Το τρίστατο

 Το τρίστατο

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή [Για το Αντίφωνο*]


 

Ένας άνθρωπος, είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του, καθόταν σ’ ένα τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά. Ένας διαβάτης τον ρώτησε ποιος είναι ο εύκολος δρόμος, ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι κατά κει, πορεύτηκε κατά κει ο ξένος.

Άλλος διαβάτης πέρασε, τον ρώτησε ποιος είναι ο δύσκολος δρόμος, ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι κατά δω, πήγε κατά δω ο ξένος. Τρίτο διαβάτη δεν απάντησε.

Άραγε ο τρίτος δρόμος πού να οδηγεί, αναρωτήθηκε δεν αναρωτήθηκε ο άνθρωπος.

Η πρώτη νύχτα πέρασε. Η πρώτη  μέρα ήρθε.

Ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του καθότανε στο τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά.

Ήθελε δεν ήθελε, τι άλλο να κάνει, άρχισε ν’ ανασκαλίζει τα παλιά. Όλη του τη ζωή τη βρήκε ίδια με τις τρίχες της κεφαλής του. Κι αυτή όπως κι αυτές, ήταν δεν ήταν.

Υπήρξε δεν υπήρξε παιδί. Είχε δεν είχε γονείς. Είχε δεν είχε γυναίκα. Απέκτησε δεν απέκτησε παιδιά. Είχε δεν είχε συγγενείς. Είχε δεν ειχε φίλους. Παρόμοια κι η δουλειά, η επιτυχιά, τα λεφτά, η περιουσία του όλη.

Ξυπνούσε δε ξυπνούσε τις μέρες. Κοιμόταν δε κοιμόταν τις νύχτες.  Δούλευε δε δούλευε. Και για όλα αυτά, ήταν δεν ήταν σίγουρος.

Ξάφνου πετάχτηκε όρθιος σα κεραυνοβολημένος. Πρώτη φορά γεννήθηκε μέσα του το θανατηφόρο ερώτημα.

Πέρασε η δεύτερη νύχτα. Η δεύτερη μέρα ξημέρωσε. Ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του καθότανε στο τρίστρατο ανασκαλίζοντας θέλοντας και μη τα περασμένα.

Από τούτο το τρίστρατο κάποτε  ξεκίνησε διαλέγοντας τον εύκολο δρόμο. Ήταν δεν ήταν αποφασισμένος να τον περπατήσει μέχρι τέλους. Μα ήθελε δεν ήθελε στο τέλος τον περπάτησε. Παραδόθηκε σε μεθυσμένα μερόνυχτα, κοιμήθηκε σε πλάνες αγκαλιές, ήπιε γλυκόπιοτα κρασιά, κατράμια τα κορμιά των ευνούχων που ερωτεύτηκε πλάι σε πάλευκα τσερκέζων  παλακίδων. Χαυνώθηκε  από αρώματα που ξελογιάζουν, τρύγησε δάση από νάρκισσους και ορχιδέες, στολίστηκε ασήκωτα βελούδα, μετάξια με υπόσταση το τίποτα, δαντέλες που έπλεξαν μέσα στο σώμα του δεύτερο σώμα. Ξεφάντωσε σε μουσικές, παραλήρησε με ψιθύρους, γλύστρισε σε βασιλικές κάμαρες, σε μαρμάρινα δάπεδα κυλίστηκε, κάτω από σκάλες ξενύχτησε, μέσα σε κιόσκια ονειρεύτηκε, πίσω από καφασωτά τρύπωσε κρυφά αγγίζοντας τα απαραβίαστα.

Όσο περπατούσε το δρόμο του  πλήθαιναν πάνω του τα μαχαίρια, τα σπαθιά και τα τόξα, σαν τους εχθρούς του. Πρόθυμα και μ’ ευκολία ολοένα μεγαλύτερη αφαιρούσε τα εμπόδια που συναντούσε. Στην αρχή μικροπράγματα, ύστερα αισθήματα, μετά χέρια, πόδια, μάτια, στο τέλος σώματα και ζωές.

Ώσπου, έφτασε κάποτε μπροστά σε μια χαράδρα κι εκεί αποκοιμήθηκε. Θυμόταν δε θυμόταν τι όνειρο είδε. Μα πρέπει να είδε κάποιο σπουδαίο όνειρο, γιατί την άλλη μέρα βρέθηκε στην απέναντι μεριά που έμοιαζε δεν έμοιαζε με την προηγούμενη. Και μιας και πίσω δε μπορούσε να κάνει, άρχισε να περπατά το δρόμο που βρέθηκε μπροστά του ήθελε δεν ήθελε.

Κανένας δεν τον πρόσεχε, κανείς δεν του μιλούσε. Καμιά απειλή, βάρος τα όπλα, βήμα βήμα τα πετούσε ένα ένα με τη σειρά. Λίγο λίγο απαρνήθηκε τον εαυτό του, τα πάθη, τις επιθυμίες του, μέχρι τις πιο μύχιες σκέψεις του. Συνέχισε να περπατά αρνούμενος τα ρούχα, τα υποδήματα και την τροφή. Άπλυτος και θεονήστικος πορεύτηκε. Ανέβηκε και κατέβηκε απόκρημνα όρη, έμεινε σε ανήλιαγες σπηλιές, θυμόταν δε θυμόταν πόσα μερόνυχτα πέρασε γονατιστός πάνω στις πέτρες στραμμένος προς τον ουρανό. Συγχώρεσε τους εχθρούς, τους φίλους, τον εαυτό του και τα πάθη του, όλη την προηγούμενη ζωή του. Ελεύθερος απ’ όλα συνέχιζε το δρόμο του μέχρι το τέλος. Να πώς βρέθηκε πάλι μπροστά σ’ αυτό το τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά.

Πού να οδηγεί άραγε ο τρίτος δρόμος, αναρωτήθηκε ξανά.

Άξαφνα ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του σωριάστηκε χάμω κεραυνοβολημένος. Δεύτερη φορά ξεπρόβαλλε μέσα του το θανατηφόρο ερώτημα.

Πέρασε η τρίτη νύχτα. Η τρίτη μέρα ξεπρόβαλλε. Ήθελε δεν ήθελε, δεν είχε άλλα περασμένα για να θυμηθεί. Μπορούσε δε μπορούσε μόνο ένας δρόμος του έμενε να περπατήσει. Ήταν ο τρίτος.

Τι άλλο να κάνει, ξεκίνησε. Περπάτησε, περπάτησε, περπάτησε. Άνθρωπο δε απάντησε, δέντρο δεν είδε. Μήτε θεριό, μήτε πουλί, μήτε νερό, μήτε φαϊ. Ξάφνου ο δρόμος χάθηκε από μπρος του. Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει, πουθενά ο δρόμος. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Μήτε δεξιά, μήτε ζερβά. Κι ο ήλιος να τον βαράει κατακούτελα στο δόλιο το κεφάλι που είχε δεν είχε τρίχες πάνω του.

Τρίτη φορά το θανατηφόρο ερώτημα πρόβαλλε εντός του απειλητικότερο από ποτέ. Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει σα μωρό παιδί. Έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε τόσο που τα δάκρυά του έφτιαξαν λίμνη κάτω απ’ τα μάτια  του. Έσκυψε κι ήπιε απ’ το νερό. Μπήκε μέσα και πλύθηκε. Βγήκε αλαφρωμένος να στεγνώσει.

Αυτό που αντίκρισε του φάνηκε σαν όνειρο, σαν οπτασία. Ήταν δεν ήταν σίγουρος. Ένα μικρό παιδί μπροστά του τον κοιτούσε κατάματα. Κρατούσε στα χέρια ένα κλουβί που μέσα είχε ένα κάτασπρο μικρό πουλί. Κοιτάζονταν ώρα πολλή. Κανείς δεν έλεγε την πρώτη λέξη.

Ήταν η ώρα να ειπωθεί το ερώτημα.

Αυτή είναι η ψυχή μου;” ρώτησε στο τέλος ο άνθρωπος και κάθε λέξη του έβγαινε με τον ίδιο κόπο που βγάζουν οι ανθρακωρύχοι πέτρες απ’ τα έγκατα της γης. Το παιδι δεν απάντησε. Μόνο τον κοίταζε κατάματα.

Θυμόμουν δε θυμόμουν πως έχω μια ψυχή”, είπε εξουθενωμένος. Το παιδί πάλι δεν είπε τίποτα. Μόνο τον κοίταζε βαθιά στα μάτια.

Ο άνθρωπος σηκώθηκε και το  πλησίασε. “Θα σου δώσω ό, τι μου ζητήσεις αν μου δώσεις πίσω την ψυχή μου”, είπε.

Πάρε με στην αγκαλιά σου”, του απάντησε το παιδί.

Ο άνθρωπος για μια στιγμή δίστασε δε δίστασε, μα στο τέλος το αποφάσισε. Γονάτισε κι άνοιξε τα δυο του χέρια. Έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του το παιδί με το κλουβί.

Μέσα στην απροσδόκητη ευτυχία που ένιωσε έκλεισε τα μάτια. Έτσι δεν είδε την πόρτα του κλουβιού ν’ ανοίγει. Ούτε είδε το πουλί να βγαίνει απ’ το κλουβί και να μπαίνει στο στέρνο του. Δεν είδε ούτε τον άγγελο που ήρθε να πάρει την ψυχή του. Μόνο ένιωσε σα νεογέννητο βρέφος που το πήρε ο πιο γλυκός ύπνος του κόσμου μέσα στην αγκαλιά της μάνας του.

Άνθρωποι και ζώα τότε απ’ τον έναν δρόμο κι απ’ τον άλλο, είδαν να ορθώνεται στον ουρανό ένα κατακόρυφο μονοπάτι που δεν έμοιαζε ούτε με τον έναν δρόμο ούτε με τον άλλον. Ήταν χρυσό σα βέλος. Κι ακόμα είδαν έναν άγγελο μέσα σε φως εκτυφλωτικό σαν απόκοσμο, να κρατά ένα χρυσό πουλί στα χέρια που όσο ψηλότερα ανέβαινε τόσο περισσότερο χρύσιζε μέσα στη νύχτα του κόσμου…

 

* http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Τέχνες/Αντιφωνικά/3207-Το-τρίστρατο.html

 

ΠΗΓΗ: Tuesday, November 22, 2011,  http://animusanimus.blogspot.com/2011/11/blog-post_22.html

Αλήθειες και ψέματα για την δραχμή

Αλήθειες και ψέματα για την δραχμή

 

Του  Δημήτρη Καζάκη

 


Τι θα γίνει έτσι και επιστρέψουμε στη δραχμή; Προφανώς θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει. Η Ελλάδα θα γίνει Αλβανία του Εμβέρ Χότζα, Βόρεια Κορέα του Κιμ Ιλ Σουνγκ, ή θα γυρίσουμε στην λίθινη εποχή. Ακριβώς δηλαδή όπως ήταν πριν αποκτήσουμε το ευρώ. Διότι, αν δεν με γελά η μνήμη μου, οι Έλληνες πριν το ευρώ κατοικούσαν στις σπηλιές και στα δέντρα, φορούσαν δέρματα, ζεσταίνονταν με κοπριές και έτρωγαν κουκουνάρια. Μιας και ποιος δεχόταν τότε την ξεφτιλισμένη πληθωριστική δραχμούλα;

Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία επιβίωνε – με όλα τα προβλήματά της – πολύ καλύτερα εκτός ευρώ παρά με το «ισχυρό ευρώ». Είχε διεθνείς σχέσεις και πριν το ευρώ και μάλιστα καλύτερες, με περισσότερες χώρες και πιο προσοδοφόρες. Και παρά το γεγονός ότι το εθνικό νόμισμα, δηλαδή τη δραχμή, την μεταχειρίζονταν οι κυβερνήσεις με κύριο σκοπό να διευκολυνθεί η κερδοσκοπία και να αυξηθεί η λεγόμενη ανταγωνιστικότητα με διαρκείς υποτιμήσεις, τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:

§ Τα εξωτερικά ελλείμματα της χώρας ποτέ δεν έφτασαν στα ύψη που βρέθηκαν επί ευρώ. Μάλλον ήταν αδιάφορο σ’ όλους όσοι εμπορεύονταν με την χώρα η κατάσταση της δραχμούλας. Οι εξωτερικές σχέσεις της χώρας ήταν σαφώς πιο εκτεταμένες και πιο πολύπλευρες απ’ ότι σήμερα που 3 χώρες ελέγχουν ουσιαστικά το εξωτερικό εμπόριό της.

§ Παρά τον πληθωρισμό και τις διαρκείς υποτιμήσεις οι εξωτερικοί όροι εμπορίου της χώρας ήταν πολύ καλύτεροι απ’ ότι την δεκαετία του ευρώ. Το ίδιο και η εσωτερική αγοραστική δύναμη της οικονομίας.

§  Χάρις στη δραχμούλα το χρέος ήταν απολύτως διαχειρίσιμο και παρά την εκτίναξή του επί Μητσοτάκη και Σημίτη δεν μας οδήγησε σε χρεοκοπία. Κι ούτε θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στη σημερινή χρεοκοπία, όσο διατηρούσαμε τη δραχμή.

Αυτά είναι τα γεγονότα. Να θυμίσουμε μόνο ότι από την υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολαρίου επί Μαρκεζίνη (1954), το εθνικό νόμισμα έχασε πάνω από 10 φορές την αξία του έως ότου μπήκαμε στο ευρώ. Στην μεταπολίτευση χάρις στις τρεις επίσημες υποτιμήσεις και την τακτική της διολίσθησης, η δραχμή έχασε το 90% της αξίας της. Καταστράφηκε η οικονομία; Μήπως χρεοκόπησε και δεν το γνωρίζουμε; Χάθηκαν οι καταθέσεις; Εξαφανίστηκε το νόμισμα; Κατέρρευσαν οι εξωτερικές οικονομικές δοσοληψίες; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί άραγε;

Επιπλέον, μήπως χρεοκόπησε ποτέ η Ελλάδα λόγω εθνικού νομίσματος; Ποτέ! Το 1893 η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω υπερδανεισμού σε χρυσό φράγκο, λόγω της ένταξης στην νομισματική Λατινική Ένωση, η οποία διαφημίστηκε και τότε ως ιδανική για φτηνά δάνεια προς το δημόσιο. Το 1932 η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω χρυσής δραχμής και υπερδανεισμού σε χρυσές λίρες, μιας και τότε ανήκε στην νομισματική ένωση της χρυσής λίρας στερλίνας.

Δεν υπάρχει «διεθνής λύση»

Το ίδιο και αμέσως μετά την απελευθέρωση όταν η Βρετανία επέβαλε την συμφωνία του Λονδίνου (1944) στην Ελλάδα με βάση την οποία η χρυσή λίρα λειτουργούσε ως βασικό γενικό ισοδύναμο της ελληνικής οικονομίας. Έτσι φτάσαμε να στοιχίζει ένα καρβέλι ψωμί μερικά εκατομμύρια δραχμές και ο μαυραγοριτισμός να σαρώνει. Αυτή η συμφωνία του Λονδίνου και η έκδοση κατόπιν της στρατιωτικής βρετανικής λίρας για το εσωτερικό της Ελλάδας, σηματοδότησε την δεύτερη περίοδο της κατοχής, την βρετανική κατοχή.

Οι παγκόσμιες κρίσεις του οικονομικού στερεώματος της αγοράς δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε διεθνές επίπεδο. Εκτός κι αν αποζητάμε εμπόλεμες συρράξεις ανάμεσα στους ισχυρούς με οικονομικούς, είτε πολιτικούς όρους. Μόνο έτσι ξέρει η παγκόσμια αγορά να αναζητά διεθνείς λύσεις. Αυτό αποτελεί θέσφατο για όποιον έχει στοιχειωδώς μελετήσει τις μεγάλες περιόδους παγκόσμιας κρίσης από την εποχή της πρώτης Μεγάλης Ύφεσης του 1873-1896.

Η ανάγκη εθνικού νομίσματος, ειδικά για τις πιο ασθενικές οικονομίες, γεννήθηκε ως αδήριτη ανάγκη αντιμετώπισης και θωράκισης των εθνικών οικονομιών από τις παγκόσμιες κρίσεις και αναταράξεις των αγορών. Εντελώς ενδεικτικά μόνο, θα άξιζε τον κόπο να αναφέρουμε ότι ο Τζον Μέϊναρτ Κέϊνς, που παπαγαλίζουν ορισμένοι σύγχρονοι idiotus ignoramus με πανεπιστημιακούς τίτλους, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη παγκόσμια κρίση χρέους, τι πρότεινε; Όταν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όλα τα εμπόλεμα κράτη βρέθηκαν καταχρεωμένα κυρίως προς την μόνη χώρα πιστωτή που είχε απομείνει, τις ΗΠΑ, ο Κέϊνς ξάφνιασε το αστικό κατεστημένο με δυο καίριες προτάσεις: Αφενός, ισχυρίστηκε ότι τα χρέη είναι αδύνατο να εξυπηρετηθούν και προκειμένου να επιβάλλουν οι εξεγερμένοι λαοί τη διαγραφή τους, θα έπρεπε να πειστούν οι ΗΠΑ να προβούν αυτές σε διαγραφή των χρεωστικών της απαιτήσεων. Αφετέρου, να καταργηθεί ο χρυσός κανόνας, οι σταθερές ισοτιμίες και το ιδιωτικά εκδιδόμενο χρήμα και οι οικονομίες να μεταβούν τάχιστα σε εθνικό νόμισμα που εκδίδει το οικείο κράτος με βάση τις ανάγκες του.

Όταν τόλμησε να τα προτείνει για πρώτη φορά το 1920, αντιμετωπίστηκε ως «γραφικός» και ανόητος από τους μεγάλους τραπεζίτες και χρηματιστές. Ο μεγαλοχρηματιστής Λέφινγουελ και συνεταίρος του Μόργκαν, όταν πρωτάκουσε τον Κέινς να προτείνει τόσο αιρετικές ιδέες, σχολίασε: «Ο Κέινς… φλερτάρει με περίεργους θεούς και προτείνει να εγκαταλείψουμε για πάντα τον χρυσό κανόνα και να τον αντικαταστήσουμε με ένα «κατευθυνόμενο» νόμισμα… είναι καλύτερα να έχουμε κάποια σταθερά παρά να παραδώσουμε τις υποθέσεις μας στην ευφυΐα των δημοσιολογούντων οικονομολόγων και των πολιτικών…».

 Εκεί βρισκόταν το κουμπί. Η αντικατάσταση του παγκόσμιου σταθερού νομίσματος με εθνικά «κατευθυνόμενα» νομίσματα με βάση τις ανάγκες των εθνικών οικονομιών, περιόριζε δραστικά τον έλεγχο από τους μεγάλους χρηματιστές και τραπεζίτες που λειτουργούσαν στην παγκόσμια αγορά. Κι αυτό ήταν κάτι αδιανόητο. Τι θα συνέβαινε αν γινόταν κάτι τέτοιο; Οι ουρανοί θα άνοιγαν και θα κατέστρεφαν τους ασεβείς! Μα είναι δυνατόν να λειτουργήσει η οικονομία χωρίς σταθερό νόμισμα με παγκόσμιο αντίκρισμα; Θα εξαφανιστεί το διεθνές εμπόριο. Θα χαθούν οι αποταμιεύσεις και κανείς δεν θα θέλει να συναλλάσσεται με ένα πληθωριστικό εθνικό νόμισμα, το οποίο το μόνο που θα κάνει είναι να υποτιμάται διαρκώς. Αυτά κι άλλα πολλά, σαν σήμερα, επικαλούνταν όσοι θεωρούσαν τον Κέϊνς τρελό, γραφικό και ανόητο που προτείνει τέτοια πράγματα.

Βέβαια ο Κέϊνς πίστευε λανθασμένα ότι μπορεί να πείσει τις κυβερνήσεις και κυρίως τις ΗΠΑ να το κάνουν από μόνες τους, πριν προλάβουν να τους το επιβάλουν οι λαοί. Όπως κάποιοι σήμερα πιστεύουν πώς μπορούν να πείσουν την ΕΕ και την ΕΚΤ να ασκήσει άλλη πολιτική από αυτή που ασκούν και να κρατήσουν άλλη στάση από αυτήν που κρατούν.

«Ισχυρό ευρώ» και πόλεμος

Το κλου της ιστορίας είναι ότι η κρίση του 1929 έφερε όλα αυτά που οι πολέμιοι του Κέϊνς χρέωναν ως δήθεν αναπόφευκτες συνέπειες των προτάσεων για διαγραφή του χρέους και αποκατάσταση του εθνικού νομίσματος. Οι λαοί εξεγέρθηκαν τελικά και οι ίδιοι που δεν ήθελαν με τίποτε να δουν να χάνονται τα χρηματιστικά κέρδη τους, έφεραν τον φασισμό και τον ναζισμό οδηγώντας τον κόσμο στο ολοκαύτωμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Το ίδιο θα συμβεί και σήμερα, αν αφήσουμε τις ίδιες δυνάμεις της ανοιχτής δικτατορίας του χρηματιστικού κεφαλαίου να επιμείνουν στην εξυπηρέτηση του χρέους και στην κατοχύρωση του «ισχυρού ευρώ». Κι αυτό ήδη συμβαίνει με τον διορισμό τραπεζιτών επικεφαλής δοτών κυβερνήσεων, όπως έγινε στην Ελλάδα με τον κ. Λουκά Παπαδήμο και στην Ιταλία με τον κ. Μάριο Μόντι.

Η επινόηση του ευρώ

Ορισμένοι λένε ότι μπορεί η είσοδος στο ευρώ να ήταν λάθος, αλλά τώρα που μπήκαμε η έξοδος θα ήταν καταστροφή. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από κάτι τέτοιο. Το ευρώ αποτελεί μια χρηματοπιστωτική επινόηση που δεν βασίζεται, ούτε απηχεί την πραγματική οικονομία ακόμη και σε επίπεδο ευρωζώνης. Η σταθερότητα του ευρώ εξαρτάται όχι από την πραγματική δυναμική της οικονομίας, αλλά από συγκεκριμένες αξιωματικές πολιτικές παραδοχές, από ορισμένες υποθέσεις εργασίας: (1) Σταθερή νομισματική κυκλοφορία, που δεν επιτρέπει την έκδοση πρόσθετου νομίσματος. (2) Χαμηλά επίπεδα χρέους και κρατικών ελλειμμάτων. (3) Συντονισμός οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

Η οικονομία όμως δεν κινείται με βάση πολιτικές παραδοχές και μάλιστα αξιωματικού χαρακτήρα, αλλά με βάση την αντικειμενική κατάσταση των συναλλαγών και της παραγωγής στην πραγματική οικονομία. Κι αυτή η κατάσταση είναι πάντα κυμαινόμενη σε τέτοιον βαθμό που καμιά σταθερά δεν μπορεί να λειτουργήσει. Όταν μια οικονομία είναι διαρκώς ελλειμματική στο επίπεδο της παραγωγής και των συναλλαγών, όσο κι αν προσπαθεί είναι αδύνατο να τηρήσει τις όποιες παραδοχές και αξιώματα. Ότι κι αν κάνει.

Έτσι και με το ευρώ. Ένα νόμισμα που βασίζεται σε εξωπραγματικά αξιώματα δεν μπορεί να διασωθεί ενισχύοντας τις υποθέσεις εργασίας πάνω στις οποίες στηρίχθηκε. Είναι αδύνατον. Όσο ενισχύονται οι αξιωματικές πολιτικές παραδοχές σε βάρος της πραγματικής κατάστασης της οικονομίας, τόσο περισσότερο θα σπέρνει την χρεοκοπία, την καταστροφή και την ισοπέδωση. Σε βαθμό μάλιστα πρωτάκουστο για τους λαούς της Ευρώπης.

Μέχρι εδώ το παραμύθι περί «λίθινης εποχής»

Επομένως η λίθινη εποχή δεν είναι ένα ενδεχόμενο που συνδέεται με την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, αλλά με την ίδια την παραμονή στο ευρώ. Άλλωστε στη λίθινη εποχή ζουν ήδη οι πάνω από 1 εκατομμύριο άνεργοι της χώρας, αλλά και τα 4 εκατομμύρια εργαζόμενοι που βιώνουν μια κατάσταση όπου είτε βρίσκονται με δουλειά χωρίς μέλλον, είτε με μέλλον χωρίς δουλειά, όπως το 50% και πλέον της νέας γενιάς. Δεν συζητάμε βέβαια για την ανέχεια που έχει ενσκήψει στην πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει η μέση ελληνική οικογένεια μπορεί να συγκριθεί μόνο με την κατοχική και την πρώτη μετακατοχική περίοδο.

Κι επειδή η κατάσταση αυτή θα επιδεινωθεί σε βαθμό ανήκουστο, θα πρέπει να ρωτήσουμε που βρίσκεται η «κόκκινη γραμμή»; Που πρέπει να φτάσουμε για να πούμε «φτάνει, ως εδώ»; Πόσοι από τους νέους μας πρέπει να μεταναστεύσουν μαζικά γιατί δεν βρίσκουν ούτε δουλειά του ποδαριού; Πόσοι εργαζόμενοι και μικρομεσαίοι πρέπει να ζήσουν σε συνθήκες πείνας και εξαθλίωσης; Πόσοι από τους ηλικιωμένους πρέπει να πεθάνουν γιατί δεν έχουν ούτε καν να πληρώσουν για την θέρμανσή τους; Πόσα άτομα με ειδικές ανάγκες πρέπει να ριχτούν στον Καιάδα γιατί καταργείται ακόμη και η πιο στοιχειώδης κοινωνική πρόνοια; Πόσοι θα πρέπει να αφήσουν την τελευταία τους αναπνοή σε κάποιο ράντσο, ή στα χέρια των δικών τους, γιατί διαλύεται ακόμη και η πρωτοβάθμια υγεία;

Είναι ή δεν είναι η λίθινη εποχή αυτή που ζουν σήμερα εκατομμύρια Έλληνες; Τι έχουν να φοβηθούν οι άνεργοι, οι κατεστραμμένοι επαγγελματίες και οι αφανισμένοι μικρομεσαίοι, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και οι εργαζόμενοι που ζουν κυριολεκτικά στο όριο; Τι έχουν να φοβηθούν όλοι αυτοί από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα; Μην χάσουν τις (ανύπαρκτες) καταθέσεις τους; Μην και χάσουν ακόμη κι αυτά τα λίγα που τους έχουν απομείνει; Μόνο ένας ανόητος ή ένα τυπικό κομματικό στέλεχος, μπορεί να πιστεύει στα σοβαρά σήμερα ότι δεν οδηγούμαστε με μαθηματική βεβαιότητα σε ολοκαύτωμα ενός ολόκληρου λαού προκειμένου να διατηρηθεί μια τυχάρπαστη κερδοσκοπική επινόηση των τραπεζιτών: το ευρώ.

Νέα αρχή να επιβάλλει ο ελληνικός λαός

Με το εθνικό νόμισμα μπορεί να γίνει μια νέα αρχή προς το συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Αρκεί να το επιβάλει ο ίδιος και όχι οι καταχτητές του και οι ντόπιοι δοσίλογοι. Με το εθνικό νόμισμα μπορεί να κερδίσει την ελευθερία του από τους δυνάστες των αγορών και να διεκδικήσει την κυριαρχία του σ’ αυτόν τον τόπο. Κι αυτό είναι το ζουμί της όλης υπόθεσης.

Μπορεί ένας λαός σαν τον ελληνικό να σταθεί στα πόδια του και να προχωρήσει με ίδιες δυνάμεις; Ή είναι καταδικασμένος να χρειάζεται πατερίτσες, προστάτες και νταβατζίδες; Αυτό είναι το δίλλημα που συνδέεται πρώτα και κύρια με το ζήτημα του εθνικού νομίσματος. Η τερατολογία που συνδέεται με την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα συνδέεται με την ανάγκη ο λαός να πιστέψει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του, ότι αν και κατοικεί σε μια από τις πιο ευλογημένες χώρες της Ευρώπης δεν μπορεί να παράγει τίποτε, δεν έχει τα μέσα για να σταθεί όρθιος με τις δικές του δυνάμεις.

Δεν είναι καινούργια αυτή η προσπάθεια. Λίγο μετά την ναζιστική κατοχή οι ίδιες δυνάμεις που υπηρέτησαν το καθεστώς κατοχής πάσχιζαν να πείσουν τον Έλληνα ότι η ανεξαρτησία και η εθνική κυριαρχία είναι ένας μύθος. Ο Γεώργιος Βλάχος της Καθημερινής, συνεργάτης των γερμανικών δυνάμεων κατοχής, έγραψε το 1958 ότι το σύνθημα της εθνικής ανεξαρτησίας είναι «κενό ουσίας πυροτέχνημα», ενώ ο διευθυντής  του γνωστού συγκροτήματος Χρ. Λαμπράκης, που διέπρεψε στην κατοχή, έγραφε την ίδια χρονιά πώς «η ανεξαρτησία στον σημερινό κόσμο είναι μια ουτοπία…». Στον χορό αυτού του νεοδοσιλογισμού και ονομαστοί διανοούμενοι της εποχής όπως ο κ. Γ. Θεοτοκάς, ο οποίος έγραφε ότι η «ιστορική αναγκαιότητα» οδηγεί στο ξεπέρασμα των εθνών και στη δημιουργία υπερεθνικών σχηματισμών, γιατί μόνο έτσι μπορεί «να αξιοποιηθεί εντελώς η σύγχρονη τεχνική» και να πραγματοποιηθεί η «σταθερή εξύψωση του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών του κόσμου.»

Αυθυπαρξία ή υποτέλεια;

Την εποχή εκείνη με νωπές της μνήμες των αγώνων κατά του καταχτητή παλιού και νέου, για την λαϊκή και εθνική κυριαρχία, δεν περνούσαν εύκολα οι ενδοτισμοί. Έτσι ο Ε. Παπανούτσος απαντώντας στον Θεοτοκά έγραφε: «ομολογώ πώς άμα βάζω στο νου μου πραγματοποιημένο το καθεστώς που προφητεύει ο καλός φίλος με πιάνει φόβος. Μεγάλος φόβος… Ας θυμηθούμε ότι ο Χίτλερ προόριζε την Ελλάδα για τουριστικά ταξίδια και για καλλιέργεια της αγριόμεντας…». Πολύ σωστά ο κ. Παπανούτσος διαβλέπει τους κινδύνους που συνεπάγονται για την Ελλάδα σε τέτοιες «υπερεθνικές ενώσεις» και σωστά υπογραμμίζει πως η «εθνική μας προσωπικότητα, η πολιτική μας παράδοση, το πνεύμα και το ήθος του λαού μας… ένας μόνο σίγουρος τρόπος υπάρχει να διαφυλαχθούν: η αυθυπαρξία, το δικαίωμα να διαθέτει κανείς τον εαυτό του όπως θέλει, να κυβερνάει αυτός το σπίτι του και όχι οι άλλοι – ας είναι και οι καλύτεροι φίλοι».

Αυθυπαρξία ενός λαού χωρίς οικονομική αυτοδυναμία και εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί να υπάρξει κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς. Και αφετηρία για μια τέτοια αυθυπαρξία αποτελεί η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα.


Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι, 24/11/2011

           

ΠΗΓΗ: 28-11-2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/11/blog-post_6158.html

Ναι «είμαστε» το 99%

Ναι «είμαστε» το 99%

 

Του Πολ Κρούγκμαν

 


Το «Είμαστε το 99%» είναι ένα εξαιρετικό σύνθημα. Διατυπώνει σωστά το πρόβλημα ως «η μεσαία τάξη εναντίον της ελίτ» (αντίθετα προς το «η μεσαία τάξη εναντίον των φτωχών»).

Επίσης πηγαίνει παραπέρα από την ευρέως διαδεδομένη, αλλά λανθασμένη, άποψη ότι η αυξανόμενη ανισότητα έχει να κάνει κυρίως με το ότι οι πιο μορφωμένοι τα πάνε καλύτερα από τους λιγότερο μορφωμένους. Οι μεγάλοι κερδισμένοι σήμερα είναι μια χούφτα σούπερ-πλούσιων και όχι οι απόφοιτοι πανεπιστημίου γενικώς.

Μάλιστα το ποσοστό 99% στοχεύει υπερβολικά χαμηλά. Μεγάλο μέρος των κερδών του 1% πήγε στην πραγματικότητα σε μια ακόμη μικρότερη ομάδα, στο κορυφαίο 0,1% – το πλουσιότερο ένα τοις χιλίοις του πληθυσμού.

Και ενώ στις ΗΠΑ οι Δημοκρατικοί επιθυμούν αυτή η σούπερ ελίτ να συμβάλει στη μακροχρόνια μείωση του ελλείμματος, οι Ρεπουμπλικάνοι θέλουν να μειώσουν την φορολογία της σούπερ-ελίτ ενώ κάνουν περικοπές στο κράτος πρόνοιας και στο σύστημα υγείας στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Η τελευταία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου για τις ανισότητες δεν κοίταξε εντός του κορυφαίου 1%, όμως η προηγούμενη κατέληξε ότι από το 1979 ως το 2005 το εισόδημα των Αμερικανών της μεσαίας τάξης αυξήθηκε κατά 21%. Η αντίστοιχη αύξηση του πλουσιότερου 0,1% ήταν 400%.

Στο μεγαλύτερο μέρος τους τα τεράστια αυτά κέρδη αντικατοπτρίζουν μια κατακόρυφη άνοδο στο εισόδημα της σούπερ ελίτ. Υπήρξαν όμως και φορολογικές μειώσεις που ευνόησαν τους πλούσιους.

Ειδικότερα, η φορολογία κερδών κεφαλαίου είναι σήμερα πολύ χαμηλότερη απ’ όσο το 1979- και το πλουσιότερο ένα τοις χιλίοις των Αμερικανών λαμβάνει τα μισά από τα συνολικά κέρδη κεφαλαίου.

Γιατί λοιπόν οι Ρεπουμπλικάνοι ζητούν περισσότερες μειώσεις στη φορολόγηση των πολύ πλούσιων ενώ την ίδια στιγμή κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα ελλείμματα και απαιτούν δραστικές περικοπές στα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης;

Η συνηθισμένη απάντηση –  εκτός από τις κραυγές «ταξικός πόλεμος!» –  είναι ότι η σούπερ ελίτ αποτελεί «δημιουργό θέσεων εργασίας», δηλαδή, έχει ειδική συμβολή στην οικονομία. Αυτό δεν στέκει από οικονομικής πλευράς. Δεν θα έστεκε ακόμη και αν η Αμερική είχε την τέλεια ιδεατή αγορά των συντηρητικών φαντασιώσεων.

Άλλωστε σε μια ιδεατή οικονομία της αγοράς, κάθε εργαζόμενος θα πληρωνόταν ανάλογα με το πόσο συμβάλει στην οικονομία, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο.

Αυτό θα ίσχυε εξίσου για τους εργαζόμενους που κερδίζουν 30.000 δολάρια τον χρόνο και για τα στελέχη που κερδίζουν 30 εκατ. δολάρια ετησίως. Δεν θα υπήρχε λόγος να θεωρήσουμε ότι η συνεισφορά εκείνων που κερδίζουν 30 εκ. αξίζει ειδική μεταχείριση.

Οι πλούσιοι μπορούν – και θα έπρεπε, από την άποψη του 99% – να πληρώνουν σημαντικά περισσότερους φόρους, όχι να τους προσφέρονται ακόμη μεγαλύτερες φοροαπαλλαγές λόγω των θαυμάσιων πραγμάτων που υποτίθεται ότι κάνουν.

Όμως, θα μου πείτε, μερικοί από τους πολύ πλούσιους πλούτισαν παράγοντας καινοτομίες οι οποίες έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία για τον κόσμο απ’ όσο το εισόδημά τους. Βεβαίως, αν όμως δείτε ποιοι αποτελούν το 0,1% θα καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι τα μέλη της σούπερ ελίτ είναι υπερβολικά καλοπληρωμένα, και όχι κακοπληρωμένα, γι’ αυτό που κάνουν.

Ποιοι αποτελούν το 0,1%; Ελάχιστοι είναι καινοτόμοι τύπου Στιβ Τζομπς. Οι περισσότεροι είναι ηγετικά στελέχη επιχειρηματικών ομίλων και ισχυροί παίκτες του χρηματοοικονομικού τομέα.

Πρόσφατη έρευνα βρήκε ότι το 43% της σούπερ ελίτ είναι στελέχη σε εταιρείες εκτός του χρηματοοικονομικού τομέα, το 18% είναι στον χρηματοοικονομικό τομέα και ένα 12% είναι δικηγόροι ή δραστηριοποιούνται στον κλάδο ακινήτων. Δεν κάνουν δηλαδή επαγγέλματα στα οποία υπάρχει σαφής σχέση ανάμεσα στο εισόδημα και την οικονομική συμβολή.

Οι αποδοχές των στελεχών εκτοξεύτηκαν στα ύψη τις τελευταίες δεκαετίες. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι με κακές επιδόσεις λαμβάνουν πλουσιοπάροχες αποδοχές ενώ ακόμη και τα αποτυχημένα στελέχη που απολύονται αποζημιώνονται συχνά με εκατομμύρια.

Εν τω μεταξύ, η οικονομική κρίση έδειξε ότι πολλή από την φαινομενική αξία που δημιούργησαν οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές πρακτικές ήταν μια ψευδαίσθηση.

Τα υψηλά κέρδη πριν την κρίση αντικατόπτριζαν απλώς το αυξημένο ρίσκο- ρίσκο το οποίο έπαιρναν κυρίως όχι οι ισχυροί παίκτες του χρηματοοικονομικού τομέα αλλά είτε οι αφελείς επενδυτές είτε οι φορολογούμενοι οι οποίοι έμειναν με τη χασούρα στο χέρι όταν όλα πήγαν στραβά.

Όπως παρατήρησε πικρόχολα διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας, «αν το να παίρνει κάποιος ρίσκο ήταν μια δραστηριότητα προστιθέμενης αξίας, οι παίκτες της ρωσικής ρουλέτας θα συνέβαλαν δυσανάλογα στην παγκόσμια ευημερία».

Πρέπει λοιπόν το 99% να μισεί το 0,1%;  Όχι, καθόλου. Πρέπει όμως να αγνοεί την προπαγάνδα περί «δημιουργών θέσεων εργασίας» και να απαιτεί να πληρώνει η σούπερ ελίτ σημαντικά περισσότερους φόρους.

Πηγή: New York Times, Το Βήμα

 

ΠΗΓΗ: 28-11-2011, http://www.nooz.gr/world/nai-eimaste-to-99-leei-o-kroigkman

ΓΑΠ: Συμπτώματα αυτοκαταστροφής…

Συμπτώματα αυτοκαταστροφής…

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ 

 

Του Μιχάλη Ιγνατίου


 

Η άδοξη αποχώρηση του Γιώργου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία δεν ήταν έκπληξη για όσους παρακολούθησαν από κοντά την πορεία του από το 1986 και μετέπειτα. Ήταν μία αναμενόμενη εξέλιξη, και όσοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθούν την αρθρογραφία μας, δεν έπεσαν από τα σύννεφα. Αντίθετα, δικαιολογημένα ανέμεναν πιο γρήγορα το τέλος της εξουσίας του πρωτότοκου υιού του Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε θέσει στόχο ζωής να «αποκαθηλώσει» τον πατέρα του και να μεταλλάξει το σοσιαλιστικό κίνημά του σε ένα κόμμα χωρίς σπονδυλική στήλη και αντοχές στα εθνικά θέματα.

Τι άλλο είναι το νέο κόμμα που δημιούργησε ο Γιώργος Παπανδρέου και το οποίο χώρεσε όλους όσοι το «παίζουν» αριστεροί και ταυτόχρονα αποδέχονται κάθε απαίτηση των εκπροσώπων των καπιταλιστών και των οπαδών της παγκοσμιοποίησης;

Τον Οκτώβριο του 2009 ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία μετά από μία ταραγμένη περίοδο για την ελληνική οικονομία, που οφειλόταν στον ωχαδερφισμό που επέδειξε η προηγούμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ο Κώστας Καραμανλής παραδόθηκε στον πολιτικό του αντίπαλο, καθώς δεν είχε το θάρρος και την τόλμη να αντιμετωπίσει την κάκιστη κατάσταση της οικονομίας.

Ο κ. Παπανδρέου είχε την ευκαιρία να γίνει «Αυτοκράτορας» αλλά την απώλεσε, διότι πάνω απ’ όλα είναι αυτοκαταστροφικός και μη ικανός να αντιληφθεί τα θέματα της οικονομίας.

Αν και ήταν αυτοκτονία για την Κύπρο και το λαό της το φιλοτουρκικό σχέδιο Ανάν, επέλεξε να ικανοποιήσει τα θελήματα του πλέον επικίνδυνου διδύμου στην πολιτική ιστορία της Αμερικής (Μπους και Τσέινι), παρά να σταθεί στο πλευρό του Ελληνισμού του νησιού μας. Υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε όχι μόνο να μην γίνει πρωθυπουργός της Ελλάδας, αλλά να εγκαταλείψει για πάντα τη χώρα. Και όμως, διεσώθη από το ναυάγιο του σχεδίου Ανάν με τη βοήθεια των Αμερικανών για να ταλαιπωρήσει και την Ελλάδα τη διετία 2009-2011. Πολλοί θα ισχυριστούν ότι βιαστήκαμε να κάνουμε το πολιτικό «μνημόσυνο» του Γιώργου Παπανδρέου. Δεν έχουν δίκιο. Ο πρώην πρωθυπουργός είναι από τους πολιτικούς που αγαπήθηκε μεν από τον λαό, που είχε πληρώσει ακριβά την αναβλητικότητα του κ. Καραμανλή, αλλά και μισήθηκε το ίδιο δυνατά, όταν χωρίς κανένα πρόγραμμα και σχέδιο οδήγησε την Ελλάδα στο ΔΝΤ μετά από εκείνο το θέατρο του παράλογου στο Καστελόριζο, ένα νησί με τεράστια οικονομική και πολιτική σημασία, το οποίο δεν δέχθηκε καμία απολύτως βοήθεια από την κυβέρνησή του.

Αντίθετα, ήταν το «αγκάθι» που δεν επέτρεψε στον κ. Παπανδρέου «να τα βρει» με τον Ταγίπ Ερντογάν.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έκανε πολλά σφάλματα στη διάρκεια της πολιτικής του καριέρας. Τα τελευταία δύο χρόνια έκανε τα χειρότερα λάθη και είναι ευτύχημα ότι βρέθηκαν άνθρωποι που έσωσαν την παρτίδα, διαφορετικά η διακυβέρνηση του κ. Παπανδρέου θα ήταν ακόμα πιο οδυνηρή για την Ελλάδα.

Ο πρώην πρωθυπουργός εμπιστεύθηκε ανώριμα παιδαρέλια, που παραμένουν στο Μέγαρο Μαξίμου και επί πρωθυπουργίας του Λουκά Παπαδήμου, καθώς ο κ. Παπανδρέου ονειρεύεται επιστροφή στην ελληνική πολιτική σκηνή, ξεχνώντας ότι η προσφυγή στον μηχανισμό Ε.Ε.-ΔΝΤ ήταν η χαριστική βολή για την Ελλάδα και την οικονομία της. Αν ο κ. Παπανδρέου δεν είχε σοφιστεί το (εκ των υστέρων) δημοψήφισμα, η Ελλάδα και οι πολιτικοί της δεν θα βρίσκονταν υπό εκβιασμό και η δόση θα είχε εκταμιευθεί στις 11 Νοεμβρίου… Γι’ αυτό, δεν πρέπει να έχει κανείς την παραμικρή αμφιβολία.

Είναι φορές που νιώθω πως ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν και ένας έξυπνος, ευφυής, αλλά και άνθρωπος με πονηριά, έχει χαρακτηριστικά αυτοκαταστροφής, όπως αυτά που οδήγησαν τον κ. Παπανδρέου στην απαξίωση. Η παράδοση του σημαντικού τομέα της ενέργειας στη γνωστή Πραξούλα, η οποία είναι καταδικασμένη στη συνείδηση των Ελληνοκυπρίων ψηφοφόρων, που τη «μαύρισαν» επανειλημμένα στις εκλογές, αποδεικνύει ότι ο κ. Χριστόφιας κάνει και τραγικά λάθη. Για πολλοστή φορά θα εκφράσω την ελπίδα ότι θα τοποθετήσει στη θέση της ένα σοβαρό άνθρωπο, που έχει γνώση του αντικειμένου και δεν αναμείχθηκε στις προσπάθειες επιβολής του ρατσιστικού σχεδίου Ανάν.

ΔΙΩΞΗ ΛΙΛΛΗΚΑ

 Δεν μπορεί… Αυτός που βρίσκεται πίσω από τη δίωξη του Γιώργου Λιλλήκα πρέπει να είναι ο μεγαλύτερός του σύμμαχος. Ποιος έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι η δικαστική εμπλοκή του πρώην υπουργού Εμπορίου, δεν θα τον βοηθήσει πολιτικά. Άλλωστε πρόκειται ξεκάθαρα για πολιτική δίωξη, που ανοίγει και τους ασκούς του Αιόλου για τους πρώην και νυν υπουργούς, βουλευτές αλλά και Προέδρους της Δημοκρατίας. Αλλά δεν είναι μόνο το θέμα αυτό, για το οποίο πιστεύω ότι οι πολιτικοί δεν πρέπει να έχουν ασυλία. Αλλά, πώς διώκεται ο κ. Λιλλήκας όταν η όποια απόφασή του, εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο..

 

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ (Της ΚΥΠΡΟΥ), ΔΕΥΤΕΡΑ, 28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011, http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:….www.tanealondon.net/….=firefoxa

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΙΣ ΙΣΛΑΜΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ: Αίγυπτος

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΙΣ ΙΣΛΑΜΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ (ΑΙΓΥΠΤΟΣ)

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Το Ισλάμ είναι θρησκεία, η οποία δικαιώνει την άσκηση βίας εκ μέρους των οπαδών της κατά των πιστών άλλων θρησκειών. Αυτό αποτέλεσε διαχρονικά σημαντικό πλεονέκτημα του Ισλάμ έναντι άλλων θρησκειών, οι πιστοί των οποίων υποχώρησαν αριθμητικά τάχιστα σε περιοχές που αυτό εξαπλώθηκε. Το Ισλάμ δεν έπληξε μόνο τη χριστιανική πίστη, αλλά και τη βουδιστική, την ινδουϊστική και άλλες στην κεντρική Ασία. Στη Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο, περιοχές του ελληνορωμαϊκού κόσμου, οι κάτοικοι είχαν μεταστραφεί καθολικά στη χριστιανική πίστη πριν από την αραβική εξάπλωση.

Οι περιοχές όμως αυτές είχαν συγκλονιστεί από τις αιρέσεις των πρώτων αιώνων λόγω της φυγόκεντρης διάθεσης πολλών επιφανών κατοίκων αυτών από την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης. Τον μονοφυσιτισμό, τον νεστοριανισμό και άλλες αιρέσεις είχε ασπαστεί σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, το οποίο υπέκυψε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στην πίεση εξισλαμισμού εκ μέρους των Αράβων απ’ ότι οι πληθυσμοί στην έκταση της Μικράς Ασίας και της Βαλκανικής στην πίεση εξισλαμισμού εκ μέρους των Τούρκων αργότερα.

Η Αίγυπτος κατέστη λίαν σημαντική από γεωστρατηγική άποψη, όταν διανοίχθηκε η διώρυγα του Σουέζ (1869). Η αποικιοκράτις Βρετανία θεώρησε ζωτικής σημασίας τον έλεγχο της διώρυγας, προκειμένου να είναι ασφαλείς οι πλεύσεις του στόλου της προς την αποικία των Ινδιών. Επωφελήθηκε από την προσπάθεια κάποιων πατριωτών για πλήρη αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Βομβάρδισε την Αλεξάνδρεια και αποβίβασαν δυνάμεις στην περιοχή της διώρυγας (1882). Η Αίγυπτος κατέστη βρετανική αποικία ως το 1936.

Στη χώρα κατοικούσαν πέρα από τους Άραβες μουσουλμάνους και μονοφυσίτες χριστιανοί, οι γνωστότεροι ως κόπτες, που προσέγγιζαν το 20% του πληθυσμού. Σημαντική ήταν και η παρουσία των Ελλήνων, καθώς στους γηγενείς περί το ορθόδοξο πατριαρχείο Αλεξανδρείας είχαν προστεθεί και αρκετοί άλλοι από την εποχή της κυριαρχίας του Μεχμέτ Άλη ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Όταν μοσουλμανική χώρα καταλαμβάνεται από αποικιοκρατική χριστιανική χώρα, η πλειονοψηφία των μουσουλμάνων δεν είναι σε θέση ούτε όμως έχει και τη διάθεση να εξετάσει τις δογματικές διαφορές μεταξύ των κατακτητών και των ομοθρήσκων γηγενών ή παροίκων. Ασφαλώς οι χριστιανοί της Αιγύπτου επωφελήθηκαν από την βρετανική παρουσία, ώστε να δραστηριοποιηθούν στο εμπόριο και να πλουτίσουν. Οι κόπτες ήσαν κατά πολύ πιο ευκατάστατοι από τους μουσουλμάνους και αρκετοί Έλληνες απέκτησαν σημαντικές περιουσίες.

Οι Άγγλοι έφυγαν το 1936 φροντίζοντας να εγκαταστήσουν στην αρχή βασιλιά ελεγχόμενο από αυτούς και διατηρώντας στρατιωτικές μονάδες περί την διώρυγα. Ο πατριωτισμός όμως αρκετών αξιωματικών οδήγησε σε ένοπλη σύγκρουση με τους Άγγλους και τη φθορά εγκαταστάσεων βρετανικών συμφερόντων. Οι Άγγλοι αποχώρησαν οριστικά το 1952 και στην εξουσία εδραιώθηκε μετά από μικρό χρονικό διάστημα ο Νάσερ, ο οποίος αναζωπύρωσε το εθνικό αίσθημα των μουσουλμάνων της Αιγύπτου. Και είναι πολύ γνωστό ότι στις ισλαμικές χώρες έθνος και πίστη είναι μη διακριτά. Μετά τα προηγηθέντα ήταν αναμενόμενο οι μουσουλμάνοι να θεωρούν κατά κάποιο τρόπο τους χριστιανούς ως ξένο σώμα. Οι Έλληνες αποχώρησαν ευθύς μετά τη δήμευση των περιουσιών τους, αφήνοντας το ορθόδοξο Πατριαρχείο με μικρό αριθμό πιστών. Οι κόπτες δεν είχαν άλλη πατρίδα. Έμειναν και άρχισαν να υφίστανται διωγμό με την ανοχή των αρχών έναντι των φανατικών μουσουλμάνων, ενώ σημαντικό μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας τους δημεύθηκε. Αυτά εξανάγκασαν πολλούς από αυτούς να μεταναστεύσουν σε δυτικές χώρες. Στη μετά τον Νάσερ περίοδο φάνηκε να επικρατεί κάποια ανεκτικότητα έναντι των κοπτών, η κοινότητά τους όμως έχει συρρικνωθεί στο 8% του πληθυσμού ίσως και λόγω χαμηλοτέρων δημογραφικών δεικτών. Η δημογραφική κάμψη είναι μάστιγα των απανταχού της γης χριστιανών.

Η πρόσφατη ανατροπή του Μουμπάρακ έδωσε το έναυσμα για την επίθεση φανατικών μουσουλμάνων με πυρπόληση ναών και φόνους κοπτών. Αποτελεί οπωσδήποτε αίνιγμα η ανατροπή ενός αφοσιωμένου στη Δύση δικτάτορα από τις ΗΠΑ. Στην Αίγυπτο δραστηριοποιείται από δεκαετίες η οργάνωση «αδελφοί Μουσουλμάνοι». Ελεύθεροι σχολιαστές δεν δίστασαν να καταγγείλουν ότι αυτή ελέγχεται από τη CIA! Δεν είναι εκπληκτικό, αν συλλογιστούμε ότι αυτή οργάνωσε και ήλεγχε την «Αλ Κάιντα», όταν οι Σοβιετικοί είχαν πραγματοποιήσει ανοήτως την εισβολή στο Αφγανιστάν. Ασφαλώς το νέο καθεστώς της Αιγύπτου, αν και ασταθές ακόμη, φαίνεται φιλοδυτικό. Για τους χριστιανούς όμως είναι βέβαιο ότι έχει επέλθη ουσιαστική μεταβολή. Το κάπως παρήγορο είναι ο εν πολλοίς γεωγραφικός διαχωρισμός των δύο ομάδων πληθυσμού, καθώς οι κόπτες κατοικούν κατά πλειονότητα στην Άνω Αίγυπτο. Τι θα γίνει όμως με τους ομοπίστους στα μεγάλα αστικά κέντρα;

Το ορθόδοξο πατριαρχείο διατηρεί καλές διπλωματικές σχέσεις (πόσο εκκλησιαστικός μπορεί να είναι αυτός ο όρος;) με την αιγυπτιακή κυβέρνηση. Ως τώρα δεν έχει εκδηλώσει κάποια συμπάθεια προς τους ομοθρήσκους κόπτες. Ασφαλώς δεν οφείλεται αυτό στις δογματικές διαφορές, αλλά στη σκέψη των συνεπειών. Αλλά ας υποθέσουμε ότι οι κόπτες αποδέχονται να προσχωρήσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τότε το Πατριαρχείο θα οφείλει να συμπαρασταθεί στο δοκιμαζόμενο ποίμνιό του. Αλλά μήπως ο Χριστός ζητά από μας να συμπαραστεκόμαστε μόνο στους δοκιμαζόμενους ομοπίστους μας; Ασφαλώς η συμπαράσταση προς τους κόπτες θα έχει οδυνηρότατες συνέπειες ακόμη και την εκδίωξη του Πατριαρχείου από την Αίγυπτο. Προοπτική αρκετά πιθανή αν στο μέλλον εκδηλωθεί έξαρση του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού. Αλλά ορθόδοξοι δεν υπάρχουν μόνο στην Αίγυπτο και δεν είναι τόσο ανίσχυροι οι άλλοι, όσο του Πατριαρχείου Αλεξενδρείας. Τι κάνουν το οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο Μόσχας. Προς το παρόν είμαστε θεατές οικουμενιστικών αλλά και διαθρησκειακών συνάξεων με σκοπό δήθεν την προσέγγιση των θρησκειών και την εμπέδωση της παγκόσμιας ειρήνης. Σ’ αυτές οι ορθόδοξοι εκδηλώνουν διάθεση συνδιαλλαγής με νόθευση της δογματικής καθαρότητας της ορθοδοξίας. Αλλά πώς είναι δυνατόν να επέλθει προσέγγιση όταν «χριστιανικές» χώρες ενέχονταν κατά το παρελθόν για την άθλια αποικιοκρατία και σήμερα πρωταγωνιστούν στη λαφυραγώγηση του πλανήτη και την πρόκληση κατά των μουσουλμάνων, τους οποίους αποκαλούν συλλήβδην ως εν δυνάμει τρομοκράτες; Είναι δυνατόν να επέλθει προσέγγιση μέσα από τελετές που προκαλούν θυμηδία στους «χριστιανούς», θλίψη στους χριστιανούς και αγανάκτηση στους μουσουλμάνους; Οι χριστιανοί θρησκευτικοί ηγέτες οφείλουν πρωτίστως να καταγγείλουν την απληστία των ισχυρών του κεφαλαίου Εβραίους και «χριστιανούς», να καταδικάσουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών με την υποβοήθηση δοτών κυβερνώντων, τους εξοπλισμούς και την υποδαύλιση για ένοπλες συρράξεις σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Δυστυχώς όμως σιωπούν και σήμερα, όπως σιωπούσαν και τότε που ο Χίτλερ ετοίμαζε την πολεμική του μηχανή, για να σπείρει τον όλεθρο. Τότε που πλήθος ορθοδόξων αρχιερέων και ιερέων μαρτυρούσαν για την πίστη τους στα σταλινικά στρατόπεδα. Η Ορθοδοξία καλλιεργεί στους πιστούς ιδιαίτερο ήθος, το οποίο έχουν απωλέσει οι πιστοί των ομολογιών του δυτικού χριστιανισμού. Σήμερα συγχρωτισμένοι μ’ αυτούς κινδυνεύουμε να το απωλέσουμε κι εμείς. Είναι το ήθος που μόλις πριν από λίγα χρόνια μας υπέδειξε το χρέος να συμπαρασταθούμε προς τους δοκιμαζόμενους μουσουλμανικούς λαούς του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Είναι ώρα να συμπαρασταθούμε και προς τους κόπτες της Αιγύπτου. Αυτοί συντηρούν τα ιστορικά κέντρα του πρώτου μοναχισμού. Εκεί βρίσκονται οι μονές των αγίων Αντωνίου,   Παύλου του Θηβαίου, Μακαρίου και Παϊσίου. Μήπως η πολιτική της Δύσης έναντι του Ισλάμ έχει ως τελικό στόχο να στρέψει αυτό κατά των χριστιανών της Ανατολής; Μήπως δούμε να ανατινάζονται οι μονές όπως οι γλυπτοί στους βράχους βούδες από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν;

Θυμούμαι πώς μας ξεπροβόδισε ο ηγούμενος της μονής του αγίου Παύλου του Θηβαίου με γλυκό και κάπως μελαγχολικό ύφος μετά την ξενάγηση: Να προσεύχεστε για μας.         

                                                            «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 28-11-2011

Εμπαιγμός δημοκρατίας – συντάγματος

Παιχνίδι εμπαιγμού της δημοκρατίας και του Συντάγματος

 

Συνέντευξη του Γιώργου Κασιμάτη [στον Μιχάλη Σιάχο]


 

Η συζήτηση με τον ομότιμο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου, Γιώργο Κασιμάτη, που με το επιστημονικό του κύρος αποκάλυψε τις «λεπτομέρειες» των δανειακών συμβάσεων με τις οποίες δέθηκε χειροπόδαρα η χώρα μας, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πολύ περισσότερο όταν γίνεται την ώρα που ορκίζεται η νέα κυβέρνηση συνεργασίας.

Σύμφωνα με τον κ. Κασιμάτη όσα ζήσαμε τις τελευταίες μέρες αποτελούν ένα καλοστημένο παιχνίδι που στόχο είχε, ερήμην του λαού, και μέσω εκβιασμών από τους δανειστές της χώρας να προκύψει συναίνεση των κομμάτων της Βουλής στην εξοντωτική για την Ελλάδα εφαρμογή της πολιτικής των δανειστών μας.

Αναφερόμενος στο νέο πρωθυπουργό σημειώνει ότι «έχει περιορισμένη εντολή – χωρίς να προβλέπεται στο Σύνταγμα και γενικά στο δημοκρατικό πολίτευμα πολιτική κυβέρνηση με προκαθορισμένη ή “περιορισμένη αποστολή”. Σε ό,τι αφορά την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, τονίζει ότι αυτή «παραδόθηκε ολοκληρωτικά και η δημόσια περιουσία δεσμεύτηκε συνολικά με την πρώτη δανειακή σύμβαση. Τώρα απλώς έχουμε τις μορφές και τις εξειδικεύσεις παράδοσης».

Τέλος, τονίζει με νόημα ότι «το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος δίνει στο λαό το δικαίωμα της δημοκρατικής αντίστασης στην παράνομη εξουσία που ασκείται και η οποία – επαναλαμβάνω – δεν θα νομιμοποιηθεί ακόμα και αν ψηφιστεί η νέα δανειακή σύμβαση από περισσότερους από 180 βουλευτές».

Όλο αυτό το παζάρι των τελευταίων ημερών για τη δημιουργία κυβέρνησης τι αίσθηση σας δημιουργεί;

Αρχικά να πω ότι ενόψει της δεύτερης δανειακής σύμβασης, η οποία θα περιέχει όρους που δεν ξέρει ο λαός και μέτρα που, ασφαλώς, θα είναι βαρύτερα και θα προστεθούν στα παλιά, διαπράχθηκε μια διπλή παραβίαση της δημοκρατικής αρχής: Ή θα έπρεπε να γίνει πρώτα προσφυγή στο λαό, για να αναδείξει τη νέα κυβέρνηση που θα διαπραγματευόταν τη νέα δανειακή σύμβαση και νέα Βουλή που θα την κύρωνε ή θα έπρεπε να διαμορφωθούν όλοι οι όροι της σύμβασης και να ανακοινωθούν στο λαό και μετά να γίνει η προσφυγή στο λαό για να αναδείξει νέα κυβέρνηση και νέα Βουλή που θα την αποδεχόταν ή όχι. Η προσφυγή στο λαό όχι μόνο δεν έγινε, αλλά στήθηκε και ένα ολόκληρο παιχνίδι, το οποίο κατέληξε σ’ αυτό που επιδιωκόταν εξαρχής, με πολλαπλούς εκβιασμούς από τους δανειστές μας: να υπάρξει συναίνεση των κομμάτων της Βουλής ως προς την εξοντωτική για την Ελλάδα εφαρμογή της πολιτικής των δανειστών. Αυτό ακριβώς επιτεύχθηκε με όλο αυτό το παιχνίδι: Δηλαδή, να έλθει και η Νέα Δημοκρατία να αποδεχθεί εκ προοιμίου τη νέα σύμβαση (με όλες τις παλαιές), ώστε να υπάρχει πολιτική κάλυψή τους τουλάχιστον από τα δύο μεγάλα κόμματα, παρ’ όλο ότι περιέχουν αντίθετους όρους προς την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομιμότητα και προς το ελληνικό Σύνταγμα και επιβάλλουν τα γνωστά μέτρα που καταλύουν τα δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών.

Επομένως, αυτό επιτεύχθηκε από πλευράς δανειστών και μπορούμε να πούμε ότι το παιχνίδι που είδαμε να παίζεται κατέληξε, με παράκαμψη του εκλογικού σώματος, σε μια κυβέρνηση των δανειστών και όχι του ελληνικού λαού. Κατέληξε σε μια κυβέρνηση η οποία θα στηρίζεται από τα δύο κόμματα εξουσίας, που έχουν διαβεβαιώσει τους δανειστές μας ότι θα πειθαρχήσει απολύτως σε ό,τι έχει συμφωνηθεί ή και δεν έχει συμφωνηθεί -γιατί δεν ξέρουμε όλους τους όρους της δεύτερης δανειακής σύμβασης. Και εδώ βρίσκεται η τρίτη παραβίαση του Συντάγματος: ότι συμφώνησε εκ των προτέρων σε μια σύμβαση, η οποία δεν έχει καταρτιστεί ακόμη και δεν είναι γνωστή στο λαό. Συνεπώς, έχουμε μια κυβέρνηση αυστηρής πολιτικής διασφάλισης των άγνωστων όρων της νέας δανειακής σύμβασης και πρώτης επιτήρησης της εφαρμογής τους, με εξωκοινοβουλευτικό τεχνοκράτη πρωθυπουργό. Ο νέος πρωθυπουργός είναι μια προσωπικότητα πολύ υψηλού κύρους σε διεθνή κλίμακα, είναι δε γνωστές οι ικανότητες που επέδειξε κατά την άσκηση των υψηλών λειτουργημάτων του στον τραπεζικό τομέα. Η πρωθυπουργία που του ανατέθηκε, κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή της χώρας, έχει βαθύτατα πολιτική αποστολή, σύμφωνα με το Σύνταγμα. Στην ουσία είναι μια εξουσία που κατευθύνει και συντονίζει την πολιτική της χώρας σε όλους τους τομείς. Ο νέος, όμως, πρωθυπουργός έχει περιορισμένη εντολή – χωρίς να προβλέπεται στο Σύνταγμα και γενικά στο δημοκρατικό πολίτευμα πολιτική κυβέρνηση με προκαθορισμένη ή «περιορισμένη» αποστολή. Η προκαθορισμένη αυτή αποστολή είναι η διασφάλιση της σύναψης και της έναρξης εφαρμογής της νέας δανειακής σύμβασης, που στην ουσία της, αποτελεί μέρος της όλης δανειακής δέσμευσης της χώρας απέναντι στου ίδιους δανειστές με εκείνους του Μαΐου του 2010. Αυτό ηχεί ως μονόπλευρη αποστολή. Δεν είναι πρωθυπουργός και κυβέρνηση διαπραγμάτευσης όρων δανειακής σύμβασης, αλλά διασφάλισης όρων που ο ελληνικός λαός και η Βουλή δεν γνωρίζουν και που δεν θα είναι, κατ’ ανάγκην, υπέρ των συμφερόντων της Ελλάδας. Το πρόβλημα, δε, άσκησης των πρωθυπουργικών καθηκόντων στο πλαίσιο αυτής της «εντολής» αποκτά ιδιαίτερα μεγάλο βάρος, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο νέος πρωθυπουργός κατείχε τη θέση του υποδιοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή, του ενός από τα μέλη της τρόικας, που ήλεγχε μέχρι σήμερα την εφαρμογή των δανειακών συμβάσεων του Μαΐου του 2010, οι οποίες δεν κυρώθηκαν από τη Βουλή και περιέχουν όρους αντίθετους με τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, της ευρωπαϊκής νομιμότητας και του Συντάγματος.

Τις παρεμβάσεις και τις ευθείες απειλές, οι οποίες θυμίζουν παλιότερες εποχές, πώς θα τις χαρακτηρίζατε;

Έπαιξαν ακριβώς το ρόλο του εκφοβισμού και του εκβιασμού. Αναζωπύρωσαν στον ελληνικό λαό το φόβο με άμεσες απειλές και άμεσες παρεμβάσεις στη λειτουργία του πολιτεύματος, γεγονός απαράδεκτο από πλευράς δικαίου. Παρεμβάσεις που, όπως τις είδαμε, δεν έχουν επαναληφθεί στην Ευρώπη. Έγιναν για να ενισχύσουν τον εκβιασμό υποταγής του ελληνικού λαού. Αυτό ήταν άσκηση πολιτικής βίας. Ήταν και αυτό ένα αποτέλεσμα όλου αυτού του παιχνιδιού, ανεξάρτητα από το ποιος το οργάνωσε, ποιοι συμμετείχαν κ.λπ. Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι πως αυτή η συμπεριφορά εισήγαγε μεθόδους εκβιασμού και παρέμβασης στα εσωτερικά των χωρών της Ευρώπης με επικεφαλής τη Γερμανία. Ανέδειξε κατά τον εντονότερο και χειρότερο τρόπο την κηδεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη. Κατέδειξε, επίσης, την πλήρη υποταγή της πολιτικής ηγεσίας των δύο μεγάλων ελληνικών κομμάτων, κάτι που από την αρχή υποστήριζα, επισημαίνοντας συνεχώς ότι δεν διαφοροποιούνται πολιτικά απέναντι στις δανειακές συμβάσεις, που έδεσαν χειροπόδαρα την Ελλάδα.

Με βάση την ουσιαστική δουλειά ανάδειξης των όρων του Μνημονίου που έχετε κάνει και με βάση όσα μέχρι στιγμής γνωρίζουμε για τη νέα δανειακή σύμβαση, ποια θεωρείτε ότι είναι η επόμενη ημέρα για την εθνική κυριαρχία, αν προχωρήσουν τα σχέδια έτσι όπως προδιαγράφονται;

Η εθνική κυριαρχία παραδόθηκε ολοκληρωτικά και η δημόσια περιουσία δεσμεύτηκε συνολικά με την πρώτη δανειακή σύμβαση. Τώρα απλώς έχουμε τις μορφές και τις εξειδικεύσεις παράδοσης. Και πρέπει να προσθέσω ότι ειδικώς με τους όρους παράδοσης της εθνικής κυριαρχίας και καθολικής δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας δεν ασχολήθηκε κανένα απολύτως κόμμα. Και αυτό αφορά, δυστυχώς, και την Αριστερά. Κανένα κόμμα δεν αναφέρθηκε και δεν ανέδειξε τα άρθρα 4 και 14 (παράγραφος 5), με τα οποία παραιτήθηκαν από όλες τις ενστάσεις της εθνικής κυριαρχίας απέναντι στους δανειστές και δέσμευσαν ολόκληρη τη δημόσια περιουσία, πάλι υπέρ των δανειστών. Η εθνική κυριαρχία δεν υπάρχει, έχει παραδοθεί. Η επόμενη μέρα, λοιπόν, αφορά τις πράξεις εκτέλεσης, συγκεκριμενοποίησης και υλοποίησης αυτής της παράδοσης. Για παράδειγμα, η ολοκληρωτική επιτήρηση είναι η συγκεκριμενοποίηση αυτού του πράγματος. Ο εφαρμοστικός νόμος του

Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, που είναι, ας πούμε, το σκαλοπάτι προς το δεύτερο Μνημόνιο, είναι ακριβώς η εφαρμογή του άρθρου 4 της πρώτης δανειακής σύμβασης ως προς την καθολική δέσμευση της περιουσίας. Τώρα, απλά, ορίζουν το πώς θα φύγει αυτή η περιουσία προς τα έξω. Βλέπω, δηλαδή, χωρίς πολιτικά εμπόδια από πλευράς της Ελλάδας, να προχωρούν στην υλοποίηση αυτής της καθολικής κηδεμόνευσης της χώρας. Θα το δούμε αυτό πολύ σύντομα και στα εθνικά θέματα, στα οποία δεν αναφέρεται κανείς.

Ο πρωθυπουργός, μιλώντας στη Βουλή κατά τη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, έβαλε ως ζητήματα της επόμενης κυβέρνησης την ΑΟΖ, τις έρευνες για φυσικό αέριο…

Το ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα ζήτημα της ΑΟΖ θα έπρεπε να είχε λυθεί από τα πρώτα. Χωρίς η κυβέρνηση να έχει διασφαλίσει τα δικαιώματα του πλούτου της Ελλάδας στον υποθαλάσσιο χώρο με καθορισμό της ΑΟΖ, έχει καθορίσει τη διαδικασία παραχώρησης ολόκληρου του ελληνικού πλούτου και ολόκληρης της δημόσιας περιουσίας σε ξένες εταιρίες της επιλογής των δανειστών μας. Αυτό ακριβώς ορίζουν τα πρώτα άρθρα του νόμου εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, που ψήφισε η Βουλή των Ελλήνων την 1η Ιουλίου 2011. Ορίζουν ακριβώς πώς – από την εταιρία που ιδρύθηκε, το γνωστό «Ταμείο» – θα επιλέγεται ένα-ένα κομμάτι της δημόσιας περιουσίας, πώς θα αξιολογείται χωρίς διεθνή διαγωνισμό από ένα συμβούλιο και θα παραχωρείται, χωρίς να έχει το κράτος το δικαίωμα όχι αντάλλαγμα να πάρει, αλλά ούτε να φορολογήσει τη μεταβίβαση. Είναι όλα ρυθμισμένα…

Ουσιαστικά μιλάμε για επισφράγιση μιας νέου είδους αποικιοκρατίας…

Ασφαλώς! Γι’ αυτό υποστηρίζω, χωρίς να ξέρω πώς ακριβώς θα είναι διατυπωμένη η νέα σύμβαση, ότι, αν θα τη φέρουν στη Βουλή για κύρωση με 180 ψήφους, οι δανειακές δεσμεύσεις συνολικά απέναντι στους δανειστές την Ευρωζώνης και στο ΔΝΤ, δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν.

Με βάση την κυβέρνηση συνεργασίας που προέκυψε, θα περάσει με πολλές περισσότερες ψήφους…

Σίγουρα! Και θα νομίζει ο ελληνικός λαός ότι τηρείται ο όρος του Συντάγματος για την κύρωση της νέας συμβάσεως, επομένως ότι θα είναι νόμιμη. Δεν θα είναι νόμιμη, όσο συνδέεται ή περιέχει όρους εκτός ευρωπαϊκής και συνταγματικής νομιμότητας. Ακόμα και αν φροντίσουν να μην έχει μέσα διατυπώσεις που παραβιάζουν τα δικαιώματα του ανθρώπου ή την εθνική κυριαρχία κ.λπ., ουσιαστικά θα είναι συνέχεια των προηγούμενων συμβάσεων, οι οποίες αφενός δεν κυρώθηκαν και αφετέρου έχουν όρους που παραβιάζουν το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Η κυβέρνηση συνεργασίας θεωρείτε ότι δίνει μια παράταση στο κλυδωνιζόμενο πολιτικό σύστημα ή εκτιμάτε ότι μπορεί να επιταχύνει – ακόμα και με όρους ευτελισμού – την απονομιμοποίησή του;

Νομίζω ότι αυτό το μεταβατικό στάδιο θα απομακρύνει ακόμα περισσότερο το πολιτικό μας σύστημα από την αρχή δημοκρατικής νομιμοποίησης και συνταγματικής νομιμότητας. Θα φανεί καθαρά ότι η μεταβατική κυβέρνηση ήταν μεθόδευση για να μπουν στην κυβέρνηση και τα δύο μεγάλα κόμματα, με στόχο να φανεί ότι η πολιτική που επέβαλλαν οι δανειστές μας μέσα από το πλαίσιο της Ε.Ε. έχει ευρύτερη πολιτική στήριξη. Αυτό ακριβώς, όμως, θα δώσει και την ευκαιρία στον ελληνικό λαό να δει περί τίνος πρόκειται και να οξύνει, κατά τη γνώμη μου, την αντίστασή του σε ό,τι συμβαίνει σήμερα. Όλο αυτό το παιχνίδι ήταν ένας εμπαιγμός και της ουσίας του Συντάγματος. Ένα παιχνίδι ουσιαστικής αλλοίωσης του Συντάγματος, για να το πω με όρο της ειδικότητάς μου. Αλλά κυρίως, ήταν ένας εμπαιγμός της δημοκρατίας. Ένας εμπαιγμός της δημοκρατίας, ο οποίος απέβλεψε στην πολιτική κάλυψη της απάνθρωπης επιβολής που ασκούν σήμερα οι δανειστές μας. Το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος δίνει στο λαό το δικαίωμα της δημοκρατικής αντίστασης στην παράνομη εξουσία που ασκείται και η οποία -επαναλαμβάνω- δεν θα νομιμοποιηθεί ακόμα και αν ψηφιστεί η νέα δανειακή σύμβαση από περισσότερους από 180 βουλευτές. Δεν μένει κάτι άλλο και δυστυχώς δεν βλέπω σήμερα καμιά πολιτική δύναμη να μπορεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα. Άρα, το 1-1-4 είναι σήμερα ακόμα πιο επίκαιρο…

Βεβαίως, είναι ακόμα πιο επίκαιρο. Το 120, το ακροτελεύτιο άρθρο του σημερινού Συντάγματός μας, είναι, μάλιστα, πληρέστερο από το 114 των παλαιότερων Συνταγμάτων. Ο συντακτικός νομοθέτης στην παλαιά διάταξη ότι «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων», πρόσθεσε ότι ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να αντιστέκεται με κάθε μέσο ενάντια οποιουδήποτε επιχειρεί την κατάλυσή του.

 

Υ. Γ.: Οι παράνομες συμβάσεις δανεισμού της Ελλάδας. Τα κείμενα που αποκάλυψαν τις δουλείες υποτέλειας της χώρας. Εκδόθηκαν σε έναν τόμο και κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Λιβάνη τα κείμενα του ομότιμου καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Γιώργου Ι. Κασιμάτη που αποκάλυψαν με επιστημονική τεκμηρίωση και εκλαϊκευμένη διατύπωση τους πρωτοφανείς και απαράδεκτους όρους με τους οποίους δανείστηκε η Ελλάδα και μπήκε στο δρόμο της υποτέλειας και της εξαθλίωσης.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 14 Νοέμβριος 2011, http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=…=51

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΙΙ

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ:

Οι Έλληνες είναι εξοπλισμένοι με έναν πολιτισμό, βαθειά ριζωμένο μέσα τους, ο οποίος στο τέλος θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν πρώτοι τη νέα εποχή της ανασφάλειας, των διακυμάνσεων, της αβεβαιότητας και της συνεχούς μεταβλητότητας – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Ο ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Η πολιτική ανάπτυξης μέσω συνεχούς δανεισμού των βιομηχανικών χωρών, φαίνεται να φτάνει στο τέλος της. Η «απεργία» των αγοραστών ομολόγων του δημοσίου, μετά το τεράστιο λάθος της Ευρωζώνης κατά τη διάρκεια των συνόδων της 21ης Ιουλίου και 26ης Οκτωβρίου, όπου αποφασίσθηκε από τη Γερμανία η μονομερής συμμετοχή των αγορών στη διαγραφή χρέους (εξαιρούνται η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, η ΕΕ κλπ.), θα υποχρεώσει σύντομα τα ανεπτυγμένα κράτη να βρουν νέους τρόπους χρηματοδότησης των δημοσίων χρεών τους – ενδεχομένως με καταναγκαστικά λαϊκά ομόλογα, με φοροεπιδρομές και με «δημευτικές» ειδικές εισφορές (ακίνητα μέσω της ΔΕΗ), «μέτρα» από τα οποία πολύ δύσκολα θα ξεφύγουν οι Πολίτες τους” (FTD).

 

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι συνδεδεμένος με τους Ισολογισμούς – με το Ενεργητικό και με το Παθητικό των κρατών, με αυτά δηλαδή που διαθέτουν, καθώς επίσης με αυτά που οφείλουν. Πολλά κράτη της Δύσης είναι επιβαρυμένα με μεγάλα δημόσια χρέη, τα οποία προέρχονται από το παρελθόν, στα πλαίσια της ανάπτυξης τους μέσω του υπέρμετρου δανεισμού – ενώ τα περισσότερα έχουν ιδιωτικοποιήσει το σύνολο σχεδόν της δημόσιας περιουσίας τους, περιορίζοντας δραστικά τις αξίες του Ενεργητικού τους, αφού ακολούθησαν πιστά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική «των παιδιών του Σικάγου». Ο Πίνακας Ι είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Προβλέψεις 2011 δημοσίου χρέους, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ

Χώρα

Δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ

 

 

Ιαπωνία

206,2

Ελλάδα

162,8

Ιταλία

120,5

Η.Π.Α.

101,0

Βέλγιο

97,2

Γαλλία

85,4

Γερμανία

81,7

Ισπανία

69,6

Πηγή: Financial Times, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος,  Σημείωση: Η Αργεντινή πτώχευσε με χρέος ίσο με το 55% του ΑΕΠ της.

 

Χώρες όπως η Γερμανία, οι οποίες έχουν πλεονάσματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών τους, καθώς επίσης ελεγχόμενα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους, επωφελούνται, παρά τα μεγάλα δημόσια χρέη τους – επειδή οι διεθνείς δανειστές τις προτιμούσαν (μέχρι σήμερα) από άλλες, ο «Ισολογισμός» των οποίων είναι αρκετά προβληματικός. Ειδικά όσον αφορά τη Γερμανία οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, διαθέτει έναν απίστευτο φορολογικό μηχανισμό, ο οποίος της επιτρέπει την «κατά το δοκούν» απομύζηση των Πολιτών της – κυρίως με τη βοήθεια της Οικονομικής Αστυνομίας, στην κυριολεξία ενός «Κράτους εν Κράτει», η οποία δεν έχει τον παραμικρό ηθικό ενδοιασμό (η βασική μέθοδος είναι ο δημόσιος διασυρμός, η διαπόμπευση καλύτερα των Αδίκων, έτσι ώστε να διευκολύνεται στη συνέχεια η λεηλασία των Δικαίων – αυτών δηλαδή, οι οποίοι έχουν απλά τη δυνατότητα να πληρώσουν παραπάνω, χωρίς να τα οφείλουν / βιβλίο μας).         

Εν τούτοις τα κράτη αυτά δεν έχουν μόνο πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα – αφού η σύνδεση τους στο κοινό νόμισμα, με άλλα «προβληματικά» κράτη, επιβαρύνει τις προοπτικές τους. Απέναντι λοιπόν σε αυτήν την πραγματικότητα, οι διαφορετικές χώρες, συνδεδεμένες μεταξύ τους ή μη, είναι υποχρεωμένες να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, στην προσπάθεια τους να μειώσουν τα χρέη τους.

Συνεχίζοντας, σε ορισμένα άλλα κράτη όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ελλάδα, η κατάσταση είναι τόσο προβληματική, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποθέσει ότι, θα αποφύγουν τελικά την εξαιρετικά τραυματική εμπειρία της χρεοκοπίαςενδεχομένως ίσως και την έξοδο τους από το κοινό νόμισμα η οποία, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα είναι συντεταγμένη, με την παράλληλη «γενναία» διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών τους (σε επίπεδα που να μην ξεπερνούν το 50% του ΑΕΠ τους). Στα πλαίσια αυτά, η διάλυση της νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) είναι ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο, με ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο για την Ευρώπη, όσο και για τον υπόλοιπο πλανήτη.

Άλλα πάλι κράτη, όπως η Μ. Βρετανία, η Γαλλία και η Ισπανία, διαπιστώνεται ότι έχουν δραστηριοποιηθεί πολύ πιο γρήγορα, κατανοώντας έγκαιρα το μέγεθος των προβλημάτων τους και προσπαθώντας να ελέγξουν το μέλλον τους – αν και τα μέτρα, τα οποία υιοθέτησαν ή θα υιοθετήσουν στη συνέχεια, θα προκαλέσουν αναμφίβολα πολλά προβλήματα στους Πολίτες τους. Φυσικά δεν μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίσει σαν ξεχωριστές «μονάδες», αφού αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρωπαϊκών συγκοινωνούντων δοχείων.  

Μία τρίτη ομάδα κρατών, της οποίας ηγούνται οι Η.Π.Α., σε κάποιο βαθμό και η Ιαπωνία, δεν έχει αποφασίσει ακόμη τη μέθοδο, με την οποία θα περιορίσει τα δημόσια χρέη της. Επειδή η ομάδα αυτή θεωρεί ότι έχει περισσότερο χρόνο στη διάθεση της, επωφελούμενη από τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού της, ακολουθεί ουσιαστικά το δόμο της «financial repression» – με τη βοήθεια του οποίου τα επιτόκια συμπιέζονται σε όσο το δυνατόν χαμηλότερα επίπεδα, έτσι ώστε οι δανειστές, συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών με σχετικά σταθερά εισοδήματα, να «επιδοτούν» τους οφειλέτες.

Τέλος, η τέταρτη ομάδα κρατών, της οποία ηγείται η Κίνα, εν μέρει και η Ρωσία, δεν έχει ακόμη προβλήματα υπερχρέωσης, με αποτέλεσμα να προσελκύει τα διεθνή κερδοσκοπικά ή άλλα κεφάλαια, περιορίζοντας έτσι την προσφορά τους στη Δύση – με άμεσο επακόλουθο την αύξηση των επιτοκίων, με τα οποία επιβαρύνονται οι ήδη υπερχρεωμένες χώρες, οι οποίες καταδικάζονται σε έναν φαύλο κύκλο δανεισμού-ελλειμμάτων-χρεών-πτώχευσης. 

Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Ο περιορισμός των δημοσίων χρεών είναι άμεσα εξαρτημένος από την πραγματική οικονομία – από την οποία απαιτείται ανάπτυξη, για να μπορέσει να λειτουργήσει «θεραπευτικά» στο δημόσιο χρέος. Απλούστερα, όσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα μίας χώρας να παράγει Εθνικό Προϊόν (αύξηση του ΑΕΠ της), τόσο περισσότερο μεγεθύνονται τα (υγιή) δημόσια έσοδα της, οπότε είναι σε θέση να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της – απέναντι στους δανειστές της, αλλά και στους Πολίτες της, στους οποίους μπορεί να προσφέρει σταθερότητα ή ένα διαρκώς βελτιούμενο βιοτικό επίπεδο. Η ανάπτυξη όμως, καθώς επίσης οι επενδύσεις που προϋποθέτει, απαιτούν με τη σειρά τους νέα δάνεια. Επομένως, «αξιόχρεους συντελεστές» (δημόσιους και ιδιωτικούς), οι οποίοι να μπορούν να δανείζονται με λογικά επιτόκια, για να επενδύουν στην παραγωγή, στο εμπόριο κλπ. – αυξάνοντας το τζίρο τους και, κατ’ επέκταση, το εθνικό προϊόν (ΑΕΠ), τα δημόσια έσοδα κοκ. (το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα της ζήτησης – αύξηση της κατανάλωσης κλπ.)

Επειδή τώρα ολόκληρη η Δύση έχει ξεπεράσει τα ανώτατα όρια δανεισμού της, έχουν πάψει να υφίστανται οι υγιείς προϋποθέσεις ανάπτυξης, ενώ συρρικνώνεται τόσο η προσφορά, όσο και η ζήτηση – με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αυξηθούν τα έσοδα των κρατών, να γίνεται όλο και πιο δύσκολη η εξυπηρέτηση των υφισταμένων δανείων, καθώς επίσης να μειώνεται συνεχώς το βιοτικό επίπεδο των Πολιτών.

Πολλά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας, είναι υποχρεωμένα να προβούν σε μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές, χωρίς τη βοήθεια της ανάπτυξης ή/και της κατανάλωσης – έτσι ώστε να επανακτήσουν τη χαμένη ανταγωνιστικότητα τους, να ξεφύγουν από την ύφεση και να καταπολεμήσουν την ανεργία. Άλλες πάλι χώρες, όπως κυρίως οι Η.Π.Α., έχουν τη δυνατότητα να συνδέσουν τις απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές, με μία βραχυπρόθεσμη αναζωπύρωση της ζήτησης – ενώ μερικά κράτη, όπως η Γερμανία, είναι σε θέση να απολαύσουν τα οφέλη των διαρθρωτικών αλλαγών, τις οποίες έχουν ήδη δρομολογήσει στο παρελθόν (κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, σχεδόν αμέσως μετά από το ξεκίνημα της Ευρωζώνης). Παρά το ότι λοιπόν τα σημερινά κράτη είναι από πολλές πλευρές «συνδεδεμένα», αφού η οικονομική πολιτική που ακολουθεί το ένα, επηρεάζει το άλλο (για παράδειγμα, η λιτότητα στην ΕΕ εκμηδενίζει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης των Η.Π.Α.), έχουν διαφορετικές δυνατότητες και διαφορετικά προβλήματα, για τα οποία υποχρεωτικά θα επιλέξουν διαφορετικές λύσεις – οι οποίες όμως φαίνεται ότι θα προκαλέσουν «συγκρουσιακές καταστάσεις» μεταξύ τους, με αποτελέσματα που είναι αδύνατον να προβλεφθούν με σαφήνεια.   

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Η ανάπτυξη, ακόμη και αν επιτευχθεί, δεν είναι αρκετή από μόνη της – αφού ήταν μέχρι πρόσφατα (2007) εντάσεως ανεργίας, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό η απασχόληση. Η ανεργία τώρα, σε συνδυασμό με τη μη ισορροπημένη κατανομή των εισοδημάτων («άνοιγμα της ψαλίδας» μεταξύ πλούσιων και φτωχών, εις βάρος κυρίως της μεσαίας τάξης), καθώς επίσης με τη γενικότερη πτώση του βιοτικού επιπέδου της Δύσης, δημιουργεί εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες (φτώχεια, εγκληματικότητα κλπ.) σε πάρα πολλές χώρες – ειδικά σε αυτές, οι οποίες έχουν υποστεί τις εγκληματικές επιθέσεις του ΔΝΤ.  Επομένως, οι απαιτήσεις για μεγαλύτερη κοινωνική Δικαιοσύνη εκ μέρους των Πολιτών αυξάνονται σε καθημερινή βάση – με δυσμενή αποτελέσματα για την Οικονομία, αφού οι διαδηλώσεις, οι απεργίες κλπ., οι οποίες προκαλούνται από την κοινωνική αδικία, κοστίζουν ακριβά τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα ενός κράτους. Πρόκειται λοιπόν για έναν άλλο «φαύλο κύκλο», ο οποίος οδηγεί από έναν ακόμη δρόμο τα κράτη και τους Πολίτες τους σε οδυνηρά αδιέξοδα,  

Περαιτέρω, μέσα από όλα αυτά τα καθημερινά προβλήματα και τα αγωνιώδη αδιέξοδα, ενισχύεται εύλογα η άποψη ότι, ο καπιταλισμός έχει γίνει πλέον καταστροφικός – ειδικά επειδή οι τράπεζες, στην προηγούμενη περίοδο της ανάπτυξης, εισέπραξαν τεράστια κέρδη, ενώ στη συνέχεια «κοινωνικοποίησαν» τις ζημίες τους, εις βάρος του υπολοίπου πληθυσμού. Το σύνολο λοιπόν των Πολιτών είναι σε μεγάλο βαθμό δύσπιστο, απέναντι στο σύστημα που επικρατεί σε κάθε χώρα – πόσο μάλλον όταν τα πακέτα διάσωσης των κρατών, τα οποία «εκπονήθηκαν» μετά την κρίση, δεν ωφέλησαν καθόλου τους Πολίτες, αλλά αποκλειστικά και μόνο τις τράπεζες. Επομένως, το υφιστάμενο «κοινωνικό σύστημα» τείνει να χάσει πλέον τη νομιμοποίηση του – επίσης με δυσδιάκριτα αποτελέσματα για το μέλλον, ενώ παρατηρείται μία «αναζωπύρωση» των εθνικιστικών, των εθνικοσοσιαλιστικών, των σοσιαλιστικών και των κομμουνιστικών ιδεών.  

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

Η Ευρωζώνη είναι βυθισμένη σε μία διπλή κρίση: οι επενδυτές αποσύρουν μαζικά τα χρήματα τους, τόσο από τα κράτη, όσο και από τις τράπεζες – ενώ κράτη και τράπεζες χρειάζονται απεγνωσμένα ρευστότητα, όσο ποτέ μέχρι σήμερα. Εάν δεν αντιδράσει άμεσα η Πολιτική, ανακοινώνοντας την ενεργοποίηση της ΕΚΤ και την έκδοση κοινών Ευρωομολόγων, απειλούμαστε με έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο (σπιράλ του θανάτου), «διακοσμημένο» με εθνικιστικές εξάρσεις, με φόβο, με ανεξέλεγκτες χρεοκοπίες και με μία συνεχή αύξηση του συνόλου των χρεών – έως τη στιγμή της απόλυτης κατάρρευσης”.

Οι απαιτήσεις για μεγαλύτερη κοινωνική Δικαιοσύνη, τις οποίες αναλύσαμε παραπάνω, δεν πρόκειται να σταματήσουν – αντίθετα, θα γίνονται όλο και πιο ισχυρές, όλο και πιο μαχητικές, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν φαίνεται ακόμη. Ας μην ξεχνάμε ότι, η Γαλλική Επανάσταση ξέσπασε ένα χρόνο μετά τη χρεοκοπία της χώρας – ενώ ήταν μία από τις πλέον «αιματηρές» εποχές της Ιστορίας, με  θύματα εχθρούς και φίλους της «Γαλλικής Δημοκρατίας». Επομένως, ο δυτικός κόσμος έχει μία και μοναδική επιλογή: να ανακαλύψει έναν καινούργιο πολιτικό δρόμο, ο οποίος θα διαχειρίζεται καλύτερα, άριστα αν είναι δυνατόν, τις σχέσεις (α) του Κεφαλαίου με την Εργασία, (β) των σημερινών ανθρώπων με τις μελλοντικές γενιές (γ) του χρηματοπιστωτικού τομέα με την πραγματική οικονομία και (δ) των κρατών, ειδικά των χωρών-μελών των νομισματικών ενώσεων, μεταξύ τους.   

Ο δρόμος αυτός θα μπορούσε να ανακαλυφθεί από την ίδια την Πολιτική – όπου όμως τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις Η.Π.Α. ή στην Ιαπωνία επικρατεί η άποψη ότι (άρθρο μας), οι πολιτικοί είναι ανίκανοι, ανεπαρκείς, διεφθαρμένοι, υπάλληλοι των τοκογλύφων και του Καρτέλ – ενώ μία σκιώδης εξουσία έχει αναλάβει την «εγκατάσταση» μίας απολυταρχικής, παγκόσμιας διακυβέρνησης, με στόχο την εκμετάλλευση του συνόλου από μία μικρή, αλλά ικανότατη και πολύ ισχυρή ελίτ. Είναι άλλωστε δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα ότι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι προκάλεσαν τη σημερινή, παγκόσμια κρίση, είναι σε θέση να βρουν τις απαιτούμενες λύσεις. Στα πλαίσια αυτά, η αναζήτηση και η εύρεση ενός καινούργιου πολιτικού δρόμου, ο οποίος θα ακολουθηθεί από νέους, ικανούς, ανεξάρτητους, ανιδιοτελείς και αδιάφθορους ηγέτες, είναι μία πολύ πιο δύσκολη διαδικασία, από ότι ήταν στο παρελθόν. Επομένως, πρόκειται για μία ακόμη ασαφή διαδικασία, με επίσης δυσδιάκριτα αποτελέσματα για το μέλλον – πόσο μάλλον αφού προϋποθέτει τη δημιουργική καταστροφή όλων ανεξαιρέτως των υφισταμένων δομών (κάτι που στο παρελθόν εξασφάλιζαν οι πόλεμοι).   

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η πατρίδα μας είναι αναμφίβολα μία πλούσια, πολλαπλά προικισμένη χώρα, η  οποία αντιμετωπίζει πάρα πολλά προβλήματα: χρηματοπιστωτικά, οικονομικά, κοινωνικά και, κυρίως, πολιτικά. Είναι η πρώτη χώρα που βρέθηκε, εντελώς απροετοίμαστη, στο μάτι του κυκλώνα, βιώνοντας πρώτη την κρίση των κρίσεων. Αντιμετώπισε πρώτη την εισβολή του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη, έζησε το ρέκβιεμ της Δημοκρατίας, ενώ ήταν η πρώτη που δέχθηκε τις πάσης φύσεως άνανδρες επιθέσεις της επεκτατικής, πρωσικής Γερμανίας – όπως επίσης των τοκογλυφικών αγορών και του πολυεθνικού Καρτέλ. Τέλος, στην Ελλάδα διορίσθηκε η πρώτη τεχνοκρατική κυβέρνηση στον πλανήτη, μετά από μία σειρά τραυματικών εμπειριών και πολιτικών ηγεσιών, μερικές από τις οποίες χαρακτηρίσθηκαν από πολλούς ακόμη και «ενδοτικές». Οι Πολίτες της διασύρθηκαν από όλα τα ξένα ΜΜΕ, εξευτελίσθηκαν, πληγήκαν στην εθνική τους υπερηφάνεια, εξαπατήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους ηγέτες τους, απογοητεύθηκαν από την κοινωνία τους, λεηλατήθηκαν και συνεχίζουν να λεηλατούνται με εσωτερικές υποτιμήσεις, με δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων και με πρωτόγνωρα, εξαντλητικά μέτρα λιτότητας, χωρίς καμία προοπτική – ενώ είναι υποχρεωμένοι να αντιπαρατεθούν πρώτοι με μία απάνθρωπη ανασφάλεια, άνευ προηγουμένου στην παγκόσμια Ιστορία.

Είναι αυτοί λοιπόν, οι οποίοι βιώνουν ήδη μία «αλλαγή παραδείγματος», μία επώδυνη αλλαγή εποχής δηλαδή, για την αντιμετώπιση της οποίας δεν έχουν στη διάθεση τους κανένα συμβατικό όπλο – απόλυτα εκτεθειμένοι «στις διαθέσεις των Θεών του Ολύμπου». Η αναμενόμενη επίσημη ανακοίνωση της χρεοκοπίας, μέσα από τις πρόσφατες συζητήσεις για διαγραφή του 75% από τα 200 δις € που οφείλονται στον ιδιωτικό τομέα (λόγω της υφιστάμενης δυνατότητας μεταβολής των συνθηκών των παλαιών ομολόγων, κατά την ανταλλαγή τους με νέα, επειδή υπάγονται στην Ελληνική νομοθεσία), θα είναι μία επόμενη δοκιμασία για τους Έλληνες – όπως επίσης για την Ευρωζώνη και τον υπόλοιπο πλανήτη.  

Εν τούτοις οι Έλληνες, αν και με διαβρωμένο χαρακτήρα από τα τελευταία τριάντα χρόνια, είναι εξοπλισμένοι όσο κανένας άλλος λαός με έναν πολιτισμό, βαθειά ριζωμένο μέσα τους, ο οποίος είμαστε σίγουροι ότι στο τέλος θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν πρώτοι τη νέα εποχή και να βγουν πρώτοι ως νικητές από τον πόλεμο – από τον πρώτο παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο στην ανθρώπινη ιστορία. Αρκεί να εμπιστευθούν τον εαυτό τους, να αγωνισθούν από κοινού με θάρρος και με τόλμη για την ελευθερία τους, καθώς επίσης να μην απαιτήσουν κάτι λιγότερο από το άριστο – όπως ακριβώς έκαναν οι πρόγονοί τους.      

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 26. Νοεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος και συγγραφέας, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2486.aspx

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ Ι

ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ:

Οι Έλληνες είναι εξοπλισμένοι με έναν πολιτισμό, βαθειά ριζωμένο μέσα τους, ο οποίος στο τέλος θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν πρώτοι τη νέα εποχή της ανασφάλειας, των διακυμάνσεων, της αβεβαιότητας και της συνεχούς μεταβλητότητας – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Δεν είναι τυχαίο το ότι, ο φόβος, η ανασφάλεια, η αστάθεια και η μεταβλητότητα επικρατούν σήμερα σε ολόκληρο τον πλανήτη – παράλληλα και την ίδια χρονική στιγμή. Φοβόμαστε για το κοντινό μέλλον μας, ενώ είμαστε πολύ απαισιόδοξοι, τρομοκρατημένοι ίσως, σε σχέση με το μέλλον των παιδιών μας. Όλα αυτά μας οδηγούν εύλογα στο συμπέρασμα ότι, η παγκόσμια κοινότητα έχει εισέλθει σε μία ιστορική «αλλαγή παραδείγματος» – η οποία συνήθως συνοδεύεται από τον πανικό της απώλειας εκείνης της άγκυρας, η οποία κρατούσε το «πλοίο» μας ασφαλές στο λιμάνι.        

Η επανεγκατάσταση αυτής της «άγκυρας», η επιστροφή της ασφάλειας και της σταθερότητας δηλαδή στην οικονομία, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην κοινωνία και στην πολιτική, θα απαιτήσει πολύ χρόνο – ενώ δεν θα υπάρχει στο εξής καμία γνώριμη ή/και σαφής στρατηγική επιβίωσης, πόσο μάλλον επιτυχίας, αφού θα εκλείπουν τα ιστορικά δεδομένα.

Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα, τα οποία φαίνονται καθαρά: οι διαφορετικές χώρες θα αποφασίσουν να υιοθετήσουν, είτε με τη δική τους, ελεύθερη βούληση, είτε καταναγκαστικά, διαφορετικές λύσεις – με διαφορετικές συνέπειες για τις ίδιες και τον υπόλοιπο πλανήτη. Η νέα σύνδεση δε των χωρών αυτών με όλες τις άλλες, κάτω από τα καινούργια δεδομένα, θα φέρει αντιμέτωπο ολόκληρο το σύστημα, σαν ένα και μόνο σύνολο, με νέες, πολύ μεγαλύτερες προκλήσεις.

Ορισμένες αλλαγές, στα πλαίσια της πλήρους αναθεώρησης των κρατούντων προτύπων, θα πραγματοποιηθούν «εξελεγκτικά», δαρβινικά – ήρεμα δηλαδή, κατά τη διάρκεια πολλών ετών. Άλλες θα ακολουθήσουν απότομα, ξαφνικά, χωρίς καθόλου να τις περιμένουμε – εντείνοντας ακόμη περισσότερο την ανασφάλεια μας. Ας ελπίσουμε ότι τελικά θα καταφέρουμε να βρεθούμε σε ένα νέο σημείο ισορροπίας, χωρίς να καταστραφούν όλα όσα έχουμε μέχρι σήμερα επιτύχει – μεταξύ των οποίων και η Δημοκρατία”. (M. Erian, ΒΒ).    

Ανάλυση

Έχει αποδειχθεί ότι οι περιοχές του εγκεφάλου, οι οποίες δραστηριοποιούνται όταν ασχολούμαστε με την επίλυση γνωστών προβλημάτων, είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές, οι οποίες «διαπραγματεύονται» άγνωστες καταστάσεις – προβλήματα δηλαδή, για τα οποία δεν υπάρχει κανένα ιστορικό προηγούμενο ή/και προσωπική, ανθρώπινη εμπειρία. Για παράδειγμα, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα γεγονός, το οποίο μας έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν, οπότε διαθέτουμε την απαιτούμενη εμπειρία, δραστηριοποιείται το Α τμήμα του εγκεφάλου. Αντίθετα, όταν κάτι μας συμβαίνει για πρώτη φορά, δεν ασχολείται μαζί του το Α τμήμα, αλλά ένα κάποιο Β – φυσικά με άγνωστες μεθόδους επίλυσης και με ασαφή αποτελέσματα. 

Από την άλλη πλευρά ο Keynes είχε την περίεργη άποψη ότι, οι σημαντικότερες οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται κατά τη διάρκεια ασαφών, μη ελεγχόμενων εξελίξεων, για τις οποίες δεν υπάρχει εμπειρική γνώση – κατ’ επέκταση, από εκείνη την περιοχή του εγκεφάλου, τη Β στο προηγούμενο παράδειγμα, η οποία διαπραγματεύεται άγνωστες καταστάσεις. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, οι μεγάλοι οικονομικοί κύκλοι (άνω των σαράντα ετών), οι οποίοι μας υποχρεώνουν σε σημαντικές αλλαγές πορείας, προέρχονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από «συλλογικές διανοητικές διεργασίες» και πολύπλοκες αλληλοεπιδράσεις, οι οποίες δεν είναι κατανοητές από τους οικονομολόγους – μεταξύ άλλων επειδή οι αποφάσεις που αναγκαστικά τους συνοδεύουν, λαμβάνονται από τη λειτουργία αγνώστων περιοχών του εγκεφάλου.

Στην επιστήμη τώρα αναφερόμαστε σε μία «αλλαγή παραδείγματος» (paradigm shift, επαναστατική, δραματική ή εκ βάθρων αλλαγή, πλήρης αναθεώρηση του κρατούντος προτύπου κλπ.), όταν αλλάζει ριζικά η οπτική γωνία, από την οποία εξεταζόταν έως εκείνη τη στιγμή μία επιστημονική περιοχή – όταν διαφοροποιούνται οι βάσεις, τα θεμέλια καλύτερα, στα οποία στηριζόταν η εξέλιξη της έρευνας, από την ήδη υπάρχουσα γνώση. Προφανώς, οι μεγάλοι οικονομικοί κύκλοι αποτελούν συχνά αλλαγές παραδείγματος στην Οικονομία – οπότε οφείλει να αναθεωρείται ριζικά η οπτική γωνία, από την οποία εξεταζόταν έως εκείνη τη στιγμή τα οικονομικά δεδομένα, εάν θέλουμε να τα κατανοήσουμε και να τα επιλύσουμε σωστά. 

Η μετάβαση (αλλαγή) από την κλασσική μηχανική στη θεωρία της σχετικότητας και την κβαντομηχανική, αποτελεί μία «αλλαγή παραδείγματος» στη Φυσική – ενώ σήμερα «κυοφορείται» η αναθεώρηση της θεωρίας της σχετικότητας, μέσα από τα πειράματα που διεξάγονται στην Ελβετία (CERN). Στην Οικονομία αντίστοιχα, ως «αλλαγή παραδείγματος» θεωρείται η «μετάβαση» από την αγροτική παραγωγή στη βιομηχανική επανάσταση, όπως επίσης η «αντικατάσταση» του μονεταρισμού από τον κεϋνσιανισμό και στη συνέχεια από το νεοφιλελευθερισμό.

Ένα άλλο παράδειγμα στις κοινωνικές επιστήμες είναι η αντικατάσταση της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας από το Χριστιανισμό, όπου η αναζήτηση απαντήσεων σε πολλά ανθρώπινα ερωτήματα, με τη βοήθεια της σκέψης, έδωσε τη θέση της στις σχετικά αυθαίρετες, «δογματικές» απαντήσεις – με τη βοήθεια της Θρησκείας («απόγονος» φαίνεται να είναι η ψυχολογία).

Κλείνοντας, ίσως οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, Οικονομολόγος δεν είναι αυτός που παραθέτει απλά ψυχρά νούμερα, αναλύοντας τα με κάθε λεπτομέρεια, όπως ο  οικονομικός αναλυτής, αλλά εκείνος που προσπαθεί να διαμορφώσει μία ολοκληρωμένη, «φιλοσοφική» άποψη για τα «τεκταινόμενα», με τη βοήθεια της επιστήμης που ο ίδιος έχει σπουδάσει – της Οικονομίας δηλαδή.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Η «αλλαγή παραδείγματος», η οποία ευτυχώς δεν είναι ένα γεγονός που συμβαίνει συχνά στη Ιστορία (ευτυχώς επειδή είναι μία εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία – αν και δυστυχώς φαίνεται ότι «εξελίσσεται» ραγδαία σήμερα, τουλάχιστον όσον αφορά την Οικονομία), χωρίζεται σε δύο διαφορετικά μέρη:

(α)  Στη αρχή έχουμε «τη φάση της κρίσης» (crisis), κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθούμε να λύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε με τη βοήθεια των γνώσεων, των εμπειριών και των μεθόδων του παρελθόντος, θεωρώντας μεταξύ άλλων ότι, δεν ήταν λάθος οι μέθοδοι, αλλά η εφαρμογή τους. Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχουν κυρίως οι καλύτεροι όλων, αφού απαιτεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερες γνώσεις, εμπειρίες, ικανότητες και δεξιότητες, ενώ οι λύσεις επείγουν.

(β)  Στη συνέχεια ακολουθεί «η εποχή της επιστημονικής ανακάλυψης» όπου, κατανοώντας πλέον ότι, οι εμπειρίες, οι γνώσεις και οι παλαιές μέθοδοι ήταν λανθασμένες, προσπαθούμε να σκεφθούμε διαφορετικά, να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας και να ανακαλύψουμε νέους τρόπους ορισμού ή/και διαχείρισης των προβλημάτων μας – έτσι ώστε αφενός μεν να αιτιολογούνται ικανοποιητικά τα λάθη του παρελθόντος, αφετέρου να επιλύονται σωστά τα προβλήματα του παρόντος.   Στο παράδειγμα της Ελλάδας, αφού προσπαθήσουμε για κάποιο χρονικό διάστημα να λύσουμε τα οικονομικά, τα πολιτικά και λοιπά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, αυτά δηλαδή που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία, με τη βοήθεια της Ιστορίας, της εμπειρίας και των υφισταμένων κομμάτων, αντιλήψεων, δομών, Θεσμών, ξένων οργανισμών (ΔΝΤ, ΕΕ) κλπ., χωρίς αποτέλεσμα φυσικά (πρώτο μέρος), θα αναγκασθούμε τελικά να τα αλλάξουμε όλα (δεύτερο μέρος) – αφού διαφορετικά δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την πρωτόγνωρη κρίση (ας ελπίσουμε, όχι πολύ αργά ή/και με τεράστιο κόστος).  

Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωζώνη, την ΕΕ, τις Η.Π.Α. και πολλές άλλες χώρες ή περιοχές του πλανήτη σήμερα, οι οποίες υπεισέρχονται σε εντελώς νέες, άγνωστες και «αχαρτογράφητες» περιοχές – με αφετηρία το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης (2007). Επίσης για τη Γερμανία η οποία, παρά τις τραυματικές ιστορικές εμπειρίες της (ναζισμός, παγκόσμιοι πόλεμοι κλπ.), επιμένει δυστυχώς στις εσφαλμένες μεθόδους του παρελθόντος (εμπορικά πλεονάσματα εις βάρος των εταίρων της κλπ.) – παρά το ότι την οδήγησαν στην καταστροφή, μέσα από την τότε ευρωπαϊκή απομόνωση της.

Περαιτέρω, η αδυναμία των Η.Π.Α. να οδηγήσουν την οικονομία τους σε βιώσιμη ανάπτυξη, καταπολεμώντας την ανεργία, καθώς επίσης τις τεράστιες εισοδηματικές διαφορές, έχει αναγκάσει χιλιάδες Αμερικανούς να βγουν στους δρόμους – με στόχο τη δημιουργία ενός δικαιότερου συστήματος. Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, οι φόβοι χρεοκοπίας έχουν «υποχρεώσει» δύο χώρες της Ευρωζώνης να αντικαταστήσουν την πολιτική ηγεσία τους με τεχνοκράτες – οι οποίοι έχουν την εντολή να επαναφέρουν την τάξη. Παράλληλα, οι επιθέσεις των αγορών έχουν φέρει στην επιφάνεια τις αδυναμίες των θεσμικών και λοιπών οργάνων της νομισματικής ένωσης, γεγονός που θα την αναγκάσει, αργά ή γρήγορα, να αλλάξει εντελώς τη δομή της (άρθρο μας).

Από την άλλη πλευρά, η Ιαπωνία απειλείται με μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, εάν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές εντός της – ευρισκόμενη αντιμέτωπη με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος (210% του ΑΕΠ της, περί τα 10 τρις €). Η Κίνα επίσης, εάν συνεχίσει να στηρίζεται στις εξαγωγές (πλεονάσματα) και στο υποτιμημένο νόμισμα της, χωρίς να προωθεί την εσωτερική κατανάλωση – έχοντας να αντιμετωπίσει αφενός μεν μία τεράστια φούσκα ακινήτων, αφετέρου τον υπερδανεισμό εκ μέρους των σκιωδών τραπεζών της (τοκογλύφων), οι οποίες απειλούν έμμεσα να καταστρέψουν την πραγματική της οικονομία.

Άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Σιγκαπούρη (ο σημερινός «παράδεισος» των χρηματοπιστωτικών αγορών), η οποία διοικείται απολυταρχικά (δικτατορία) από πολλά χρόνια τώρα, θα αντιμετωπίσουν σύντομα μεγάλα πολιτικά προβλήματα – όπως επίσης η Αίγυπτος, η Συρία, η Λιβύη, το Ιράν, το Ισραήλ κλπ. Η Τουρκία, η Βραζιλία αλλά και κάποιες άλλες χώρες που λεηλατήθηκαν στην κυριολεξία από το ΔΝΤ, το οποίο εγκατέστησε στο εσωτερικό τους «βραδυφλεγείς βόμβες» (καταστροφή της μεσαίας τάξης, πάγια ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο, πληθωριστικούς «ιούς», φτώχεια, εξαθλίωση κλπ.), θα βρεθούν σύντομα, όταν αρχίσουν να πυροδοτούνται οι κρυμμένες «βόμβες», επίσης σε δυσάρεστη θέση. 

Κλείνοντας διαπιστώνουμε ότι, ολόκληρος ο πλανήτης και όχι μόνο η Δύση, έχει εισέλθει σε μία νέα τροχιά – την ίδια σχεδόν χρονική περίοδο, μέσα από μία ανταγωνιστική, επικίνδυνα ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, με έντονους συγκρουσιακούς κινδύνους. Θα μπορούσε λοιπόν να ισχυρισθεί κανείς ότι, το μέλλον όλων μας εξαρτάται από τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορέσουμε ή όχι να επιλύσουμε σωστά τα προβλήματα μας – σε τέσσερις, «αλληλένδετους» μεταξύ τους, βασικούς τομείς: στο χρηματοπιστωτικό, στον οικονομικό, στον κοινωνικό και στον πολιτικό.  

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 26. Νοεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος και συγγραφέας, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2486.aspx

 

Συνέχεια στό το Μέρος ΙΙ

Ηθική ηλιθιότητα…

Ηθική ηλιθιότητα…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Πάμπολλοι είναι αυτοί, που χαρακτηρίζουν το σημερινό κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς, ως φασιστική χούντα. Η οποία λειτουργεί ως εντολοδόχος του ναζιστικού καθεστώτος του 4ου γερμανικού Ράιχ.

Αλλά υπάρχουν κάποιοι, που αυτήν την πολύφωνη και πολύβουη πραγματικότητα, δεν μπορούν, μέσα στη δική τους ανίατη κώφωση και τύφλωση, να τη δουν και να την πιστέψουν. Με αποτέλεσμα, παρά τα πολύμορφα βασανιστήρια, που υποφέρουν, ένα μέρος του εκλογικού κοπαδιού να επιμένουν να βελάζουν και να σέρνονται ξωπίσω απ’ τα καλοθρεμμένα μπουλντόγκ της εκάστοτε δολοφονικής εξουσίας.

Και έχουν από πάνω και το θράσος να μας λένε: Δεν μπορούμε να μιλάμε για χούντα και φασισμό, αφού η σημερινή πολιτική πραγματικότητα προήλθε ύστερα από εκλογική διαδικασία.

Και δεν μπορούν να καταλάβουν αυτοί και οι πάτρωνές τους ότι μπορούν να λεηλατούν την τσέπη μας και τη ζωή μας, αλλά δεν μπορούν να λεηλατούν τη σκέψη μας και τη συνείδησή μας. Γιατί… Μπορεί η σημερινή πολιτική κατάσταση να προέκυψε ύστερα από εκλογική διαδικασία, αλλά, στην πραγματικότητα, προέκυψε ύστερα από πολλαπλή εξαπάτηση του λαού.

Οπότε, στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με χούντα απατεώνων. Οι οποίοι τα τανκς, που χρησιμοποίησε η χούντα του’67, για να καταλύσουν την ελευθερία του λαού, τα αντικατέστησαν με την πολύμορφη απάτη.

Και, για να γίνει καλύτερα αντιληπτή, όχι απλώς η ομοιότητα, αλλά και η υπέρβαση της τότε χούντας, απ’ το σημερινό καθεστώς, ας κάνουμε κάποιες συγκρίσεις: Η χούντα έστειλε κάποιους στην εξορία. Ενώ το σημερινό καθεστώς στέλνει πάμπολλους νέους μας στην εξορία της ξενιτιάς.

Η Χούντα επιστράτευσε για τους αντιφρονούντες βασανιστήρια, ενώ το σημερινό καθεστώς επιβάλλει στη συντριπτική πλειονότητα του λαού βασανιστήρια, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ηθικά. Αποτέλεσμα των οποίων είναι οι αθρόες αυτοκτονίες. Που στην πραγματικότητα είναι δολοφονίες. Πέρα απ’ το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εταιρεία αυτή των εφιαλτών δολοφονεί συνολικά την Ελλάδα και συλλήβδην τους Έλληνες.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι για όλους τους παραπάνω λόγους και πολλούς άλλους, πως το σημερινό καθεστώς μετέβαλε τη δημοκρατία σε δημιοκρατία (=κράτος δημίων). Με το ρεσιτάλ ληστρικών μέτρων, που πήραν σε βάρος του λαού. Προκειμένου να πληρώσουν στους τοκογλύφους εκείνα, που αυτοί και το συνάφι τους κατάκλεψαν.

Αλλά εκεί, που υπερέβαλε κάθε έννοια κακοήθειας το σημερινό καθεστώς είναι ο τρόπος είσπραξης του χαρατσιού, που επέβαλε για την ακίνητη περιουσία. Αφού το συνδύασε με τη διακοπή της παροχής του, τόσο απαραίτητου για την επιβίωση του λαού, ηλεκτρικού ρεύματος!

Και θα θέλαμε στο σημείο αυτό να διατυπώσουμε μια πολύ σεμνή, για την περίπτωσή τους, παρατήρηση: Αξιότιμοι κύριοι, μιλάτε συχνά και κόπτεσθε για ηθική και δικαιοσύνη και ευνομία. Την ίδια στιγμή, που αποδεικνύετε έμπρακτα και κατά συρροήν πως όχι μόνο δικαιοσύνη και φιλότιμο και συνείδηση δεν διαθέτετε, αλλά ούτε τουλάχιστο κάποια ίχνη ντροπής! Αφού συλλαμβάνεστε για πολλοστή φορά να κατατρύχεστε, όχι απλά από αναισθησία, αλλά απ’ το χειρότερο απ’ όλα τα νοσήματα, που είναι η ηθική ηλιθιότητα.

Κάποιοι, ωστόσο, δήμαρχοι, διαθέτουν όπως φαίνεται και συνείδηση και φιλότιμο. Γι’ αυτό και πήραν το μέρος του δήμου (= του λαού) και στάθηκαν απέναντι στο κράτος των δημίων. Και απευθυνόμαστε στους υπόλοιπους αξιότιμους δημάρχους οι οποίοι τραμπαλίζονται ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την ηθική ηλιθιότητα των πολιτικών πατρώνων τους και τους λέμε: Το θέμα, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι το ποιοι και με ποια κριτήρια θ’ απαλλαγούν απ’ το ηλεκτροκίνητο χαράτσι.

Αλλά το ότι το οποιοδήποτε χαράτσι δεν μπορεί να συνδυάζεται-για κανέναν πολίτη- με την διακοπή της παροχής του νερού ή του ηλεκτρικού ρεύματος. Που είναι κοινωνικά αγαθά αναπαλλοτρίωτα για τον οποιονδήποτε. Πάνω σ’ αυτό το θέμα θα πρέπει να πάρετε ξεκάθαρη θέση: Και ν’ αποδείξετε έμπρακτα, αν είστε με το κράτος του δήμου(=του λαού) ή με το κράτος των δημίων και την ηθική ηλιθιότητά τους.

Για να γνωρίζουν και οι δημότες ποια θέση θα πάρουν στις επόμενες εκλογές:  Ώστε να μην ξαναψηφίσουν δήμιους και ηλίθιους!…

 

παπα-Ηλίας, 26-11-2011,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2011/11/26/…B1/

Ιστορική και Κοινωνική Μνήμη: Επισημάνσεις

Ιστορική και Κοινωνική Μνήμη: Επισημάνσεις

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

 «Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθειά τον χαραχτήρα τους στον σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζουνται με μια σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές κι από τις αβάσταχτες καταδρομές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μια τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμιοσύνη. Τα έθνη που εξαγοράζουνε κάθε ώρα τη ζωή τους με αίμα και μ’ αγωνία, πλουτίζουνται με πνευματικές χάρες, που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς και από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο».

Φώτης Κόντογλου – Πονεμένη Ρωμιοσύνη

 

Ι. επισημάνσεις για μια καλύτερη κατανόηση του ατομικού σε σχέση με το συλλογικό

Η Μνημοσύνη, θεά της μνήμης, ήταν συνάμα και θεά της σοφίας, μητέρα των Μουσών που τις γέννησε με τον Δία όταν εκείνος διανυκτέρευε στον Ελικώνα. Η βαθιά, εντελής κατανόηση της ατομικής μα και της συλλογικής μνήμης συνεπάγεται τον ορισμό της ως «αντικειμένου». Το κατά πόσον, βέβαια,  η μνήμη διαθέτει έναν τέτοιο «αντικειμενικό» χαρακτήρα και το αν υπάρχουν υλικά σημεία αναφοράς σ’ έναν αστικό χώρο, στην ιστορία και στην παράδοσή του, που πιστοποιούν με ποικίλους τρόπους αυτά τα μνημονικά ίχνη, αποτελεί αντικείμενο μελέτης από διάφορους επιστημονικούς τομείς.  Αυτό, λόγου χάρη, συμβαίνει με την προτίμηση των ερευνητών της προφορικής ιστορίας να αναφέρονται στη μνήμη με όρους  «προφορικών τεκμηρίων», γεγονός που δηλώνει έναν τρόπο αναφοράς στη μνήμη, ο οποίος αφενός την αντικειμενοποιεί και αφετέρου την μεταγράφει σε κείμενο.

H σχέση με την ιστορία συνήθως γίνεται πιο «εύκολη» ή πιο εξιδανικευμένη, όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα. Θετικές μνήμες λαμπρύνονται, μνήμες αρνητικές ξεθωριάζουν, οι παλαιές γενιές, που ενδεχομένως θα εξέφραζαν αντίλογο, φεύγουν με τη νομοτέλεια των βιολογικών ρυθμών. H διαδικασία αυτή της σταδιακής «εξομάλυνσης» δεν είναι,  ωστόσο, τελεσίδικη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία δεκαετία, στην οποία  η θεσμοποιημένη μνημόνευση του φρικτότερου πολέμου στην παγκόσμια ιστορία συνέπεσε με κοσμοϊστορικές ανακατατάξεις που είτε ενίσχυαν είτε αντέστρεφαν παλαιότερες τάσεις. Το φαινόμενο της «δεύτερης ζωής» των ιστορικών γεγονότων ήταν ιδιαίτερα ισχυρό στις περιπτώσεις που η επίσημη μνήμη  εξοστράκιζε τη συλλογική θύμηση των λαών στο τέλμα των αποσιωπήσεων.

Τα κλασικά κείμενα που αναφέρονται στην κοινωνική μνήμη είναι τα βιβλία του Maurice Halbwachs: Les cadres sociaux de la mémoire (Paris PUF, 1925) και La Mémoire Collective (Paris PUF, 1950). Κάποια από τα φιλοσοφικά ερείσματα για την ανάπτυξη της σύγχρονης θεωρίας περί μνήμης μπορούν να εντοπισθούν στα εξής βιβλία: Sorabji R., 1972, Aristotle on Memory, London, Warnock Mary, 1987, Memory, London και Connerton P, 1989, How Societies Remember, Cambridge.

Αυτό το «κειμενικό μοντέλο» μνήμης, από μόνο του, αποτυπώνει την ευρεία διάθεση της σύγχρονης και «λόγιας» παιδείας να ορίσει τη γνώση υπό όρους γλωσσικούς ή ως προτάσεις με κάποια λογική ή επιστημονική κωδικοποίηση. Η σημασία αυτής της «χρήσης» της γνώσης είναι ότι την καθιστά ένα είδος «αντικειμένου»: ένα νοερό «κάτι»  στο μυαλό μας. Εξάλλου, η φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η γνώση δεν είναι μια κατάσταση νοητική.  Όταν ισχυρίζεται κάποιος πως γνωρίζει κάτι, αυτό δεν είναι μια αναφορά σε μια εσωτερική εμπειρία. Το να λέει κάποιος πως γνωρίζει ισοδυναμεί με το να διεκδικεί την αλήθεια του ισχυρισμού του.

Σε αντίθεση με τη γνώση, η ενθύμηση φαίνεται αυταπόδεικτα ως μια κατάσταση του μυαλού. Αν αναλογιστούμε το «γνωρίζω» ως κυρίως αναφερόμενο σε γνώση γεγονότων που είναι αντικειμενικώς αληθή, τότε, εφόσον μεγάλο μέρος όσων θυμόμαστε βρίσκεται υπό μορφή αναμνήσεων από συναισθήματα, αισθήσεις και φαντασιώσεις ή από αισθητηριακές εικόνες, είναι όντως δυνατό να μπορούμε να θυμηθούμε,  χωρίς να έχουμε αντικειμενική γνώση των όσων θυμούμαστε.

Η ικανότητα μιας κοινωνίας να μεταδώσει την κοινωνική μνήμη της σε λογική και έναρθρη, δηλαδή εκφρασμένη, μορφή δεν εξαρτάται μονάχα από τα γραπτά μνημεία της. Το ζήτημα είναι πολύ περισσότερο περίπλοκο. Η μετάδοση της έλλογης, κοινωνικής-συλλογικής ιστορικής μνήμης εξαρτάται, με μια ευρύτερη αντίληψη, από τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτισμός εκπροσωπεί μέσω της  γλώσσας τον εαυτό του. Εξαρτάται από το μέτρο στο οποίο μια κοινωνία μπορεί να συλλάβει τη γλώσσα ως όχημα έκφρασης και επικοινωνίας που είναι ανεξάρτητη από το άμεσο κοινωνικό περιεχόμενό της. Εξαρτάται επίσης από τον τρόπο που η ομάδα προσλαμβάνει τη γνώση που θυμάται: την εκλαμβάνει ως εικόνες, ως κείμενα προς ανάλυση ή απλώς ως διαδοχικά ηχητικά σχήματα που θα εισχωρήσουν στη σφαίρα της μνήμης; Όλες αυτές οι δυνατότητες  ποικίλλουν σημαντικά από τη μια κοινωνική ομάδα  στην άλλη (και από τον ένα άνθρωπο στον άλλο, άλλωστε).

Η κοινωνιολογία, όπως και στην περίπτωση του χρόνου, αποτέλεσε ένα ερέθισμα και ταυτόχρονα πλούσιο πεδίο για την εξερεύνηση αυτής της καινούργιας  έννοιας. Το 1950 ο Maurice Halbwachs δημοσίευσε το βιβλίο «Οι συλλογικές μνήμες» . Η κοινωνική ψυχολογία συμβάλλει ως επιστήμη στο βιβλίο αυτό. Η ανθρωπολογία, στο μέτρο που ο όρος μνήμη προσφέρει ένα νοητικό εργαλείο καλύτερα προσαρμόσιμο στις πραγματικότητες των «άγριων» κοινωνιών που μελετάει από ότι ο όρος ιστορία, «δεξιώθηκε» την έννοια και τη μελετά μαζί με την ιστορία, στους κόλπους κυρίως της εθνο-ιστορίας, ή αλλιώς ιστορικής ανθρωπολογίας, που συνιστά μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην κοινωνική ιστορία. (Βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998, Ιστορία και Μνήμη, μτφρ. Γ. Κουμπουρλής, Αθήνα: Νεφέλη, σελ 139). Στη Μαρξιστική φιλοσοφία κοινωνική συνείδηση είναι το σύνολο των παραστάσεων, των νοοτροπιών, των ιδεών, των γνώσεων και των δοξασιών των ανθρώπων στο οποίο ανακλάται το κοινωνικό τους Είναι, η πνευματική ζωή της κοινωνίας ως ανάκλαση της υλικής ζωής. Κατά τον Ντυρκέμ συλλογική συνείδηση είναι το σύνολο των πεποιθήσεων και συναισθημάτων που έχουν τα μέλη μιας κοινότητας, η συνείδηση τού κοινωνικού συνόλου, όπως εκφράζεται διά μέσου της συνείδησης των μελών του, την οποία και διαμορφώνει.

Η σημασία της επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου πιθανόν να σημαίνει ότι η κοινωνική μνήμη είναι σημαντικότερη από την προσωπική, την ατομική, μνήμη. Είναι, άλλωστε, ευκολότερο να «επικοινωνήσεις» ένα σημειολογικό μήνυμα απ’ ό, τι μια αισθητηριακή και άρα υποκειμενική  εικόνα.

 

*

ΙΙ. Μνημονικοί μηχανισμοί και Ιστορία

 Μέσω της φωτογραφίας, και άλλων, βέβαια, ιχνών της μνήμης, όπως είναι τα λεγόμενα «ιστορικά μνημεία», μπορούμε να διαισθανθούμε ότι η μνήμη έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που αναφερόμαστε στην ιστορία, με τον τρόπο που ασχολούμαστε με την ιστορία. Η ιστορική διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, συνδιαμορφώνει  το περιεχόμενό της και συμπληρώνει την άποψη ή  την κρίση μας σχετικά μ’ αυτήν. Ο Πιέρ Νόρα (Pierre Nora) σημειώνει ότι η συλλογική μνήμη, ορισμένη ως «αυτό που μένει από το παρελθόν στο πλαίσιο του βιώματος των ομάδων» ή «ως αυτό που οι ομάδες δημιουργούν με  το παρελθόν τους», μπορεί εκ πρώτης απόψεως να αντιτίθεται προς την ιστορική μνήμη, όπως παλαιότερα η συναισθηματική μνήμη αντιπαραβαλλόταν προς τη διανοητική. Ιστορία και μνήμη συγχέονται και η ιστορία φαίνεται σαν να αναπτύχθηκε πάνω στο υπόδειγμα της ενθύμησης, της ανάμνησης και της απομνημόνευσης.(Nora, Pierre, 1989, Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire [πρωτ. Έκδ. 1984]. Representations 26, Spring 1989, 7-25).

 Ένα εύγλωττο, «καλλιτεχνικό» παράδειγμα της αντίθεσης ιστορίας και μνήμης αποτελεί και η έκθεση, που έγινε στο Παρίσι (Jeux de Pommes, 2007) με τίτλο «Το γεγονός, οι εικόνες ως παράγοντες της ιστορίας» (LEvénement, les images comme acteurs de l’histoire). Επ’ ευκαιρία της έκθεσης εκδόθηκε ομώνυμος κατάλογος-βιβλίο (ed. Hazan, Paris, Ιανουάριος 2007) που αποτελεί προέκταση των αξιόλογων στοχασμών, οι οποίοι και τροφοδότησαν την ιδέα της έκθεσης. Επιμελητής της έκθεσης και της έκδοσης ο Γάλλος ιστορικός της σύγχρονης τέχνης Michel Poivert (1965-): «Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, ωστόσο, τους πραγματικούς τόπους της ιστορίας, εκεί όπου πρέπει να αναζητούμε όχι την επεξεργασία, την παραγωγή, αλλά τους δημιουργούς και τους κυρίαρχους της συλλογικής μνήμης: Κράτη, κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα, κοινότητες ιστορικών εμπειριών ή γενιές που έφτασαν να συστήσουν τα αρχεία τους σε συνάρτηση προς τις διαφορετικές χρήσεις της μνήμης» ( βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998,  σελ. 140 που παραπέμπει στο εγχείρημα του Pierre Nora, 1984, Les Lieux de mémoire, Paris: Gallimard [σε τρεις τόμους 1. La République, 2. La nation , 3. La France], το οποίο συνιστά ορόσημο της γαλλικής ιστοριογραφίας).

Η μνήμη αναφέρεται στο παρελθόν και στην ιστορία. Το παρελθόν του δομημένου χώρου συνιστά μια «υλική αναφορά», που μας φανερώνεται ως έμμεση γνώση, με τα μνημεία που διατρέχουν τον χρόνο. Σ’ ένα πολυεθνικό αστικό περιβάλλον μπορούμε να μελετήσουμε τον τρόπο που αναπτύσσονται κουλτούρες και παραδόσεις, διερευνώντας την υλική διάσταση αυτού του αστικού πολιτισμού. Αν δεχτούμε μάλιστα ότι η ιστορία συνιστά έναν επιλεκτικό μηχανισμό γνώσης, θα προεκτείνουμε αυτή την αποδοχή μας και στο ότι αυτός ο μηχανισμός έχει λειτουργική σχέση με τη μνήμη. Η ιστορία, όμως, δεν είναι συνώνυμο της μνήμης.

Η μνήμη τελεί σε διαρκή εξέλιξη· ένα σύστημα ανοικτό στη διαλεκτική της θύμησης και της λήθης, που δεν έχει πάντα συνείδηση των αλλεπάλληλων παραμορφώσεων,που οφείλονται  σε φάσεις μακροπερίοδης νάρκης ή περιοδικής αναγέννησης. Η ιστορία, από την άλλη μεριά, συνιστά την, ανέκαθεν προβληματική και ημιτελή, ανασυγκρότηση εκείνου που δεν υπάρχει πια. Άρα Μνήμη και Ιστορία έχουν  σχέση καθαρά διαλεκτική.

«Η αποκαλούμενη νέα ιστορία που πασχίζει να δημιουργήσει μια επιστημονική ιστορία στη βάση της συλλογικής μνήμης μπορεί να ερμηνευθεί ως μια επανάσταση της μνήμης που αναγκάζει την ιστορία να ολοκληρώσει έναν ελιγμό γύρω από θεμελιώδεις άξονες: μια «ανοικτά σύγχρονη προβληματική… και ένα διάβημα αποφασιστικά παλινδρομικό, “την αποκήρυξη μιας γραμμικής χρονικότητας [temporalité]” προς όφελος των πολλαπλών βιωμένων χρόνων “στα επίπεδα όπου το ατομικό ριζώνει μέσα στο κοινωνικό και στο συλλογικό” (γλωσσολογία, δημογραφία, οικονομία, βιολογία, πνευματικός πολιτισμός)”». Βλ. Ζακ Λε Γκοφ, 1998). Οδηγός σε αυτή την διερεύνηση ο ιστορικός Φερνάν Μπρωντέλ (Fernand Braudel , 1902-1985), στέλεχος των Annales της Ecole Pratique des Hautes Etudes, που εδραίωσε μια νέα σύλληψη της Ιστορίας με το τρίτομο έργο «Η Μεσόγειος και ο Μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β’ της Ισπανίας», Παρίσι, 1949-1979, (Αθήνα: MIET, 1997). Οπαδός του, καθ’ ημάς, ο Θεσσαλονικιός ιστορικός Κωστής Μοσκώφ.

Μια ιστορία, όπως πρεσβεύει και ο Πιερ Νορά, μπορεί να πραγματοποιείται στη βάση της μελέτης των τόπων της συλλογικής μνήμης: τόποι γεωγραφικοί και ερευνητικοί, όπως τα αρχεία, οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία· τόποι μνημειακοί, όπως τα νεκροταφεία ή οι αρχιτεκτονικές· τόποι συμβολικοί, όπως οι εορτές στην ανάμνηση γεγονότων, τα προσκυνήματα, οι επέτειοι, τα εμβλήματα· τόποι λειτουργικοί, όπως τα εγχειρίδια, οι αυτοβιογραφίες ή οι σύλλογοι: κι αυτά τα μνημεία έχουν την ιστορία τους. (Επαναλαμβάνουμε την αντίληψη του Νορά για την μνήμη και την ιστορία, στο: Pierre Nora, 1989, Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire, στο περ. Representations, Spring 1989, nr. 26, Berkeley: University of California Press, σελ. 7-25).

Επομένως, η μνήμη αποτελεί ένα αενάως επίκαιρο φαινόμενο· συνιστά έναν δεσμό, που μας συνέχει με το αιώνιο παρόν· η ιστορία αποτελεί μια αναπαράσταση του παρελθόντος. Η μνήμη, πάλι, στον βαθμό που είναι συγκινησιακή και σαγηνευτική, προσαρμόζει στο δικό της πλαίσιο όσα γεγονότα της ταιριάζουν. Η ιστορία όμως απαιτεί ανάλυση και κριτική θεώρηση, εφόσον συνιστά ένα παράγωγο της νόησης και της διαλεκτικής σκέψης. Έτσι, ενώ η μνήμη εγκαθιστά την ιστορική θύμηση στη σφαίρα του σεβασμού, η, ανέκαθεν κοινότοπη και πεζή ιστορία την αποσπά από εκείνη την σεβάσμια εγκατάσταση.

Συνοπτικά μιλώντας, η μνήμη ως νεωτερικός μηχανισμός εξακολουθεί να αφήνει τα ίχνη της και στις σύγχρονες κοινωνίες της μετανεοτερικότητας. Θεωρούμε αυτή τη απόφανση ενδεικτική και επιδεκτική περαιτέρω σχολιασμών, ώστε να εμπλουτίζεται και  να εξακολουθεί να υπομνηματίζει τη σημασία των μνημονικών μηχανισμών και ιχνών στις κοινωνίες, σε όλες τις φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας.

Εξάλλου, στόχος πολλών σύγχρονων μαθημάτων της  Πολιτισμικής Πληροφορικής – Κατεύθυνσης Μουσειολογίας είναι να αναλύσει τις εκπαιδευτικές δυνατότητες του σύγχρονου μουσείου και να εξετάσει τις προοπτικές εκπαιδευτικής αξιοποίησης της υπολογιστικής τεχνολογίας στο μουσείο με ιδιαίτερη έμφαση στις εφαρμογές πολυμέσων. Αφετηρία  αποτελεί συνήθως ο προσδιορισμός του ιδιαίτερου παιδαγωγικού χαρακτήρα του μουσείου, των χαρακτηριστικών της άτυπης μάθησης που «ενθαρρύνει» προς την κατεύθυνση αυτή  το μουσείο (σε αντίθεση με περιβάλλοντα επίσημης εκπαίδευσης, όπως το σχολείο), και των μορφών επικοινωνίας του μουσείου με το κοινό. Έμφαση δίνεται σε διαδικασίες αξιολόγησης και στη σημασία τους για το σχεδιασμό εκπαιδευτικών εφαρμογών. Παράλληλα, μελετώνται υπάρχουσες εκπαιδευτικές εφαρμογές πολυμέσων από μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού, ώστε οι συμμετέχοντες  να αποκτήσουν μια συνολική εποπτεία ως βάση για να επιχειρηθεί μια τυπολογία δυνατών χρήσεων υπολογιστικής τεχνολογίας στο εκπαιδευτικό έργο των μουσείων, και να διαμορφώσουν παιδαγωγικά κριτήρια μέσα από την κριτική εξέταση εκπαιδευτικών εφαρμογών πολυμέσων. Τέλος, διατυπώνονται μουσειοπαιδαγωγικά κριτήρια σχετικά με τις διαδικασίες παραγωγής εκπαιδευτικών εφαρμογών πολυμέσων και την αξιοποίησή τους σε μουσεία.

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com.