Πέρα από το σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό
Του αδ. Ζείδωρου
Ως Χριστιανοί ίσως να μην μπορούμε να αλλάξουμε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην εκμετάλλευση και τον εγωισμό. Κι αυτό γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά πως, κι αν χτυπήσουμε τον εγωισμό με επαναστατικό τρόπο στις οικονομικές του εκδηλώσεις, χωρίς να απαλλαγούμε από την εσωτερική του κακία, γρήγορα θα παρουσιασθεί ξανά ύπουλα μεταμφιεσμένος. Μήπως κάτι τέτοιο δε συνέβη και με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, ο οποίος κατέληξε κρατικός καπιταλισμός; Μήπως ο υλισμός ως βάση του καπιταλισμού δεν είναι κυρίαρχος και στο σοσιαλισμό; Αυτή είναι η ψυχολογική πείρα, που έχει αποκτήσει ο Χριστιανισμός από τους είκοσι αιώνες ζωής του. Μα κι αν δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, είναι, ωστόσο, στο χέρι μας να μεταβάλλουμε τον τρόπο που εμείς συμμετέχουμε στο σύστημα αυτό και πρωτίστως τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το εισόδημα και την περιουσία μας.
Σύμφωνα με τις Παροιμίες, ο ευσεβής άνθρωπος παρακαλεί το Θεό: «πλοῦτον δὲ καὶ πενίαν μή μοι δῷς, σύνταξόν δέ μοι τὰ δέοντα καὶ τὰ αὐτάρκη» (κεφ. ΚΔ΄). Ο Ιερός Συγγραφέας ζητάει από το Θεό την αυτάρκεια, τα αγαθά εκείνα που είναι απαραίτητα για την επιβίωσή του και όχι άλλα. Στην Καινή Διαθήκη, το ιδεώδες σύστημα της ιδιοκτησίας αποκρυσταλλώνεται στην πρακτική των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. «Πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πραξ. β΄ 44). Η κοινοκτημοσύνη εν αγάπη εντάσσεται στο θαύμα της πρωτοχριστιανικής ζωής και διά της Αγίας Γραφής κηρύσσεται σ’ όλη την Οικουμένη. Με την εμφάνιση του κοινοβιακού μοναχισμού, η κοινοκτημοσύνη θα εφαρμοστεί για περισσότερα από 1700 χρόνια. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προβάλλοντας σαν πρότυπο ορθόδοξης ζωής το μοναστικό κοινόβιο έλεγ
ε σ’ ένα λόγο του πώς θέλει, ονειρεύεται να φτιάξει τη χριστιανική κοινωνία:
«Σ’ όσα λέγαμε μέχρι τώρα, ας τονίσουμε και τούτο: Και όλοι να πουλήσουν όλα τα υπάρχοντά τους, και να φέρουν εδώ τις εισπράξεις, μπροστά μας. Με τα λόγια το λέω. Μην ταραζόσαστε. Κανείς, ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός… Έτσι και στα μοναστήρια τώρα ζουν, όπως άλλοτε οι πρώτοι πιστοί Χριστιανοί στα Ιεροσόλυμα… Αν όμως είχαμε την πείρα της κοινοβιακής ζωής, τότε θα ‘χατε κι εσείς όλο το θάρρος να την πραγματοποιήσετε. Και πόση χάρη έχει αυτός ο τρόπος ζωής… Αν προχωρούμε έτσι, σ’ αυτό τον τρόπο ζωής, πιστεύω στο Θεό, ότι κι αυτό θα γίνει. Μόνο να ‘χετε εμπιστοσύνη σ’ εμένα, και με την τάξη θα κατορθώσουμε να το πραγματοποιήσουμε. Κι αν δώσει ο Θεός ζωή, πιστεύω, πως γρήγορα θα σας οδηγήσω σ’ αυτό τον τρόπο ζωής, στην κοινοκτημοσύνη.» (Εις τας πράξεις, 11, 3)
Η πατερική γραμματεία έχει ασχοληθεί εκτενώς με το σύστημα της χριστιανικής κοινοκτημοσύνης ως το ιδανικό σύστημα ιδιοκτησίας. Συνοπτικά μπορούμε να παρατηρήσουμε:
Για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, η μοναστική κοινοβιακή ζωή είναι το πρότυπο της κοινωνικής και οικονομικής τους ζωής. Αντίστοιχα, η κοινοκτημοσύνη, όπως τη βρίσκουμε στα έργα του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Βασιλείου και του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, είναι το ψηλότερο σκαλοπάτι της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου στην κλίμακα της ιδιοκτησίας. Ανώτερη από αυτήν και πάνω από τις φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου είναι μόνο η ακτημοσύνη.
Η κοινοκτημοσύνη εφαρμόζεται με επιτυχία σε μικρές κοινότητες, που τα μέλη τους συνδέονται με τη χριστιανική αγάπη, γιατί η ιδιοκτησία «του Κυρίου» είναι για όλους τους «δούλους» του. Είναι η συνέπεια της τέλειας αγάπης, γιατί ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως ο Θεός. «Εκείνος που έχει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, δεν ανέχεται να έχει ο ίδιος τίποτα περισσότερο απ’ τον πλησίον του», παρατηρεί ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Με την χριστιανική κοινοκτημοσύνη καταργείται ή περιορίζεται η ατομική ιδιοκτησία και εξαλείφεται το ατομιστικού (ειδωλολατρικό-ρωμαϊκό-σύγχρονο ευρωπαϊκό) πνεύμα, που είναι και η αιτία γένεσης για τις ζήλειες, τις φιλονικίες, τους χωρισμούς, τις έχθρες και τους πολέμους. «Το σον και το εμόν εξώρισται», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος. Με την κοινοκτημοσύνη επέρχεται η ουσιαστική ισότητα και ενότητα των ανθρώπων και στα υλικά αγαθά. Χωρίς αυτές, ολόκληρη η ουμανιστική φιλολογία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένει κουτσή. Γι’ αυτό, και όποιος έχει ατομική ιδιοκτησία μέσα στο κοινόβιο θεωρείται προδότης σαν τον Ιούδα. Όπως λέει ο Μ. Βασίλειος, η «ιδιάζουσα κτήσις» είναι κλοπή.

Αιτία και βάση της κοινοκτημοσύνης αποτελεί η αγάπη, γι’ αυτό και μας χαρίζει την ευλογία του Θεού. Με αυτήν δημιουργείται η υποδειγματική ανθρώπινη κοινωνία, με αποτέλεσμα ακόμη και οι άπιστοι να γίνονται Χριστιανοί από το θαυμασμό τους για την αγαπητική οργάνωση των Χριστιανών, να ενώνεται όλος ο κόσμος κι έτσι να δοξάζεται ο Θεός στη γη. Η κοινοκτημοσύνη είναι ικανή «την οικουμένην επιστρέψαι άπασαν», όπως λέει ο Άγ. Ιω. Χρυσόστομος. Αντίστοιχα, η χριστιανική κοινοβιακή ζωή βοηθάει ηθικά και πνευματικά τον άνθρωπο, γιατί τον απαλλάσσει από τις πολλές φροντίδες για τα υλικά αγαθά κι έτσι τον βοηθάει χρονικά και ηθικά για ν’ ασχοληθεί με τα πνευματικά. Καταργεί την υπερηφάνεια του πλουσίου και δίνει αξιοπρεπή αλλά χωρίς εγωισμό ζωή στο φτωχό. Αναπτύσσει τη συνεργασία, την ενότητα και τη συναισθηματικότητα των ανθρώπων, την εμπιστοσύνη στο Θεό και στον κάθε αδελφό, και τελικά την αγάπη στον άνθρωπο και στο Θεό, κι έτσι ο άνθρωπος και σ’ αυτή τη γη ζει ευτυχισμένος.
Όλα αυτά ίσως ηχούν παράξενα στα αφτιά μας, γιατί είμαστε μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στην αφθονία και την απόλαυση. Τα οικονομικά αδιέξοδα όμως και η πίεση που δέχονται σήμερα οι πανεπιστημιακοί πτυχιούχοι στην αγορά εργασίας αργά ή γρήγορα θα μας αναγκάσουν να τα σκεφτούμε. Ίσως είναι ο καιρός να γυρίσουμε στην απλή ζωή της κοινότητας. Τα οφέλη θα είναι τεράστια για την πνευματική μας ζωή, αλλά θα βοηθήσουν και στην απήχηση του χριστιανικού μηνύματος στη σύγχρονη κοινωνία. Γιατί ο Χριστιανισμός «είναι στην ουσία της αποστολής του προοδευτικός. Δεν έρχεται να μας πει ότι τα ανθρώπινα έχουν «ευ και καλώς», ίσα-ίσα ζητάει το νέο, που θα είναι συγχρόνως και καλύτερο. Τους «καινούς ουρανούς και την καινήν γην», εν οις δικαιοσύνη κατοικεί» (Αλέξανδρος Τσιριντάνης).
(Το κείμενο είναι βασισμένο στο βιβλίο «Το πρόβλημα του θεσμού της ιδιοκτησίας» του Ν. Θ. Μπουγάτσου των εκδόσεων «Κοράλι»)
σημ. φιλαλήθη/philalethe00:
Το κείμενο παραχωρήθηκε εκθύμως από τον αδελφό σε… σύναξιν διαλεκτική, και η πρώτη δημοσίευσή του εγένετο ώδε.
Να σημειωθή, ότι το θεωρήσαμε αξιόλογο για τον λόγο, ότι:
-προβάλλει ένα πολύ διαφορετικό λόγο από το καλβινιστικό απολιτίκ.
-προβάλλει την αυτοοργάνωσή μας ως Εκκλησίας και την ανεξαρτησία μας από το Κράτος μέσα από μία επαναστατική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων σύμφωνα με τους Πατέρες.
Δεν συμφωνούμε, βέβαια, με τον “ιστορικό πεσσιμισμό”, για να χρησιμοποιήσω μία αυτοαναφορική φράση του πρώιμου Μπερντιάεφ, που φαίνεται να διαπερνά εν τινί μέτρω το κείμενο, όπως δεν συμφωνεί και ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς κ.π.α.
Παραταύτα, είναι ένα έξοχο παράδειγμα της καλής χριστιανοκοινωνικοπολιτικής ανησυχίας που αναζωογονείται σε ένα μέρος – ημών – της Ορθόδοξης Χριστιανικής νεολαίας…

στιγμές, αν δεν επέλεγε την «αυτοεξορία», συμμαχούσε με τους κατακτητές σε κατοχικές κυβερνήσεις, επάνδρωνε τάγματα ασφαλείας, εξέτρεφε στα σπλάχνα της δοσίλογους και καταδότες και στο τέλος επέστρεφε ως αυτόκλητος σωτήρας στην πατρίδα εγκαθιδρύοντας «δημοκρατίες» που στην ανάγκη μεταλλάσσονταν σε… δικτατορίες. Είναι η παράταξη των «επαγγελματιών του έθνους», των «ελλαδεμπόρων», που από πολύ νωρίς και με τόση ευκρίνεια διέκρινε ο γνήσια ελληνοπρεπής και ορθόδοξος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, γράφοντας ότι «μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και το του πατριωτισμού» (Ο Διδάχος).
ς έθνος!) και του κοσμοπολιτισμού (με συμπλεγματική αποστροφή στο γηγενή πολιτισμό!) σε ρόλο οργανικού διανοουμένου. Στο εξής κάθε βιωματική αναφορά στις αξίες της πατρίδας, της παράδοσης και του πολιτισμού που γέννησε στη διαχρονία της, θα λοιδορείται κυνικά, θα χλευάζεται προκλητικά. Και οι ευαισθησίες μας θα αντιμετωπίζονται ως political correct όταν θα αφορούν την εκστρατεία διάσωσης του ιβηρικού λύγκα, για παράδειγμα, που απειλείται με εξαφάνιση ενώ θα στοχοποιούνται απροκάλυπτα όταν θα αφορούν την πολιτιστική συρρίκνωση λαών, εθνών και παραδόσεων. Θα συκοφαντείται εκ προοιμίου κάθε αναφορά στο έθνος και όποιος θα διακατέχεται από ανάλογες ανησυχίες θα στιγματίζεται αυτόχρημα ως «εθνικιστής». Αν μάλιστα κανείς αποτολμήσει και επικαλεστεί την παράδοση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, του Άρη Βελουχιώτη και της Εθνικής Αντίστασης (εκπληκτικά μοναδική συνάρθρωση αιτημάτων εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής χειραφέτησης με πάνδημη αποδοχή) τότε κακό του κεφαλιού του… Τα εγγόνια των εξόριστων και των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, πρώην κομμουνιστές και νυν «εκσυγχρονιστές», που συνωστίζονται τώρα στους προθαλάμους της εξουσίας, διψούν για προγραφές… 
Όπου θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο Διάβολος μιλάει στο Χριστό για τους διακριτούς ρόλους. Όπως συμβαίνει και με κάποιους εκπροσώπους του πολιτικοοικονομικού κατεστημένου στις μέρες μας. Οι οποίοι διαμαρτύρονται, όταν νομίζουν ότι κάποιοι κληρικοί μπαίνουν στ' αμπελοχώραφά τους.
Το θείο δράμα διαδραματίζεται παντού και πάντοτε. Και ιδιαίτερα εκεί, όπου οι «ελάχιστοι αδελφοί» του Χριστού βασανίζονται και υποφέρουν. Όπου προδίδονται και σταυρώνονται και ξανασταυρώνονται. Για τα αργύρια του μαμωνά. Οπότε η σιωπή εμάς των χριστιανών μοιάζει με το «άρον-άρον σταύρωσον αυτόν», που κραύγαζαν ο όχλος, ζητώντας τη σταύρωση του Χριστού.
ση ΧΣΚ (Χριστιανοσοσιαλιστικὴ Σπουδαστικὴ Κίνηση), προσκείμενη στὴ Χριστιανικὴ Δημοκρατία. Μὲ φροντίδα τῆς κίνησης εἶχε προσκληθεῖ ὁ Κλεμὰν στὴν Ἑλλάδα. Τὴν προηγουμένη, εἶχε ἤδη μιλήσει μὲ τὸ ἴδιο θέμα στὴ Θεσσαλονίκη. Ἔμεινε στὴν Ἑλλάδα ὣς τὶς 17 Δεκεμβρίου. Στὸ διάστημα αὐτό, ὁ ὑποφαινόμενος εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ γνωριστῶ καὶ νὰ συζητήσω ἀπευθείας μαζί του γιὰ λίγες μέρες. Ἔκαναν ἀμέσως ἐντύπωση ἡ ποιητικότητα τοῦ λόγου του, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐρύτητα τῆς προσωπικότητάς του.
αρξιστικοῦ κατεστημένου, τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε ἀπὸ τὴ μεταπολίτευση.
εὸς δὲν τὰ ρυθμίζει ὅλα αὐτὰ ἀφοῦ εἶναι παντοδύναμος; Εἶναι παντοδύναμος ὁ Θεός. Ἀλλὰ ἡ δύναμή του δὲν εἶναι αὐτὴ τῶν δικτατόρων καὶ τῶν δημίων, οὔτε κἂν ἡ δύναμη ποὺ μπορῶ νὰ ἀσκήσω μέσα στὸ μίσος μου. Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ εἶναι -κι ἐδῶ χρησιμοποιῶ ὅρο δυσκολομετάφραστο ποὺ θέλει ἀνάλυση- ἡ Ἀγάπη.» (ὅ.π. σελ.11).
αι ἡ συνείδηση τῆς κοινωνίας» (ὅ.π. σελ 42-43), ἐνῷ σὲ ἕνα σημεῖο τῆς ὁμιλίας του τονίζει, ἀναφερόμενος στὰ καθήκοντα τῶν Χριστιανῶν: « Ἃν δὲν ὑπάρχει ψωμὶ γιὰ ὅποιον πεθαίνει ἀπὸ τὴν πείνα, ἂν δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία γιὰ τὸν πολιτικὸ κρατούμενο, αὐτὰ εἶναι σημάδια ὅτι ἡ χριστιανκή μας δράση ψεύδεται πρὸς τὸ πνεῦμα» (ὅ.π. σελ 17). 
ὶ χάσαμε τὴν ἔννοια τῆς αὐτοθυσιαστικῆς καὶ ἀπελευθερωτικῆς πατρότητας. Μόνον οἱ μοναχοὶ τὴ διατήρησαν. Πρέπει τὴν πατρότητα αὐτὴ νὰ τὴν ἀνακαλύψουμε ξανὰ μέσα στὴν κοινωνία τῶν πολιτῶν… ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ξεχωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ ζῶα εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἕναν πατέρα. Τὰ ζῶα δὲν ἔχουν πατέρα, ἀλλὰ μόνο γεννήτορες… Ὁ πατέρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πρέπει νὰ μάθει στὸ παιδί του ὅτι θὰ πεθάνει, θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ὅτι αὐτὸ ἔχει κάποιο νόημα.» ( Ὀρθοδοξία καὶ πολιτικὴ, σελ. 32). 
Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, τίθεται κατά καιρούς το ερώτημα, αν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν η οικονομική ανάπτυξη με την προστασία του περιβάλλοντος και εύστοχα επιχειρείται να γίνει αποδεκτή από τον μέσο πολίτη η αρνητική απάντηση. Στο πλαίσιο της λογικής αυτής πρυτανεύει η εξασφάλιση θέσεων εργασίας με θυσία κάποιων περιβαλλοντικών όρων. H λογική αυτή διακηρύσσεται τόσο από πολιτικούς φορείς, σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο, φορείς που έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με το απειλητικό φάσμα της ανεργίας, το ενδημικό κακό του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο κακό σε περιόδους κρίσεων λαμβάνει τη μορφή μάστιγας. Διακηρύσσεται ακόμη και από συνδικαλιστικούς φορείς, οι οποίοι αποδέχονται η επιβάρυνση της υγείας των εργαζομένων να αποζημιώνεται με ανθυγιεινά επιδόματα. 


