ΘΑ ‘ΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ

ΘΑ ‘ΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 

 

 Θα ‘μαι κι εγώ – ξανά – στο πάρτι του Μανόλη, τέτοιες γιορτάρες μέρες γκριζωπές. Είναι βλέπεις απ’ τους κολλητούς που δεν βαστάς να αποχωριστείς, μ’ όλο κι αν διαβούν περίσσια χρόνια. Ίσα – ίσα, τότε είναι που πιότερο τον αγαπάς. Καθώς ξεμακραίνεις και από τις πρώιμες αλλά και απ’ τις ύστερες άνοιξες. Ποιανού η ψυχή βαστάει την απουσία σε τέτοιο γενέθλιο πανηγύρι χαράς ; Κι ας έχει πλακώσει τη ψυχή μας ο διάολος του μνημονίου. Τώρα, μάλιστα, πιο πολύ παρά ποτέ, είναι που απαιτείται η μνημόνευση των μεγάλων μας πανηγυριών. 

Λέω πως κι ετούτη τη φορά θα ‘ναι παρόντες κι ο Μήτσος κι η Αργυρώ, οι μανάδες του Γιώργη και του Μανόλη και ο αδελφός της Κωνσταντίνας. Θα ‘ναι ετούτη τη χρονιά παρόντες και κάνα δυο ακόμη που μας λείψανε μάταια. Θα ‘ναι κι ο Άρης, κι ο Νικολής, ο Ερνέστο και ο Σολωμός. Θα ‘ναι ξανά ο Φεντερίκο και η Ρόζα, δυο τρεις μυριάδες Έλληνες φαντάροι, ο Αλέξιος ο Κομνηνός κι ο κυρ Ιωάννης. Θα ‘ναι ακόμη ο κυρ Κωνσταντής κι ο καπετάν Γιώργης ο γύφτος. Ο Μάνος και ο Ψαρρονίκος. Ο Μιχάλης, ο Ταξιάρχης κι οι γιαγιάδες. Η Αγγελική με την Αννίκα. Κι’ από κοντά η μάνα μου κι ο κύρης μου αγκαζέ κι οι άλλες μανάδες ξέγνοιαστες σε ολόλευκες σεζλόνγκ.

Τα λαμπιόνια του δέντρου θα τριζοβολούνε στους χορούς τους και θα μοιάζει ο καιρός απρόσμενη καλοκαιρία, μες στο καταχείμωνο. Κι ο ουρανός στολισμένος κι αυτός με τη γαλαζοπράσινη φορεσιά της άγιας νύχτας και το στραφταλιστό τσεμπέρί του, ριγμένο ελαφρά στους ώμους. Ασύννεφο κι ασέληνο το στερέωμα θα υποκλίνεται κι όλο γονατιστό στα γόνατα, θα βαράει ολονυχτίς παλαμάκια μπρος στον κυκλοτερό χορό τους. Κι αν έχεις μάτι γερακιού της νύχτας, θα ξεχωρίσεις καλά, ολάκερη τη ζωή που ΄χε στήσει αυτί κι αφουγκράζεται το λαμπρό άλμα των χορευτάδων. Θα σου ‘μοιάζει η πλάση όλη, ένας κύκλος, γύρω – γύρω. Κι αίφνης στην πρωτιά των χορευτών ο ένας, ύστερα ο δεύτερος, ύστερα ο τρίτος κι ύστερα ο Μανώλης και στο κατόπι οι υπόλοιποι ένα γύρω. Στο δεύτερο γύρισμα του κύκλου, ο δεύτερος γίνεται πρώτος κι ο πρώτος τελευταίος. Κι ύστερα, ο τρίτος γίνεται με τη σειρά του πρώτος κι ο δεύτερος πιάνει τα μπόσικα του τέλους και πάει λέγοντας. Ξεμανίκωτος κάθε φορά ο πρώτος, σηκώνει το ζερβό του χέρι κι κάνει λέει με μιας να κατεβάσει ένα αστέρι, μα εκείνο όλο νάζι σαν κοριτσόπουλο, του ‘κάνει τσαλίμια και χασκογελώντας διαφεύγει. Που και που, το ταπεινό γέλιο των μανάδων που καμαρώνουν τα βλαστάρια τους, διακόπτει την ευγνωμοσύνη των χορευτών, που ολόρθοι στρέφουνε κορμί και νου, μάτια και καρδιά, να τις ιδούν, να τις χορτάσουν.

Δυο–τρεις κορδέλες πλαστικές, σαν αυτές που κρεμούν στις εξώπορτες τους οι πιτσιρικάδες «the party is here», ξεκουρδίστηκαν και σαν χλωρά κλωναράκια ξεπέταξαν αίφνης ανθούς και πρασινάδες, δείγμα κι αυτό, πως δεν αντέχει ετούτη η γιορτή το πλαστικό.  Οι πασπαλισμένες στη χρυσόσκονη χριστουγεννιάτικες μπάλες έσκασαν με μιας, σαν σβόλοι χώματος που τρακάρουν με ταχύτητα σε τραχύ τσιμέντο. Και μαζί τους, ένα σωρό στολίδια, μπιχλιμπίδια και λογής-λογής διακοσμητικά, παραιτηθήκαν απ’ τους ρόλους τους και βροντήσαν κατά γης τις λαμπερές φορεσιές τους. Μαζί τους, το ‘βαλαν στα πόδια τα πλαστικά συναισθήματα των ανθρώπων, οι πλαστικές σημαίες, οι σιδηρές ρητορείες κι οι πλαστικές ηθικές.

Στην παραστιά που φλογίζει παραδίπλα, παραδόθηκαν οικειοθελώς οι λογής συμβάσεις των ανθρώπων και των κρατών. Τα δικαιώματα κι οι κατακτήσεις προσφέρθηκαν αυτεξουσίως να πατηθούν στα άλματα των χορευτών. Η ευζωία του καθενός γίνηκε ταπεινό χαλάκι στα βήματα του χορού τούτης της νύχτας.

Η μουσική απλωνόταν σε κύκλους, σαν βότσαλα που πετούν οι μαθητές στη ατάραχη λίμνη κι όλο η συμμετρία απλωνόταν στις ψυχές. Κάθε χτύπημα χορδής, ακόμη ένα βήμα των λαμπρών χορευτών, ακόμη μια σπιθαμή κορμιού που συντονιζόταν στον ρυθμό. Ακόμη ένας κύκλος χορευτών κι ακόμη ένας τραγουδισμός πουλιών που σιγοντάριζαν τους όρθιους βιολιστές. Τα μεγάφωνα κι οι ηλεκτρισμοί, τα γυαλιστερά όργανα και οι κουστουμαρισμένοι μπουζουξήδες, τα λαμέ φορέματα και τα ασπρουλιάρικα μπράτσα ξέχειλα ανέραστης ορμής, στέκαν πιο κει, άσχετα αυτά κι αυτοί μέσα στις τόσες σχέσεις.

Σφιχτοκουμπωμένα κουμπιά, ξεγελώντας τους ιδιοκτήτες τους, γύρευαν κάτι light να δροσίσουν το έχει τους. Αδύνατον να δροσιστείς – μές στο καταχείμωνο – με τέτοια υποκατάστατα. Τα γυαλιστερά παράσημα των στρατηγών, κατέρρευσαν στο νοτισμένο – απ’ την υγρασία της νύχτας – δάπεδο. Μονάχα μια οσμή από λιωμένο μαύρο σίδερο έφτανε ως τα ρουθούνια τους, κι εκείνοι γυρνούσαν ανήσυχα πέρα δώθε αγωνιώντας για τα κανόνια τους. Πιο μακριά ακόμη, απορημένοι στέκονταν οι λογιστές που σφιχταγκάλιαζαν τα κιτάπια τους, γιομάτοι απελπισία για την τόση αφειδώλευτη προσφορά. Ξενέρωτοι κι ανυποψίαστοι αντάμα.

Χρυσάφια και διαμαντικά, πετροκαλαμήθρες, τηλεσκόπια και κάμερες αυτόματες, ένα τσουβάλι μαλαματικά, στολές και μηχανές, τεχνολογίες όλων των ειδών, ξεμακραίναν κατηφορίζοντας μ’ ένα  παραπονιάρικο βουητό ανάμεσα σε πράσινους αμπελώνες και καρποφόρα λιόδεντρα. Σ’ αυτό το πάρτι δεν προσκλήθηκαν ποτέ.  

Κι’ απ’ το βάθος, μπορούσες καθώς ξημέρωνε δειλά, να ξεδιακρίνεις τις παράλληλες μοναξιές των ανθρώπων που βάδιζαν ασυντρόφευτες προς τα δω. Ούτε ένα χέρι, ούτε ένα φιλί δεν αξιώθηκαν, έλεγες. Ούτε ένα βλέμμα. Κανείς τους δεν βάσταξε να μπει στο χορό. Μόνο δειλά–δειλά, σαν κλέφτες στο σκοτάδι γύρευαν στα τυφλά να βαστηχτούν απ’ το κενό που στεκόταν δίπλα τους και τους φάνταζε γεμάτο. Κι’ όλο κουνούσαν τ’ ακροδάχτυλα ψάχνοντας τον διπλανό τους, κι έμοιαζε λες κι έκαναν μυστικά νοήματα στο ανύπαρκτο για να υπάρξει.

Μα – ως προβλεπόταν – αυτό εκεί, πεισματικά ανύπαρκτο, βεβαίωνε οριστικά την απουσία. Επιλογή μου, σκέφτηκα. Η ελευθερία να ‘ρθω σε τούτη τη γιορτή των γενεθλίων, μου ήταν χαρισμένη εξ΄ αρχής. Εγώ φαντάστηκα την ελευθερία σαν απαλλαγή απ’ τα δεσμά του άλλου. Ενός άλλου. Κάποιων άλλων. Ανυποψίαστος βρέθηκα κι εγώ – για μια ακόμη φορά – σε τούτα τα γενέθλια. Ανυποψίαστος για τους χορευτές. Ανυποψίαστος για το φθαρτό μου ολοκαίνουργιο κοστούμι. Ανυποψίαστος για την επικινδυνότητα των γενεθλίων του Μανόλη. Κι ας έχω έρθει τόσες χρονιές. Κι ας με καλεί πεισματικά τόσες χρονιές. Κάθε χρονιά – πως το βαστώ – κάθε χρονιά να είμαι στη γιορτή του σαν τουρίστας! Άσχετος, δίχως σχέση με το διπλανό μου. Μοναχά με άλλοθι την ανυπαρξία του. Κι αυτός τα ίδια κατά πως κι εγώ. Με άλλοθι την ανυπαρξία μου. Με μπαϊράκι κι οι δύο μας το φόβο. Με λάβαρο το ατραυμάτιστο δήθεν εγώ. Κι η ποινή μας, κοινή. Αυτήν που επιβάλλουμε ο ένας στον άλλο. Χρόνια τώρα. Αιώνες ολάκερους. Να μην βαστούμε να μοιραστούμε τούτα τα γενέθλια μ’ έναν ολόκληρο άλλον άνθρωπο. Να μην βαστούμε να γλεντήσουμε βαθιά μέσα στο είναι μας.

Είναι επικίνδυνη γιορτή τα Χριστούγεννα, αδέρφια. Δεν είναι χαχαχα και χουχουχου επισκέψεις τουριστών στην ψυχή του άλλου. Δεν είναι ένα ουίσκι παραπάνω, ούτε ένα κιλό κουραμπιέδες. Είναι χορός στα γενέθλια ενός Θεού κολλητού, που πρέπει πριν απ’ όλα να φυσήξεις από πάνω σου τις πασπαλισμένες ζάχαρες κι ύστερα να ‘χεις γερή καρδιά να σύρεις το χορό στην πρώτη, μα και στην τελευταία τη σειρά. Σαν έρθει κι η σειρά σου. Να σύρεις έναν ανύπαρκτο στην ύπαρξη, έστω μοναχά για ένα λεπτό. Μια στάλα. Έτσι. Κι’ ας φανταστείς πως μπορεί εσύ να γκρεμιστείς στο τίποτα. Δες ξανά Ποιος σέρνει το χορό! Δες Ποιος περίλαμπρος χοροστατεί!

Είναι βαθιά επαναστατική πράξη τα Χριστούγεννα, αδέρφια. Μονάχα που σ’ αυτήν την επανάσταση, ζυγιάζει ο καθείς τι είναι έτοιμος να χάσει κι όχι τι γυρεύει να κερδίσει ή να βαστήξει απ’ τα καθώς τα λεν κεκτημένα. Στο πάρτι των γενεθλίων του Μανώλη, καθένας μπαίνει στο χορό με το μαρτυρίκι των πατημένων θέλω του καρφιτσωμένο στο μέρος της καρδιάς. No χάσιμο, no party! No προσφορά, no επανάσταση!

Σ’ αυτήν την επανάσταση, όπως και σ’ όλες τις άλλες τις μεγάλες του Γένους, δεν μπαίνεις για να κερδίσεις, μα για να χάσεις, αν με εννοείς.

Εν τούτοις, κοντεύουν πάλι σε λίγες μέρες τα γενέθλια Του κι Εκείνος επιμένει εδώ και 2010 χρόνια να γιορτάζει και να μας καλεί. Κι εσύ αδερφέ μου, περιμένεις μια κάποια κάρτα-πρόσκληση απ’ το ταχυδρομείο. Κι εσύ περιμένεις την αναγγελία της επανάστασης απ’ τις τηλεοράσεις. Σαν να περιμένεις την ήττα του μνημονίου με μιαν απεργία. Σαν να προσδοκείς κάπου κρυφά εντός σου την επιστροφή των γλυκερών ημερών της κατανάλωσης. Σαν να ζητάς να ξεφορτωθείς όπως-όπως τα Χριστούγεννα για μιαν ακόμη φορά. Λες και δεν έμαθες ακόμη πως, κάτι υπάρχει μόνο αν τ’ αγαπάς, στο βαθμό που τ’ αγαπάς και για όσο. Λες κι ερωτεύτηκε ποτέ κανείς στ’ αληθινά δια αλληλογραφίας. Για τούτο είναι που η πατρίδα σήμερα πληγώνεται απ’ τα καρφιά των Ευρωπαίων λογιστών. Είναι πολλά τα Χριστούγεννα που ο λαός μας έπαψε να  ΄ναι ερωτευμένος μαζί της.  Μα θέλω – απερισκέπτως εύελπις – να προσδοκώ πως σ’ αυτά τα Χριστούγεννα θα ψηλαφίσουμε ξανά – έπειτα από καιρό – το ιδιαίτερο πρόσωπο του τρόπου μας.

Θα ‘μαι κι εγώ στο πάρτι του Μανώλη, μάλλον ανύπαρκτος θεατής για μιαν ακόμη χρονιά, άσχετος μέσ’ στους γνωστούς και μεσ’ στις τόσες «σχέσεις», όμως ξεφόρτωτος εφέτος απ’ τις φιοριτούρες της κατανάλωσης και της καλοζωισμένης ευζωίας.  Ίσως έτσι μου χαριστεί μια θέση στο χορό της επανάστασης των Χριστουγέννων…

Καλά Χριστούγεννα αδέρφια και σύντροφοι ή μάλλον Χριστούγεννα Εδώ και Τώρα!

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, 14.12.2010, antonisandroulidakis@gmail.com

2011: καταληκτική χρονιά για την Ελληνική Οικονομία;

Είναι το 2011 η καταληκτική χρονιά για την Ελληνική Οικονομία;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Η επίσημη πτώχευση της Ελλάδας είναι πλέον προ των πυλών. Το καθεστώς της χρεοκοπίας που έχει επιβληθεί με το μνημόνιο και κυρίως τη δανειακή σύμβαση του Μαΐου, έχει προετοιμάσει ήδη το έδαφος για την επίσημη πτώχευση. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι πότε και με ποιους όρους θα συμβεί αυτή η επίσημη πτώχευση, αν θα είναι «ελεγχόμενη» ή όχι και ποιος θα είναι εκείνος που θα την επιβάλει.

Το ΔΝΤ και οι ΗΠΑ μονομερώς, ή η Γερμανία και η ευρωζώνη σε συνεργασία με το ΔΝΤ; Αυτόν τον καυγά βλέπουμε να έχει φουντώσει από την επομένη των εκλογών, με ανταλλαγή επιτιμητικών δηλώσεων ανάμεσα στις δυο πλευρές και τον κ. Παπανδρέου να ταλαντεύεται πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη μεριά. Άλλωστε ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του είναι απλοί παρατηρητές στην υπηρεσία εντολών άνωθεν και έξωθεν.

Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι πρόκειται για αναδιάρθρωση του χρέους με ένα ελάχιστο «κούρεμα» και μια πιθανή αναστολή πληρωμής μέρους των τόκων ή των χρεολυσίων για ένα διάστημα, ώστε να μπορέσει η χώρα να βγει σχετικά άμεσα στις διεθνείς αγορές με σκοπό να ξαναδανειστεί για να συνεχίσει να πληρώνει τα δανεικά της. Η αναδιάρθρωση αυτή θα συνοδευτεί από ενέσεις ρευστότητας είτε από τα χρηματοδοτικά προγράμματα του ΔΝΤ, είτε από το ΔΝΤ σε συνδυασμό με την ΕΚΤ, ώστε να φανεί ότι η χώρα – τουλάχιστον για ένα μικρό διάστημα – ανακουφίζεται από τα βάρη της. Φυσικά η αναδιάρθρωση δεν θα ονομαστεί έτσι, αλλά με κάποιον άλλο εύσχημο τρόπο που δεν θα παραπέμπει στην έννοια της πτώχευσης.

Όμως, όπως κι αν ονομάσουν την όλη διαδικασία, όπως κι αν την εμφανίσουν, θα πρόκειται για επίσημη πτώχευση. Με ότι αυτό σημαίνει για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τα λαϊκά στρώματα γενικά και την κατάσταση της χώρας, η οποία θα παραδοθεί επισήμως στους δανειστές, δίχως την ανάγκη μνημονίου και δανειακής σύμβασης. Αυτό που ελπίζουν οι επίδοξοι διεθνείς επιβήτορες της χώρας είναι να κατορθώσουν να κάνουν την πτώχευση «ελεγχόμενη» με τις μικρότερες δυνατές απώλειες για τους δανειστές, το ευρώ και τα μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια. Πράγμα καθόλου βέβαιο με βάση την εξαιρετικά ασταθή κατάσταση των διεθνών αγορών κεφαλαίου.

Το διάστημα αυτό οι τραπεζικοί όμιλοι και τα επενδυτικά κεφάλαια σε Ευρώπη και ΗΠΑ συναγωνίζονται μαζί με τις κυβερνήσεις των χωρών τους για το καλύτερο πρόγραμμα αναθεώρησης, επιμήκυνσης και αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας. Εν τω μεταξύ η Eurostat και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε αυτό που γνώριζαν όλοι οι οικονομικοί αναλυτές ήδη από τους πρώτους μήνες του χρόνου, ότι το κρατικό έλλειμμα φτάνει στο 15,4%. Ο λόγος της αναπροσαρμογής του κρατικού ελλείμματος δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ανακάλυψαν ξαφνικά κάποιες καινούργιες τρύπες στην οικονομική διαχείριση. Όλοι γνώριζαν ότι συμπεριλαμβανομένων των ελλειμμάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και των ασφαλιστικών ταμείων, το κρατικό έλλειμμα κινείται σε αρκετά υψηλά επίπεδα.

Όμως το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι η αποκάλυψη του πραγματικού μεγέθους της χρεοκοπίας της χώρας. Με την αναπροσαρμογή το δημόσιο χρέος της χώρας για το 2009 αυξήθηκε στο 127% του ΑΕΠ. Ενώ για το 2010 προβλέπεται ότι το δημόσιο χρέος θα έχει ξεπεράσει το 148% του ΑΕΠ! Σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις του μνημονίου το χρέος της γενικής κυβέρνησης για το 2010 θα πρέπει να ήταν στο 127,3 και το συνολικό χρέος να πλησίαζε το 140%. Αντίστοιχα, σύμφωνα πάντα με τις αρχικές προβλέψεις του μνημονίου, το 2011 αναμενόταν το χρέος της γενικής κυβέρνησης στο 139,2% με το συνολικό δημόσιο χρέος στο 153%. Αντί γι’ αυτό στο  τέλος του δεύτερου χρόνου εφαρμογής του προγράμματος, το 2011, η κυβέρνηση προβλέπει ότι το συνολικό χρέος του δημοσίου θα έχει εκτιναχθεί στα 362,2 δις. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 158,6% του ΑΕΠ. Σε δύο χρόνια εφαρμογής του προγράμματος, δηλαδή, το ΑΕΠ θα έχει μειωθεί κατά 6,6 δις. ευρώ και το χρέος θα έχει εκτοξευθεί κατά 63,7 δις. ευρώ! Ενώ για το 2011 οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου θα φτάσουν στα 69,5 δις ευρώ με πρόβλεψη ο μηχανισμός στήριξης να διαθέσει τα 46,5 δις ευρώ. Τα υπόλοιπα προβλέπει η κυβέρνηση να τα βρει μέσω του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, που θα εκτινάξει σημαντικά το κόστος δανεισμού.

Κανείς δεν τολμά να προβλέψει τι θα γίνει τα επόμενα χρόνια. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε η τρόικα. Φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία ότι το 2011 είναι η καταληκτική χρονιά για την ελληνική οικονομία και τη χώρα. Τα παραμύθια τελείωσαν. Το δημόσιο χρέος αποδεικνύεται ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί και η εφαρμογή του μνημονίου έκανε την κατάσταση πολύ χειρότερη. Αποδείχτηκε ότι ο πιο σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας είναι η πιστή εφαρμογή του μνημονίου.

Κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το μνημόνιο και η δανειακή δεν επιβλήθηκαν στη χώρα για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του χρέους. Όλοι ήξεραν από την αρχή ότι το δημόσιο χρέος της χώρας ήταν και παραμένει εκτός ελέγχου. Ήξεραν εξαρχής ότι ήταν αδύνατο η χώρα να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της. Για να εξασφαλίσουν τα λεφτά τους οι διεθνείς τοκογλύφοι θα έπρεπε αφενός να βάλουν χέρι στα «ασημικά του σπιτιού» και αφετέρου να φέρουν τη χώρα σε θέση να βγει ξανά στις αγορές για να δανείζεται προκειμένου να συνεχίσει να τους πληρώνει. Γι’ αυτό και ακολούθησαν την κλασική τακτική του τοκογλύφου. Επέβαλαν μια αμείλικτη επιχείρηση σοκ και δέος εναντίον των εργαζομένων της χώρας με απανωτά μέτρα ενάντια στο λαϊκό εισόδημα, στο βιοτικό και εργασιακό επίπεδο του λαού, ώστε να τον φέρουν σε κατάσταση απόγνωσης. Ο λόγος είναι απλός. Όσο περισσότερο τα λαϊκά στρώματα βυθίζονται στην αβεβαιότητα της καθημερινής επιβίωσης, τόσο πιο εύκολα θα αποδεχτούν αυτό που έχει σιγά-σιγά ξεκινήσει: το συνολικό ξεπούλημα της χώρας.

Το επιχείρημα είναι απλό. Όταν οι τοκογλύφοι οδηγούν μια οικογένεια στην απόγνωση, τότε της ρίχνουν την ιδέα για το «χτηματάκι της ρεματιάς» που αν τους το δώσει μπορεί να ρεφάρει ένα μέρος από χρέη. Πόσο μάλλον αν πουλήσει ότι πιο πολύτιμο διαθέτει. Έτσι καθώς οι πολιτικές άγριας λιτότητας και δραστικών περιορισμών οδηγούν μαζικά την κοινωνία στην απελπισία και την απόγνωση, αρχίζουν σιγά-σιγά να εμφανίζονται οι διάφοροι καλοθελητές που έχουν έτοιμη τη λύση. Ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι η Ελλάδα είναι πλούσια, πολύ πλούσια. Έχει μια «αναξιοποίητη» δημόσια περιουσία που εκτιμάται γύρω στα 300 δις ευρώ. Έχει επίσης πολύτιμο ορυκτό πλούτο, από πετρέλαια έως ουράνιο. Έχει ήλιο, αέρα, θάλασσα και φυσικά πολλά νησιά, επίσης «αναξιοποίητα». Έχει επίσης και μια πολύ σημαντική γεωστρατηγική θέση. Γιατί λοιπόν να μην τα χρησιμοποιήσει όλα αυτά για να ξεχρεώσει; Κι έτσι το δίλλημα που αρχίζει να τίθεται από πολλές μεριές στον απλό κόσμο είναι: Ή θα χάσεις ότι μισθούς και συντάξεις σου έχουν απομείνει, ή θα βγάλουμε στο σφυρί τη δημόσια περιουσία, το φυσικό και ορυκτό πλούτο και γενικά τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» της χώρας.

Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται πολλοί είναι ότι με το ξεπούλημα ο εργαζόμενος δεν πρόκειται να σώσει ούτε τη δουλειά του, ούτε τον μισθό και την σύνταξή του. Αντίθετα θα χάσει τα πάντα, μαζί και τη χώρα του, προκειμένου να μετατραπεί σε σύγχρονο «κούλη».

Μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση; Και βέβαια όχι. Διότι η πηγή του προβλήματος, ο κύριος λόγος που οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και τη χρεοκοπία, δεν είναι το κρατικό έλλειμμα ούτε η «έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών». Η κύρια πηγή του δημόσιου χρέους είναι τα παραγωγικά και εξωτερικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία τη δεκαετία του ευρώ εκτινάχθηκαν στα ύψη και δημιούργησαν αυτό που επίσημα αποκαλείται «κρίση ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας.

 

Τι λέει η έκθεση του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη

 

Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το ευρώ δημιούργησε συνθήκες παραγωγικής αποσύνθεσης της οικονομίας και δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι με το ευρώ και την Ε.Ε. η χώρα έχασε όλα εκείνα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει μια ύφεση, και μάλιστα μια κρίση χρέους.

Σ' αυτό έγκειται και το σημερινό αδιέξοδο της χώρας. Ειδικά σε μια περίοδο που η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Αυτό πλέον είναι κοινό «μυστικό» σε όλους τους φορείς που παρακολουθούν την παγκόσμια οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία έκθεση «Trade and development report», 2010, της United Nations Conference on Trade and Development (ΟΗΕ), που δημοσιοποιήθηκε στις 14/9 φέτος. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι «η κρίση της Ευρώπης δηλώνει πως το σημερινό καθεστώς πολιτικής της Ευρωζώνης είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι ασυντόνιστες εθνικές πολιτικές των κρατών – μελών βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.

Κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους η Ευρώπη είναι σήμερα το παγκόσμιο θερμό επίκεντρο της αστάθειας και της απόκλισης. Αφού ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια κρίση έχει τώρα επικεντρωθεί στην Ευρώπη και η περιφέρεια αυτή επιβραδύνει την παγκόσμια ανάκαμψη λόγω της σημασίας της στο παγκόσμιο εμπόριο». Ενδιαφέρον όμως έχει το τι εντοπίζει η συγκεκριμένη έκθεση ως προς τους παράγοντες που συντέλεσαν καθοριστικά στην ελληνική κρίση:

«Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει όλα τα μακροοικονομικά εργαλεία πολιτικής που εν δυνάμει θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση.

Πρώτον, λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις συνθήκες της Ε.Ε. και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως επίσης και τις ογκούμενες πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας – το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ήταν δικαιολογημένο, δηλαδή μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, ενώ απαγορευόταν η παροχή οποιασδήποτε νομισματικής υποστήριξης στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας δεν είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει την οικονομία ή το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, δεν είναι πια δυνατή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσα από την υποτίμηση της ονομαστικής αξίας του νομίσματός της. Αυτός ο τελευταίος περιορισμός θέτει την Ελλάδα σε ακόμα χειρότερη θέση από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις αναδυόμενες αγορές που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες χρηματοπιστωτικές κρίσεις…

Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επίπονη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης και της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Τρίτου Κόσμου» αντιμετώπισε κρίση χρέους ανάλογη με τη δική μας, έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την επιβολή του μνημονίου, που έτσι ή αλλιώς είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας.

Δεν είναι όλοι που αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα της κατάστασης, ούτε τη σημασία του καθεστώτος της χρεοκοπίας. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι στην εποχή των διεθνών αγορών κεφαλαίου με διαστάσεις που κάνουν τα κράτη ακόμη και τα πιο μεγάλα να ωχριούν, οι πόλεμοι, οι κατακτήσεις και οι υποδουλώσεις λαών και χωρών δεν γίνονται τόσο με πολιτικοστρατιωτικά μέσα, αλλά πρωτίστως με οικονομικά. Όποιος δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, τότε αδυνατεί να κατανοήσει σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε.

Επομένως κάνε άλλο ζήτημα σήμερα δεν είναι πιο άμεσο, επείγον και πιο σημαντικό από το να απαντήσει κανείς άμεσα και πρακτικά το ερώτημα:

 

Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος;

 

Όσο κι αν αποφεύγουν να απαντήσουν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, όσο κι αν η αντιπολίτευση αναζητά διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό» αγώνα, το ερώτημα αυτό θα συνεχίζει να στοιχειώνει όλους μας και τη χώρα μαζί. Και σ’ αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό το λένε όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ’ αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» γνώριζε πολύ καλά ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελευθερίου Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.

Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».

Για να προσεγγίσει ορθά κανείς το πρόβλημα της χρεωκοπίας και του δημόσιου χρέους οφείλει να ξεκαθαρίσει από ποια σκοπιά το αντιλαμβάνεται. Αν ξεκινά από τη σκοπιά των δανειστών και το μόνο που τον απασχολεί είναι τι μπορεί να πετύχει μέσα από μια συμφωνία μαζί τους, τότε είναι λογικό να τον απασχολεί το ύψος του δημόσιου χρέους στο ΑΕΠ και το επιτόκιο δανεισμού. Όμως ο δανειστής δεν νοιάζεται για το πού θα βρεθούν τα λεφτά για να εξυπηρετηθεί το χρέος, ούτε τον ενδιαφέρει αν προέρχονται από το υστέρημα του λαού και της οικονομίας. Γι’ αυτό και το κριτήριο όλων εκείνων που μιλάνε για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους είναι η υφιστάμενη υποχώρηση της τρέχουσας αξίας των ελληνικών ομολόγων στην αγορά. Δηλαδή τι μπορεί ή τι δέχεται να χάσει ο δανειστής. Τίποτε περισσότερο.

Όλοι οι αναλυτές που μιλάνε για ρύθμιση του χρέους μέσα από μια μείωσή του της τάξης του 10, 20, 30, 40, 50%, ανάλογα από το τι θα βγάλει η διαπραγμάτευση με τους ομολογιούχους, μένουν απλά σε εικασίες και ανέξοδες προβλέψεις. Κανένας όμως από αυτούς δεν μπήκε στον κόπο να υπολογίσει και να μας πει πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορεί να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός στην παρούσα κατάστασή τους. Πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορούν να αντέξουν χωρίς να οδηγηθούμε στη λιτότητα, τις περικοπές και τα ξεπουλήματα αφενός και αφετέρου στον φαύλο κύκλο ενός νέου δανεισμού; Κανείς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει μπει στον κόπο να κάνει και να μας παρουσιάσει τέτοιους υπολογισμούς.

Κι όμως η ουσία του όλου ζητήματος είναι ακριβώς εκεί. Πώς μπορούμε να αποφασίσουμε πόσο δημόσιο χρέος στο ΑΕΠ είναι σε θέση να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός, αν δεν βρούμε πρώτα το μέγεθος της εξυπηρέτησης στο οποίο μπορούν να ανταποκριθούν χωρίς να συνθλίβουν τα λαϊκά εισοδήματα, να συμπιέζουν την εσωτερική αγορά, να περικόπτουν διαρκώς κρίσιμες δαπάνες για την κοινωνία και την οικονομία; Ο λόγος που δεν το κάνουν αυτό όσοι μιλούν για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» είναι γιατί πολύ απλά δεν τους καίγεται καρφί. Νοιάζονται μόνο για τη «χασούρα» των δανειστών, αν δεν είναι πράκτορες των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό και μιλάνε για το τι είναι «δίκαιο» να περικοπεί από το δημόσιο χρέος και τι δεν είναι με βάση μια πιθανή συμφωνία μαζί τους. Κουβέντα για το αν η όποια «δίκαιη» συμφωνία τους μπορεί να εξυπηρετηθεί από την ελληνική οικονομία και το κράτος χωρίς να γυρίσουμε ξανά μανά στα ίδια: λιτότητα και πάλι λιτότητα, μαζί με νέα δάνεια για να πληρωθούν τα παλιά δάνεια.

 

Τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα

 

Για να γίνει κατανοητό αυτό που λέμε, ας δούμε τα υπάρχοντα στοιχεία. Από πού προκύπτει ότι η χώρα έχει οδηγηθεί σε χρεωκοπία; Όπως είπαμε από το βάρος της ετήσιας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι δυο πιο συνήθεις δείκτες με βάση τους οποίους μετριέται αυτή η επιβάρυνση είναι συγκρινόμενη με τις εισπράξεις από τις εξαγωγές της οικονομίας και με το σύνολο των δημοσίων εσόδων. Έτσι το 2009 με συνολική εξυπηρέτηση δημόσιου χρέους 84 δις ευρώ, οι εισπράξεις από τις εξαγωγές (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σε 42,2 δις ευρώ, ενώ το σύνολο των δημοσίων εσόδων στα 55,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε σχεδόν στο διπλάσιο των εισπράξεων από τις εξαγωγές της χώρας και σχεδόν στο 150% των δημοσίων εσόδων.

Αν τώρα πάρουμε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για ολόκληρη τη δεκαετία του 2000-2009, τότε τι έχουμε; Με συνολική εξυπηρέτηση 450 δις ευρώ περίπου, είχαμε για την ίδια περίοδο σύνολο δημοσίων εσόδων γύρω στα 477 δις ευρώ. Έτσι η συνολική εξυπηρέτηση του τρέχοντος δημόσιου χρέους ανήλθε στο 94% του συνόλου των δημοσίων εσόδων της δεκαετίας. Την ίδια περίοδο το σύνολο των εισπράξεων της ελληνικής οικονομίας από τις εξαγωγές της (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σχεδόν στα 400 δις ευρώ. Επομένως η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε στο 112% των εισπράξεων από το σύνολο των εξαγωγών της δεκαετίας. Με αυτούς τους δείκτες εξυπηρέτησης το δημόσιο χρέος στο τέλος της δεκαετίας (31/12/2009) έφτασε να είναι περίπου 300 δις ευρώ, ή το 125% του ΑΕΠ.

Πόσο πρέπει να κατέβει η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ώστε να πάψει αφενός η λιτότητα και αφετέρου να σπάσει ο κύκλος του νέου δανεισμού; Κανείς δεν έχει απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα απ’ όσους μιλάνε για αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα», ή για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Στη δεκαετία του ’80 οι μελέτες για το χρέος είχαν δείξει ότι μια οικονομία του επιπέδου των χωρών της Λατινικής Αμερικής, όπως Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Μεξικό, μπορεί να αντέξει μια εξυπηρέτηση της τάξης του 10% έως 20% επί των εξαγωγών. Αν πάρουμε αυτό το μέτρο και το εφαρμόσουμε στην ελληνική οικονομία με βάση τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας, θα διαπιστώσουμε τα εξής: Για να κατέβει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στο 20% επί των εισπράξεων από τις εξαγωγές, θα πρέπει το συνολικό δημόσιο χρέος να πέσει στο 22% του ΑΕΠ από 125% που ήταν στο τέλος του 2009. Για την εξυπηρέτηση αυτού μειωμένου δημόσιου χρέους θα απαιτείται το λιγότερο ένα 4% του ετήσιου ΑΕΠ με την προϋπόθεση ότι οι ρυθμοί μεταβολής του θα είναι τουλάχιστον οι ίδιοι της τελευταίας δεκαετίας.

Που θα βρεθεί αυτό το 4% του ετήσιου ΑΕΠ; Είτε μέσα από ένα πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο κάθε χρόνο θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τόσο. Είτε, στην περίπτωση κρατικού ελλείμματος, μέσα από νέο δανεισμό, ο οποίος για να μην οδηγήσει σε έναν νέο φαύλο κύκλο υπερχρέωσης θα πρέπει να πληροί δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: Αφενός, να γίνεται σε εθνικό νόμισμα και όχι σε ξένο σκληρό συνάλλαγμα, όπως είναι το ευρώ, ή άλλο παγκόσμιο νόμισμα από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Κι αφετέρου, να αντλείται από την εσωτερική αγορά όπου η εθνικοποίηση των μεγαλύτερων τραπεζών που κατέχουν τον βασικό όγκο της αγοράς, αλλά και της κεντρικής τράπεζας, εξασφαλίζει την ρύθμιση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα.

Αν επιχειρήσει κανείς να ανεβάσει τον πήχη στο 40% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους, τότε θα πρέπει να εξασφαλίζει γύρω στο 8% ετήσια από το ΑΕΠ της χώρας για την εξυπηρέτησή του. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι το ΑΕΠ γνωρίζει ρυθμούς μεταβολής τουλάχιστον της προηγούμενης δεκαετίας. Βέβαια η άντληση αυτού του 8% από τον κρατικό προϋπολογισμό, ή από την εγχώρια τραπεζική αγορά, μάλλον θα αποτελέσει πρόβλημα έστω και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες. Όποια σενάρια υπολογισμών και να κάνει κανείς σε παρόμοια συμπεράσματα θα καταλήξει.

Για να μπορέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της χώρας να πέσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να είναι υποφερτή για την οικονομία και τον προϋπολογισμό, χωρίς λιτότητες, περικοπές ζωτικών δαπανών και ξεπουλήματα, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να πληροί τις εξής βασικές προϋποθέσεις:

 Πρώτο: Μονομερής διαγραφή άνω του 80% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους.

Δεύτερο: Έξοδος από το ευρώ και εισαγωγή εθνικού νομίσματος.

Τρίτο: Εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε κάθε άλλη περίπτωση η χώρα είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν το «κουρέψει» σε μεγάλο ποσοστό. Θα παραμείνει αιχμάλωτη των εξωτερικών και των εσωτερικών ελλειμμάτων και εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

 

Μια ρεαλιστική προσέγγιση

 

Βέβαια το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: Μπορεί στ’ αλήθεια μια οικονομία με τους πόρους της ήδη κατασπαταλημένους και λεηλατημένους να προχωρήσει γρήγορα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία απαιτεί πολλαπλάσιες επενδύσεις και δαπάνες από το δημόσιο, έχοντας ταυτόχρονα να εξυπηρετεί έστω κι αυτό το 4% ή έστω ένα ακόμη μικρότερο ποσοστό επί του ΑΕΠ; Κατά τη γνώμη μου όχι. Τουλάχιστον για μια δεκαετία η ελληνική οικονομία, αφού πρώτα ξεφύγει από το δόκανο του ευρώ, θα χρειαστεί ότι έχει και δεν έχει από άποψη χρηματοδοτικών πόρων προκειμένου να πετύχει την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όχι μόνο δεν θα της περισσεύει τίποτε, αλλά θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους από το εξωτερικό για να εξασφαλίσει τεχνογνωσία, τεχνολογία και εφαρμογές για μια σύγχρονη ανάπτυξη της δικής της παραγωγής.

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά της μη αναγνώρισης και άρνησης του χρέους από όλες τις άλλες προτάσεις που επικεντρώνονται απλά στη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Δεν μιλάμε φυσικά για τις προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους με «κούρεμα» και μάλιστα εντός του ευρώ. Αυτές δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να πρακτορεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα των διεθνών δανειστών και των οργάνων τους στο ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ. Μιλάμε για προτάσεις που μένουν μόνο στο μέγεθος του δημόσιου χρέους, χωρίς να απαντάνε στο κρίσιμο ερώτημα της εξυπηρέτησης: πόση εξυπηρέτηση μπορεί να σηκώσει η ελληνική οικονομία, ο λαός και τα δημόσια οικονομικά του;

Η διαφορά τους με τη δική μας πρόταση δεν έγκειται όπως παραπλανητικά συχνά λέγεται στο ότι εκείνοι επιζητούν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, ενώ εμείς τη διαγραφή ολόκληρου του χρέους. Η αληθινή διαφορά βρίσκεται στο ότι η πρόταση για μη αναγνώριση και άρνηση του δημόσιου χρέους ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία. Ξεκινά από την ανάγκη ανατροπής της σχέσης οφειλέτη-δανειστή υπέρ της χώρας μας. Ξεκινά από την τεκμηρίωση της ανάγκης το κράτος και η χώρα να μην αναγνωρίσει το υπάρχον δημόσιο χρέος, να μην αναγνωρίσει το σύνολο των υποχρεώσεών της, όχι απαραίτητα για να το διαγράψει ολόκληρο, αλλά για να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς δύναμης με τους δανειστές. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιλέξει η χώρα και ο λαός της ποιο μέρος του χρέους αντέχει να πληρώσει, πότε, υπό ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ποιο το όφελος. Χωρίς να δυναμιτιστεί η προσπάθεια ανασύνταξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Χωρίς δηλαδή να πάθει ότι και η Αργεντινή, η οποία ενώ διέγραψε το 70% του χρέους της το 2003 αναγνώρισε τις οφειλές της για το 30%, το οποίο έτσι ή αλλιώς δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει ευθύς εξαρχής. Τώρα σέρνεται ξανά πίσω στο κατώφλι του ΔΝΤ.

Όπως είμαστε σήμερα κάθε επιχείρηση διαπραγμάτευσης του χρέους θα οδηγήσει αναγκαστικά σε όλο και ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, σε χειρότερους εκβιασμούς από τις αγορές και κυρίως από εκείνους τους κερδοσκόπους που ξέρουν πώς να εκμεταλλεύονται χώρα υπό χρεωκοπία και στη διεθνή ορολογία ονομάζονται επενδυτικά κεφάλαια γύπες. Διαπραγμάτευση του χρέους υπό αυτές τις συνθήκες σημαίνει οικιοθελή παράδοση στους γύπες των διεθνών αγορών.

Σ’ αυτήν άλλωστε την αναδιαπραγμάτευση του χρέους σέρνεται και η κυβέρνηση, αφού τσακιστεί κάθε αντίσταση ή αντίρρηση μέσα από το ξεπούλημα της χώρας.

 

Ποια είναι η λύση;

 

Αν λοιπόν δεν είναι αυτή η λύση, τότε τι μπορούμε να κάνουμε;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αλλάξει το οτιδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ’ όλα ο βρόγχος του δημόσιου δανεισμού, αν δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή των δανειστών της. Όποιος το αγνοεί αυτό απλά ονειροβατεί, εκτός κι αν είναι αβανταδόρος των τραπεζών και των κερδοσκόπων στην προσπάθειά τους να αποπροσανατολίσουν τον απλό κόσμο.

Μια ριζικά διαφορετική πολιτική που ξεκινά στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη: Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός.

Τα δανεικά δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού και της χώρας.

Ο δανεισμός χρηματοδότησε τη λεηλασία του τόπου και μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που σήμερα ρίχνει τη χώρα και τον λαό της στον Καιάδα του ΔΝΤ.

Ο λαός δεν χρωστά, του χρωστάνε. Δεν μπορεί λοιπόν να του ζητιέται να πληρώσει τον «λογαριασμό του χρέους» που άλλοι δημιούργησαν και επωφελήθηκαν από αυτό.

Το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι ένα επαναστατικό ή σοσιαλιστικό μέτρο, αλλά ένα βαθιά λαϊκό δημοκρατικό μέτρο που απαντά όχι μόνο στην αδυναμία της αποπληρωμής του σημερινού δημόσιου χρέους της χώρας, αλλά και στον χαρακτήρα αυτού του χρέους. Δηλαδή στο γεγονός ότι ανήκει – τουλάχιστον κατά 75% – σε διεθνείς κερδοσκόπους και τοκογλύφους κατόχους ομολόγων που δεν μπαίνουν σε καμμιά διαπραγμάτευση εκτός κι αν τους συμφέρει.

Αυτό δείχνει η εμπειρία 286 επίσημων χρεωκοπιών κρατών από το 1824 έως το 2009. Δεν υπήρξε ούτε μια περίπτωση που κάποιο κράτος να ανάγκασε σε συμβιβασμό τους ομολογιούχους του χρέους του μέσα από διαπραγματεύσεις και κραδαίνοντας την απειλή της παύσης των πληρωμών. Δεν υπήρξε ούτε μια περίπτωση που ένα κράτος να μπήκε σε διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης του χρέους του και να την έβγαλε καθαρή. Να πέτυχε δηλαδή να απαλλαγεί από τα αρπακτικά που κατέχουν τα ομόλογα του χρέους του. Ούτε μία περίπτωση.

Γι’ αυτό και μου κάνει μεγάλη εντύπωση η ευκολία με την οποία κάποιοι – ακόμη και μέσα στην λεγόμενη ριζοσπαστική αριστερά – διολισθαίνουν στη λογική της αναδιαπραγμάτευσης.

Το καίριο ζήτημα δεν είναι η παύση πληρωμών, αλλά η αναγνώριση η μη του χρέους. Από την στιγμή που θα κάνεις το λάθος να το αναγνωρίσεις, είτε προχωρήσεις σε παύση πληρωμών και διαπραγμάτευση, είτε σε μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, την έχεις πατήσει. Γιατί αναγνώριση του χρέους σημαίνει αναγνώριση των έννομων δικαιωμάτων των ομολογιούχων πάνω στη χώρα σου. Σημαίνει ότι τους αναγνωρίζεις το δικαίωμα να σε κυνηγάνε εσαεί για τα ομόλογα που έχουν στα χέρια τους. Σημαίνει ότι απεμπολείς το όπλο του "απεχθούς χρέους" με βάση το διεθνές δίκαιο, καθώς και το θεμελιώδες δικαίωμα του λαού σου στη δική του αυτοδιάθεση και κυριαρχία, η οποία δεν μπορεί να απειλείται από καμμιά ξένη δύναμη, οικονομική, πολιτική, ή στρατιωτική.

Αυτός είναι ο λόγος που, σύμφωνα με την άποψή μου, το κεντρικό ζήτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι η παύση πληρωμών και η διαπραγμάτευση ή μη, η μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά η μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από τον λαό, ως χρέος "απεχθές", ως μοχλός κατάλυσης της κυριαρχίας της χώρας. Από εκεί και πέρα φυσικά μπορεί να δει κανείς κατά περίπτωση τι θα κάνει κατά περίπτωση. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι καμιά απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία του λαού, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον του και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρίας.

Τέλος, η άρνηση πληρωμής του χρέους είναι μόνο η αρχή, η αναγκαία αφετηρία για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία που απαιτεί:

1.      Απαλλαγή της χώρας από το καθεστώς της νέας κατοχής από την ΕΕ και το ΔΝΤ, κατάργηση του άθλιου «μνημονίου» που έχει υπογράψει και νομοθετήσει η κυβέρνηση.

2.      Μονομερής άρνηση της πληρωμής του χρέους ώστε να γλυτώσουμε από την επικείμενη πτώχευση – που προετοιμάζει η «τρόικα» και η κυβέρνηση – και να διασώσουμε μισθούς, συντάξεις και λαϊκές αποταμιεύσεις.

3.      Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος επωφελήθηκε από αυτές.

4.      Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα. Με αναδρομική ισχύ. Όποιος, νομικό ή φυσικό πρόσωπο, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.

5.      Έξοδο από τη ζώνη του ευρώ. Όσο η χώρα βρίσκεται μέσα στην ΟΝΕ είναι εκτεθειμένη σε κάθε είδους πιέσεις, στους εκβιασμούς και στις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της ευρωζώνης.

6.      Εθνικοποίηση των μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων, με πρώτη και κύρια την τράπεζα της Ελλάδας, για τον έλεγχο της οικονομίας, τον επαναπροσανατολισμό της πιστωτικής πολιτικής και τον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων. Κατάργηση όλων των μορφών επιχειρηματικής «συγκάληψης», όπως οι υπεράκτιες εταιρείες (offshore), οι εταιρείες συμμετοχών (holding) κοκ.

7.      Ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας με πρώτη την εθνικοποίηση των παλιών ΔΕΚΟ και υπηρεσιών που ιδιωτικοποιήθηκαν. Ένα κράτος που πρέπει να πάψει να αποτελεί φέουδο μιας παρασιτικής οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας η οποία σήμερα κυβερνά τη χώρα.

8.      Παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία δεν θα στηρίζεται σε ξένους και ντόπιους κερδοσκόπους επενδυτές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων, στη δυναμική και την πρωτοβουλία των ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων του τόπου.

9.      Την αλλαγή του μονομερούς προσανατολισμού της χώρας και την απαλλαγή της από τα δεσμά που της έχουν επιβληθεί. Χρειάζεται η χώρα και ο λαός να ανοιχτούν επιτέλους στη διεθνή ζωή, να αξιοποιήσουν δυνατότητες και ευκαιρίες μέσα από την αναζήτηση νέων διεθνών ερεισμάτων, επαφών και σχέσεων με όλους τους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου, δίχως ανισότιμες σχέσεις, δίχως καταναγκασμούς, επιβολές και μονοπωλιακές εξαρτήσεις.

Η διάσωση της χώρας δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον λαό στον «γύψο» ούτε με «εθνικές» ή «υπερκομματικές» κυβερνήσεις εκφασισμού της πολιτικής ζωής. Η διέξοδος από την κρίση απαιτεί περισσότερη και όχι λιγότερη δημοκρατία.

Απαιτεί τον λαό στο προσκήνιο, όχι θεατή και θύμα των εξελίξεων.

Απαιτεί μια νέα εξουσία με τον λαό στα κέντρα των αποφάσεων και όχι ένα διεφθαρμένο σύστημα κυβερνητικής απολυταρχίας.

Απαιτεί την κατάκτηση της δημοκρατίας μέσα από την αυθεντική κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Ποιος μπορεί να το κάνει αυτό;

Μόνο αν αφυπνιστεί και κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, των εργαζομένων, των μικρομεσαίων και των νέων μπορεί να αποτραπεί η καταστροφή και χαραχτεί μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου του ίδιου του λαού και της χώρας. Αυτή η αφύπνιση δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός κόμματος, ή μιας μόνο πολιτικής παράταξης. Χρειάζεται επειγόντως η δημιουργία ενός μεγάλου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ολόκληρου του λαού για τη διάσωση της χώρας ώστε να ξεφύγουμε από το καταθλιπτικό μονόδρομο της καταστροφής, της λεηλασίας και της υπερχρέωσης.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν μπορεί να είναι υπόθεση απλώς και μόνο ορισμένων οργανώσεων, ή κομμάτων, αλλά αφορά όλες τις πολιτικές δυνάμεις που στρατεύονται στην υπόθεση των εργαζομένων, έχει ανάγκη το σύνολο των δυνάμεων του λαού πέρα και πάνω από κομματικές τοποθετήσεις και ιδεολογικές διαφορές.

Είναι το μέτωπο των εργαζομένων, των νέων, των μικρομεσαίων, των αγροτών, του συνόλου του παραγωγικού δυναμικού του λαού για μια ριζικά διαφορετική πορεία.

Είναι μέτωπο για την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία ενάντια στην μετατροπή της χώρας σε αποικία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, ενάντια στο καθεστώς κατοχής από τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ και τις ντόπιες κυβερνήσεις των δωσιλόγων.

Ένα τέτοιο μέτωπο για τη σωτηρία της χώρας και την αναγέννηση της μπορεί και πρέπει να υπολογίζει στη συνδρομή των δοκιμαζόμενων λαών των υπολοίπων χωρών της Ευρώπης αλλά και του κόσμου.

Είναι χρέος όλων μας, πρώτα και κύρια όλων των δυνάμεων που θέλουν να μιλούν εξ ονόματος των αδικημένων αυτής της κοινωνίας, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να ανταποκριθούμε στη ζωτική ανάγκη προώθησης ενός τέτοιου μετώπου με σκοπό τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας.

 

Δημοσιεύθηκε στο Hellenic Nexus, τεύχος 47, Δεκέμβριος 2010

ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ

ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ

 

Του Θανάση Τζιούμπα

 

The working class hero is something to be…

 (John Lennon)

 

Ξαφνικά μοιάζει να γυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων. Το νομοσχέδιο για τις εργασιακές θέσεις και αμοιβές έρχεται να σαρώσει ότι απέμεινε ως θεσμικό αποκρυστάλλωμα από τους αγώνες των εργαζόμενων από την μεταπολίτευση και μετά. Η αρχή της μη δυσμενούς μεταβολής των αμοιβών εξαλείφεται. Η αρχή της ισχύος της ευνοϊκότερης για τον εργαζόμενο ρύθμισης από τις ισχύουσες συμβάσεις ή την γενική νομοθεσία το ίδιο. Κάθε αφεντικό μπορεί, κρίνοντας πως η κερδοφορία του δεν είναι επαρκής, να καλέσει τους εργαζόμενους και επικαλούμενο τις κατά δήλωση του δυσκολίες και επισείοντας τον μπαμπούλα των απολύσεων να εξαναγκάσει τους εργαζόμενους σε «κούρεμα» των αποδοχών, με μόνο όριο ασφάλειας τον… βασικό μισθό των 740 ευρώ μικτά.

Παράλληλα μπορεί να αποφασίσει και διατάξει εκ περιτροπής απασχόληση, απλήρωτες υπερωρίες, ωράρια λάστιχο. Κι όλα αυτά χωρίς να διασφαλιστεί  η απασχόληση, διασφάλιση για την οποία υποτίθεται ότι γίνονται όλα αυτά. Το γεμάτο περίστροφο του Παπανδρέου δίνεται στα χέρια των εργοδοτών και στρέφεται στον κρόταφο των εργαζομένων, εκεί δηλαδή που από την αρχή στόχευε.

Να δούμε τώρα που θα κρυφτεί η ηγεσία της ΓΣΕΕ! Έτρεχαν να συμφωνήσουν άρον άρον με τον ΣΕΒ κατ’ εντολή της υπουργού Εργασίας, μήπως και έχει αυτή ένα διαπραγματευτικό χαρτί «συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων» απέναντι στην τρόικα, ώστε να μετριαστεί το τσουνάμι ή καλύτερα το πολιτικό κόστος που θα χρεωθεί. Λες και η επιτήρηση περιορίζεται όπως μας λέγανε μόνο στο ύψος των ελλειμμάτων του δημόσιου προϋπολογισμού και δεν επεκτείνεται στο σύνολο των αποφάσεων οικονομικής πολιτικής που πρέπει να τίθενται συνεχώς υπό την αίρεση των πραγματικών κυβερνητών της χώρας, της κατοχικής κουστωδίας με τις γραβάτες και τους χαρτοφύλακες. Λες ακόμα και η λεγόμενη «ανάταξη» (γιατί ο φασισμός χρησιμοποιεί πάντα χειρουργικούς όρους για να περιγράψει τους στόχους του) δεν έχει δηλώσει εξ αρχής ότι θέλει να αποκαταστήσει την «ανταγωνιστικότητα» της ελληνικής οικονομίας, νοούμενης της ανταγωνιστικότητας ως σύγκρισης με τις οικονομίες των όμορων χωρών όπως η Βουλγαρία, τα Σκόπια ή η Τουρκία. Λες, τέλος, και δεν υπάρχει απ’ ευθείας γραμμή των εργοδοτών (με επικεφαλής τα καρτέλ των ΜΜΕ που είναι ταυτόχρονα και οι «διακεκριμένοι εθνικοί προμηθευτές») με τους υπάλληλους της τρόικας. Η Κατσέλη εισέπραξε ένα ηχηρό «νάιν» και τελικά το «πολυνομοσχέδιο» που τίθεται υπ’ όψη της Βουλής εκθέτει ανεπανόρθωτα την συμφωνία του Παναγόπουλου και τις ονειρώξεις της υπουργού ότι θα πέσει στα μαλακά.

Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σε πείσμα των ρητορικών σχημάτων και των αναλύσεων το ελληνικό κεφάλαιο ήταν πάντα συνδεδεμένο με τις χαμηλές αμοιβές εργασίας, καθώς ποτέ δεν επένδυσε με σοβαρό τρόπο στην τεχνολογία (άλλωστε στην πατρίδα μας  και οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα παραμένουν σε επίπεδα αφρικανικής χώρας). Η απάντηση για την κρίση ανταγωνιστικότητας ήταν το μαύρο μεροκάματο του μετανάστη, και τώρα που το κοινωνικό κόστος της μετανάστευσης έγινε δυσβάσταχτο, επιχειρεί να εξισώσει τις αμοιβές της ημεδαπής εργασίας με της αλλοδαπής. Την ίδια στιγμή, αυτό το μεταπρατικό κεφάλαιο σχημάτισε τα καρτέλ, που εκτόξευσαν το κόστος ζωής στην Ελλάδα σε ύψη αντίστοιχα με αυτά χωρών με πολύ υψηλότερες  αμοιβές εργασίας. Τι επιχειρείται τώρα; Ανταγωνιστικές αμοιβές με αυτές των 250 ως 300 ευρώ των όμορων ανταγωνιστών, με ένα κόστος «αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης» (για να θυμηθούμε τους κλασσικούς) υπερδιπλάσιο. Θέλετε αριθμούς; Το όριο της φτώχειας έχει οριστεί για την χώρα μας στα 6.480 ευρώ το ατομικό εισόδημα και 13.608 το οικογενειακό (2 παιδιά). Σαν να λέμε 540 και 1.134 τον μήνα αντίστοιχα, καθαρό εισόδημα βέβαια. Ποιο είναι το «δίχτυ ασφαλείας» του πολυνομοσχέδιου; Ο μισθός της Εθνικής Σύμβασης, γύρω στα 640 ευρώ καθαρά. Η φτώχεια λοιπόν, τίποτε περισσότερο από φτώχεια. Το αν θα τα καταφέρουν είναι αμφίβολο: η κερδοφορία του μεταπράτη μέσω του χαμηλού κόστους εργασίας και των υψηλών τιμών πώλησης των προϊόντων της είναι ανέφικτη σε κλίμακα κοινωνίας. Όμως πριν από αυτό ένα μεγάλο κομμάτι των εργαζόμενων θα βιώσει το πιο σκληρό πρόσωπο της ανέχειας τόσο με το πέρασμα κάτω από την κόκκινη γραμμή όσο και (ακόμα χειρότερα) με την ανεργία ως αποτέλεσμα της ύφεσης. Οι περικοπές στις αποζημιώσεις απόλυσης που προηγήθηκαν συμπληρώνονται με την άρση της υποχρέωσης για αποζημίωση στους εργαζόμενους μέχρι 12 μήνες, και καμιά υποχρέωση δεν θεσπίζεται για την διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία. Κατά τα άλλα το «πολυνομοσχέδιο» θυσιάζει τις αμοιβές για να μην χαθούν θέσεις εργασίας.

             Αυτό είναι το μόνο «κούρεμα» που πραγματοποιούν οι ψεύτες του ΠΑΣΟΚ. Γιατί κατά τα άλλα οι ξένοι δανειστές συνεχίζουν να εισπράττουν κανονικά τα τοκογλυφικά επιτόκια, οι τράπεζες εξακολουθούν να ενισχύονται χωρίς να ενισχύουν, οι φοροφυγάδες να ανταμείβονται με την περαίωση και την κατάργηση του πόθεν έσχες για την αγορά ακινήτου, οι εισαγωγείς επωφελούνται με την ξαναζεσταμένη σούπα της απόσυρσης αυτοκινήτων, οι μίζες για τα εξοπλιστικά καλά κρατούν εναλλάσσοντας τον Χριστοφοράκο με τον Σάφα.

Είναι πολλοί αυτοί που θα πουν το «πολυνομοσχέδιο» είναι ήδη πραγματικότητα στον ιδιωτικό τομέα, ότι στο εμπόριο στην οικοδομή και σε τόσους άλλους χώρους εργασίας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι βιώνουν αυτές τις συνθήκες. Η οργανωμένη αντίσταση στους χώρους μοιάζει να έχει σιγήσει προ πολλού με την έκλειψη των συνδικάτων που αναδιπλώθηκαν στον Δημόσιο Τομέα και τις ΔΕΚΟ. Η μόνη δυνατότητα άμυνας για τον εργαζόμενο ήταν το νομικό καθεστώς των σχέσεων εργασίας και αμοιβής, και πρακτικά η Επιθεώρηση Εργασίας και τα Δικαστήρια, αν έπαιρνε βέβαια το ρίσκο να προσφύγει σ’ αυτά. Τώρα κι αυτό το εμπόδιο αίρεται καθώς δεν είναι δυνατόν να περιμένει κανείς ότι μπορούν να αντισταθούν στην βούληση του εργοδότη, όπως αυτή θωρακίζεται με το πολυνομοσχέδιο, κάποια αναιμικά επιχειρησιακά σωματεία ή τα κλαδικά που η ύπαρξη κι ο ρόλος τους εξαρτάται από την «επιτυχή» έκβαση μιας διαπραγμάτευσης σε συνθήκες ομηρίας, με μόνο επιχείρημα την επίκληση της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης» ή άλλων αντίστοιχων ταξικών όπλων. Τώρα η μόνη διαπραγμάτευση θα έχει ως αντικείμενο την μείωση της απώλειας, απώλεια που θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, με συσχετισμούς που θέτουν απέναντι από τους εργαζόμενους όχι μόνο τον εργοδότη αλλά και την «υψηλή πύλη» της τρόικας και το παραμάγαζο της, την ελληνική κυβέρνηση.

Εστιάζοντας μόνο στον ιδιωτικό τομέα (γιατί το «πολυνομοσχέδιο» δεν περιορίζεται βέβαια σ’ αυτόν αλλά αυτό είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης)  οι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να «ξαναεφεύρουν» τον συνδικαλισμό στον εργασιακό χώρο. Να ανακαλύψουν από την αρχή τα αυτονόητα, την αλληλεγγύη, την ενότητα, την διεκδίκηση. Να αναπτύξουν νέα δίκτυα συντονισμού στην θέση των ανυπόληπτων κυβερνητικών δευτεροβάθμιων συνδικάτων. Να απαντήσουν στον εκβιασμό του κλεισίματος των επιχειρήσεων και της ανεργίας με μορφές πάλης που περιέχουν το άνοιγμα και λειτουργία τους από τους εργαζόμενους. Σήμερα χρειάζονται οι «σημειακές αντιστάσεις», τα νέα παραδείγματα, οι αγώνες που με την μορφή και το περιεχόμενο τους θα ανοίξουν νέους δρόμους για τον κόσμο της εργασίας. Φαντάζει (και είναι) δύσκολο, ακατόρθωτο ίσως. Αλλά, όπως έλεγε το σύνθημα των αγώνων μιας άλλης εποχής, «αν δεν πραγματοποιήσουμε το αδύνατο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο». Και το αδιανόητο είναι αυτό που ήδη συμβαίνει γύρω μας.

 

13-12-2010, Θανάσης Τζιούμπας

 

ΠΗΓΗ: http://www.ardin.gr/node/3965

Φοιτ. Κίνημα πολλά χρόνια μετά το Πολυτεχνείο

Φοιτητικό κίνημα πολλά χρόνια μετά το Πολυτεχνείο

Συνέντευξη  Του Δημήτρη Παπαχρήστου


 Στα πλαίσια του αφιερώματος για το φοιτητικό κίνημα, αλλά ταυτόχρονα υπερβαίνοντας τα όρια του, σκεφτήκαμε να κουβεντιάσουμε με κάποιον που, κατά τη γνώμη μας, είναι ο πλέον αρμόδιος να μιλήσει περί αυτού, μ’ έναν τέως ενεργό φοιτητή κι έναν νυν ενεργό -ενεργότατο- πολίτη, το Δημήτρη Παπαχρήστο.

Ο Δημήτρης Παπαχρήστος είναι συγγραφέας, αρθρογράφος και παραγωγός εκπομπών στο ραδιόφωνο, όπου πήρε το βάπτισμα του πυρός το Νοέμβρη του ’73, οπότε και ήταν εκφωνητής στον αυτοσχέδιο Ραδιοφωνικό Σταθμό των φοιτητών του Πολυτεχνείου.

Συνέχεια

Διαβολκυβέρνηση…. του παπα Ηλία Υφ.

Διαβολκυβέρνηση….

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 


 

Όσοι για ηλεκτρονική
Μιλούν διακυβέρνηση,
Έχουνε πάντα κατά νου
Μια διαβολοκυβέρνηση!….

Που γνήσια διαβολικό
Θα έχει ρεπερτόριο:
Να κάμει ολάκερη τη Γη
Μακάβριο κρεματόριο…

 

Όπου αρχικρεμάτορες
Θα είναι οι τοκογλύφοι,
Που των εφιαλτών o εσμός
Ξεδιάντροπα θα γλείφει!…

 

Κι όπου κλαυθμός και οδυρμός
Σ’ όλης της Γης τα πλήθη…

 

Αυτή ’ναι η μαύρη και πικρή,
Οδυνηρή αλήθεια!
Κι όχι όσα τα ΜουΜουΕ
Σερβίρουν παραμύθια!…

 

παπα-Ηλίας, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 13-12-2010

Εργασιακός Μεσαίωνας Ι

  Εργασιακός Μεσαίωνας

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Χειρότερο εφιάλτη από την πολιτική της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου απέναντι στους εργαζόμενους δεν θα μπορούσε πριν από έναν χρόνο να φανταστεί ούτε ο πιο εμπαθής, ακόμη και σε βαθμό… παράνοιας εχθρός του ΠΑΣΟΚ! Βάσει του νομοσχεδίου που προώθησε την Πέμπτη στη Βουλή το υπουργικό συμβούλιο και το οποίο θα ψηφίσουν κατεπειγόντως σε νόμο οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, ο κάθε εργοδότης του ιδιωτικού τομέα θα μπορεί πλέον να μειώνει όσο θέλει τους μισθούς των εργαζομένων, χωρίς κανένα όριο πέραν του κατώτατου μισθού των 740 ευρώ μεικτά: από τα π.χ. 1.500 ή και 2.500 ευρώ να τους ρίχνει στα… 1.000 ή και στα 740 ευρώ!!!

Πιο αντεργατικός νόμος δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία του ελληνικού κράτους, ούτε στη διάρκεια των πιο ειδεχθών δεξιών δικτατορικών καθεστώτων. Στόχος του νόμου αυτού δεν είναι μόνο ο πλήρης μισθολογικός εξευτελισμός των εργαζομένων, αλλά και η ηθική απαξίωση και ο διασυρμός τους ενώπιον των εργοδοτών. Να αισθάνονται δηλαδή οι εργαζόμενοι ότι ανά πάσα στιγμή βρίσκονται στο απόλυτο έλεος του αφεντικού τους, που μπορεί να τους λιώσει!

Είναι τόσο απεχθής αυτή η πολιτική, που ακόμη και ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν αισθάνεται την ανάγκη να διακηρύσσει κάθε μέρα, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, ότι το ΔΝΤ δεν ζήτησε μειώσεις των μισθών στον ιδιωτικό τομέα από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Εννοεί έτσι ότι είναι αποκλειστική επιλογή του πρωθυπουργού η λεηλασία των εισοδημάτων των Ελλήνων εργαζομένων και όχι επιταγή ή απαίτηση των ξένων επικυρίαρχων της πατρίδας μας. Πρόκειται δηλαδή για εφαρμογή του πραγματικού κυβερνητικού προγράμματος του Γ. Παπανδρέου, το οποίο υπερβαίνει τις εντολές των ξένων δυναστών της Ελλάδας.

Οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου έχει σχέδιο να πετάξει στον κοινωνικό Καιάδα τους εργαζόμενους. Αργά αργά κάποιοι αρχίζουν να αντιδρούν. «Η ΠΑΣΚ Σιδηροδρομικών δεν είναι διατεθειμένη να βαδίσει στον ολισθηρό δρόμο που επέλεξε η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αποφάσισε σήμερα να διακόψει κάθε δεσμό με αυτές τις πολιτικές και τους εκφραστές της» υπογραμμίζει σε ανακοίνωση που εξέδωσε την Πέμπτη.

Ρήξη με την κυβέρνηση ενδέχεται να επιλέξει και η ΠΑΣΚΕ, η συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και σε κεντρικό επίπεδο. Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται τουλάχιστον αν πάρει κανείς τοις μετρητοίς ανακοίνωση της ΠΑΣΚΕ, όπου τονίζεται ότι «η ΠΑΣΚΕ υπηρετεί τους εργαζόμενους, αρχές και αξίες και όχι νεοφιλελεύθερες συνταγές που υλοποιεί η κυβέρνηση». Λόγια του αέρα, μπορεί εύκολα να αντιτάξει κανείς, λαμβάνοντας υπόψη το αμαρτωλό παρελθόν των κυβερνητικών συνδικαλιστών. Ίσως. Μερικές φορές όμως τα πράγματα αλλάζουν. Εκατό χρόνια πίσω φέρνει τους εργαζόμενους της χώρας μας η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ από πλευράς εργασιακών σχέσεων. Στην εποχή πριν από την αιματηρή Πρωτομαγιά του 1886 στο Σικάγο, η οποία σηματοδότησε τη σταδιακή καθιέρωση της οκτάωρης εργασίας και την πορεία βαθμιαίας κατάκτησης εργατικών δικαιωμάτων. Ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής (!) Διεθνούς Γιώργος Παπανδρέου παίρνει τώρα πίσω από τους Έλληνες όλα όσα κέρδισαν με αγώνες στη διάρκεια ενός αιώνα.

Η εθνική ταπείνωση στην οποία οδήγησε την Ελλάδα ο πρωθυπουργός, ακολουθώντας την εντελώς αντίθετη πορεία με τον πατέρα του, τον Ανδρέα Παπανδρέου, συνοδεύει την εξαθλίωση του ελληνικού λαού. «Το τελευταίο διάστημα χάνω τις κυριακάτικες προπονήσεις μου στο ποδόσφαιρο γιατί ασχολούμαι με την Ελλάδα» είπε περιφρονητικά στους Έλληνες βουλευτές ο Φινλανδός κομισάριος Ολι Ρεν, αφού προηγουμένως τους είχε αφήσει να τον περιμένουν στη Βουλή 40 λεπτά μετά την καθορισμένη ώρα. «Σιγά μην προσβληθούν οι υποτελείς» σκέφθηκε προφανώς.

Η γενική απεργία της Τετάρτης θα δείξει αν οι Έλληνες εργαζόμενοι είναι έτοιμοι να αντιδράσουν στην επιστροφή στον εργασιακό Μεσαίωνα που τους οδηγεί η κυβέρνηση ή αν θα περάσουμε μια «εργασιακή… τουρκοκρατία» πριν εξεγερθούν οι σύγχρονοι «ραγιάδες»…

 

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ – «E», 11/12/2010, http://www.thepressproject.gr/external.php?id=2645

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν αντί σχολίων από τον admin.

ΠΕΡΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ

ΠΕΡΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η παγκόσμια κοινότητα περνά ίσως τη βαθύτερη κρίση κατά τη μακραίωνη ιστορία των ανθρωπίνων κοινωνιών. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε συγκεντρωθεί τόσο μεγάλη ισχύς στα χέρια ελαχίστων ανθρώπων και ποτέ αυτοί οι δυνάστες δεν ήσαν τόσο ανάλγητοι όσο οι σημερινοί. Στο παρελθόν οι ηγέτες είχαν κάποια ελαφρυντικά για την αγριότητα που επέδειξαν, καθώς ο κώδικας αξιών την ανεχόταν, αν δεν την επέτρεπε μάλιστα. Όλοι τους έκαναν και κάποιο καλό έργο είτε σε στιγμές καλής συναισθηματικής φόρτισης είτε για υστεροφημία. 

Αυτοί που ασκούν σήμερα εξουσία επί της γης είναι παντελώς ανάλγητοι. Βέβαια δεν ηγούνται οι ίδιοι των επιθέσεων των στρατευμάτων τους γι’ αυτό και δεν βάφουν με αίμα τα χέρια τους. Είναι όμως οι εμπνευστές των σχεδίων και επιτελείς καθοδήγησης σε όλες τις συρράξεις στην επιφάνεια του πλανήτη! Ο σκοπός παραμένει ο ίδιος από την προϊστορική εποχή: Απόκτηση πλούτου και δόξας. Και για μεν τον πλούτο είναι παθιασμένοι στο έπακρο, τη δόξα όμως την παραχωρούν στους υποτακτικούς τους. Γιατί είναι αφελές να πιστεύουμε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι πλανητάρχης και όχι υποτελής στις δυνάμεις που τον προωθούν στην εξουσία. Ίσως να είναι αφελέστερο να υποστηρίζεται ακόμη ότι στην αστικού τύπου δημοκρατία τους αιρετούς άρχοντες εκλέγει ο λαός!

Ας εξετάσουμε κάποιους από τους παράγοντες της ανάπτυξης, για την οποία πολλοί κόπτονται. Ασφαλώς όλοι εννοούν την οικονομική ανάπτυξη και μόνο, τη μόνη που αναγνωρίζει όχι βέβαια ο κώδικας αξιών αλλά η έλλειψη κώδικα αξιών στη σύγχρονη δυτικού τύπου κοινωνία. Η ανάπτυξη αυτή επετεύχθη κατά το παρελθόν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Επιχειρήθηκε κατά καιρούς να αποδοθεί αυτό στη διανοητική ανωτερότητα της λευκής φυλής. Μάλιστα κάποιοι ώθησαν την ψευτοέρευνα και σε τομείς όπως η βιολογική μας συγκρότηση. Αισθητή ήταν η ροπή ήδη κατά τις αρχές του 20ου αιώνα προς στήριξη της θεωρίας του φυλετισμού, την οποία κάποιοι επέκτειναν στην ακραία και αντιεπιστημονική άποψη της ευγονικής.

Κάποιες σκηνοθετημένες δοκιμασίες, γνωστές ως IQ tests, κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των δυτικών πολιτιστικών προτύπων, έδωσαν στην αρχή ψευδαίσθηση επιβεβαίωσης της ορθότητάς τους. Τα δείγματα των μη λευκών παρμένα από τα υποβαθμισμένα “γκέτο” των αμερικανικών μεγαλουπόλεων ήταν άκρως ικανοποιητικά γι’ αυτή την “επιβεβαίωση”! Αργότερα, με τη βιομηχανική άνοδο και της Ιαπωνίας άρχισαν να συμμαζεύονται κάπως. Σίγησαν τελικά, όταν έγιναν έρευνες και σε παιδιά μαύρων που είχαν ανατραφεί σε περιβάλλον λευκών ως υιοθετημένα. Όσο για την ευγονική, αυτή τάφηκε για δεακετίες, μετά την πρακτική εφαρμογή των μεθόδων της από “επιστήμονες” του Γ’ Ράιχ σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου.

Πώς όμως φθάσαμε ως εδώ; Η ιστορία είναι αρκετά παληά. Ξεκινά από τη εποχή που ο λευκός αισθάνθηκε πως η Γηραιά ήπειρος μικρά περιθώρια πλουτισμού είχε να του προσφέρει, καθώς είχε εξαντληθεί στο εσωτερικό της από τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις, ενώ η “σταυροφορία” κατά των “απίστων” στην Εγγύς Ανατολή και στην Αφρική πικρή γεύση είχε αφήσει στους αλαζόνες. Εκεί στον νέο Κόσμο ο άπληστος Ευρωπαίος πίστεψε πως βρήκε πλούτη αμύθητα! Εξόντωσε αρχικά τους τοπικούς ηγέτες, γιατί δεν τα πρόσφεραν, σ’ εκείνους τους “πολιτισμένους”, στους “χριστιανούς”. Στη συνέχεια θεώρησαν ότι τον πλούτο θα τον απέδιδε η γη, αν την καλλιεργούσαν ως σκλάβοι πλέον οι πρώην ιδιοκτήτες της! Φυσικά δεν σεβάστηκαν τους απόκληρους πλέον γηγενείς, αλλά τους εξόντωσαν υπό τις σκληρές συνθήκες εργασίας που επέβαλλαν, λόγω της απληστίας τους. Και όταν έμειναν χωρίς εργατικά χέρια, χάρη στη διανοητική τους ανωτερότητα εφεύραν αμέσως λύση: Το δουλεμπόριο από την Αφρική!

Τρώγοντας όμως ανοίγει η όρεξη, μόνο που οι Ευρωπαίοι αποδείχθηξαν ακόρεστοι. Στο εσωτερικό βέβαια, για λόγους εντυπώσεων στο ιστορικό προσκήνιο αλλά και για άλλους κοινωνικής ειρήνης, ανακάλυψαν την αξία κάποιων ιδανικών, όπως ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα! Από τότε πρoπαγανδίζουν σε όλη την έκταση του πλανήτη ότι αποτελούν τους φορείς του πανανθρωπίνων ιδανικών! Μάλιστα για να δείξουν πόσο καλοί είναι έδωσαν σε όλους τους λαούς την ελευθερία τους, αποχωρώντας από τις αποικίες και αναγνωρίζοντας την ανεξαρτησία τους! Έτσι είναι;

Για πιά ελευθερία ομιλείτε εγκληματίες; Για την ελευθερία της υποταγής των λαών σε επιλεγμένο κατώτερο στρατιωτικό, τον οποίο προωθείτε αδαπάνως στην εξουσία πουλώντας του όπλα και εξαναγκάζοντας τον στη συνέχεια, προκειμένου να τον διατηρήσετε σ’ αυτήν, να υπογράφει με σας συμφωνίες γνωστές ως της “Μπανανίας”; Τί έχετε να πείτε μεγάλοι εγκληματίες για τις γενοκτονίες στη Μπιάφρα της Νιγηρίας και στη Ρουάντα, κατά το παρελθόν, στο ανατολικό Κογκό σήμερα; Στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν βρήκατε ως δικαιολογία την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εδώ τί έχετε να ισχυριστείτε; Ασφαλώς τίποτε. Γι’ αυτό και σιωπάτε. Τί, δηλαδή; Να πείτε ότι πίσω από τους αντάρτες που εισβάλλουν στο Κογκό από την Ουγκάντα και το Μπουρούντι κρύβονται οι εταιρίες σας που καταληστεύουν τον ορυκτό πλούτο της χώρας πετώντας και κάποιο κόκκαλο στους νεοανθρωποφάγους, τους ωμότερους από τους άλλους του παρελθόντος, που δολοφονούν χωρίς λόγο, που βιάζουν και ξαναβιάζουν, που ληστεύουν και εξαναγκάζουν στην προσφυγιά εκατομμύρια, για τα οποία εσείς δήθεν φροντίζετε εκλιπαρώντας τους απανταχού της γης φιλεύσπλαχνους για μια δωρεά, τώρα που γεννάται ο Χριστός, στη UNICEF ή στον οργανισμό σας για τους πρόσφυγες.

Καθώς είστε ακόρεστοι για πλούτο, ασφαλώς η ισότητα δεν ισχύει για σας που είστε “πιό ίσοι” από τους λοιπούς κοινούς θνητούς, γι’ αυτό και τα θέλετε όλα δικά σας! Όσο για την αδελφότητα, ασφαλώς καγχάζετε όταν ακούτε το σύνθημα. Για να είναι οι άνθρωποι αδελφοί, πρέπει να έχουν κοινό πατέρα! Αλλά εσείς διακηρύξατε προ αιώνος και πλέον ότι ο Θεός πέθανε! Στην αδελφότητα “πιστεύουν” ακόμη κάποια “απολιθώματα” του διεθνιστικού παρελθόντος, των πιστών στην ιδεολογία που στηρίξατε στη γένεσή της και πού τόσα δεινά εσώρευσε στους λαούς, στους οποίους βοηθήσατε να επιβληθεί. Τώρα σας είναι χρήσιμη κατά τρόπο διαφορετικό. Επειδή δεν μπορείτε να αφανίσετε όλους τους απόκληρους της γης στις εστίες τους, τους εξωθείτε στη φυγή προς βιολογική επιβίωση. Στις χώρες φιλοξενίας θα είναι πολλαπλώς χρήσιμοι για σας. Θα σας υπηρετούν για την αύξηση των κερδών σας και θα συντελέσουν στην παράλυση του κοινωνικού ιστού των χωρών που τους φιλοξενούν, καθώς οι λαοί, παρά την ενορχηστρωμένη επίθεσή σας κυρίως κατά των ηθικών αξιών, διατηρούν ακόμη ίχνη ανθρωπιάς. Το Ευαγγέλιο του Χριστού έχει ζωή δύο χιλιάδων ετών. Αλλά το πολύ σημαντικότερο που προσδοκάτε από αυτούς είναι να τους χρησιμοποιήσετε ως αποδιοπομπαίο τράγο, όταν οι λαοί εξαγριωθούν από τη λεηλασία της περιουσίας τους, την οποία διανείματε χάρη στην κοινωνική ειρήνη κατά το παρελθόν!

Γνωρίζετε πολύ καλά ότι οι κακομαθημένοι οπαδοί του καταναλωτικού ιδεολογήματος δεν έχουν την υπομονή ούτε την αντοχή των αποκλήρων. Λοιπόν, τί έχετε αποφασίσει; Έχετε σενάριο για μια παμπλανητική σύγκρουση εχόντων και αποκλήρων; Ή μήπως σχεδιάζετε την μαζικότερη εξόντωσή τους στίς εστίες τους, αντί της εξόδου κατά τις προσεχείς δεκαετίες; Κάτι αντιλαμβάνομαι με το φτωχό μου μυαλό, αν και “γνήσιος ινδοευρωπαίος”. Αφού ρημάξατε τον πλανήτη και επιφέρατε σ’ αυτόν ανήκεστες βλάβες, αφού μολύνατε το περιβάλλον, αφού κατασπαταλήσατε για την κατανάλωση το προϊόν των μη ανανεωσίμων πλουτοπαραγωγικών πηγών, τώρα βγήκατε να διαλαλήσετε τη νέα σας πραμάτεια: Τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα και την πράσινη ανάπτυξη!

Αλλά από τότε που εμπορεύεστε τους σπόρους και ελέγχετε τη γεωργία αυξήθηκαν οι πεινώντες επί της γης. Και από την πράσινη ανάπτυξη προσδοκάτε νέα κέρδη και ας λέτε ότι νοιάζεστε για το περιβάλλον, για την καταστροφή του οποίου, όπως και για τα τόσα άλλα εγκλήματά σας, δεν ζητήσατε ποτέ συγγνώμη.

Βέβαια σεις ζείτε με τη βεβαιότητα ότι χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται (Ντοστογιέφσκυ). Άμποτε όμως να αποκτήσουν και οι λαοί ελπίδα, την ελπίδα που προσφέρει η πίστη στον Θεό.

                                                                      

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 13-12-2010

 

Ολιγωρία ύψους δεκάδων δισεκατομυρίων ευρώ

Ολιγωρία ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ

 

Του Σταύρου Λυγερού


 

Η πληρωμή του κατοχικού δανείου και οι γερμανικές αποζημιώσεις επανήλθαν στην επικαιρότητα με αφορμή απάντηση του υπουργού Δικαιοσύνης σε σχετική κοινοβουλευτική ερώτηση. Οι διεκδικήσεις έπρεπε να προωθούνται ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις των ελληνογερμανικών σχέσεων. Είναι εγκληματικό λάθος οι ελληνικές κυβερνήσεις να τις βάζουν στο ράφι και να τις κατεβάζουν όποτε προκύπτουν τριβές με το Βερολίνο.

Για το νομικό έρεισμα των ελληνικών διεκδικήσεων ζητήσαμε την άποψη του προέδρου της Ελληνικής Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, καθηγητή Στέλιου Περράκη. Σχετικά με το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο (1942-43) μας είπε: «Αποτελεί αυτοτελές πρόβλημα από τις αποζημιώσεις. Εφόσον η Γερμανία αρνείται να επιστρέψει το δάνειο που συνομολογήθηκε με ειδική συμφωνία, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να προσφύγει σε διεθνή δικαιοδοτική διαδικασία. Η εν λόγω διεκδίκηση έχει ισχυρή νομική βάση».

Σχετικά με τις αποζημιώσεις μας είπε: «Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας και την υπογραφή Συνθήκης (διευθέτησης) Ειρήνης (2+4), όπως προέβλεπε η Συνθήκη του Λονδίνου του 1953 για τον διακανονισμό των επανορθώσεων, η Ελλάδα όφειλε για λόγους ηθικής/πολιτικής/νομικής τάξης να διεκδικήσει αποζημιώσεις για τα θύματα των εγκλημάτων πολέμου και κατά της ανθρωπότητας, που τέλεσαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η ρηματική διακοίνωση του 1995, όμως, δεν είχε συνέχεια. Η απάντηση στη γερμανική άρνηση έπρεπε να είναι η προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα για να αναγνωριστεί η διεθνής ευθύνη της Γερμανίας και η υποχρέωση καταβολής επανορθώσεων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε. Για τις “επανορθώσεις” κινητοποιήθηκαν πολίτες.

Ο δικηγόρος Γιάννης Σταμούλης έθεσε το ζήτημα ενώπιον εθνικών και διεθνών δικαστηρίων για λογαριασμό των θυμάτων του Διστόμου, των Καλαβρύτων, κλπ. (3.000 περίπου αγωγές). Η διελκυστίνδα με το γερμανικό Δημόσιο κατέληξε στην περίφημη απόφαση 11/2000 του Αρείου Πάγου, που δικαίωνε τους προσφεύγοντες. Η απόφαση αυτή, η οποία δεν επιβεβαιώθηκε από την 6/2002 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, δεν εκτελέστηκε ποτέ, λόγω άρνησης της ελληνικής κυβέρνησης. Επειτα από προσφυγή του Σταμούλη, το Εφετείο Φλωρεντίας, υλοποιώντας την απόφαση ελληνικού δικαστηρίου για το Δίστομο, διέταξε την κατάσχεση ακινήτου γερμανικών συμφερόντων. Η Γερμανία προσέφυγε κατά της Ιταλίας στο Διεθνές Δικαστήριο, εγκαλώντας την ότι τα δικαστήριά της δεν σέβονταν την ετεροδικία. Λόγοι έννομου συμφέροντος και ηθικής τάξης επιβάλλουν την παρέμβαση της Ελλάδας στην εν εξελίξει διαδικασία».

Η Γερμανία εξαίρεσε την Ελλάδα από την πληρωμή αποζημιώσεων, επειδή τη διευκόλυνε η ολιγωρία των ελληνικών κυβερνήσεων. Έχει επικαλεσθεί ακόμα και τα κοινοτικά κονδύλια που εισέπραξε η Ελλάδα! Τα κοινοτικά κονδύλια, όμως, είναι άσχετα με τις αποζημιώσεις. Γι’ αυτό τα παίρνει π.χ. και η Πορτογαλία, που δεν υπέστη γερμανική κατοχή. Δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν έχει παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις της, η παρούσα κυβέρνηση οφείλει να τις προωθήσει νομικά αμέσως. Διαφορετικά, θα έχει διαπράξει διά παραλείψεως έγκλημα, που ισοδυναμεί με απώλεια πολλών δεκάδων δισ. ευρώ.

 

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 07-12-10, http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_07/12/2010_1293452      

"Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει";

"Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει";

 

Tου Χρήστου Γιανναρά


 

Στην «Κ» της περασμένης Κυριακής, 5/12/2010, ο κ. Ευθ.-Φοίβος Παναγιωτίδης, επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, τόλμησε να θέσει το ερώτημα: «Ξέρει ο πρωθυπουργός (Γ. Α. Παπανδρέου) ελληνικά;». Αφορμή για το δημοσίευμά του αποτέλεσε κείμενο του Στάθη της «Ελευθεροτυπίας» και, συγκεκριμένα, η φράση: «Ο εντολοδόχος της τρόικας πρωθυπουργός Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη “πατριώτης” σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Ο κ. Ε.-Φ.Π. δικαιολογεί το ενδιαφέρον του για το θέμα με το σκεπτικό ότι: «Αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας… αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει, ανεξαιρέτως, βάθος σκέψης και ικανότητα για συνθετική συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι (της χώρας) κάποιον που γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις;».

Αποκρούει ο κ. Ε.-Φ.Π. τον «ισχυρισμό κάποιων» ότι «οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πηγάζουν από το γεγονός ότι τα ελληνικά δεν είναι μητρική του γλώσσα». Βέβαια η μητέρα του είναι Αμερικανίδα, αλλά ο πατέρας του, κατά τον αρθρογράφο, αποκλείεται να απευθυνόταν στο παιδί του αποκλειστικώς στα αγγλικά, «δεδομένου και των αγγλικών του Ανδρέα». Επιπλέον (το κυριότερο) και τα αγγλικά ο σημερινός πρωθυπουργός δεν τα μιλάει καθόλου με την άνεση μητρικής γλώσσας, «επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει, κάνει σαρδάμ».

Ο γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Κύπρου δεν καταλήγει σε συμπέρασμα. Δηλώνει απλώς τι «υποψιάζεται»: Ότι η δυσγλωσσία του Γ. Α. Παπανδρέου οφείλεται σε «γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση», που διαφέρει από τη «γλωσσική ικανότητα». Άλλο η γλωσσική ικανότητα, άλλο η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας. Με αυτή τη διάκριση ο κ. Ε.-Φ.Π. κατορθώνει να θέσει ευπρεπέστατα το οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη, χωρίς να διακινδυνεύει υπεύθυνη άποψη. Δεν είναι ο πρώτος. Κανένας ώς τώρα από τους έγκυρους και επιφανείς ομοτέχνους του ή και ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, αλλά και οποιοσδήποτε σεβαστός για τη δημόσια εικόνα του πολίτη, δεν έχει τολμήσει να ψελλίσει αναφορά στο εξόφθαλμο πρόβλημα.

Σίγουρα η ανεπάρκεια γλωσσικής εκφραστικής δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με νοητική υστέρηση και πολιτική ανικανότητα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν διακρίθηκε ως ρήτορας και η δυσκολία του με τις ξένες γλώσσες έμεινε παροιμιώδης. Όμως ο λόγος του ήταν στέρεος, λογικά τετράγωνος, συχνά οι αφορισμοί του είχαν ενεργότερο αποτέλεσμα από αγορεύσεις συναρπαστικών ρητόρων. Κάτι ανάλογο έλεγαν οι παλαιότεροι και για τον σοφό της πολιτικής Θεμιστοκλή Σοφούλη. Αντίθετα, ο εκπληκτικός σε ωριμότητα και σε ουσιαστικό περιεχόμενο ελληνοκεντρικός λόγος του Αντώνη Τρίτση ή του Κύπριου Ανδρέα Χριστοφίδη συνοδευόταν από μια παραλυτική πολιτική ανεπιτηδειότητα που ξάφνιαζε.

Το πρόβλημα που τίθεται στην περίπτωση του σημερινού πρωθυπουργού δεν είναι ούτε θετικά ούτε αντιθετικά ανάλογο. Δεν έχει καν σχέση με το ευρύτερο (κυρίαρχο σήμερα) φαινόμενο υποκατάστασης του πολιτικού λόγου από μιαν επιδέξια κενολογία, που εντυπωσιάζει ως ροή λέξεων χωρίς να συνιστά και ροή νοημάτων. Ο ευφυέστατος μάστορας αυτού του είδους είναι ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ολιγονοϊκή απομίμησή του ο λόγος της κ. Ντόρας Μητσοτάκη. Οι μετερχόμενοι το είδος μιλούν ακατάσχετα, με εντυπωσιακό λεξιλόγιο, πληθωρική εκφραστική, φυσιογνωμική ή χειρονομιών, διατυπώνοντας ασήμαντες κοινοτοπίες, ακροβατικές επιδείξεις σοβαροφανών εφέ.

Η περίπτωση του πρωθυπουργού είναι κάτι άλλο. Ανακαλεί αμέσως, στον κάποιας καλλιέργειας ακροατή, το σοφό απόσταγμα της εμπειρίας ότι «άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη». Σίγουρα σκεπτόμαστε με τη γλώσσα, η γλώσσα «σημαίνει» την πραγματικότητα: όχι μόνο παραπέμπει στο σημαινόμενο, αλλά το καθιστά «νόημα», το ορίζει και ορίζοντάς το το φανερώνει – είναι «αποφαντική» της πραγματικότητας η λειτουργία της γλώσσας. Και στον σημερινό πρωθυπουργό μας αυτή η σχέση γλώσσας και νόησης, γλώσσας και πραγματικότητας, μοιάζει εξαιρετικά υποτονική, ωσάν η ικανότητα της σκέψης να μην επαρκεί για την ανταπόκριση στην πραγματικότητα. Τα ακραία παραδείγματα φωτίζουν τη συνολική εικόνα: Δεν καταλαβαίνει ότι φράσεις όπως «είμαι πολύ συγκινημένος», είναι κωμικό να τις διαβάζει από το χαρτί που του έχουν ετοιμάσει. ΄Η ότι μόνο οι αφελείς αστοιχείωτοι σπεύδουν να χρησιμοποιήσουν, για επίδειξη «μόρφωσης», εκφράσεις που δεν ελέγχουν τη σημασία τους (: «μηδέν εις το πηλίκον», «εξ απαλών ονύχων» κ.λπ.).

Καθρέφτης της νοητικής επάρκειας είναι, συνήθως, το βλέμμα, η φυσιογνωμική έκφραση. Το άγλωσσο βλέμμα, σχεδόν βλέμμα πτηνού, το χαμόγελο που είναι μόνο σύσπαση και καθόλου φωτισμός του προσώπου, ακυρώνουν ακόμα και την πιθανή οξύνοια, το τάνυσμα των ευγενέστερων προθέσεων. Και όταν από αυτή τη φυσική μειονεξία απαιτούν οι συντάκτες των προεδρικών ρητορευμάτων την ηγεμονική χρήση πρώτου ενικού προσώπου («δεν θα επιτρέψω», «θα κάνω, «θα δείξω»), το αποτέλεσμα είναι, κυριολεκτικά, ευτράπελο.

Όμως εμείς σήμερα, οι ελληνώνυμοι κάτοικοι του βαλκανικού νότου, δίχως την παραμικρή πια ικανότητα αξιολόγησης ποιοτήτων και συνείδησης ευθυνών, αναθέτουμε στον πρώτο τυχόντα (χωρίς υπερβολή) φορέα φανταχτερού ονόματος να διαχειριστεί, όχι απλώς την οικονομική μας επιβίωση, την ελευθερία ή την υποδούλωσή μας, αλλά και θησαυρίσματα παναθρώπινης σημασίας και σπουδαιότητας: Αν θα επιβιώσει ζωντανή η γλώσσα (το βιωματικό φορτίο των λέξεων και η συντακτική ευγλωττία) του Ηράκλειτου, του Αριστοτέλη, του Μελωδού Ρωμανού, αν θα σωθεί ως μέτρο και στόχος της ανθρώπινης συνύπαρξης η αθηναϊκή δημοκρατία και η ελληνορωμαϊκή οικουμένη, αν η θάλασσα και το αρχιπέλαγος του Αιγαίου, που κάποτε γέννησαν την κριτική σκέψη και την αποκαλυπτική Τέχνη, θα παραδοθούν ή όχι στον βιασμό και στην ασέλγεια του αλητοτουρισμού και της άντλησης πετρελαίων.

Αλλοίμονο, είναι αδύνατο να υπάρξει Δικαστήριο Εγκλημάτων κατά της Ανθρωπότητας για να δικάσει τους ελλαδίτες πρωθυπουργούς που απεμπόλησαν το Αιγαίο, επέβαλαν τη μονοτονική γραφή της γλώσσας, τον οικιστικό εκβαρβαρισμό της χώρας, παζαρεύουν για ψήφους τη Θράκη, έστησαν στη σκιά του Παρθενώνα τη νεοπλουτίστικη γυφτιά του κ. Τσουμί.

Και σκοτώνουν κάθε μέρα το τελευταίο απομεινάρι ελληνικότητας: τη γλώσσα.

 

ΠΗΓΗ: Hμερομηνία:  12-12-10   http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_12/12/2010_1293506

Με λογισμό τοξοβολώ του Γιάννη Ποτ.

Με λογισμό τοξοβολώ

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

Σαν πέσει το σκοτάδι,

έξω απ’ το παράθυρό μου

αφουγκράζομαι το θηρίο

Η αδηφάγος ανθρωποφαγία του,

ανατριχίλα στο κορμί μου

Όμως φίλος μου, ο έρωτας

θολώνει τον καθρέφτη μου

Να κρύβεται το φθαρτό μου

 

Σαν πέσει το σκοτάδι

           ανάμεσα στ’ αστέρια

Στεντόρεια η κραυγή της απουσίας

 

Όμως φίλος μου, ο λόγος

Όταν κοχλίας κερασφόρος

τεντώνω τις κεραίες μου

            στους ήχους του απείρου

Όταν θαυμάζω τα ολοκαυτώματα

                             των μετεωριτών

να κλίνουν το μάτι στο αχανές

 

Σαν πέσει το σκοτάδι

Έρκος ορθώνει το παράδοξο

Όμως φίλος μου καλός

                           η διαίσθηση

Σαν απλώνω του τύπους μου

να στεγνώνουν στ’ άστρα

Όταν στιλβώνω τις πανοπλίες

των θεωριών μου

να τρομάζουν το ακατανόητο

 

Σαν πέσει το σκοτάδι

                       φοβάμαι το ταξίδι

Όμως φίλος πιστός,

                       τ’ αστέρι μου

Λυχναράκι που φωτίζει τις σκιές   

                    των ψευδαισθήσεων

Γιατί

πως ν’ αντέξω εκεί έξω χωρίς αστέρι;

Όταν

στη παγωμένη λαμπρότητα

                        του σύμπαντος

βρυχάται η Μεγάλη Άρκτος

 

Γι’ αυτό, όταν στα φαινόμενα

                 ελλοχεύει ο μύθος

Πάντα

με λογισμό τοξοβολώ

                        το ακατανόητο                              

 

                        12 Νοεμβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος