Οίκοι Αξιολόγησης Ι

Οίκοι Αξιολόγησης – Μέρος Ι

 

Του Παναγιώτη Γαβανά

 

Αντί προλόγου

Τα τελευταία χρόνια έχουν εισβάλει στη ζωή μας διάφορες οικονομικές έννοιες, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με αυτό που ο Μαρξ ονόμασε πλασματικό κεφάλαιο. Ζητήματα που αφορούν κυρίως στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στον καπιταλισμό. Ένα απ’ τα ζητήματα που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής είναι και οι οίκοι αξιολόγησης. Κάποιοι στο άκουσμα αυτών των λέξεων αισθάνονται δέος και αμηχανία, ενώ κάποιοι άλλοι θυμό. Απ’ την ανάλυση που ακολουθεί θα φανεί, ότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν έχουν ούτε τη δύναμη που τους αποδίδεται, αλλά ούτε και τα κράτη είναι απλά «θύματα» αυτών. Πολύ περισσότερο, η ίδια η αστική πολιτική είναι αυτή που μετέτρεψε συνειδητά τους οίκους, εν μέρει, σε τμήμα της χρηματοπιστωτικής διευθέτησης του σύγχρονου καπιταλισμού.

Είναι ακόμη γνωστό, ότι οι οίκοι αξιολόγησης έχουν εκδώσει τα πιο άχρηστα κερδοσκοπικά προϊόντα των τραπεζικών επενδύσεων με την καλύτερη βαθμολογία. Στα ίδια τα κοντσέρν και τις τράπεζες απένειμαν μέχρι πρόσφατα την καλύτερη βαθμολογία αξιολόγησης αποκρύπτοντας την επικείμενη χρεωκοπία, συμβάλλοντας στον πλουτισμό εκείνων που γνώριζαν την κατάσταση από τα μέσα, όπως στην περίπτωση της Enron, της Lehman Brothers και της Hypo Real Estate, προκαλώντας απώλειες σε εργαζόμενους (ανεργία) και στους μικρούς καταθέτες. Για ποιο λόγο όμως συνεχίζουν να εξαρτώνται από ένα τέτοιο σύστημα, όχι μόνο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά και τα κράτη; Γιατί δεν τους καταργούν;

Τα ερωτήματα που θα μπορούσαν να τεθούν είναι πολλά. Στο κείμενο που ακολουθεί κάνουμε μια προσπάθεια προσέγγισης αυτού του θέματος, ξεκινώντας με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, – σημαντική κατά τη γνώμη μας -, διότι μέσα απ’ αυτή θα δούμε τις ρίζες του ζητήματος, αλλά και την όλη πορεία που διέτρεξαν οι οίκοι αξιολόγησης έως τώρα, τις διάφορες τομές που επήλθαν στον τρόπο λειτουργίας τους, μια πορεία η οποία συνεχίζεται με διάφορες αλλαγές μέχρι σήμερα. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά.

 

Ιστορική αναδρομή

 

Οι οίκοι αξιολόγησης μπορεί να βρίσκονται στο φως της δημοσιότητας εδώ και μερικά χρόνια, πίσω τους όμως έχουν μια μακρά ιστορία. Το ιστορικό αφετηριακό τους σημείο βρίσκεται στην χρονική περίοδο κατασκευής και επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου των ΗΠΑ.

Το πόσο σημαντικός ήταν ο σιδηρόδρομος, αυτό φάνηκε κυρίως κατά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο του 1861-1865. Αυτό το νέο μέσο συγκοινωνίας, έκανε δυνατή τη γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων και υλικού. Αλλά και για το κεφάλαιο αυξήθηκε η σημασία αυτού του μέσου λόγω της επιτάχυνσης της περιστροφής του, καθώς και γιατί συμπεριλήφθησαν στο πεδίο δράσης του νέες αγορές. Η κατασκευή όμως των σιδηροδρόμων για τους ξεχωριστούς καπιταλιστές δεν ήταν δυνατό να χρηματοδοτηθεί – ακόμη κι αν υπήρχε η κρατική υποστήριξη. Για το λόγο αυτό χρηματοδοτήθηκαν μεγάλα προγράμματα, όπως το σιδηροδρομικό δίκτυο (καθώς επίσης μεταλλεία, η κατασκευή διωρύγων, πλοίων κ.ά.) μέσω μετοχών ή πιστώσεων. Με τον τρόπο αυτό έγινε δυνατή η κινητοποίηση μεγάλων συσσωρευμένων κεφαλαίων. Τα αξιόγραφα που εκδίδονταν γι’ αυτό το σκοπό, ήταν ταυτόχρονα τόσο επιθυμητά ως επενδύσεις όσο επίσης και ιδεατά για κερδοσκοπία και απάτες – τα όρια την περίοδο αυτή ήταν ρευστά. Η πρώτη μεγάλη «απάτη στους σιδηροδρόμους» έλαβε χώρα το 1844/45 στην Αγγλία. Η κερδοσκοπία επίσης που αφορούσε στις τιμές του σιδήρου συνδεόταν στενά με την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου. Μέχρι αυτού του σημείου η κερδοσκοπία με τις πρώτες ύλες δεν είναι κάτι καινούργιο.

Την περίοδο αυτή για το κεφάλαιο υπήρχαν σημαντικές δυσκολίες που αφορούσαν σε μεγάλες (και μακροπρόθεσμες) επενδύσεις. Τέλος, δεν έπρεπε να εξεταστεί μόνο για το αν τα προσφερόμενα σχέδια (projects) ήταν αξιόπιστα και ασφαλή, αλλά επίσης για το αν εγγυούνταν επιτυχία και κέρδος. Όλα αυτά συνέβαιναν κάτω από συνθήκες μιας αργής, δύσκολης και δαπανηρής επικοινωνίας. Πρώτα το 1866 έγινε δυνατή μια διαρκής σύνδεση μέσω τηλέγραφου μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Οι γρήγορες «πληροφορίες για την αγορά» αποτέλεσαν επομένως ένα σπάνιο και επιθυμητό αγαθό, το οποίο μετατράπηκε σταδιακά σε εμπόρευμα.

Απ΄ τα μέσα της δεκαετίας του 1850 ιδρύθηκαν τα πρώτα περιοδικά, τα οποία έδιναν πληροφορίες γύρω απ΄ τις αγορές, τα δρώντα πρόσωπα και τα σχέδια των σιδηροδρόμων: Το περιοδικό Poor’s American Railroad Journal εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1850, ενώ το Poor’s έκδωσε το πρώτο εγχειρίδιο για το σιδηροδρομικό δίκτυο των ΗΠΑ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 το περιοδικό είχε ήδη 5.000 συνδρομητές. Αλλά και το 1909 το ιδρυθέν πρακτορείο Moody’s, τα πρώτα χρόνια είχε εξειδικευτεί στην αξιολόγηση δανείων για σιδηροδρόμους. Την ίδια χρονική περίοδο δημιουργήθηκαν επίσης και άλλες μορφές διάδοσης πληροφοριών, όπως το πρακτορείο Ρόιτερ (1851). Στα χρόνια όμως που ακολούθησαν άλλαξαν οι βάσεις: κυρίως λόγω της ταχύτερης μετάδοσης πληροφοριών μέσω της τηλεγραφίας καθώς και άλλων τεχνικών έγιναν δυσκολότερες οι μεγάλες «απάτες».

Ιστορικά, μπορεί να γίνει χοντρικά ένας διαχωρισμός σε τρεις φάσεις. Μέχρι το 1933 ιδρύθηκαν τα πιο πάνω πρακτορεία, αλλά και άλλοι οίκοι αξιολόγησης. Αυτοί όμως οι οίκοι εργάζονταν με βάση ένα διαφορετικό επιχειρησιακό μοντέλο απ’ ό,τι σήμερα, χωρίς να είναι ακόμη αναγνωρισμένοι απ’ την αστική πολιτική σαν υπολογίσιμοι παράγοντες πάνω στην αγορά, ενώ δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη στην πολιτική σκηνή. Αυτό συνέβηκε μετά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, από το 1929.

Η δεύτερη φάση αρχίζει απ’ το 1933 και φθάνει μέχρι τη δεκαετία του 1970. Είναι γνωστό, ότι σαν συνέπεια της κρίσης, γεννήθηκε το λεγόμενο αμερικάνικο «New Deal», σπανίως όμως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, ότι την περίοδο αυτή ιδρύεται το πρώτο ίδρυμα που σκοπό έχει την επιτήρηση του χρηματιστηρίου, συγκεκριμένα η «Security Exchange Commission» (SEC), το 1934, σαν αποτέλεσμα του χρηματιστηριακού κραχ το 1929. Στο διάστημα αυτό αρχίζει η «πολιτική» άνοδος των οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι κατοχύρωσαν το δικαίωμα από την SEC να έχουν ως νέο τους καθήκον, να κάνουν τη διαφοροποίηση μεταξύ ασφαλούς («investment grade») και κερδοσκοπικής («non investment grade») χρηματιστικής επένδυσης για τους επενδυτές. Οι πολιτικοί πίστευαν ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα εμποδίζονταν μια νέα χρηματιστική/οικονομική κρίση.

Η τρίτη φάση αρχίζει με τον νεοφιλελευθερισμό, μέσω της πολιτικής του οποίου οι οίκοι αξιολόγησης μαζί με τις χρηματιστικές αγορές κερδίζουν έδαφος. Τη δύναμή τους όμως δεν την απέκτησαν από μόνοι τους, αλλά επειδή έτσι ήθελε η αστική κρατική πολιτική. Η αρχή αυτής της φάσης συνοδευόταν από ένα προτσές συγκέντρωσης και από ένα αλλαγμένο επιχειρησιακό μοντέλο των οίκων. Σε μια μυστική διαδικασία δόθηκε απ’ την SEC άδεια μόνο για επτά οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι σε μικρό χρονικό διάστημα συγχωνεύτηκαν σε τρεις – έτσι γεννήθηκαν κλασικά μονοπώλια. Ταυτόχρονα απ’ τη δεκαετία του 1970 οι οίκοι αξιολόγησης ελέγχονται όλο και λιγότερο απ’ την SEC. Σημαντικό όμως ήταν επίσης και το νέο επιχειρησιακό μοντέλο. Ενόσω οι οίκοι μέχρι τότε κατανοούσαν την δραστηριότητά τους σαν εργασία/απόδοση για τους επενδυτές, δηλ. πληρώνονταν από αυτούς για αναλύσεις και αξιολογήσεις, από τώρα και στο εξής, ζητούσαν χρήματα και από τους εκδότες των αξιόγραφων – μια έκφραση για την αυξανόμενη σημασία που απέκτησαν οι χρηματιστικές αγορές, καθώς και την αυξανόμενη μάζα σε αξιόγραφα διαφορετικού και πιο περίπλοκου είδους. Παραπέρα, αυτό οφειλόταν επίσης στο γεγονός, ότι με την πολιτική των υψηλών τόκων που ακολουθούσαν οι τράπεζες απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1970, το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την χρηματοδότηση μέσω της κεφαλαιαγοράς. Επιπλέον, το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έβγαζε όλο και περισσότερα κέρδη απ’ τις επενδύσεις. Αυτό απ’ την άλλη είχε και σαν αποτέλεσμα να διογκωθεί ο κλάδος της προσφοράς υπηρεσιών σε χρηματιστικά ζητήματα. Το ποσοστό του στο συνολικό κέρδος όλων των μετοχικών εταιριών αυξήθηκε από 11% το έτος 1950 σε πάνω από 40% το 2001. Η τάση αυτή επιταχύνθηκε μέσω της φιλελευθεροποίησης των χρηματαγορών, η οποία συνοδευόταν παράλληλα και από μια αύξηση των θεσμικών επενδυτών (π.χ. κλάδος ασφαλιστικών εταιριών, συνταξιοδοτικά ταμεία κ. ά.).

Για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις, με την αύξηση της σημασίας των χρηματιστικών αγορών, αυξήθηκε ταυτόχρονα και η πίεση να αξιολογούνται τα αξιόγραφα. Το γεγονός έλλειψης πιστοληπτικής αξιολόγησης, μπορούσε να ληφθεί απ’ τους δυνητικούς επενδυτές ως μη επαρκής ασφάλεια.

Δίπλα στις μετοχές και στα αξιόγραφα με σταθερό επιτόκιο, αυξήθηκε η μάζα και η σημασία των παραγώγων, δηλ. αξιόγραφων τα οποία σχετίζονταν με μελλοντικές τιμές άλλων εμπορικών αγαθών ή αξιόγραφων. Παρομοίως, αυξήθηκε η μάζα και ο όγκος των δανείων τα οποία έπρεπε να πιστοποιηθούν εγγράφως. Κατά την έγγραφη πιστοποίηση δανείων «μαζεύονται» δανειακές σχέσεις σε ένα αξιόγραφο, το οποίο μπορεί να πουληθεί σε κάποιον τρίτο. Με τον τρόπο αυτό ο αγοραστής αποκτά το δικαίωμα για πληρωμή των τόκων. Η τράπεζα, η οποία αρχικά έχει δώσει το δάνειο σε έναν πελάτη, για παράδειγμα με τη μορφή ενός δανείου για κατοικία, εκποιεί έτσι όχι μόνο τα έσοδα από τους τόκους, αλλά και το ρίσκο που συνδέεται με τη δανειακή σχέση σε περίπτωση διακοπής της πληρωμής. Στη μορφή ενός αξιόγραφου το ρίσκο όμως αυτό δεν εξαφανίζεται, αλλά απλά μετατοπίζεται. Τώρα δεσμεύεται στον ισολογισμό μιας άλλης επιχείρησης. Ο υπολογισμός του ρίσκου και της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας αυτών των αξιόγραφων, έγινε δουλειά των οίκων αξιολόγησης.

 

Οι «τρεις μεγάλοι»

 

Παγκοσμίως υπάρχουν περίπου 150 οίκοι αξιολόγησης. Μολαταύτα μόνο τρεις απ’ αυτούς βρίσκονται καθημερινά στο φως της δημοσιότητας: Standard & Poor’s (S&P), Moody’s και Fitch, οι οποίοι καλύπτουν το 97% της αγοράς. Μόνο οι δυό πρώτοι κατέχουν από ένα μερίδιο 40% έκαστος, ενώ η Fitch κατέχει πάνω από το 15%.

 

Standard & Poor’s Ratings Services

 

Το 1916 ιδρύθηκε η Standard Statistics, η οποία το 1941 συγχωνεύτηκε με την Poor’s Publishing ιδρύοντας την Standard & Poor’s, η οποία με τη σειρά της αγοράστηκε απ΄ το κοντσέρν The McGraw Hill Companies. Στο κοντσέρν αυτό ανήκουν επιχειρήσεις των ΜΜΕ, οι οποίες ταυτόχρονα δραστηριοποιούνται σαν λόμπυ: π.χ. Platts (βιομηχανία πετρελαίου, μετάλλου και ενέργειας), Dodge (οικοδομικές επιχειρήσεις), Appleton & Lange (ιατρική), Open University Press, J. D. Power (μάρκετινγκ, έρευνα καταναλωτών), Broadcasting (ειδήσεις, πολυάριθμοι τηλεοπτικοί σταθμοί).

Βασικοί ιδιοκτήτες: Capital World Investors, Rowe Price, Fidelity Investments, Vanguard Group, State Street, Oppenheimer Funds, Morgan Stanley, Washington Mutual Funds, Blackrock, Allianz Global Investors of America.

Οίκος αξιολόγησης S&P Rating Services: Μετοχική εταιρία, εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης με νομική έδρα στη χρηματιστική όαση Delaware. Επιχειρησιακή έδρα στη Νέα Υόρκη, με γραφεία σε 23 κράτη και 8.000 απασχολούμενους. Απ’ το 1969 ηγείται στην Wall Street στο σύστημα καταχώρησης και ταυτοποίησης CUSIP (Committee for Uniform Security Identification Procedures), χωρίς το οποίο το τεράστιο καθημερινό παγκόσμιο εμπόριο χαρτιών θα ήταν αδύνατο. Το 1975 της μεταβιβάστηκαν υψηλά καθήκοντα απ’ την SEC. Αυτό το χρονικό διάστημα αξιολογεί ομόλογα και πιστώσεις της τάξης των 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων[1],  ενώ μόνο το έτος 2009 πούλησε συνολικά 850.000 πιστοληπτικές αξιολογήσεις[2].

 

Moody’s Investors Services

 

Ο οίκος αυτός ανήκει στο κοντσέρν Moody’s Corporation, μετοχική εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ιδρύθηκε το 1909 με σκοπό να συμβουλεύει τους αγοραστές των ομολόγων για τους σιδηροδρόμους. Η νομική έδρα του βρίσκεται στην χρηματιστική όαση Delaware. Η επιχειρησιακή έδρα του είναι στη Νέα Υόρκη. Έχει 12 θυγατρικές εταιρίες στις ΗΠΑ για διάφορες υπηρεσίες συμβουλών και πληροφοριών, όλες με νομική έδρα στο Delaware. Επίσης, σ’ αυτήν ανήκουν 74 επιχειρήσεις σε άλλα κράτη, όπως στο Ισραήλ, στην Νότιο Αφρική, στην Ινδονησία και στο Ντουμπάι. Στο παράρτημά της στη Γερμανία απασχολούνται αυτή την περίοδο 4.000 εργαζόμενοι.

Το έτος 2009 αξιολόγησε 12.000 ιδιωτικές επιχειρήσεις, 25.000 δημόσιες επιχειρήσεις και μονάδες, 110 κράτη και 106.000 δομικά χρηματιστικά προϊόντα [3]. Παράλληλα προσφέρει συμβουλές στο μάνατζμεντ ρίσκου για τους εκδότες των αξιόγραφων, και τελευταία επίσης για τις ασφαλιστικές εταιρίες και τα κράτη. Στις ΗΠΑ και στα άλλα κράτη δραστηριοποιείται επίσης ως λομπίστας.

Βασικοί ιδιοκτήτες: (με αυτή τη σειρά) Berkshire Hathaway (Warren Buffett), Capital Research Global Investors, Capital World Investors, Fidelity Investments, Davis Selected Advisors, Morgan Stanley, Vanguard Group, State Street, Invesco Limited, Wellington Management, American FDS Insurance Growth Income.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[1] Handelsblatt 6.7.2010 (συνέντευξη του Deven Sharma)

[2] The McGraw Hill Companies Annual Report 2009, σ. 18

[3] Moody’s Annual Report 2009, σ. 7

 

ΠΗΓΗ: 19 Φεβρουαρίου 2012, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/167172

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Αλλαγές εδώ και τώρα!

Αλλαγές εδώ και τώρα!

 

Του Νίκου Κοτζιά


 

Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις έχουν να λύσουν ένα αποφασιστικής σημασίας σταυρόλεξο: Τι θα κάνουν με όσους στήριξαν επί πάνω από δύο χρόνια μια βαθιά αντιπατριωτική και αντιλαϊκή πολιτική, αλλά έστω και την ύστατη στιγμή αντιτάχθηκαν σε αυτή;

Η Ελλάδα είναι σήμερα διαφορετική απ’ ό,τι πριν από πέντε ημέρες. Αντίθετα, οι κυβερνώντες είναι ακόμα οι ίδιοι. Η ανάγκη να φύγουν, μεγαλύτερη από ποτέ. Ήδη παρέδωσαν τη χώρα αλυσοδεμένη ως πακέτο στον ξένο παράγοντα. Το περιτύλιγμα γράφει επάνω αγγλικό Δίκαιο και δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Δηλαδή, αφενός Δίκαιο υπέρ των πιστωτών, αφετέρου εφαρμογή του σε άλλα – όχι στα αγγλικά – δικαστήρια, που χαρακτηρίζονται από σχετική επιείκεια στην εφαρμογή του αγγλικού Δικαίου. Επίσης, ήδη παρέδωσαν τη δημόσια περιουσία σε ξένο παράγοντα, μέσω ενός ταμείου που θα πληρώνει το ελληνικό κράτος, χωρίς να εισπράττει έστω κι ένα σεντ από αυτό και τις πωλήσεις του. Οι κυβερνώντες έχουν δικαιολογίες για όλες τις ένοχες πράξεις που πραγματοποίησαν. Δεν τους είναι δύσκολο. Υιοθέτησαν τη λογική του δανειστή. Τα επιχειρήματα και τα συμφέροντά του. Το έκαναν με την ίδια ευκολία με την οποία έχουν αποδεχτεί και υπηρετούν εδώ και χρόνια τη διαπλοκή στην Ελλάδα.

Προκειμένου να υποστηρίξουν οι κυβερνώντες τα επιχειρήματά τους ενάντια στο διογκούμενο λαϊκό κίνημα ανέχτηκαν την Κυριακή για άλλη μια φορά ακραίες πρακτικές από τους μηχανισμούς καταστολής που συνέδρασαν με το παρακράτος. Ταυτόχρονα, δε, «αξιοποίησαν» και ανέχτηκαν την παρουσία των συμμοριών, που ενισχύονται. Για άλλη μια φορά, οι δυνάμεις της νόμιμης και παράνομης καταστολής ώθησαν την Αθήνα στις φωτιές. Χτύπησαν ειρηνικές διαδηλώσεις. Το χαμόγελο των νέων.

Απέναντι σε αυτή την παράδοση της χώρας διαμορφώνεται ένα μεγάλο κίνημα αντίστασης, το οποίο πρέπει να μετεξελιχθεί σε κίνημα, αφενός, αλληλεγγύης, αφετέρου δημοκρατικού σχεδίου και ριζοσπαστικών προτάσεων. Το χαρακτηριστικό του κινήματος αυτού είναι η ενότητα στη δράση, που χρειάζεται να λάβει και πολιτική έκφραση. Αυτό καθίσταται ακόμα πιο επείγον, διότι καταρρέει το όλο πολιτικό σύστημα. Κατάρρευση που καταγράφεται σε δύο πεδία: Στο πρώτο πεδίο διαπιστώνονται πλέον η ανικανότητα και, ουσιαστικά, η παλαιότητα του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού. Η διαγραφή σαράντα πέντε βουλευτών που αντιτίθενται στο να ψηφίσουν μια πολιτική που αντίκειται στα εθνικά συμφέροντα, στα προγράμματα και στις προεκλογικές δεσμεύσεις των κομμάτων τους, που λειτουργούν ως φεουδαρχικά συστήματα των ηγετών τους. Στο δεύτερο πεδίο καταγράφεται ένα ισχυρό ξέφτισμα στο δικομματισμό.

Ο Αντώνης Σαμαράς φάνηκε ότι δεν διέ­θετε επακριβή εικόνα των διεργασιών στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Ο ίδιος και το κόμμα του βγαίνουν αποδυναμωμένοι. Ταυτόχρονα – κι αυτό είναι από τα παράδοξα της ιστορίας, απέκτησε το μέγιστο δυνατό όπλο υλοποίησης του αιτήματός του για εκλογές. Η αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ έκανε αυτό το κόμμα να χάσει τη δεδηλωμένη. Από τούδε και στο εξής ο Αντώνης Σαμαράς οποτεδήποτε το θελήσει μπορεί να επιβάλει εκλογές. Από την άλλη, οι διαγραφές στο ΠΑΣΟΚ αποτελούν… το χαλί που στρώνει ο Γιώργος Παπανδρέου – εν συμφωνία ή… ανοησία, δεν γνωρίζω – στην άνευ αντιπάλου προεδροποίηση του Βαγγέλη Βενιζέλου. Όλοι οι υπόλοιποι βασικοί διεκδικητές της προεδρίας του ΠΑΣΟΚ – πριν απ’ όλους, η Λούκα Κατσέλη και ο Χάρης Καστανίδης – τέθηκαν εκτός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Η καταστροφή του ΠΑΣΟΚ είναι και θα είναι το τίμημα που πληρώνει αυτό το Κίνημα για την καθοριστική συμβολή του στην καταστροφή της χώρας.

Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις έχουν να λύσουν ένα αποφασιστικής σημασίας σταυρόλεξο: Τι θα κάνουν με όσους στήριξαν επί πάνω από δύο χρόνια μια βαθιά αντιπατριωτική και αντιλαϊκή πολιτική, αλλά έστω και την ύστατη στιγμή αντιτάχθηκαν σε αυτή; Νομίζω ότι αυτό θα φανεί από το πόσο αυτοκριτικά και συνεπείς θα σταθούν σε αυτή τους την επιλογή. Εάν κατανοούν, έστω και εκ των υστέρων, τις ευθύνες τους για τις επιλογές τους που κατέστρεψαν τη χώρα και ότι με αυτές απέδειξαν πως δεν διαθέτουν πολιτικές ικανότητες, ενώ η πολιτική ηθική τους αμφισβητείται από πολλές πλευρές.

 

ΠΗΓΗ: 22/02/2012, http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=38935&category_id=100

Φωτιά στη χώρα: Η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ

Η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ έβαλε φωτιά στη χώρα

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Παρά τις επιφανειακές ταραχώδεις πολιτικές σχέσεις τους, ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς κατάφεραν το μέχρι τώρα αδιανόητο: το «μεγάλο συνασπισμό» των δύο κομμάτων εξουσίας.  

Ρήμαξε τους Έλληνες και την Ελλάδα, επέφερε ραγδαίες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό και μετέτρεψε σε άβυσσο το χάσμα μεταξύ λαού και πολιτικής ηγεσίας η εβδομάδα που πέρασε. Εκατοντάδες χιλιάδες λαού κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας την Κυριακή που η Βουλή ψήφιζε το επαίσχυντο νέο Μνημόνιο. Η αστυνομία προσπάθησε να τους αναχαιτίσει με τη δράση προβοκατόρων και την εξαπόλυση του μεγαλύτερου ίσως χημικού πολέμου, σε μια προσχεδιασμένη απόπειρα να τους εμποδίσει να φτάσουν στο Σύνταγμα και παράλληλα να αποσπάσει την προσοχή από τον τεράστιο όγκο του πλήθους και να την εστιάσει στις καταστροφές των κουκουλοφόρων.

Σε επίπεδο εντυπώσεων αυτό το πέτυχε σε ικανό βαθμό η αστυνομία. Σε πολιτικό επίπεδο, όμως, απέτυχε να τρομοκρατήσει τον κόσμο, καθώς προσέκρουσε σε μια πρωτοφανή αποφασιστικότητα εκατοντάδων χιλιάδων λαού, που, παρά την ασφυκτική ατμόσφαιρα λόγω χημικών, αρνούνταν να διαλυθούν. Οπισθοχωρούσαν και επανέρχονταν ξανά και ξανά.

Η επονείδιστη επίθεση των ΜΑΤ με δακρυγόνα εναντίον των σχεδόν ενενηντάχρονων Μίκη Θεοδωράκη και Μανώλη Γλέζου επέτεινε το μίσος του λαού εναντίον των πραιτοριανών του «μνημονιακού» καθεστώτος και των πολιτικών προϊσταμένων τους.

Κόμματα-πυλώνες του Μνημονίου

Ανεπηρέαστη από τις τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις παρέμεινε η τεράστια πλειονότητα των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, υπερψηφίζοντας με άνεση το νέο Μνημόνιο που θα βυθίσει σε έσχατη ένδεια για δεκαετίες την Ελλάδα και τους Έλληνες. Έχοντας ως υπέρτατο ιδανικό τη συνέχιση της πολιτικής καριέρας τους, οι βουλευτές αυτοί δεν ήθελαν και πολύ για να υποκύψουν και στον εκβιασμό που άσκησαν πάνω τους ο Γ. Παπανδρέου και ο Α. Σαμαράς, οι οποίοι είχαν ξεκαθαρίσει εκ των προτέρων ότι θα διαγράψουν ακαριαία όποιο βουλευτή δεν υπερψηφίσει τη νέα δανειακή σύμβαση, η οποία ούτως ή άλλως δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να μην υπερψηφιστεί, από τη στιγμή που προσχώρησε στο «μνημονιακό» στρατόπεδο ο πρόεδρος της ΝΔ. Οι βουλευτές της ΝΔ ήταν υπεραρκετοί για να καλύψουν την ξαφνική, απολύτως καιροσκοπική αποχώρηση από τους «μνημονιακούς» του αρχηγού του ΛΑΟΣ, Γιώργου Καρατζαφέρη, και των 14 από τους 16 βουλευτές του, καθώς ο Μάκης Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης παρέμειναν πιστοί στο Μνημόνιο και… θυσιάστηκαν διαγραφόμενοι για χάρη του, φλερτάροντας με την προσχώρηση στη ΝΔ.

Πανικόβλητος, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ διαπίστωσε ότι η διαρκής αιμορραγία ακροδεξιών ψηφοφόρων του προς τη Χρυσή Αυγή ώθησε την τελευταία στις δημοσκοπήσεις σε ποσοστό πάνω από 3%! Αντιλαμβανόμενος ο Γ. Καρατζαφέρης ότι ενδεχόμενη είσοδος της Χρυσής Αυγής στη Βουλή θα απειλούσε με σύνθλιψη και κοινοβουλευτική εξαφάνιση τον ΛΑΟΣ, ως άχρηστο πολιτικό σχηματισμό, εγκατέλειψε τη συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, ελπίζοντας να αναχαιτίσει την εγκατάλειψη του κόμματος από ψηφοφόρους του δυσαρεστημένους με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου.

Πολιτική αιμορραγία

Η ψηφοφορία επεφύλασσε δυσάρεστες εκπλήξεις για τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά. Το ΠΑΣΟΚ είχε 153 βουλευτές και η ΝΔ 83. Από αυτούς, όμως, 22 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και 21 της ΝΔ αρνήθηκαν να ψηφίσουν υπέρ του νέου Μνημονίου. Ακόμη 9 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν επί της αρχής την ολέθρια δανειακή σύμβαση, καταψήφισαν, όμως, το πρώτο άρθρο της που αφορά στα εργασιακά.

Το πλήγμα ήταν ισχυρό: Απώλεια 43 συν 9 βουλευτών από τα δύο κόμματα εξουσίας είναι πρωτοφανής μεταπολιτευτικά. Παπανδρέου και Σαμαράς διέγραψαν τους 22 και 21 αντιμνημονιακούς βουλευτές τους εντός… λεπτών (!), με τον πρώτο να δηλώνει ότι και οι υπόλοιποι 9 δεν πρόκειται να συμπεριληφθούν στις λίστες των υποψήφιων βουλευτών στις επόμενες εκλογές.

Το ΠΑΣΟΚ απέμεινε έτσι τυπικά με 131 βουλευτές – στην πραγματικότητα με 122, αν αφαιρεθούν και οι 9. Η ΝΔ έμεινε με 62 όλους κι όλους.

Αλλαγή στάσης

Ειδικά για το χώρο της συντηρητικής παράταξης, οι εξελίξεις δεν περιορίζονται στην απώλεια του ενός… τετάρτου (!) της κοινοβουλευτικής δύναμης της ΝΔ ούτε στη νέα πολιτική «κωλοτούμπα» του Γ. Καρατζαφέρη. Η πλήρης μεταστροφή της θέσης του Αντώνη Σαμαρά είναι το καθοριστικό ζήτημα.

Μεταπηδώντας στο «μνημονιακό» στρατόπεδο και με δεδομένες τις δημοσκοπήσεις, ο Α. Σαμαράς κατέστησε τη ΝΔ το ισχυρότερο κόμμα υποστήριξης και εφαρμογής του νέου Μνημονίου, σαφώς σημαντικότερη από το ΠΑΣΟΚ στην υλοποίηση των φριχτών αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων. Ο Α. Σαμαράς είναι ο πολιτικός ηγέτης που πήρε αντικειμενικά πάνω του όλη την ευθύνη για το νέο Μνημόνιο, το οποίο ούτε κατά διάνοια δεν θα ήταν δυνατόν να περάσει μόνος του ο Γ. Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, όπως αποδείχτηκε και από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Α. Σαμαράς, από ηγέτης του «αντιμνημονιακού» αγώνα στο συντηρητικό χώρο, έφτασε στο εξωφρενικό σημείο να διαγράψει 21 βουλευτές της ΝΔ επειδή ψήφισαν… κατά του νέου Μνημονίου! Αισχίστη εντύπωση προκάλεσε αυτή η… «καρατζαφερική πολιτική κωλοτούμπα» του Α. Σαμαρά, ο οποίος μέχρι τώρα πάσχιζε να δώσει την εικόνα ηγέτη που πρεσβεύει την πολιτική συνέπεια στις θέσεις του – εικόνα την οποία ο ίδιος κατέστρεψε με τις πράξεις του άπαξ διά παντός. Ουδείς πλέον μπορεί να τον εμπιστευτεί.

Δικαιολογημένη η πικρία του συνδικαλιστή ηγέτη της ΝΔ Γιάννη Μανώλη, ο οποίος, κατά το ρεπορτάζ του Ελεύθερου Τύπου, δήλωσε σε συνομιλητές του ότι «ο Αντώνης Σαμαράς μάς έκλεισε την πόρτα από το ψηφοδέλτιο και από το κόμμα επειδή υιοθετήσαμε τη γραμμή που ο ίδιος υπερασπιζόταν!».

Υπονομευμένος «γάμος»

Η αποχώρηση Καρατζαφέρη άφησε να συγκυβερνούν, για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ! Παρά τις επιφανειακές ταραχώδεις πολιτικές σχέσεις τους, ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς κατάφεραν το μέχρι τώρα αδιανόη­το: το «μεγάλο συνασπισμό» των δύο κομμάτων εξουσίας, χωρίς να χρειάζονται κανένα τρίτο κόμμα ως «φύλλο συκής».

Ο «γάμος» ΠΑΣΟΚ – ΝΔ, όμως, δεν φαίνεται να είναι ανέφελος. Πρώτα πρώτα, και οι δύο αρχηγοί τους εμφανίζονται άκρως αποδυναμωμένοι.

Ο Γ. Παπανδρέου δείχνει να έχει αποδεχτεί ότι πρέπει να εκχωρήσει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ στον Ευάγγελο Βενιζέλο, τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές, οπότε, αν το κόμμα αυτό υποστεί ταπεινωτική συντριβή, δεν αποκλείεται ο Ευ. Βενιζέλος να καρατομηθεί αμέσως μετά τη λαϊκή ετυμηγορία.

Ο Α. Σαμαράς είναι σήμερα πολύ πιο αποδυναμωμένος πολιτικά παρά ποτέ από τότε που εξελέγη αρχηγός της ΝΔ, εξαιτίας μιας «εξέγερσης» της βάσης του κόμματος. Σαν τον Κρόνο, έφαγε τα πολιτικά του παιδιά, αυτούς που τον στήριξαν στην εκλογή του και τον υποστήριζαν στη δύσκολη φάση του «αντιμνημονιακού» αγώνα που έδινε επί ενάμιση χρόνο. Διεκδικώντας το ρόλο του αρχηγού του «μνημονιακού» στρατοπέδου, ο πρόεδρος της ΝΔ απογοήτευσε την πλειονότητα της βάσης του κόμματος.

Το χειρότερο γι’ αυτόν είναι ότι με τη στροφή του υπέρ του νέου Μνημονίου ενισχύει αντικειμενικά όλους τους εσωκομματικούς αντιπάλους του, οι οποίοι καθόλου δεν θα διστάσουν να τον απομακρύνουν από την εξουσία ευκαιρίας δοθείσης και τότε δεν θα βρεθεί κανένας να τον υπερασπιστεί. Θα είναι άξιος της μοίρας του και των επιλογών του…

Το σκηνικό κλονίζεται

Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ αντιμετωπίζουν έναν ακόμη κίνδυνο μετά τις μαζικές διαγραφές βουλευτών στις οποίες προέβησαν οι ηγέτες τους. Θα παραμείνουν, άραγε, πολιτικά αδρανείς οι 31 (22+9) βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και οι 21 της ΝΔ ή θα επιχειρήσουν να κάνουν κάτι; Αν, π.χ., αποφασίσουν και προσπαθήσουν να δημιουργήσουν ένα «αντιμνημονιακό» κόμμα στο χώρο του ΠΑΣΟΚ και ένα «αντιμνημονιακό» κόμμα στο χώρο της ΝΔ και βρουν ανταπόκριση στο λαό σε περίπτωση εκλογικής καθόδου τους, τότε δεν αποκλείεται ακόμη και να μην έχουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη νέα Βουλή ΝΔ και ΠΑΣΟΚ από κοινού, κάτι που θα αποτελούσε μοιραίο πλήγμα για το «μνημονιακό» στρατόπεδο και τους Γερμανούς δυνάστες της πατρίδας μας.

Αυτά, όμως, είναι υποθέσεις – ενδεχομένως και άνευ αντικειμένου, αν οι διαγραφέντες βουλευτές των δύο κομμάτων αναζητήσουν προσωπικές λύσεις, προσχωρώντας σε άλλα κόμματα ή αν δεν βρουν λαϊκή ανταπόκριση.

Το βέβαιο είναι ότι μετά τη διαγραφή αυτών των 43 βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ και την εκλογική εξόντωση των υπολοίπων 9 του ΠΑΣΟΚ, στα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης παραμένουν μόνο εκείνοι που δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να λειτουργούν ως όργανα των Γερμανών εις βάρος του λαού μας. Η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ θα ακολουθήσει πολύ πιο σκληρή και αδίστακτη μειοδοτική πολιτική, αν δεν απαλλαγούμε όσο το δυνατόν πιο σύντομα από αυτή.

 

ΠΗΓΗ: 22/02/2012, http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=38931&category_id=100

«Θέατρο μακελειών», θέατρο παραλόγου

«Θέατρο μακελειών», θέατρο παραλόγου*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Επιχειρώντας κανείς να επιστρέψει στο σημείο απ’ το οποίο δόθηκε η αφορμή για το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, έρχεται αντιμέτωπος με την υπόθεση του ελληνικού ελλείμματος και το πραγματικό του μέγεθος. Καταγγελίες στελεχών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για τεχνητή διόγκωση του ελλείμματος οδήγησαν τον οικονομικό εισαγγελέα κ. Γρηγόρη Πεπόνη σε έρευνα της υπόθεσης.


* α΄ δημοσίευση: εφημερίδα «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 337, 16/2/2012.

Ο κ. Πεπόνης ενημέρωσε τον προϊστάμενό του εισαγγελέα στον Άρειο Πάγο κ. Νικόλαο Παντελή ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις αποδίδουν στοιχεία σχετικά με αξιόποινες πράξεις «του τότε πρωθυπουργού, μελών της τότε κυβερνήσεως και τότε αρμοδίων υπουργών Οικονομικών» («Newsbomb», http://www.newsbomb.gr/politikh/story/111417/erhetai-exetastiki-gia-papandreoy—papakonstantinoy, 2/2/2012).

Μεταξύ των προσώπων που εμπλέκονται συνεπώς συγκαταλέγονται ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου κι ο πρώην υπουργός Οικονομικών κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Η μαρτυρία της κ. Ζωής Γεωργαντά, πρώην στελέχους της ΕΛ.ΣΤΑΤ., πως το έλλειμμα το 2009, σύμφωνα με τις δικές αναλύσεις, ανερχόταν περίπου στο 12% κι όχι στο 15%, είναι εύγλωττη.

Η παραποίηση από τις ελληνικές κυβερνήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων της χώρας είναι πραγματικότητα συνδεμένη με μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Ήδη από τον Νοέμβριο του 2009 σημειώναμε: «Τα κριτήρια με τα οποία επιχειρείται ο υπολογισμός των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων δεν είναι αυστηρά καθορισμένα και μεταβάλλονται ανάλογα με τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούν το κάθε κόμμα.» («Η “καμένη γη”, το διπλάσιο αμμωνιαζόλ και το επίδομα πυροπλήκτων!», εφημερίδα «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 282, 1/11/2009.) Μα αν η εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων διαφαινόταν ως πρωταρχικός στόχος των ελληνικών κομμάτων εξουσίας στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους αναφορικά με το ποιο παρέλαβε τη μεγαλύτερης έκτασης «καμένη γη» από το προηγούμενο, οι μετέπειτα εξελίξεις εκτρέφουν πολύ πιο δυσάρεστες υποψίες. Αναρωτιέται δηλαδή κανείς μήπως το σημερινό ελληνικό αδιέξοδο υπήρξε όντως απλό προϊόν «κακού υπολογισμού», απλό προϊόν της κουτοπονηριάς ενός «ανυποψίαστου» ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι οι ξένοι παράγοντες δεν πρόκειται ποτέ να αντιδράσουν στα πολιτικάντικα παιχνίδια των ελληνικών κομμάτων που αυξομειώνουν το έλλειμμα αναλόγως με τα συμφέροντά τους, ή μήπως υπήρξε προϊόν μεθόδευσης από πολιτικούς που υπηρετούσαν ξένα κέντρα. Η κ. Γεωργαντά καταθέτει χωρίς υπονοούμενα τη συγκεκριμένη της πεποίθηση: «Και θεωρώ ακόμη ότι αυτές οι παρεμβάσεις ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία –τη Eurostat– και την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και τον Όλι Ρεν.» («news247», http://news247.gr/oikonomia/oikonomika/vomves_gewrganta_kata_papakwnstantinoy.1587253.html, 23/1/2012)

Ο κ. Γιώργος Παπανδρέου έχει αντιδράσει και στο παρελθόν με ένταση στη συγκεκριμένη κατηγορία που προσάπτεται στον ίδιο και στο κόμμα του. Στην παρούσα φάση μάλιστα επέλεξε να ζητήσει στη Βουλή τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής προκειμένου να διερευνηθεί πλήρως η υπόθεση του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2009 (9/2/2012, http://www.skai.gr/news/politics/article/194091/exetastiki-gia-tin-elstat-zitoun-112-vouleutes-tou-pasok-kai-o-g-papandreou/). Με την κίνηση αυτή ο κ. Παπανδρέου και άλλοι 112 βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που την υποστηρίζουν, επιδιώκουν, όπως ισχυρίζονται, την άρση της καχυποψίας απέναντι στα ελληνικά στατιστικά δεδομένα, καθώς αυτή βλάπτει τις προσπάθειες της χώρας προς την αντιμετώπιση της κρίσης. Παράλληλα, φυσικά, επιχειρούν και την αντίστοιχη άρση της καχυποψίας προς το ίδιο τους το κόμμα, θέλοντας με την ενέργειά τους να δηλώσουν προφανώς πως «καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται». Ενώ όμως με την κίνηση τούτη φαίνεται να γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτός ο ρόλος της Δικαιοσύνης, ηγετικά στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. επιστρέφουν με την πρώτη ευκαιρία στις γνωστές πολιτικές άκομψες παρεμβάσεις που στοχεύουν απροκάλυπτα στη χειραγώγηση της Δικαιοσύνης, κι όχι στην απρόσκοπτη λειτουργία της.

Πρώτος ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Μιλτιάδης Παπαϊωάννου επιχείρησε να ανακόψει τις έρευνες των οικονομικών εισαγγελέων κ. Γρηγόρη Πεπόνη και κ. Σπύρου Μουζακίτη, δηλώνοντας ότι εκείνοι «έπληξαν το κύρος της Δικαιοσύνης με τις συγκεκριμένες πράξεις και συμπεριφορές τους» («Σκάι», http://www.skai.gr/news/greece/article/192273/tin-peitharhiki-dioxi-peponi-mouzakiti-exetazei-o-up-dikaiosunis/, 20/1/2012). Μάλιστα, επειδή οι δύο εισαγγελείς προέβησαν σε καταγγελία για πολιτικές επεμβάσεις στο έργο τους, κι ο Άρειος Πάγος έκρινε πως η καταγγελία τους ήταν αβάσιμη, ο κ. Παπαϊωάννου απείλησε να τους αντικαταστήσει. Τελικά, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης του Αρείου Πάγου αποφάσισε πως οι δύο εισαγγελείς θα έπρεπε να παραμείνουν στη θέση τους (9/2/2012). Η αμετροεπής παρέμβαση του κ. Παπαϊωάννου αποκάλυψε για μία ακόμη φορά πόσο «ανεξάρτητη» είναι η λειτουργία της Δικαιοσύνης, πέρα – υποτίθεται – από πολιτικά καπελώματα.

Η παρέμβαση του κ. Παπαϊωάννου υπήρξε αναμφίβολα επίδειξη πυγμής ενός πολιτικού κατεστημένου, το οποίο δεν διστάζει να μεταχειριστεί απειλές που προσιδιάζουν σε νονούς της νύχτας, σε μέλη μαφιόζικων οργανώσεων, προκειμένου να επιβάλουν τη θέλησή τους. Ο κυνισμός του κ. Παπαϊωάννου βρήκε «άξιο» συντροφικό συμπαραστάτη το θράσος του υπουργού Υγείας κ. Ανδρέα Λοβέρδου. «Όποιος επιχειρήσει να πειράξει τον κ. Παπανδρέου θα μετατρέψει τη χώρα σε μία χώρα στην υπάρχει μακελειό», δήλωσε ο κ. Λοβέρδος («Σκάι», http://www.skai.gr/news/politics/article/192418/loverdos-gia-elstat-an-peirahthei-o-papandreou-tha-ginei-makeleio/, 22/1/2012). Μία απειλή εναντίον του κομματικού κατεστημένου ήταν αρκετή για τους εκπροσώπους του, ώστε να ξεχάσουν όλες τους τις θεωρητικές διακηρύξεις περί ανεξάρτητων θεσμών και περί ελέγχου από την πολιτεία οποιασδήποτε παρατυπίας στην οποία τυχόν θα διολίσθαινε η πολιτική εξουσία.

Σε μία κοινωνία που κοχλάζει από αγανάκτηση εναντίον του διεφθαρμένου πολιτικού κατεστημένου, που προπηλακίζει τους εκπροσώπους του με αφορμή τις δημόσιες εμφανίσεις τους, επιχειρώντας να εγκαθιδρύσει μια ιδιότυπη δικαιοσύνη στη θέση του απόντος και παροπλισμένου από την πολιτική λαθροχειρία δικαιικού συστήματος, είναι απορίας άξιο σε ποια κοινότητα πολιτών σκέφτεται πως μπορεί να υπολογίζει ο κ. Λοβέρδος, ώστε να την εξωθήσει στο «μακελειό» που οραματίζεται· εκτός κι αν έχει στο μυαλό του τις παρακρατικές οργανώσεις που υπονομεύουν τις λαϊκές πορείες διαμαρτυρίας. Η απειλή για πρόκληση πολιτικής ανωμαλίας, αναβιώνοντας συνθήκες παλαιοκομματικών μεθοδεύσεων παρελθουσών δεκαετιών, αποδεικνύει πως οι πολιτικές υποσχέσεις εκσυγχρονισμού κι εκδημοκρατισμού της χώρας είναι δυνατόν να εφαρμοστούν μόνο σε θεωρητικά περιβάλλοντα.

Βέβαια, το παρελθόν του δικαστικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από τη διαπλοκή του με το πολιτικό, θα καθιστούσε κατανοητή την οποιαδήποτε δυσπιστία απέναντί του. Ακόμη και οι απεργίες που προκηρύχθηκαν ενόψει της συνεδρίασης στη Βουλή στις 12/2/2012 για την ψήφιση του λεγόμενου «Μνημονίου 2» κρίθηκαν εν ριπή οφθαλμού παράνομες και καταχρηστικές. Είναι ωστόσο προκλητικό από ένα κόμμα που κατέχει την εξουσία, και το οποίο κατά τα ελληνικά ειωθότα διορίζει στα ανώτατα διοικητικά, άρα και δικαστικά, αξιώματα τους κομματικούς αυλικούς, να υπονοείται ότι «διώκεται» από δικαστικούς αλλότριων πολιτικών φρονημάτων. Κι είναι ακόμη προκλητικότερο η κουτσαβάκικη πολιτική στην τοποθέτηση διοικητικών στελεχών να μεταφέρεται στο πεδίο ενός υποτιθέμενου κοινωνικού ξεσηκωμού που υπηρετεί τις «σοσιαλιστικές» ιδέες, κι απειλεί να «μακελέψει» το σύμπαν αντιδρώντας στην «αδικία»! Το θέατρο του παραλόγου σε μια χώρα όπου η δημοκρατία παραπαίει ανήμπορη, έχει οδηγήσει την Ελλάδα στις συνειδήσεις των πολιτών της σε πλήρη ανυποληψία. Και, δυστυχώς, η ίδια κατάσταση μετατρέπεται πλέον στον δούρειο ίππο που αλώνει τη χώρα, επιτρέποντας στους ξένους «εταίρους» της να της συμπεριφέρονται ταπεινωτικά, επικαλούμενοι ακριβώς την πολιτική ανυποληψία.

Σχολικός χρόνος: Είναι και χρόνος ζωής

Σχολικός χρόνος: Είναι και χρόνος ζωής

 

 Του Γιώργου Μαυρογιώργου*


 

Έχουμε υποστηρίξει ότι ένα Ωρολόγιο Πρόγραμμα δεν είναι μια απλή κατανομή του διδακτικού χρόνου στα προβλεπόμενα γνωστικά αντικείμενα. Πέρα από αυτό, εγγράφει την ιεραρχική διάκριση των γνωστικών αντικειμένων και των εκπαιδευτικών που τα διδάσκουν. Ορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου επιτελείται η κοινωνική λειτουργία της διάκρισης και της άνισης μεταχείρισης των μαθητών ως προς την αξιοποίηση του σχολικού χρόνου. Τέλος, οριοθετεί το πλαίσιο άσκησης της σχολικής πειθαρχίας και της εν γένει πολιτικής κοινωνικοποίησης των μαθητών με τα πρότυπα του πειθαρχημένου και υπάκουου πολίτη που καλείται να συμμορφώνεται προς τις κυρίαρχες εκδοχές διευθέτησης των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων.

Παραδείγματα

 

Όσο παρακάμπτονται οι παραπάνω πτυχές στη διαπραγμάτευση, οι όποιες λύσεις επιλεγούν δεν έχουν προοδευτικό ριζοσπαστικό προσανατολισμό. Θα χρησιμοποιήσουμε ορισμένα παραδείγματα: Συνήθως, όταν συζητάμε για την κάλυψη της ύλης σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή του συντονισμού που γίνεται, επιβεβαιώνουμε πολύ εύκολα τη σχετική απαίτηση, αποσιωπώντας το γεγονός ότι η υποτιθέμενη κάλυψη της ύλης έγινε με  ένα μικρό  αριθμό  μαθητών. Δίνουμε προτεραιότητα στην έκταση της ύλης, στον προβλεπόμενο χρόνο, για να ανταποκριθούμε στις σχετικές προδιαγραφές και παραγνωρίζουμε τις υλικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες φοιτούν και αξιοποιούν το χρόνο μαθητές από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα.

Το άλλο παράδειγμα έχει σχέση με την περίπτωση του ορίου των επιτρεπόμενων απουσιών. Συνήθως, σε περιόδους εισαγωγικών  εξετάσεων, γονείς, μαθητές, γιατροί, διευθυντές συμμετέχουν σε μια συμπαιγνία γραφειοκρατικής κάλυψης των απουσιών, ώστε οι απουσίες να θεωρηθούν νόμιμες! Το σύστημα δεν ενοχλείται από αυτές τις πρακτικές νομιμότητας όσο ενοχλείται με τις περιπτώσεις καθυστερημένης προσέλευσης μαθητών, με τιμωρία αποκλεισμού από τη δυνατότητα πρόσβασης. Και στα δυο παραδείγματα  είναι εμφανείς οι μηχανιστικές αντιλήψεις που υποβαστάζουν τις καθιερωμένες πρακτικές.

Είναι σαφές ότι ο χρόνος είναι μια θεμελιώδης διάσταση με βάση την οποία δομείται και προσλαμβάνεται η εργασία εκπ/κών και μαθητών. Δεν είναι απλώς ένα αντικειμενικό και καταπιεστικό πλαίσιο περιορισμών αλλά είναι  και ένας ορίζοντας δυνατοτήτων και περιορισμών που ορίζονται και με υποκειμενικούς όρους. Οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές/τριες είναι δυνατό  να δημιουργούν το χρόνο τους, όπως είναι πιθανό να προσλαμβάνουν τα χρονοδιαγράμματα και τις χρονικές δεσμεύσεις ως οριστικές.

Μελετώντας τη διάσταση του σχολικού χρόνου μπορούμε να κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους τα στελέχη της διοίκησης, οι εκπ/κοί και οι μαθητές οργανώνουν το χρόνο τους τη στιγμή που περιορίζονται από το χρόνο. Ο τρόπος με τον οποίο «διαχειρίζονται» το χρόνο είναι δείκτης και της σχέσης που έχουν με την εργασία και της θέσης που έχει η εργασία στη ζωή τους.

 

Η τεχνικογραφειοκρατική προσέγγιση

 

Στις εκπαιδευτικές πολιτικές των χωρών-μελών της Ε.Ε. παρατηρείται μια τάση για επέκταση του γραφειοκρατικού ελέγχου, την τυποποίηση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών και την εμπορευματοποίηση του χρόνου. Η παγιωμένη από τη βιομηχανική εποχή γραμμική αντίληψη για το χρόνο έχει προωθήσει και στην εκπαίδευση την αντίληψη για παραγωγικό και εμπορεύσιμο χρόνο. Έχει ήδη σημειωθεί αλλαγή στον τρόπο μέτρησης του σχολικού χρόνου: ο χρόνος δε μετριέται με βάση τη δουλειά που είναι να γίνει. Η σχολική εργασία μετριέται με βάση το χρόνο που διατίθεται. Από την εποχή που η έγκαιρη προσέλευση έγινε δεκτή ως "φυσική" αξία και αρετή, ο χρόνος έγινε εμπόρευμα το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαχείρισης, κατακερματισμού και αγοραπωλησίας. Έγινε μετρήσιμος, αντικειμενικοποιημένος και απόμακρος από τη ζωή των ανθρώπων.

Έτσι και στην εκπαίδευση: ο χρόνος χρησιμοποιείται από τους διαχειριστές για να ποσοτικοποιούν και μετρούν την εργασία των μαθητών/τριών. Η ώρα ανά μαθητή/τρια έχει γίνει αντικείμενο αγοραπωλησίας, εμπόρευμα και υπόκειται σε διαχείριση (π.χ. η ώρα του φροντιστηρίου). Με αυτόν τον τρόπο οι παιδαγωγικές και κοινωνικές σχέσεις γίνονται εμπορευματικές. Η εκπαίδευση προβάλλεται ως καταναλωτικό αγαθό που αγοράζεται με συγκεκριμένο αντίτιμο για συγκεκριμένο χρόνο. Είναι ο χρόνος που αγοράζεται ή πουλιέται παρά συγκεκριμένη εμπειρία, διαδικασία ή αποτέλεσμα. Έτσι, η εκπαιδευτική υπηρεσία προτείνεται ως αντικειμενικοποίηση του χρόνου που διατίθεται. Τα ίδια τα προγράμματα και τα σχολικά μαθήματα γίνονται διαιρετά/ διακριτά και μετρήσιμα με όρους  χρόνου. Αυτή η αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα ώστε η εκπαίδευση να βρίσκεται σε αποξενωτική σχέση με τη μάθηση που με τη σειρά της αποχωρίζεται και αποκόπτεται από το μαθητή/τρια μέσω εμπορεύσιμων μονάδων χρόνου.

Καθώς προωθούνται ως πρωταρχικές επιλογές οι αρχές αποτελεσματικότητας, αποδοτικότητας, παραγωγικότητας, απολογισμού, λογοδοσίας και ελέγχου, κυριαρχεί η τάση για εντατικοποίηση των όρων και συνθηκών εργασίας εκπαιδευτικών και μαθητών/τριών. Χρόνος προετοιμασίας, χρόνος προγραμματισμού, ομαδικός χρόνος, προσωπικός χρόνος κ.α. υπόκεινται σε δραστικές αλλαγές με σαφείς τις τάσεις για συρρίκνωση του λεγόμενου ελεύθερου χρόνου. Αυτή η εξέλιξη στους ορισμούς και τον έλεγχο του χρόνου εκφράζει μια γραμμική και μονοχρονική αντίληψη με πρωταρχικό ενδιαφέρον την αύξηση της παραγωγικότητας, τον περιορισμό της θεωρούμενης «σπατάλης» και την αύξηση του ελέγχου και της υποταγής. Μια τέτοια μονοχρονική και γραμμική προσέγγιση δεν ενδιαφέρεται για τις συγκρούσεις, τις αντιφάσεις και τα διλήμματα που αναδεικνύονται στην κοινωνική τοπογραφία της τάξης όπου εκφράζονται πολυχρονικές εκδοχές.

Ενδεικτική αυτών των τάσεων στην ελληνική βιβλιογραφία είναι οι απόψεις που εκφράζει το «ζεύγος» Π. και Γ. Πασιαρδή. Σε βιβλίο τους (2000) Αποτελεσματικά Σχολεία: Πραγματικότητα ή Ουτοπία( Τυπωθήτω , Αθήνα), υποστηρίζεται ότι: «προσπαθούμε να οργανώσουμε το σχολείο μας με τέτοιο τρόπο ώστε οι διαταραχές στη λειτουργία του σχολείου να περιοριστούν στο ελάχιστο. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται ο χρόνος διδασκαλίας». Στη συνέχεια: «Τα σχολεία πρέπει να στοχεύουν στην ελαχιστοποίηση, όσο γίνεται, των διακοπών και διαταραχών κατά τη διδασκαλία ούτως ώστε το ‘τρένο’ να αρχίσει ομαλά το ταξίδι του. Θα παρομοίαζα το σχολείο με ένα τρένο του οποίου οι επιβάτες καθισμένοι άνετα πηγαίνουν στον προορισμό τους, χωρίς το τρένο να φεύγει από την προγραμματισμένη του πορεία» (σελ.40). Όπως γίνεται φανερό, αυτές οι αναλύσεις πάσχουν από την άποψη ότι προτείνουν μηχανιστικές, τεχνικές, απλοϊκές, αυθαίρετες και αντιεπιστημονικές εκδοχές για το σχολείο, τις κοινωνικές του λειτουργίες και τη μεσολάβηση των υποκειμένων σ αυτές. Ούτε «κοινή γνώση»  συνιστούν ούτε αυτονόητες παραδοχές είναι. Οι κοινωνικές λειτουργίες και σχέσεις του σχολείου δεν έχουν καμιά συνάφεια με τις υπηρεσίες που προσφέρει ένα τρένο. Πέρα από αυτό, ακόμη και στα τρένα έχουμε καθυστερήσεις, εκτροχιασμούς, ατυχήματα, απεργίες, κ.α.

 

Η άλλη πρόταση

 

Μια διεργασία που μπορεί να προωθηθεί για τον επαναπροσδιορισμό αυτής της κατάστασης, τουλάχιστον στο επίπεδο της του σχολείου, είναι να ανιχνεύουμε, να καταγράφουμε και να επαναδιαπραγματευόμαστε το νόημα που έχει ο «χαμένος» σχολικός χρόνος για εκπαιδευτικούς και μαθητές/τριες και να δίνουμε το χρόνο πίσω, στους ίδιους, τόσο στην ποσοτική όσο και στην ποιοτική διάσταση, να διευρύνουμε τη σχετική αυτονομία τους για ό, τι μπορούν να κάνουν μέσα στο χρόνο τους.

Όσο μένουμε προσκολλημένοι στις κρατούσες αντιλήψεις, η τυραννία του σχολικού χρόνου μας κρατάει δέσμιους της έμμονης ιδέας για το πόσο και το πότε σε απόσταση από ερωτήματα του γιατί. Έχουμε γίνει δρομείς της ταχύτητας στη δράση για να «ολοκληρώνουμε» έγκαιρα τη διδακτέα ύλη, χωρίς να μένει χρόνος για το δρόμο αντοχής του στοχασμού. Συνήθως, οι εκπαιδευτικοί αναφέρονται στην «τυραννία» του χρόνου και της διδακτέας ύλης. Στο σχολείο αναπτύσσουμε ταχύτητα για να μην πλησιάζουμε το άγνωστο. Τρέχουμε για να μη βλέπουμε και να μην αισθανόμαστε. Βιαζόμαστε για να μη σκεφτόμαστε. Παντού χρονικές προδιαγραφές: έναρξη, λήξη, διάρκεια, κουδούνι, έγκαιρη προσέλευση, πρωινή ώρα, τελευταία ώρα, διάλειμμα κ.ά. Αρχίζει και τελειώνει κάτι, όχι γιατί ενδιαφέρονται δάσκαλοι και μαθητές, άλλα γιατί 'χτύπησε κουδούνι'. Ο 'χρόνος είναι χρήμα', 'χρόνου Φείδου' και άλλα! Σε συνθήκες συνωστισμού επιθυμιών, αναγκών και ενδιαφερόντων, σε μια αντιφατική κοινωνική τοπογραφία, εκπαιδευτικοί και μαθητές καλούνται σε συγκεκριμένες υποχρεωτικές κοινωνικές σχέσεις. Έτσι, τα βιολογικά άτομα μεταμορφώνονται σε ιδεολογικά υποκείμενα με 'συνείδηση χρόνου', σε ένα πλαίσιο ΄πανοπτικής επιτήρησης'. Για κάθε συγκεκριμένη δραστηριότητα κάθε συγκεκριμένου ατόμου υπάρχει συγκεκριμένος χώρος σε προγραμματισμένη χρονική στιγμή!

Η αγωνία της «ολοκλήρωσης» της ύλης εξορίζει τη σοφία και την ηδονή της βραδύτητας, κατά πως θα έλεγε κι ο Κούντερα ( Η Βραδύτητα,1996). Όπως υποστηρίζει, χαρακτηριστικά (σ. 44) «υπάρχει κρυφός σύνδεσμος μεταξύ βραδύτητας και μνήμης, μεταξύ ταχύτητας και λήθης… Στα υπαρξιακά μαθηματικά αυτή η εμπειρία παίρνει τη μορφή δύο στοιχειωδών εξισώσεων: ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης. ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης».

Η εκπαιδευτική διαδικασία, έτσι κι αλλιώς, είναι οργανωμένη με διευθετήσεις ιεραρχικής κατάταξης, κατανομής και επιλογής της διδακτέας ύλης. Η σχολική γνώση είναι κοινωνικά επιλεγμένη και επομένως επιλεκτική και "παραδειγματική". Γιατί τόση ομηρία στην έμμονη ιδέα της "ολοκλήρωσης" σε καθορισμένα χρονικά πλαίσια; Το σύνδρομο της «ολοκλήρωσης» με παραδειγματικές επιλογές! Ουσιαστική ανασυγκρότηση των μορφών κατανομής και διευθέτησης του σχολικού χρόνου περνάει μέσα από μια συνολική ανασυγκρότηση της εκπαίδευσης για βαθύτερο εκδημοκρατισμό του περιεχομένου και της μορφής της εκπαίδευσης, με διεύρυνση της σχετικής αυτονομίας και της ενεργού συμμετοχής των υποκειμένων της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τουλάχιστον, έτσι μπορούμε να αρχίζουμε να διεκδικούμε λιγότερα εμπόδια ανάμεσα στην εργασία και στη ζωή, όπως μας προτείνει ο Ε.Τόμσον ή να ανακαλύπτουμε «τις χαρές του αργού χρόνου», όπως μας προτρέπει ο Th. Εriksen. Στο κάτω-κάτω ο σχολικός χρόνος δεν είναι για τους μαθητές, απλώς, χρόνος προετοιμασίας για τη ζωή ούτε είναι, απλώς, χρόνος εργασίας για τους εκπαιδευτικούς. Είναι χρόνος ζωής…

 

–  H ανάλυση αντλεί από το: Μαυρογιώργος Γ.(2008), Εκπαίδευση και Χρόνος, στο Αθανασούλα-Ρέππα, Α. κ.α. Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, Τόμος Α΄, ΕΑΠ, σ.213-238, Πάτρα.

 

Ο Γιώργος Μαυρογιώργος είναι άμισθος αντιπρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΥΠΠ Κύπρου. Ιστοσελίδα:  http://pep.uoi.gr/gmavrog  email: gmavrog@cc.uoi.gr

 

ΠΗΓΗ: 21-02-2012, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=57970

Συναλλαγματική πολιτική ανταγωνιστικότητα & … διέξοδος

Συναλλαγματική πολιτική ανταγωνιστικότητα και προοδευτική διέξοδος από την κρίση*

 

Του Γιάννη Τόλιου**


 

Η βαθιά και κρίση της ελληνικής οικονομίας με αιχμή την κρίση χρέους, εκτός από ενδογενείς αιτίες του ελληνικού καπιταλισμού, συμπυκνώνει τις συνέπειες της κρίσης στην ευρωζώνη και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε διεθνές επίπεδο. Τα τελευταία δύο χρόνια έγιναν πάνω από 20 συναντήσεις των ηγετών ΕΕ και Eurogroup, με ανάλογα θριαμβευτικά ανακοινωθέντα …βιωσιμότητας ολίγων ημερών.

Ταυτόχρονα πέριξ του σαθρού οικοδομήματος της ΟΝΕ, δημιουργήθηκε ένα παρα-οικοδόμημα («μηχανισμός στήριξης», «Μνημόνια», «Σύμφωνο ευρώ» κά), κάνοντας το πρόσωπο της πιο αντιδημοκρατικό, αντιλαϊκό και απαίσιο. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν οι αποφάσεις της 9ης Δεκέμβρη '11 με δημιουργία «δημοσιονομικού συμφώνου» («ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς», κυρώσεις, ποινές, κά), βάζοντας λαούς και εργαζόμενους σε διαχρονικό «δημοσιονομικό κάτεργο», μετατρέποντας ταυτόχρονα αδύναμες χώρες σε «προτεκτοράτα» του γερμανικού imperium.

 

Η κρίση ευρωζώνης και «δημοσιονομικό σύμφωνο»

 

Το νέο σύμφωνο όχι μόνο δεν επιλύει αλλά οξύνει τη βαθιά εσωτερική αντίφαση της ευρωζώνης ανάμεσα στο μόνιμο «κλείδωμα» της ισοτιμίας νομισμάτων χωρών με διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης (παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας), η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής «πλεονασμάτων» στις ισχυρές και «ελλειμμάτων» στις αδύναμες. Ταυτόχρονα ενισχύει τις ενδογενείς τάσεις του συστήματος προς ανισόμετρη ανάπτυξη παράγοντας αποκλείσεις αντί συγκλίσεις σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Από την άλλη το μεγάλο θέμα της απασχόλησης παραμένει υπόθεση του «μηχανισμού αγοράς» και το μόνο εργαλείο στήριξης της ανταγωνιστικότητας σε εθνικό επίπεδο είναι η εισοδηματική πολιτική χαμηλού εργατικού κόστους.

Συμπερασματικά, το αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό οικοδόμημα της ΟΝΕ (ευρωζώνης-ευρώ), έχει υποστεί «μεταλλάξεις» προς το χειρότερο και αποτελεί αυταπάτη η «πίεση» από τα κάτω για βελτιώσεις, όταν τα βασικά κέντρα λήψης αποφάσεων είναι μακριά από τους λαούς και τους εργαζόμενους (Συμβούλιο, Eurogroup, Επιτροπή), το Ευρωκοινοβούλιο παίζει διακοσμητικό ρόλο, ενώ ο άξονας «Μερκόζι» (Μεργκελ-Σαρκοζί) καθορίζει πλέον τις βασικές «συντεταγμένες» της ευρωζώνης. Η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για να είναι βιώσιμη και να αντιστοιχεί στις απαιτήσεις του «ιστορικά αναγκαίου» (ισότιμη και αμοιβαία επωφελής συνεργασία χωρών), προϋποθέτει καινούργια «αρχιτεκτονική» με θεμέλια τα συμφέροντα των λαών και των εργαζόμενων, σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Αυτό συνεπάγεται ανατροπή και διάλυση της ΟΝΕ.

 

Συναλλαγματική πολιτική και Ανταγωνιστικότητα

 

Οι εμπειρίες από την εφαρμογή του «Μνημονίου» στο όνομα της χρεοκοπίας ήταν δραματικές. Μεγάλες μειώσεις μισθών-συντάξεων, υποβάθμιση βιοτικού επιπέδου, εκρηκτική αύξηση ανεργίας ιδιαίτερα στους νέους, μεγάλη μείωση ΑΕΠ (σωρευτικά 20%), κλείσιμο 430.000 ΜΜΕ, παραγωγική παρακμή, φτωχοποίηση ευρύτερων στρωμάτων, αυτοκτονίες, κά. Η χώρα έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει (αδυναμία αποπληρωμής χρέους) και αυτό που συζητάμε είναι οι πολιτικές διαχείρισης της που συνοψίζονται σε δύο επιλογές. Η πρώτη είναι της «ελεγχόμενης πτώχευσης» που προωθούν τρικομματική κυβέρνηση και υπερεθνική τρόϊκα είναι σε όφελος πιστωτών με στόχο τη δήμευση του ελληνικού λαού μέσω ξεπουλήματος όλων των ΔΕΚΟ και της δημόσιας περιουσίας, με «σφαγή» μισθών, συντάξεων και λαϊκών εισοδημάτων (εσωτερική υποτίμηση αξίας εργατικής δύναμης πάνω από 50%) και επιστροφή εργασιακών σχέσεων αρχές 1900! Τέλος με το λεγόμενο PSI, τη νέα δανειακή σύμβαση και το νέο Μνημόνιο, βάζουν βαριές αλυσίδες για δεκαετίες στο ελληνικό λαό (νέο χρέος 130 δις, αγγλικό δίκαιο στα νέα ομόλογα, κά), ενώ σχεδόν καταργείται η εθνική και λαϊκή κυριαρχία.

Η κυβέρνηση Παπαδήμου παίζει ρόλο «δικαστικού επιμελητή» στη δήμευση του ελληνικού λαού. Γιαυτό και καταφεύγει σε φαιδρά επιχειρήματα περί «σωτηρίας της χώρας», «στήριξης ανταγωνιστικότητας», «αύξησης απασχόλησης», κά, ενώ κινδυνολογεί ότι η απόρριψη των μέτρων σημαίνει χρεοκοπία, επιστροφή στη δραχμή και τελικά… εθνική καταστροφή.! Ειδικότερα νάγει τη μείωση μισθών σε «κλειδί» της ανάπτυξης αποφεύγοντας να απαντήσει πως οι υψηλότεροι μισθοί στη Γερμανία συνδυάζονται με υψηλότερη ανταγωνιστικότητα και πως οι χαμηλότεροι μισθοί στην Ισπανία με υψηλότερη ανεργία. Δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει ότι βασικός μοχλός ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας είναι η «παραγωγικότητα» (νέα τεχνολογία, κατάρτιση, έρευνα, κά), καθώς η «συναλλαγματική πολιτική» (η ισοτιμία της δραχμής παραμένει «κλειδωμένη» στο ευρώ), ενώ η επίδραση του εργατικού κόστους ασκεί μικρή σχεδόν οριακή επίδραση. Με δεδομένο ότι το μέσο εργατικό κόστος στην ελληνική βιομηχανία είναι 15%, ακόμα και με μείωση μισθών κατά 50% η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται μόλις κατά 7,5%, ενώ εάν η ισοτιμία του ευρώ (και έμμεσα της δραχμής) μειωθεί έναντι του δολαρίου από 1,36 σήμερα στο ύψος του 2000 (1 € = 1 δολ.), τότε η ανταγωνιστικότητα θα βελτιώνονταν κατά 36%.!!! Αυτή την σκληρή αλήθεια αποσιωπά ο κ.Παπαδήμος και πολλοί άλλοι λαλίστατοι, οικονομολόγοι και «αναλυτές», πέραν….αλλά και εντός της Αριστεράς, που υιοθετούν τη κινδυνολογία ότι αποδέσμευση από την ευρωζώνη-ευρώ και επιστροφή στο εθνικό νόμισμα συνεπάγεται….εθνική καταστροφή.

 

Εθνικό νόμισμα και εναλλακτική στρατηγική εξόδου από την κρίση

 

Ασφαλώς ο μοχλός της «συναλλαγματικής πολιτικής» δεν αρκεί από μόνος του να λύσει τα προβλήματα της ανάπτυξης, απασχόλησης, χρέους, κλπ. Ωστόσο στα πλαίσια μιας γενικότερης εναλλακτικής οικονομικής στρατηγικής προοδευτικής εξόδου από την κρίση, μπορεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Είναι κατά συνέπεια τουλάχιστον «στρουθοκαμηλισμός» το σύνθημα, «καμιά θυσία για το ευρώ, καμιά ψευδαίσθηση για τη δραχμή».! Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες μιας τέτοιας στρατηγικής;

Πολύ επιγραμματικά:

1) «Αθέτηση πληρωμών» χρέους επικαλούμενοι το διεθνές δίκαιο («κατάσταση ανάγκης» και «απεχθές χρέος») για άμεση ανακούφιση κρατικού προϋπολογισμού από τα τεράστια τοκοχρεολύσια.

2) Ανατροπή «Μημονίου», αποδέσμευση από ευρωζώνη και ανάκτηση ελέγχου βασικών εργαλείων οικονομικής πολιτικής (συναλλαγματικής, νομισματικής, δημοσιονομικής, πιστωτικής, αναπτυξιακής, κλπ).

3) Εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση τραπεζών, έλεγχο κίνησης κεφαλαίων και αξιοποίησης λαϊκών αποταμιεύσεων για στήριξη παραγωγικής ανασυγκρότησης.

4) Επεξεργασία ανορθωτικού προγράμματος ανάπτυξης, αύξηση απασχόλησης, εθνικού εισοδήματος και δικαιότερη αναδιανομή του.

5) Ριζική εξυγίανση δημόσιων οικονομικών, αύξηση εσόδων (πάταξη φοροδιαφυγής, φοροκλοπής) πολιτική δαπανών με αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.

6) Στήριξη αγοραστικής δύναμης μισθών-συντάξεων, ενίσχυση κοινωνικών-αναπτυξιακών δαπανών, ειδικά προγράμματα για οικογενειακή γεωργία και μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις.

7) Επιστροφή υπό εθνικό έλεγχο όλων των βιώσιμων ΔΕΚΟ και επέκταση τους σε στρατηγικούς τομείς.

8) Καταπολέμηση καρτέλ και μονοπωλιακών κυκλωμάτων, περιορισμός και έλεγχος δράσης πολυεθνικών.

9) Ανάπτυξη ισότιμων οικονομικών σχέσεων με όλες τις χώρες, στα πλαίσια μιας «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής.

10) Βαθύς εκδημοκρατισμός κράτους, ανάπτυξη θεσμών λαϊκού ελέγχου και ουσιαστικής «συμμετοχής» των εργαζόμενων στα βασικά κέντρα των οικονομικών αποφάσεων, κά.

Οι παραπάνω άξονες-μέτρα, αμφισβητούν το DNA της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και αποτελούν αφετηρία ριζοσπαστικών αλλαγών για προωθημένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς με ορίζοντα το σοσιαλισμό. Η εφαρμογή τους ανταποκρίνεται στις ανάγκες, τα συμφέροντα και προσδοκίες της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και πρώτα απ' όλα μισθωτών-εργαζόμενων, αγροτιάς, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και νέας γενιάς. Οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις προώθησης τους είναι η ανάπτυξη ρωμαλέου και πολύμορφου κινήματος αντίστασης, ανατροπής και αλληλεγγύης ως όχημα βάσης για ανάδειξη μιας κυβέρνησης ριζοσπαστικών-αριστερών δυνάμεων. Η καλλιέργεια κλίματος παθητικότητας, μοιρολατρίας, αποδοχής τετελεσμένων και «νεο-ραγιαδισμού» είναι η χειρότερη «συνταγή» και δεν αντιστοιχεί στις αγωνιστικές παραδόσεις, ιστορικές παρακαταθήκες, αδούλωτη και υπερήφανη στάση του λαού απέναντι σε ξένους και εγχώριους δυνάστες.

Εξυπακούεται ότι η αναβάθμιση της κοινής δράσης με ανάλογα κινήματα στις χώρες της ΕΕ, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο στην επίτευξη των παραπάνω και ενθάρρυνσης ανάλογων ανατροπών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα ανοίξει ελπιδοφόρους δρόμους για μια Ευρώπη των λαών, των εργαζόμενων και της σοσιαλιστικής προοπτικής. Κατά συνέπεια η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων «διεθνοποίησης» της οικονομικής ζωής, δεν περνάει αναγκαστικά από τις νεοφιλελεύθερες συμπληγάδες της «ευρωζώνης», αλλά μπορεί να βρει «γόνιμο έδαφος» στην ισότιμη προσέγγιση και συνεργασία των λαών και χωρών.

 

* Το παρόν άρθρο συνιστά τα βασικά σημεία από εισήγηση του Γιάννη Τόλιου σε Ημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ Αχαΐας με θέμα: «Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρώ, κρίση Ευρωζώνης. Η ταξική προσέγγιση» (Πάτρα 5.2.12). Το παρόν άρθρο παρ’ ότι στάλθηκε για δημοσίευση στην «Αυγή» από τις 8.2.12 δεν δημοσιεύτηκε!

 

** Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών και μέλος της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ.

 

ΠΗΓΗ: http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=6702:synallagmatiki-politiki-antagonistikotita-proodeytiki-dieksodos&catid=54:anpolitiki&Itemid=284

Mήπως η κρίση μάς κρίνει;

Mήπως η κρίση μάς κρίνει;


 
Του Μακ. Αρχιεπ. Ιερώνυμου Β΄


 

“…Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να αντισταθεί στα οργανωμένα συμφέροντα, βάζοντας στην καθημερινότητα την προσωπική σφραγίδα της αγάπης. Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να καταστήσει τη στέρηση και την κρίση αφετηρία για έναν καλύτερο κόσμο…”

Oι κρίσεις κρίνουν τους ανθρώπους. Mας θέτουν ενώπιον των ευθυνών μας, μας αποκαλύπτουν τις «εφεδρείες» μας που βρίσκονταν πίσω από την επιφάνεια, μας απογυμνώνουν από τυχόν προσχήματα και δικαιολογίες, μας αναδεικνύουν δημιουργούς του παρόντος και του μέλλοντος. Xωρίς να αποτελεί εξαίρεση ετούτη η βαθιά οικονομική και ηθική κρίση που ταλανίζει το έθνος μας και υπονομεύει την κοινωνία μας δεκαετίες τώρα, αλλά μόλις πρόσφατα εκδηλώθηκε σε όλη της την οδύνη, μας υποβάλλει σε κρίση – κριτική.

Σε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τα πεδία στα οποία κρινόμαστε ως λαός, θα επικεντρωθούμε σε τρία καθοριστικά για την υπόσταση του ανθρώπου ως όντος:
α) Eμείς και ο εαυτός μας. Ποιοι πραγματικά είμαστε πέρα από τις άμυνές μας και τα ψιμύθια με τα οποία «καλλωπίζουμε» την κοινωνική μας παρουσία; Ποιος είναι ο αυθεντικός μας εαυτός και γιατί τον έχουμε καταχώσει κάτω από προσχώσεις καταναλωτισμού και επιτήδευσης; O Mέγας Bασίλειος μάς επισημαίνει ότι άλλοι είμαστε εμείς ως προσωπικότητες και άλλα τα «δικά μας» τα υπάρχοντά μας, εκείνα που χαρακτηρίζουν το φαίνεσθαι, γι' αυτό και μας προτρέπει να μη χάσουμε από τα μάτια μας ποτέ αυτή τη διάκριση. Aισθανόμαστε λοιπόν ότι αντλούμε την αξία μας μόνο και μόνο από το γεγονός πως είμαστε πλάσματα του Θεού; Mήπως χάσαμε την πυξίδα εδώ; Mήπως αυξήσαμε υπέρμετρα τις τεχνητές μας ανάγκες για να καλύψουμε την εσωτερική μας φτώχεια; Mήπως τελικά μια αφαίρεση των αναγκών αυτών είναι σωτήρια; Eυχής έργο είναι, βέβαια, η αφαίρεση αυτή να είναι θεληματική και συνειδητή, κάτι που η εκκλησιαστική μας παράδοση ονομάζει άσκηση. Aλλά και όταν μας επισκέπτεται ακούσια και βίαια, μήπως έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε καλό από το κακό; O άγιος Iωάννης ο Xρυσόστομος γράφει ότι «φτωχός είναι, όχι εκείνος που δεν έχει τίποτε, αλλά εκείνος που φοβάται τη φτώχεια». H προσκόλληση στα υλικά, δηλαδή, μας στερεί την ελευθερία και την ψυχική ειρήνη.

β) Eμείς και οι άλλοι. H κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης φαίνεται ότι αφυπνίζει δυνάμεις αλληλεγγύης στην κοινωνία μας. Tο μήνυμα είναι παρήγορο. Aλλά γιατί να έχουμε ανάγκη την οδύνη για να ανακαλύψουμε τον συνάνθρωπό μας; Mήπως και πριν από την κρίση δεν υπήρχαν δίπλα μας στερούμενοι και αναξιοπαθούντες συνάνθρωποι; H έμπρακτη αγάπη οφείλει να είναι μια διαρκής στάση ζωής. Oλόκληρο το μήνυμα του Xριστού οικοδομήθηκε πάνω στην αναγκαιότητα της αγάπης. H αγάπη, ως συνειδητή και διακριτική φροντίδα για τον άλλον, εμφανίσθηκε ως η επαναστατική καινοτομία του Xριστιανισμού και, καθώς βρήκε ηρωική εφαρμογή από πολλούς ανά τους αιώνες, αποτέλεσε τελικά την αποφασιστική δύναμή του κατά την αναμέτρηση με άλλες ιδέες και θρησκείες. Eνας λαός, όμως, που επί δύο χιλιάδες χρόνια απολαμβάνει ως αυτονόητη τη χριστιανική του ιδιότητα, κινδυνεύει να αποξενωθεί από την ανατρεπτική δύναμη της αγάπης μέσω της συνήθειας και της ρουτίνας, υποκύπτοντας στην ισχυρή έλξη της αυτάρκειας και του ατομισμού. H έμπρακτη εξάσκηση της αγάπης δεν καλύπτει μόνο συγκεκριμένες ανάγκες των ανθρώπων. Λειτουργεί και ως προσωπική μας αναβάπτιση στα ουσιώδη του ευαγγελικού μηνύματος. Mας ξαναφέρνει σε μυστική εσωτερική σχέση και κοινωνία με τον Xριστό, τον Oποίο αντικρίζουμε στα πρόσωπα των πασχόντων και στερουμένων, όπως άλλωστε μας το δήλωσε ρητά ο Iδιος. Kαι τελικά παρουσιάζει τη χριστιανική ιδιότητα στον σύγχρονο κόσμο ως παγκόσμια ζωντανή και σφριγηλή ελπίδα και όχι ως κάτι αγκυλωμένο που έρχεται από το παρελθόν και δεν έχει τίποτε ουσιαστικό να δώσει πια. Δυστυχώς, πρέπει να το ομολογήσουμε, κάποιοι χριστιανοί (ευτυχώς όχι όλοι) συχνά καλλιεργούμε με τη στάση μας μια παρόμοια απογοήτευση στους ανθρώπους.

γ) Eμείς και ο Θεός: O λαός μας δεν διακρίνεται από υψηλά ποσοστά αθεΐας, όπως άλλοι δυτικοευρωπαϊκοί λαοί. Παρά το γεγονός ότι θρησκεύει, όμως φαίνεται να παρουσιάζει μιαν ασυνεπή στάση: συναρτά την έμπρακτη θρησκευτικότητά του με τις δυσκολίες της ζωής. Mε άλλα λόγια, σε μεγάλο βαθμό οι Eλληνες καταφεύγουμε στον Θεό ως στήριγμα απέναντι στα ποικίλα προβλήματά μας. Aλλά δεν είναι αυτό που ήλθε να φέρει ο Xριστός. Δεν θέλησε να γίνει απλώς το αποκούμπι μας.

Mια κρίση σαν αυτή αποτελεί εκπληκτική ευκαιρία να ανακαλύψουμε τον Θεό γι' αυτό που είναι και να τον αγαπήσουμε για εκείνα που έχει να μας δώσει. Kαι αυτά δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον πλούτο της Θεότητός Tου, από τη θαυμαστή ικανότητά Tου να μεταμορφώνει τον άνθρωπο και να τον αγιάζει. Nα τον θεραπεύει από τα πάθη και να τον καθιστά κοινωνό της ανείπωτης δόξας του. H κρίση μπορεί να μας αποκαλύψει πως η παθολογική εξωστρέφεια και ο θόρυβος τα οποία καλλιεργεί η κοινωνία του θεάματος και της κατανάλωσης μάς αποκρύπτουν τον Θεό, ο Oποίος συνηθίζει να μιλάει σε χαμηλότερους τόνους, στα μάτια της ψυχής μας.

Kαθώς πολλές βεβαιότητες κλονίζονται γύρω μας και μάλλον θα συνεχίσουν περισσότερο, ένας Θεός που φλέγεται από την επιθυμία να μας θρέψει με το Σώμα Tου και το αίμα Tου αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς και σιγουριάς. Aλλά και ευγνωμοσύνης. Oπως σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «μόνο όταν αγαπήσουμε πραγματικά τον Θεό θα τον γνωρίσουμε αληθινά». Iσως για πολλούς από μας ακόμη παραμένει ο μεγάλος άγνωστος…
Aδελφοί μου ας μην φοβόμαστε! Στην ιστορία του τόπου μας έχουμε ζήσει πολύ χειρότερες και φοβερότερες συνθήκες. Aλλά κυρίως ας μην φοβόμαστε διότι ο Θεός είναι κύριος της ιστορίας και έχει τη δύναμη να αναδείξει τον άνθρωπο συνδημιουργό της.

Δεν είναι υπερβολικός ο λόγος: ένας άνθρωπος έρμαιο της κατανάλωσης, του ναρκισσισμού, των παθών του, δεν δημιουργεί ιστορία αλλά σύρεται πίσω της σαν ουραγός. Aντίθετα ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις κατώτερες ορέξεις του, πασχίζει και μερικές φορές πάσχει για να επικρατήσει γύρω του η αλήθεια και η ευσπλαχνία, αυτός ο άνθρωπος αποτελεί ελπίδα για τη χώρα του ως πολίτης και για τον κόσμο ως ύπαρξη.

Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να αντισταθεί στα οργανωμένα συμφέροντα, βάζοντας στην καθημερινότητα την προσωπική σφραγίδα της αγάπης. Aυτός ο άνθρωπος είναι σε θέση να καταστήσει τη στέρηση και την κρίση αφετηρία για έναν καλύτερο κόσμο.

 

ΠΗΓΗ: Hμερομηνία δημοσίευσης: 19-0212, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_100062_19/02/2012_473124

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Εκκλησία μας, η διαχρονικά διωκόμενη, όρισε ως ανάγνωσμα ευαγγελικής περικοπής κατά την Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου τη γνωστή ως περικοπή περί της μελλούσης κρίσεως. Παραθέτουμε τμήμα της περικοπής αυτής, προκειμένου να το σχολιάσουμε.

«Όταν έλθει ο Υιός του ανθρώπου με τη δόξα του και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθήσει στον ένδοξο θρόνο του και θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη. Και θα χωρίσει τους  μεν από τους δε, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια, και θα θέσει τα μεν πρόβατα στα δεξιά του, τα δε γίδια στα αριστερά του. Τότε ο Βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς στα δεξιά του: “Έλάτε σεις, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, και κληρονομείστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από την αρχή του κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με φιλοξενήσατε, γυμνός και με ντύσατε, ασθένησα και με επισκεφθήκατε, ήμουν στη φυλακή και ήλθατε να με δείτε”».

Ενώ αυτά ακούγονται στους ναούς κατά τη θεία Λειτουργία, ο Κόσμος ετοιμάζεται να γιορτάσει την αποκριά, τη γνωστότερη ως καρναβάλι. Και είναι προτιμητέα η χρήση της λέξης καρναβάλι, καθώς την ελληνική αποκριά την κατανοούμε ως αποτρεπτική από την κατανάλωση κρέατος. Βέβαια το ίδιο σημαίνει και η λέξη καρναβάλι, όμως εμείς την έχουμε ταυτίσει με ξεφαντώματα, χαρές και γλέντια, χρήση λέξεων και φράσεων που δεν συνηθίζουμε κατά το υπόλοιπο έτος και, τέλος, μασκαρέματα, δηλαδή χρήση προσωπείων. Και όλα αυτά γιατί; Επειδή η Εκκλησία εγκαινιάζει με τη λήξη της αποκριάς μακρά περίοδο «επώδυνης νηστείας» με πλήθος «απαγορεύσεων»! Δεν είναι λίγοι αυτοί που τόνισαν το πλήθος των απαγορεύσεων αυτών και το πνεύμα ανελευθερίας που διέπει τον εκκλησιαστικό λόγο. Γι’ αυτό ακριβώς και παρέθεσα στην αρχή το τμήμα της περικοπής, ώστε να δειχθεί περίτρανα πόσο ανυπόστατες και ψευδείς είναι οι επικρίσεις. Οι εντολές υπό μορφή απαγορεύσεων έχουν δοθεί στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά και ο αρχαίος ελληνικός κόσμος με αρνητική διατύπωση προέβαλε την ύψιστη εντολή: «Ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» (Κλεόβουλος ο Ρόδιος).

Βέβαια ο Κόσμος δεν είναι πρόθυμος να δεχθεί ότι δεν υπάρχουν απαγορεύσεις και θέτει ερωτήματα: Και η προσευχή, η νηστεία, η εγκράτεια δεν είναι απαγορεύσεις; Είχα διαβάσει τον λόγο ενός Άγγλου ορθοδόξου επισκόπου, του Καλλίστου Γουέαρ: «Ίσως ο Θεός να μη μας ερωτήσει πόσες προσευχές, πόσες αγρυπνίες, πόσες νηστείες κάναμε, οπωσδήποτε θα μας ρωτήσει τι κάναμε για τον αδελφό μας τον ελάχιστο». Θα μπορούσε κάποιος κριτικά ιστάμενος έναντι της Εκκλησίας με φθηνό πνεύμα να υποστηρίξει ότι μπορεί να κάνει εκείνα που ζήτησε ο Χριστός για το συνάνθρωπό μας που πάσχει χωρίς προαπαιτούμενο την εκκλησιαστική ζωή και τα επακόλουθά της, αφού και ένας επίσκοπος ακόμη δεν τα θεωρεί σημαντικά! Η παραποίηση των λόγων και οι προφάσεις είναι διαχρονική καταφυγή των «εν αμαρτίαις». Ο επίσκοπος Κάλλιστος έχει κατά νουν τους πιστούς που αδυνατούν να ξεχωρίσουν τα μέσα από τον σκοπό. Γίνεται αυτό κατανοητό στην περικοπή επιστολής του Αποστόλου Παύλου, γνωστή ως «ύμνος της αγάπης», από την οποία το απόσπασμα: «Και εάν διαθέσω όλα τα υπάρχοντά μου, για να θρέψω τους φτωχούς, και εάν παραδώσω το σώμα μου, ώστε να γίνω ολοκαύτωμα, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι διόλου».

Η ασκητική θεώρηση του βίου, κατά τους πατέρες της Εκκλησίας, δεν είναι αυτοσκοπός. Σκοπός είναι η κάθαρση, ο αγιασμός και, τέλος, η θέωση του ανθρώπου. Ο λόγος του επισκόπου Καλλίστου σκοπό έχει να προστατεύσει τους πιστούς από του να χάσουν τον δρόμο στην έπαρση για τα «πνευματικά» τους επιτεύγματα. Όσο για την άποψη του Κόσμου ότι μπορούμε να συμπαραστεκόμαστε στον συνάνθρωπό μας χωρίς τις δεσμεύσεις της Εκκλησίας, αυτή καταρρέει με μία ματιά στο τρομακτικό πλήθος των πασχόντων συνανθρώπων μας. Η πλανήτης στενάζει από το μέγεθος της δυστυχίας δισεκατομμυρίων συνανθρώπων μας, στους οποίους έρχονται κατ’ έτος να προστεθούν εκατομμύρια νέων. Η λεγόμενη ανθρωπιστική βοήθεια είναι οι πενταροδεκάρες, με τις οποίες επιχειρούμε να φιμώσουμε τις τύψεις της συνείδησής μας, γιατί κατά βάθος αισθανόμαστε τις ενοχές μας. Ο συνάνθρωπός μας πεινά, διψά, κρυώνει, γεύεται την προσφυγιά και την αθλιότητα του κελλιού της φυλακής και εμείς γλεντούμε. Ειδικά στην Ελλάδα γλεντούμε ακόμη και εφέτος, ενώ η οικονομική κρίση σοβεί και το μέλλον προοιωνίζεται δεινότερο.

Βέβαια ο Κόσμος προβάλλει και άλλο επιχείρημα: Από παντού είμαστε στριμωγμένοι. Δεν έχουμε ανάγκη από λίγη εκτόνωση; Η αποκριά είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία. Οι εκδηλώσεις των ημερών είναι σαφής αντίρρηση προς το κατανυκτικό πνεύμα του Τριωδίου, μέσω του οποίου η Εκκλησία καλεί τους πιστούς να εισέλθουν στο στάδιο του πνευματικού αγώνα. Έχουμε πλείστες άλλες ευκαιρίες για γλέντια καθ’ όλο το έτος. Εμείς όμως θέλουμε τώρα. Μάλιστα με περισσή καύχηση οι πρωταγωνιστές των εκδηλώσεων τονίζουν ότι το έθιμο ανάγεται στην ειδωλολατρική αρχαιότητα. Εμείς δεν θέλουμε προσευχές και νηστείες, θέλουμε χαρές και γλέντια. Τώρα τι είναι χαρά, ασφαλώς δεν γνωρίζουμε, καθώς δεν την έχουμε γευθεί και οι πλείστοι τη συγχέουμε με την ευχαρίστηση. Εμείς θέλουμε να εκφραστούμε «ελεύθερα» με βωμολοχίες, όπως και οι βάκχες και οι σάτυροι των προγόνων μας. Δεν είναι άσχετο το ότι σε όλους τους τόπους τουριστικού προορισμού ξένων διατίθεται σε μεγάλες ποσότητες αγαλματίδιο σατύρου με υπερμεγέθη γεννητικά όργανα. Θέλουμε να δείξουμε ότι αυτοί ήσαν οι πρόγονοί μας, αυτοί είμαστε και μεις! Και επειδή παλαιότερα η συντηρητική κοινωνία δεν το επέτρεπε τις «εκτροπές» καλύπταμε το πρόσωπο με προσωπείο (μάσκα). Τώρα όμως προοδεύσαμε και το αποβάλαμε.

Αλλοίμονο στον αθλητή που εισέρχεται στο στάδιο των αγώνων ανέτοιμος. Αν αντιλαμβανόμαστε την προσευχή ως καταναγκαστική επικοινωνία με τον δεσπότη και όχι ως αναπνοή που μας κρατά στη ζωή, αν τη νηστεία θεωρούμε απαγόρευση ικανοποίησης των αισθήσεων και όχι ως το πλέον αποτελεσματικό μέτρο κατά της εγωπάθειας, αν την εγκράτεια ειδικά περί την γενετήσια σφαίρα προ του γάμου εκλαμβάνουμε ως στραγγαλισμό της κατ’ εξοχήν απόλαυσης, τότε εκείνο που επιτυγχάνουμε είναι να χάνεται από τον ορίζοντά μας ο πάσχων συνάνθρωπός μας και τελικά να καταντούμε και εμείς πάσχοντες από έλλειψη νοήματος του βίου. Το μαρτυρεί η κατάρρευση των κοινωνιών της αφθονίας.

Ο Χριστός κρούει τη θύρα μας διακριτικά. Σ’ εκείνους που θα την ανοίξουν προσφέρει σταυρό. Ο σταυρός του Χριστού δεν είναι διαρκές αυτομαστίγωμα, όπως ο Κόσμος θεωρεί. Είναι αποδοχή του πόνου, του προσωπικού, και ανακούφιση του πόνου του αδελφού μας του ελαχίστου, όπως ο Κυρηναίος, που σήκωσε τον σταυρό του Κυρίου. Η άρνηση του σταυρού, η άρνηση δηλαδή του πόνου, μας οδηγεί στην ανία, την οποία αυτές τις ημέρες αποδιώκουμε με εντονότερους «εξορκισμούς».

Βέβαια υπάρχει και η κυνική υλιστική θεώρηση του βίου: «Φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Δικαιώνεται όμως έτσι η ιστορία του ανθρώπου. Κι όλοι αυτοί οι ελάχιστοι αδελφοί μας που πέθαναν νηστικοί και διψασμένοι, γυμνοί και ξένοι ή αδίκως καταδικασμένοι από την ανθρώπινη δικαιοσύνη πότε και από ποιόν θα δικαιωθούν; Η μέλλουσα κρίση είναι αίτημα δικαιοσύνης.

 

                                                             «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 20-02-2012

Ποιος κατέστρεψε την Αθήνα; Ποιοί κλαψουρίζουν;

Ποιος κατέστρεψε την Αθήνα;  Ποιοί είναι αυτοί που κλαψουρίζουν;

 

Του Γιώργου Σαρρή


 

Η Αθήνα καταστράφηκε από την αντιπαροχή του εθνάρχη Καραμανλή λόγω του κομμουνιστικού κινδύνου στην επαρχία!

Όλοι είδαμε την Κυριακή τις συμμορίες των κουκουλοφόρων να καίνε με σχέδιο ό,τι μπορούν, παλεύοντας απεγνωσμένα να κρύψουν την τεράστια διαδήλωση που σόκαρε ΕΕ και ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα εξουσίας. Δε μιλάω βέβαια για τους απλούς διαδηλωτές που εξαγριωμένοι από τον ψεκασμό και το απρόκλητο κυνηγητό από τα ΜΑΤ αμύνθηκαν με όποιο τρόπο είχαν εκείνη τη στιγμή. Όποιος δεν είδε το βίντεο με τις μηχανές των ΔΙΑΣ να πέφτουν πάνω σε κόσμο και μετά να σκορπίζουν τον τρόμο με δακρυγόνα και κρότου λάμψης, ας του ρίξει μια ματιά και θα καταλάβει.

Αυτοί όμως που αμύνθηκαν, δεν κουβάλαγαν μαζί τους πετρέλαιο ούτε είχαν στο μυαλό τους να κάψουν νεοκλασικά κτίρια. Κανένας δεν καίει το ίδιο του το σπίτι για να εκδικηθεί άλλους. Ας μην τρελαθούμε, απλά είναι τα πράγματα.

Αυτοί όμως που κλαψουρίζουν επισήμως εδώ και δυό μέρες για τις «ομορφιές της Αθήνας» που χάθηκαν, ας σκεφτούν λίγο κι ας βγάλουν τη μάσκα. Όσο για τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν έναντι αντιπαροχής στο παιχνίδι τι να πώ… κρίμα.

Ποιος κατέστρεψε την εικόνα της νεοκλασσικής Αθήνας, πότε και γιατί;

Η Αθήνα καταστράφηκε ουσιαστικά όταν ή χωρίς όρια εφαρμογή της αντιπαροχής ξέφυγε εντελώς μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘50. Ποιος ήταν ο υπεύθυνος της Αντιπαροχής; Ο εθνάρχης Κων. Καραμανλής κι αυτό είναι γνωστό. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ο πραγματικός λόγος. Κι αυτός ήταν η προσπάθεια να αδειάσει η επαρχία για το φόβο νέου ξεσηκωμού αφού το 2ο αντάρτικο και ο εμφύλιος ήταν μόλις λίγα χρόνια πίσω.

Όχι κύριοι, η αιτία δεν ήταν η επίλυση της εκρηκτικής αύξησης του πληθυσμού στην Αθήνα λόγω των καταστροφών του εμφυλίου και του πολέμου. Αν ήταν έτσι θα είχαν προχωρήσει σε ανασυγκρότηση των επαρχιακών πόλεων με σχέδιο ανθρώπινο όπως έγινε και αλλού. Αντί γι αυτό όμως «άφησαν» τον πληθυσμό στην Αθήνα να αυξηθεί κατά 200% μέσα σε 20 χρόνια και μάλιστα αφήνοντας τους κατασκευαστές και τους δικούς τους να καταστρέψουν την Αθήνα για να κερδοσκοπήσουν, παίρνοντας κι αυτοί βέβαια το κάτι τίς τους. Τα όρια της Αθήνας δεν ήταν και δεν είναι βέβαια τέτοια που να δεχτούν 5εκ. κόσμο.

Τότε λοιπόν από τη δεκαετία του ‘50 και μετά κατεδαφίστηκε άγρια το μεγαλύτερο μέρος των υπέροχων νεοκλασσικών ή εν πάσει περιπτώσει δεν ανακατασκευάστηκε μετά τις καταστροφές όπως έγινε σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Για ποιο λόγο ας πούμε τα κτίρια γύρω από το Σύνταγμα δεν ανακατασκευάστηκαν κατά τα πρότυπα Τσίλερ; Τόσα λεφτά έγιναν χαρτοπόλεμος, αυτό δεν άξιζε τον κόπο;

 Φυσικά για τους ίδιους λόγους δεν πάρθηκαν ποτέ μέτρα για την ανάπτυξη της Ελλ. επαρχίας και την άφησαν να μαραζώσει γιατί κατά τη γνώμη τους βρώμαγε ακόμα μπαρούτι.

Αλλά ακόμη και οι πολυκατοικίες που χτίστηκαν θα μπορούσαν φυσικά να είναι αλλιώς. Υπάρχουν και αλλού πολυκατοικίες και δεν είναι στο χάλι των δικών μας. Υπάρχουν και στην Αθήνα ακόμη κάποιες λίγες. Αντί όμως να ακολουθηθεί η γραμμή των πολυκατοικιών Μπαουχάους ή άλλων που είχαν μια ανθρώπινη αισθητική(τέτοιες είχαν αρχίσει να χτίζονται από το ‘30 και στην Αθήνα, π.χ. Μπλέ Πολυκατοικία στα Εξάρχεια κ.α.)) άφησαν με τις λαμογιές και τις γνωστές συνδιαλλαγές που σφράγισαν τόσα χρόνια την αηδιαστική συμπεριφορά των 2 αστικών πολιτικών δυνάμεων(ΕΡΕ, ΕΚ που έγιναν μετά ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) να καταστραφεί πραγματικά η Αθήνα χωρίς να χύνουν τόσα χρόνια ούτε ένα δάκρυ.

Ίσα ίσα το έκαναν «σώζοντας» και τότε την Ελλάδα από το «πρόβλημα της αστυφιλίας» και στο βάθος από τον κίνδυνο του κομμουνισμού, καταστρέφοντας και την αισθητική, και την ανθρωπιά των πόλεων και την οικονομία!

Ας μην παριστάνουν λοιπόν τις θλιμμένες χήρες οι διάφοροι κλαίοντες στα κανάλια και στα πεζοδρόμια με κεράκια. Ας πάνε λίγο πίσω, ας ρίξουν μια ματιά στην ιστορία και σε φωτογραφίες και θα δούν πότε. Ποιός και πως κατέστρεψε την μια φορά κι ένα καιρό όμορφη Αθήνα. Ήταν αυτοί οι ίδιοι και μάλιστα το έκαναν ανοίγοντας σαμπάνιες και χωρίς κουκούλες.

 Όπως και να έχει πάντως, δυστυχώς θα είμασταν πολύ ευτυχισμένοι αν το πρόβλημα μας ήταν κυρίως αυτό. Η πραγματική καταστροφή έχει αρχίσει να πατάει επικίνδυνο γκάζι. Η ΕΕ και η τρόικα με την ανοιχτή συνεργασία των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και της ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης προχωράει σε προδοσία και ξεπούλημα της χώρας, σε προδοσία του λαού και άγριο κυνηγητό της εργασίας.

Και για να το πετύχει ετοιμάζεται άμεσα για παραπάνω απίστευτη εκτροπή της δημοκρατίας και σοβαρή πολιτική ανωμαλία. Ο λαός πρέπει να αμυνθεί οργανωμένα και με κάθε τρόπο.

 

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012, http://giorgossarris.blogspot.com/2012/02/blog-post_15.html

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ; ΙΙ

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ;

Δεν είναι απίθανο να οδηγείται «διατεταγμένα», υποθηκευμένη πια η Ελλάδα, μετά τη διεθνή τρομοκρατία και τη συνθηκολόγηση κάποιων κομμάτων, στη λεηλασία του δημοσίου και του ιδιωτικού πλούτου της – ερήμην των Πολιτών της δε, στη χρεοκοπία και στη δραχμή – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω βαθύτερα αίτια της κρίσης της Ευρωζώνης, πολύ φοβόμαστε ότι, η Ελλάδα οδηγείται δυστυχώς στα ίχνη της Αργεντινής – αφού οι ομοιότητες με εκείνη την εποχή είναι κάτι παραπάνω από μεγάλες. 

Ειδικότερα, τον Αύγουστο του 2001 η Αργεντινή απευθύνθηκε για μία ακόμη φορά στο ΔΝΤ, ζητώντας ένα καινούργιο δάνειο – με στόχο να αποφύγει τη χρεοκοπία. Η κυβέρνηση της ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί ακόμη πιο πολλές παραχωρήσεις, αναλαμβάνοντας νέες υποχρεώσεις – παρά το ότι γνώριζε ότι, υποσχόταν συνεχώς πολύ περισσότερα, από όσα μπορούσε να επιτύχει. Η χώρα δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από την έντονη ύφεση, ούτε να ανακτήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητα της, με αποτέλεσμα να αυξάνεται διαρκώς η σχέση του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ της.

Οι πιστωτές της Αργεντινής, υπό την «αιγίδα» του ΔΝΤ, κατηγορούσαν την κυβέρνηση της για επαναλαμβανόμενες πολιτικές καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μέτρων που είχαν συμφωνηθεί. Αντίθετα, η πολιτική ηγεσία της χώρας ισχυριζόταν ότι η λιτότητα, την οποία είχαν επιβάλλει οι δανειστές, οδηγούσε στην καταστροφή – αντί να της εξασφαλίσει εκείνη τη χρηματοδότηση, η οποία θα ήταν απαραίτητη για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην οικονομία της, έτσι ώστε να ενισχυθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις και να επανέλθει η ανάπτυξη.

Δυστυχώς, κανένα από τα δύο μέτωπα δεν κατανοούσε το αυτονόητο: το ότι δηλαδή τα μέσα που είχε η χώρα στη διάθεση της ήταν ελάχιστα, για να μπορέσει να καταπολεμήσει με επιτυχία τη διπλή κρίση δημοσίου χρέους και ύφεσης της οικονομίας της.

Με την πάροδο του χρόνου και κάτω από το βάρος των συνεχών περικοπών στα εισοδήματα τους, οι Πολίτες της Αργεντινής αντιμετώπιζαν πλέον τόσο την κυβέρνηση τους, όσο και τους δανειστές, με τον ίδιο τρόπο. Έχασαν πλέον την εμπιστοσύνη τους και στους δύο αφού έβλεπαν ότι, παρά τις συνεχείς παραχωρήσεις εκ μέρους τους, οι οποίες είχαν οδηγήσει σε ραγδαία πτώση τα εισοδήματα τους, τόσο οι οικονομικοί δείκτες, όσο και οι μελλοντικές προοπτικές συνέχιζαν να επιδεινώνονται.

Παράλληλα οι γειτονικές χώρες, ιδίως αυτές που συμμετείχαν στην οικονομική και πολιτική ζώνη Mercosur μαζί με την Αργεντινή, άρχισαν να φοβούνται τη «μετάσταση» της κρίσης στα δικά τους κράτη. Με στόχο λοιπόν να αποφύγουν τη δική τους στοχοποίηση εκ μέρους των αγορών, πίεζαν την Αργεντινή να τα καταφέρει – λαμβάνοντας ταυτόχρονα τα μέτρα τους και απομονώνοντας την, για την περίπτωση που θα αποτύγχανε. Φυσικά η στάση τους αυτή επιδείνωνε ακόμη περισσότερο τα προβλήματα της Αργεντινής.

Αφού λοιπόν το Κοινοβούλιο της χώρας είχε ψηφίσει ένα νέο πακέτο μέτρων λιτότητας, το ΔΝΤ ενέκρινε μία ακόμη δόση. Ήταν όμως πολύ αργά πια για να ανακτηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη – με αποτέλεσμα να μειώνονται συνεχώς οι καταθέσεις στις τράπεζες, καθώς επίσης να εντείνεται η φυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό. Φυσικά η κυβέρνηση δεν κατάφερε ούτε αυτή τη φορά να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει – ενώ οι πολιτικές (λαϊκές) πιέσεις αυξάνονταν, έως το σημείο χωρίς επιστροφή.

Το Δεκέμβριο του 2001 η Αργεντινή ανακοίνωσε ότι αδυνατούσε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της, έκλεισε για κάποιο διάστημα τις τράπεζες της και βίωσε την μητέρα όλων των κρίσεων – την ολοκληρωτική κατάρρευση του οικονομικού της συστήματος. Η χώρα υποχρεώθηκε σε μία άτακτη χρεοκοπία, καθώς επίσης σε μία χαοτική, απρογραμμάτιστη μετάβαση σε ένα νέο νόμισμα – με διασυνοριακούς ελέγχους κεφαλαίων, με καταστροφικές υποτιμήσεις κλπ. (άρθρο μας).  

Ολοκληρώνοντας, εάν συγκρίνει κανείς τα παραπάνω με την Ελλάδα στη θέση της Αργεντινής και την Ευρωζώνη στη θέση της Mercosur, θα οδηγηθεί σε δυσοίωνα συμπεράσματα. Παρά το ότι η Ελλάδα είναι μία πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη χώρα, ενώ η Ευρωζώνη μία πολύ ισχυρότερη ένωση, οι ομοιότητες παραμένουν αρκετά μεγάλες – πόσο μάλλον όταν πολλές χώρες μαζί της Ευρωζώνης φαίνεται να αντιμετωπίζουν αντίστοιχα μεγάλα προβλήματα, ενώ το ευρώ είναι στο στόχο τόσο των αγορών, όσο και των Η.Π.Α.  

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Όπως έχουμε διαπιστώσει, τόσο η ίδια η Ευρωζώνη, όσο η Δύση και η Ελλάδα, πλήττονται από πολλές διαφορετικές κρίσεις – κάποιες από τις οποίες ευρίσκονται στην επιφάνεια και είναι εύκολο να επιλυθούν, ενώ κάποιες άλλες έχουν πολύ βαθύτερα αίτια, όντας αρκετά δυσκολότερες στην καταπολέμηση τους.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε σκόπιμη την παράθεση ορισμένων απλών ερωτημάτων, με τις ανάλογες, «ουδέτερες» εκ μέρους μας απαντήσεις τους, έτσι ώστε να συμμετέχουμε όσο μπορούμε στην αντιμετώπιση του σημαντικότερου όλων των προβλημάτων: της έλλειψης σαφήνειας και εμπιστοσύνης, στην αποκατάσταση των οποίων συμβάλλει η αναλυτική ενημέρωση.

(α)  Μετά την ψήφιση της συμφωνίας της 12ης Φεβρουαρίου, η οποία απαιτεί νέα προγράμματα λιτότητας, έχει διασωθεί πλέον η Ελλάδα; 

Κατά τη συνάντηση των υπουργών οικονομικών τη Δευτέρα, θα αποφασισθεί η νέα χρηματοδότηση της Ελλάδας, ύψους 130 ή 145 δις € – η οποία όμως θα τεθεί σε ισχύ, μετά τη διαγραφή χρέους 100 δις € (PSI), εκ μέρους των ιδιωτών πιστωτών. Τα χρήματα αυτά μάλλον δεν θα οδηγηθούν στην Ελλάδα, αλλά θα τοποθετηθούν σε ένα ειδικό ταμείο στο εξωτερικό, από το οποίο θα πληρώνονται οι διεθνείς πιστωτές – επειδή προφανώς κανένας δεν εμπιστεύεται τη δημόσια διοίκηση της χώρας.

Πιθανότατα θα συμμετέχει και η ΕΚΤ, η οποία θα διαγράψει το κέρδος της από την αγορά ελληνικών ομολόγων (υπολογίζεται μεταξύ 10-15 δις €), έτσι ώστε να μειωθεί το δημόσιο χρέος της Ελλάδας στο 120% του ΑΕΠ της το 2020 (όσο περίπου ήταν το 2008!) – αν και το ΔΝΤ το προβλέπει στο 128% του ΑΕΠ, ενώ θέλει να περιορίσει τη συμμετοχή του στα 10-13 δις €.  

Ακόμη όμως και να συμβούν όλα αυτά, τόσο η διάρκεια, όσο και το βάθος της ύφεσης, του στασιμοπληθωρισμού ουσιαστικά, δεν εγγυώνται σε καμία περίπτωση ότι, η Ελλάδα θα καταφέρει να περιορίσει το δημόσιο χρέος της στο 120% – γεγονός με το οποίο μάλλον συμφωνεί και το ΔΝΤ, το οποίο τοποθετεί νέα εμπόδια (έντονα αρνητική αξιολόγηση της εφαρμογής των μέτρων κλπ.). Φυσικά, ακόμη και αν περιοριζόταν το χρέος στο 120% του ΑΕΠ, δεν θα ήταν βιώσιμο χωρίς επιτόκια χαμηλότερα του ρυθμού ανάπτυξης – ενώ πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο ένα χρέος, το οποίο υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ.    

Εκτός αυτού θα πρέπει να συμφωνήσουν οι ιδιώτες πιστωτές με τη διαγραφή των 100 δις € – γεγονός που δεν είναι καθόλου σίγουρο. Περαιτέρω, η συμφωνία θα πρέπει να ψηφισθεί από τα Κοινοβούλια των υπολοίπων χωρών – με το γερμανικό να συνεδριάζει επ’ αυτού στις 27 Φεβρουαρίου. Τέλος, όσο αργεί η έξοδος της Ελλάδας από την ύφεση (-6,7% το τέταρτο τρίμηνο του 2011), τόσο πιο δύσκολη θα γίνεται η αντιμετώπιση των προβλημάτων της – ειδικά επειδή λόγω του στασιμοπληθωρισμού τα έσοδα του δημοσίου καταρρέουν, η ανεργία αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες (επιδόματα κλπ.), ενώ χωρίς ανάπτυξη είναι αδύνατον να υπάρξει μέλλον.        

(β)  Θα ήταν ίσως καλύτερη η μονομερής έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, με την υιοθέτηση ενός εθνικού νομίσματος;

Η δραχμή θα υποτιμούταν αμέσως έναντι του ευρώ, τουλάχιστον κατά 50% (αν και στην Τουρκία έφτασε στο 90% – άρθρο μας). Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά προϊόντα θα γινόταν φθηνότερα, όπως επίσης οι διακοπές στην Ελλάδα – χωρίς να απαιτηθούν μειώσεις των ονομαστικών αμοιβών, επειδή θα περιορίζονταν λόγω πληθωρισμού οι πραγματικοί μισθοί.

Η έλλειψη όμως συναλλάγματος, οι αυξημένες τιμές των εισαγομένων εμπορευμάτων (πετρέλαιο κλπ.), καθώς επίσης πολλά άλλα «παρεπόμενα», θα οδηγούσαν σε τρομακτικές καταστάσεις – επί πλέον επειδή δεν θα μπορούσε πια η χώρα να μετατρέψει το δημόσιο χρέος της σε δραχμές, ιδίως μετά την πρόσφατη ψηφοφορία της Βουλής. Το ιδιωτικό χρέος τώρα, επίσης σε ευρώ, θα οδηγούσε πολλές τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά στη στάση πληρωμών – γεγονός που σημαίνει ότι, σε τελική ανάλυση, η έξοδος από το Ευρώ θα συνοδευόταν από μία «άτακτη» χρεοκοπία, η οποία θα κατάστρεφε ολόκληρη τη χώρα.   

(γ)  Θα μπορούσε η Ευρωζώνη να υποχρεώσει την Ελλάδα να εγκαταλείψει το Ευρώ – άρα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού έτσι υπαγορεύουν οι συνθήκες;

Με τη χρήση νομικών μέσων δεν είναι δυνατόν να υποχρεωθεί καμία χώρα να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη – ακόμη και αν το επιθυμούν όλες οι άλλες μαζί. Υπάρχουν όμως ειδικές «μεθοδεύσεις», όπως για παράδειγμα η υποχρέωση της Ελλάδας να εφοδιάζεται με χρήματα από την ΕΚΤ. Εάν λοιπόν η ΕΚΤ σταματούσε να της παρέχει ρευστότητα, τότε τα χρήματα της χώρας θα τελείωναν – οπότε θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει μόνη της την Ευρωζώνη, υιοθετώντας τη δραχμή.

Εν τούτοις, αφενός μεν θα ήταν «παράνομη» μία τέτοια πρωτοβουλία της ΕΚΤ, αφετέρου θα μπορούσε πιθανότατα η Ελλάδα να εκδώσει ένα παράλληλο νόμισμα – ενδεχομένως για τις συναλλαγές του δημοσίου με τους ιδιώτες. Επομένως, είναι μάλλον αδύνατος ο εκβιασμός της να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη.

(δ)  Γιατί παραπονιέται και τι θα κόστιζε στη Γερμανία η εθελούσια (προδοτική προφανώς, εκ μέρους κάποιας «δοτής» κυβέρνησης) έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη;

Κατ’ αρχήν είμαστε σίγουροι ότι, η Γερμανία δεν θέλει την Ελλάδα στην Ευρώπη – αφενός μεν λόγω των πολεμικών επανορθώσεων που της οφείλει (είναι η μοναδική χώρα, η οποία δεν έχει εξοφληθεί, επειδή καμία Ελληνική κυβέρνηση δεν το απαίτησε), αφετέρου λόγω της Δημοκρατικής «ιδιοσυγκρασίας» της και της «επαναστατικότητας» της – γεγονότα που θα μπορούσαν να υποκινήσουν τόσο τις υπόλοιπες χώρες εναντίον της Γερμανίας, όσο και τους ίδιους τους Γερμανούς Πολίτες εναντίον της πρωσικής κυβέρνησης τους (απαίτηση για Δημοκρατία, για μείωση του αστυνομικού κράτους κοκ.). 

Συνεχίζοντας, η Γερμανία έχει δανείσει μέχρι σήμερα στην Ελλάδα 14,7 δις € (μέσω της Kfw, αφού δεν μπορεί σαν κράτος), με ένα τοκογλυφικό επιτόκιο της τάξης του 5%. Η ΕΚΤ έχει αγοράσει ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου αξίας 47 δις €, ενώ έχει δανείσει στις ελληνικές τράπεζες περί τα 80 δις € – γεγονός που σημαίνει ότι, στην  κεντρική τράπεζα της Γερμανίας αντιστοιχεί περίπου το 30% αυτού του ποσού (περί τα 38 δις €).

Οι κρατικές τράπεζες της Γερμανίας, όπως για παράδειγμα η HRE, έχουν Ελληνικά ομόλογα, αξίας 8,3 δις € στα βιβλία τους. Συνολικά λοιπόν η Γερμανία είναι εκτεθειμένη με 61 δις €, τα οποία θα έχανε εάν η Ελλάδα χρεοκοπούσε – επί πλέον, αυτά που έχουν δανείσει οι ιδιωτικές τράπεζες και οι επιχειρήσεις της στην Ελλάδα. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι η ΕΚΤ οφείλει στην Bundesbank περίπου 500 δις € (από το σύστημα Target II), εκ των οποίων τα 101 δις € της οφείλονται από την Τράπεζα της Ελλάδας – ενώ τα υπόλοιπα από τις χώρες του νότου. 

Το βασικό πρόβλημα όμως της Γερμανίας δεν είναι τόσο αυτό το ποσόν, όσο το ενδεχόμενο να συμπαρασύρει η Ελλάδα τις υπόλοιπες υπερχρεωμένες χώρες – ειδικά την Ισπανία και την Ιταλία. Κάτι τέτοιο θα της δημιουργούσε τεράστια προβλήματα – πιθανότατα δε πολύ δύσκολα στην επίλυση τους, αφού η Ευρωζώνη είναι έτσι κατασκευασμένη, ώστε να πληρώνει αυτός που στο τέλος έχει χρήματα (άρθρο μας).     

(ε)  Ποιες είναι οι επόμενες εξελίξεις και κατά πόσον είναι υπέρ (ή κατά) της Ελλάδας η πάροδος του χρόνου; Μήπως οι συνεχείς αναβολές και οι «παλινδρομήσεις» της Γερμανίας είναι ένα «παιχνίδι καθυστερήσεων»;  

Εάν όλα λειτουργήσουν όπως έχει προγραμματισθεί, η Ελλάδα θα λάβει εντός των επομένων εβδομάδων την πρώτη δόση από το νέο πακέτο στήριξης – κάτι που θεωρείται απαραίτητο να συμβεί πριν από τις 20 Μαρτίου, όπου λήγει το ομόλογο των 14,5 δις €. Μέχρι τότε, η Ελλάδα δεν μπορεί να χρεοκοπήσει – εκτός απροόπτου φυσικά, όπως μίας πιθανής επίθεσης εναντίον των τραπεζών της (Bankrun). Οι υπόλοιπες δόσεις θα κριθούν από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα – οι οποίες πιθανότατα δεν θα έχουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, κρίνοντας από την εμπειρία της Αργεντινής.

Εν τούτοις, ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της Ελλάδας, επειδή την επόμενη εβδομάδα η Ευρωζώνη θα επεκτείνει την προστατευτική ομπρέλα για τις υπόλοιπες χώρες. Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης θα ενισχυθεί με νέα κεφάλαια, το ΔΝΤ επίσης, ενώ η ΕΚΤ προγραμματίζει μία ακόμη μεγάλη αύξηση της ρευστότητας των τραπεζών.

Επομένως, οι πιθανότητες «μετάστασης» της κρίσης στις άλλες προβληματικές οικονομίες (Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία κλπ.) περιορίζονται διαρκώς – με αποτέλεσμα οι Ευρωπαίοι πολιτικοί, πιεζόμενοι από τους ψηφοφόρους τους, να είναι πολύ λιγότερο πρόθυμοι να βοηθήσουν περαιτέρω την Ελλάδα. Πιθανότατα τότε να δρομολογήσουν οι Ευρωπαίοι την έξοδο της Ελλάδας από το Ευρώ, «προικίζοντας» την με μία γενναιόδορη διαγραφή χρεών – έτσι ώστε να το αποδεχθεί με τη θέληση της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές ο Ισολογισμός της Ελλάδας, όπου στη μία πλευρά του (Παθητικό) είναι το δημόσιο χρέος, ενώ στην άλλη (Ενεργητικό) η τεράστια ακίνητη περιουσία του δημοσίου, οι κρατικές επιχειρήσεις, ο υπόγειος πλούτος και οι γερμανικές επανορθώσεις (άρθρο μας), είναι πολύ περισσότερο «πλεονασματικός», από όλες τις άλλες χώρες – αρκεί φυσικά να υπάρξει μία υπερήφανη πολιτική ηγεσία, η οποία να έχει την ικανότητα/επάρκεια να τον απεικονίσει σωστά, διαπραγματευόμενη ορθολογικά με τους δανειστές μας.

Από την άλλη πλευρά, έχοντας ένα από τα μικρότερα συνολικά χρέη (δημόσιο και ιδιωτικό) στην Ευρωζώνη, είμαστε σε θέση να ανταπεξέλθουμε με όλες τις υποχρεώσεις μας – αφού το δημόσιο χρέος, αντίθετα με το ιδιωτικό, είναι πολύ εύκολα διαχειρίσιμο, όπως έχουμε συχνά τεκμηριώσει. Η λύση μας είναι προφανώς η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δημοσίων χρεών μας, με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, σε συνδυασμό με ένα σχέδιο ανάπτυξης της οικονομίας μας (Marshall plan) – έτσι ώστε να κατανεμηθεί σωστά το συνολικό χρέος της Ελλάδας, μεταξύ του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (άρθρο μας), καθώς επίσης να υπάρξει «κάθαρση» της όποιας διεφθαρμένης κομματικοκρατίας.

Στα πλαίσια αυτά, οφείλουμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους Έλληνες, στην Κοινή, Διακομματική Βούληση, στη Δημοκρατία και στους Ευρωπαίους Πολίτες, οι οποίοι διαδηλώνουν και εξεγείρονται υπέρ της Ελλάδας – καμία εμπιστοσύνη όμως στην κομματική ιδιοτέλεια, στη Βούληση της ελίτ, στον Εθνικοσοσιαλισμό, στο μερκαντιλισμό και στις κυβερνήσεις των τραπεζών. Η Κοινή Βούληση λέει όχι στη δραχμή (κατά 75%), όχι στα υφεσιακά μνημόνια, όχι στην υποτέλεια, όχι στη λεηλασία και όχι στην υποδούλωση, με αντάλλαγμα την επιβίωση. Είμαστε υποχρεωμένοι λοιπόν να τη σεβαστούμε – πριν από όλους φυσικά πρέπει να τη σεβαστεί η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και της Ευρώπης. 

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 19. Φεβρουαρίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία, τα οποία διατίθενται online από το  eshop της ONEeditions.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2532.aspx