νήσο των Μακάρων», με ενδεικτικότερη περίπτωση αντιστοιχίας το ποίημα «Ο Γιώργος Σεφέρης ανάμεσα στα αγάλματα», δεδομένου πως καί στα δύο ποιήματα οι τίτλοι δομούνται με βάση το ίδιο συντακτικό σχήμα: ένα πρόσωπο με ονοματεπώνυμο ως υποκείμενο, απουσία του ρήματος, που εννοείται, κι εμπρόθετος προσδιορισμός τόπου. Η επιλογή, ωστόσο, του Πατίλη να ηρωοποιήσει ένα πρόσωπο αντιηρωικό, όπως ο Μάκης Ψωμιάδης, λειτουργεί εντέλει σαρκαστικά, δεδομένου πως ο «Μάκαρος» Ψωμιάδης, έστω εν ζωή, εντάσσεται στη χορεία των… «Μακάρων»!

            Ο σαρκασμός του Πατίλη, υψηλής ηθικής επικινδυνότητας, δικαιώνεται όταν επιστρέφει στον ίδιο ως αυτοσαρκασμός. Ο ποιητής σαρκάζει τον εαυτό του άλλοτε μάλλον έμμεσα, όπως στο ποίημα «Παλιοθήλυκο εσύ αντιφατικότητα» (άλλη μία ποιητική συνομιλία), καθώς, τιμώντας τους «Αντιφα[σίστες]» της παλιάς του γειτονιάς και το σθένος τους να εμπλέκονται σε διενέξεις, παραδέχεται ουσιαστικά τη δική του αποτελμάτωση, που καταντά αναπηρία· άλλοτε ο αυτοσαρκασμός είναι άμεσος, όπως στο ποίημα «Ομογέρων», όπου ο ποιητής αναγνωρίζει, στα πρώτα του γεράματα, νοσήματα της παιδικής ηλικίας. Όσο πάντως κι αν επιχειρεί ο Πατίλης να μετριάσει την οξύτητα των ποιητικών του σχολίων μέσω του αυτοσαρκασμού, ο ομηρικός χαρακτηρισμός που επιφυλάσσει στον εαυτό του στο τελευταίο ποίημα τού ανήκει δικαιωματικά, όχι ως προς το -αδιάφορο, εν προκειμένω- περιεχόμενό του, όσο επειδή οι ιδεολογικές καταθέσεις του ποιητή, μαχητικές κι ηρωικές, εύλογα προσιδιάζουν σε σύγχρονο ιδεολογικό μονομάχο, σε σύγχρονο ομηρικό ήρωα.

Συνθέτοντας και μία ενότητα με ποιήματα αφιερωμένα στην τέχνη της ποίησης, ο Πατίλης απευθύνει προσκλητήριο πένθους για κάθε μέρα της ανθρώπινης ζωής που στερήθηκε την ποίηση. Άλλωστε η ζωή και η ποίηση μοιάζουν μεταξύ τους, καθώς εμπεριέχουν τραγική ειρωνεία. Συχνά, μάλιστα, η ζωή αποδεικνύεται πολλαπλώς τραγικότερη, ξεπερνώντας τη θεατρική δραματικότητα. Με διεισδυτικότητα ο ποιητής διαπιστώνει πόσο τραγική και τραγικά ειρωνική υπήρξε η μοίρα δύο δραματουργών, του Αισχύλου στην αρχαιότητα και του Θόδωρου Αγγελόπουλου στη σύγχρονη εποχή, οι οποίοι, μετά τους θανάτους που σκηνοθέτησαν στα έργα της τέχνης τους, βρέθηκαν απρόσμενα πρωταγωνιστές στον προσωπικό τους αδόκητο και τραγικά ειρωνικό χαμό.

Η ποίηση όμως, εκτός από τραγικά ειρωνική, είναι κι εξαγνιστική και καθαρτήρια. Αν μάλιστα, «Είκοσι έξι Δεκέμβρη», ανήμερα της γιορτής του Κυρίου, αποδεικνύεται θεϊκό πεδίο δράσης, ας μας επιτραπεί ο εξής συνειρμός: «Κύριος» δεν αποκαλείται μόνο ο Χριστός, αλλά και κάθε καθηγητής από τους μαθητές του. Ο Πατίλης, όντας καθηγητής φιλόλογος, θα μπορούσε να συνιστά τη γέφυρα ανάμεσα στα θεία και τη φιλολογία, καθιστώντας τη δεύτερη ιερή. Κατ' επέκταση, η θεϊκή ποίηση και η ιερή φιλολογία συναντιούνται και καθαγιάζονται στο κατάλληλο πρόσωπο: τον ποιητή και φιλόλογο Γιάννη Πατίλη.

Γιάννης Πατίλης, «Αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα», εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2012, σελ. 88.

 

ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑΣ

 

Μνήμη    σημαίνει να ξεχνάς τους ορισμούς

λέξη    σημαίνει πλέξη με το άλεκτο

βλέπω    σημαίνει λείπω απ' τ' ορατό

 

Απείραχτο άσε το Κεφάλαιο του Κόσμου

και ζήσε από τους τόκους

 

Μέσα στο σάλο των γνωστών πραγμάτων

γίνε εσύ και πάλι το Σημείο Μηδέν

και βγάλε το ψωμί της κάθε μέρας

 

Ο ΜΑΚΗΣ ΨΩΜΙΑΔΗΣ ΣΕ ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΣΚΟΠΙΑ

 

Εγώ μπροστά τους είμαι λευκή περιστερά

οι τελειωμένοι που θέλαν να ρεφάρουν με τον Άζαξ

γι' αυτό κι ο Αγαπούλας πέρασε τα σύνορα

Τι σχέση έχει ο Γιωργάκης με τον Μάκαρο;

στο σύστημά τους πάντα χάνει ο λαός

ενώ ποιος πόνταρε ποτέ στο Μάκη Μπόι κι έχασε

Πολιτικός κρατούμενος και θύμα του συστήματος

στο μέρος τούτο νιώθω πλέον ασφαλής

μικρό αλωνάκι ο τόπος για μεγάλους

Σ' αυτή την καφετέρια εγώ ο Μπιγκ Μακ

πίνω ατάραχος τη φραπεδιά μου και κοιτώ

τον καβαλάρη Μπιγκ Άλεκ στην πλατεία

 

ΝΕΩΡΙΟΝ

 

Σε τόπο που μοιάζει

νεκρό με το ρολόι

που τον θάψαν

κι ο χτύπος του

το χώμα ανατριχιάζει

και τις ρίζες των φυτών

όλα βαθιά αλλάζουν

κι από μέσα

    πρώτη φορά

ο ζωντανός   το βλέμμα

δίχως απέξω κυριότητα

στο κυριότερο σημείο

της ύπαρξής του εστιάζει

κι ό,τι κι αν κάνει

σαν να γίνεται θα μοιάζει

    πρώτη φορά

ενώ οι παλιές του

οι συνήθειες

κι οι κινήσεις

στο καφενείο

ή στο θέατρο αν πάει

αν πάει να πιάσει

την εφημερίδα

ή την καρέκλα

με τις φτυαριές

τις τελευταίες

θα μοιάζουν

που αποχαιρετούν

για πάντα

τον νεκρό

 

ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

 

Πρωί και κρύο φως απ' το ψυγείο με τ' αναψυκτικά

και ώρα δέκα αναχώρηση απ' τον διάδρομο τον πρώτο

κατάσαρκα για Λάρισα φορώντας μαύρα υλικά

που κάνουνε την ομορφιά σου να ραγίζει

Παιδί μάνα πατέρας μορφή αγαπημένη

το σώμα πάντα θα πονάει στον χωρισμό

Δεν είν' η θλίψη στο Σώμα το Αστυνομικό

από τον θάνατο στον Τύρναβο του συναδέλφου

μα του οχτάχρονου παιδιού που το μαθαίνει στο σχολειό

Δεν πάει κάτω η Μαύρη Τρύπα που την ύπαρξη ρουφάει

το κάθισμα το άδειο που για λίγο την αύρα σου κρατά

τα μάτια μου τα μάτια σου που δεν θα ξαναδούν

 

ΤΕΙΧΟΣΚΟΠΙΑ

 

λάινον χιτνα

 

Στης μεζονέτας του την πέτρινη θαμμένος κουστουμιά

για όσα κακά στον εαυτό του έχει κάνει

η αντίμαχή του μοίρα τού προκάνει

βάσανο και γλυκιά παρηγοριά

 

ωραίας γειτόνισσας να βλέπει τον χορό

όταν τα ρούχα στη βεράντα της απλώνει

ή όταν σκύβει να τινάξει το σεντόνι

της ομορφιάς της σπέρνοντας εικόνες στο κενό

 

ΝΕΟΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΜΕΝΟΥΣΗ

 

Απ' το Δημόσιο Σήμα δεξιά

γωνία Πλαταιών και Λεωνίδου

καθώς βροχούλα σιγανή λεπτή σκιά έχει φτάσει

στο καφέ-μπαρ «Πηγάδι» ασυνόδευτη

και θαρρετά κοιτά η ελικῶπιξ

μπιρμπιλομάτα αστερομάτα όπως κι αν την πεις

για ό,τι λαχταρά παίζει το μάτι

κουβέντες που τις δέχονται τα σωθικά

γλυκό τραγούδι

και νύχτα ασημένιο μεσοφόρι

χρυσό πουλί στην πιο πτυχή του τη βαθιά

κρυμμένο μόνο γι' αυτόν που είδε

μα ποτέ δεν μολογά

 

Κανείς δεν θα τη σφάξει τελικά

κανείς δεν θα την κλάψει

Παλλόμενη κι αλλόκοτα γερή σαν τη βροχή

που πέφτει τώρα με ορμή

πίσω απ' το τζάμι

 

ON AIR

 

μονόλογος θηλυμανούς τηλεθεατού

 

Γιατί δάκρυσε η Πόπη Τσαπανίδου

μπαίνω στον σκάι μόνο για την Πόπη

μαζί της θα πήγαινα και στο κανάλι της Βουλής

για την κορμοστασιά της την αέρινη

τα θηλυκά της τα μαλλιά στο τουίτερ

στην Αστυπάλαια παντού από πίσω

εξαίσια όσο κι από μπρος

και από πόδια αν έχεις δει

http://www.youtube.com/watch?feature=end-screen&NR=1&v=Rcm0a_Yxuc0

δεν ξεχνάς κι ακόμη

Πανάθα αν και Θεσσαλονικιά

τι τον ήθελες τον παππούλη πωστονλένε

με τη ρόμπα να σου χαλάσει το πρωί

ο ανώμαλος που του δίνανε βραβείο

κι αυτός σφυρούσε κλέφτικα

κι έκανε την Ποπάρα μας να κλάψει

πως τάχα μου δεν ξέρει τη φάτσα της θεάς

δεν ξέρει καν ποια είναι

αλλά την έκοψα εγώ τη μουστακάτη τη μαϊμού

του τζιναβότοπου τον μπαλαμό

τη λούγκρα

Εγκληματική νομιμότητα

Εγκληματική νομιμότητα

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 Συχνά οι άνθρωποι του νόμου και οι νομιμόφρονες, προκειμένου να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή να κατηγορήσουν άλλους επικαλούνται, τη νομιμότητα. Ή και το επιβαρυμένο, ενδεχομένως, ποινικό μητρώο των αντιφρονούντων.

Σάμπως ο καθένας, που έχει καταδικαστεί να είναι οπωσδήποτε και εγκληματίας. Χωρίς να εξετάζεται το πόσο οι νόμοι, και οι παράγοντες, που νομοθετούν και εκδικάζουν τις υποθέσεις, βρίσκονται σε αρμονία ή σε αντίθεση με τη δικαιοσύνη.

Γεγονός που, ιδιαίτερα, συμβαίνει στις περιπτώσεις εκείνες, που οι λαϊκές τάξεις έρχονται σε αντίθεση με το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο. Όπου οι δικαστικές αποφάσεις αλληθωρίζουν καταφανέστατα προς την πλευρά των εχόντων και κατεχόντων το μαμωνά και την εξουσία. Όπως συμβαίνει, στις μέρες μας, με κάποιες αποφάσεις των, λεγόμενων, ανωτάτων δικαστηρίων.

Ή ακόμη τα όσα, έξω από κάθε λογική και ηθική δεοντολογία, φαίνονται να έχουν σχέση με το Σύνταγμά μας. Όπου ο εγκληματικός δικομματισμός έχει δημιουργήσει, με τις παραγραφές και τις ασυλίες, γύρω απ' τους πολιτικούς κακούργους, ένα αδιαπέραστο δίχτυ προστασίας. Έτσι ώστε να μπορούν να εγκληματούν ασύστολα και ατιμώρητα σε βάρος του λαού.

Ή μήπως δεν αφθονούν, διαχρονικά και παγκόσμια, τα παραδείγματα, κατά τα οποία φορείς της νομιμότητας αποδείχτηκαν ασυναγώνιστοι κακούργοι; Ή μήπως, εν ονόματι του νόμου, δεν γίνονται οι πόλεμοι που σπέρνουν το θάνατο και την καταστροφή; Και δεν μεθοδεύονται οι γενοκτονίες των λαών! Τα Νταχάου και οι Γάζες…

Εκεί όμως, που περισσότερο αποδεικνύεται η ανηθικότητα της νομιμότητας, είναι ο τρόπος, με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους ξεχωριστούς ανθρώπους της κάθε εποχής. Όπως στην περίπτωση του Σωκράτη, που καταδικάστηκε σε θάνατο απ' την, ως υπόδειγμα, θεωρούμενη, αθηναϊκή δημοκρατία. Ή όπως συνέβη με τις ευγενέστερες μορφές της εθνικής μας παλιγγενεσίας, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Πλαπούτας, κλπ!

Ή μήπως τα εκατομμύρια των χριστιανών μαρτύρων, που, σήμερα, Κυριακή των Αγίων Πάντων, τιμά η Εκκλησία μας – ακόμη και ο ίδιος ο Χριστός-δεν δολοφονήθηκαν εν ονόματι του νόμου: «Εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ», έλεγε ο Πιλάτος, για το Χριστό, στους κατηγόρους του. Αλλά οι αρχιερείς και η συμμωρία (συν+μωρία) τους κραύγαζαν: «Εμείς νόμον έχομεν και, κατά τον νόμον ημών, οφείλει αποθανείν»!…

Είναι λυπηρό και οδυνηρό να σκέφτεται κανείς ότι, κατά κανόνα, τον κόσμο μας κυβερνούν κάποια ανθρωποειδή, που καμιά σχέση δεν έχουν με τη δικαιοσύνη. Κι ακόμη λυπηρότερο και οδυνηρότερο είναι να βλέπουμε τα κοπάδια του λαού να σέρνονται ξωπίσω τους, για να τους χειροκροτούν και να τους ζητωκραυγάζουν. Παρότι αυτοί τον αλυσοδένουν με ληστρικούς και δόλιους νόμους, με τους οποίους τον καταδυναστεύουν, τον καταληστεύουν και ποικιλοτρόπως τον δολοφονούν. Όπως, δυστυχώς, συμβαίνει τώρα στην περίπτωσή μας. Όπου το ντόπιο και το διεθνές κατεστημένο χαλκεύει νόμους (μνημόνια, αντιρατσιστικό, κλπ), για την πολύμορφη εξαθλίωσή μας, προκειμένου να μας εξοντώσει και λαφυραγωγήσει την πατρίδα μας!…

Που σε τελική ανάλυση σημαίνει ότι, κατά κανόνα, η πολύμορφη κακουργία είναι νόμιμη, ενώ η δικαιοσύνη και η συναφής τιμιότητα και η αγιότητα παράνομη. Γιατί βέβαια οι μάρτυρες, που τιμούμε κατά τη σημερινή Κυριακή, γι' αυτούς, που τους βασάνιζαν και τους θανάτωναν, ήταν παράνομοι και κακούργοι. Ενώ οι κακούργοι, που τους καταδίκαζαν και τους βασάνιζαν ήταν οι εκπρόσωποι της νομιμότητας και οι στυλοβάτες των θεσμών. Οι πολιτικοί, για παράδειγμα, και οι δικαστές, με τους παχυλούς μισθούς, που ξεσπιτώνουν και ρίχνουν το φτωχό λαό στον Καιάδα της ανεργίας και της απόγνωσης, είναι, κατά την κρατούσα αντίληψη αξιόπιστοι και μεγάτιμοι. Κι ας δολοφονούν καταφανέστατα τη δικαιοσύνη, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν…

Και θαυμάστε την απύθμενη υποκρισία του κατεστημένου! Πλέκουν τα εγκώμια των ηρώων και των μαρτύρων και στηλιτεύουν τους διώκτες τους. Για να εξασφαλίζουν, έτσι, το «άλλοθι», προκειμένου να κάνουν τα ίδια σε βάρος των ζωντανών σοφών και αγίων. Γεγονός, που ο Χριστός επισημαίνει, λέγοντάς τους:

«Αλίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί στολίζετε τα μνημεία των προφητών και των δικαίων. Και λέτε: Αν ζούσαμε στις μέρες των προγόνων μας, δεν θα ήμασταν συμμέτοχοι στις δολοφονίες τους! Κι όμως κάνετε κι εσείς τα ίδια, αφού δολοφονείτε και σταυρώνετε τους τωρινούς. Για να αποδεικνύετε, έτσι, ότι είστε αντάξιοι απόγονοι των δολοφόνων προγόνων σας…» (Ματθαίου, ΚΓ,29-35)".

Που σημαίνει ότι η νομιμότητα του κατεστημένου είναι, σε μεγάλο βαθμό, ένα, κατά το μάλλον ή ήττον, διαρκές έγκλημα. Που έχει όραμά της και πρόγραμμά της την όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη καταδυνάστευση και καταλήστευση του λαού. Του οποίου η μόνη δυνατότητα αντίστασης είναι, ακριβώς, ν' ακολουθήσει το παράδειγμα των ηρώων και των αγίων…

Πάντα, με την πίστη και την ελπίδα ότι ο Θεός θα χρησιμοποιήσει την αχίλλειο πτέρνα του οποιουδήποτε «τελείου εγκλήματός» τους, προκειμένου να τους πετάξει στους Καιάδες και τα κρεματόρια, που αυτοί εφευρίσκουν και χαλκεύουν για τους λαούς.

 

παπα-Ηλίας, Ιουλίου 3, 2013, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2013/07/03/…B1/. e-mail:  yfantis.ilias@gmail.com

Τι κάνουμε τώρα; (8)-Η πραγματική επιλογή

Τι κάνουμε τώρα; (8) – Η πραγματική επιλογή

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Όπως είδαμε στα προηγούμενα άρθρα της σειράς αυτής, καμιά χωρα, που  είναι πλήρως ενσωματωμένη στη Νέα Διεθνή Τάξη (ΝΔΤ) ως υποτελής χώρα, δεν μπορεί να έχει οικονομική και εθνική κυριαρχία εάν δεν αποκτήσει την οικονομική αυτοδυναμία της στο πλαίσιο ενός νέου πραγματικού διεθνισμού που θα στηρίζεται στις αρχές της αυτονομίας, αλληλεγγύης και αμοιβαίας βοήθειας των λαών.

Φυσικά, η οικονομική αυτοδυναμία είναι μόνο η αναγκαία συνθήκη για την αυτονομία των λαϊκών στρωμάτων από τις ξένες ελίτ οι οποίες, σε αγαστή σύμπνοια με τις ντόπιες, τα καταδυναστεύουν στη ΝΔΤ. Δηλαδή, στη Τάξη που στηρίζεται, στο μεν οικονομικό επίπεδο, στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, η οποία αποτελεί νέο συστημικό φαινόμενο  που χαρακτηρίζει την σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς (το οποίο δεν έχει σχέση με τις αποπροσανατολιστικές ανοησίες της «Αριστεράς» για «δόγμα» νεοφιλελευθερισμού, ή τις συνωμοσίες κάποιων «κακών ελίτ» να προκαλέσουν «σοκ» κ.λπ.), στο δε πολιτικό επίπεδο, σε κάποια μορφή αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» που την διαχειρίζεται κατά κανόνα μια κοινοβουλευτική Χούντα.

Η επαρκής συνθήκη για την αυτονομία των λαϊκών στρωμάτων από κάθε είδους ελίτ μπορεί να προέλθει μόνο από την ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας επάνω στους παραγωγικούς πόρους, καθώς και την αλλαγή του τρόπου κατανομής τους σε διάφορες χρήσεις. Πράγμα που περνά από την κατάργηση του καταστροφικού για τα λαϊκά στρώματα συστήματος της οικονομίας της αγοράς, το οποίο ποτέ πριν δεν είχε δείξει τόσο ανάγλυφα τη βαρβαρότητά του όσο σήμερα, με το πλήρες άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών που επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Το είδος της συστημικής αλλαγής  που θα καθορίσει τη φύση αυτών των ριζικών αλλαγών (π.χ. Περιεκτική Δημοκρατία, κρατικιστικός ή, εναλλακτικά,  ελευθεριακός Σοσιαλισμός κ.λπ.) δεν μπορεί παρά να καθοριστεί δημοκρατικά από τον ίδιο τον Λαό, αφού όμως έχει ανακτήσει πρώτα την οικονομική και εθνική του κυριαρχία. Αυτό σημαίνει ότι, αντίθετα με τις συνήθεις αποπροσανατολιστικές θέσεις της «Αριστεράς», ο πραγματικός διεθνισμός που ανέφερα παραπάνω μπορεί να ξεκινήσει μόνο «από κάτω», από τον κάθε λαό χωριστά, και όχι «από πάνω» με την δήθεν μετατροπή της Ε.Ε. των ελίτ και του κεφαλαίου σε «σοσιαλιστική» Ε.Ε., ή τις «Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης» και άλλα παραμύθια.

Με άλλα λόγια, σήμερα είναι εντελώς αποπροσανατολιστική η πάλη για την ταυτόχρονη ικανοποίηση των παραπάνω αναγκαίων και επαρκών συνθηκών, όπως ζητούν καλοπροαίρετα γνήσιοι κομουνιστές, ελευθεριακοί κ.λπ. αλλά και – κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετα – πολλοί «υπερεπαναστάτες» στους ίδιους χώρους που ουσιαστικά δεν θέλουν την πραγματική αλλαγή, αφού είναι καλά βολεμένοι στο υπάρχον σύστημα και συνήθως ανήκουν και στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα! Και αυτό, γιατί τόσο οι υποκειμενικές όσο και οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την ταυτόχρονη ικανοποίηση των παραπάνω συνθηκών.

Όσον αφορά στις υποκειμενικές συνθήκες, μολονότι σήμερα η εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων, σε ένα κόσμο απέραντης αφθονίας για τους λίγους, είναι πρωτόγνωρη, η κατάρρευση του «υπαρκτού» έδωσε τέτοιο πλήγμα στον πόθο και την πίστη των λαών για την δυνατότητα συστημικής αλλαγής, ώστε σήμερα να θεωρούν σαν «απαράβατο δεδομένο» το υπάρχον σύστημα και να βλέπουν περίπου σαν UFO τους υποστηρικτές της συστημικής αλλαγής. Γι' αυτό και η πραγματική αντισυστημική Αριστερά (δεν μιλώ βέβαια για την «Αριστερά -μαϊμού» που προσποιείται ότι μπορεί να κάνει ριζικές αλλαγές μέσα στο υπάρχον σύστημα!)  αποτελεί ασήμαντη μειοψηφία στα συνθλιβόμενα λαϊκά στρώματα που αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Θα χρειαστεί, επομένως, πολύς αγώνας για να ξανακτιστεί ένα ισχυρό αντισυστημικό κίνημα, με βάση ένα ρεαλιστικό αντισυστημικό πρόταγμα που θα έχει διδαχθεί από τις τραγικές αποτυχίες του παρελθόντος, ώστε να ξαναδημιουργηθούν οι υποκειμενικές συνθήκες για συστημική αλλαγή.

Όσον αφορά στις αντικειμενικές συνθήκες, το θεσμικό πλαίσιο που έχει δημιουργήσει η ΝΔΤ είναι τέτοιο που, χωρίς την απόκτηση της οικονομικής και εθνικής κυριαρχίας από ένα λαό, είναι αδύνατη η δημιουργία εναλλακτικών θεσμών «από κάτω» που θα είχαν οποιαδήποτε πιθανότητα να οδηγήσουν σε συστημική αλλαγή. Γι' αυτό και είναι εντελώς αποπροσανατολιστικές, συνειδητά ή μη,  οι απόψεις περί δημιουργίας νησίδων εργατικής αυτοδιαχείρισης, ή γενικότερα εναλλακτικών στο υπάρχον σύστημα θεσμών, ως φυτωρίων συστημικής αλλαγής. Συχνά, άλλωστε, το ίδιο το σύστημα ενθαρρύνει παρόμοιες δραστηριότητες, είτε για να καλύψει κοινωνικές ανάγκες και λειτουργίες που, στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δεν καλύπτει πια το Κράτος, είτε για να επιτρέψει κάποια εκτόνωση στα πιο ζωηρά τμήματα των λαϊκών στρωμάτων. Προφανώς, παρόμοιες νησίδες σε ένα απόλυτα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όχι μόνο δεν είναι φυτώρια συστημικής αλλαγής αλλά ούτε καν οάσεις μέσα στην  έρημο. Είναι απλά αντικατοπτρισμοί!

Με βάση την προβληματική αυτή, το κρίσιμο δίλημμα που αντιμετωπίζει κάθε λαός σήμερα είναι είτε να προσαρμοστεί στην οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ισοπέδωσή του κάτω από τον οδοστρωτήρα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που ελέγχει η Υπερεθνική Ελίτ (Υ/Ε), είτε να αγωνιστεί πραγματικά εναντίον της. Και αναφέρομαι σε πραγματικό αγώνα διότι, βέβαια, αποτελούν απλή σπατάλη ενέργειας οι ανοργάνωτες και χωρίς συγκεκριμένους στόχους εξεγέρσεις (κάποτε μάλιστα υποκινούμενες από την ίδια την Υ/Ε). Παρόμοιες εξεγέρσεις αναγκαστικά καταλήγουν είτε σε κάποιες μικρό-μεταρρυθμίσεις (π.χ. Βραζιλία) που, όπως κάθε μεταρρύθμιση (συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών μεταρρυθμίσεων του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους) είναι εύκολα αναστρέψιμες από τις ελίτ στις κατάλληλες γι' αυτές συνθήκες, είτε στη συντριβή τους κάτω από την ωμή βία των ελίτ. Στην τελευταία περίπτωση, οι ελίτ δεν έχουν παρά να χρησιμοποιήσουν την τρομερή τεχνολογία της βίας που διαθέτουν στα χέρια τους,  και τα εξαθλιωμένα τμήματα των λαών που απασχολούν για να κτυπούν τα λαϊκά στρώματα, είτε στο εξωτερικό (μισθοφορικοί στρατοί των χωρών της Υ/Ε, «μισθοφόροι αντάρτες» της ίδιας στη Λιβύη, Συρία κ.λπ.) είτε στο εσωτερικό (ειδικά τμήματα καταπίεσης διαδηλώσεων και συντριβής εξεγέρσεων σε κάθε χώρα). Και αυτό, μέχρι να ωθήσουν τα λαϊκά στρώματα, με την βοήθεια κυρίως των ελεγχόμενων από τις ελίτ τηλεοπτικών μίντια (και αυξανόμενα τελευταία και ελεγχόμενων κοινωνικών μίντια) στην απάθεια και τον αγώνα επιβίωσης που σηματοδοτούν τον πλήρη εξανδραποδισμό τους.

Πραγματικός αγώνας κατά της ΝΔΤ, με τις σημερινές υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες, είναι δυνατός κατά τη γνώμη μου μόνο μέσα από παλλαϊκά Μέτωπα σε κάθε χώρα με συγκεκριμένους στόχους για την επίτευξη της οικονομικής και εθνικής κυριαρχίας, σαν προϋπόθεση για κάθε παραπέρα αντισυστημικό αγώνα. Έτσι, θα δημιουργηθούν οι αντικειμενικές συνθήκες που, με τη σειρά τους, θα αποτελέσουν το πραγματικό φυτώριο για την δημιουργία και των υποκειμενικών συνθηκών για ριζικές συστημικές αλλαγές, στον δρόμο για την πραγματική οικονομική, πολιτική και κοινωνική αυτονομία των λαών, σε συνθήκες ισοκατανομής της πολιτικής και οικονομικής δύναμης μεταξύ όλων των πολιτών.


*http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (30 Ιουνίου 2013) – Μια πιο σύντομη εκδοχή του άρθρου αυτού, λόγω των περιορισμών χώρου της στήλης, δημοσιεύθηκε στην Kυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Το είδα: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_06_30.html#sthash.JOwsHiZz.dpuf

Απουσία Ελλάδας του Μνημονίου από την Μέση Ανατολή

Η απουσία της Ελλάδας του Μνημονίου από την Μέση Ανατολή

 

Του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη

 

Στην Μέση Ανατολή, που είναι η μόνιμη μπαρουταποθήκη του πλανήτη, όλα δείχνουν ότι το μόνο πράγμα που μένει να φανεί είναι ποιος -και πώς- θα πυροδοτήσει τον επόμενο πόλεμο. 

Οι συνέπειες των εξεγέρσεων που ονομάστηκαν «Αραβική Άνοιξη» και οι επιπλοκές του πολέμου στην Συρία έχουν περιπλέξει με το παραπάνω το ήδη σύνθετο και εκρηκτικό γεωπολιτικό σκηνικό. 

Σε αυτό το σκηνικό, ο ρόλος του Ισραήλ παραμένει καταλυτικός, όχι μόνο γιατί τα ισραηλινά αεροσκάφη παραβιάζουν πάντα τους αραβικούς ουρανούς, αλλά και γιατί το πανίσχυρο ισραηλινό λόμπυ πιέζει εδώ και καιρό την διστακτική κυβέρνηση Ομπάμα να κάνει το βήμα προς την γενίκευση της σύγκρουσης.

Παρ' όλα αυτά, όμως, η μεσανατολική πραγματικότητα, όσο κι αν αλλάζουν οι Επικυρίαρχοι τις λέξεις και παραχαράσσουν τα δεδομένα, παραμένει πάντα αραβική.

Η Αραβική Άνοιξη, με τη νεολαία του αραβικού κόσμου επικεφαλής, παρ' όλο που κάποιοι βλέπουν το πολιτικό Ισλάμ ως την διάδοχη κατάσταση, θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής του 21ου αιώνα. Θα τραβήξει πιθανόν δεκαετίες, αλλά θα βρει τον δρόμο της αφού παγιωθεί μια νέα ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.

Το λεφούσι των διεθνών ομάδων πίεσης και των ισχυρών φιλοϊσραηλινών think-tanks, που βομβαρδίζουν από τους πανάκριβους υπολογιστές τους την διεθνή κοινή γνώμη με διαστρεβλωτικές ειδήσεις και νεοταξική προπαγάνδα, ένα και μόνο στόχο έχουν: την αναδιαμόρφωση του χάρτη της Μέσης Ανατολής σύμφωνα με τις «ανθρωπιστικές» επιταγές της Ουάσιγκτων και τα ηγεμονικά σχέδια του Τελ Αβίβ.

Είδαμε το σενάριο της αναδυόμενης από το χάος «νέας τάξης» και στο Ιράκ και τώρα στην Συρία όπου τα αφεντικά της αμερικανο-σιωνιστικής στρατηγικής στηρίζουν και εξοπλίζουν ένα συνονθύλευμα «ανταρτικών» οργανώσεων που αποτελούνται από φανατικούς τζιχαντιστές, παρ' όλο ότι αυτοί υποτίθεται ότι πρεσβεύουν την διάλυση του κράτους του Ισραήλ. Όλως τυχαίως, όμως, αυτοί οι σουννίτες εξτρεμιστές είναι συγχρόνως και ορκισμένοι εχθροί των μουλάδων του Ιράν, οι οποίοι αντιστέκονται σθεναρά στα αμερικανο-ισραηλινά πολεμικά σχέδια.

Το Ιράν και οι σύμμαχοί του -σαν τον Άσσαντ- είναι ομολογουμένως στο βάθος της στόχευσης αυτών των επιχειρήσεων αποσταθεροποίησης, όπως η συριακή σφαγή. Η προσπάθεια ανατροπής του Άσσαντ είναι η δεύτερη πράξη του δυτικού σεναρίου αποδυνάμωσης των συμμάχων του Ιράν, την πρώτη πράξη του οποίου ζήσαμε στον Λίβανο το 2006, όταν το Ισραήλ εισέβαλε για να διαλύσει την Χεζμπολλάχ.

Όμως, ο στρατός του Λιβανέζου πολιτικοθρησκευτικού ηγέτη της Χεζμπολλάχ Σαγιέντ Χασάν Νασράλλα, του μοναδικού Άραβα ηγέτη που αναμετρήθηκε με το Ισραήλ και βγήκε νικητής, έχει προσθέσει στο οπλοστάσιό του δεκάδες χιλιάδες πυραύλους ικανούς να πλήξουν σοβαρά οποιοδήποτε σημείο στο ισραηλινό έδαφος.

Παράλληλα με τον Λίβανο και την Συρία, στο εκρηκτικό παζλ προστίθεται η Αίγυπτος όπου, μετά την επανάσταση, οι συνθήκες ειρήνης που είχαν υπογραφεί με το Ισραήλ άρχισαν να κλονίζονται.

Οι συχνές οδομαχίες στους δρόμους των αιγυπτιακών πόλεων, οι επιθέσεις κατά της αστυνομίας, που δεν ελέγχει η κυβέρνηση Μόρσι, από ομάδες που πρόσκεινται στην Αλ-Κάϊντα και οι συγκρούσεις που έχουν πυκνώσει στην Χερσόνησο του Σινά, όπου τα ισραηλινά στρατεύματα δεν επιτρέπεται να εισέλθουν, συμβάλλουν δραματικά στην πολιτική αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Εκτός ελέγχου φαίνεται και η κατάσταση αυτή την στιγμή στην Λιβύη όπου ο νέος λιβυκός στρατός, κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Yusef Al Mankoush, βρίσκεται αντιμέτωπος με την αστυνομία και ομάδες παραστρατιωτικές που πρόσκεινται στην Αλ-Κάϊντα.

Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζει και η Τυνησία όπου οι φονταμενταλιστές Ουαχαμπίτες, χρηματοδοτούμενοι με εκατομμύρια δολλάρια από το Κατάρ και την Σαουδική Αραβία, προσπαθούν να επιβάλουν ισλαμικό καθεστώς.

Αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει στην Συρία δεν είναι μια εξέγερση που την προσδιορίζουν μόνο εσωτερικοί παράγοντες, αλλά ένα σκληρό γεωπολιτικό πόκερ με πολλούς παίκτες: περιφερειακές δυνάμεις και υπερδυνάμεις.

Αυτό το θανατηφόρο πόκερ, που σχεδιάστηκε εν πολλοίς και παίζεται σήμερα στην Μέση Ανατολή, δυναμιτίζει περαιτέρω την αστάθεια τόσο σε περιφερειακό, όσο και σε παγκόσμιο πεδίο.

Στην αρχή, η συριακή εξέγερση φάνηκε σαν αυτές των άλλων αραβικών χωρών, όμως, δεν ήταν σωστή αυτή η εικόνα που μετέδιδαν κατά κόρον τα «ενσωματωμένα» στα νατοϊκά παιχνίδια δορυφορικά κανάλια των ΗΠΑ και του Κόλπου.

Όταν ξεκίνησε η εξέγερση, τα σχέδια της αντιπολίτευσης στην Συρία ήταν ανάλογα αυτού που προηγήθηκε στην Λιβύη. Πίστευαν ότι η διεθνής κοινότητα, και ιδίως οι ΗΠΑ, Αγγλία και Ε.Ε., θα επέβαλαν «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» στον εναέριο συριακό χώρο. Όμως, η Ρωσσία, μαζί με την Κίνα, έβαλε σταθερό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υπολογίζοντας και, εκτός των άλλων, το σημαντικό πλεονέκτημα που της δίνει η ναυτική βάση που έχει στην Ταρσό για την παρουσία της στην Μεσόγειο.

Η Μόσχα θεωρεί την Αραβική Άνοιξη ως μια ισλαμική επανάσταση στην οποία πιθανότατα θα κυριαρχήσουν οι εξτρεμιστές και φοβάται ότι η συριακή σύγκρουση θα πυροδοτήσει ισλαμιστές και αλλού!

Η Ρωσσία δεν είναι και δεν πρόκειται να αποτελέσει μέρος του δυτικού ατλαντικού κόσμου, αντίθετα θεωρεί το εαυτό της ως αυτόνομη σταθεροποιητική δύναμη. Η οπτική του Κρεμλίνου για την παγκόσμια κατάσταση γίνεται όλο και πιο διακριτή από αυτή της Δύσης και δεν διστάζει καθόλου να προτείνει διαφορετικές λύσεις σε σημαντικά διεθνή ζητήματα από αυτές της Ουάσιγκτων και των Βρυξελλών. Έχοντας την δύναμη να μπλοκάρει τις δυτικές επιλογές στο Συμβούλιο Ασφαλείας με το βέτο της, αυτή η πολιτική βούληση την καθιστά προοπτικά παράγοντα-κλειδί των μεσανατολικών και διεθνών εξελίξεων.

Αυτή την στιγμή, όπως φαίνεται, η μόνη λογική οδός είναι η προώθηση πολιτικής λύσης με βάση το σχέδιο της Γενεύης, που προβλέπει την εξής διαδικασία: α) κατάπαυση του πυρός, β) εκεχειρία, γ) προώθηση του διαλόγου μεταξύ των αντιμαχομένων, δ) αλλαγή συντάγματος, ε) ελεύθερες εκλογές, στ) ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας με εξασφάλιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων μέσα σε ενιαίο εθνικό κράτος.

Παρατηρητές που παρακολουθούν από κοντά την ισορροπία δυνάμεων και προσπαθούν να εκτιμήσουν τις εξελίξεις, θετικές και αρνητικές, δεν δείχνουν αισιόδοξοι για το μέλλον της εύθραυστης κατάστασης που υπάρχει ακόμα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Αν η Συρία πέσει σε μια κατακερματισμένη κατάσταση, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στις παραστρατιωτικές ισλαμοφασιστικές μιλίτσιες και στην πολεμοχαρή πτέρυγα του σιωνισμού, τότε θα προκληθεί η μέγιστη αστάθεια σε όλη την Μέση Ανατολή.

Η Συρία αποτελεί παράδειγμα, από πολλές πλευρές, της πεμπτουσίας μιας σύγκρουσης των αρχών του 21ου αιώνα, η οποίαν απεικονίζει τις δυσκολίες της νέας πολιτικής τάξης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Θα επικρατήσει τελικά το λόμπυ των νεοσυντηρητικών και των φιλοσιωνιστών στις ΗΠΑ, που από το 1996 λέει ότι, προκειμένου η Αμερική να ελέγχει την περιοχή και να προασπίζει τα συμφέροντα του Ισραήλ, πρέπει να την διαλύσει στις εθνότητες που την αποτελούν, όπως είχαμε γράψει από τότε στο Τρίτο Μάτι; Ή θα αποστασιοποιηθούν οι ΗΠΑ από τις συρράξεις της περιοχής, έχοντας χάσει την συμπάθεια των λαών στην Μέση Ανατολή μετά το Αφγανιστάν και το Ιράκ;

Θα αλλάξει η στάση του Ομπάμα και του Νετανυάχου μετά την σκληρή προειδοποίηση του Πούτιν ή τα σκοτεινά κέντρα θα επεξεργασθούν άλλη μια προβοκάτσια για να αποσταθεροποιήσουν εντελώς την υπερευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή, θυσιάζοντας ακόμα και τον πληθυσμό του Ισραήλ, προκειμένου να επιβάλουν τα σχέδιά τους.

Θα επιδιώξουν την δημιουργία τετελεσμένων για να αναγκάσουν τις ΗΠΑ να εμπλακούν σε έναν γενικευμένο περιφερειακό πόλεμο και να ακυρώσουν τις δημοκρατικές διεκδικήσεις των αραβικών λαών πνίγοντάς τες στην θρησκευτική μισαλλοδοξία;

Παρ' όλο που το μέλλον δεν μπορεί να προβλεφθεί, αν αναζητούσαμε τις ανερχόμενες δυνάμεις στην Μέση Ανατολή, εμείς στην Ελλάδα θάπρεπε νάμαστε εκεί παρόντες, την ώρα μάλιστα που η Τουρκία αξιοποιεί κατά κόρον την αναταραχή. Ενώ όλα δείχνουν ότι η ευρύτερη «μάχη της Δαμασκού» μπορεί να οδηγήσει σε κοσμογονικές περιπέτειες την περιοχή μας, ανατρέποντας ισορροπίες δεκαετιών και δημιουργώντας νέα τόξα επιρροής, η κατοχική Ελλάδα της Τρόϊκας και των δωσιλόγων σέρνεται χωρίς πυξίδα πίσω από το ΝΑΤΟ και το Ισραήλ, ικανοποιώντας κάθε ιταμή τους απαίτηση για παροχή στρατιωτικών διευκολύνσεων προκειμένου να αφανισθεί ένας ιστορικά αδελφικός λαός.

Η Συρία είναι μια ιστορική περιοχή, διάσπαρτη από μνημεία και μνήμες του ελληνιστικού και βυζαντινού πολιτισμού, όπως και διάσπαρτη σήμερα από θρησκευτικές ή εθνικές μειονότητες, με τις οποίες έχουμε ιστορικούς δεσμούς.

Ως χώρα, προδίδοντας φίλους και συμμάχους, έχουμε καταντήσει περίγελως των ισχυρών χωρίς καμμία κατανόηση των παιχνιδιών που παίζονται στην γειτονιά μας, καμμία στρατηγική προστασίας του Αιγαίου και της Κύπρου, με κατεστραμμένες τις σχέσεις μας με Ρωσσία, Αραβικές χώρες, Ιράν και όλους τους περιφερειακούς παίκτες που θα μας επέτρεπαν καλύτερες επιλογές … Απλώς, παρακολουθούμε αφασικά τον αργό θάνατό μας μέσα σε ένα εκρηκτικό φινάλε που, πολύ πιθανόν, θα ανάψει ένας ανεξέλεγκτος πόλεμος σε περιφερειακό και όχι μόνον επίπεδο.

Θυμίζουμε, δυστυχώς, τον Ελληνοσύριο του Καβάφη στην αγωνία για την εξασφάλιση μιας ανήθικης χαμοζωής μέσα σε μια ατμόσφαιρα απόλυτου ξεπεσμού, διαφθοράς και παρακμής.

Τουλάχιστον, να θυμηθούμε όταν θάρθει η ώρα της Νέμεσης, τιμωρώντας τους ενόχους για αυτή την κατάντια, να τους προσάψουμε κι αυτό τους το έγκλημα!

ΠΗΓΗ: Από το αφιέρωμα στην Μέση Ανατολή, περιοδικό Τρίτο Μάτι, τ.210, Ιούνιος 2013]. Το είδα: 27 Ιουνίου 2013, http://epambp.blogspot.gr/2013/06/blog-post_4096.html#more

Ο πόλεμος για το μάθημα της Ιστορίας

Ο πόλεμος για το μάθημα της Ιστορίας 

Όταν τα αυτονόητα γίνονται ζητούμενα…

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

Τις τελευταίες ημέρες μαίνεται στο διαδίκτυο ένας «πόλεμος» για τις αναθέσεις μαθημάτων με «μήλον της έριδος» – ποιό άλλο; – το μάθημα της Ιστορίας.  Πρόκειται για ένα κρίσιμο, πράγματι, ζήτημα για το οποίο η αντιπαράθεση ανάμεσα σε κλάδους καθηγητών εσχάτως οξύνεται εξ αιτίας του γεγονότος ότι με τα νέα δεδομένα του αυξημένου από  τη νέα σχολική χρονιά ωραρίου, ο καθείς προσπαθεί να διασφαλίσει το ωράριο που του αναλογεί κατοχυρώνοντας τις ώρες αναθέσεως για την ειδικότητά του.

Συνέχεια

Εικόνα μας είναι και μας μοιάζει

Εικόνα μας είναι και μας μοιάζει

 

Tου Γιώργου Καραμπελιά

 

Σκίτσο του Ηλία Μακρή από την Καθημερινή

Ο συμβολισμός του κυβερνητικού διδύμου – ο ιππότης της ελεεινής μορφής και ο Σάντσο Πάντσα – κλείνει μέσα του την ίδια τη φύση της μεταπολίτευσης στον επιθανάτιο ρόγχο της. Τα δύο κόμματα που ανέλαβαν να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας για σχεδόν σαράντα χρόνια, βρίσκονται μαζί λίγο πριν από την τελευταία βουτιά στην οριστική ανυποληψία και ανυπαρξία. Οι δύο άσπονδοι εχθροί-συνεταίροι της μεταπολίτευσης, που κάποτε εκπροσωπούσαν το 80% τουλάχιστον του ελληνικού λαού, βρίσκονται σήμερα να συγκροτούν μια κυβέρνηση μειοψηφίας (μεταξύ του 25-30%) σέρνοντας τον χορό του Ζαλόγγου που οδηγεί στην παραπέρα υποβάθμιση και παρακμή.

Μέσα από μια διαδικασία συγκρούσεων και προσεγγίσεων, που κράτησαν σαράντα χρόνια, συρρικνώθηκαν τελικά στο σκληρό πυρήνα του δωσιλογισμού. Σε όλη μας τη διαχρονία το νεώτερο ελληνικό κράτος, υπήρχε και ένα 20-25% που στήριζε την τάξη, την ησυχία και την υποταγή με οποιοδήποτε τίμημα. Δωσίλογοι και ταγματασφαλίτες στην κατοχή, κρυφοί και φανεροί οπαδοί της χούντας μέχρι το 1973, οπαδοί της εκχώρησης σήμερα της διακυβέρνησης της χώρας ανοικτά στις ξένες δυνάμεις και τους Γερμανούς. Μοιάζει ως εάν το νεώτερο ελληνικό κράτος να έκανε τον κύκλο του – καθοδικό από τον Όθωνα και τη βαυαρική αντιβασιλεία, στον Σόιμπλε και την Μέρκελ.

Και το δυστύχημα είναι πως απέναντι στις δυνάμεις της υποτέλειας βρίσκεται μια κατακερματισμένη κοινωνία και μια ανίκανη αντιπολίτευση. Μια αντιπολίτευση που συνεχίζει να κινείται στο ίδιο ιδεολογικό και πνευματικό τοπίο της μεταπολίτευσης ως εάν το φίδι να δαγκώνει την ουρά του. Μιλάμε σήμερα για την «Χρυσή Αυγή» ξεχνώντας ότι τα πρώτα χρόνια της αντιπολίτευσης η ΕΠΕΝ του χουντοβασιλικών συγκέντρωνε κάποτε ανάλογα εκλογικά ποσοστά, ενώ η τότε αξιωματική αντιπολίτευση της «ελπιδοφόρου» δεκαετία του 1970 διέθετε έναν πραγματικό Ανδρέα και όχι την απομίμηση του.

Το δυστύχημα είναι λοιπόν, πως οι Έλληνες βρίσκονται μία μόλις στιγμή πριν βουτήξουν στο χάος, πνευματικά και ηθικά ανέτοιμοι να το αντιμετωπίσουν, διότι είναι προφανές πως αυτή η κυβέρνηση είναι κυβέρνηση τέλους. Πάλι τα ίδια αστεία και τετριμμένα θα ακουστούν για την σωτηρία της χώρας, «την τελευταία προσπάθεια» όταν όλοι πια γνωρίζουν πως από υποχώρηση σε υποχώρηση, από παλινωδία σε προδοσία φθάσαμε πλέον στο τέρμα της διαδρομής των τεσσάρων χρόνων, μετά την οποία το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σύστημα θα έχει χάσει πλήρως την αυτονομία του και θα εξαρτάται απόλυτα από τη βούληση των μεγάλων δυνάμεων και κατεξοχήν των Γερμανών. Πλέον το εάν σε μερικούς μήνες η Ελλάδα θα έχει βυθιστεί σε μια νέα κρίση που θα σηματοδοτεί και την έξοδο από την ευρωπαϊκή ένωση και την ευρωζώνη, εξαρτάται από τις καλές προθέσεις και τους συσχετισμούς των γεωπολιτικών προθέσεων και στρατηγικών των μεγάλων δυνάμεων. Εξ ου και η κατάθλιψη, η κρίση της σχιζοφρένειας, το αδιέξοδο των Ελλήνων. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

 

Το σκηνικό της παρακμής

 

Όσοι από την αρχή παρακολουθούν έστω και για λίγο τις απόψεις και τις τοποθετήσεις μας θα έχουν παρακολουθήσει την αντίθεσή μας προς λαϊκίστικες επιλογές τύπου, «έξοδος από το ευρώ», «αυτόνομη πορεία εδώ και τώρα» και άλλα παρόμοια. Με επιμονή και με μεγάλη αγωνία προσπαθήσαμε να δείξουμε πως μια τέτοια επιλογή όταν δεν υπάρχει η κατάλληλη παραγωγική υποδομή, και οι ανάλογες πολιτικές δυνάμεις, και όταν ένα μεγάλο μέρος των «εταίρων μας» και ειδικά οι Γερμανοί και η βόρεια συμμαχία αυτό ακριβώς επεδίωκαν -όπως το παραδέχτηκε πρόσφατα ο Γιουνκέρ- θα ήταν σαν να θες να σβήσεις την πυρκαγιά με βενζίνη.

Και όμως όλοι γνωρίζουν πως η κύρια μέριμνα του χώρου μας υπήρξε πάντοτε η οικοδόμηση μιας χώρας και μιας κοινωνίας αυτόνομης και αυτεξούσιας. Γι' αυτό και πολλοί μας κατηγόρησαν ότι δεν εφαρμόζουμε όλα αυτά που διακηρύσσαμε και πως θα έπρεπε να συνταχθούμε με τους οπαδούς «του ρίσκου».

Η άρνησή μας στηριζόταν σε μια βασική σκέψη. Πως ο ελληνικός λαός, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μία φάση βαθύτατης παρακμής και πως δεν είχε ούτε τις οικονομικές ούτε τις πνευματικές, ούτε τις πολιτικές προϋποθέσεις για να επιχειρήσει μια τέτοια έξοδο, η οποία θα κατέληγε πιθανότατα σε νέες, ίσως και τελεσίδικες, συρρικνώσεις. Κάποιοι μιλούσαν για την φύση του Έλληνα, που μπροστά στα δύσκολα κατορθώνει να σηκωθεί και πάλι και να αντισταθεί. Ξεχνούν ωστόσο, ότι αυτή η «φύση» ήταν πάντα συνδεδεμένη με την ύπαρξη ενός παραγωγικού ιστού, αγκιστρωμένου στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή, σε ένα λαό μαθημένο να ζει με τα λίγα και ικανό να αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις όπως εκείνη του έπους του '40 και της εθνικής αντίστασης.

Ξεχνούν λοιπόν ότι στο μεταξύ στα σαράντα χρόνια της μεταπολίτευσης, ο ελληνικός λαός ως σώμα και όχι μόνο οι ηγεσίες του, εισήλθε σε μια βαθύτατη παρακμή, έχασε την παραγωγή και τα αγροτικά στρώματα, έχασε τη βιομηχανία, έχασε την πνευματική του παράδοση, έχασε τη νεολαία που παρήγαγε σε μεγάλους αριθμούς μια ισχυρή δημογραφία (οι γιαγιάδες μας έκαναν πέντε και δέκα παιδιά). Η Ελλάδα διέθετε έναν πληθυσμό νεανικό, λιτό, παραγωγικό ενώ αντίθετα στη μεταπολίτευση έχουμε έναν πληθυσμό γερασμένο, έξω από παραγωγικές δραστηριότητες που έχει καταντήσει γκαρσόνι των ξένων τουριστών με μια νεολαία μαθημένη στον πιο άθλιο αμερικάνικο τρόπο ζωής, ακριβώς γιατί είναι μιμητικός. Μεταβληθήκαμε σε μια δουλοκτητική κοινωνία όπου οι ξένοι δούλευαν γι' αυτήν ενώ ο  Έλληνας μεταβλήθηκε στον κύριο «εισαγόμενο».

Αυτό λοιπόν ήταν και το μεγάλο κατόρθωμα της μεταπολίτευσης. Ό,τι ολοκλήρωσε την παρασιτική ενσωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας στη Δύση, την οποία για αιώνες προωθούσαν οι άρχουσες ελίτ της χώρας, παρασιτοποιώντας το ίδιο το λαϊκό σώμα. Γι' αυτό, και όταν η Δύση μπήκε σε κρίση, οι ξένοι δανειστές και τα ξένα αφεντικά, επέβαλαν τους πιο σκληρούς όρους στους υποτακτικούς τους. Και γι' αυτό αυτοί οι υποτακτικοί δεν είχαν πραγματική δυνατότητα αντίστασης. Γιατί είναι εξαρτημένοι όπως τα πρεζάκια από το χρήμα, τις ιδέες, τον τρόπο ζωής των κυριάρχων. Γι' αυτό, και τα αλλεπάλληλα «σχέδια Ανάν» γι' αυτό η Ρεπούση και οι Λιάκοι, γι' αυτό η κυριαρχία των εθνομηδενιστών στην εκπαίδευση, στον τύπο, στα κόμματα. Όλο το πασοκικό και αριστερό παραμύθι του αλώβητου λαού και της κακής δεξιάς, είναι μια απάτη και μια αυταπάτη, ένα φύλο συκής για να κρύψει την παρακμή του ίδιου αυτού του λαϊκού σώματος.

Γι' αυτό λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια και στη διάρκεια της κρίσης έχουμε επιλέξει μια στρατηγική που ανταποκρίνεται σ' αυτές τις πραγματικότητες. Αυτό το μοντέλο θα καταστραφεί αναπόφευκτα και ένας λαός κακομαθημένος από τους νταβατζήδες του θα πρέπει να ανακτήσει τα αντιστασιακά του ανακλαστικά -τα πραγματικά και όχι τα ψευδώνυμα- τα οποία είχε χάσει. Θα πρέπει να ξανασκύψει στην παραγωγή του, να επιστρέψει στην ελληνική παιδεία, να φτύσει τα τουρκοκάναλα, να αποκτήσει εκείνα τα μέσα που θα επιτρέψουν σε ένα λαό μεσήλικων να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη νέα πραγματικότητα.

Πολλοί αναρωτιούνται γιατί και πως δεν υπάρχουν γρήγοροι πολιτικοί και συνειδησιακοί μετασχηματισμοί όπως συμβαίνει π.χ. σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αραβίας ή ακόμα και της γειτονικής Τουρκίας, ξεχνώντας πως η χώρα μας είναι όχι μόνο παρασιτική αλλά και γερασμένη. Και ένας λαός μεσηλίκων που έχει αποκτήσει για τουλάχιστον σαράντα χρόνια συνήθειες, πολιτικά ανακλαστικά, πνευματικές ροπές, δεν μπορεί να μετασχηματιστεί με μεγάλη ταχύτητα. Οι δε νέοι μας έχουν μάθει σε ένα τέτοιο τρόπο ζωής ώστε η πρώτη τους σκέψη είναι η μετανάστευση και η φυγή.

Γι' αυτό λοιπόν, δεν έχουμε εμπιστοσύνη στους διάφορους δημοκόπους που κηρύσσουν και εφευρίσκουν θαυματουργές λύσεις (κάποιος μπαρούφας υποστήριζε πρόσφατα ότι σε μια εβδομάδα μπορεί να λύσει το οικονομικό πρόβλημα όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης, δηλαδή να ανατρέψει την ιστορική τάση  της παρακμής της Δύσης έναντι της Ανατολής).

 

Ένας μακρύς αγώνας μετασχηματισμού

– Μία και μόνη απάντηση υπάρχει, ένας μακρόχρονος και πολυμέτωπος αγώνας, ένας αγώνας «ανταρτοπολέμου», ικανός να συγκροτήσει σταδιακά ένα νέο πνευματικό και πολιτικό υποκείμενο από τον παλιό παρακμασμένο παρασιτικό λαό της μεταπολίτευσης να οικοδομήσει κάτι καινούργιο. Γι' αυτό, και αγώνες όπως αυτός της ΕΡΤ, έστω και αν διεξάγεται από δυνάμεις συνδεδεμένες με το παλιό διεφθαρμένο σύστημα, είναι ένας θετικός αγώνας, γιατί μετασχηματίζει τις συνειδήσεις και τις πρακτικές των ίδιων των ανθρώπων, μετασχηματισμό χωρίς τον οποίο δεν μπορούμε στην πραγματικότητα να κάνουμε κανένα βήμα μπροστά.

– Πρέπει εμείς, οι κουρασμένοι, οι γερασμένοι, οι αλλοτριωμένοι να απορρίψουμε την παρακμή μας, μέσα από μια πικρή και επίπονη διαδικασία χτίζοντας σταδιακά ένα νέο αντιστασιακό και αγωνιστικό ήθος. Από τις Σκουριές, την ΕΡΤ, τις μικροαπόπειρες της αλληλέγγυας οικονομίας και της αλληλεγγύης όπου για την ώρα πρωτοστατεί μόνο η εκκλησία από τη συρρίκνωση των εισαγωγών που μειώνει τον παρασιτισμό μας, την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης να αρχίσουμε να διαμορφώνουμε αυτό το νέο οικονομικό πρότυπο και ένα κοινωνικό υποκείμενο που θα έχει υπερβεί θετικά και όχι απλά δια της καταστροφής του, το μεταπολιτευτικό πρότυπο. Και μέσα από αυτά, μέσα από παρατεταμένους αγώνες, θα διαμορφωθούν και τα νέα πολιτικά υποκείμενα, μεταλλάσσοντας παλιές πολιτικές δυνάμεις και αναδεικνύοντας νέες.

Έτσι λοιπόν, για όλους τους αγανακτισμένους φίλους που δεν αντέχουν το δίδυμο Σαμαρά-Βενιζέλου, που δεν αντέχουν τον Άδωνι και την Γεννηματά, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως εικόνα τους είμαστε και τους μοιάζουμε. Το ότι πλέον δεν τους αντέχουμε είναι ένα θετικό βήμα, μόνο που πρέπει να ξέρουμε πως αποτελούν ένα κομμάτι του εαυτού μας που πρέπει να πετάξουμε. Το ερώτημα είναι πότε και πως θα αναδείξουμε κάτι ριζικά διαφορετικό στη θέση τους. Και αυτό θέλει κόπο, δουλειά, οργάνωση των λαϊκών στρωμάτων και όχι βέβαια ονοματοδοσίες, Ερνέστους και Σλαβόϊ.

Κατανοούμε, και είναι φυσικό άλλωστε, πως απέναντι στο κυβερνητικό άγος οι άνθρωποι ψάχνουν λύσεις με βάση αυτά που υπάρχουν. Ωστόσο, αν θέλουμε να είμαστε αποτελεσματικοί θα πρέπει να υποχρεώσουμε και τις αντιπολιτευόμενες πολιτικές ηγεσίες σε περισσότερη σοβαρότητα, περισσότερη επαφή με τον τόπο τους και την ιστορία του. Θα πρέπει να τους υποχρεώσουμε να αρχίσουν να ξεφεύγουν οι ίδιοι από τα φθαρμένα κλισέ και το διεφθαρμένο παραγοντίστικο τρόπο με τον οποίο γινόταν η πολιτική στην μεταπολίτευση σε όλους τους χώρους, σε όλα τα ιδεολογικά μήκη και πλάτη. Θα πρέπει ο λαός, να μετασχηματίσει την απόρριψη και την αηδία του σε νέες θετικές και δημιουργικές προτάσεις. Θα πρέπει να υποχρεώσει τον εθνομηδενιστικό πυρήνα της μεταπολιτευτικής Αριστεράς να χαθεί στα μετόπισθεν και να αναδείξει τις πατριωτικές και αυτόκεντρες φωνές.

Στο μεταξύ θα έχουμε τους κυβερνήτες και τις αντιπολιτεύσεις που μας ταιριάζουν. Καθόλου τυχαία εξάλλου, όλοι ψάχνουν αυτά τα χρόνια τη χαρισματική προσωπικότητα που θα εφεύρισκε ως εκ θαύματος κάποια λύση. Πιστεύω πλέον να κατάλαβαν πως οι μεγάλες προσωπικότητες αναδεικνύονται και από λαούς που έχουν ξεπεράσει την παρακμή τους. Διαφορετικά ακόμα και όσες υπάρχουν είναι υποχρεωμένες να τρώνε το βρώμικο ψωμί που φτιάχνουν οι φούρνοι μας.

Πρέπει λοιπόν να κρατήσουμε τα θετικά από τούτη την κρίση. Μια κρίση που ξεγύμνωσε ακόμα περισσότερο την μνημονιακή εξουσία, οδηγεί στην εξαφάνιση το εθνομηδενιστικό thinktank της μεταπολίτευσης -λέγε με ΔΗΜΑΡ- και προπαντός ανέδειξε νέες αντιστάσεις στην ελληνική κοινωνία μέσα από το κίνημα της ΕΡΤ, ενώ αποκαθήλωσε οριστικά και τελεσίδικα τον Αντώνη Σαμαρά, αποδεικνύοντας πως είναι από την ίδια πάστα με τον παλιό του συμφοιτητή. Η κυβερνητική παρέα της μεταπολίτευσης πνέει τα λοίσθια. Και η Νέα Δημοκρατία θα έχει σύντομα την τύχη του ΠΑΣΟΚ.

Είμαστε υποχρεωμένοι, πολλαπλασιάζοντας τις προσπάθειές μας, να αγωνιστούμε για τη διαμόρφωση νέων εναλλακτικών πολιτικών προτάσεων που θα έχουν συνείδηση των διακυβευμάτων. Και αυτό όπως δείξαμε απαιτεί τον ίδιο τον δικό μας μετασχηματισμό. Σε μια τέτοια βάση, μπορούμε και το οικονομικό μας πρόβλημα να επιλύσουμε, πατώντας στις δικές μας δυνάμεις, και αν χρειαστεί να φύγουμε από το ευρώ, να επιλέξουμε εμείς πότε θα το κάνουμε.

26-6-2013     Γιώργος Καραμπελιάς

 

Υ.Γ.: Και πάνω από όλα απαιτείται μια πνευματική επανάσταση που θα απαγορεύει στους αλητήριους νταβατζήδες των ΜΜΕ να αποχαυνώνουν καθημερινά έναν λαό που έχει ανάγκη από θετικά πρότυπα. Προφανώς, δε ως πρώτο βήμα, πρέπει να απαιτήσουμε μια νέα ΕΡΤ, από τους ίδιους τους δημοσιογράφους, που ελπίζουμε ότι η συμμετοχή τους σε αυτό τον αγώνα, θα τους κάνει να έλθουν πιο κοντά στον ελληνικό λαό και τις αγωνίες του, θα τους κάνει να πάψουν να παίζουν μονόχορδα το παιγνίδι του συστήματος, πνίγοντας κάθε άλλη φωνή. Εξάλλου, έχουν πάψει πλέον να είναι προνομιούχοι και ελπίζω να αποδείξουν πως άξιζαν τη συμπαράστασή μας.

ΠΗΓΗ: Ιουνίου 26, 2013, http://ardin-rixi.gr/archives/13401

Η νομιμοποίηση εκτροπών και πραξικοπημάτων μια ζωή

Η νομιμοποίηση εκτροπών και πραξικοπημάτων μια ολόκληρη ζωή

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει μετεξελιχθεί σε βασικό μοχλό νομιμοποίησης της πιο άγριας κυβερνητικής παρανομίας. Σύμφωνα με πληροφορίες του ΑΠΕ συνταγματικό και νόμιμο κρίθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σε διάσκεψη, κεκλεισμένων των θυρών, το «κούρεμα» (PSI) των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που έγινε τον Μάρτιο του 2012, σύμφωνα με το ΑΠΕ. Η δημοσίευση της σχετικής απόφασης αναμένεται με την έναρξη του νέου δικαστικού έτους (17 Σεπτεμβρίου 2013).

Μην αναρωτηθείτε πώς και από πού «διέρρευσε» η απόφαση του ΣτΕ, μιας και η διάσκεψη της ολομέλειας ήταν «κεκλεισμένων των θυρών». Είναι περιττό, όταν πρόκειται για τέτοια συνύφανση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, όπου η πρώτη απλά αποτελεί το άλλο πρόσωπο του Ιανού της σύγχρονης απολυταρχίας και της κυβερνητικής αυθαιρεσίας.

Σας θυμίζουμε ότι στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έχουν προσφύγει πλέον των 7.000 ομολογιούχων (φυσικών προσώπων, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, ΕΔΟΕΑΠ, φαρμακευτικών εταιρειών, ΤΕΙ Καβάλας, κλπ). Όλοι στρέφονται κατά του «κουρέματος» των ομολόγων που κατείχαν, αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς ωστόσο να μπορεί να υπολογιστεί το ακριβές ποσό.

Οι προσφεύγοντες στρέφονται κατά των πράξεων του υπουργικού συμβουλίου (5 και 10/2012), των αποφάσεων του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών με τις οποίες υλοποιήθηκε το PSI. Γιατί έκαναν την προσφυγή; Από ιδιοτροπία και καπρίτσιο; Όχι, από ανάγκη γιατί με το «κούρεμα» ουσιαστικά οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία ΝΠΙΔ, ΝΠΔΔ, επιμελητήρια, οργανισμοί, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, κοκ, ενώ ληστεύτηκαν οι αποταμιεύσεις φυσικών προσώπων που είχαν τοποθετηθεί σε ελληνικά ομόλογα. Κι όλα αυτά έγιναν αυθαίρετα, χωρίς να ρωτηθούν με παγίδευση από την Τράπεζα της Ελλάδος και την κυβέρνηση.

Η απόφαση αυτή του ΣτΕ δεν είναι μόνο κατάφωρα άδικη σε βάρος όλων αυτών των φυσικών και νομικών προσώπων, μιας και νομιμοποιεί την υπεξαίρεση και την ανοιχτή κλοπή, αρκεί να προφασιστεί η κυβέρνηση το δικό της «εθνικό συμφέρον», αλλά δημιουργεί δεδικασμένο και για επερχόμενα «κουρέματα». Δημιουργεί δηλαδή νομικό προηγούμενο για να δικαιολογηθούν «κουρέματα» σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς, σε τρέχουσες καταθέσεις φυσικών και νομικών προσώπων. Κι ο νοών, νοείτο.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο. Επιφυλασσόμεθα να δούμε την απόφαση του ΣτΕ και το σκεπτικό της δημοσιευμένο και τότε θα επανέλθουμε για να δείξουμε με στοιχεία το έγκλημα που έχει συντελεστεί με το PSI σε βάρος του ελληνικού λαού και της χώρας. Ένα έγκλημα που άφησε ασυγκίνητους – απ' ότι φαίνεται – τους δικαστές του ΣτΕ. Κάτι βέβαια που εδώ και μήνες είχε προδικάσει το υπουργείο οικονομικών και πιο συγκεκριμένα ο κ. Σταικούρας. Προς δόξα της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.

Για πολλοστή φορά το ΣτΕ αποδεικνύει τον βαθιά αντιδραστικό χαρακτήρα του. Τα ειδικά δικαστήρια γενικά δεν συνάδουν με μια αληθινή δημοκρατία, ούτε με μια αληθινά ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Είναι απομεινάρια της απολυταρχίας στον κοινοβουλευτισμό, όπως και η περίπτωση του ΣτΕ που αποτελεί δάνειο από την συνταγματική παράδοση της Γερμανικής απολυταρχίας, το Σύνταγμα της μοναρχικής παλινόρθωσης της Γαλλίας μετά το 1815 και το προεδρικό που το διαδέχτηκε (1848) όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πήρε την θέση του μονάρχη. Από τότε μας κατατρέχει.

Το ΣτΕ επιβλήθηκε στην χώρα μας πολύ πριν υπάρξει Σύνταγμα. Ήταν θεσμός που επέβαλλε η βαυαρική αντιβασιλεία και είχε σαν βασική αποστολή να δικαιολογεί και να δίνει νομιμοφάνεια σε κάθε αυθαιρεσία της βαυαροκρατίας. Ο συνταγματολόγος Φλογαίτης γράφει σχετικά: «Εν Ελλάδι ο θεσμός του Συμβουλίου της Επικρατείας ήν εισηγμένος προ του Συντάγματος του 1843 επί της απολύτου Μοναρχίας, κατά το 1835, αλλ' ένεκα της χειρίστης αυτού καταρτίσεως εξ ανδρών κατά το πλείστον ανεπιστημόνων και αδαών της υπηρεσίας και παρασυρομένων υπό του φατριασμού εδείχθη ως γνωμοδοτικόν μεν σώμα τυφλόν όργανον των διαθέσεων του Άρμανσπεργ επί βλάβη της νομοθεσίας, ως δικαστήριον δε του αμφισβητουμένου διοικητικού άθλιον και κακόζηλον, ουδαμώς προασπίσαν τα δίκαια των διοικουμένων κατά της αυθαιρεσίας των διοικητικών αρχών.» [1]

Η εκτίμηση αυτή του Φλογαίτη θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράφει και τη σημερινή λειτουργία του ΣτΕ. Ο θεσμός αυτός κατέληξε στα σκουπίδια της ιστορίας μαζί με την εκθρόνιση του Όθωνα. Ένας από τους βασικούς λόγους που εκείνη την εποχή επικαλέστηκαν όσοι στάθηκαν ενάντιοι στο θεσμό ήταν «ότι το Συμβούλιον της Επικρατείας, διορισθέν και μισθοδοτούμενον από την κυβέρνησιν, δεν εκπροσωπεί τον ελληνικόν λαόν και ότι, μη εκλεγέν από αυτόν, δια να τον αντιπροσωπεύση, δεν γνωρίζει και δεν δύναται να γνωρίζη «ούτε οποία η κατάστασις του τόπου, ούτε οποία η διαγωγή των διοικούντων προς τους διοικουμένους και οποία η εκ τούτου διάθεσις του λαού προς την εξουσίαν».» [2]

Ωστόσο, κατ' απαίτηση του Γεωργίου του Α΄ «δια διαγγέλματος» και των βρετανών υποβολέων του στο Σύνταγμα του 1864 προβλεπόταν η ανασύστασή του. Παρά την προσπάθεια αναβίωσής του, τελικά στις 25-10-1865 δεκαέξι βουλευτές κατέθεσαν πρόταση στην Βουλή με σκοπό «... να καταργηθή το σώμα τούτο, ούτινος η δημιουργία, από των πρώτων ημερών, κατέστη λαομίσητος.»[3] Η πρόταση έγινε δεκτή με πλειοψηφία 3/4 και με τον νόμο ΡΙΒ' της 25ης-11-1865 καταργήθηκαν τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος που αφορούσαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Από τα σκουπίδια της ιστορίας έγινε προσπάθεια να ανακτηθεί από τον Ελευθέριο Βενιζέλο κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911. Η ίδια η αναθεώρηση ήταν μια πολιτική παρωδία. Ήταν η ανοιχτή προδοσία των λαϊκών προσδοκιών που είχαν ξεσπάσει με το κίνημα του 1909 και αποζητούσαν να ξεμπερδέψουν μια και καλή με τον ξενοκίνητο θεσμό της μοναρχίας. Εκεί όπου οι λαϊκές μάζες ζητούσαν Συντακτική Εθνοσυνέλευση και νέο Σύνταγμα για να απαλλαγεί ριζικά η χώρα από την μοναρχία και τους θεσμούς της, ο Βενιζέλος, πιστός στις προσταγές των Βρετανών, προχώρησε σε αναθεωρητική βουλή για να μην αναθεωρηθούν οι βασικές διατάξεις του Συντάγματος του 1864, που προστάτευαν τον θεσμό της μοναρχίας. Για να μην χάσουν δηλαδή τα βρετανικά συμφέροντα τον τοποτηρητή της εθνικής υποτέλειας των Ελλήνων.

Στις 25 Απριλίου 1911 κατετέθη στην Βουλή η τρίτη έκθεση της επί της Αναθεωρήσεως του Συντάγματος Επιτροπής, η οποία είχε ως Πρόεδρο τον Στέφανο Δραγούμη και ως Εισηγητή τον βουλευτή Αττικοβοιωτίας, Κωνσταντίνο Ρακτιβάν, τον μετέπειτα πρώτο Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην εισαγωγή αυτής της έκθεσης σημειώνεται ότι: «Το Συμβούλιον όμως της Επικρατείας, ούτινος έχει ανάγκη η σημερινή διοίκησις, κοινόν έχει μετά του παλαιού μόνον την ονομασίαν και ουδέν πλέον» και αναπτύσσει επιχειρήματα υπέρ της αναγκαιότητας του θεσμού.

Η προσπάθεια του Βενιζέλου να επαναφέρει το θεσμό του ΣτΕ συνάντησε ισχυρή αντίσταση. Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε:

Π. Κασσίμης: «Είναι θεσμός λαομίσητος, αντίκειται στο δημοκρατικόν πνεύμα… Το Συμβούλιον της Επικρατείας θα είνε ο τάφος του θάρρους και του ανδρισμού των πολιτικών ανδρών, τούτο σημαίνει μείωσιν των εθνικών δυνάμεν, θα καταψηφίσω τον θεσμόν μετά του αυτού αγρίου φανατισμού, μεθ' ου θα καταψηφίζω πάντα θεσμόν τείνοντα εις περιορισμόν των λαϊκών ελευθεριών, της λαικής αναπτύξεως και εις δημιουργίαν τιμαριωτικών συνθέσεων εν δημοκρατουμένη πολιτεία, ως η ημετέρα.» [4]

Ι. Πατσουράκος: «Αναξιοπρεπές είνε να συζητή ήδη η Βουλή επί θεσμού, δις δοκιμασθέντος και καταπέσαντος. Μόνον απολυταρχική Κυβέρνησις ηδύνατο να εισηγηθή και να υποστηρίξη πάλιν τοιούτον θεσμόν… Εν τη Ελληνική δε αρχαιότητι υπήρχε τοιούτον συμβούλιον αλλά μόνον επί απολυταρχίας… Ιδρύθη, κατηργήθη, ιδρύεται και πάλιν ήδη, αλλά θα καταργηθή και πάλιν. Και θα καταργηθή, ουχί βεβαίως δι' εξεγέρσεως ειρηνικής.» [5]

Ένας από τους υπέρμαχους της ανασύστασης του ΣτΕ, ο Π. Μυρλόπουλος έλεγε: «Επανελήφθησαν κατά του θεσμού όσα και άλλοτε. Αλλά τότε είχον λόγον. Νυν όχι. Η Συνέλευσις του 64, η καθιερώσασα τους άκρως φιλελεύθερους θεσμούς, οίτινες μας διέπουν σήμερον, απέρριψε δια ψήφων 2 τον θεσμό του Συμβουλίου. Κατεδίκασεν αυτόν ως δήθεν αντικείμενον εις το φιλελεύθερον καθεστώς. Και όμως θα ήτο φραγμός κατά των ακολασιών του καθεστώτος τούτου. Διότι αύται μας έφερον εις ο σημείον ευρισκόμεθα σήμερον, πιστεύω τούτο αδιστάκτως, η τρομερά και πρόδηλος κατάχρησις, η καταστρατήγησις και εκμετάλλευσις του άνευ ουδενός περιορισμού φιλελευθέρου τούτου καθεστώτος εδημιούργησε την δυστυχίαν της νέας Ελλάδος.» [6]

Αυτή ήταν η ουσία της λογικής πίσω από την ανασύσταση του ΣτΕ. Η Ελλάδα της εποχής ήταν πολύ φιλελεύθερη(!) και δεν το άντεχε. Η πολύ ελευθερία έβλαπτε τον τόπο και δημιουργούσε «καθεστώς ακολασίας». Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί η εκτελεστική εξουσία έναντι της Βουλής και για νομιμοποιηθεί κάτι τέτοιο χρειαζόταν το ΣτΕ: «Φιλελεύθερος, ενισχυτικός της αυτοτέλειας της Εθνικής αντιπροσωπείας, της δυνάμεως και της εξουσίας του Υπουργού – εξασφαλίζων την νομιμότητα της εξουσίας ταύτης – φρουρός της νομιμότητος των οργάνων της εξουσίας θα είνε το Συμβούλιον.» [7]

Τελικά, το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1911, όπου ανάμεσα στα άλλα προβλεπόταν ότι «η γνώμη του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι υποχρεωτική δια τον  Υπουργόν» (άρθρο 84) και «τα τακτικά μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας διορίζονται δια βασιλικού διατάγματος προτάσσει του Υπουργικού Συμβουλίου» (άρθρο 86). Με άλλα λόγια το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο «φρουρός της νομιμότητος των οργάνων της εξουσίας» ιδρύθηκε υπό τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης και του βασιλιά.

Μπορεί το ΣτΕ να ιδρύθηκε με το Σύνταγμα του 1911, αλλά για μια σειρά ιστορικούς λόγους δεν άρχισε να λειτουργεί παρά το 1929. Η Ελλάδα έως τότε είχε περάσει μια ολόκληρη δεκαετία συνεχών πολέμων, τον «εθνικό διχασμό» όπου η άρχουσα τάξη χωρίστηκε σε δυο μερίδες ανάλογα με τις εξαρτήσεις της από τους μεγάλους αντιπάλους του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την μικρασιατική καταστροφή του ελληνισμού για χάρη κυρίως των αγγλογαλλικών βλέψεων στην περιοχή και βρισκόταν μπροστά στην επικείμενη κατάρρευση και χρεοκοπία της. Αυτήν ακριβώς την στιγμή «θυμήθηκε» ο Βενιζέλος την σύσταση του ΣτΕ.

Ο λόγος που έσπρωξε τον Βενιζέλο στην ίδρυση του ΣτΕ το 1929 τον εξηγεί ο ίδιος στην ομιλία του κατά την πρώτη συνεδρίαση της 17ης Μαΐου: «Δυστυχώς, κύριοι, ο ελληνικός λαός ζήσας τόσους αιώνας υπό ξένην δουλείαν εσυνήθισε να θεωρή το κράτος εχθρικόν, όπως πράγματι ήτο, ο δε αιών της ελευθερίας δεν κατώρθωσε να του μεταβάλη εντελώς την ψυχολογίαν αυτήν. Εάν κατορθώσωμεν και είμαι βέβαιος ότι θα το κατορθώσωμεν δια του συμβουλίου της επικρατείας να εμπνεύσωμεν και εις τον τελευταίον πολίτην που κατοικεί εις τα απώτατα του κράτους ότι «υπάρχουν δικασταί εις τας Αθήνας» που προστατεύουν κάθε πολίτην αδικούμενον από οιονδήποτε διοικητικόν όργανον και από την κυβέρνησιν αυτήν χωρίς να έχη ανάγκην ο πολίτης να προσφεύγη εις πλάγια μέσα και εις την υποστήριξιν των ισχυρών της ημέρας δια να εύρη το δίκαιόν του, βεβαιωθήτε ότι εγκαινιάζομεν ένα σταθμόν ιστορικόν, τον ιστορικώτερον ίσως σταθμόν της ζωής μας από αιώνος.»[8]

Με άλλα λόγια χρειαζόταν η κυβέρνησή του μια βιτρίνα νομιμοφάνειας που θα έπειθε τον ελληνικό λαό ότι υπάρχει «κράτος δικαίου». Σε μια εποχή όπου η συνταγματική νομιμότητα είχε πάει κατά διαόλου και οι κυβερνήσεις αυθαιρετούσαν επιβάλλοντας αναγκαστικούς νόμους. Ο Βενιζέλος ήταν εχθρός της δημοκρατικής έννομης τάξης, δεν καταλάβαινε γιατί θα πρέπει να υποτάσσεται η εκτελεστική εξουσία στο κοινοβούλιο και στους συνταγματικούς κανόνες. «Η σημερινή εκτελεστική εξουσία είναι ανίκανος να ανταποκριθεί προς τα καθήκοντά της, ευρισκόμενη υπό την πλήρη εξάρτησιν της νομοθετικής εξουσίας, η οποία επηρεάζεται πάλιν από την ανάγκην να μη δυσαρεστήση τας διαφόρους εκλογικάς ομάδας, δια να μη διακινδυνεύση η επανεκλογή των αποτελούντων αυτήν βουλευτών… Πρέπει και εις την εκ της πλειοψηφίας τής Βουλής σχηµατιζοµένην Κυβέρνησιν νά δοθή µείζων ελευθερία κινήσεως. Πρέπει να δύναται να θέτη Νόµους, αφού γνωµοδοτήσουν επ' αυτών τό

Οικονοµικόν Συµβούλιον καί το Συµβούλιον τής Επικρατείας.» [9]

Να γιατί ήθελε στην πραγματικότητα το ΣτΕ ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Άλλωστε την εποχή εκείνη τον είχε συνεπάρει το φασιστικό καθεστώς Μουσολίνι στην Ιταλία. Γι' αυτό και είχε φροντίσει από την 23ην Σεπτεμβρίου 1928 να υπογράψει με τον ίδιο τον Μουσολίνι στην Ρώμη το Ελληνοϊταλικό σύμφωνο φιλίας. «Το φασιστικόν καθεστώς επεφύλαξεν εξαιρετική υποδοχήν εις τον Έλληνα πρωθυπουργόν, εις τον οποίον απενεμήθη και το ανώτατον ιταλικόν παράσημον,» όπως μας πληροφορεί ο δημοσιογράφος και φίλος του Βενιζέλου Γρ. Δαφνής. [10] Βέβαια, ο Βενιζέλος δεν ακολουθούσε απλά μια δική του ανεξάρτητη πολιτική, αλλά εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και τα Βρετανικά συμφέροντα, που δεν έπαψε να υπηρετεί έως τον θάνατό του. Η Βρετανία εκείνη την εποχή έσπρωχνε την Ελλάδα σε διαχυτικές σχέσεις με το καθεστώς Μουσολίνι, μήπως και αποσπάσει τον Ντούτσε από τις αγκάλες του Χίτλερ, τουλάχιστον όσον αφορά την λεκάνη της Μεσογείου.

Κι έτσι επιτρεπόταν στον Βενιζέλο να ονειρεύεται μια φασιστική Ελλάδα κατά το πρότυπο της Ιταλίας του Μουσολίνι. Το 1933 σε μια στιχομυθία ανάμεσα στον Πλαστήρα και στον Βενιζέλο, όπου ο πρώτος ανακοινώνει στον δεύτερο την πρόθεσή του να επιβάλλει στην Ελλάδα δικτατορία, όμοια μ' αυτήν της φασιστικής Ιταλίας με το επιχείρημα ότι «θα κάνουμε ότι και στην Ιταλία, που χάρις στον Φασισμό προοδεύει,» ο Βενιζέλος αρκέστηκε να του πει: «Η Ιταλία πηγαίνει καλά, διότι εκεί υπήρχε δικτάτωρ, ενώ στην Ελλάδα δεν υπήρχε δικτάτωρ.» [11]

Η στάση των ελληνικών δικαστηρίων μπρος στις απανωτές παραβιάσεις της συνταγματικής τάξης ήταν απολύτως συμβιβαστική. Τον δρόμο άνοιγε, ως συνήθως, ο Άρειος Πάγος, ο οποίος δικαιολόγησε την προσφυγή στα αναγκαστικά διατάγματα υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση άμεσης απειλής κατά του κράτους – που αποτελεί τον «υπέρτατο» νόμο – η εκτελεστική εξουσία έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να εκδίδει αναγκαστικά διατάγματα με περιεχόμενο νόμου, ακόμη κι αν παραβιάζονται ρητές συνταγματικές διατάξεις. [12] Έτσι, «η ελληνική νομολογία των δεκαετιών του 1920 και του 1930 κατασκεύασε ένα δίκαιο ανάγκης, με γνώμονα το οποίο ανέχθηκε την προσφυγή σε μιαν αυτόνομη κυβερνητική νομοθεσία, της οποίας η εκτελεστική εξουσία έκανε συχνά χρήση, κατά τρόπο δυσανάλογο προς τη σοβαρότητα της συγκεκριμένης συγκυρίας.» [13]

Η «κατάσταση πολιορκίας» με βάση την οποία επέβαλε το 1924-25 την δικτατορία του ο Πάγκαλος, η δικτατορία του στρατηγού Κονδύλη το 1935 με το ψευτοδημοψήφισμα που έφερε πίσω τον βασιλιά, αλλά και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου του Μεταξά (1936-1941), βασίστηκαν σε αναγκαστικούς νόμους και βασιλικά διατάγματα που έσπευσαν να νομιμοποιήσουν τόσο ο Άρειος Πάγος, όσο και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Σπ. Λιναρδάτος γράφει: «Τα δυο διατάγματα με τα οποία οι Γεώργιος και Μεταξάς κήρυσσαν τη δικτατορία ήταν και τυπικά άκυρα… Παρ' όλα αυτά δε βρέθηκε ούτε ένα δικαστήριο, ούτε ένας δικαστής να διακηρύξει την αντισυνταγματικότητα των διαταγμάτων της δικτατορίας. Όταν εκατοντάδες απλοί Έλληνες πήγαιναν στην εξορία, βασανίζονταν, πέθαιναν γιατί δεν δέχονταν να υποκύψουν στους εκβιασμούς του Μανιαδάκη και των χαφιέδων του, δε βρέθηκε ούτε ένας «φρουρός της νομιμότητος» να αντιταχθεί, με θυσία της θέσης του ή και της προσωπικής του, σε ανάγκη, ελευθερίας, στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας.» [14]

Στην ίδια ακριβώς κατάσταση βρισκόμαστε σήμερα. Η κατάλυση ακόμη κι αυτού του μισερού και μίζερου κοινοβουλευτισμού της μεταπολίτευσης από τους κυβερνώντες, οι οποίοι κυβερνούν με σωρεία αναγκαστικών νόμων που σήμερα ονομάζονται Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και η αναγωγή σε «υπέρτατο νόμο» της θέλησης και των προσταγών από την τρόικα έχουν βρει την πλήρη δικαίωσή τους από το ΣτΕ και τον Άρειο Πάγο σε βαθμό κακουργήματος. Να μου το θυμηθείτε: δεν είναι μακριά η μέρα όπου το ΣτΕ θα νομολογήσει υπέρ της επίσημης κατάλυσης του ελληνικού κράτους υπέρ της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας και της κατάλυσης και των τελευταίων τυπικών δικαιωμάτων του ελληνικού λαού σ' αυτόν τον τόπο που μόνο οι αγωνιστές Έλληνες επιμένουν να θεωρούν και να υπερασπίζονται σαν πατρίδα.

Τόσο το ΣτΕ, όσο και ο Άρειος Πάγος, έχουν πάψει προ πολλού να εκφράζουν τον ελληνικό λαό. Αντίθετα σαν θεσμοί είναι υπόλογοι στον ελληνικό λαό, του οποίου έχει απομείνει μόνο το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος (άρθρο 120) για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τα δικαιώματά του σ' αυτόν τον τόπο.

 

Παραπομπές

 

[1] Θεοδώρου Φλογαίτου, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνησι, 1879, σ. 110 (υποσημείωση).

[2]Γ. Αγγελίδη, «Καθίδρυσις και Κατάλυσις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί Όθωνος», Αρχείον Δ. Καλλιτσουνάκη, Αθήνα, 1956, σελ. 651.

[3] Γιάννη Αγγελίδη, «Ιστορικά για το Συμβούλιο της Επικρατείας 1864-1865», Τιμητικός Τόμος του Σ.τΕ, Αθήνα: 1979, Ι, σ. 87.

[4] Πρακτικά της Βουλής (Διπλή Αναθεωρητική), Εν Αθήναις, 1911, σ. 1077-1078.

[5] Ό. Π., σ. 1082.

[6] Στο ίδιο.

[7] Ό.Π., σ. 1083.

[8] Ελεύθερον Βήμα της 18ης Μαΐου 1929.

[9] Σ. Στεφάνου, Ελευθερίου Βενιζέλου Πολιτικαί Υποθήκαι, Αθήναι, 1965, σ. 115.

[10] Γρηγορίου Δαφνή, Η Ελλάς Μεταξύ Δυο Πολέμων, 1923-1940, Αθήνα, 1965, Β, σ. 52.

[11] Ό. Π., σ. 183.

[12] Απόφαση Αρείου Πάγου υπ' αρίθμ. 93 του 1919.

[13] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι Πολιτικοί Θεσμοί σε Κρίση 1922-1974. Όψεις της Ελληνικής Εμπειρίας, Αθήνα, 1995, σ. 81.

[14] Σπύρου Λιναρδάτου, 4η Αυγούστου, Αθήνα, 1966, σ. 39-40.


ΠΗΓΗ: Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/06/blog-post_25.html