Η ιερότητα συμβόλων: πολιτισμική αναγκαιότητα ΙΙ

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοικτής κοινωνίας – Μέρος ΙΙ

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι 

2. Πολιτισμική αναγκαιότητα.

Ἐάν λοιπόν ὑπάρξει συμφωνία στό γεγονός ὅτι ἀνάλυση σημαίνει ἀποσαφήνιση τῶν δομῶν σήμανσης, τῶν καθιερωμένων κωδίκων καί καθορισμό τῆς κοινωνικῆς τους θεμελίωσης καί σημασίας, τότε ὑποχρεωτικά σέ κάθε στάδιο ἔρευνας γιά τόν ἀνθρώπινο πολιτισμό θά πρέπει νά ἀναζητοῦμε τά σημεῖα ἐκεῖνα πού ἀποτελοῦν τό νέο καί τό πρωτόγνωρο γιά τόν ἄνθρωπο, ἀξιολογώντας τή σημασία τους γιά τόν ὑπό διαμόρφωση πολιτισμό. Αὐτά τά νέα πολιτισμικά στοιχεῖα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στήν πολιτισμική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου εἴτε λειτουργοῦν παράλληλα εἴτε συγκρουσιακά εἴτε συνθετικά.

Τό ὑπάρχον πολιτισμικό περιβάλλον εἴτε τά ἀναδεικνύει ὡς σημαντικά καί γι’αὐτό τά ἐνσωματώνει στίς ὑπάρχουσες διαδικασίες εἴτε τά θεωρεῖ ὡς ὑποδεέστερα καί ἄνευ σημασίας καί γι’αὐτό τά περιθωριοποιεῖ ἤ τά ἀπορρίπτει. Μιά τέτοια διαδικασία, ὅμως, δημιουργεῖ προβλήματα πολιτισμικῶν ἀποκλεισμῶν γιά ὁμάδες καί σύνολα ἀνθρώπων πού ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται νά μήν εἶναι «συμβατές» μέ τούς κανόνες καί τούς ὅρους πού ἀποδέχεται ἕνας πολιτισμός. Μέ βάση αὐτή τή διαδικασία, ὁ πολιτισμός: «μιᾶς κοινωνίας συνίσταται σέ ὅλα ὅσα πρέπει νά γνωρίζει ἤ νά πιστεύει κανείς προκειμένου νά λειτουργήσει μέ ἕναν τρόπο ἀποδεκτό ἀπό τά μέλη της». [7]

Κατ’αὐτόν τόν ὁρισμό ἐνυπάρχει μιά καταγραφή συστημικῶν κανόνων ἡ ὁποία ὁδηγεῖ σέ ἕνα εἶδος πολιτισμοῦ  ἔντονα τυποποιημένου καί μέ βασική συνέπεια τόν ἀποκλεισμό ὁποιουδήποτε στοιχείου δέν συμφωνεῖ μέ τά δεδομένα αὐτά. Γίνεται ἐμφανές ὅτι σέ αὐστηρά τυποποιημένα πολιτισμικά καί κοινωνικά συστήματα ἡ προσπάθεια ἀνάμειξης τῶν στοιχείων δέν ἀποδίδει, κυρίως, γιατί ἡ αὐστηρότητα τοῦ συστήματος δέν ἐπιτρέπει τή συλλειτουργία τους. Αὐτό, ὅμως, ἀποτελεῖ τό ἕνα στοιχεῖο πού μπορεῖ κάποιος νά συμπεράνει καί κυρίως γίνεται ἐπίκλησή του ἀπό ἀνθρώπους πού ἀντιλαμβάνονται μονοδιάστατα τήν ἀνθρώπινη πολιτισμική δραστηριότητα καί ἐπιδιώκουν τήν πολιτισμική τους καθαρότητα, ἀπορρίπτοντας κάθε ξένο στοιχεῖο πολιτισμικῆς ἰδιαιτερότητας ὡς μολυσματικό. Τό ἄλλο στοιχεῖο πού καλεῖται κάποιος νά συμπεράνει, ἐάν ἀποφασίσει νά ἐμβαθύνει στό πρόβλημα, εἶναι, ἀπορρίπτοντας ἐπιλογές ἀποκλεισμοῦ, ἡ λογική τῆς συνύπαρξης. Μέ βάση αὐτή τήν λογική ὀφείλει κάποιος: α. νά ἀντιλαμβάνεται τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ ἄλλου β. νά ἀντιλαμβάνεται τόν ἰδιαίτερο ρόλο τοῦ ἄλλου γ. νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἀπευθύνεται σέ ἕνα ἰδιαίτερο ἀνθρώπινο σύνολο τό ὁποῖο προσπαθεῖ ὅσο τό δυνατόν γίνεται νά ἐκφράσει πολιτισμικά καί τό ἀντίθετο δ. νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι καί ὁ ἄλλος ἀποτελεῖ μέρος ἑνός μεγάλου συνόλου πολιτιστικῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου ε. νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ὕπαρξη τοῦ καθενός, ἰδιαιτέρως, καί ἡ συνύπαρξή τους μέ τόν καθένα στό χῶρο του δέν ὁδηγεῖ σέ κανένα κοινωνικό καί κατ’ἐπέκταση πολιτισμικό ἀποκλεισμό. Τό στοιχεῖο  τῆς συνύπαρξης σέ ἕνα χῶρο καί τόπο διαφορετικῶν πολιτισμικῶν μοντέλων ἀπορρίπτει κατ’ἀρχάς ἄμεσα τήν ἐπιλογή τοῦ ἀποκλεισμοῦ, θεωρώντας ὅτι κάτι τέτοιο ὁδηγεῖ σέ κοινωνικούς καί πολιτισμικούς ἀποκλεισμούς.

Ἡ ἔννοια τῆς συνύπαρξης, ἡ ἀρχή τῆς συνύπαρξης τῶν πολιτισμῶν σέ ἕνα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ἤ ἀλλιῶς ἡ ἀρχή τῆς πολυπολιτισμικότητας δέν ἀναιρεῖ τήν ὕπαρξη κανενός πολιτισμοῦ, ἀπορρίπτει λογικές σύγκρουσεις τῶν πολιτισμῶν μέ «δαρβίνειες» και «χαντικτονιακές» ἐξελικτικές προσεγγίσεις ἐπικράτησης τοῦ ἰσχυροτέρου πολιτισμοῦ, σέβεται τίς παραδόσεις καί τίς πολιτισμικές καταβολές τῶν λαῶν, ἐπιζητεῖ τήν ἀλληλοκατανόηση τῶν πολιτισμικῶν ἰδιαιτεροτήτων  τοῦ καθενός καί βοηθᾶ στή λειτουργία τῆς δημοκρατίας σέ τοπικό καί παγκόσμιο ἐπίπεδο. Τό «συν-υπάρχειν» ὁδηγεῖ στό «συν-διαλέγεσθαι», τό «συνδιαλέγεσθαι» ὁδηγεῖ στό «ἀλληλοκατανοεῖν», τό «ἀλληλοκατανοεῖν» ὁδηγεῖ στόν ἀλληλοσεβασμό καί ὁ ἀλληλοσεβασμός μᾶς ἐπιτρέπει νά βαθαίνουμε τή δημοκρατία ἀπό τό πολιτικό της ἐπιφαινόμενο στό κοινωνικό καί ἀκόμη περισσότερο στό πολιτισμικό της ρεαλισμό.

Προηγουμένως εἶχε ἀναφερθεῖ ὅτι ἀνάλυση σημαίνει ἀποσαφήνιση τῶν πολιτισμικῶν δεδομένων, τῶν συντελεστῶν πού διαμορφώνουν καί μεταμορφώνουν ἐν συνεχεία κάποια ἄλλα στοιχεῖα σέ πολιτισμό μέ κοινωνική θεμελίωση καί σημασία. Μιά τέτοια πολιτισμική ἀνάλυση τῶν στοιχείων πού ἀποτελοῦν τούς συντελεστές διαμόρφωσης ἑνός πολιτισμοῦ μᾶς ἐπιτρέπει τό πέρασμα ἀπό τή θεωρητική προσέγγιση στή ρεαλιστική θεώρηση τῶν πολιτισμικῶν δεδομένων. Ἔτσι ἀποφεύγονται ἡ μονομέρεια καί ἡ γενίκευση καί ἀπομακρύνεται ὁ κίνδυνος τῆς πολιτισμικῆς καθαρότητας καί τοῦ πολιτισμικοῦ ἀποκλεισμοῦ. Πάντως κατά γενική ὁμολογία (χωρίς αὐτό νά ἀποτελεῖ κοινοτυπία) «ἡ πολιτισμική ἀνάλυση εἶναι ἐγγενῶς ἀτελεύτητη»,[8] εἰδικώτερα, ὅταν σ’αὐτή τήν ἀνάλυση ἐμπλακεῖ ἡ κοινωνιολογία. Ἡ κατανόηση τῶν πολιτισμῶν ἔρχεται μέσα ἀπό τήν κατανόηση τῶν ἀνθρώπων καί ἡ κατανόηση τῶν ἀνθρώπων ἔρχεται μέσα ἀπό τή γνωριμία μαζί τους, τή θέληση γιά γνωριμία μαζί τους. Σ’αὐτό τό σημεῖο, ὅμως, προκύπτει ἕνα μεῖζον ζήτημα γιά τόν ἀνθρώπινο πολιτισμό καί τίς ἀξίες του. Ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν πολιτισμικές ἀξίες οἱ ὁποῖες θεωροῦνται παγκόσμιες, ὑπάρχουν, ὅμως, καί ἀξίες σέ τοπικούς πολιτισμούς οἱ ὁποῖες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στίς τοπικές κοινωνίες καί στά ὑποκείμενά τους. Ἡ σύνθεση τοῦ τοπικοῦ μέ τό παγκόσμιο ἀποτελεῖ γιά τό σήμερα τό μεγαλύτερο ἴσως πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν παγκοσμιοποίηση τῆς ἀγορᾶς. Οἱ παγκόσμιες πολιτισμικές ἀξίες τείνουν νά ἀπορροφήσουν τούς τοπικούς πολιτισμούς ἤ τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά αὐτῶν τῶν πολιτισμῶν συνθέτουν ἕνα παγκόσμιο πολιτισμό τοῦ ὁποίου, μέρος ἤ τμῆμα, ἀποτελοῦν καί τά ἴδια; Αὐτή ἡ πολιτισμική ἀξιολογική παγκοσμιότητα ἀποτελεῖ πράγματι μιά σύνθεση πολιτιστικῶν παραδόσεων ἤ ἐργαλεῖο στά χέρια κάποιων ἐπιτήδειων κερδοσκόπων πού μέσα ἀπό παγκοσμιοποιημένα πολιτισμικά δεδομένα προσπαθοῦν νά ἐλέγξουν τίς ἀνθρώπινες συμπεριφορές;

Οἱ ἀπαντήσεις σέ τέτοια ἐρωτήματα δέν εἶναι καθόλου εὔκολες. Ἄς δοῦμε γιά παράδειγμα ἕνα πολιτισμικό ἀνθρώπινο μνημεῖο. Τήν Ἁγιά Σοφιά. Ἕνα χριστιανικό πολιτισμικό μνημεῖο παρελθοντικοῦ χρόνου μέσα σέ ἕνα παροντικό μουσουλμανικό κόσμο καί μιά παγκόσμια κοινότητα, ἡ ὁποία τό χαρακτηρίζει ὡς μνημεῖο παγκόσμιας πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς. Ὁ ναός, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Αὐτοκρατορία, τά ἱστορικά πρόσωπα-ὁ Ἰουστινιανός, οἱ ἀρχιτέκτονες, τά ὑλικά, τό μέγεθος, ἡ νοοτροπία, οἱ ἐργάτες, ὁ χρόνος, ὅλα αὐτά κάνουν τήν Ἁγιά Σοφιά, ναό τῆς τότε βασιλεύουσας τοῦ κόσμου. Ἔχει σημασία νά δεῖ κανείς τόν πολιτισμό πού ἀναδύεται μέσα ἀπό ἕνα ἀρχιτεκτονικό κατασκεύασμα, καθώς ἡ γοητεία τοῦ οἰκοδομήματος δηλώνει μιά συγκεκριμένη ἐποχή καί μιά συγκεκριμένη κοινωνία. Αὐτό τό ἴδιο τό οἰκοδόμημα ὑποδηλώνει τίς ἰδιαίτερες γιά ἐκείνη τήν ἐποχή ἀντιλήψεις γιά τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά καί τή χρήση αὐτῆς τῆς σχέσης ἀπό τήν ἐξουσία. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου ἀναδεικνύει τή δύναμη ἐξουσίας πού ἔχει στά χέρια του ὁ βυζαντινός αὐτοκράτορας, καθώς ὁ συμβολισμός τοῦ οἰκοδομήματος ἐπικεντρώνεται στή νίκη τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἐπί τοῦ Σολομώντα, μιά νίκη σέ μιά μάχη πού ἱστορικά δέν συνέβει ποτέ. Κυριολεκτικά καί ρεαλιστικά οὐδέποτε ὑπῆρξε μιά τέτοια σύγκρουση. Ἡ συμβολική, ὅμως, ἀναγωγή τῆς αὐτοκρατορίας ὑπεράνω τοῦ Σολομώντα δέν εἶναι θεσμική ἤ στρατιωτική ἤ πολιτική ἀλλά πολιτισμική, ἐμπεριέχοντας τήν ὅλη ὕπαρξη τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ Ἁγιά Σοφιά ὡς πολιτισμικό πρότυπο ἐπιβεβαιώνει μέ τή συμβολική της ἀνάδειξη τήν πολιτισμική ἐπικυριαρχία τοῦ Βυζαντίου. Τό μεγαλεῖο τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς καί ἡ μεγαλοπρέπεια τῆς τέλεσης τῆς αὐτοκρατορικῆς Θ. Λειτουργίας γοήτευαν γιά 800 καί πλέον χρόνια τούς λαούς πού ἤθελαν νά κατακτήσουν τήν Κωνσταντινούπολη. Παρ’ὅτι ὅμως ἡ Πόλη ἁλώθηκε καί ἡ Ἁγιά Σοφιά γιά 450 χρόνια περίπου μεταμορφώθηκε σέ χῶρο λατρείας μιᾶς ἄλλης θρησκείας καί μιᾶς ἄλλης αὐτοκρατορίας ἐν τούτοις στήν παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά καταγράφθηκε ὡς μνημείο τοῦ βυζαντινοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ βυζαντινός αὐτοκρατορικός πολίτης μεταμορφώνεται σέ πανανθρώπινο οἰκουμενικό πολιτισμικό πρότυπο, ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά ἐκστασιασθεῖ ἀπό τό μεγαλεῖο καί τή γοητεία τῆς αὐτοκρατορίας του καί τόν παρακινεῖ σέ μιά δυναμική καί ἐπιθετική οἰκειοποίηση.

Ἄς δοῦμε, ὅμως καί ἕνα πιό σύγχρονο γεγονός. Τό παράδειγμα τῆς Θεσσαλονίκης ὡς μιᾶς πόλης συνύπαρξης τῶν πολιτισμῶν, τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ, τοῦ βυζαντινοῦ, τοῦ μουσουλμανικοῦ, τοῦ ἑβραϊκοῦ, τοῦ σλαβικοῦ στοιχείου ἀποτελεῖ, ἴσως, τήν πιό χαρακτηριστική περίπτωση. Ἡ θρησκευτική ταυτότητα τῆς κάθε κοινότητας εἶναι αὐτή πού ἀποτελεῖ τό στοιχεῖο τῆς διάκρισης ἀπό τίς ἄλλες. Ἡ κοινότητα χρησιμοποιεῖ τή θρησκεία γιά νά δηλώσει τή διαφορετικότητά της ἀπέναντι στούς ἄλλους, καθώς σ’αὐτήν ἀνάγει τή σημαντικότητα τῆς ὕπαρξής της. Ἡ θρησκεία εἶναι αὐτή πού παρέχει σέ κάθε κοινότητα τήν ἠθική, τούς κανόνες, τούς ὅρους (γιά παράδειγμα κανείς Ἑβραίος δέν δουλεύει στό ἐμπορικό κέντρο τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου), δανείζεται ἔννοιες μέσα ἀπό τίς ὁποῖες ἀμύνεται ἤ ἐπιτίθεται πολιτισμικά, καταθέτει ἐμπειρίες, οἱ ὁποῖες κάνουν κατανοητό τό γεγονός τῆς διαφορετικότητας. Ἡ θρησκευτική ἰδιαιτερότητα τῆς κάθε κοινότητας διαμορφώνει κοινωνικές καί πολιτισμικές διαδικασίες οἱ ὁποῖες, ὅμως, δέν συγκρούονται μεταξύ τους, ἀλλά κατορθώνουν νά συνυπάρχουν σεβόμενες τήν ταυτότητα τοῦ ἄλλου. Ἡ Θεσσαλονίκη ἔζησε τέτοιες πολιτισμικές διεργασίες ἀπό τά τέλη τοῦ 16ου αἰ. ὡς τά μέσα τοῦ 20ου, παρουσιάζοντας παράλληλα ἕνα τέτοιο πρόσωπο κοινωνικῆς συνοχῆς πού θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει πρότυπο γιά ἄλλες σύγχρονες πόλεις μέ θρησκευτικά προβλήματα, ὅπως εἶναι  τό Μπέλφαστ ἤ ἡ Ἰερουσαλήμ, καί παρ’ὅτι μέ ἀρχές κοινωνιολογικῆς ἀνάλυσης μεταφορᾶ προτύπου δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει, καθώς τό ὁποιοδήποτε κοινωνικό φαινόμενο ἀποτελεῖ φαινόμενο μόνο γιά τή συγκεκριμένη κοινωνία στήν ὁποία διενεργήθηκε. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο τό γεγονός ὅτι στίς καρδιές καί στίς μνῆμες τῶν ἀπανταχοῦ Ἑβραίων ἡ Θεσαλονίκη ἀποτελεῖ τή δεύτερη Σιών. Τό τέλος αὐτῆς τῆς συνύπαρξης ἔφθασε μόνο ὅταν ὑπῆρξαν βίαιες ἔξωθεν παρεμβάσεις, οἱ ὁποῖες προσπάθησαν καί πέτυχαν νά ἀλλοιώσουν τήν πληθυσμιακή καί πολυπολιτισμική της σύνθεση σέ μιά ἐποχή ὅπου κυριάρχησαν ἀπόψεις περί ἐθνικῆς καί φυλετικῆς καθαρότητας. Ὑπῆρξε ἱστορικά τό πιό χαρακτηριστικό παράδειγμα  συνύπαρξης πολιτισμῶν ἀπό τό γεγονός καί μόνο ὅτι στό γεωγραφικό της χῶρο συνυπῆρξαν διαφορετικοί πολιτισμοί, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν τήν πολιτισμική τους ταυτότητα καί ἰδιαιτερότητα, σέ ὁρισμένες δέ περιπτώσεις, θέτοντας αὐστηρούς κανόνες καί ὅρους πρός τά μέλη τους, συνεργαζόμενοι μόνο στόν τομέα τῆς οἰκονομίας.[9]

Παραπομπές

[7]Clifford Geertz, ibid., p.23. [8]Glifford Geertz, ibid., p.40 [9]Κατά τόν καθηγητή Πέτρου Ἰωάννη ἡ ἔννοια τῆς πολυπολιτισμικότητας δημιουργήθηκε γιά νά ἐκφράσει καταστάσεις πολιτιστικοῦ πλουραλισμοῦ, ἀλλά καί τήν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρηνικῆς συνύπαρξης καί τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ, μεταξύ τῶν ἀνθρώπων μέ διαφορετικές πολιτιστικές ἐκφράσεις εἴτε σέ τοπικό εἴτε σέ παγκόσμιο ἐπιπεδο. Πέτρου Ἰωάννη, Πολυπολιτισμικότητα καί θρησκευτική ἐλευθερία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 2003, pp.13-14.

* Ο Χριστόφορος Ἀρβανίτης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού καί τῆς Θρησκείας, εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης.

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 5 Απριλίου 2011, http://theo-eco-culture.blogspot.com/2011/04/blog-post.html?spref=fb

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

«Εχθρός» θεωρείται η Γερμανία

 

«Εχθρός» θεωρείται η Γερμανία

Αντιπαθής στους Έλληνες. Η πρώτη δημοσκόπηση για τα αισθήματα του λαού μας προς το Βερολίνο

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Ακρως ενδιαφέροντα τα αποτελέσματα της πρώτης δημοσκόπησης που έγινε στη χώρα μας για το περιοδικό «Επίκαιρα» από τη VPRC και επιχειρεί να ανιχνεύσει τα αισθήματα των Ελλήνων απέναντι στη Γερμανία, υπό το κράτος της ασκούμενης από την κυβέρνηση Μέρκελ πολιτικής προς την Ελλάδα. Όσο και αν τα δημοσκοπικά ευρήματα ήταν αναμενόμενα για όποιον διατηρεί στοιχειώδη επαφή με τις διαθέσεις της ελληνικής κοινής γνώμης, εντυπωσιάζουν τα υψηλότατα ποσοστά απόρριψης της πολιτικής του Βερολίνου, τα οποία θα έπρεπε να απασχολήσουν τους Γερμανούς ιθύνοντες.

«Εχθρική ή φιλική χώρα προς την Ελλάδα θεωρείτε τη Γερμανία;», ήταν μία από τις ερωτήσεις της δημοσκόπησης. «Εχθρική» απάντησε το 76% των ερωτηθέντων! Μόλις το 8% τη θεωρεί «φιλική» χώρα, ενώ το 11% δεν τη θεωρεί ούτε φιλική ούτε εχθρική και το 5% δεν εξέφρασε γνώμη. Τρεις στους τέσσερις Έλληνες, δηλαδή, θεωρούν τη Γερμανία εχθρική χώρα και μόνο ένας στους… δώδεκα (!) τη θεωρεί φιλική.

Υπάρχουν και χειρότερα. Το 81% των ερωτηθέντων απάντησε ότι θεωρεί πως η Γερμανία, με την πολιτική που ακολουθεί σήμερα, προσπαθεί να κυριαρχήσει στην Ευρώπη με οικονομικά μέσα, άποψη στην οποία αντιτίθεται μόλις το 15% όσων ερωτήθηκαν.

Μάλιστα το 77% των ερωτηθέντων συμφωνεί με τον χαρακτηρισμό «Τέταρτο Ράιχ» της ασκούμενης σήμερα γερμανικής πολιτικής, με το 15% και πάλι να αντιτίθεται.

Υπό το πρίσμα αυτών των απαντήσεων δεν εκπλήσσει βεβαίως το ότι το 79% εκτιμά ως αρνητικό τον ρόλο της Γερμανίας στην Ευρώπη έναντι του 12% που τον βρίσκει θετικό. Αναμενόμενο, φυσικά, και το υπέρμετρα υψηλό ποσοστό των Ελλήνων που έχουν αρνητική γνώμη για την καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ, το οποίο ανέρχεται στο 81%, ενώ θετική γνώμη για τη Γερμανίδα καγκελάριο έχει μόνο το 10%.

Είναι εξόφθαλμο ότι η ασκούμενη γερμανική πολιτική απέναντι στη χώρα μας ενεργοποιεί αντιγερμανικά αντανακλαστικά στον ελληνικό πληθυσμό (όπως άλλωστε αναβιώνει και ανθελληνικά στερεότυπα στη γερμανική κοινή γνώμη). Περίπου το 80% των ερωτηθέντων εξέφρασαν αρνητικά συναισθήματα για τη Γερμανία. Το 41% εξ αυτών οργή, το 10% απογοήτευση, το 6,4% φόβο και ούτω καθεξής. Λιγότερο από το 10% εκδήλωσε θετικά συναισθήματα – από αυτούς το 3,7% θαυμασμό, το 2,2% σεβασμό, το 1,5% συμπάθεια…

Παρά τη σοβαρή ζημιά που έχει γίνει στις ελληνογερμανικές σχέσεις, εξαιτίας της πολιτικής του Βερολίνου, η κατάσταση είναι ακόμη διορθώσιμη. Αν αλλάξει η γερμανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα – ιδίως από μια κυβέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων, ώστε να αποσυρθούν από τις ηγετικές θέσεις η Μέρκελ και ο Σόιμπλε, που προσωποποιούν στις συνειδήσεις των Ελλήνων τη γερμανική εχθρότητα κατά της χώρας μας – είναι βέβαιο ότι θα αλλάξουν και τα αισθήματα των Ελλήνων απέναντι στη Γερμανία, έστω και αν για να γίνει αυτό θα απαιτηθούν κόπος και χρόνος.

Μέσα στο πλαίσιο των πιέσεων του Βερολίνου προς την Ελλάδα και της επιβολής σκληρότατων όρων για τη χορήγηση δανείων, έχουν αναβιώσει σε έκταση που προκαλεί κατάπληξη σε ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό οι απαιτήσεις για την καταβολή στη χώρα μας από τη Γερμανία πολεμικών αποζημιώσεων.

Το εκπληκτικό ποσοστό του 91% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει με όλους τους δυνατούς τρόπους την καταβολή πολεμικών επανορθώσεων για τα δεινά που προκάλεσε η γερμανική ναζιστική κατοχή. Μόνο το 4% έχει αντίθετη άποψη.

Το επίσης εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό του 87% έχει την άποψη ότι η Αθήνα πρέπει να διεκδικήσει με κάθε τρόπο την αποπληρωμή του κατοχικού αναγκαστικού δανείου που είχαν επιβάλει στον χειμαζόμενο ελληνικό λαό οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής κατά την περίοδο του 1941-44 και το οποίο συνέτεινε στο να πεθάνουν από την πείνα εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες. Ιδίως στην Αθήνα.

 

«ΧΑΝΤΕΛΣΜΠΛΑΤ»: Σοκ των Γερμανών από τις απαντήσεις

 

Θορυβημένη εμφανώς από τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης ήταν χθες η μεγαλύτερη ημερήσια οικονομική εφημερίδα της Γερμανίας, η «Χάντελσμπλατ». Φαίνεται ότι μόλις τώρα αρχίζουν να συνειδητοποιούν οι Γερμανοί ότι ο ραγδαία εξαπλούμενος στην Ελλάδα αντιγερμανισμός, εξαιτίας της απαράδεκτα ταπεινωτικής πολιτικής του Βερολίνου, δεν αποτελεί περιθωριακό φαινόμενο, όπως νόμιζαν. «Το επιβληθέν πρόγραμμα λιτότητας επί της υπερχρεωμένης Ελλάδας αφήνει πίσω του βαθιά ίχνη στη σχέση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Γερμανούς», υπογραμμίζει, αρχίζοντας το ρεπορτάζ εκτενούς παρουσίασης των δημοσκοπικών ευρημάτων. «Πριν από έξι χρόνια το 78% των Ελλήνων περιέγραφε τη Γερμανία ως ''ιδιαιτέρως συμπαθή''», αναπολεί μελαγχολικά.

 

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ «E» 24/2/2012, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22792&subid=2&pubid=63621356

Οίκοι Αξιολόγησης ΙV

Οίκοι Αξιολόγησης – Μέρος ΙV

 

Του Παναγιώτη Γαβανά

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙΙ

Κλίμακα αξιολόγησης και αλγοριθμικά «μαγειρέματα»

Ο οίκος Fitch το 1924 εφεύρε την κλίμακα αξιολόγησης με δέκα επίπεδα διαβάθμισης, ξεκινώντας απ’ το ΑΑΑ (ο καλύτερος βαθμός, τριπλό Α) και κατεβαίνοντας την κλίμακα μέσω ΑΑ, Α, ΒΒΒ, ΒΒ, Β, CCC, CC, C φθάνοντας έως το D (Default, παντελής ανικανότητα πληρωμής). Οι αξιολογήσεις από ΑΑΑ έως ΒΒΒ σημαίνουν «investment grade», δηλ. συνιστάται στους επενδυτές να αγοράσουν. Από την βαθμίδα ΒΒ αρχίζει η «non investment grade», δηλ. συνιστάται στους επενδυτές να μην αγοράσουν(!) ή να ζητήσουν επιπρόσθετα μέτρα ασφάλειας. Οι διαβαθμίσεις, όταν πρόκειται για δάνεια, είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένες δανειακές συνθήκες: Μια υποβάθμιση σημαίνει, ότι όλες οι τράπεζες θα ζητήσουν υψηλότερο τόκο. Στην κλίμακα προστέθηκαν αργότερα οι ενδείξεις συν και πλην (+/) και με έναν παρόμοιο τρόπο – για παράδειγμα με την προσθήκη αριθμών (Moody’s) – παραλήφθηκαν και από τους άλλους οίκους.

Οι οίκοι αξιολόγησης λαμβάνουν τις πληροφορίες κυρίως απ’ τους πιστωτές και τους εκδότες των αξιόγραφων και προσανατολίζονται αποκλειστικά στα δικά τους συμφέροντα. Προωθήθηκαν τα δάνεια στους πιστολήπτες με λαθεμένες ή ελλιπείς πληροφορίες; Αυτό για τους οίκους είναι αδιάφορο. Μπορούσε να προβλεφτεί, ότι οι πιστολήπτες δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσουν το δάνειο; Αυτό για τους οίκους είναι αδιάφορο. Έχουν οι εγγυητές των δανείων, όπως το American International Group (AIG), ένα ελάχιστο ποσό στήριξης σε περίπτωση που η εγγύηση καταρρεύσει; Ναι ή όχι; Αυτό για τους οίκους είναι αδιάφορο.

Έτσι δεν είχε ληφθεί υπόψη, ότι τα ενυπόθηκα δάνεια πριν ληφθούν απ’ τους πιστολήπτες, αυτοί – σε πολλές περιπτώσεις εργαζόμενοι χωρίς σταθερό εισόδημα – δελεάστηκαν με μέσα εξαπάτησης για να πάρουν δάνειο, π.χ. με πιστοποιητικά εισοδήματος, τα οποία παραποιήθηκαν απ’ τους εκπροσώπους των τραπεζών. Παρόλο που διάφορες ειδήσεις περί εξαπάτησης εμφανίζονταν κατά καιρούς στα κυρίαρχα ΜΜΕ απ’ το 2005, αυτό για τους οίκους ήταν αδιάφορο. Δεν φρόντισαν ακόμη να μάθουν για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πιστολήπτες, π.χ. εάν μετά την υποβάθμιση και τους υψηλούς τόκους θα χάσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, εάν κηρύξουν πτώχευση ή αν θα πεινάσουν – ανεξάρτητα απ’ το αν πρόκειται για ατομικούς καταναλωτές, για επιχειρήσεις ή για ολόκληρες οικονομίες κρατών. Οι απαντήσεις των τραπεζών έχουν απόλυτη προτεραιότητα, όποια κι αν είναι η διαφθορά και η απάτη των πιστωτών και αυτών που εκδίδουν τα αξιόγραφα.

Οι οίκοι δεν αξιολογούν μόνο, αλλά βοηθούν και τους πελάτες να δομήσουν αξιόγραφα πριν την πιστοληπτική αξιολόγηση (indicative rating). Οι πελάτες, π.χ. τράπεζες επενδύσεων, μπορούσαν/μπορούν να κάνουν μετατροπές και βελτιώσεις έως ότου εμφανιστεί και επιλεγεί ένα τριπλό Α. Οι οίκοι έχουν βοηθήσει στο «μαγείρεμα» των πιστοποιημένων ενυπόθηκων δανείων – διαφορετικά, ανάλογα με το πιθανό έλλειμμα – έτσι που από ένα όσο το δυνατό μεγάλο όγκο σε ΑΑΑ-«μαγειρέματος» να προκύπτει ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος απ’ την πώληση χαρτιών CDO.

Οι αξιολογήσεις γίνονται με τη βοήθεια μαθηματικών μοντέλων ρίσκου. Οι μέχρι τώρα ιστορικές εμπειρίες χρησιμοποιούνταν ως βάση. Αντιθέτως οι σύγχρονοι μηχανισμοί, οι οποίοι προκύπτουν απ’ την διαρκή απορρύθμιση και την εφεύρεση νέων χρηματιστικών προϊόντων, δεν λαμβάνονται υπόψη: Τα μοντέλα ακολουθούν κατ’ ανάγκη πίσω απ’ τους συνειδητά διαρκώς αυξανόμενους κινδύνους.

Οι οίκοι τροφοδοτούν σημαντικές θυγατρικές επιχειρήσεις ή τμήματα (Analytics, Algorithmics, κ.ά), οι οποίες αναπτύσσουν μαθηματικά μοντέλα ρίσκου. Αυτές εργάζονται με μεθόδους και χρονικούς ορίζοντες, που είναι προσανατολισμένοι στα ιδιωτικά και βραχυπρόθεσμα κριτήρια κέρδους. Κριτήρια κέρδους, τα οποία ισχύουν τόσο για τους πελάτες των οίκων, όσο και για τους ίδιους τους οίκους. Οι οίκοι δεν πουλούν στους πελάτες μόνο πιστοληπτικές αξιολογήσεις, αλλά επίσης συμβουλές και software, για το πώς αποκομίζονται κέρδη στις χρηματιστικές αγορές σε βάρος των άλλων που συμμετέχουν στην αγορά μέσω αξιοποίησης πολύ μικρών χρονικών διαστημάτων. Εδώ γίνεται λόγος για χιλιοστά δευτερολέπτων και για ποσά στα οποία υπολογίζονται τρεις θέσεις δεκαδικών ψηφίων πίσω από το κόμμα. Στις συναλλαγές αυτές οι οίκοι ακολουθούν την ίδια λογική όπως και οι πελάτες τους. Γι΄ αυτό και οι αξιολογήσεις των οίκων δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητες, αλλά αυτές ταυτίζονται με τους σκοπούς των πελατών.

Όλοι είναι ίσοι αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι απ’ τους άλλους

Παρόλο που οι οίκοι αξιολόγησης αντιλαμβάνονται ότι έχουν υψηλά και ρυθμιστικά καθήκοντα, ενώ κάνουν με τους πελάτες μια ελεύθερη συμφωνία, δεν αναλαμβάνουν γι’ αυτό καμιά ευθύνη. Όμως και οι πελάτες δεν λαμβάνουν στα σοβαρά υπόψη την πιστοληπτική αξιολόγηση, η οποία είναι ενδιαφέρουσα μόνο ως σφραγίδα εξυπηρέτησης. Οι οίκοι χαρακτήριζαν μέχρι τώρα τις αξιολογήσεις τους σαν «άποψη» (opinion). Σ΄ αυτό το παιχνίδι συμμετείχε ακόμη και η Δικαιοσύνη των ΗΠΑ: Σε πολλές περιπτώσεις τα δικαστήρια των ΗΠΑ αθώωσαν τους οίκους όταν αυτοί κατηγορήθηκαν από ιδιώτες: Οι οίκοι πρόβαλλαν το επιχείρημα, ότι οι διαβάθμιση περί πιστοληπτικής ικανότητας δεν έχει καμιά αξίωση για αντικειμενικότητα, αλλά ότι υποτάσσεται στην «ελευθερίας της άποψης». Στην «Wall Street Reform and Consumer Protection Act», η κυβέρνηση Ομπάμα μετατόπισε παραπέρα το πρόβλημα: Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις ισχύουν μόνο ως έκφραση της άποψης των ειδικών, για τους οποίους την ευθύνη φέρουν οι οίκοι. Το ποια ακριβώς είναι αυτή η ευθύνη, παραμένει ένα θέμα ανοιχτό.

Το ότι οι οίκοι σχεδόν ποτέ δεν αποκλίνουν στις εκτιμήσεις τους, αλλά ακόμη κι αν το κάνουν υπάρχουν μόνο μικρές αποχρώσεις μεταξύ τους, δεν σημαίνει ότι είναι ανεξάρτητοι. Δεν θα υπήρχε καμιά διαφορά αν υπήρχε μόνο ένας οίκος ή τρεις, οι οποίοι εδώ και δεκαετίες κυριαρχούν στην αγορά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μονοπώλιο. Οι οίκοι είναι προσδεμένοι στις δομές της Wall Street, των ισχυρότερων επενδυτικών ομάδων του κόσμου με έδρα τις ΗΠΑ και στην παγκόσμια δύναμη των ΗΠΑ. Παρόλο που το κράτος των ΗΠΑ, συγκρινόμενο σε ελληνικές διαστάσεις, είναι υπερχρεωμένο και δεν μπορεί να καταθέσει κανένα σχέδιο για το πώς θα ξεπληρώσει τα χρέη του, λαμβάνει και απ’ τους τρεις οίκους μαζί, όπως και πριν, την καλύτερη βαθμολογία ΑΑΑ. Όταν το προηγούμενο καλοκαίρι η S&P υποβάθμισε για πρώτη φορά την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ στο ΑΑ+, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δήλωσε ότι η S&P έκανε λάθος, επειδή δεν έλαβε υπόψη στους υπολογισμούς της ένα ποσό δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η SEC ξεκίνησε αμέσως μια έρευνα σχετικά με τις υπολογιστικές μεθόδους της S&P.

Ακόμη και υπερχρεωμένα κράτη όπως η Αγγλία και η Ιαπωνία, συνεχίζουν να λαμβάνουν την καλύτερη βαθμολογία. Οι χώρες αυτές, όπως επίσης και οι ΗΠΑ – σε αντίθεση με τις χώρες της ευρωζώνης – μπορούν να εκδίδουν τα κρατικά τους ομόλογα στο δικό τους νόμισμα, δηλ. οι κεντρικές τράπεζες μπορούν απλά να τυπώνουν νέο χρήμα. Έτσι αποφεύγεται η ονομαστική πτώχευση, τα χρέη όμως μεταβιβάζονται μέσω του πληθωρισμού πάνω στους πιστωτές. Οι οίκοι μέσω των αξιολογήσεών τους στηρίζουν κάτι τέτοιο, είναι μέρος αυτής της πρακτικής. Όταν το Μεξικό ήταν υπερχρεωμένο, οι οίκοι βαθμολόγησαν τα χρέη του, τα οποία είχαν ληφθεί στο νόμισμα της χώρας, το πέσο, με ΑΑ-. Τα χρέη όμως που είχαν ληφθεί σε δολάρια των ΗΠΑ, τα αξιολόγησαν ταυτόχρονα με ΒΒ-, κι αυτό για το λόγο και μόνο, ότι το Μεξικό μπορούσε να τυπώσει πέσος, όχι όμως και δολάρια των ΗΠΑ.

Έτσι είναι κατανοητό, ότι οι οίκοι, τα ίσα τα βαθμολογούν άνισα. Ενόσω όταν υπολογίζουν τα χρέη της Ελλάδας συμπεριλαμβάνουν μέσα σ’ αυτά ακόμη και τα χρέη των νοσοκομείων, όταν αξιολογούν τα χρέη των ΗΠΑ ή των ομόσπονδων κρατών των ΗΠΑ, τότε δεν λαμβάνουν υπόψη τους τα αντίστοιχα συγκρίσιμα χρέη. Και είναι γνωστό, ότι πολλά ομόσπονδα κράτη των ΗΠΑ, έχουν ακόμη και τρεις φορές υψηλότερα χρέη απ’ ό,τι φαίνεται στον επίσημο κρατικό προϋπολογισμό, μεταξύ των άλλων και εξαιτίας των ελλειμμάτων στα συνταξιοδοτικά ταμεία των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης.

Οι οίκοι αξιολόγησης δεν είναι ένας ελεγκτικός μηχανισμός, ο οποίος ακολουθεί την αρχικά νοούμενη νομική εντολή, αλλά καταχρώνται την προνομιακή λειτουργική θέση που τους δόθηκε απ’ τον νομοθέτη, μια θέση, η οποία προστατεύεται από το κράτος. Οι οίκοι είναι ένας ενεργός ρυθμιστής στην υπηρεσία του απ’ τις ΗΠΑ αναπτυγμένου και παγκόσμια κυρίαρχου συστήματος. Το σύστημα αυτό βασίζεται πάνω στη δυνατότητα να τυπώνεται ατελείωτα κρατικό χρήμα και στην απόλυτη κυριαρχία των τραπεζικών επενδύσεων, καθώς και των μεγαλύτερων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων του κόσμου. Οι απαιτήσεις εκείνων που συμμετέχουν στα χρηματιστικά, έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τα λαϊκά-οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. Η απάτη, ακόμη και με την έννοια που αυτή ορίζεται στους αστικούς νόμους, η οργανωμένη μυστικότητα και η εξαπάτηση, αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της συμπεριφοράς τους. Οι οίκοι βοηθούν στην σταδιακή αφαίρεση της ιδιοκτησίας των ατόμων, των επενδυτών και των κρατών, και μ’ αυτό τον τρόπο χρησιμεύουν στον ίδιο πλουτισμό μιας ελίτ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με το σύνθημα: «Μετά από μας ο κατακλυσμός».

Ασκούμενη κριτική για άχρηστα χαρτιά

Οι οίκοι είναι ένα «διεφθαρμένο σύστημα» [13], λέει ο γνωστός νομπελίστας αμερικανός οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν (σ.σ. με τον οποίο βέβαια δεν συμφωνούμε ιδεολογικά). Όμως ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ελλιπής: Πόσο διεφθαρμένο είναι ένα συνολικό σύστημα, το οποίο δίνει μια τόσο βαρύνουσα ρυθμιστική σημασία σ’ ένα βαθιά διεφθαρμένο υποσύστημα;

Το μοντέλο, η «απόδοση» του οποίου είναι ελέγξιμη εδώ και δεκαετίες, δείχνει, ότι οι οίκοι έχουν συγκεντρώσει στα χέρια τους δημόσιες υποθέσεις. Αν το 1975 αξιολογούνταν απ’ τους οίκους μόνο 5 κράτη, το 1990 ο αριθμός αυτός φτάνει τα 68, το 2000 τα 191, για να εκτοξευτεί το 2002 στα 202 κράτη. Το ποια επιρροή ασκούν οι οίκοι αξιολόγησης – σε σχέση με τις εμπλεκόμενες τράπεζες, τους κερδοσκόπους, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ -, αυτό φάνηκε καθαρά στην περίπτωση της Ελλάδας.

Μετά την καπιταλιστική κρίση του 2007, και οι δυτικές κυβερνήσεις απαίτησαν μια ισχυρή ρύθμιση και μεταρρύθμιση των οίκων αξιολόγησης. Η Επιτροπή Επιτήρησης των ΗΠΑ SEC (Security Exchange Commission) πρότεινε, οι οίκοι να ¨μειώσουν» την συμβουλευτική τους ιδιότητα. Η μεταπήδηση των υπαλλήλων ενός οίκου σε μια τράπεζα, έπρεπε να γίνει πιο δύσκολη. Απ’ όλα αυτά τελικά, δεν έμεινε σχεδόν τίποτα. Οι οίκοι κατά ην ακροαματική διαδικασία στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, παραδέχτηκαν ως όφειλαν μερικά «λάθη» και επαίνεσαν την βελτίωση – όπως πάντα.

Οι διαμορφωτές της γνώμης του χρηματιστικού συστήματος, ασκούνται στην πραγματιστική απελπισία: «Σε καιρούς ανασφάλειας αυξάνεται η ζήτηση για πιστοληπτικές αξιολογήσεις – όσο αμφίβολες κι αν είναι αυτές», γράφει η ελβετική Neue Zürcher Zeitung[14]. Έτσι επιχειρηματολογεί και ο Andrew Bosomworth, Top manager στην Pimco, ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ομολόγων του κόσμου: «Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις έχουν όλο και λιγότερη σημασία. Επειδή όμως κάποιος εξαιτίας των πολλών αποφάσεων και των ρυθμιστικών κανονισμών δεν έχει άλλη επιλογή, απευθύνεται παρόλα αυτά διαρκώς στους οίκους αξιολόγησης»[15]. Μ’ έναν τέτοιο κυνισμό, ο κλάδος των οίκων αξιολόγησης μπορεί να βγάλει πολλά εκατομμύρια κέρδη.

Κάπως περισσότερο ανησυχούν οι οίκοι απ’ τις μηνύσεις που γίνονται εναντίον τους για αποζημιώσεις, οι οποίες (μηνύσεις) υποβάλλονται απ’ τους παθόντες στα δικαστήρια σε πολλά κράτη. Έτσι έχουν ξεσκεπαστεί εν μέρει κάποιες πρακτικές τους. Μια επιτυχημένη απόφαση μπορεί να ακολουθηθεί από απαιτήσεις δισεκατομμυρίων. Έτσι για παράδειγμα, η μήνυση ενός συνταξιούχου ενάντια στο γερμανικό παράρτημα της Standard & Poor’s είχε ιδιαίτερο βάρος. Ο συνταξιούχος αυτός αγόρασε πιστοποιητικά της Lehman για 30.000 ευρώ, τα οποία η τράπεζα είχε αγοράσει απ’ την S&P με την σφραγίδα Α – το πιστοποιητικό ίσχυε ακόμη για τρεις μέρες προτού η Lehman κηρύξει πτώχευση. Κατά την άποψη του κατήγορου, ευθύνονται οι οίκοι – σε αντίθεση με το νομικό σύστημα των ΗΠΑ – απέναντι στους επενδυτές για τις αξιολογήσεις τους, αν οι αξιολογήσεις παρουσιάζονται στο έντυπο πώλησης σαν διαφήμιση[16].

Οι οίκοι αξιολόγησης δεν μεταρρυθμίζονται!

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζονται σκέψεις για έναν ίδιο οίκο – λέγεται μάλιστα, ότι το τραπεζικό λόμπυ στις Βρυξέλλες έχει ήδη δραστηριοποιηθεί. Με μεγαλύτερη αυτοσυνείδηση φαίνεται να δρα η νέα οικονομική δύναμη Κίνα. Η κινεζική κεντρική τράπεζα ίδρυσε το 1994 την Dagong Global Credit Rating Company ως ιδιωτικό οίκο για τις εσωκινεζικές υποθέσεις. Ο οίκος αυτός βρίσκεται κατά 100% σε κινεζικά χέρια, σε αντίθεση με άλλους οίκους στην Ασία, οι οποίοι ανήκουν ολοκληρωτικά ή εν μέρει σε δυτικούς. Μετά την τελευταία καπιταλιστική κρίση, ο οίκος Dagong επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε ξένα κράτη καθώς και στις πιστώσεις. Σε αντίθεση την Moody’s και την Fitch, οι οποίες εξακολουθούν να αξιολογούν τις ΗΠΑ με ΑΑΑ, ενώ η S&P με ΑΑ+, ο οίκος Dagong τις αξιολόγησε με ΑΑ.

Η κριτική που ασκείται στους οίκους αξιολόγησης, αφορά συνήθως στις λαθεμένες εκτιμήσεις που κάνουν, δηλ. στο ότι αυτές δεν αντανακλούν «πραγματικά» τους υπαρκτούς κινδύνους για τα αξιόγραφα και τα δάνεια. Η κριτική αυτή, όσο σημαντική και να είναι, χάνει απ’ το οπτικό της πεδίο το πιο σημαντικό: τον βασικά κρισιακό και κερδοσκοπικό χαρακτήρα του καπιταλισμού – επομένως και την μη προβλεψιμότητά του, δηλ. ότι η κρίση είναι συνυφασμένη με τον καπιταλισμό. Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού, οι οποίες εκκενώνονται στις κρίσεις, δεν αρχίζουν με τα κερδοσκοπικά στοιχεία των δανείων ή κατά τα γνωστά «μη νεωτερικά χρηματιστικά παράγωγα», τα οποία κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες χάνουν την αξία τους και στη συνέχεια σπάνε ολόκληρες αλυσίδες πληρωμών. Ήδη κατά την εμπορευματική ανταλλαγή – ο διαχωρισμός αγοράς και πώλησης – εμπεριέχει την κερδοσκοπία. Ο παραγωγός δεν είναι ποτέ ασφαλής, αλλά μπορεί μόνο να ελπίζει, ότι το παραχθέν από αυτόν εμπόρευμα θα πουληθεί πραγματικά πάνω στην αγορά. Κατά τον Μαρξ, «η Πίστη επιτρέπει να κρατούν χωρισμένες την μια από την άλλη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τις πράξεις της αγοράς και της πούλησης και γι΄ αυτό χρησιμεύει σαν βάση της κερδοσκοπίας»[17]. Το δυναμικό της κρίσης είναι συνυφασμένο με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και δεν μπορεί να εξαλειφθεί με ρυθμίσεις ή να προβλεφτεί από τους οίκους αξιολόγησης. Οι οίκοι είναι μια σύγχρονη μορφή σχέσεων συνυφασμένη με την ανασφάλεια του καπιταλισμού. Μια μορφή, την οποία προώθησε η ίδια η αστική πολιτική. Το «νεωτερικό» στον καπιταλισμό, είναι, ότι όλα τα μετατρέπει σε χρήμα. Αλλά ακριβώς, στη βάση της συστημικής ανασφάλειας και των κρισιακών φαινομένων, οι πληροφορίες ποτέ δεν θα είναι πλήρως ανθεκτικές. Γι’ αυτό και επειδή πολλές φορές έχουν κατηγορηθεί χωρίς επιτυχία, οι οίκοι αξιολόγησης επιμένουν ότι δίνουν απλά μόνο μια άποψη. Για το λόγο αυτό και κάθε προσπάθεια να κατηγορηθούν για τις εκτιμήσεις και προγνώσεις τους θα πέφτει στο κενό. Το να καθίστανται υπεύθυνοι, αυτό θα σήμαινε την κατάργησή τους. Αλλά ακόμη και τότε η επιτυχία θα ήταν μικρή επειδή οι οίκοι αξιολόγησης δεν αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού. Και φυσικά δεν πρόκειται να αλλάξει επίσης τίποτα, είτε οι οίκοι είναι περισσότεροι, είτε υπάρχει ένας ή και κανένας ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[13] Der Spiegel, 18/2010, σ. 66

[14] Neue Zürcher Zeitung, 19.8.2010

[15]Handelsblatt, 11.6.2010

[16]Erster Anleger klagt in Deutschland gegen Ratingagentur, Frankfurter Allgemeine Zeitung, 8.6.2010

[17]Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 3ος, σ. 550, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1978

ΠΗΓΕΣ

Εποχή, ISKRA, Ριζοσπάστης, el.wikipedia.org, Das Blättchen, Die Zeit, Die Welt, Der Spiegel, Frankfurter Allgemeine Zeitung, Financial Times Deutschland, Freitag, Handelsblatt, junge Welt, jungle World, Neue Zürcher Zeitung, Neues Deutschland, Süddeutsche Zeitung, taz.die tageszeitung, WOZ, de.wikipedia.org

 

ΠΗΓΗ: 23 Φεβρουαρίου 2012, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/168039

Νίκος Μπογιόπουλος: «Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε»

Νίκος Μπογιόπουλος: «Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε»

Του Δημήτρη Καζάκη [κριτική παρουσίαση]


Το βιβλίο του Νίκου Μπογιόπουλου, «Είναι ο Καπιταλισμός, Ηλίθιε», εκδόσεις Λιβάνη, αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη. Από δυο απόψεις. Αφενός γιατί πρόκειται για ένα πολύ προσιτό και ευκολοδιάβαστο βιβλίο για τον μέσο αναγνώστη που αναζητά να μάθει τι συμβαίνει με την σημερινή κρίση. Κι αφετέρου γιατί διαπιστώσαμε ότι υπάρχει ακόμη μαρξιστική φλόγα στο σημερινό ΚΚΕ.

Για να είμαστε ειλικρινείς δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Τον Ν. Μπογιόπουλο τον γνωρίζουμε από τις επιφυλλίδες και τις παρεμβάσεις του μέσα από τις στήλες του Ριζοσπάστη, αλλά και από τις δημόσιες εμφανίσεις του όλο αυτό το διάστημα που και εύστοχες υπήρξαν και αποκαλυπτικές και αρκούντως τεκμηριωμένες. Κι αυτό πρέπει να το τονίζουμε ιδιαίτερα σήμερα.
Μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, αλλά δυστυχώς η τεκμηριωμένη παρέμβαση είναι είδος εξαιρετικά δυσεύρετο στις μέρες μας. Ιδίως στην αριστερά.

Συνέχεια →

Η ιερότητα συμβόλων: πολιτισμική αναγκαιότητα Ι

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοικτής κοινωνίας – Μέρος Ι

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*


 

1.   Τό σύμβολο.

Ὁ θρησκευτικός συντελεστής ἀποτελεῖ βασικό συσταστικό στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ εἴτε αὐτός ἐκλαμβάνεται ὡς μιά ἁπλή ἀνθρώπινη δραστηριότητα εἴτε ὡς μιά πολυσύνθετη διεργασία, ἀτομική ἤ συλλογική, προσωπική ἤ διαπροσωπική. Οἱ προσεγγίσεις καί οἱ ἀναλύσεις τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ἐντός τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ, μέ ἀναγκαῖες τίς κοινωνιολογικές καί ἀνθρωπολογικές κατανοήσεις τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν δράσεων, ἐπιτρέπουν τήν ἀντικειμενική καί ἐπιστημονική διερεύνηση καί ὑπερβαίνουν, χωρίς, ὅμως, νά ἀπορρίπτουν τό γεγονός τῆς πίστης.

Αὐτή ἡ δυνατότητα προσέγγισης καί ἀνάλυσης τοῦ θρησκευτικοῦ μέσα ἀπό τήν ὑπέρβαση τοῦ γεγονότος τῆς πίστης μέ πρωτεύοντα τά πολιτισμικά καί κοινωνιολογικά δεδομένα ἀποκλείει περαιτέρω ἀπολυτοποιήσεις καί μυθοποιήσεις βασικῶν ἐννοιῶν του, καθώς ἀποκαθάρει τά γεγονότα ἀπό πρόσθετα μεταγενέστερα χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα ἀμαυρώνουν τό ἐμπειρικό τῆς πίστης εἴτε αὐτό εἶναι ἀτομικό εἴτε συλλογικό.[1] Ἡ κοινωνιολογική προσέγγιση καί ἀνάλυση τῆς θρησκείας ὡς ἑνός ἐκ τῶν βασικῶν στοιχείων διαμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ τεκμηριώνεται κυρίως μέσα ἀπό ἕνα εὐρύ φάσμα ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων πού μποροῦν νά ξεκινοῦν ἀπό πρακτικές προγονολατρείας, τελετουργίες μύησης μέ ὑπολανθάνουσες ἀναφορές σέ δυνάμεις ἐξουσίας ἤ ὑπολανθάνουσες σεξουαλικές πράξεις, θρησκευτικούς μύθους πού ὑποδηλώνουν ἔμμεσες ἀναφορές σέ κοινωνικούς θεσμούς καί κανόνες, ἀλλά καί ὑψηλά ἐπίπεδα τέχνης, μουσικῆς καί ἀρχιτεκτονικῆς, τά ὁποῖα φανερώνουν δυναμικές παρεμβάσεις τοῦ θρησκευτικοῦ στόν ἀνθρώπινο πολιτισμό μέ ἐνεργό ὑποκείμενο σέ κάθε τέτοια δραστηριότητα τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο.

Ἡ θρησκεία ἐπηρεάζει τή διαμόρφωση τοῦ ἤθους τῶν ἀνθρώπων καί τίς διάφορες κοσμοθεωρίες γιά τά πράγματα αὐτά καθ’ ἑαυτά, τίς ἰδέες τους γιά τήν κοινωνία καί τούς κανόνες πού τήν διέπουν εἴτε σέ ἀτομικό εἴτε σέ συλλογικό ἐπίπεδο. Ὁ ἄνθρωπολόγος Clifford Geertz, ἐπιχειρώντας νά ὁριοθετήσει τό θρησκευτικό φαινόμενο καταλήγει στόν ἑξῆς ὁρισμό γιά τήν θρησκεία: ἡ θρησκεία εἶναι:

α. ἕνα σύστημα συμβόλων πού ἐπενεργεῖ μέ τρόπο ὥστε

β. νά δημιουργεῖ στόν ἄνθρωπο ἰσχυρές καί παρατεταμένης διάρκειας διαθέσεις καί κίνητρα

γ. διαμορφώνοντας ἀντιλήψεις γιά τή γενικότερη τάξη τῆς ὕπαρξης

δ. ἐνδύοντας αὐτές τίς ἀντιλήψεις μέ μιά τέτοια αὔρα δεδομένης πραγματικότητας

ε. ὥστε οἱ διαθέσεις καί τά κίνητρα αὐτά νά φαίνονται ἰδιαζόντως ρεαλιστικά.

Εἶναι ἐμφανές ὅτι σέ αὐτόν τόν ὁρισμό βασικό στοιχεῖο κατανόησης ὁρίζεται τό «σύστημα συμβόλων», καθώς τά σύμβολα ἀποτελοῦν πολιτισμικά πρότυπα τά ὁποῖα βοηθοῦν στή συγκρότηση τῶν κοινωνικῶν καί ψυχολογικῶν προγραμμάτων πού διαμορφώνουν τή δημόσια συμπεριφορά.[2]Αὐτό σημαίνει ὅτι τά θρησκευτικά σύμβολα προκαλοῦν ἤ κινοῦν τέτοιου εἴδους ἀνθρώπινες δραστηριότητες στόν εὐρύτατο χῶρο τοῦ πολιτισμοῦ πού κανένα ἄλλο εἶδος συμβόλων δέν μπορεῖ νά προκαλέσει. Ἔτσι γιά παράδειγμα τό χριστιανικό θρησκευτικό σύμβολο τοῦ σταυροῦ προκαλεῖ συναισθήματα, ψυχικές διαθέσεις, καλλιτεχνικές δραστηριότητες, μουσικές δραστηριότητες, πίστη, ἀφοσίωση, ἀλλά καί ἀκραῖες συμπεριφορές, ὅπως π.χ αὐτή τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Εἰδικά ὅσον ἀφορᾶ στό σύμβολο τοῦ σταυροῦ, προκαλεῖ ἐντύπωση ὅτι ἀκόμη καί ὁ Προτεσταντισμός, ὡς ἡ πλέον ἀντισυμβολική καί ἀντιεικονική ὁμολογία τοῦ χριστιανισμοῦ τόν διατήρησε στό κέντρο τοῦ λατρευτικοῦ χώρου, ἐξωβελίζοντας ὅ,τι ἄλλο συμβολικό καί ἐκφραστικό ὑπῆρχε σ’αὐτόν, ὡς παρεκτροπή τοῦ χριστιανισμοῦ πρός τήν εἰδωλολατρεία.

Ὁπωσδήποτε τά σύμβολα ἤ καλλίτερα ὁ συμβολισμός στό θρησκευτικό χῶρο διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο καθώς ἐπιτρέπει μέσα ἀπό αὐτά τήν ὕπαρξη τῆς πίστης, τῆς ἐπιβεβαίωσης ἤ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ κόσμου. Μέσα ἀπό αὐτή τήν προοπτική ἡ θρησκεία ἐμφανίζεται ὡς μιά οὐσιαστικῶς συμβολική δραστηριότητα, ὡς ἕνα σύνολο πρακτικῶν καί ἐκφάνσεων τῆς ὁποίας ἡ ἀποτελεσματικότητα δέν ἀποτελεῖ καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό κάποια ὑλική τάξη. Τό συμβολικό στοιχεῖο κατανοεῖ καί χρησιμοποιεῖ τό λόγο, ἀλλά δέν τόν καταστρέφει. Περιγράφει τή λειτουργία τῶν σημείων, ἀλλά ἡ δυναμική του βρίσκεται στό γεγονός ὅτι ἡ ἀνάλυση του βρίσκεται στήν ὑπόθεση χωρίς αὐτή νά ἐπεξηγεῖται μέ ξεκάθαρο τρόπο. Εἰσάγει μιά σχέση ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τό σύμβολο πού εἶναι κοινωνικά θεμελιωμένη μέ τήν ἔννοια ὅτι δημιουργεῖ μιά συμβολική δυναμική, ἡ ὁποία δέν βρίσκεται ἔξω ἀπό τίς δυναμικές σχέσεις πού χαρακτηρίζουν τή δομή τῆς κοινωνίας στό σύνολό της. Ἐάν τό σύμβολο ἔχει μιά σημαντική ἀποτελεσματικότητα τότε οὐσιαστικά παίζει ἕνα οὐσιαστικό ρόλο στή γέννηση τῆς δομῆς τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, παίζοντας ἕνα ἐπίσης σημαντικό ρόλο στήν ἔννοια καί τήν ἐφαρμογή τῆς ἐξουσίας. Τό θρησκευτικό γεγονός δέν ἀποτελεῖ μέσα σέ μιά τέτοια προοπτική οὔτε κάτι τό καθαρῶς ἰδεατό οὔτε ὅμως κάτι τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό μιά ἁπλοϊκή σκέψη λίγο-πολύ παραμορφωτική ἤ ἀλλοιωτική τῆς κοινωνιικῆς σύνθεσης ἤ τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος. Τό μυστικό αὐτῆς τῆς ἐξάρτησης-ἀνεξαρτησίας τῆς ἐξουσίας πού ἀποπνέει τό θρησκευτικό σύμβολο βρίσκεται στόν ἐνδιάμεσο χῶρο τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάλυση ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο καί εἶναι κατά τόν Bourdieu ἡ γνώση καί ἡ κατανόηση τοῦ θρησκευτικοῦ χώρου.[3] «Ἡ ἔννοια τοῦ συμβόλου καί τῆς συμβολικῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἀποδεικνύεται τεράστιας σημασίας γιά τόν κοινωνικό ἐπιστήμονα καί εἰδικῶς γιά τόν ἀνθρωπολόγο, καθώς τά ἴδια τά σύμβολα θά πρέπει νά κατανοοῦνται ὡς κάποιου εἴδους «ἐπεκτάσεις τῶν ἐνστίκτων». [4]

Ἡ ὅλη αὐτή  συμβολική, πολιτισμική κινητικότητα στό χῶρο τῶν θρησκειῶν δηλώνει ὅτι ἡ ἀπουσία τέτοιων θρησκευτικῶν συμπεριφορῶν θά δημιουργοῦσε λειτουργικές ἀτέλειες γιά τόν ἄνθρωπο. Γιά νά ἐπιστρέψω δέ στό πρόβλημα τοῦ Προτεσταντισμοῦ θά ἀναφέρω τήν στιγμιαία ἔκπληξη μου, ὅταν στόν καθεδρικό ναό τῆς Γενεύης, Saint-Pierre, ἀντίκρυσα στό κέντρο τοῦ ναοῦ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Σέ καμία περίπτωση βέβαια οἱ καλβινιστές τῆς Γενεύης δέν ἔγιναν ξαφνικά εἰκονόφιλοι, λησμονώντας τίς εἰκονομαχικές διακηρύξεις καί ἐνέργειες τοῦ Καλβίνου, ὅμως, μιά τέτοια πράξη δηλώνει κατηγορηματικά τή συμβολική λειτουργική ἀπουσία καί ἀτέλεια πού ἔχει δημιουργήσει ἡ ἀπουσία τῶν εἰκόνων ἀπό τούς λατρευτικούς χώρους. Ἡ προσπάθεια ἀπεξάρτησης τῶν πιστῶν, μέσω τοῦ κινήματος τῆς Διαμαρτύρησης, ἀπό τήν παπική ἐξουσία ὁδήγησε σέ μιά τεχνική ἀναγκαστική ἀπαξίωση τῶν θρησκευτικῶν πολιτισμικῶν συμβόλων καί εἰκόνων, καθώς αὐτά ταυτίστηκαν μέ τήν συγκεντρωτική καί αὐταρχική ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἡ δέ τοποθέτηση τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας στό κέντρο τοῦ ναοῦ, ἔστω καί γιά λίγες ἡμέρες, φανερώνει αὐτή τήν ἀνάγκη ἐπιστροφῆς στό θρησκευτικό-συμβολισμό. Μόνο ἡ λογική προσέγγιση τῆς πίστης μέσα ἀπό τή μελέτη τῆς Βίβλου δέν ἀρκεῖ γιά νά δημιουργήσει ἕναν πολιτισμό καθ’ὅλα ἀνθρώπινο, καθώς παραβλέπει πολλές ἀπό τίς πνευματικές θρησκευτικές λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἄρνηση τῶν συμβόλων στήν ἀνθρώπινη πολιτισμική πραγματικότητα ἀποτελεῖ οὐσιαστικά μιά ἠθελημένη διακοπή τῆς συνειδητής ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου μέ τό ἀσυνείδητό του. Ἡ δημιουργία, ὅμως, τῶν συμβόλων ἀποτελεῖ τήν πιό οὐσιαστική πολιτισμική δράση τοῦ ἀνθρώπου, καθώς αὐτά καθ’ἑαυτά ἐκφράζουν τόν ἄνθρωπο ὡς ὑποκείμενο καί πρόσωπο, τό ὁποῖο λειτουργεῖ σέ ἕνα πλαίσιο συλλογικότητας καί πολιτισμικῆς δημιουργίας. Ἡ ἀκραία ἐπεξεργασία τῶν λογικῶν συμπερασμάτων ὁδηγεῖ σέ διάλυση τῶν συμβόλων καί τῶν μύθων ἑνός πολιτισμοῦ καί κατά συνέπεια τοῦ ἴδιου τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ ἐξοστρακισμός τοῦ ἅγιου καί τοῦ ἱεροῦ, ἡ ἀπογύμνωση τῆς ἀγάπης ἀπό τή σεξουαλικότητα τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τά σύμβολα καί τούς μύθους ὁδηγεῖ τόν πολιτισμό στά ὅρια τῆς αὐτοκαταστροφῆς του.

Ὁ Miguel de Unamumo θέλοντας πιθανόν νά ἀνατρέψει τόν προφητικό χαρακτήρα τῆς νιτσεϊκῆς ἀναπόφευκτης καταστροφῆς τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ἀναφέρει: «Δέν εἶναι… ἡ ὀρθολογική ἀναγκαιότητα, ἀλλά ἡ φρικτή ἀγωνία πού μᾶς ὠθεῖ νά πιστέψουμε στόν Θεό… Τό νά πιστεύουμε στόν Θεό σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμε διακαῶς τήν ὕπαρξή Του καί, ἐπιπλέον,…  σημαίνει νά ζοῦμε μέ αὐτήν τή λαχτάρα καί νά τήν κάνουμε ἐσωτερική πηγή τῶν πράξεών μας. Αὐτή ἡ λαχτάρα, ἡ πείνα γιά τή θεότητα, γεννᾶ τήν ἐλπίδα, ἡ ἐλπίδα γεννᾶ τήν πίστη καί ἡ πίστη μαζί μέ τήν ἐλπίδα γεννοῦν τήν εὐσπλαχνία. Ἀπ’αὐτή τή λαχτάρα γιά τό θεῖο γεννιέται ἡ αἴσθησή μας τῆς ὀμορφιᾶς, τοῦ σκοποῦ, τῆς καλοσύνης».[5] Αὐτή ἡ πολυλειτουργικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ πολυπολιτισμικοῦ συμβολισμοῦ εἶναι αὐτή πού ἀναγκάζει τόν μελετητή τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου νά ἀπορρίψει τήν ἀντίληψη ὅτι ἡ θρησκευτική πίστη εἶναι ψευδής καί ἐπιφαινόμενη. Ἡ μελέτη τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου κατά τόν Malinowski καταδεικνύει ὅτι: «ἡ θρησκεία ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά ὑπομένει καταστάσεις συναισθηματικοῦ στρες, παρέχοντας, τρόπους διαφυγῆς ἀπό καταστάσεις καί ἀδιέξοδα πού δέν προσφέρουν ἐμπειρικές διεξόδους παρά μόνο μέσα ἀπό τήν τελετουργία καί τήν πίστη στό ὑπερφυσικό». [6]

Ὁ συμβολισμός δέν εἶναι παραδοσιακός, ἀλλά διαχέεται μέσα στούς αἰῶνες, ἐμπεριέχοντας μέσα σέ λίγες συμβατικές γραμμές τή σκέψη καί τά ὄνειρα τοῦ πολύμορφου ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ. Ἐν τούτοις ἕνα μεγάλο μέρος του χαρακτηρίζεται ὡς παραδοσιακό, καθώς συνιστά μιά διεθνή γλώσσα ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τά φυσιολογικά ὅρια τῆς ἐπικοινωνίας. Τό σύμβολο ἀποτελεί ἀφετηρία κατάδειξης τοῦ ἐνυπάρχοντος καί τοῦ ὑπερβατικοῦ, ἀφετηρία ἀποκάλυψης ὄψεων τῆς πραγματικότητας πού διαφεύγουν τοῦ κοινοῦ τρόπου ἔκφρασης. Ὡς ἐκ τούτου κρατᾶ μέσα σέ μιά ἐποχή ἔντονα ἀτομοκρατική μιά ἰδιαίτερη ἔκφραση ἀνθρώπινης συλλογικότητας, καταλιμπάνει τό ἀτομικό καί ἀναδεικνύει τό καθολικό. Μετέχει τῆς πραγματικότητας, τῆς ἄμεσης ἐμπειρίας τῆς ζωῆς, ἀποκαλύπτοντας καί ὑποκρύπτοντας τήν ἀλήθεια. Σημαντικό ρόλο στήν κατανόηση του διαδραματίζει τό ἑκάστοτε ὑποκείμενο και οἱ ἐμπειρίες του. (Βλ. ΙΧΘΥΣ). Χωρίς τη διάσταση τοῦ συμβόλου οἱ θρησκευτικές τελετές θά ἀπέβαιναν κενές και δεισιδαιμονικές. Ὁ συμβολισμός τῶν στάσεων, τῶν χειρονομιῶν, τῆς προσευχῆς, τῆς λατρείας, τοῦ ἤχου, τῶν κινήσεων δηλώνει τή σημαντικότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί ἀνάγκης. Ἔτσι, ἡ ἀδιαφορία πρός τά σύμβολα δέν ἀποτελεῖ σημάδι φώτισης καί πνευματικότητας, ἀλλά στήν πραγματικότητα σύμπτωμα ἀσθένειας. Τό σύμβολο δίνει τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σωθεῖ ἀπό τόν πολιτιστικό του ἐπαρχιωτισμό καί πάνω ἀπό ὅλα ἀπό τήν ἱστορική καί ὑπαρξιακή του σχετικοκρατία.

Παραπομπές

 [1] Φίλιας Γ., Κοινωνιολογία τοῦ Πολιτισμοῦ, Παπαζήσης, 2005, p.437

[2] Clifford Geertz, Ἡ ἑρμηνεία τῶν πολιτισμῶν, Ἀλεξάνδρεια, μτφρ. Θεόδωρος Παραδέλλης, Αθήνα, 2003, pp. 98-101.

[3] “Haute culture et haute couture” in Questions de sociologie, Paris, Minuit, 1984, pp. 196-206.

[4] Marcel Mauss, Κοινωνιολογία καί ἀνθρωπολογία, μτφρ. Θεόδωρος Παραδέλλης, Ἐκδόσεις τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου, Ἀθήνα, 2004, p.84.

[5] Tragic Sence of Life, New York, 1961, pp.84-85

[6] Clifford Geertz., ibid., p.110.

 

* Ο Χριστόφορος Ἀρβανίτης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού καί τῆς Θρησκείας, εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης.

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 5 Απριλίου 2011, http://theo-eco-culture.blogspot.com/2011/04/blog-post.html?spref=fb

 

 Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Οίκοι Αξιολόγησης ΙΙΙ

Οίκοι Αξιολόγησης – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Παναγιώτη Γαβανά

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙΙ

Πόσο ανεξάρτητοι είναι οι οίκοι αξιολόγησης;

Μήπως όμως οι οίκοι αξιολόγησης είναι ανεξάρτητοι, όπως ισχυρίζονται; Η απάντηση εξαρτάται απ’ το τιθέμενο ερώτημα: Ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες; Το ερώτημα αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί ακόμη και από κείνους που κάνουν κριτική στο σημερινό χρηματιστικό σύστημα. Απ’ τους υποστηρικτές του συστήματος το γεγονός αυτό αποκρύπτεται συνειδητά. Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στα γεγονότα, προσθέτοντας μερικά νέα στοιχεία σ’ αυτά που έχουμε ήδη παραθέσει. Τα επιπρόσθετα αυτά στοιχεία κρίνουμε ότι είναι αναγκαία, διότι έτσι γίνεται περισσότερο κατανοητή η έκταση του προβλήματος, ή διαφορετικά ειπωμένο: Η μπόχα που αναδύεται απ’ τη διαφθορά και την σήψη του καπιταλισμού.

Θα ξεκινήσουμε με τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poor’s (S&P). Ο οίκος αυτός ιδρύεται το 1941 με τον τίτλο «Οίκος για πληροφορίες στα χρηματιστικά». Το 1966 αγοράζεται απ’ τον μεγαλύτερο εκδοτικό οίκο των ΗΠΑ McGraw Hill, ο οποίος ήταν ειδικευμένος στα οικονομικά ΜΜΕ, και ενσωματώνεται στο δίκτυο των μεγαλύτερων θεσμικών κερδοσκόπων του κόσμου και της Wall Street (Blackrock, Capital World Investors, Fidelity, Vanguard, State Street, Morgan Stanley). Η S&P αναλαμβάνει παραπέρα λειτουργίες στο χρηματιστικό σύστημα και επιπρόσθετους επιχειρησιακούς τομείς. Απ’ το 1957 η S&P δημοσιεύει το μεγαλύτερο δείκτη μετοχών S&P 500. Σήμερα – μέσα σε χρόνο ρεκόρ 15 δευτερολέπτων – απεικονίζεται η εξέλιξη των μετοχών των 500 σημαντικότερων επιχειρήσεων, οι οποίες είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ. Το 1964 η SEC, η οποία επιτηρεί το χρηματιστήριο, αφήνει τον δικό της δείκτη, τον οποίο παραλαμβάνει η S&P ως δείκτη S&P. Ο δείκτης αυτός δεν περιλαμβάνει το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων (προϊόντα, τιμές, τζίρο, θέσεις εργασίας, μισθούς και ημερομίσθια), αλλά την μεμονωμένη παραπέρα εξέλιξη της μετοχής. Απ’ το 1983 ο δείκτης αυτός αποτελεί τη βάση για το κερδοσκοπικό εμπόριο των τραπεζών, τον μεγαλύτερο διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων με δείκτη επιλογής (στοιχήματα σχετικά με την εξέλιξη της πορείας του δείκτη). Και οι 500 επιχειρήσεις αυτού του ενδογαμικού κλαμπ είναι πελάτες της S&P και των άλλων οίκων αξιολόγησης, περισσότερο απ’ το 40% των επιχειρήσεων είναι χρηματιστές. Ταυτόχρονα η S&P διαχειρίζεται έναν μεγάλο αριθμό τέτοιου είδους δεικτών, όπως, την εξέλιξη του δείκτη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και πολυεθνικών (S&P MidCaP 400, S&P SmallCap 600, S&P Global 1200), τις επενδύσεις του ταμείου υποδομών ή τις τιμές των πρώτων υλών (δείκτης World Commodity), που έχουν ως βάση την κερδοσκοπία.

Η S&P συνεργάζεται στενά με τις κυβερνήσεις, αν όμως κριθεί αναγκαίο τότε στρέφεται και εναντίον τους. Έτσι για παράδειγμα ο Harold Mc Graw, διευθυντής της McGraw Hill, υπήρξε σύμβουλος του προέδρου Μπους (του νεότερου)[5]. Όταν η κυβέρνηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα το 2010 έκφρασε τη θέληση να περιορίσει την κερδοσκοπία με τις πρώτες ύλες, η S&P βοήθησε τους επενδυτές να παρακάμψουν τους κανόνες της νέας αγοράς. Σύμφωνα μ’ αυτούς τους κανόνες, δεν επιτρέπεται η κερδοσκοπία με τις πρώτες ύλες, οι οποίες εξορύσσονται/παράγονται στις ΗΠΑ. Έτσι στο νέο δείκτη World Commodity της S&P δεν περιλαμβάνονται πλέον οι πρώτες ύλες των ΗΠΑ, αλλά το πετρέλαιο της βόρειας θάλασσας μπρεντ και βαριά μέταλλα, καθώς και τα εμπορεύματα ζάχαρη, κακάο, και καφές, που είναι εισηγμένα στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. «Οι επενδυτές θέλουν να δραστηριοποιηθούν στις πρώτες ύλες», ισχυρίζεται ο οίκος S&P[6].

Ας δούμε τώρα τον δεύτερο κατά σειρά (σε σημασία) οίκο αξιολόγησης: τον Moody’s. Ο οίκος αυτός ναι μεν δεν συγκρίνεται με το κοντσέρν S&P, όμως κατά τα άλλα είναι δομημένος με το ίδιο καλούπι. Δραστηριοποιείται σε χρηματιστικές οάσεις (Delaware, Virgin Islands) και δεν αξιολογεί μόνο τράπεζες, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και κράτη, αλλά πουλά επίσης σ’ αυτούς μια πληθώρα από έρευνες και υπηρεσίες συμβουλών. Οι ιδιοκτήτες είναι εν μέρει οι ίδιοι όπως και κατά τον S&P: Capital World Investors, Fidelity, Vanguard Group, State Street και η τράπεζα επενδύσεων Morgan Stanley. Βασικοί ιδιοκτήτες είναι ο κερδοσκόπος και δισεκατομμυριούχος Warren Buffet. Η Moody’s ήταν ο πρωτοπόρος κατά την αποφασιστική αλλαγή, η οποία εισήγαγε την φάση διαφθοράς των οίκων αξιολόγησης: Απ’ το 1970 ο οίκος αυτός δεν κάνει πλέον τις αξιολογήσεις του κατ’ εντολή των επενδυτών, αλλά εκείνων που εκδίδουν τα αξιόγραφα και απαιτεί την πληρωμή από αυτούς. Μέχρι αυτού του σημείου η έννοια «Investor Service», η οποία κοσμεί ακόμη και σήμερα το επίσημο όνομα των οίκων αξιολόγησης όπως η S&P, δεν αποτελεί παρά απάτη.

Ας ρίξουμε, τέλος, μια ματιά στον τρίτο οίκο αξιολόγησης, στον οίκο Fitch. Σ΄ αυτόν οι σχέσεις, κατά κάποιο τρόπο, είναι διαφορετικές: Ο οίκος αυτός ανήκει στο γαλλικό μεγάλο κεφάλαιο, που όμως συνδέεται με τις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα είναι στενά συνδεδεμένος με την πολιτική και διοικητική ελίτ της Γαλλίας. Ο Fitch ανήκει στο γαλλικό κοντσέρν Fimalac, το οποίο ιδρύθηκε το 1991 απ’ τον Marc Ladreit de Lacharriere, απόφοιτο του Ecole National d’ Administration Ο Lacharriere ηγείται ακόμη και σήμερα του οικογενειακού κοντσέρν με το 74% των μετοχών και το 87% των ψήφων.

Ο Lacharriere μέχρι το 1991 ήταν αντιπρόεδρος του γνωστού κοντσέρν Λορεάλ, ενώ σήμερα είναι μέλος στα συμβούλια επιτήρησης και γνωμοδοτικών επιτροπών της γαλλικής κεντρικής τράπεζας, της αυτοκινητοβιομηχανίας Ρενώ/Νισάν, της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Casino Guichard Perrachon, του τηλεοπτικού κοντσέρν Canal Plus και της Λορεάλ, ενώ ταυτόχρονα προεδρεύει στο ίδρυμα της κύριας κληρονόμου της Λορεάλ και χρηματοδότη του Σαρκοζύ, Λιλιάν Μπετανκούρ. Για πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος του γαλλικού τμήματος της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ[7]. Με τους American Friends of the Louvre και τα Γαλλικά Μουσεία, προσπαθεί να διεθνοποιήσει τη γαλλική υψηλή κουλτούρα (π.χ. αναπαραγωγή του μουσείου του Λούβρου στο Αμπού Ντάμπι).

Η Veronique Morali μεταπήδησε απ’ την κρατική επιτροπή επιθεώρησης για τα χρηματιστικά (Inspection Generale for Finances) στην Fimalac. Σήμερα δραστηριοποιείται στη διοίκηση του οίκου Fitch, όπως επίσης και στο συμβούλιο επιτήρησης της γαλλικής τράπεζας επενδύσεων Ρότσιλντ και της Κόκα Κόλα στην Ατλάντα των ΗΠΑ. Ίδρυσε την Ένωση Γυναικών σε διευθυντικές θέσεις, Terrafemina. Το 2009 κλήθηκε μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό Αλέν Ζιπέ και τον Μισέλ Ροκάρ στην κυβερνητική επιτροπή, να κάνει προτάσεις για τα μελλοντικά κρατικά ομόλογα.

Η Fimalac έχει την πλειοψηφία των μετοχών στην Fitch Group, ενώ μια μειοψηφία ανήκει στο κοντσέρν Hearst που δραστηριοποιείται σε ζητήματα που αφορούν στην ψυχαγωγία. Μέχρι αυτού του σημείου, η μεγαλοαστική γαλλική οικογενειακή επιχείρηση Fimalac και το κοντσέρν των ΗΠΑ, αλληλοσυμπληρώνονται ως ιδιαίτερα αδιαφανείς επιχειρήσεις. Δίπλα στον μεγαλομέτοχο Hearst, παίζουν στην Fimalac διάφοροι παράγοντες της Wall Street έναν υποδεέστερο ρόλο. Σημαντικές είναι οι γαλλικές τράπεζες επενδύσεων (Ρότσιλντ, Lazard, Freres) και τα γαλλικά κοντσέρν (Ρενώ/Νισάν, Casino, Fremapi, EDF, Veolia), που όμως εδώ και πολύ καιρό ανήκουν στους διεθνείς επενδυτές.

Οι οίκοι αξιολόγησης δεν είναι ανεξάρτητοι, αλλά μέρος των κοντσέρν και χρηματιστικών δικτύων. Οι οίκοι δεν αξιολογούν μόνο δάνεια και χρηματιστικά προϊόντα, αλλά πουλούν επίσης στις ίδιες επιχειρήσεις και πολλές υπηρεσίες συμβουλών. Ενεργοποιούνται ως λόμπυ για δομικές χρηματοδοτήσεις και αποτελούν τμήμα του χρηματιστικού συστήματος που αποκλειστικό στόχο του έχει το ιδιωτικό κέρδος.

Σε ό,τι αφορά στους ιδιοκτήτες των οίκων αξιολόγησης, εδώ επικρατούν οι μεγαλύτεροι διαχειριστές περιουσίας, θεσμικοί επενδυτές και κερδοσκόποι του κόσμου. Οι ιδιοκτήτες των οίκων αξιολόγησης και οι επιχειρήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύονται στο συμβούλιο επιτήρησης, ανήκουν σ’ αυτούς οι οποίοι εκδίδουν οι ίδιοι τα αξιόγραφα και εξαρτώνται απ’ τη βαθμολόγηση των οίκων. Η αδιαφάνεια και η μυστικότητα μαζί με την επεκτατική χρήση των χρηματιστικών οάσεων, καθώς και τις κενές περιεχομένου εκθέσεις που παρουσιάζουν, ανήκουν στη βασική πρακτική τους: Οι οίκοι έχουν την νομική έδρα τους στο Delaware, στα Virgin Islands κ.ο.κ. – ακριβώς όπως και η αξιολόγηση των δομικών χρηματιστικών προϊόντων.

 

Μετά από μας ο κατακλυσμός

 

Οι οίκοι αξιολόγησης βρίσκονται απ’ την μεριά εκείνων οι οποίοι δίνουν τις πιστώσεις, εκδίδουν τα αξιόγραφα και πουλούν επενδυτικά προϊόντα. Κατ’ εντολή των τραπεζών και άλλων που ασχολούνται με τα χρηματιστικά, προβαίνουν ουσιαστικά στις αξιολογήσεις, πληρώνονται κυρίως από αυτούς, και από αυτούς προέρχονται οι περισσότερες παραγγελίες.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός βασίζεται σε ένα μεγάλο βαθμό πάνω στις πιστώσεις και στα «δομικά» χρηματιστικά προϊόντα, δηλ. υποθήκες και άλλα παραγωγικά και καταναλωτικά δάνεια, Collateral Debt Obligations (CDO), Collateral Loan Obligations (CLO), Asset Backet Securities (ABS), Residential Mortgage Backed Securities (RMBS) και άλλα παρόμοια. Καταναλωτές, επιχειρήσεις, κράτη, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες παραμένουν εν ζωή με τη βοήθεια ενός παραπέρα περιστρεφόμενου σπιράλ. Το αν τα δάνεια και τα πιστωτικά προϊόντα βλάπτουν ή ωφελούν την οικονομία μιας χώρας, το αν παράγονται προϊόντα που έχουν νόημα, το αν δημιουργούνται θέσεις εργασίας και επαρκές εισόδημα για τους μισθωτούς ή όχι, το αν τα κράτη φτωχαίνουν ή όχι, όλα αυτά δεν ενδιαφέρουν τους πιστωτές και τους πωλητές των χρηματιστικών προϊόντων. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η πιστοληπτική ικανότητα, η ικανότητα των πιστοληπτών και των αγοραστών να μπορούν να πληρώνουν τις πιστώσεις και να ανταποκρίνονται στην αγοραστική τιμή των χρηματιστικών προϊόντων ακόμη κι αν κηρύξουν πτώχευση οι επιχειρήσεις, οι καταναλωτές αλλά και τα ίδια τα κράτη.

Γι’ αυτό η αξιολόγηση, λογικά, απ’ την αρχική της ακόμη φάση, βρίσκεται σε μια αλληλοσυσχέτιση με απαλλοτριώσεις και μεταβίβαση ξένης ιδιοκτησίας στην ιδιοκτησία των πιστωτών και των πωλητών. Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας, η οποία στηρίζεται πάνω στους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί στο τραπεζικό περιβάλλον και στα κρατικά μέτρα και τους νόμους, έχουν σαν συνέπεια την χειροτέρευση των πιστωτικών συνθηκών και την αύξηση των τόκων. Ο πιστολήπτης – ανεξάρτητα απ’ το αν είναι κράτος, ιδιωτική επιχείρηση ή καταναλωτής – πρέπει να πουλήσει ιδιοκτησία, να μειώσει το εισόδημά του (ιδιωτικοποιήσεις, υψηλότεροι φόροι και υψηλότερες τιμές στα προϊόντα).

***

Εξαιτίας της καλής βαθμολόγησης που είχαν δώσει οι οίκοι αξιολόγησης για άχρηστα, στην ουσία, χαρτιά, ρωτήθηκε ο Deven Sharma, διευθυντής της S&P: Δεν θα ήταν καλύτερα να αναθέτουν και να πληρώνουν οι πιστολήπτες και οι αγοραστές τους οίκους και όχι οι πιστωτές και οι πωλητές; Και ο Sharma απάντησε: «Όχι. Επειδή εμείς έχουμε πρόσβαση σε ανεπίσημες πληροφορίες, όταν ενεργούμε κατ’ εντολή εκείνων που εκδίδουν τα αξιόγραφα»[8]. Ο Sharma έτσι παραδέχτηκε την μεγάλη αδιαφάνεια και την μυστικότητα η οποία αποτυπώνεται σ’ αυτή τη συνενοχή.

Τα «δομικά χρηματιστικά προϊόντα» απ’ το 2000 αποτέλεσαν τον γρηγορότερο αναπτυσσόμενο τομέα των πιστοληπτικών αξιολογήσεων. Έτσι μεταξύ του 2002 και του 2007, οι οίκοι κέρδισαν τρεις φορές περισσότερα απ’ ό,τι με την αξιολόγηση ομολόγων των επιχειρήσεων. Εκδώσαν την καλύτερη βαθμολόγηση σε προϊόντα της Wall Street στο ύψος των 3,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, από αυτά, τα 435 δισεκατομμύρια σε υποθηκευμένα ακίνητα. Οι οίκοι εκδώσαν γι’ αυτό αντιστοίχως πολλές χιλιάδες πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Μια αξιολόγηση κοστίζει από 30.000 έως 120.000 δολάρια ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα οι οίκοι δραστηριοποιούνται ως λόμπυ, για να εξαναγκάσουν σε πολλά κράτη τις κυβερνήσεις τους να προωθήσουν τις πιστοποιήσεις και άλλα δομικά χρηματιστικά προϊόντα. Τράπεζες επενδύσεων όπως η Morgan Stanley, η Lehman Brothers, η United Bank of Switzerland και η Deutsche Bank, δεν θα ήταν σε θέση να πουλήσουν τα παλιόχαρτά τους χωρίς τη σφραγίδα των οίκων αξιολόγησης. Θεσμικοί επενδυτές, όπως και διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία, εξαναγκάζονται νομικά ή με βάση τους εσωτερικούς κανονισμούς τους, να εξαρτήσουν την αγορά ομολόγων/μετοχών απ’ τη σφραγίδα «investment grade».

 

Σύγχρονα ρομπότ και καπιταλιστικό κέρδος

 

Η ακροαματική διαδικασία στην Permanent Subcommittee on Investigations της Γερουσίας των ΗΠΑ (Διαρκής Εξεταστική Επιτροπή για Χρηματιστικά Ζητήματα) σχετικά με το ρόλο των οίκων αξιολόγησης, έδειξε, ότι αυτοί δεν είναι σε θέση να κρατήσουν ούτε τα δικά τους στάνταρ. Η εμπλοκή τους με τους εκδότες αξιόγραφων και η ιδιωτική-καπιταλιστική μορφή της επιχείρησής τους, οδήγησε, στο να ελέγχουν τόσο λιγότερο, όσο περισσότερο αυτό είναι αναγκαίο. Τα δομικά χρηματιστικά προϊόντα, γίνονται όλο και πιο πολυάριθμα και περίπλοκα, οι οίκοι όμως δεν τοποθετούν το ανάλογο προσωπικό, αλλά παράγουν μαζικά επιθυμητές αξιολογήσεις. Οι προϊστάμενοι απειλούν τους αναλυτές τους: Ελέγχεις με μεγάλη ακρίβεια! Σταμάτα, διαφορετικά θα χάσουμε τους πελάτες μας στον ανταγωνισμό! Οι αναλυτές απειλούνται και παρενοχλούνται. Όταν για παράδειγμα η Goldman Sachs, η Lehman και η UBS διαμαρτυρήθηκαν για τις ερωτήσεις ενός αναλυτή, ο αναλυτής αντικαταστάθηκε αμέσως. Για την αξιολόγηση μιας δέσμης υποθηκών, δεν τοποθετούνται δύο αναλυτές όπως γινόταν παλιότερα, αλλά μόνο ένας. Αυτός πρέπει να επεξεργαστεί τώρα 40 έως 60 ντοκουμέντα σε διάστημα μερικών ημερών και να συντάξει μια αξιολόγηση περίπου 280 σελίδων. «Πάνω απ’ όλα η ικανοποίηση του πελάτη». Έτσι αυξήθηκε το μερίδιο της αγοράς των οίκων, ενώ η πορεία των μετοχών και η πιστοληπτική ικανότητα ωθήθηκε στα ύψη. Αυτό για παράδειγμα αναφέρει ο Richard Michalek, ο οποίος μέχρι την απόλυσή του τον Δεκέμβρη του 2007 ήταν Senior Credit Officer στη Moody’s [9].

Ο Eric Kolchinsky απολύθηκε επίσης από τη Moody’s επειδή υπέδειξε στους προϊσταμένους του μια απάτη κατά τα Collateralized Debt Obligations (CDOs). Δεν έπρεπε να θέσει σε κίνδυνο τα κέρδη σ’ αυτόν τον τομέα – το πρώτο εξάμηνο του 2007 αυτά ανέρχονταν στα 200 δισεκατομμύρια δολάρια[10]. Ο αναλυτής Mark Froeba της Moody’s ομολόγησε: κάποιοι συνεργάτες απειλήθηκαν, ενώ στις θέσεις τους τοποθετήθηκαν ως αναλυτές κάτοχοι απολυτηρίου κολλεγίων, οι οποίοι δεν έχουν άδεια παραμονής στη χώρα, ούτε πείρα και έτσι μπορούσαν να τους επηρεάσουν εύκολα [11]. Αυτό προώθησε το Rating-Hopping ή Rating-Shopping: Όταν μια τράπεζα δεν κατορθώνει να πάρει γρήγορα μια ευνοϊκή γι αυτήν αξιολόγηση, τότε απευθύνεται στον αμέσως επόμενο οίκο αξιολόγησης.

Κατά τη διάρκεια του έτους 2009, η Standard & Poor’s έκδωσε 850.000 πιστοληπτικές αξιολογήσεις, και μάλιστα από 1.300 αναλυτές. Αυτό σημαίνει, ότι κάθε ξεχωριστός αναλυτής, έπρεπε να κάνει σε ένα έτος 65 αξιολογήσεις ενός περίπλοκου χρηματιστικού προϊόντος – για παράδειγμα, του ομολόγου ενός μεγάλου κοντσέρν του μεγέθους της General Motors, ενός κράτους ή μιας δέσμης περίπου 30.000 πιστώσεων από υποθήκες. Ο Frank Reiter, ο οποίος μέχρι το 2005 ήταν Managing Director στην S&P, ομολόγησε, ότι το μητρικό κοντσέρν McGraw Hill πίεζε ώστε να παρουσιαστούν εκθέσεις με κέρδη ενώ αρνούνταν την πρόσληψη επιπλέον προσωπικού. Ένας άλλος υπάλληλος είπε: Με αξιολογήσεις χωρίς κανέναν ενδοιασμό και απάτες κατά την έκδοση των αξιόγραφων τροφοδοτήθηκε η χρηματιστική μηχανή.

Για κάποιους υπαλλήλους ήταν σαφές, ότι η πρακτική αυτή μπορούσε να συνεχιστεί παραπέρα χωρίς κανένα τέλος. Ένας απ’ αυτούς είπε: «Όταν ρώτησα ακριβώς έναν τραπεζικό επενδυτή για κάποιο θέμα, αυτός μου απάντησε: IBG-YBG. Όταν τον ρώτησα, τι σημαίνει αυτό, μου εξήγησε: I’ ll be gone, you’ ll be gone! – Σε κάποιο διάστημα θα έχω φύγει, σε κάποιο διάστημα θα έχεις φύγει! Με άλλα λόγια: Γιατί με βασανίζεις; Άσε να αποκτήσουμε όσο περισσότερα χρήματα γίνεται, και θα έχουμε φύγει προ πολλού, προτού καταρρεύσει η τραπουλόχαρτα» [12].

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[5] Die Welt, 9.5.2010

[6] Financial Times Deutschland, 18.3.2010

[7] Διεθνές δίκτυο τραπεζών, πολιτικών, στρατιωτικών, αριστοκρατών, διευθυντικών στελεχών κοντσέρν και στελεχών απ΄ τα ΜΜΕ, οι οποίοι συνεδριάζουν και κρατούν τις αποφάσεις τους με άκρα μυστικότητα. Η ονομασία προέρχεται απ΄ το ξενοδοχείο Μπίλντερμπεργκ στο οποίο έγινε η πρώτη άτυπη ετήσια συνάντηση το 1954 μετά από πρόσκληση του πρίγκιπα Μπέρνχαρντ της Ολλανδίας.

[8] Handelsblatt, 6.7.2010

[9] Carl Levin, Chairman, Opening Statement, Permanent Subcommittee on Investigations, U.S.-Senate, (βλέπε: Statement of Richard Michalek), 23.4.2010

[10] ό.ε. Statement of Eric Kolchinsky

[11] Kultur der Angst, Financial Times Deutschland, 5.6.2010

 

ΠΗΓΗ: 23 Φεβρουαρίου 2012, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/168039

 

 Συνέχεια στο τελευταίο Μέρος IV

Οίκοι Αξιολόγησης ΙΙ

Οίκοι Αξιολόγησης – Μέρος ΙΙ

 

Του Παναγιώτη Γαβανά

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Fitch Ratings

Η Fitch Ratings Limited (το σύνθημά της: «Γνώρισε το ρίσκο σου») ανήκει κατά 60% στην γαλλική μετοχική εταιρία Fimalac, η οποία είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Παρισιού. Δίπλα στις υπηρεσίες για χρηματιστικά, η Fimalac επενδύει επίσης σε ακίνητα (North Colonnade, Λονδίνο) και σε κοντσέρν (ιδιαίτερα σε σούπερ μάρκετ και σε βιομηχανίες αυτοκινήτων). Κατά 40% η Fitch ανήκει στο κοντσέρν των ΜΜΕ των ΗΠΑ Hearst. Το κοντσέρν αυτό είναι ιδιοκτήτης σε 23 ημερήσιες και εβδομαδιαίες εφημερίδες, σε 33 ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, κατέχει επίσης την Arts & Entertainment Network με την Disney και την General Electric/NBC, το History Channel σε 75 χώρες, καλωδιακή τηλεόραση για σπορ, ενώ έχει στρατηγική σχέση/συμφωνία με την Yahoo, την Nokia και την Microsoft.

Στην κατοχή του βρίσκεται επίσης το περιοδικό Cosmopolitan, το οποίο εκδίδεται σε 53 χώρες, το Esquire, το Harper’s Bazaar, το Good Houskeeping, το Marie Claire και το The Oprah Winfrey Show. Παρέχει επίσης υπηρεσίες συμβουλών που αφορούν στο σύστημα υγείας. Η νομική έδρα του βρίσκεται στη χρηματιστική όαση Delaware.

Fitch Group: Η Fimalac αγόρασε κατ΄ αρχή το 1992 τον μικρό οίκο αξιολόγησης IBCA (International Bank Credit Analyst, Λονδίνο). Για να έχει πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ, η Fimalac αποκτά το 1997 την Fitch. Στη συνέχεια αγοράστηκαν οι οίκοι αξιολόγησης Duff & Phelps (Σικάγο) και Thomson BankWatch. Από δω προέκυψε η Fitch Group με 3.000 εργαζόμενους.

Fitch Ratings: Η Fitch Publishing ιδρύθηκε το 1913 στη Νέα Υόρκη, ενώ της δόθηκε άδεια από την SEC το 1975. Η επιχειρησιακή έδρα της βρίσκεται στο Λονδίνο και την Νέα Υόρκη. Απασχολεί 2.100 εργαζόμενους σε 49 παραρτήματα. Έχει πελάτες σε 150 κράτη, ενώ ο κύριος όγκος των εργασιών της βρίσκεται στις ΗΠΑ. Ο οίκος αυτός εκτός απ’ τις αξιολογήσεις που κάνει, παρέχει επίσης υπηρεσίες συμβουλών σε μια πληθώρα δημόσιων επιχειρήσεων και σε τμήματα διοίκησης (δήμους, κράτη, σχολικά συγκροτήματα). Στα κράτη που έχει παραρτήματα δραστηριοποιείται επίσης σαν λομπίστας.

Στις ΗΠΑ αυτό το διάστημα είναι αναγνωρισμένοι 10 οίκοι αξιολόγησης σαν «Nationality Recognized Statistical Rating Organization» απ΄ την SEC [4]. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ένας ιαπωνικός (Japan Credit Rating Agency) και ένας καναδικός (DBRS). Η Κίνα έχει επίσης 5 μεγάλους οίκους αξιολόγησης, ενώ στην Ινδία και στην Ιαπωνία δραστηριοποιούνται ακόμη 5. Στην Ευρώπη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός τους, όμως αυτοί είναι εξειδικευμένοι κατά κανόνα σε συγκεκριμένους κλάδους, π.χ. στη ναυσιπλοΐα. Οι υπόλοιποι οίκοι είναι διασπαρμένοι σε άλλες χώρες.

 

Οι Συμφωνίες της Βασιλείας

 

Η αξιολόγηση απ’ τους οίκους έγινε αποδεκτή μέσω μιας πληθώρας νόμων και κανονισμών σε ομοσπονδιακό, κρατικό και διεθνές επίπεδο. Έτσι όλοι οι συμμετέχοντες στην κεφαλαιαγορά των ΗΠΑ θα πρέπει να αξιολογούνται απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1970 το λιγότερο από δυό οίκους αξιολόγησης που έχουν άδεια για κάτι τέτοιο. Επίσης, οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρίες, καθώς και άλλοι χρηματιστές των ΗΠΑ, επιτρέπεται να επενδύουν μόνο σε τέτοιου είδους αξιόγραφα, τα οποία ισχύουν ως «investment grade», δηλ. ως μη κερδοσκοπικά. Οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ προτού λάβουν δάνεια στην κεφαλαιαγορά των ΗΠΑ, πρέπει προηγουμένως να υποβληθούν σε πιστοληπτική αξιολόγηση. Ταυτόχρονα, επενδυτές και αγοραστές, τα αξιόγραφα, τα οποία έχουν αξιολογηθεί ως ασφαλή, έχουν το δικαίωμα στους ισολογισμούς τους, να τα παγώσουν στην ονομαστική τους αξία, ακόμη κι αν πέφτει η αξία τους στην αγορά.

Στην πάροδο του χρόνου, με την αύξηση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, οι ΗΠΑ επέβαλαν επίσης διεθνείς λειτουργίες για τους τρεις αμερικάνικους οίκους. Οι κεντρικές κρατικές τράπεζες ίδρυσαν την Bank of Settlements (BIS, με έδρα την Βασιλεία – πόλη της Ελβετίας). Στη συμφωνία «Βασιλεία Ι» (1988), καθόρισαν, ότι στο διεθνές χρηματιστικό σύστημα, θα πρέπει να αξιολογούνται τα αξιόγραφα απ’ τους τρεις μεγάλους οίκους αξιολόγησης των ΗΠΑ, και όταν η αξιολόγηση είναι «non investment grade» (δηλ. τα αξιόγραφα ισχύουν ως κερδοσκοπικά), τότε θεωρούνται ως υποδεέστερα και γι’ αυτό θα πρέπει να καταβληθεί απ’ τους κατόχους τους επιπρόσθετο κεφάλαιο.

Η Επιτροπή της Βασιλείας για την Επιτήρηση των Τραπεζών, στην οποία ανήκουν οι επιτηρήσεις των τραπεζών και οι κεντρικές τράπεζες των G10, αποφάσισε, ότι μετρούν μόνο εκείνα τα αξιόγραφα που έχουν την καλύτερη πιστοληπτική αξιολόγηση στο ίδιο κεφάλαιο (περιουσιακά στοιχεία όταν αφαιρεθούν όλα τα χρέη). Το ίδιο κεφάλαιο καθορίζει την έκταση του δανείου, το οποίο επιτρέπεται να δίνει μια τράπεζα. Μετά την κατάρρευση της Herstatt Bank (ιδιωτική τράπεζα με έδρα την γερμανική πόλη Κολωνία) το έτος 1974, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις έπρεπε να εγγυώνται, ότι οι τράπεζες θα είχαν στη διάθεσή τους αρκετό ίδιο κεφάλαιο έτσι ώστε να είναι δυνατό να εμποδιστεί μια νέα χρεοκοπία τράπεζας. Σε περίπτωση που οι τράπεζες είχαν στους ισολογισμούς τους πολλά ταξινομημένα χαρτιά χαρακτηρισμένα απ’ τους οίκους ως χαμηλής αξίας, τότε θα έπρεπε να βελτιώσουν το ίδιον κεφάλαιό τους. Έτσι οι οίκοι αξιολόγησης έγιναν μέρος του πιστωτικού συστήματος.

Με την συμφωνία «Βασιλεία ΙΙ» (1999), οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις έγιναν το διεθνές στάνταρ για το ίδιον κεφάλαιο των τραπεζών ώστε να εμποδιστεί η χορήγηση ριψοκίνδυνων δανείων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη απ’ το 2007 – μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) -, εξαρτά την αξιολόγηση των κρατών μελών της απ’ τους «τρεις μεγάλους» των ΗΠΑ. Όπως όλες οι κεντρικές τράπεζες, έτσι και η ΕΚΤ, ρυθμίζει το ποσό χρημάτων, μεταξύ των άλλων, μέσω ενός στάνταρ τόκου, δηλ. το επιτόκιο με βάση το οποίο μπορούν να δανειστούν οι τράπεζες χρήματα απ’ την ΕΚΤ. Τα χρήματα όμως μπορούν να τα πάρουν μόνο όταν καταθέσουν σαν ανταπόδοση αξιόγραφα. Το 2007 η ΕΚΤ κατείχε κατά τις συναλλαγές στις ανοιχτές αγορές μόνο αξιόγραφα, τα οποία ήταν αποδεκτά ως ασφαλή, αφού προηγουμένως είχαν αξιολογηθεί απ’ τους οίκους με την καλύτερη βαθμολογία. Με τον τρόπο αυτό η προμήθεια χρήματος της οικονομίας, εξαρτάται απ’ τις αξιολογήσεις των οίκων. Γι’ αυτό και η υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων το 2010 και το 2011, δεν σήμαινε μόνο ότι οι τράπεζες απειλούνταν με αποσβέσεις από αυτά τα χαρτιά, αλλά και ότι η ασφάλεια στις συναλλαγές με την ΕΚΤ έμπαινε σε κίνδυνο. Η ΕΚΤ έκανε μεν το τελευταίο διάστημα κάποιες εξαιρέσεις, δεν αποδεσμεύτηκε όμως εντελώς απ’ την χρηματική πολιτική των πιστοληπτικών αξιολογήσεων.

Αυτός είναι και ο λόγος που η κρατική κρίση χρεών και αντιστοίχως οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις, μπορούν να ταρακουνήσουν το τραπεζικό σύστημα. Σε περίπτωση που το ίδιο κεφάλαιο των τραπεζών χτυπηθεί απ’ την υποβάθμιση των κρατικών ομολόγων, τότε οι δυνατότητες να αναχρηματοδοτηθούν αυτές απ’ την ΕΚΤ λιγοστεύουν. Όμως τότε μειώνεται και η εμπιστοσύνη μεταξύ των τραπεζών. Αυτές είτε δεν δίνουν πλέον η μια στην άλλη πιστώσεις, είτε δίνουν μόνο κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Η χρηματαγορά αποστραγγίζεται, ενώ και οι επιχειρήσεις λαμβάνουν δάνεια πολύ δύσκολα. Η οικονομία απειλείται με χρηματοπιστωτική κρίση.

Κατά την συνταξιοδοτική πολιτική, οι οίκοι αξιολόγησης έχουν επίσης έμμεσα τον λόγο. Με την ιδιωτικοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων σε πολλές χώρες, η φροντίδα των ηλικιωμένων εξαρτήθηκε απ’ την πρακτική των οίκων αξιολόγησης: Τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρίες, πρέπει να κατέχουν χαρτιά που πήραν την καλύτερη βαθμολογία.

Οι ΗΠΑ είχαν πιέσει ώστε να ληφθούν οι αποφάσεις της Βασιλείας ΙΙ, οι ίδιες όμως δεν υλοποίησαν τους κανονισμούς – ο στόχος να επιβληθούν οι τρεις οίκοι ως θεσμικό όργανο ελέγχου είχε ήδη επιτευχθεί. Έτσι οι ΗΠΑ και οι χρηματιστές της, συμπεριλαμβανομένου και των οίκων αξιολόγησής τους, ώθησαν με την πρακτική τους παραπέρα στην όξυνση της κρίσης. Η κυβέρνηση επίσης του Μπαράκ Ομπάμα, με την υλοποίηση της Βασιλείας ΙΙ, εν όψη της κρίσης, άλλαξε πολύ λίγο τις λειτουργίες των οίκων.

 

Συνεπεία της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Επιτήρηση των Τραπεζών, πρότεινε τον Δεκέμβρη του 2009 ένα σχέδιο (Consultative Document). Τα προτεινόμενα μέτρα είναι περίπλοκα και αλληλεξαρτώμενα στην επίδρασή τους. Στη συνέχεια κάτω απ’ τον τίτλο «Βασιλεία ΙΙΙ», δημοσιεύτηκε το Δεκέμβρη του 2010 ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο θα τεθεί σταδιακά σε ισχύ απ’ το 2013. Πρόκειται για ζητήματα που αφορούν στον ορισμό του ίδιου κεφαλαίου και τα απαιτούμενα ελάχιστα γι’ αυτό ποσοστά, το μέγιστο ποσοστό χρεών, καθώς και κανόνες για την ελάχιστη ρευστότητα. Στην ουσία πρόκειται για μια παραπέρα εξέλιξη της «Βασιλείας ΙΙ», η οποία θα εξακολουθήσει να παραμένει σε ισχύ.

 

Πρακτική προσανατολισμένη στο κέρδος

 

Οι οίκοι αξιολόγησης είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις και τις περισσότερες φορές είναι οργανωμένοι σαν κεφαλαιουχικές ή μετοχικές εταιρίες. Εργάζονται όπως όλες οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, δηλ. σκοπός τους είναι το κέρδος. Η Moody’s για παράδειγμα αύξησε τον τζίρο της κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011 κατά 44%. Παρόμοια είναι και τα κέρδη της S&P και της Fitch. Η S&P η οποία, όπως ειπώθηκε, ανήκει στο αμερικάνικο κοντσέρν των ΜΜΕ  ΜcGraw Hill, το οποίο είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο. Η Moody’s είναι και αυτή εισηγμένη στο χρηματιστήριο, ενώ σε αντίθεση με την S&P, η ιδιοκτησία της είναι διασκορπισμένη. Σύμφωνα με μελέτη του συμβούλου επιχειρήσεων Ronald Berger, το αμερικάνικο μονοπώλιο The Capital Group κατέχει τις περισσότερες μετοχές της Moody’s (16,2%) και της S&P (13,2%). Αυτό από μόνο του δείχνει την ύπαρξη καρτέλ. Η γερμανική ασφαλιστική επιχείρηση Allianz ανήκει επίσης στους μετόχους της Moody’s.

Ακόμη και τα μεγαλύτερα σκάνδαλα δεν άλλαξαν σε τίποτα την καλή φήμη των οίκων αξιολόγησης. Το 2001 για παράδειγμα, διαπιστώθηκε, ότι και οι τρεις οίκοι είχαν αξιολογήσει με την καλύτερη βαθμολογία την πιστοληπτική ικανότητα της μεγαλύτερης επιχείρησης παραγωγής ενέργειας των ΗΠΑ, της Enron (σ.σ. το 10ο μεγαλύτερο σε μέγεθος κοντσέρν κάποτε στις ΗΠΑ). Τέσσερις μέρες μετά η επιχείρηση πτώχευσε. Για μια ακόμη φορά οι οίκοι δέχτηκαν τη δημόσια κριτική. Η SEC διαπίστωσε εκ νέου, αυτό που διαπίστωνε ήδη με διαφορετικούς τρόπους: Οι οίκοι αξιολόγησης δεν είναι αντικειμενικοί, αλλά οι αξιολογήσεις τους καθοδηγούνται απ’ τα ίδια συμφέροντα κέρδους. Αυτοί πληρώνονται απ’ τις αξιολογηθείσες επιχειρήσεις και κερδίζουν επιπρόσθετα μέσω διάφορων υπηρεσιών με συμβουλές που παρέχουν στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Είναι σαν να πληρώνει κανείς σ’ ένα δικαστήριο μια απ’ τις δυό πλευρές, ή κατά το ποδόσφαιρο, μια απ’ τις δυό ομάδες τον διαιτητή.

Σε καμιά κρίση που έλαβε χώρα στις τελευταίες δεκαετίες οι οίκοι δεν έκαναν καμιά αξιόπιστη πρόγνωση, ούτε διόρθωσαν έγκαιρα τις αξιολογήσεις τους. Κι αν το έπραξαν, η κρίση είχε κάνει ήδη την εμφάνισή της, ενώ η καθυστερημένη δράση τους το μόνο που πέτυχε ήταν να επιταχύνει την κρίση και να σπείρει τον πανικό στους επενδυτές. Οι οίκοι φαίνεται να μην γνώριζαν τίποτα για την κρίση που θα ξεσπούσε στο Μεξικό (1994/95), ενώ το ίδιο συνέβηκε και για την κρίση στην Ασία το 1997, που τις έπιασε στον ύπνο. Κατά τις κρίσεις στη Ρωσία και στη Βραζιλία το 1998 οι οίκοι αξιολόγησης έτρεχαν πίσω απ’ τα γεγονότα. Πριν από μερικούς μήνες η S&P διέδωσε την είδηση για υποβάθμιση της Γαλλίας. Λίγο μετά δήλωσε ότι έγινε δήθεν ένα λάθος στον υπολογιστή. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα κρατικά ομόλογα της Γαλλίας είχαν την μεγαλύτερη απώλειά τους από τότε που εισήχθηκε το ευρώ.

Σαν αντίδραση στην περίπτωση της Enron αλλά και σε πολλά άλλα σκάνδαλα, καθορίστηκε το 2002 στην Sarbanes-Oxley Act, μεταξύ των άλλων, ότι η SEC θα πρέπει να ελέγχει τον τρόπο λειτουργίας των οίκων αξιολόγησης – αλλά αυτό έτσι κι αλλιώς ήταν το καθήκον της. Το 2006 ψηφίζεται νόμος για την μεταρρύθμιση των οίκων αξιολόγησης (Credit Rating Agency Reform Act) στον οποίο επαναλαμβάνεται η ίδια ρητορική: απαιτείται διαφάνεια, υπευθυνότητα, ανταγωνισμός κτλ. Από τότε οι οίκοι θα πρέπει να αποκτήσουν άδεια λειτουργίας σε μια τυπική διαδικασία – μέχρι τότε η SEC έδινε την άδεια ελεύθερα. Απ’ το 2007 έλαβαν άδεια 7 νέοι οίκοι αξιολόγησης. Αυτό όμως δεν άλλαξε τίποτα σε ό,τι αφορά στην κυριαρχία των «τριών μεγάλων», οι οποίοι όπως και πριν ελέγχουν το 97% της παγκόσμιας πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω:

α) Υποστηρίζεται ότι το σημαντικότερο λάθος κατά την μεταρρύθμιση του χρηματιστικού συστήματος στις ΗΠΑ απ’ τον Ρούσβελτ το 1930, βρισκόταν στο ότι δεν δημιουργήθηκε καμιά κρατική υπηρεσία, αλλά το ότι μεταβιβάστηκαν αρμοδιότητες στους οίκους αξιολόγησης, ότι αυτοί αυτονομήθηκαν και ότι το συμφέρον τους συνδέθηκε άμεσα με τις τράπεζες. Το κράτος με τον τρόπο αυτό έγινε συνένοχο. Το ίδιο ισχύει και για τους οικονομικούς ελεγκτές, οι οποίοι στο New Deal απέκτησαν επίσης υψηλές αρμοδιότητες, καταλήγοντας έτσι σε παρόμοια αποτελέσματα.

β) Οι προπαγανδιστές της απορρύθμισης, με τους οίκους αξιολόγησης καθιέρωσαν οι ίδιοι έναν θεσμό ρύθμισης, και μάλιστα τέτοιο, ο οποίος είναι επίσης ισχυρός όσο επίσης αδιαφανής και διεφθαρμένος. Αυτό φαίνεται απ’ το ότι οι ισχυροί αντίπαλοι της ρύθμισης δεν υποστηρίζουν την απορρύθμιση, αλλά μια ρύθμιση, η οποία θα ελέγχεται απ’ αυτούς τους ίδιους.

γ) Οι τρεις μεγάλοι οίκοι είναι συνδεδεμένοι με ένα ιδιωτικό και κρατικό δίκτυο από χρηματιστές των ΗΠΑ και μ’ αυτό τον τρόπο αποτελούν ένα ενεργό στοιχείο του καπιταλιστικού κρισιακού κέντρου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[4] Στη Ευρώπη, υπεύθυνη για την αδειοδότηση των οίκων αξιολόγησης είναι η European Securities and Markets Authority (ESMA)

 

ΠΗΓΗ: 19 Φεβρουαρίου 2012, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/167172

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

῾Ο Π Κονδύλης ὡς μαΐστωρ τῆς Γεωπολιτικῆς-ΙΙ

῾Ο Παν. Κονδύλης ὡς μαΐστωρ τῆς Γεωπολιτικῆς

 

Του Κώστα Κάλχα [ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΙΙ]

 

 

Συνέχεια από τις ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Ι

Η γαλλογερμανική ἐκδοχή καί οἱ ΗΠΑ

Γύρω στά 1995 ὁ Π. Κονδύλης ἔχει ἀποκρυσταλλώσει τήν «προφητική ματιά» του γιά τό σημερινό μας Εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. ᾿Από τότε προέβλεπε στήν Εὐρώπη μιά γαλλογερμανική δυαρχία, ἀναλύοντας τά σοβαρά της προβλήματα καί τήν ἀμερικανική παρέμβαση πού τά πολλαπλασιάζει.

«῞Ενας, δυό ἤ κανένας»;

Κατ᾿ ἀρχήν μποροῦμε νά φαντασθοῦμε ὅτι στό προβλεπτό μέλλον ἡ Εὐρώπη εἴτε θά ἐπιτύχει νά συμπήξει μιάν κυρίαρχη πολιτική ὀντότητα εἴτε δέν θά τό ἐπιτύχει. Στήν πρώτη περίπτωση ἐρωτᾶται ἄν ἡ ἑνότητα θά πραγματοποιηθεῖ μέσω τῆς ἡγεμονίας ἑνός ἔθνους ἤ μέ ἄλλον τρόπο. ῞Ενας ἀνοιχτός ἀγώνας μεταξύ Γαλλίας καί Γερμανίας μέ ἀντικείμενο τήν εὐρωπαϊκή ἡγεμονία δέν θά μποροῦσε σήμερα ν᾿ ἀποκτήσει γνήσια δυναμική ἤδη λόγω τῆς δραματικῆς ἀλλαγῆς τῆς θέσης τῆς Εὐρώπης μέσα στόν κόσμο, γιά τήν ὁποία μιλήσαμε στήν ἀρχή. ᾿Από τήν ἄμεση ἀντιπαράθεση μέ δεδομένη τή δυνατότητα ἔνοπλης σύγκρουσης δέν μπορεῖ πλέον νά ἀναδειχθεῖ ἡγεμόνας.

῾Η ἡγεμονία ἐντός τῆς Εὐρώπης ἀπαιτεῖ κάτι περισσότερο ἀπό τήν ἀποφασιστική ἐπιρροή στά ζητήματα τῆς νομισματικῆς ἕνωσης ἤ στήν ὀργάνωση μιᾶς στρατιωτικῆς ἐπέμβασης· ὁ ἡγεμόνας τῆς Εὐρώπης θά ἔπρεπε νά ἐκπροσωπεῖ τήν εὐρωπαϊκή ἤπειρο μπροστά στά μάτια ὁλόκληρου τοῦ Πλανήτη μέ πράξεις, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν ὁλόκληρο τόν Πλανήτη. Οὔτε ἡ Γαλλία οὔτε ἡ Γερμανία θά εἶναι μελλοντικά σέ θέση νά κάμουν κάτι τέτοιο, καί μάλιστα μέ τόν καιρό τό πλανητικό βάρος τους ὡς μεμονωμένων χωρῶν μᾶλλον θά μειωθεῖ παρά θά αὐξηθεῖ.

῾Η γερμανική πλευρά, μετά ἀπό τυχόν ἀπογοητεύσεις της στή Γηραιά ῎Ηπειρο, θά μποροῦσε νά ἐρωτοτροπήσει μέ τή σκέψη νά ἀποκτήσει τήν ἡγεμονία στήν Εὐρώπη στηριζόμενη στή βοήθεια τῶν ᾿Αμερικανῶν, δηλαδή νά κατευθύνει τά εὐρωπαϊκά πεπρωμένα σέ συνεννόηση μέ τούς ᾿Αμερικανούς – στό κάτω – κάτω ἐξ αἰτίας (καί) τῆς ἀμερικανικῆς ἀντίστασης ἀπέτυχαν δύο ἡγεμονικές προσπάθειες τῆς Γερμανίας μέσα σ᾿ αὐτόν τό αἰώνα.

Παραμένει ἀσαφές ἄν ἔχουν κατά νοῦν μιά Γερμανία, ἡ ὁποία θά χρησιμοποιοῦσε τήν ἀμερικανική ὑποστήριξη πρό παντός γιά νά ἐπιτύχει τήν εὐρωπαϊκή ἑνοποίηση σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις της (καί τίς ἀντιλήψεις τῶν ΗΠΑ), ἤ μιά Γερμανία, ἡ ὁποία κατά βάση θά ἀνελάμβανε τόν ρόλο τοῦ τοποτηρητῆ τῶν ᾿Αμερικανῶν στήν ᾿Ανατολική Εὐρώπη ἀπέναντι σέ ἐπεκτατικές βλέψεις τῆς Ρωσίας καί ἀνεξάρτητα ἀπό τήν τύχη τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνοποίησης. Εἴτε ἔτσι, εἴτε ἀλλιῶς, μία ἐνδεχόμενη ἀπόφαση τῆς Γερμανίας νά συγκλίνει δυναμικά μέ τήν ἀμερικανική πολιτική θά ἦταν ἕνα ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρον, ἀλλά ἐπικίνδυνο παιχνίδι. ῎Οχι μόνον ἐπειδή ἀργά ἤ γρήγορα θά ὁδηγοῦσε σέ μιάν ἐπαναπροσέγγιση μεταξύ Γαλλίας, Μεγάλης Βρεταννίας καί Ρωσσίας, ἀλλά καί ἐπειδή στό ζήτημα αὐτό δέν θά μποροῦσε νά ἀναμένεται ἀπό ἀμερικανικῆς πλευρᾶς μιά σταθερή καί διαρκής στάση. ῾Ο θρύλος τῆς special relationship μεταξύ Μεγάλης Βρεταννίας καί ῾Ηνωμένων Πολιτειῶν ἴσως εἶναι ὑπερβολικός, ὅμως οἱ Βρεταννοί διατηροῦν πάντοτε τή διακριτική τους ἐπιρροή στήν Οὐάσιγκτον.

῾Υπό παρόμοιο πνεῦμα ἐνθάρρυναν στό παρελθόν καί στό παρόν τίς προσπάθειες τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνοποίησης, προϋποθέτοντας σιωπηρά τόν ὅρο ὅτι ἡ Εὐρώπη θά ἀποτελεῖ ἐξ ὁλοκλήρου τμῆμα μιᾶς Δύσης ποδηγετούμενης ἀπό τίς ῾Ηνωμένες Πολιτεῖες.

 

«῾Η ἀδύναμη δυνατότητα τῆς Γερμανίας»


Μιά μελλοντική Γερμανία, θέλοντας ν
᾿ ἀποκτήσει ἡγεμονική θέση στήν Εὐρώπη, ἴσως συνάψει μιά στενή καί προνομιοῦχα συμμαχία μέ τίς ῾Ηνωμένες Πολιτεῖες· εἶναι δυνατόν ἀκόμα καί νά φαντασθοῦμε προϋποθέσεις, ὑπό τίς ὁποῖες τό ἐγχείρημα αὐτό θά στεφόταν ἀπό ἐπιτυχία. ῞Ομως ἡ ἐπιτυχία θά ἀπαιτοῦσε πολιτικές ἱκανότητες, οἱ ὁποῖες δέν εὐδοκιμοῦν στή Γερμανία. ῾Η ἔλλειψη τῶν ἐμπειριῶν πού ἔχουν συγκεντρώσει ἀπό αἰῶνες στήν παγκόσμια πολιτική τά μεγάλα ἰμπεριαλιστικά ἔθνη τῆς Δύσης (μέ ἐπί κεφαλῆς τήν Μεγάλη Βρεταννία καί τή Γαλλία) δέν ἀναπληρώνεται εὔκολα, ἐνῶ ὡς γνωστόν οἱ λεπτοί συνδυασμοί, τούς ὁποίους συναποτελοῦν ἡ ἐπίδειξη ἰσχύος, οἱ εὐαίσθητοι χειρισμοί καί ἡ ἀποτελεσματική ρητορική, δέν ὑπῆρξαν τά συνήθη προϊόντα τῶν γερμανικῶν πολιτικῶν ἐργαστηρίων αὐτοῦ τοῦ αἰώνα. ῾Ο ἐν μέρει οἰκουμενιστικός – ἠθικολογικός καί ἐν μέρει οἰκονομιστικός τόνος, πού δεσπόζει στή σημερινή ἐξωτερική πολιτική τῆς Γερμανίας, στήν πραγματικότητα ἀποτελεῖ μιά καινούργια παραλλαγή τῆς παλαιᾶς φυγῆς πρός τήν ἁπλούστευση, μιάν ἄλλην ἔκφραση τῆς ἴδιας παλιᾶς ἀμηχανίας μπροστά στόν ἄπειρα περίπλοκο χαρακτήρα τῆς πολιτικῆς, μόνο πού τώρα ἔχουν ἀντιστραφεῖ τά πρόστιμα. ῎Αν λοιπόν ἡ γερμανική πλευρά θέλει μέν τήν εὐρωπαϊκή ἑνοποίηση, ὅμως τή θέλει κυρίως γιά λόγους οἰκονομικῆς ἀποτελεσματικότητας, θά πρέπει νά γνωρίζει ὅτι μιά τέτοια ἑνοποίηση μπορεῖ καί νά ὀξύνει τούς οἰκονομικούς ἀγῶνες κατανομῆς καί ἀνακατανομῆς. Τό οἰκονομικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο σήμερα ἐκθειάζεται ὡς πανάκεια κατά τῆς πολιτικῆς τῆς ἰσχύος καί τοῦ ἐθνικισμοῦ, θά ἀποδειχθεῖ τότε ἀγωγός ἀκριβῶς τέτοιων βλέψεων καί τάσεων.

 

«᾿Εάν ἡ Γαλλία καί ἐφ᾿ ὅσον ὁ Ντοστογιέφσκυ»

 

 ῎Αν κατεῖχε ἐπαρκεῖς ὑλικές προϋποθέσεις, ἡ χώρα τοῦ Richelieu καί τοῦ de Gaulle θά διέθετε πιθανότατα ἐπίσης ἐπαρκῆ αὐτοπεποίθηση καί ἐπιδεξιότητα, ὥστε νά πάρει τήν ἡγεμονία στήν Εὐρώπη καί νά ἐκπροσωπήσει τήν ἤπειρο μέ δυναμικότητα καί ἀξιοπρέπεια σ᾿ ὁλόκληρον τόν κόσμο. ᾿Εν πάση περιπτώσει οἱ Γερμανοί ἔχουν νά μάθουν πολλά ἀπό τήν πολιτικά ὑπέρτερη ἐλίτ τῆς Γαλλίας καί θά διέπρατταν σφάλμα πρώτου μεγέθους, ἄν μέ ὑψωμένο δάχτυλο ἔπαιζαν ἐδῶ τόν ρόλο ἠθικοῦ παιδαγωγοῦ καί μάλιστα παρά τό γεγονός ὅτι ἐν τῷ μεταξύ συγκαταλέγονται στούς μεγαλοεξαγωγεῖς ὅπλων καί ἔτσι ἀνήκουν ἤδη στήν ἀμφιλεγόμενη κατηγορία τῶν demi-vierges. Οἱ φανερές ἤ κρυφές ἀξιώσεις τῆς Γαλλίας ἴσως νά εἶναι μεγαλύτερες ἀπό τίς πραγματικές της δυνατότητες, ὅμως καί ἡ Γερμανία ἀποτελεῖ, σέ πλανητικό ἐπίπεδο, μᾶλλον μεσαία Δύναμη, τῆς ὁποίας οἱ κινήσεις βρίσκονται ἐπί πλέον ὑπό συνεχῆ ἐπιτήρηση καί θά συνεχίσουν νά ἐπιτηροῦνται καί στό μέλλον.

(᾿Εδῶ σταματᾶ ἡ παράθεση τῶν σκέψεων τοῦ Π. Κονδύλη ἀπ᾿ τό βιβλίο του «᾿Από τόν 20ό στόν 21ο αἰώνα» ἐκδ. Θεμέλιο σελ. 109 καί ἔπειτα. Οἱ μεσότιτλοι ἀνήκουν στον ἀρθρογράφο).

᾿Ακριβῶς γιά αὐτή τήν ὑπόθεση στά 1876 στό «῾Ημερολόγιο ἑνός Συγγραφέα» (τεῦχος ᾿Ιουλίου καί Αὐγούστου) ὁ Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκυ, στό ἄρθρο του «Οἱ Γερμανοί καί ἡ ᾿Εργασία» παρατηρεῖ τά ἑξῆς»· «Οἱ Γάλλοι, οἱ ὁποῖοι ποτέ στό παρελθον δέν ἀγαποῦσαν τούς Γερμανούς, νομίμως ἔβρισκαν καί βρίσκουν τήν γερμανική λογική πολύ μονοκόμματη, ἀλλά, ἐννοεῖται, ὄχι ἀνόητη. Παραδέχονται ὅτι στήν γερμανική λογική ὑπάρχει ἡ τάση παντοῦ καί πάντα νά ἀκολουθηθεῖ  ἡ εὐθεία ὁδός καί, ἀπεναντίας, ὑπάρχει πάντα ἡ ἐπιδίωξη νά ὑπερκεραστοῦν τά ἐνδιάμεσα στάδια καί ἀπό ἕνα ἁπλό πράγμα νά κάνουν κάτι πιό περίπλοκο, πιό σύνθετο».

῎Αν συσχετίσουμε τά γεγονότα τῶν τελευταίων δύο χρόνων μέ τά κείμενα πού παρουσιάστηκαν ἐδῶ, τά σχόλια θά περιττεύουν.

῎Ας ἀναλογιστοῦμε τήν κρίση τῆς Εὐρώπης καί τήν κρίση τῶν δύο διανοητῶν· ἑνός ῞Ελληνα, πού ζοῦσε στήν Γερμανία τοῦ 20οῦ αἰώνα καί ἔγραφε στά Γερμανικά, κι ἑνός Ρώσου, πού ἔζησε, ἐπίσης, κάποια χρόνια τῆς ζωῆς του καί στήν Γερμανία τοῦ 19ου αἰώνα.

῎Ας μελετήσουμε τά κείμενά τους. Καλό θά μᾶς κάνει μέσα στήν ἄκριτη Βαβυλωνία τῆς κρίσης.

 

ΠΗΓΗ: Εφημ. «Χριστιανική», φ. 863 (1176), σελ. 3, 02-02-2012, ΚΑΙ Δευτέρα, 20 Φεβρουάριος 2012, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/863/oi-semeioseis-tou-kalkha-kondules-maistor-ts-geopolitiks.html

 

 

Συνέχεια στις ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΙΙΙ

Οίκοι Αξιολόγησης Ι

Οίκοι Αξιολόγησης – Μέρος Ι

 

Του Παναγιώτη Γαβανά

 

Αντί προλόγου

Τα τελευταία χρόνια έχουν εισβάλει στη ζωή μας διάφορες οικονομικές έννοιες, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με αυτό που ο Μαρξ ονόμασε πλασματικό κεφάλαιο. Ζητήματα που αφορούν κυρίως στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στον καπιταλισμό. Ένα απ’ τα ζητήματα που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής είναι και οι οίκοι αξιολόγησης. Κάποιοι στο άκουσμα αυτών των λέξεων αισθάνονται δέος και αμηχανία, ενώ κάποιοι άλλοι θυμό. Απ’ την ανάλυση που ακολουθεί θα φανεί, ότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν έχουν ούτε τη δύναμη που τους αποδίδεται, αλλά ούτε και τα κράτη είναι απλά «θύματα» αυτών. Πολύ περισσότερο, η ίδια η αστική πολιτική είναι αυτή που μετέτρεψε συνειδητά τους οίκους, εν μέρει, σε τμήμα της χρηματοπιστωτικής διευθέτησης του σύγχρονου καπιταλισμού.

Είναι ακόμη γνωστό, ότι οι οίκοι αξιολόγησης έχουν εκδώσει τα πιο άχρηστα κερδοσκοπικά προϊόντα των τραπεζικών επενδύσεων με την καλύτερη βαθμολογία. Στα ίδια τα κοντσέρν και τις τράπεζες απένειμαν μέχρι πρόσφατα την καλύτερη βαθμολογία αξιολόγησης αποκρύπτοντας την επικείμενη χρεωκοπία, συμβάλλοντας στον πλουτισμό εκείνων που γνώριζαν την κατάσταση από τα μέσα, όπως στην περίπτωση της Enron, της Lehman Brothers και της Hypo Real Estate, προκαλώντας απώλειες σε εργαζόμενους (ανεργία) και στους μικρούς καταθέτες. Για ποιο λόγο όμως συνεχίζουν να εξαρτώνται από ένα τέτοιο σύστημα, όχι μόνο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά και τα κράτη; Γιατί δεν τους καταργούν;

Τα ερωτήματα που θα μπορούσαν να τεθούν είναι πολλά. Στο κείμενο που ακολουθεί κάνουμε μια προσπάθεια προσέγγισης αυτού του θέματος, ξεκινώντας με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, – σημαντική κατά τη γνώμη μας -, διότι μέσα απ’ αυτή θα δούμε τις ρίζες του ζητήματος, αλλά και την όλη πορεία που διέτρεξαν οι οίκοι αξιολόγησης έως τώρα, τις διάφορες τομές που επήλθαν στον τρόπο λειτουργίας τους, μια πορεία η οποία συνεχίζεται με διάφορες αλλαγές μέχρι σήμερα. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά.

 

Ιστορική αναδρομή

 

Οι οίκοι αξιολόγησης μπορεί να βρίσκονται στο φως της δημοσιότητας εδώ και μερικά χρόνια, πίσω τους όμως έχουν μια μακρά ιστορία. Το ιστορικό αφετηριακό τους σημείο βρίσκεται στην χρονική περίοδο κατασκευής και επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου των ΗΠΑ.

Το πόσο σημαντικός ήταν ο σιδηρόδρομος, αυτό φάνηκε κυρίως κατά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο του 1861-1865. Αυτό το νέο μέσο συγκοινωνίας, έκανε δυνατή τη γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων και υλικού. Αλλά και για το κεφάλαιο αυξήθηκε η σημασία αυτού του μέσου λόγω της επιτάχυνσης της περιστροφής του, καθώς και γιατί συμπεριλήφθησαν στο πεδίο δράσης του νέες αγορές. Η κατασκευή όμως των σιδηροδρόμων για τους ξεχωριστούς καπιταλιστές δεν ήταν δυνατό να χρηματοδοτηθεί – ακόμη κι αν υπήρχε η κρατική υποστήριξη. Για το λόγο αυτό χρηματοδοτήθηκαν μεγάλα προγράμματα, όπως το σιδηροδρομικό δίκτυο (καθώς επίσης μεταλλεία, η κατασκευή διωρύγων, πλοίων κ.ά.) μέσω μετοχών ή πιστώσεων. Με τον τρόπο αυτό έγινε δυνατή η κινητοποίηση μεγάλων συσσωρευμένων κεφαλαίων. Τα αξιόγραφα που εκδίδονταν γι’ αυτό το σκοπό, ήταν ταυτόχρονα τόσο επιθυμητά ως επενδύσεις όσο επίσης και ιδεατά για κερδοσκοπία και απάτες – τα όρια την περίοδο αυτή ήταν ρευστά. Η πρώτη μεγάλη «απάτη στους σιδηροδρόμους» έλαβε χώρα το 1844/45 στην Αγγλία. Η κερδοσκοπία επίσης που αφορούσε στις τιμές του σιδήρου συνδεόταν στενά με την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου. Μέχρι αυτού του σημείου η κερδοσκοπία με τις πρώτες ύλες δεν είναι κάτι καινούργιο.

Την περίοδο αυτή για το κεφάλαιο υπήρχαν σημαντικές δυσκολίες που αφορούσαν σε μεγάλες (και μακροπρόθεσμες) επενδύσεις. Τέλος, δεν έπρεπε να εξεταστεί μόνο για το αν τα προσφερόμενα σχέδια (projects) ήταν αξιόπιστα και ασφαλή, αλλά επίσης για το αν εγγυούνταν επιτυχία και κέρδος. Όλα αυτά συνέβαιναν κάτω από συνθήκες μιας αργής, δύσκολης και δαπανηρής επικοινωνίας. Πρώτα το 1866 έγινε δυνατή μια διαρκής σύνδεση μέσω τηλέγραφου μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Οι γρήγορες «πληροφορίες για την αγορά» αποτέλεσαν επομένως ένα σπάνιο και επιθυμητό αγαθό, το οποίο μετατράπηκε σταδιακά σε εμπόρευμα.

Απ΄ τα μέσα της δεκαετίας του 1850 ιδρύθηκαν τα πρώτα περιοδικά, τα οποία έδιναν πληροφορίες γύρω απ΄ τις αγορές, τα δρώντα πρόσωπα και τα σχέδια των σιδηροδρόμων: Το περιοδικό Poor’s American Railroad Journal εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1850, ενώ το Poor’s έκδωσε το πρώτο εγχειρίδιο για το σιδηροδρομικό δίκτυο των ΗΠΑ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 το περιοδικό είχε ήδη 5.000 συνδρομητές. Αλλά και το 1909 το ιδρυθέν πρακτορείο Moody’s, τα πρώτα χρόνια είχε εξειδικευτεί στην αξιολόγηση δανείων για σιδηροδρόμους. Την ίδια χρονική περίοδο δημιουργήθηκαν επίσης και άλλες μορφές διάδοσης πληροφοριών, όπως το πρακτορείο Ρόιτερ (1851). Στα χρόνια όμως που ακολούθησαν άλλαξαν οι βάσεις: κυρίως λόγω της ταχύτερης μετάδοσης πληροφοριών μέσω της τηλεγραφίας καθώς και άλλων τεχνικών έγιναν δυσκολότερες οι μεγάλες «απάτες».

Ιστορικά, μπορεί να γίνει χοντρικά ένας διαχωρισμός σε τρεις φάσεις. Μέχρι το 1933 ιδρύθηκαν τα πιο πάνω πρακτορεία, αλλά και άλλοι οίκοι αξιολόγησης. Αυτοί όμως οι οίκοι εργάζονταν με βάση ένα διαφορετικό επιχειρησιακό μοντέλο απ’ ό,τι σήμερα, χωρίς να είναι ακόμη αναγνωρισμένοι απ’ την αστική πολιτική σαν υπολογίσιμοι παράγοντες πάνω στην αγορά, ενώ δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη στην πολιτική σκηνή. Αυτό συνέβηκε μετά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, από το 1929.

Η δεύτερη φάση αρχίζει απ’ το 1933 και φθάνει μέχρι τη δεκαετία του 1970. Είναι γνωστό, ότι σαν συνέπεια της κρίσης, γεννήθηκε το λεγόμενο αμερικάνικο «New Deal», σπανίως όμως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, ότι την περίοδο αυτή ιδρύεται το πρώτο ίδρυμα που σκοπό έχει την επιτήρηση του χρηματιστηρίου, συγκεκριμένα η «Security Exchange Commission» (SEC), το 1934, σαν αποτέλεσμα του χρηματιστηριακού κραχ το 1929. Στο διάστημα αυτό αρχίζει η «πολιτική» άνοδος των οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι κατοχύρωσαν το δικαίωμα από την SEC να έχουν ως νέο τους καθήκον, να κάνουν τη διαφοροποίηση μεταξύ ασφαλούς («investment grade») και κερδοσκοπικής («non investment grade») χρηματιστικής επένδυσης για τους επενδυτές. Οι πολιτικοί πίστευαν ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα εμποδίζονταν μια νέα χρηματιστική/οικονομική κρίση.

Η τρίτη φάση αρχίζει με τον νεοφιλελευθερισμό, μέσω της πολιτικής του οποίου οι οίκοι αξιολόγησης μαζί με τις χρηματιστικές αγορές κερδίζουν έδαφος. Τη δύναμή τους όμως δεν την απέκτησαν από μόνοι τους, αλλά επειδή έτσι ήθελε η αστική κρατική πολιτική. Η αρχή αυτής της φάσης συνοδευόταν από ένα προτσές συγκέντρωσης και από ένα αλλαγμένο επιχειρησιακό μοντέλο των οίκων. Σε μια μυστική διαδικασία δόθηκε απ’ την SEC άδεια μόνο για επτά οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι σε μικρό χρονικό διάστημα συγχωνεύτηκαν σε τρεις – έτσι γεννήθηκαν κλασικά μονοπώλια. Ταυτόχρονα απ’ τη δεκαετία του 1970 οι οίκοι αξιολόγησης ελέγχονται όλο και λιγότερο απ’ την SEC. Σημαντικό όμως ήταν επίσης και το νέο επιχειρησιακό μοντέλο. Ενόσω οι οίκοι μέχρι τότε κατανοούσαν την δραστηριότητά τους σαν εργασία/απόδοση για τους επενδυτές, δηλ. πληρώνονταν από αυτούς για αναλύσεις και αξιολογήσεις, από τώρα και στο εξής, ζητούσαν χρήματα και από τους εκδότες των αξιόγραφων – μια έκφραση για την αυξανόμενη σημασία που απέκτησαν οι χρηματιστικές αγορές, καθώς και την αυξανόμενη μάζα σε αξιόγραφα διαφορετικού και πιο περίπλοκου είδους. Παραπέρα, αυτό οφειλόταν επίσης στο γεγονός, ότι με την πολιτική των υψηλών τόκων που ακολουθούσαν οι τράπεζες απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1970, το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την χρηματοδότηση μέσω της κεφαλαιαγοράς. Επιπλέον, το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο έβγαζε όλο και περισσότερα κέρδη απ’ τις επενδύσεις. Αυτό απ’ την άλλη είχε και σαν αποτέλεσμα να διογκωθεί ο κλάδος της προσφοράς υπηρεσιών σε χρηματιστικά ζητήματα. Το ποσοστό του στο συνολικό κέρδος όλων των μετοχικών εταιριών αυξήθηκε από 11% το έτος 1950 σε πάνω από 40% το 2001. Η τάση αυτή επιταχύνθηκε μέσω της φιλελευθεροποίησης των χρηματαγορών, η οποία συνοδευόταν παράλληλα και από μια αύξηση των θεσμικών επενδυτών (π.χ. κλάδος ασφαλιστικών εταιριών, συνταξιοδοτικά ταμεία κ. ά.).

Για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις, με την αύξηση της σημασίας των χρηματιστικών αγορών, αυξήθηκε ταυτόχρονα και η πίεση να αξιολογούνται τα αξιόγραφα. Το γεγονός έλλειψης πιστοληπτικής αξιολόγησης, μπορούσε να ληφθεί απ’ τους δυνητικούς επενδυτές ως μη επαρκής ασφάλεια.

Δίπλα στις μετοχές και στα αξιόγραφα με σταθερό επιτόκιο, αυξήθηκε η μάζα και η σημασία των παραγώγων, δηλ. αξιόγραφων τα οποία σχετίζονταν με μελλοντικές τιμές άλλων εμπορικών αγαθών ή αξιόγραφων. Παρομοίως, αυξήθηκε η μάζα και ο όγκος των δανείων τα οποία έπρεπε να πιστοποιηθούν εγγράφως. Κατά την έγγραφη πιστοποίηση δανείων «μαζεύονται» δανειακές σχέσεις σε ένα αξιόγραφο, το οποίο μπορεί να πουληθεί σε κάποιον τρίτο. Με τον τρόπο αυτό ο αγοραστής αποκτά το δικαίωμα για πληρωμή των τόκων. Η τράπεζα, η οποία αρχικά έχει δώσει το δάνειο σε έναν πελάτη, για παράδειγμα με τη μορφή ενός δανείου για κατοικία, εκποιεί έτσι όχι μόνο τα έσοδα από τους τόκους, αλλά και το ρίσκο που συνδέεται με τη δανειακή σχέση σε περίπτωση διακοπής της πληρωμής. Στη μορφή ενός αξιόγραφου το ρίσκο όμως αυτό δεν εξαφανίζεται, αλλά απλά μετατοπίζεται. Τώρα δεσμεύεται στον ισολογισμό μιας άλλης επιχείρησης. Ο υπολογισμός του ρίσκου και της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας αυτών των αξιόγραφων, έγινε δουλειά των οίκων αξιολόγησης.

 

Οι «τρεις μεγάλοι»

 

Παγκοσμίως υπάρχουν περίπου 150 οίκοι αξιολόγησης. Μολαταύτα μόνο τρεις απ’ αυτούς βρίσκονται καθημερινά στο φως της δημοσιότητας: Standard & Poor’s (S&P), Moody’s και Fitch, οι οποίοι καλύπτουν το 97% της αγοράς. Μόνο οι δυό πρώτοι κατέχουν από ένα μερίδιο 40% έκαστος, ενώ η Fitch κατέχει πάνω από το 15%.

 

Standard & Poor’s Ratings Services

 

Το 1916 ιδρύθηκε η Standard Statistics, η οποία το 1941 συγχωνεύτηκε με την Poor’s Publishing ιδρύοντας την Standard & Poor’s, η οποία με τη σειρά της αγοράστηκε απ΄ το κοντσέρν The McGraw Hill Companies. Στο κοντσέρν αυτό ανήκουν επιχειρήσεις των ΜΜΕ, οι οποίες ταυτόχρονα δραστηριοποιούνται σαν λόμπυ: π.χ. Platts (βιομηχανία πετρελαίου, μετάλλου και ενέργειας), Dodge (οικοδομικές επιχειρήσεις), Appleton & Lange (ιατρική), Open University Press, J. D. Power (μάρκετινγκ, έρευνα καταναλωτών), Broadcasting (ειδήσεις, πολυάριθμοι τηλεοπτικοί σταθμοί).

Βασικοί ιδιοκτήτες: Capital World Investors, Rowe Price, Fidelity Investments, Vanguard Group, State Street, Oppenheimer Funds, Morgan Stanley, Washington Mutual Funds, Blackrock, Allianz Global Investors of America.

Οίκος αξιολόγησης S&P Rating Services: Μετοχική εταιρία, εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης με νομική έδρα στη χρηματιστική όαση Delaware. Επιχειρησιακή έδρα στη Νέα Υόρκη, με γραφεία σε 23 κράτη και 8.000 απασχολούμενους. Απ’ το 1969 ηγείται στην Wall Street στο σύστημα καταχώρησης και ταυτοποίησης CUSIP (Committee for Uniform Security Identification Procedures), χωρίς το οποίο το τεράστιο καθημερινό παγκόσμιο εμπόριο χαρτιών θα ήταν αδύνατο. Το 1975 της μεταβιβάστηκαν υψηλά καθήκοντα απ’ την SEC. Αυτό το χρονικό διάστημα αξιολογεί ομόλογα και πιστώσεις της τάξης των 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων[1],  ενώ μόνο το έτος 2009 πούλησε συνολικά 850.000 πιστοληπτικές αξιολογήσεις[2].

 

Moody’s Investors Services

 

Ο οίκος αυτός ανήκει στο κοντσέρν Moody’s Corporation, μετοχική εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ιδρύθηκε το 1909 με σκοπό να συμβουλεύει τους αγοραστές των ομολόγων για τους σιδηροδρόμους. Η νομική έδρα του βρίσκεται στην χρηματιστική όαση Delaware. Η επιχειρησιακή έδρα του είναι στη Νέα Υόρκη. Έχει 12 θυγατρικές εταιρίες στις ΗΠΑ για διάφορες υπηρεσίες συμβουλών και πληροφοριών, όλες με νομική έδρα στο Delaware. Επίσης, σ’ αυτήν ανήκουν 74 επιχειρήσεις σε άλλα κράτη, όπως στο Ισραήλ, στην Νότιο Αφρική, στην Ινδονησία και στο Ντουμπάι. Στο παράρτημά της στη Γερμανία απασχολούνται αυτή την περίοδο 4.000 εργαζόμενοι.

Το έτος 2009 αξιολόγησε 12.000 ιδιωτικές επιχειρήσεις, 25.000 δημόσιες επιχειρήσεις και μονάδες, 110 κράτη και 106.000 δομικά χρηματιστικά προϊόντα [3]. Παράλληλα προσφέρει συμβουλές στο μάνατζμεντ ρίσκου για τους εκδότες των αξιόγραφων, και τελευταία επίσης για τις ασφαλιστικές εταιρίες και τα κράτη. Στις ΗΠΑ και στα άλλα κράτη δραστηριοποιείται επίσης ως λομπίστας.

Βασικοί ιδιοκτήτες: (με αυτή τη σειρά) Berkshire Hathaway (Warren Buffett), Capital Research Global Investors, Capital World Investors, Fidelity Investments, Davis Selected Advisors, Morgan Stanley, Vanguard Group, State Street, Invesco Limited, Wellington Management, American FDS Insurance Growth Income.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ και ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[1] Handelsblatt 6.7.2010 (συνέντευξη του Deven Sharma)

[2] The McGraw Hill Companies Annual Report 2009, σ. 18

[3] Moody’s Annual Report 2009, σ. 7

 

ΠΗΓΗ: 19 Φεβρουαρίου 2012, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/167172

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Αλλαγές εδώ και τώρα!

Αλλαγές εδώ και τώρα!

 

Του Νίκου Κοτζιά


 

Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις έχουν να λύσουν ένα αποφασιστικής σημασίας σταυρόλεξο: Τι θα κάνουν με όσους στήριξαν επί πάνω από δύο χρόνια μια βαθιά αντιπατριωτική και αντιλαϊκή πολιτική, αλλά έστω και την ύστατη στιγμή αντιτάχθηκαν σε αυτή;

Η Ελλάδα είναι σήμερα διαφορετική απ’ ό,τι πριν από πέντε ημέρες. Αντίθετα, οι κυβερνώντες είναι ακόμα οι ίδιοι. Η ανάγκη να φύγουν, μεγαλύτερη από ποτέ. Ήδη παρέδωσαν τη χώρα αλυσοδεμένη ως πακέτο στον ξένο παράγοντα. Το περιτύλιγμα γράφει επάνω αγγλικό Δίκαιο και δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Δηλαδή, αφενός Δίκαιο υπέρ των πιστωτών, αφετέρου εφαρμογή του σε άλλα – όχι στα αγγλικά – δικαστήρια, που χαρακτηρίζονται από σχετική επιείκεια στην εφαρμογή του αγγλικού Δικαίου. Επίσης, ήδη παρέδωσαν τη δημόσια περιουσία σε ξένο παράγοντα, μέσω ενός ταμείου που θα πληρώνει το ελληνικό κράτος, χωρίς να εισπράττει έστω κι ένα σεντ από αυτό και τις πωλήσεις του. Οι κυβερνώντες έχουν δικαιολογίες για όλες τις ένοχες πράξεις που πραγματοποίησαν. Δεν τους είναι δύσκολο. Υιοθέτησαν τη λογική του δανειστή. Τα επιχειρήματα και τα συμφέροντά του. Το έκαναν με την ίδια ευκολία με την οποία έχουν αποδεχτεί και υπηρετούν εδώ και χρόνια τη διαπλοκή στην Ελλάδα.

Προκειμένου να υποστηρίξουν οι κυβερνώντες τα επιχειρήματά τους ενάντια στο διογκούμενο λαϊκό κίνημα ανέχτηκαν την Κυριακή για άλλη μια φορά ακραίες πρακτικές από τους μηχανισμούς καταστολής που συνέδρασαν με το παρακράτος. Ταυτόχρονα, δε, «αξιοποίησαν» και ανέχτηκαν την παρουσία των συμμοριών, που ενισχύονται. Για άλλη μια φορά, οι δυνάμεις της νόμιμης και παράνομης καταστολής ώθησαν την Αθήνα στις φωτιές. Χτύπησαν ειρηνικές διαδηλώσεις. Το χαμόγελο των νέων.

Απέναντι σε αυτή την παράδοση της χώρας διαμορφώνεται ένα μεγάλο κίνημα αντίστασης, το οποίο πρέπει να μετεξελιχθεί σε κίνημα, αφενός, αλληλεγγύης, αφετέρου δημοκρατικού σχεδίου και ριζοσπαστικών προτάσεων. Το χαρακτηριστικό του κινήματος αυτού είναι η ενότητα στη δράση, που χρειάζεται να λάβει και πολιτική έκφραση. Αυτό καθίσταται ακόμα πιο επείγον, διότι καταρρέει το όλο πολιτικό σύστημα. Κατάρρευση που καταγράφεται σε δύο πεδία: Στο πρώτο πεδίο διαπιστώνονται πλέον η ανικανότητα και, ουσιαστικά, η παλαιότητα του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού. Η διαγραφή σαράντα πέντε βουλευτών που αντιτίθενται στο να ψηφίσουν μια πολιτική που αντίκειται στα εθνικά συμφέροντα, στα προγράμματα και στις προεκλογικές δεσμεύσεις των κομμάτων τους, που λειτουργούν ως φεουδαρχικά συστήματα των ηγετών τους. Στο δεύτερο πεδίο καταγράφεται ένα ισχυρό ξέφτισμα στο δικομματισμό.

Ο Αντώνης Σαμαράς φάνηκε ότι δεν διέ­θετε επακριβή εικόνα των διεργασιών στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Ο ίδιος και το κόμμα του βγαίνουν αποδυναμωμένοι. Ταυτόχρονα – κι αυτό είναι από τα παράδοξα της ιστορίας, απέκτησε το μέγιστο δυνατό όπλο υλοποίησης του αιτήματός του για εκλογές. Η αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ έκανε αυτό το κόμμα να χάσει τη δεδηλωμένη. Από τούδε και στο εξής ο Αντώνης Σαμαράς οποτεδήποτε το θελήσει μπορεί να επιβάλει εκλογές. Από την άλλη, οι διαγραφές στο ΠΑΣΟΚ αποτελούν… το χαλί που στρώνει ο Γιώργος Παπανδρέου – εν συμφωνία ή… ανοησία, δεν γνωρίζω – στην άνευ αντιπάλου προεδροποίηση του Βαγγέλη Βενιζέλου. Όλοι οι υπόλοιποι βασικοί διεκδικητές της προεδρίας του ΠΑΣΟΚ – πριν απ’ όλους, η Λούκα Κατσέλη και ο Χάρης Καστανίδης – τέθηκαν εκτός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Η καταστροφή του ΠΑΣΟΚ είναι και θα είναι το τίμημα που πληρώνει αυτό το Κίνημα για την καθοριστική συμβολή του στην καταστροφή της χώρας.

Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις έχουν να λύσουν ένα αποφασιστικής σημασίας σταυρόλεξο: Τι θα κάνουν με όσους στήριξαν επί πάνω από δύο χρόνια μια βαθιά αντιπατριωτική και αντιλαϊκή πολιτική, αλλά έστω και την ύστατη στιγμή αντιτάχθηκαν σε αυτή; Νομίζω ότι αυτό θα φανεί από το πόσο αυτοκριτικά και συνεπείς θα σταθούν σε αυτή τους την επιλογή. Εάν κατανοούν, έστω και εκ των υστέρων, τις ευθύνες τους για τις επιλογές τους που κατέστρεψαν τη χώρα και ότι με αυτές απέδειξαν πως δεν διαθέτουν πολιτικές ικανότητες, ενώ η πολιτική ηθική τους αμφισβητείται  από πολλές πλευρές.

 

ΠΗΓΗ: 22/02/2012, http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=38935&category_id=100