Αυτο-οργάνωση των ίδιων των λαϊκών δυνάμεων …

Η αυτο-οργάνωση των ίδιων των λαϊκών δυνάμεων θα φέρει την τελική συντριβή του καθεστώτος χρεοκρατίας

 

Του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη*

 

«Οι ανύποπτοι αθώοι, πολύ εύκολα πλήττονται και συντρίβονται, από τη γρηγορούσα πολυμήχανη κακία. Οι αμοραλίστες κατισχύουνε. Αλλά θαρθούνε άλλοι ενάρετοι, γρηγορούντες αυτοί, από τα παθήματα των ανύποπτων να τους τιμωρήσουνε. Δεν διαφεύγουνε την τιμωρία οι κακοποιοί, η «μάχαιρα» που δώσανε, τους ανταποδίδεται….

Οι φαύλοι επικρατούνε και συντρίβουνε τους αθώους, κατόπιν έρχονται άλλοι επιζώντες και τους τσακίζουνε. Κάποιος λαθεμένος υπολογισμός, κάποια λεπτομέρεια που δε μελετήθηκε καλά και, παράλληλα, η πληγωμένη αίσθηση της αρετής, συνεγείρει και συντάσσει τις αντίρροπες τάσεις που κινητοποιούνε τις αμυντικές κοινωνικές δυνάμεις για την τελική συντριβή των σκοτεινών δυνάμεων».

[Μάκβεθ του Σαίξπηρ, εισαγωγή Στάθη Πρωταίου, Εκδόσεις Δαρεμά, 1963]

Η ελληνική κοινωνία και το ελληνικό έθνος έχουν υποστεί μια βαριά ήττα, αποτέλεσμα της ενσυνείδητης προδοσίας του πολιτικού κατεστημένου. Οι συνθήκες που βιώνουμε σήμερα είναι πρωτόγνωρες και οι όροι της ζωής όλων μας θα αναθεωρηθούν εκ βάθρων, προς την χειρότερη οργουελλική δουλοκρατία, αν δεν αντισταθούμε.

Οι Έλληνες βρισκόμαστε στην πιο κρίσιμη αναμέτρηση της νεώτερης ιστορίας μας και οφείλουμε να αγωνιστούμε για να πάρουμε πίσω την πατρίδα μας, αλλιώς θα χαθούμε σαν ελεύθερο έθνος και θα αφομοιωθούμε ξανά για αιώνες σε νέους υπερκρατικούς μηχανισμούς (νέα τάξη, νεο-οθωμανισμός).

Η αίσθηση ότι οι ιθύνοντες γνώριζαν πως η χώρα επρόκειτο να ξεπουληθεί με τους όρους του Μνημονίου και ότι ο εξαρχής στόχος της κυβέρνησης ήταν να μας οδηγήσει σε ένα παγκοσμίου πρωτοτυπίας καθεστώς δουλοπαροικίας, διευρύνεται καθημερινά.

Οι πολίτες, επίσης, έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι χρειάζονται να γίνουν ρηξικέλευθα βήματα που θα κατοχυρώσουν εξ αρχής την εθνική ανεξαρτησία και την λαϊκή κυριαρχία. Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αγωνιά για να κατοχυρώσει τις προϋποθέσεις της αυτο-οργάνωσης του ίδιου του λαού.

Το διακύβευμα της σωτηρίας της πατρίδας και του λαού, της αναγέννησης της χώρας, είναι πολύ σημαντικό για να το αφήσουμε στα χέρια της υπάρχουσας κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, η οποία μας παρέδωσε στα εκτελεστικά αποσπάσματα των διεθνών τοκογλύφων.

Η πολιτική κατάσταση και ό,τι συμβαίνει στη χώρα μας δεν επιδέχεται λύσεις «από τα πάνω», που θα εμφανιστούν με έτοιμες συνταγές και παραδοσιακούς τρόπους οργάνωσης.

Δυστυχώς, όμως, υπάρχουν ακόμα πολλοί που θέλουν να γίνουν «σωτήρες» και πολλοί που θέλουν να βρουν «Σωτήρα». Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος της παρέμβασης συνωμοτικών δυνάμεων που θα προκαλέσουν «πορτοκαλί εξεγέρσεις» με αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα ώστε να δώσουν την ευκαιρία μέσα από το χάος στα νεοταξικά επιτελεία να επιβάλουν προκατασκευασμένες εξελίξεις.

Παρόμοια σκηνικά είδαμε να δημιουργούνται στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης με τα κινήματα Otpor (Αντίσταση) το 2000 στο Βελιγράδι, το Mjaft (Αρκετά) το 2002 στα Τίρανα, την «επανάσταση Subr» το 2006 στην Λευκορωσία και κάποια «κινήματα» της Αφρικής (2010-2011), που συνδέονται με τον Σόρος και αμερικανικά thinktanks.

Πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα αυτό: την διαφορά, δηλαδή, μεταξύ της πατριωτικής αυτο-οργάνωσης του λαού και των «πορτοκαλί» κινημάτων και «αντιαυταρχικών» ΜΚΟ, που επιχορηγούνται από Ιδρύματα όπως το NED  (National Endowmentfor Democracy) και την περίφημη USAID.

Οι λύσεις θα έρχονται μέσα από την καθημερινή αυτο-οργάνωση, η οποία όσο περνάει ο καιρός θα αναβαθμισθεί από ένα απλό κινηματικό επίπεδο σε αντιμετώπιση άμεσων αναγκών για τα οξυμένα προβλήματα επιβίωσης των δοκιμαζόμενων στρωμάτων.

Άνθρωποι άξιοι και με ιδέες υπάρχουν αλλά δεν μιλούν όσο δεν υπάρχουν οι συνθήκες. Και αυτό που λέμε ΣΥΝΘΗΚΕΣ είναι ο ίδιος ο λαός. Όταν ο λαός καταλάβει τι του συμβαίνει και αποδεσμευθεί από τις υπάρχουσες κομματικές αγκυλώσεις, τότε θα ενεργοποιηθούν πάρα πολλές δυνάμεις και θα ξεμυτίσουν στην Αγορά του Δήμου με προτάσεις και ιδέες που δεν φανταζόμαστε σήμερα.

Όσο για την κατάλληλη ώρα, εμείς θα την δημιουργήσουμε, εμείς θα καταφέρουμε αυτό που λένε συνήθως οι ιστορικοί «ώριμες συνθήκες». Και όταν καταλάβουμε πώς πρέπει να δουλέψουμε μέσα από τις άμεσες εμπειρίες, τα εμπόδια, τα πισωγυρίσματα, τα προχωρήματα, τότε θα δούμε το κίνημα να λαμβάνει εκθετικές διαστάσεις. Αυτό το ξέρει ο ίδιος ο λαός που λέει: «όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος».

Είναι φανερό ότι σε όλη την χώρα έχει σημάνει ένας γενικός ξεσηκωμός χιλιάδων πολιτών που θέλουν να αγωνιστούν ενάντια στην οικονομικο-πολιτική κατοχή με προϋποθέσεις «δημοκρατικής αυτονομίας» μέσα από ανοικτές αυτό-οργανωμένες διαδικασίες.

Ο περισσότερος κόσμος, και ιδίως η νεολαία, δεν θέλει κανένα κομματικό «καπέλωμα» και οποιονδήποτε προκαταβολικό αποκλεισμό, αντίθετα απαιτεί την λήψη αποφάσεων μέσα σε πλαίσια που σέβονται την αρχή της άμεσης δημοκρατίας και της ανακλητότητας.

Η βάση και η αρχή για ένα νέο ξεκίνημα, με προοπτική ρήξης και επανάκτησης της πατρίδας, είναι το ξεπέρασμα του κλίματος ατομικοποίησης και πολιτικού μηδενισμού και η χειραφέτηση από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, τις σποραδικές αντιδράσεις με τις απεργίες-«περατζάδες», τους διαχωρισμούς σε δεξιά και αριστερά μέτωπα.

Στις σημερινές συνθήκες δεν υπάρχουν περιθώρια για ατέλειωτες ιδεολογικές συζητήσεις, σκληρές διαχωριστικές γραμμές ή να απαιτούμε να… διαφωτισθεί πλήρως ο ελληνικός λαός για να ξεσηκωθεί όταν μας παίρνουν την γη μας και την ζωή μας, σπιθαμή προς σπιθαμή από λεπτό σε λεπτό και μας οδηγούν με το μαρτύριο της σταγόνας στην ιστορική εξαφάνιση.

Το ζήτημα είναι πώς θα γλυτώσει η χώρα και ο λαός μας την καταστροφή και η μόνη σωστή πολιτική είναι αυτή που θα συσπειρώσει τον λαό, θα σταματήσει τους διαχωρισμούς και θα τον κάνει να φύγει από την απογοήτευση για να παλέψει μαζικά κατά του μνημονίου και της κατοχής.

Η Ελλάδα δέχεται μια ολοκληρωτική επίθεση, προμελετημένη, προσχεδιασμένη σε όλα τα επίπεδα: οικονομική, πολιτική, πολιτιστική με ΔΝΤ, Μνημόνια, Καλλικράτη, «εχθροπάθεια», «κώδικα τροφίμων», αλλαγή του κοινωνικού ιστού της χώρας.

Οι Έλληνες θα είμαστε και πάλι στην πρώτη γραμμή του νέου μεγάλου παγκόσμιου πολέμου των λαών με τις ολιγαρχικές δυνάμεις που άρχισε. Γι’ αυτό μας επέβαλαν το πιο επαχθές Μνημόνιο που δεν έχει εφαρμοσθεί σε καμμιά άλλη χώρα του κόσμου, ακόμα και αν έχει μεγαλύτερο χρέος από την χώρα μας.

Εμείς είμαστε το αίμα αυτού του τόπου. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορούμε να κάνουμε εμείς. Εμείς θα φτιάξουμε πάλι τις συνθήκες για να ξανάρθει το φως στην Ελλάδα.

Προσπαθούν να μας κοιμίσουν με τα πουλημένα κανάλια που ελέγχουν, μέχρι να μας πάρουν οι τραπεζίτες και οι διεθνείς τοκογλύφοι την γη μας και ό,τι μας απέμεινε. Όμως, απέναντι στις στρατιές των συντεταγμένων προπαγανδιστών κατεβαίνει από παντού η «κλεφτουριά» του διαδικτύου. Η κρίσιμη μάζα υπάρχει αλλά μένει να βρει το οργανωτικό πλαίσιο και την πολιτική κατεύθυνση.

Μας φοβόντουσαν πάντα γιατί είχαμε αυτό το αρχέγονο ένστικτο της ελευθερίας, αλλά και την απάντηση της λογικής στα αδιέξοδα του σήμερα.

Απέναντι στο Σοκ της τοκογλυφίας αντιπαραθέτουμε την Σεισάχθεια (σείω το άχθος, δηλ. αποσείω το χρέος) … της αρχαίας Αθήνας και απέναντι στο Δέος της ολιγαρχίας υπάρχει η  Άμεση Δημοκρατία που οι πρόγονοί μας θέσπισαν.

Μας φοβήθηκαν το ’21, το ’40, με το ΕΑΜ, το ’50, με την ΕΟΚΑ και αργότερα με το μεγάλο πολιτικο-πολιτιστικό ξεσηκωμό του ’60-’70. Μακρονήσια, εκτελεστικά αποσπάσματα, κρεμάλες, αστυνομοκρατία, χούντες, προδοσίες δεν μπόρεσαν να μας λυγίσουν. Μας τσάκιζε, όμως, πάντα η διχόνοια και η έλλειψη στρατηγικού σχεδίου, το μόνιμο σαράκι των προδοτών και των ουτιδανών «ηγετών».

Σήμερα, όλοι καταλαβαίνουμε ότι το Μνημόνιο συνιστά και επιδιώκει ολοφάνερα την ολοκληρωτική μας Γενοκτονία – οικονομική, εδαφική, πολιτιστική.

Αυτή η πολιτική εξουσία πρέπει να φύγει γρήγορα, οι εξοντωτικές συμβάσεις που έχει υπογράψει να ακυρωθούν και η χώρα να μπει σε αναγεννησιακή πορεία.

Όταν σαλπίσει το κάλεσμα, όταν θα υπάρχει το σχέδιο και η οργάνωση, τότε, όπως είπε ο Μίκης Θεοδωράκης, ή θα γίνουμε ήρωες, ή ραγιάδες.

 

[*Ομιλία στην εκδήλωση για τα 7 χρόνια του Hellenic Nexus, στη Στοά του Βιβλίου, την Παρασκευή 8 Απριλίου 2011].

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 12 Απριλίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/04/blog-post_5938.html

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου ΙΙΙ

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος

 

Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.

Σ’ ότι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα: η απαξίωση που γνώρισε ο ελληνικός καπιταλισμός από τις διεθνείς αγορές και η συνολικότερη διεθνή διάσταση της κρίσης. Ας τα δούμε αυτά τα δύο ζητήματα πιο αναλυτικά.

Σε σχέση με τις αγορές σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια . Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 248). Γιατί, όμως συμβαίνει αυτό; Η κατεύθυνση κεφαλαίων στο χώρο της χρηματοπιστωτικής σφαίρας συμπυκνώνουν μια πρόβλεψη εμπεριέχοντας ένα σημαντικό στοιχείο ρίσκου: οι αγορές κάνουν μια εκτίμηση για τη μελλοντική παραγωγή υπολογίζοντας σε ένα δικαίωμα στο μελλοντικό εισόδημα που αναμένεται να προέλθει από αυτή την παραγωγή. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως δεν υπάρχει τρόπος που να εγγυάται ότι τα κέρδη αυτά όντως θα πραγματοποιηθούν. Έτσι από τη στιγμή που οι αγορές σχηματίζουν την εντύπωση πως οι συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα (και σε αυτό συμπεριλαμβάνονται παράγοντες όπως η στρατηγική της αστικής τάξης αλλά και οι αντιστάσεις των κυριαρχούμενων στρωμάτων) δεν διασφαλίζουν την αρχικά προβλεπόμενη κερδοφορία τότε «υποβαθμίζουν» τη συγκεκριμένη χώρα μέσω της μαζικής εκροής κεφαλαίων ή/ και μέσω της ανόδου των επιτοκίων (Ιωακείμογλου 2010β).

Σ’ ότι αφορά τη διεθνή της διάσταση η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών ήταν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα. Πράγματι η πορεία του ευρώ θα είναι αποβεί ιδιαίτερα ικανοποιητική κερδίζοντας σημαντικά μερίδια στις παγκόσμιες αγορές. Έτσι στις διεθνείς αγορές χρεογράφων το ευρώ το Δεκέμβριο του 2007 εκφράζει το 32,7% της συνολικής αξίας τους σε σχέση με το 21,7% που εξέφραζε το 1999. Αντίστοιχα η συμμετοχή του δολαρίου μειώθηκε από 46,8% το 1999 σε 43,2% το 2007. Το 2004 το 19% των συναλλαγών σε συγκεκριμένα χρηματο- οικονομικά προιόντα (spot, swaps, outiright) ήταν σε ευρώ, με το δολάριο να κυριαρχεί με ποσοστό 44% και τη βρετανική λίρα στο 8,5% και το γιεν στο 10%. Το πιο σημαντικό όμως, είναι η παρουσία του ευρώ στο σύνολο των παγκόσμιων αποθεματικών. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία το 2007 το 63,9% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων ήταν σε δολάρια ΗΠΑ (έναντι 71% το 1999), το μερίδιο του ευρώ κυμαινόταν στο 26,5%, (έναντι 17,9% το 1999), η στερλίνα περιοριζόταν στο 4,7%, (έναντι 2,9% το 1999), και το γιεν στο 2,9% (έναντι 6,8% το 1995). (Μελάς 2010: 35). Συμπερασματικά το ευρώ κατόρθωσε να παρουσιάσει μια σημαντική δυναμική, χωρίς βεβαίως να μεταβληθεί στο κύριο αποθεματικό νόμισμα, η οποία συντέλεσε στο να περιοριστεί, έστω και ανισόμετρα, η παρουσία των άλλων νομισμάτων. Η εξέλιξη αυτή θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε πλειστάκις έναντι του δολαρίου και της λίρας.

Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του Ευρώ. Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργούνταν θέλησε να βοηθήσει την Ελλάδα, όχι βέβαια για λόγους φιλευσπλαχνίας αλλά διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της έχει εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο, η περαιτέρω εξαγωγική διείσδυση της Γερμανίας δε βασίστηκε στις ονομαστικές ανταλλακτικές αξίες των βασικών αποθεματικών νομισμάτων αλλά στην τεχνολογική καινοτομία, όπου διατήρησε την πρωτοπορία της σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους (αυτοκινητοβιομηχανία, χημική βιομηχανία, μηχανολογικός εξοπλισμός), στο διευρυμένο τομέα των κεφαλαιακών αγαθών καθώς και στην καθήλωση των μισθών (Χωραφάς 2010: 12- 13). Το αποτέλεσμα ήταν μεταξύ 2000 και 2010 η Γερμανία να έχει συσσωρεύσει ένα πολύ μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, μόνο το 2007 ήταν της τάξης του 8%. Αυτό συνέβη γιατί στο διάστημα αυτό οι μεν εξαγωγές πολλαπλασιάστηκαν αλλά η εσωτερική ζήτηση έμεινε στάσιμη σημειώνοντας μια ανεπαίσθητη αύξηση του 0,2% ετησίως. Η ασήμαντη αύξηση της εσωτερικής ζήτησης οφείλεται στη στασιμότητα της πραγματικής αμοιβής της εργασίας, 0,4%- κατά πολύ μικρότερη της αύξησης της παραγωγικότητας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μέσα σε μια δεκαετία ένα προϊόν να στοιχίζει 25% περισσότερο αν έχει παραχθεί στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Πορτογαλία και την Ισπανία , 23% στην Ιρλανδία και 13% στη Γαλλία ενώ στη Γερμανία η τιμή του έχει παραμείνει σταθερή (Φλάσμπεκ 2010: 57).

Κατά συνέπεια για τη Γερμανία οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρήθηκε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων αφού αυτό θα συνέβαλε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας ενώ θα δημιουργούσε και εσωτερικά προβλήματα στη Γερμανία αφού ο εξαγωγικός της θρίαμβος στηρίχτηκε και σε πολιτικές λιτότητας, ενός εύρους που δε γνώρισαν οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τη μισθολογική συγκράτηση. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία. Διαφορετικά ειπωμένο με την υιοθέτηση του ευρώ η Γερμανία φάνηκε να παίρνει μια επιλογή «επικέντρωσης» των δραστηριοτήτων της εντός της ευρωζώνης. Γι’ αυτό και το 43% των εξαγωγών της γίνεται ενός της νομισματικής ένωσης.

Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη, διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο πιο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς.

Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων) ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή, νέοι αυτοματισμοί, βιοτεχνολογία). Ταυτόχρονα το γεγονός πως σημαντικό μέρος της επέκταση της συσσώρευσης συνδέθηκε με την ανάπτυξη των υπηρεσιών, δηλαδή σε χώρους έντασης εργασίας, δημιούργησε όρια στην αύξηση της παραγωγικότητας. Έπειτα η δυναμική παρουσία στο διεθνή καταμερισμό εθνικών σχηματισμών χαμηλού κόστους εργασίας αλλά αυξημένων δεξιοτήτων του συλλογικού εργαζόμενου εργασίας (πχ Κίνα, Ινδία) αντικειμενικά πίεσε τα ηγεμονικά κράτη δημιουργώντας συνθήκες μειωμένης κερδοφορίας. Τέλος η κατεύθυνση ενός τμήματος των παραγωγικών κερδών στο χώρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος λειτουργούσε ανασταλτικά στην υιοθέτηση ευρύτερων παραγωγικών και εργασιακών αναδιαρθρώσεων.

Η κρίση που εμφανίστηκε στις ΗΠΑ το 2007-2008 με τη μορφή της φούσκας στις αξίες των ακινήτων συμπύκνωσε όλα τα προηγούμενα προβλήματα. Ακριβώς επειδή η χρηματοπιστωτική επέκταση λειτουργούσε ως προ-επικύρωση παραγωγής μελλοντικών αξιών και κερδών, εμπεριείχε το κίνδυνο της απότομης διόρθωσης και της μαζικής απαξίωσης χρηματο-οικονομικών τίτλων που σε συνδυασμό με την υποβόσκουσα τάση υπερσυσσώρευσης οδήγησαν στην παγκόσμια οικονομική κρίση.

Το πρόβλημα, ωστόσο, με τη συγκεκριμένη οικονομική κρίση είναι πως δεν αποτελεί παρά την (επαν) ενεργοποίηση της κρίσης του 1973 η οποία δεν είχε επιλυθεί αλλά απλώς αναβληθεί, αφού διατηρήθηκαν τα κρισιακά στοιχεία σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Όπως έχει δείξει ο Μπρένερ η οικονομική επένδυση στις ΗΠΑ, την ΕΕ και την Ιαπωνία σε όλους τους δείκτες (μεγέθυνση του προϊόντος, επένδυση, απασχόληση, μισθοί) επιδεινώνεται συνεχώς από το 1973 (Brenner 2002; Brenner 2008) – βλ. και τα στοιχεία των πινάκων 3 και 4 του παραρτήματος. Για τον Μπρένερ το πρόβλημα εστιάζεται στην ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ αμερικανικών, ιαπωνικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και δεδομένου πως τα μεγέθη είναι απαγορευτικά για αποσύρσεις παγίου κεφαλαίου δημιουργείται πτώση στο μέσο ποσοστό κέρδους των παραγωγικών τομέων, γεγονός που οδηγεί σε επιβράδυνση των επενδύσεων και σε συμπίεση των μισθών. Η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης συνέβαλε στην αποτροπή κατάρρευσης της κερδοφορίας αλλά δεν την απεκατέστησε στα προ του ’74 ύψη. Έτσι, το πρόβλημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου επιχειρήθηκε να επιλυθεί μέσω της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης που θα χρηματοδοτούνταν από την επέκταση του δανεισμού, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία μιας σειράς από χρηματοπιστωτικές φούσκες. Η αποτυχία της αστικής στρατηγικής ήταν πως επένδυσε καθοριστικά σε μια κατεύθυνση «μεγέθυνσης του χρέους». Με αυτό τον τρόπο υπήρχε η εκτίμηση πως οι καπιταλιστές θα έβγαζαν κέρδη από τα δάνεια που παρείχαν στους εργαζόμενους και από την άλλη πως με αυτό τον τρόπο θα ενισχυόταν η ζήτηση καπιταλιστικών εμπορευμάτων (Wolff 2008). Εν τούτοις, oι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν πως μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να δώσει απάντηση στη δομική κρίση του καπιταλισμού.

Σταθήκαμε λίγο πιο διεξοδικά στα θέμα της παγκόσμιας κρίσης για να δείξουμε το βάθος των προβλημάτων και τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησαν οι μέχρι τώρα «λύσεις». Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι πως η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά ότι η Ελλάδα εντάσσεται με ένα ιδιόμορφο τρόπο μέσα σε αυτή. Ακολουθείται με διαλεκτικό τρόπο η πορεία «ελληνική κρίση – κρίση του ευρώ – παγκόσμια κρίση» και αντίστροφα. Σε κάθε περίπτωση, και εδώ η Ελλάδα λειτουργεί ως «πειραματόζωο», είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί ως επιλογή είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την έλευση της κρίσης.


8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;

 

Βάση των όσων αναφέραμε εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει.

Γιατί θα συμβεί αυτό; Πολύ απλά γιατί η μείωση των μισθών θα επιφέρει μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά τη συνολική ζήτηση και μέσω αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Οι επιχειρήσεις διαπιστώνοντας πως το παραγωγικό τους δυναμικό δεν χρησιμοποιείται επαρκώς δεν έχουν λόγω να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις – πόσο μάλλον που στην περίπτωση της Ελλάδας ένα μεγάλο τμήμα του αποθέματος του παγίου κεφαλαίου συσσωρεύθηκε πρόσφατα. Το αποτέλεσμα θα είναι να μειωθεί η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης με άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, γεγονός που θα συντελέσει στην περαιτέρω μείωση της εσωτερικής ζήτησης κοκ. Η χειρότερη, δε, προοπτική θα είναι η δυσκολία που θα έχει η ελληνική οικονομία να επανέλθει στην αρχική της κατάσταση ακόμα και όταν, κάποτε, αυξηθεί η ζήτηση. Κι αυτό γιατί μέχρι τότε θα έχει καταστραφεί ένα τμήμα του κεφαλαιακού αποθέματος,, θα έχουν πτωχεύσει αρκετές επιχειρήσεις ενώ ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού που θα βρίσκεται στην ανεργία θα έχει χάσει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του (Ιωακείμογλου 2010α:).

Συμπερασματικά η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)


9. Συμπέρασμα

 

Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτή την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: την αδυναμίας συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, των αντιφάσεων που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, της ανάγκης συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, της προσπάθειας σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της ζωντανής εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=2057

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου ΙΙ

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου – Μέρος ΙΙ

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου


Συνέχεια από το Μέρος Ι

5. Μύθος 3: Η (υποτιθέμενη) αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών

 

Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει πραγματική αύξηση των μισθών αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το μο της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ότι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς. Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα – πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.

Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη, χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές για την περίοδο 1960 – 1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές, αυξομειώσεις κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Στη συνέχεια η δεκαετία 1990- 1999 χαρακτηρίστηκε από μια παγίωση της σχέσης στο 1/2,5. Τέλος για την περίοδο 2000- 2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα:

α) παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/ εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα αλλά και σε αυτή καθ’ αυτή τη χρήση του ευρώ ως ακριβού νομίσματος για τις συναλλαγές με τις χώρες εκτός ευρωζώνης. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Τ’ ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα υπάρχοντα στοιχεία που αφορούν την εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ. Ωστόσο ούτε αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000 – 2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049 Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.


6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;

 

Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη του κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.

Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικής μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας) καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης η Ελλάδα είναι η χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.

Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποίησαν αυτή την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κοκ.

Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων, υπερκοστόλογηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ότι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο), αλλαγή νηολογίου για τους έλληνες εφοπλιστές και κατεύθυνση προς το κυπριακό νηολόγιο. Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερης κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτεινε την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους ελληνικούς παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και ο υψηλός πληθωρισμός που παρουσίασε η Ελλάδα σε σχέση με τον μ.ο των χωρών της Ευρωζώνης. Ίσως κάποιος να μη δώσει σημασία θεωρώντας πως ένας πληθωρισμός της τάξης του 3,5% δεν αποτελεί κάτι σημαντικό. Δεν είναι έτσι, όμως, δεδομένου πως στις χώρες του ευρώ ο πληθωρισμός κυμαινόταν περίπου στο 2,2%, πράγμα που συνιστούσε μια διαφορά της τάξης του 70%. Στη διάρκεια μια δεκαετίας αυτή η απόκλιση συνέβαλε ουσιαστικά στην μείωση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας.

Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κοκ.

Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004 και αυτό σε σημαντικό βαθμό σχετίζεται και με την σημαντική αύξηση των επενδύσεων, (πρώτη μεταξύ των χωρών της ΕΕ για την περίοδο 1996- 2004) σε μηχανολογικό εξοπλισμό (Ιωακείμογλου- Μηλιός 2006: 590- 591) . Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/ κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανοδική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στην συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα, δε, με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.

Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002- 2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις. ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα ακόλουθα δεδομένα:
Σε ότι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της από-διεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Έπειτα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας του σχετικά υψηλότερου πληθωρισμού που σε καθεστώς σταθερών ονομαστικών ισοτιμιών οδήγησε στη σταδιακή απώλεια ανταγωνιστικότητας πολλών ελληνικών προϊόντων καθώς και η άνοδος των εισαγωγών που οφείλεται τόσο στην οικονομική μεγέθυνση που συνέβαλε στην αύξηση της ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα όσο και στις επενδύσεις σε εισαγόμενο μηχανολογικό εξοπλισμό (Μηλιός 2010).

Με αντίστοιχο τρόπο με το εμπορικό έλλειμμα κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ότι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επαναεπιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια υπέρτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009- παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών που θα περίμενε κανείς, (και γι’ αυτό άλλωστε, υποτίθεται, πως ανέλαβε η χώρα αυτό δυσβάστακτο κόστος), να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτή την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτό τον δείκτη.

Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η κρίση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναδεικνύει μια σημαντικότατη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν της αλλά και με τον μ.ο τω χωρών της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει και την Ισπανία και την Πορτογαλία φέρνοντας στην επιφάνεια παρόμοια οικονομικά προβλήματα. Συγκεκριμένα την περίοδο 2006- 2009 το ελληνικό έλλειμμα κινείται σταθερά σε διψήφια νούμερα ενώ την περίοδο κατά μέσο όρο οι χώρες της ευρωζώνης κινούνται μεταξύ +0,4% και -0,8%, το έλλειμμα της Πορτογαλίας βρίσκεται σταθερά στο 10% και της Ισπανίας κυμαίνεται μεταξύ 7% και 10% (European Economy 2009). Κατά συνέπεια δεν είναι ούτε το έλλειμμα, ούτε το χρέος, ούτε η ανεργία το βασικό ζήτημα αλλά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αναδεικνύει ευρύτερα προβλήματα παραγωγικότητας.

Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενα από το εξωτερικό έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η αυξανόμενη ζήτηση για συνάλλαγμα. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 247).

Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000- 2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω της κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση της φορολογικών εσόδων τόσο λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα όσο και λόγω της μείωσης της φορολόγησης των επιχειρήσεων.

Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους, το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους, ενώ από το 2007 αυξάνεται το χρέος σημαντικά και σε απόλυτους αριθμούς. Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις:

Η πρώτη είναι πως η αύξηση της χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια. Τα διαθέσιμα στοιχεία φανερώνουν πως ενώ η δεκαετία 2000- 2009 χαρακτηρίζεται από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην ουσία αυτό δεν βελτιώνει την κατάσταση της οικονομίας αφού, η ανάπτυξη αυτή κατευθύνεται στην αποπληρωμή των τόκων, ενώ αν λάβουμε υπόψη και την πληρωμή των χρεολυσίων τότε δημιουργείται ένα έλλειμμα που οδηγεί σε νέα προσφυγή σε δανεισμό. Η κρίση του 2009 που θα χαρακτηριστεί από αρνητική ανάπτυξη θα εκτινάξει την ελλειμματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η συνολική εικόνα επιδεινώνεται αν αναλογιστούμε πως πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να πληρωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια.

Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές, ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932 που οι ιστορικές συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές ( απουσία, κοινού νομίσματος, μικρότερος βαθμός διεθνοποίησης για την ελληνική οικονομία- άρα μικρότερη επίδραση στη διεθνή οικονομία από τις δύο χρεωκοπίες). Έπειτα όπως φαίνεται και το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη αφού οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους ήταν υψηλότερες. Εξάλλου σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν και τη λίρα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009) ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Τέλος το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010). ..

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=2057

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου Ι

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου – Μέρος Ι

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν στην Ελλάδα με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που την παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από την διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέση της Γερμανίας εντός της ΕΕ.

Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα.

Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνή καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω του μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα με όχημα τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα (μείωση αμοιβών, μεγαλύτερη εργασιακή ευελιξία, αύξηση του ορίου απολύσεων, μείωση των συντάξεων). Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στα ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.


2. Το Γενικότερο Πλαίσιο

 

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια την δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), που μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με εντελώς διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Αντιφάσεις που σχετίζονταν με τα διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά κάθε χώρας, τους άνισους ρυθμούς κεφαλαιακής συσσώρευσης, τις άνισες επιδόσεις στο διεθνή ανταγωνισμό που οδήγησαν όχι μόνο σε αποκλίσεις στους ρυθμούς πληθωρισμού, στην αύξηση του ΑΕΠ και στη διόγκωση του δημόσιου χρέους αλλά, κυρίως, στη διαφορετικότητα της διεθνούς εξειδίκευσης των εθνικών παραγωγικών συστημάτων (de Grauwe 2009).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερων ανταγωνιστικών κεφαλαίων σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων να αυξάνονται. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός, σχηματισμός της ΕΕ επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη δυσχέρανση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβει γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.
Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

 

3. Μύθος 1:Yπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας, η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας

 

Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονται από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μ.ο της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο μο των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.

Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά η πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία διαπιστώνει πως το δικό της χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2% . Η κατάσταση, δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο μο της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α).

Επιπρόσθετα μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις. προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις. ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).

Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα, όμως, είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι πως χώρες πολύ πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία παρουσιάζουν επίσης και υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με τ’ ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάσης, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με τ’ ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό χρέος ενώ η Πορτογαλία δεν έχει υψηλό χρέος και το έλλειμμά της είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην παράγραφο 6 αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η διαπλοκή της με την κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.


4. Μύθος 2: Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί τα τελευταία χρόνια οι έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

 

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα.

Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του μ.ο των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες.

Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στην μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.

Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008. Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να γίνει κατανοητό το γεγονός της μαζικής προσφυγής στον ιδιωτικό δανεισμό. Ένα σημαντικό τμήμα των ελλήνων μη μπορώντας να ικανοποιήσει τις καταναλωτικές του ανάγκες με τον τρόπο της προηγούμενης γενιάς, προσέφυγε στις τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν ο δανεισμός των νοικοκυριών, ύστερα και από την απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης το 2003, να αυξηθεί κατακόρυφα, 28% ετησίως για την περίοδο 2002- 2007. Ως ποσοστό του ΑΕΠ η συνολική δανειακή επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε στο 50% στο τέλος του 2009 από 34,7% στο τέλος του 2005 (Μητράκος- Συμιγιάννης 2009: 7).

Ένας άλλος δείκτης που αποτυπώνει τις κοινωνικές ανισότητες είναι η φορολογία όπου οι έμμεσοι φόροι συνεισφέρουν κατά 66% στα φορολογικά έσοδα, οι μισθωτοί κατά 12%, οι μεγάλες επιχειρήσεις κατά 10%, οι μικρές επιχειρήσεις κατά 4% και οι επαγγελματίες κατά 3% (Κυπριανίδης- Μηλιός 2010: 10) Αλλά και στους πιο «αναλογικούς» άμεσους φόρους η κατάσταση δεν εμφανίζεται δικαιότερη: σε σχέση με τη φορολόγηση του εισοδήματος το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).

Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από της στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο¬λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στην Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε¬στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στην Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στην Δανία 37,1%, στην Πορ¬τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε -25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25. (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009: 93).

Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).

Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων…

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=2057

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΙ

Η ΤΡΑΠΕΖΑ:

Ο τραπεζικός νόμος του Peel, το μέγεθος και η ποσότητα του χρήματος, η σημασία των επιτοκίων, ο κεντρικά κατευθυνόμενος χρηματοπιστωτικός κλάδος, η εξέλιξη του πολέμου, καθώς επίσης ο φόβος μίας «σοβιετικού τύπου» Ευρώπης – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα δύσκολα μπορεί να διαφοροποιηθεί από τον τρόπο που θέλουμε να τα δούμε….Η καπιταλιστική «ανάπτυξη» δεν είναι σύμφυτη στον ίδιο τον καπιταλισμό (ο καπιταλισμός δεν είναι συνώνυμο της ελεύθερης αγοράς). Είναι η δυναμική της κοινωνίας, στα χέρια μίας καπιταλιστικής ελίτ μίας ομάδας δηλαδή, στην οποία ανήκουν οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από τα προσόντα της διάνοιας και της θέλησης άνω του κανονικού. Έτσι η ιστορία – για την ακρίβεια, η ιστορία ως μέσο καταγραφής των αλλαγών και των εξελίξεων – είναι η ιστορία της επίδρασης των ελίτ, επάνω στην αδρανή μάζα της κοινωνίας” (J. Schumpeter).

Μέχρι στιγμής, η παραγωγή του χρήματος είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας των κεντρικών με τις εμπορικές τράπεζες – επίσης ο καθορισμός των επιτοκίων, αφού οι κεντρικές τράπεζες αποφασίζουν μόνο για το εκάστοτε βασικό επιτόκιο.  Πρόκειται λοιπόν για μία κεντρικά κατευθυνόμενη, «κομμουνιστική» διαδικασία, η οποία δεν υπάγεται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς.

Εάν τώρα οι εμπορικές τράπεζες υποχρεώνονταν στην κατά 100% κάλυψη των πιστώσεων προς τους πελάτες τους, εάν δηλαδή απαιτούταν η παροχή εγγυήσεων εκ μέρους τους όχι μόνο για τα μετρητά, αλλά και για τα λογιστικά χρήματα, όπως είχε ζητήσει ο υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού (M.Friedman), τότε οι κεντρικές τράπεζες θα είχαν τον απόλυτο έλεγχο επί των ποσοτήτων (παραγωγής) χρήματος.

Κατ’ επέκταση, όποια χώρα ή όποια ελίτ-ομάδα κατόρθωνε να επιβάλλει στις εμπορικές τράπεζες την παραπάνω υποχρέωση, έχοντας ή αποκτώντας τον έλεγχο της κεντρικής, θα μπορούσε να αναδειχθεί στον απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού – αφού, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο M.A. Rothschild, αυτός που εκδίδει και ελέγχει τα χρήματα ενός κράτους (πόσο μάλλον μίας οικονομικής ζώνης), δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το ποιος ψηφίζει τους νόμους του.

Προφανώς δε, όπως συμπεραίνεται από την «απαίτηση» του M.Friedman, ο απώτερος σκοπός της νεοφιλελεύθερης «σχολής» δεν είναι βέβαια η ελεύθερη αγορά, αλλά η κεντρικά κατευθυνόμενη – όχι όμως από το «λαό», όπως πρεσβεύει ο κομουνισμός, αλλά από μία προνομιακή ελίτ, μέσω της εγκατάστασης μονοπωλιακών δομών σε μία Οικονομία (κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα).     

ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ

 

Σε μία χρηματιστηριακή αγορά, όσο μεγάλη και αν είναι,  οι μετοχές των εταιρειών που διαπραγματεύονται δημόσια, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Τον πρώτο ρόλο διαδραματίζουν στην πραγματικότητα τα χρηματιστηριακά παράγωγα, τα οποία αποτελούν την «κορωνίδα» της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας – με συναλλαγές οι οποίες λαμβάνουν χώρα εκτός των χρηματιστηρίων, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Το συνολικό ποσόν σήμερα των χρηματιστηριακών παραγώγων υπολογίζεται στα 600 τρις $ – ένα μέγεθος δεκαπλάσιο του παγκοσμίου ΑΕΠ. Κανένας άλλος τομέας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό – ενώ τίποτα δεν απειλεί περισσότερο τον κόσμο, από αυτόν τον συγκεκριμένο «κλάδο». Πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει καμία κρατική Αρχή, η οποία να επιβλέπει την τεράστια αγορά των παραγώγων – πολύ περισσότερο να την ελέγχει.

Το μεγαλύτερο «κομμάτι» της «σκιώδους» αυτής αγοράς ευρίσκεται στα χέρια ελάχιστων τραπεζών – οι οποίες αγωνίζονται με κάθε τρόπο για να αποφύγουν τη διαφάνεια ή/και τη δημιουργία συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού, δαπανώντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε «αμυντικά lobbies» (με στόχο να μην επιβληθούν ρυθμιστικοί κανόνες από την Πολιτεία).

Πρόκειται λοιπόν για ένα επόμενο, σκοτεινό τραπεζικό μονοπώλιο, το οποίο δεν λειτουργεί με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, όπως επίσης δεν λειτουργεί και η παραγωγή χρήματος. Στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί εμφανίζονται τα έσοδα ορισμένων μεγάλων τραπεζών, μόνο από τις προμήθειες για τη συμμετοχή τους στις εξαγορές εταιρειών, καθώς επίσης για την εισαγωγή επιχειρήσεων στα χρηματιστήρια:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Προμήθειες των μεγαλύτερων επενδυτικών τραπεζών το 2010

 

ΤΡΑΠΕΖΑ

ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΣΕ ΔΙΣ $

 

 

J.P. Morgan Chase

4,14

Morgan Stanley

3,67

Goldman Sachs

3,60

Bank of America – Merrill Lync

2,91

Deutsche Bank

2,69

UBS

2,62

Credit Suisse

2,56

Πηγή: FTD

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, τέσσερις αμερικανικές τράπεζες, μία γερμανική και δύο ελβετικές κυριαρχούν στην αγορά, η οποία έτσι έχει αποκτήσει μία αρκετά «ολιγοπωλιακή» δομή.  

Συνεχίζοντας, οι συναλλαγές μέσω παραγώγων είναι στην ουσία στοιχήματα, τα οποία αφορούν προβλέψεις, σε σχέση με την μελλοντική εξέλιξη των τιμών των μετοχών, του συναλλάγματος, των πρώτων υλών, των εμπορευμάτων κλπ. Προφανώς δεν προβλέπουν μόνο, αλλά επηρεάζουν ταυτόχρονα τις αγορές, στις οποίες δραστηριοποιούνται.

Παρά το ότι λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 οφειλόταν στα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης, τα παράγωγα ήταν αυτά που τελικά προκάλεσαν τα καταστροφικά αποτελέσματα που βιώσαμε – ενώ αποφύγαμε την κατάρρευση του συστήματος την τελευταία στιγμή, με τη βοήθεια των κρατών και των χρημάτων των πολιτών τους.

Γνωρίζοντας τώρα ότι, μόλις πέντε μεγάλες τράπεζες κυριαρχούν στην τεράστια αυτή αγορά (οι τέσσερις πρώτες αμερικανικές του Πίνακα Ι, καθώς επίσης η HSBC), συμμετέχοντας στο 96% σχεδόν των συναλλαγών που διενεργούνται εκεί, συνειδητοποιούμε ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία ακόμη μορφή τραπεζικού μονοπωλίου, η οποία λειτουργεί εκτός των πλαισίων της ελεύθερης αγοράς.

Τέλος, παρά το ότι η κυβέρνηση των Η.Π.Α. προσπαθεί να επιβάλλει κανόνες στη συγκεκριμένη αγορά, με τη βοήθεια της δημιουργίας μίας «υπηρεσίας» ως ενδιαμέσου διαπραγματευτή (Clearinghouse), ο οποίος θα μπορεί να ελέγχει και να εγγυάται τις συναλλαγές παραγώγων, οι τράπεζες, γνωρίζοντας ότι οι διαφανείς συναλλαγές αποφέρουν ελάχιστα, έχουν τοποθετηθεί εχθρικά απέναντι στις προθέσεις της κυβέρνησης. Έτσι, μη έχοντας τη δυνατότητα να εμποδίσουν τη δημιουργία του συγκεκριμένου οργανισμού, προσπαθούν να τον ιδιωτικοποιήσουν, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του οι ίδιες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όπως διαπιστώνεται, ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αφού πρώτη συνθηκολόγησε η Ελλάδα, χωρίς δυστυχώς να δώσει την παραμικρή μάχη, ενώ πιθανότατα άνοιξε την κερκόπορτα της ζώνης του Ευρώ στο ΔΝΤ, ακολούθησε η Ιρλανδία. Το πρόσφατο, άτυχο κατά την άποψη μας «θύμα», είναι η Πορτογαλία, την οποία μάλλον θα διαδεχθεί σύντομα το Βέλγιο (με κριτήριο τις πρόσφατες δηλώσεις του ΔΝΤ) – αργότερα η Ισπανία, η Ιταλία κλπ.

Όπως κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου ακουγόταν στα ραδιόφωνα η εισβολή της Γερμανίας στην Αυστρία, στην Πολωνία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία κλπ, έτσι και σήμερα ενημερωνόμαστε από τα ΜΜΕ – εν πρώτοις για την «πτώση» των χωρών της Α. Ευρώπης, στην οποία τότε δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία.

Λίγο αργότερα όμως, όταν ακολούθησαν τα κράτη της Ευρωζώνης, παράλληλα με τις ευρύτερες, διεθνείς «συρράξεις» (μέσα στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης), όπως τις βίαιες συναλλαγματικές μάχες, τις εξεγέρσεις των πεινασμένων, την επέλαση της Κίνας κλπ, άλλαξε εντελώς η εικόνα.     

Αντίθετα βέβαια με την εποχή του 2ου παγκοσμίου πολέμου, ο «επιτιθέμενος σήμερα, το Καρτέλ ουσιαστικά, δεν είναι τόσο εμφανής – ευρισκόμενος πολύ καλά κρυμμένος πίσω από τα όπλα μαζικής καταστροφής που διαθέτει: την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, τις εταιρείες αξιολόγησης, τα Hedge Fund, τις επενδυτικές τράπεζες κλπ.

Έχοντας αναλύσει στο παρελθόν όλους αυτούς τους «οργανισμούς», με επί πλέον «κριτήριο» το σύμφωνο ανταγωνιστικότητας που προωθείται σήμερα στην ΕΕ (κεντρικές αποφάσεις για μισθούς, φόρους, συντάξεις κλπ), θεωρούμε ότι αυτό που μάλλον επιδιώκεται τελικά, είναι η εγκατάσταση μίας κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας «σοβιετικού τύπου» στην Ευρώπη, με πρωτεύουσα τη Γερμανία – στην οποία θα ηγούνται οι διεθνείς τράπεζες και το ευρύτερο Καρτέλ.

Εν τούτοις, έχοντας την άποψη ότι, η εξέλιξη δεν είναι ποτέ γραμμική, ενώ ακόμη και οι πλέον σωστά οργανωμένες συνωμοσίες σπάνια επιτυγχάνουν το στόχο τους, θεωρούμε ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει – με την ελπίδα της «αλλαγής πορείας», έστω την τελευταία στιγμή, να παραμένει αμετακίνητη στη θέση της. Η ανοχή έχει τα όρια της, η αδιαμαρτύρητη υποταγή στους κυρίαρχους του σύμπαντος επίσης, ενώ δεν είναι δυνατόν να έχουν αδρανοποιηθεί εντελώς, να έχουν εξουδετερωθεί καλύτερα όλοι οι υγιείς, ανθρώπινοι μηχανισμοί αντίδρασης, αντίστασης και αυτοπροστασίας.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 9. Απριλίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

                                     

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2326.aspx

Η ΤΡΑΠΕΖΑ Ι

Η ΤΡΑΠΕΖΑ:

Ο τραπεζικός νόμος του Peel, το μέγεθος και η ποσότητα του χρήματος, η σημασία των επιτοκίων, ο κεντρικά κατευθυνόμενος χρηματοπιστωτικός κλάδος, η εξέλιξη του πολέμου, καθώς επίσης ο φόβος μίας «σοβιετικού τύπου» Ευρώπης – Μέρος Ι 

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

“Εάν συνειδητοποιήσουμε ότι, η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά, ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε. Ίσως δε κάποια στιγμή να πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χρήματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» ισοτιμίες”. 

Ο ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ PEEL

 

Ήδη από το 1844, έτος στο οποίο υιοθετήθηκε ο «τραπεζικός νόμος του Peel» στη Μ. Βρετανία (19. Ιουλίου), είχε γίνει διεθνώς αποδεκτό το ότι, η ουσιαστική αιτία πίσω από όλους τους «ανοδικούς και καθοδικούς οικονομικούς κύκλους», ήταν η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση – η αύξηση δηλαδή των πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών, η οποία δεν βασιζόταν στις πραγματικές αποταμιεύσεις των Πολιτών.

Εκείνη την εποχή, στην οποία δεν υπήρχαν ακόμη οι κεντρικές τράπεζες, τα εμπορικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξέδιδαν χρήματα, κυρίως χαρτονομίσματα ή λογιστικές «υποσχετικές», σε ποσότητες οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τα αποθέματα χρυσού που διατηρούσαν στα θησαυροφυλάκια τους. Με στόχο λοιπόν να καταπολεμηθεί αυτή η «διαστρέβλωση», ο νόμος του Peel υποχρέωσε τις τράπεζες να καλύπτουν κατά 100% τα νομίσματα που εξέδιδαν, μέσω των καταθέσεων τους (εγγυήσεις) – γεγονός που συμφωνούσε με τις βασικές αρχές του Ρωμαϊκού Δικαίου, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η πλαστογραφία, η χωρίς αντίκρισμα δηλαδή «έκδοση» χρημάτων.

Εν τούτοις, ο τραπεζικός νόμος του Peel περιορίσθηκε στα «τραπεζογραμμάτια» (μετρητά), χωρίς να λάβει υπ’ όψιν του τα λογιστικά χρήματα – τις «υποσχετικές» δηλαδή μελλοντικών πληρωμών (δάνεια, καταθέσεις κλπ), οι οποίες συνέχισαν να μην έχουν πραγματικό αντίκρισμα. Το αποτέλεσμα του νόμου ήταν δυστυχώς να μεταφέρουν οι τράπεζες το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών τους, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα – για τα οποία η υποχρέωση κάλυψης τους (fractional reserve) ήταν και είναι ελάχιστη (άρθρο μας). 

Έτσι λοιπόν συνεχίσθηκε η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση, η παραγωγή δηλαδή ακάλυπτων χρημάτων από τις τράπεζες, καθώς επίσης οι «ανοδικοί και καθοδικοί οικονομικοί κύκλοι» – αφού ο νόμος του Peel απλά «μετέβαλλε» τον τρόπο των συναλλαγών, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα. Η αποτυχία του συγκεκριμένου νόμου, ο οποίος θεσπίσθηκε με στόχο την ριζική αντιμετώπιση της τότε οικονομικής κρίσης (1844), χωρίς ποτέ να επιδιωχθεί η διόρθωση του, είχε σαν αποτέλεσμα να συνεχίζονται έκτοτε οι οικονομικές κρίσεις (φούσκες, υφέσεις, διασώσεις τραπεζών κλπ) στον πλανήτη – γεγονός που συμβαίνει μέχρι σήμερα.

Αργότερα ιδρύθηκαν οι κεντρικές τράπεζες (πρώτη η Fed το 1913), οι οποίες λειτούργησαν ως το τελευταίο καταφύγιο, ως οι «πιστωτές ανάγκης» δηλαδή των εμπορικών τραπεζών (lender of last resort), έχοντας σαν  βασικό αντικείμενο τη διάσωση τους – με τη βοήθεια της παροχής ρευστότητας σε περιόδους κρίσεων (κάτι ανάλογο ουσιαστικά με το ΔΝΤ, όσον αφορά τη «διάσωση» κρατών).

Οι δραστηριότητες δε των κεντρικών τραπεζών επεκτάθηκαν και στη διάσωση του δημοσίου τομέα τους, κρίνοντας τουλάχιστον από το ότι, στις 17. Νοεμβρίου του 2004, ο λογαριασμός (λογιστική εγγραφή) «US Treasury» της Fed αντιστοιχούσε στο 89,3% του συνολικού ενεργητικού του συστήματος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι, τα συνολικά «κεντρικά χρήματα» των Η.Π.Α., στα οποία συμπεριλαμβάνονται επίσης τα μετρητά που ευρίσκονται στην κυκλοφορία, είναι καλυμμένα σχεδόν εξ ολοκλήρου από το δημόσιο χρέος της υπερδύναμης (!) 

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η κεντρική τράπεζα μίας χώρας είναι υπεύθυνη για την προμήθεια του τραπεζικού συστήματος με «κεντρικά» και μετρητά χρήματα – όπου τα «κεντρικά χρήματα» δημιουργούνται αφενός με την έγκριση δανείων προς τις εμπορικές τράπεζες (έναντι εγγυήσεων), αφετέρου δε με την αγορά συναλλάγματος, πολύτιμων μετάλλων, αξιόγραφων ή άλλων στοιχείων του ενεργητικού, από τις εμπορικές τράπεζες ή τα χρηματιστήρια. Όταν όμως απαιτείται επί πλέον ρευστότητα (τύπωμα χρημάτων) από το σύστημα, όπως συμβαίνει σήμερα (quantitative easing), τότε οι εμπορικές τράπεζες λαμβάνουν χρήματα από την κεντρική, απλά και μόνο με την λογιστική εγγραφή τους στο λογαριασμό που διατηρούν στην κεντρική.      

Συνεχίζοντας, «ο ιστός της αράχνης» ολοκληρώθηκε αργότερα (1930), όταν ιδρύθηκε η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) – στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετέχουν κεντρικές τράπεζες και κάποιοι «ανώνυμοι» ιδιώτες, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διάσωση των κεντρικών τραπεζών, σε περίπτωση ανάγκης. Στο τέλος, καταργήθηκε ο κανόνας του χρυσού (1971), με αποτέλεσμα να «εγκατασταθούν», να λειτουργούν δηλαδή διεθνώς «πλαστά» χρηματοπιστωτικά συστήματα – αφού δεν στηρίζονται σε πραγματικά χρήματα.

Πρόσφατα δε οι τράπεζες, με πιθανό στόχο την πλήρη «εξαέρωση» όλων των υποχρεώσεων τους, την παροχή εγγυήσεων δηλαδή για τα νομίσματα που εκδίδουν, επιδιώκουν να καταργήσουν εντελώς τα μετρητά χρήματα – όπως τουλάχιστον συμπεραίνεται ελεύθερα από την («πιλοτικά» στην Ελλάδα) απαίτηση της αποκρατικοποιημένης Πολιτείας να μην επιτρέπει πλέον συναλλαγές μετρητοίς, άνω των 3.000 €, δήθεν για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

 

Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

 

Όπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρεία, «Στα πλαίσια της διαδικασίας παραγωγής και ανταλλαγής αγαθών, τα χρήματα οφείλουν να φροντίζουν για την πληρωμή των αγαθών, για τις τιμές τους  (προσδιορισμός της αξίας τους), καθώς επίσης για τη διαχρονική διατήρηση της αξίας των αγαθών, των προϊόντων και των υπηρεσιών δηλαδή, σε χρήμα». Για να μπορούν όμως τα πάσης φύσεως χρήματα να ανταποκρίνονται στις λειτουργίες τους, ο υπεύθυνος για την «παραγωγή» τους θα πρέπει να εξασφαλίζει τις παρακάτω προϋποθέσεις:      

(α)  Να είναι το χρήμα υποχρεωτικά αποδεκτό από όλους όσους συναλλάσσονται μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας χρήματα με προϊόντα και υπηρεσίες

(β)  Να υπάρχει μία διαχρονικά σταθερή αγοραστική αξία του χρήματος, έτσι ώστε να μπορεί, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιηθεί αποταμιευτικά.

(γ) Να υφίσταται ένας υπεύθυνος, ο οποίος να εγγυάται απόλυτα για τα χρήματα που διακινούνται στην εκάστοτε αγορά.  

Αυτός τώρα που εξασφαλίζει τις παραπάνω προϋποθέσεις, «ο παραγωγός του χρήματος» δηλαδή στις σύγχρονες Οικονομίες, δεν είναι άλλος από το κράτος – δια μέσου της Κεντρικής Τράπεζας του η οποία, σε συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες, φροντίζει να «τυπώνει» το απαραίτητο χρήμα, καθώς επίσης να εγγυάται για τη σωστή λειτουργία του.

Το συνολικό «μέγεθος» τώρα του χρήματος που κυκλοφορεί σε μία Οικονομία, είναι το γινόμενο (πολλαπλασιασμός) της ποσότητας του χρήματος που υπάρχει, επί την ταχύτητα της ημερήσιας κυκλοφορίας του – η οποία συνήθως θεωρείται σταθερή. Εάν δηλαδή έχουμε 100 €, τα οποία διακινούνται πέντε φορές την ημέρα, τότε το μέγεθος του χρήματος είναι 100Χ5 = 500 €.

Περαιτέρω, η «αγοραστική αξία» του χρήματος υπολογίζεται πάντοτε από τη ποσότητα των διαθεσίμων αγαθών, σε σχέση με το συνολικό «μέγεθος» του χρήματος που κυκλοφορεί (ποσότητα επί ταχύτητα).

Για παράδειγμα, εάν σε μία οικονομία η αγοραστική αξία του χρήματος παραμένει διαχρονικά σταθερή, τότε το ποσοστό αύξησης της παραγωγής χρήματος επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του, συμβαδίζει με το ποσοστό αύξησης της παραγωγής αγαθών. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, έχουμε τόσα χρήματα στην αγορά, όσα και προϊόντα (ΑΕΠ).  

Εάν όμως διαπιστωθεί ότι, η μέση ετήσια αγοραστική αξία του χρήματος μειώνεται, τότε αυτό σημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη οικονομία η μέση ετήσια παραγωγή η/και η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνεται γρηγορότερα, από ότι αυξάνει η μέση ετήσια παραγωγή αγαθών (πληθωρισμός). Είναι δυνατόν όμως να αυξάνεται η ποσότητα χρήματος από την κεντρική τράπεζα μίας χώρας, χωρίς να χάνει το χρήμα την αγοραστική αξία του βραχυπρόθεσμα, χωρίς να επακολουθεί πληθωρισμός δηλαδή, εάν μειώνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του από τους Πολίτες – οι οποίοι «κινούν βραδύτερα» τα χρήματα που έχουν στη διάθεση τους, διαθέτοντας τα όχι τόσο συχνά στην κατανάλωση (όπως μάλλον συμβαίνει σήμερα στις Η.Π.Α.).  

Ολοκληρώνοντας, από την παραπάνω μικρή περιγραφή τεκμηριώνεται ότι, η «διαχείριση» των ποσοτήτων του χρήματος σε μία Οικονομία είναι αποκλειστικό, «μονοπωλιακό» δηλαδή προνόμιο των τραπεζών – επομένως είναι μία ουσιαστικά κεντρικά κατευθυνόμενη διαδικασία, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάγεται στις αρχές της ελεύθερης αλλά της κεντρικά κατευθυνόμενης αγοράς (κομμουνισμός).

 

ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

 

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα σημερινά χρήματα είναι στην πραγματικότητα «ακάλυπτα» – αφού δημιουργούνται «μονοπωλιακά» από τις τράπεζες και την πίστωση (άρθρο μας), χωρίς να έχουν κανενός είδους αντίκρισμα. Το επιτόκιο τώρα, είναι ουσιαστικά το κέρδος που «χρεώνεται», για τη χρησιμοποίηση των δανειακών χρημάτων – με το «φυσιολογικό επιτόκιο» να ορίζεται ως αυτό που εξισορροπεί τις αποταμιεύσεις με τις επενδύσεις, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διαχρονική σταθερότητα σε μία Οικονομία.

Ένα τέτοιο «φυσιολογικό επιτόκιο» όφειλε προφανώς να «επέκειτο» στους κανόνες τις ελεύθερης αγοράς, όπου το εκάστοτε μέγεθος του θα καθοριζόταν από την ισορροπία της ζήτησης με την προσφορά. Δηλαδή, εάν η ζήτηση για δανειακά χρήματα αυξανόταν (τα δάνεια πρέπει να έχουν στόχο τις επενδύσεις και ποτέ την κατανάλωση), υπερκαλύπτοντας την προσφορά (αποταμιεύσεις), τότε το επιτόκιο θα αυξανόταν ανάλογα, μέχρι το σημείο που η περεταίρω αύξηση του θα μείωνε τη ζήτηση – αφού οι επενδύσεις θα ήταν πια ασύμφορες.

Εν τούτοις, το επιτόκιο σήμερα δεν καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά, αλλά από τις κεντρικές τράπεζες (βασικό). Επομένως, η διαμόρφωση του είναι κεντρικά κατευθυνόμενη και μονοπωλιακή – όπως αυτή της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν στις εκάστοτε Οικονομίες οι οποίες, τουλάχιστον όσον αφορά το χρήμα, είναι ουσιαστικά «κομμουνιστικές» (ερμηνεύοντας οικονομικά τον κομμουνισμό, ως ένα κεντρικά κατευθυνόμενο σύστημα).

Τα αποτελέσματα των κεντρικά κατευθυνόμενων επιτοκίων όσον αφορά τα δάνεια, τα οποία συνάπτονται με ένα τεχνητά χαμηλό επιτόκιο, είναι οι λανθασμένες επενδυτικές τοποθετήσεις – αφού εμφανίζονται συμφέρουσες λόγω του ότι το επιτόκιο είναι τεχνητά χαμηλό, ενώ με ένα «φυσιολογικό επιτόκιο» δεν θα γινόταν. Το γεγονός αυτό επεξηγεί παράλληλα την υπερχρέωση της Ελλάδας, η οποία ουσιαστικά προκλήθηκε από τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια του δανεισμού της, λόγω της εισόδου της στην Ευρωζώνη – επίσης άλλων χωρών (Ιρλανδία, Ισπανία κλπ), οι οποίες επένδυσαν στην αγορά των ακινήτων, στηριζόμενες στα τεχνητά χαμηλά επιτόκια των τραπεζών.

Οι λανθασμένες λοιπόν επενδύσεις, λόγω των αδικαιολόγητα χαμηλών επιτοκίων,  οδηγούν τελικά σε «φούσκες» – οι οποίες «εκρήγνυνται», όταν οι κεντρικές τράπεζες αναγκασθούν να αυξήσουν τα επιτόκια, προς την κατεύθυνση του φυσιολογικού, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο υπερπληθωρισμός. Η υπερχρέωση ενός κράτους είναι ουσιαστικά επίσης μία «φούσκα», η οποία εκρήγνυται όταν αδυνατεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του – συνήθως λόγω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού του, πέρα από τα «όρια» της αντοχής του (φοροδοτική ικανότητα των Πολιτών του κλπ). Στον Πίνακα Ι που ακολουθεί φαίνεται η διαχρονική υπερχρέωση των Η.Π.Α.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

Έτος

Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

 

 

 

 

1981

1,0

32,5%

-0,08

1985

1,8

43,8%

-0,21

1990

3,2

55,9%

-0,22

1995

4,9

67,0%

-0,16

2000

5,6

57,3%

+0,24

2005

7,9

63,5%

-0,32

2009

11,9

83,4%

-1,41

2010*

13,8

94,0%

-1,42

2011*

15,1

100,0%

-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης

Πηγή: Spiegel, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70. 

 

Από τον Πίνακα Ι τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, του κυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. – από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα (ως γνωστόν, «απελευθέρωσε» τις αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα το Κεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ). Στην εποχή του δόθηκε τεράστια σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του – ενώ πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα.

 Κλείνοντας, όταν κανείς αντιληφθεί ότι, η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε από την επεκτατική πιστωτική πολιτική της Fed, η οποία αύξησε την ποσότητα του χρήματος (κατά 10% περίπου ετήσια από το 2001 – διπλασιασμός σε επτά έτη) και διατήρησε τεχνητά χαμηλά τα επιτόκια, επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με μία ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ποσότητας των χρημάτων (quantitative easing), καθώς επίσης με ακόμη πιο «επιθετικά» χαμηλά, τεχνητά επιτόκια, καταλήγει εύκολα στο συμπέρασμα ότι, «υποδαυλίζεται» μία ακόμη μεγαλύτερη κρίση η οποία θα έχει ασύγκριτα πιο καταστροφικά αποτελέσματα.   

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η ΕΚΤ, η οποία πλέον ακολουθεί την ίδια «μονόπλευρη» πολιτική χρήματος με την Fed, καθώς επίσης με τις Τράπεζες της Ιαπωνίας και της Αγγλίας, αύξησε επίσης την ποσότητα χρήματος (Μ3) στην Ευρωζώνη κατά 116% (από 4,4 τρις € στην αρχή του 1999, στα 9,5 τρις € τέλη Απριλίου του 2009).    

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2326.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η ΙΑΠΩΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Η ΙΑΠΩΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Ιαπωνία είναι η χώρα της Άπω Ανατολής, ο λαός της οποίας θα μπορούσε να παραβληθεί κατά τα χαρακτηριστικά του με τον λαό της Γερμανίας. Είναι πειθαρχικός εις το έπακρο και φιλόπατρις, γι’ αυτό και επιρρεπής προς αποδοχή στρατοκρατικών καθεστώτων. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνδυάζει με την άκρα εργατικότητα, αποτέλεσμα της οποίας είναι η ραγδαία οικονομική ανάκαμψη μετά από περιόδους κρίσεων και καταστροφών.

Τις αρετές αυτές οι λαοί, που προαναφέραμε, τις καλλιεργούν μαζί με φοβερές κακίες, τις οποίες εκδήλωσαν ως στρατιωτικοί σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Η άγριες και εγκληματικές ενέργειες των στρατευμάτων τους προς τους λαούς που κατέκτησαν και προς τους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αποτελούν τις πιό μελανές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Τα εγκλήματα των Ιαπώνων δεν μας είναι πολύ γνωστά, καθώς η Ευρώπη εντελώς κατεστραμμένη από τον πόλεμο φρόντισε να γιατρέψει τις δικές της πληγές και δεν έστησε τα αυτιά της για ν’ ακούσει τις κραυγές πόνου των λαών της Ασίας. Πέραν αυτού ο πόλεμος εκείνος έληξε με τη φρικτή εικόνα της ολοσχερούς καταστροφής δύο ιαπωνικών πόλεων υπό τα πλήγματα νέου και τρομακτικού όπλου, της ατομικής βόμβας! Η ενέργεια εκείνη των ΗΠΑ δεν θα δικαιωθεί ποτέ ενώπιον της ιστορίας, διότι έγινε προς επίδειξη πυγμής όχι μόνο προς τους Ιάπωνες, που ετοιμάζονταν να συνθηκολογήσουν, αλλά και προς τους “συμμάχους” Σοβιετικούς!

Η ολοσχερώς κατεστραμμένη Γερμανία τάχιστα μετεβλήθη σε “ατμομηχανή” της ευρωπαϊκής οικονομίας με την αμέριστη συμπαράσταση των ισχυρών νικητών, των ΗΠΑ δηλαδή, οι οποίοι απέβλεπαν με την ανάπτυξη εκείνη να αντιρροπήσουν το ολοένα ογκούμενο κίνδυνο εξάπλωσης του κομμουνισμού. Στην οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας προσφέρθηκε η χώρα μας θυσία κατά δύο τρόπους. Με το να διαταχθεί να μην διεκδικήσει τις οφειλόμενες από τη Γερμανία πολεμικές αποζημιώσεις και με το να στείλει τον εργατικό της ανθό, ώστε να συμβάλει με την εργασία του στην ανάπτυξη χώρας που παρέλυσε την δική μας οικονομία με την εισβολή και επί τετραετία κατοχή της. Δεν γνωρίζουμε αν οι ΗΠΑ ενίσχυσαν οικονομικά την Ιαπωνία, η οποία μεταπολεμικά σύρθηκε στο άρμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Εκείνο πάντως το οποίο ζήσαμε ήταν η αλματώδης ανάπτυξη, η οποία έφερε τη χώρα στην κορυφή της παγκόσμιας οικονομίας! Έφθασε η Ιαπωνία στο σημείο να καταφέρει δεινά πλήγματα, μέσω της εξαγωγής βιομηχανικών προϊόντων, στη νικήτριά της, τις ΗΠΑ. Από την άλλη όμως διαπιστώσαμε ότι η χώρα εγκαταλείποντας με γοργό ρυθμό τις παραδόσεις της προσδέθηκε και στο πολιτιστικό άρμα των ΗΠΑ σφιχτότερα από κάθε άλλη χώρα, “εχθρό” ή “σύμμαχο”.

Στάθηκε όμως αιτία μια φυσική καταστροφή να οδηγήσει τη μεγάλη Ιαπωνία στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης, όπως επισημαίνουν αρκετοί σχολιαστές. Το οικονομικό “θαύμα” στις σύγχρονες δυτικού τύπου οικονομίες θεμελιώνεται στην εξασφάλιση άφθονης ενέργειας για την λειτουργία των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Η Ιαπωνία, φτωχή σε ενεργειακούς πόρους χώρα, μη θέλοντας να είναι εξαρτημένη από εισαγωγές ενέργειας κατέστρωσε και έθεσε σε εφαρμογή μεγαλεπήβολο σχέδιο ενεργειακής αυτάρκειας με την εγκατάσταση πυρηνοηλεκτρικών σταθμών. Αντί να καταδικάσει τη χρήση πυρηνικής ενέργειας για οποιονδήποτε σκοπό, ως πρώτη παθούσα εξ αυτής, την έθεσε ως θεμέλιο της ανάπτυξής της! Και ήλθε η θλιβερή στιγμή ενός ισχυρότατου σεισμού, όχι πάντως επάνω από τα επίπεδα πρόβλεψης των σεισμολόγων, και τα ανθρώπινα μέτρα προστασίας έναντι των φυσικών δυνάμεων, που είχαν ληφθεί με προσοχή και επιμέλεια, δείχθηκαν ανεπαρκή. Τα σύγχρονα ΜΜΕ μετέδωσαν κατ’ επανάληψη στιγμές φρίκης από την τραγωδία που έζησε ο λαός της Ιαπωνίας. Το ελάχιστο συναίσθημα που μας απόμεινε, καθώς αυτό θεωρείται πλέον ως τροχοπέδη κατά την πορεία προς την οικονομική ανάπτυξη, το διαθέσαμε προς στιγμήν για τη νοερή συμπαράσταση προς τους πάσχοντες συνανθρώπους μας. Μετά επανήλθαμε στην ασφαλή βάση της λογικής και θέσαμε το ερώτημα: Και τί το θαλασσινό θα τρώμε τώρα, που ο τροφοδότης Ειρηνικός ωκεανός έχει μολυνθεί από τη διαφυγούσα ραδιενέργεια; Μάλιστα οι πλέον λογικοί Γάλλοι βρήκαν πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαφημίσουν τους δικούς τους πυρηνικούς σταθμούς, τους οποίους, κατά τους ισχυρισμούς τους, αν εγκαθιστούσαν οι Ιάπωνες θα είχε αποφευχθεί η διαρροή! Ο θάνατός σου η ζωή μου!

Τί θα τρώει ό λαός της Ιαπωνίας κατά τα προσεχή έτη; Η χώρα είναι άκρως πυκνοκατοικιμένη. Θα επαρκέσει για τη διατροφή του πληθυσμού η καλλιεργούμενη μη μολυνθείσα επιφάνεια (αν υπάρχει εγγυημένα τέτοια); Θα διατραφεί αυτός αποκλειστικά με εισαγόμενα γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα; Θα καταφέρει να διατηρήσει από την άλλη η χώρα τις αγορές της ή θα δει τις εξαγωγές της να μειώνονται με έντονους ρυθμούς; Είναι οι σύγχρονες αγορές όμοιες με εκείνες των προηγουμένων δεκαετιών ή η Ιαπωνία θα δοκιμαστεί από τον ανταγωνισμό των αναδυομένων ασιατικών δυνάμεων, της Κίνας και της Ινδίας; Θα αποδεχθεί ο άκρως καταναλωτικός σύγχρονος Ιάπων, που έμαθε να ταξιδεύει σ’ όλη την έκταση του πλανήτη ζωσμένος με πλήθος ηλεκτρονικών συσκευών, έναν τρόπο ζωής με βάση την ολιγάρκεια; Επαρκή στοιχεία, για το πόσο βοήθησε η Ιαπωνία κατά τις δεκαετίες που πέρασαν τους φτωχούς και καταφρονεμένους του κόσμου, δεν διαθέτουμε. Το 2009 είχε ανακοινωθεί βοήθεια ύψους 20 δισεκατομ. δολλαρίων. Ανακοινώθηκε από την άλλη ότι σε 220 δισεκατομ. δολλάρια θα ανέλθει το κόστος της αποκατάστασης των ζημιών. Αυτό μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε το τρομακτικό κόστος για την αποκατάσταση ανεκτού βιοτικού επιπέδου στις λεηλατημένες χώρες του τρίτου Κόσμου και την ανάσχεση της υποβάθμισης του λεηλατημένου περιβάλλοντος, για την οικονομική ανάπτυξη κατά τα δυτικά πρότυπα. Άλλωστε δεν συντελέστηκε και σοβαρή πρόοδος μετά την υπογραφή της συνθήκης στην ιαπωνική πόλη Κιότο.

Το ισχυρό όπλο των Ιαπώνων, το οποίο για μία ακόμη φορά θα τεθεί σε ενέργεια, είναι η πειθαρχία και η εργατικότητα. Με αυτά θα επιτύχει ασφαλώς πολλά. Είναι όμως δυνατό να επανέλθει στην πρότερη κατάσταση; Και τί θα σημάνει σε περίπτωση αδυναμίας ανάκαμψης; Θα εκδηλωθεί εσωστρέφεια με τάση προς επάνοδο στις πατρογονικές αξίες και τον παραδοσιακό πολιτισμό; Είναι αυτό δυνατόν χωρίς την ανάδυση πολιτικών δυνάμεων που θα οδηγήσουν, με την πάροδο του χρόνου, την χώρα σε καθεστώς στρατοκρατίας, κατά το προηγούμενο της χιτλερικής Γερμανίας; Ο χρόνος θα το δείξει.

Η Γερμανία από την άλλη εκδηλώνει την έπαρσή της ως εκ του δικού της οικονομικού θαύματος, αφού, αν και ηττημένη στους δύο μεγάλους πολέμους, σέρνει στο άρμα της τους νικητές αυτών, που οδηγούνται στο δρόμο που πορεύτηκε πρώτη η χώρα μας με την άφρονα πολιτική των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεών της και τον άφρονα καταναλωτισμό του λαού της. Θα καταφέρει η Γερμανία και οι ισχυροί συνοδοιπόροι της του Βορρά να αντέξουν την πίεση εκ του ανταγωνισμού των ασιατικών δυνάμεων στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, της νόμιμης απάτης; Και οι λοιποί, μεταξύ των οποίων και εμείς, θα παραμένουμε μοιρολατρικά υποταγμένοι στις θελήσεις των οικονομικά ισχυρών, οι οποίοι έχουν περιβληθεί με τρομακτικές εξουσίες, τις οποίες οι πολιτικοί παρέδωσαν στα πλαίσια της αθλιότερης πολιτικής διαπλοκής της ιστορίας; Ίσως να συμβούν εξελίξεις, τις οποίες ούτε οι ισχυροί ούτε οι ανίσχυροι είμαστε σε θέση σήμερα να φανταστούμε. Ως τότε όμως εμείς ως λαός κάτι πρέπει να κάνουμε. Εμείς πειθαρχία δεν διαθέταμε ποτέ, αυτό είναι μεγάλη αλήθεια. Γι’ αυτό δεν ενεχόμαστε για εγκλήματα, με τα οποία βαρύνονται άλλοι λαοί. Είναι όμως μύθος να διατυμπανίζεται ότι είμαστε οκνηροί. Διαθέτουμε φιλότιμο, όσο ελάχιστοι λαοί, και διάθεση προόδου χωρίς εκμετάλλευση των άλλων. Ότι πάθαμε το πάθαμε, γιατί στρέψαμε την πλάτη στις παραδόσεις μας. Εμπρός για νέα αρχή. Το κράτος που έστησαν οι τότε ισχυροί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους αποδείχθηκε μεταπρατικό! Ο ελληνισμός κατά τη μακρόχρονη δουλεία στηρίχτηκε στις κοινότητες, που συνιστούσαν κοινωνία προσώπων. Ας επανέλθουμε όσο είναι καιρός στις παραδόσεις και στην ολιγάρκειά μας. Δεν είμασταν γουρούνια, όπως μας αποκαλούν πλέον οι οικονομικά ισχυροί. Αυτοί, δια των δικών μας εκπροσώπων των συμφερόντων τους μας κατάντησαν έτσι.

 

                                                            “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 11-4-2011

Κρίση νομιμοποίησης κράτους και θεσμών

«Κρίση νομιμοποίησης κράτους και θεσμών»

 με αφορμή ομώνυμη εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ

 

Του Νικήτα Χιωτίνη*

 

 

Στις 7 Απριλίου 2011, σε μια εκδήλωσε του ΕΛΙΑΜΕΠ (Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής), με τρόπο ιδιαίτερα αποκαλυπτικό τέθηκε ένα κρίσιμο για τη σημερινή Ελλάδα ζήτημα. Αυτό της «κρίσης νομιμοποίησης» κράτους και θεσμών (της).

Η σημαντικότητα αυτής της αποκαλυπτικής εκδήλωσης συνίσταται στο ότι αφ΄ενός ετέθη αυτό το κρίσιμο ζήτημα, αφ’ ετέρου αποκαλύφθηκε η άποψη μεγάλης μερίδας της σημερινής ελληνικής διανόησης και η επιρροή που αυτή ασκεί σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Αν όχι όλες, τουλάχιστον οι περισσότερες μέχρι τώρα εκδηλώσεις του ΕΛΙΑΜΕΠ νομίζω πως κατατείνουν στα ίδια συμπεράσματα περί της πολιτικής που οφείλει να ακολουθήσει η σημερινή Ελλάδα, αυτή υπήρξε κατά τη γνώμη μου η αποκαλυπτικότερη.

Στην ανωτέρω εκδήλωση τέθηκαν από τον κύριο και αποκαλυπτικότερο (και ειλικρινέστατο) εισηγητή, η έννοια του Κράτους, η έννοια της Πολιτικής, η έννοια της Διακυβέρνησης, ο ρόλος του λαού και της κοινωνίας και ο στόχος της σημερινής Ελλάδας (ο στόχος δηλαδή που κατά τη γνώμη του πρέπει να έχει η σημερινή Ελλάδα). Οι υπόλοιποι εισηγητές – και οι αρεστοί ερωτώντες από το κοινό – απλώς συμφώνησαν με τον εισηγητή αυτόν, διανθίζοντας το πάνελ και αιτιολογώντας την δήθεν συζήτηση[i].

Στην εκδήλωση λοιπόν αυτή «δια βοής» επικυρώθηκαν σαν βεβαιότητες  οι παρακάτω απόψεις :

1. Πολιτική είναι ο τρόπος διακυβέρνησης.

2. Υπάρχει το «κράτος» και ο λαός. Το κράτος ως έννοια δεν συζητείται, είναι κάτι δεδομένο, είναι αυτό που όρισε η Δύση. Ο ομιλητής  όμως δεν προσπαθεί μήτε καν να το ορίσει, να ορίσει τουλάχιστον το κράτος υπό την δυτική έννοιά του, ούτε θέτει ανάλογο ζήτημα. Από τους υπόλοιπους εισηγητές τίθεται ως εμπεριέχον νόμους που πρέπει απαρεγκλίτως να είναι σεβαστοί. Βία και ανυπακοή (από πλευράς κοινωνίας) στηλιτεύονται μετά βδελυγμίας.

3. Η (νέο)ελληνική κοινωνία ανέκαθεν βρισκόταν σε προστριβή με το «κράτος» της. Μάλιστα σκωπτικώς ανέφερε  πως η κοινωνία θέλει να γίνει κράτος- αυτό πρόκειται περί «ανατροπής», ανέφερε χαρακτηριστικά –  και οικτίρει το γεγονός  ότι ο λαός  θέλει να γίνει θεσμός.  Στα ανωτέρω πρέπει να επισημάνουμε και την επίκληση από τους υπόλοιπους εισηγητές «ηγετών με πυγμή», προφανώς για να εμποδίσουν τις ανωτέρω «εκτροπές».

4. Η Ελλάς είναι Ανατολική χώρα, που θέλει και πρέπει να γίνει Δυτική

Στα ανωτέρω όμως έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής – πιστεύοντας πως με τον τρόπο αυτόν προσεγγίζουμε καλλίτερα τους λόγους  της  «κρίσης νομιμοποίησης κράτους και θεσμών» που διανύουμε, αλλά και οδηγούμαστε προς ουσιαστικότερη  διερεύνηση  των εννοιών της Πολιτικής, του Κράτους και των Θεσμών :

1. Πολιτική δεν είναι ο τρόπος διακυβέρνησης, τουλάχιστον δεν είναι μόνον ο τρόπος διακυβέρνησης. Η Πολιτική πράξη λ.χ. της ανέγερσης της Ακροπόλεως των Αθηνών,  της κατασκευής της Αγίας Σοφίας, των μεγάλων Αρχιτεκτονικών Έργων στο Παρίσι, κ.λ.π. – δεν έγιναν για λόγους «διακυβέρνησης», με τον τρόπο που εννοούμε σήμερα τον όρο αυτόν, ή τουλάχιστον όχι μόνο για τέτοιους λόγους. Ο Περικλής στον Επιτάφιο δεν εννοούσε  έτσι την Πολιτική, ούτε ήταν έτσι η Πολιτική στο συντριπτικώς μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ανθρώπου, αν όχι όλης, συμπεριλαμβανομένου της σημερινής εποχής. Η Πολιτική υπήρξε – και θεωρούμε πως εξακολουθεί να είναι –  η έκφραση συλλογικών στόχων  που δεν ήταν και δεν είναι μόνο οικονομικοί, υπήρξε (και εξακολουθεί να είναι)  λειτουργία υπερβαίνουσα την «διακυβέρνηση» με την έννοια που σήμερα δίνουμε στον όρο αυτόν[ii]. Μια απλή αναδρομή στην Ιστορία, θα ήταν γι’ αυτό αποκαλυπτική. Το επιστημονικό λάθος στο οποίο περιέπεσε ο εισηγητής της εκδηλώσεως του ΕΛΙΑΜΕΠ είναι κατάδηλον, αν όχι σκοπίμως πραχθέν.

2. Επίσης τεράστιο επιστημολογικό λάθος, η μη προσπάθεια ερμηνείας της έννοιας του «κράτους» και η αναφορά σε αυτό σαν να είναι κάτι το θεόσταλτο. Επειδή καταδήλως – το ανέφερε στη συνέχεια ύστερα από μια ερώτηση –  εννοούσε το από την Εσπερία εισαχθέν, θα έπρεπε να ορίσει τουλάχιστον αυτό, αντί να το αφήσει έρμαιο απόψεων, που επέτρεψε την επίκληση  «ηγετών με πυγμή», την αδήριτο ανάγκη να επιβληθούν πάση θυσία οι νόμοι, τελικώς να ενοχοποιήσουμε το λαό για όλα τα κακά και κυρίως για το ότι  δεν το σέβεται και δεν   νομιμοποιεί το «κράτος και τους θεσμούς»  και εκτρέπεται σε «ανυπακοή ή βία».

3. Ορθώς ανέφερε πως η ελληνική κοινωνία βρισκόταν σε προστριβή με το κράτος (της), πολύ κακώς όμως ειρωνεύτηκε την κοινωνία «που θέλει να γίνει κράτος» και το λαό που «θέλει να γίνει θεσμός»: πρόκειται σαφώς περί σκόπιμης αντιεπιστημονικής εκτροπής του ζητήματος. Ναι μεν η κοινωνία δεν είναι ή δεν είναι ακριβώς, κράτος, ούτε ο λαός είναι ή δεν είναι ακριβώς θεσμός, αλλά και το κράτος και οι θεσμοί προήλθαν απ’ ευθείας από τις κοινωνίες και τους λαούς τους, σε όλο τον κόσμο, σε Ανατολή και Δύση, εκτός από μερικά νεώτερα κράτη που δημιουργήθηκαν ως προτεκτοράτα και πεισμόνως κάποια δυνατά κράτη,  θέλουν να τα διατηρήσουν ως τέτοια. Τα κράτη όμως, τα Δυτικά – για να έρθουμε στα κατά τους εισηγητές του ΕΛΙΑΜΕΠ πρότυπα – δεν δημιουργήθηκαν από μόνα τους, σαν κανονιστική αρχή που στάλθηκε  από το Θεό.  Τα  κράτη αυτά δημιουργήθηκαν από τις κοινωνίες και τους λαούς, ως λειτουργικά εργαλεία ανάπτυξής τους και έκφρασής τους. Πέρασαν από διάφορα στάδια, φεουδαρχία, βασιλεία, αστικές τάξεις και συνδυασμούς όλων αυτών, αναλόγως των εκάστοτε συνθηκών και των εκάστοτε (συλλογικών) κοινωνικών στόχων. Έτσι φτάσαμε στα νεωτερικά έθνη-κράτη, που μάλιστα διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς τη δομή τους και τον τρόπο λειτουργίας τους για την εξυπηρέτηση και ανάπτυξη του κράτους τους και των στόχων των λαών τους. 

Στην Ελλάδα επεβλήθη ένα συγκεκριμένο είδος κράτους ή η Ελλάδα βρέθηκε στην ανάγκη υιοθέτησης αυτού του συγκεκριμένου είδους κράτους. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν διαμορφώθηκε αυτό όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, με αποτέλεσμα την μειωμένη λειτουργικότητά του και την διαρκή «προστριβή» του με την νέο-ελληνική κοινωνία ή με τις νέο-ελληνικές κοινωνίες. Οι λόγοι γι΄αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ερευνηθούν. Είναι ιδιαιτέρως υγιές φαινόμενο οι κοινωνίες να διεκδικούν λόγο και ρόλο. Έτσι δημιουργήθηκαν και έτσι πρέπει να δημιουργούνται τα κράτη. Βεβαίως και δεν αμφισβητούμε τη μέχρι τώρα εξέλιξη της χώρας μας, έστω και με αυτό το επιβληθέν – η επιλεγέν –  κράτος. Αλλά απαιτείται πλέον εξέλιξή του, δηλαδή προσαρμογή του στα καθ’ υμάς. Απαιτείται συλλογική χειραφέτησή μας, τα παγκόσμια παραδείγματα, συμπεριλαμβανομένου αυτά των ευρωπαϊκών κρατών, είναι ιδιαιτέρως χρήσιμα.

Η σύγχρονη Ελλάδα έχει δώσει άλλωστε, συχνά όμως με πισωγυρίσματα,  τέτοια δείγματα (προσπάθειας χειραφέτησής της).  Θα έλεγα ότι και ο σημερινός «Καλλικράτης» – η σημαντικότερη διοικητική μεταρρύθμιση από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους- μπορεί να λειτουργήσει θετικά προς αυτήν την κατεύθυνση.  Όσον αφορά τώρα στον αποτροπιασμό των ομιλητών απέναντι στην «ανυπακοή», θα ήθελα να τους θυμίσω πως η αυτή υπήρξε στη βάση της φιλελεύθερης στροφής των κοινωνιών και της διαμόρφωσης των συγχρόνων κρατών[iii]. Ακόμα άλλωστε και η «βία» έχει πολλάκις δικαιωθεί: θυμηθείτε τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, αλλά και τον Αλέκο Παναγούλη που θεωρήθηκε ήρωας επειδή προσπάθησε να σκοτώσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, θυμηθείτε και τον Μαρξ που διαβεβαίωνε πως «η βία είναι η μαμή της Ιστορίας», αλλά και το ότι η νεώτερη ελληνική υπόθεση προχώρησε πολλάκις με «βίαιους» τρόπους, όποτε αυτό χρειαζόταν (αλλά δυστυχώς και όταν δεν χρειαζόταν). 

4. Ας έρθουμε τώρα στη διακήρυξη και στη δια βοής αποδοχή της, πως «η  Ελλάδα είναι Ανατολική χώρα, που θέλει και πρέπει να γίνει Δυτική».  Εδώ θα έλεγα, επικαλούμενος τη νεώτερη Ιστορία της – από το Μακρυγιάννη μέχρι τον Ίωνα Δραγούμη και από τον Περικλή Γιαννόπουλο μέχρι τον Σεφέρη, τον Ελύτη, το Μίκη Θεοδωράκη και πάμπολλους άλλους, ανθισμένους στις επαρχίες και στα χωριά της, αλλά επικαλούμενος και τα οράματα της Δύσης γι’ αυτήν – αυτά που δημιούργησαν το φιλελληνικό ρεύμα του 19ου αιώνα, που βρήκε σε αυτήν διέξοδο από το οντολογικό κενό στο οποίο είχε περιπέσει η Ευρώπη – ότι η Ελλάδα δεν ανήκει ούτε «εις την Δύσιν» αλλά ούτε και στην Ανατολή.  Η Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα, στην Ιστορία της και στο παγκόσμιο εκτόπισμά της και φέρει οικουμενική πρόταση νοήματος, το μόνο ικανό να συνομιλήσει με τα αντίστοιχα του διαμορφούμενου νέου θεάτρου της Ιστορίας, αυτά της Άπω Ανατολής και στις οποίες οικουμενικές προτάσεις στηρίχτηκε και στηρίζεται η ανθρωπότητα. Ομιλεί σχεδόν αυτούσια την πιο αρχαία γλώσσα, γλώσσα που φέρει τα πιο βαθιά νοήματα, οι περισσότεροι επιστημονικοί όροι έχουν ελληνικά ονόματα, οι σημερινές ανακαλύψεις ονοματίζονται με ελληνικές λέξεις, υπήρξε «η μαμή της Ευρώπης» – χρησιμοποιώ λόγια του J. Attali – και αποτελεί, για να μιλήσουμε με όρους γεωπολιτικής, τη πύλη προς την Ευρώπη, για τις αναπτυσσόμενες με ξέφρενο ρυθμό χώρες της Ανατολής που σύντομα θα κυριαρχήσουν.

Τελειώνοντας θα ευχόμουν το ΕΛΙΑΜΕΠ, που απολαμβάνει ιδιαιτέρου κύρους και επιρροής, να αποφύγει να διολισθήσει σε «Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής» με την έννοια της πολιτικής των εξωτερικών χωρών που ασκούνται στην Ελλάδα και να επικεντρωθεί στην  πολιτική που ασκείται από την Ελλάδα έναντι των εξωτερικών της χωρών.

 

* Ο Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων/καθηγητής ΤΕΙ Αθήνας



[i] Εισηγητές ήσαν οι Απόστολος Δοξιάδης, Χαρίδημος Τσούκας και Στέλιος Ράμφος. Τη συζήτηση συντόνιζε ο Δημήτρης Μητρόπουλος. Υπήρχαν κάμερες που κατέγραφαν τις ομιλίες, που φαντάζομαι να δημοσιευθούν, αν κάνω κάπου λάθος ζητώ συγγνώμη από τους εισηγητές.

[ii] Δες «Πολιτική και Πολιτισμός», Νικήτα Χιωτίνη, δικτυακός τόπος ΚΕΠ-κίνηση Μίκη Θεοδωράκη, Άρθρα—απόψεις. http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=336

[iii] Δες Γιώργος Πολίτης: «Tο Δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής και η φιλοσοφία του John Locke», εκδόσεις Έννοια, Aθήνα, 2004

21ος αι.: Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ

Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Κατρίνα, Μεξικό, θερμοκήπιο και τώρα Φουκουσίμα, συνδυάζονται με οικονομική κρίση και πόλεμο για να εγκαινιάσουν τον «21ο αιώνα των καταστροφών». Θέλετε να πληροφορηθείτε τι συμβαίνει ή μπορεί να συμβεί τώρα στην Ιαπωνία; Θέλετε να μάθετε τα βασικά στοιχεία του πυρηνικού ζητήματος; Μη διαβάζετε εφημερίδες, αφήστε τις ιδιοτελείς ανοησίες των εξ επαγγέλματος απατεώνων «πολιτικής» και «ενημέρωσης», ενίοτε και της επιστήμης, όταν γίνεται θεραπαινίδα του εγωϊσμού και της εξουσίας.

Δείτε την ταινία «’Ονειρα» του Ακίρα Κουροσάβα. Γυρισμένη το 1990, προβλέπει την έκρηξη των έξη αντιδραστήρων της Φουκουσίμα και όσα συμβαίνουν ή μπορεί να συμβούν στη χώρα του Ανατέλλοντος, που κινδυνεύει να γίνει Δύοντος Ηλίου. Μην κυττάτε μόνο τα πλάνα. Σκεφτείτε τους διαλόγους. Πέντε-δέκα φράσεις. Συνοψίζουν, με τη δωρική λιτότητα που χαρακτήριζε ακόμα την έκφραση των προσωκρατικών Ιώνων, θάλεγε κανείς, την «εξίσωση των πυρηνικών».

«Προφήτη» λένε τώρα τον ποιητή του γιαπωνέζικου κινηματογράφου. Σωστό και παραπλανητικό. Ο Κουροσάβα δεν είναι μάγος, δεν κάνει μεταφυσική, ούτε την αντιπαραθέτει στον Ορθό Λόγο, την Επιστήμη, το διαφωτιστικό πρόταγμα, όπου πολλοί ψάχνουν τις αιτίες πρωτοφανών απειλών. Ο σκηνοθέτης γίνεται «μάγος» αντιπαραθέτοντας, με τα καλλιτεχνικά μέσα, τον ορθολογισμό στον κοινωνικό παραλογισμό (το Εμείς στο Εγώ). Δεν ξέρει περισσότερα για τους κινδύνους της ατομικής ενέργειας από τους χιλιάδες, εξαιρετικά καταρτισμένους επιστήμονες, που πληρώνονται αδρά για να συμβουλεύουν την παντοδύναμη πυρηνική βιομηχανία και τις κυβερνήσεις. ‘Εγινε «προφήτης» γιατί, θεμελιώδης γνώση και μεγάλο «ταλέντο», συνδυάστηκαν με μια ανώτερη μορφή «ηθικής», «συναισθηματικής» νοημοσύνης και ανεξαρτησίας.

Το «περίσσευμα συνείδησης» που διαθέτει τον κάνει εκπρόσωπο ενός ανώτερου τύπου ανθρώπου, που, ευτυχώς, παράγεται ακόμα και στις πιο σκοτεινές ιστορικές περιόδους, όπως η σημερινή, αλλά και καταστρέφεται διαρκώς και ανελέητα από τον κρατούντα, προϊστορικό πολιτισμό του Εγώ, του Χρήματος και της Βίας. Αυτός ο πολιτισμός, αντανάκλαση και διαμορφωτής συνάμα του συστήματος οικονομικο-κοινωνικών σχέσεων, προκάλεσε την πυρηνική καταστροφή της Ιαπωνίας, αγνοώντας τους κινδύνους για τους ανθρώπους, εν ονόματι της διαρκούς αναζήτησης μεγαλύτερων περιθωρίων κέρδους. (Αυτός προκάλεσε και την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, με τους σοβιετικούς γραφειοκράτες σε διαρκή προσπάθεια αύξησης της δύναμης του συστήματος που εκπροσωπούσαν, χωρίς μηχανισμούς ελέγχου και αποτελεσματικής συμπερίληψης του κόστους).

Αν προτιμάτε πιο «παληομοδίτικες», «μαρξιστικές» εκφράσεις, μπορούμε να μιλήσουμε για τον καπιταλισμό, ως σύστημα παραγωγής και διανομής και των ιδεών που το συνοδεύουν. Ιδίως μάλιστα στην τωρινή φάση, του «καπιταλισμού της καταστροφής», που χαρακτηρίζεται από πλήρη επικράτηση του χρηματιστικού κεφαλαίου που, χάνοντας και τα όποια, ενδεχομένως «προοδευτικά» χαρακτηριστικά διέθετε στο παρελθόν, τείνει να γίνει κύριος μηχανισμός καταστροφής της ανθρωπότητας. Την πιο τρανή απόδειξη την έδωσε η πορεία του γεν μετά την καταστροφή. Θα περίμενε κανείς να υποτιμηθεί, ως αντανάκλαση της συμφοράς που έπληξε την Ιαπωνία. Στην πραγματικότητα ανατιμήθηκε, για μια σειρά καθαρά κερδοσκοπικούς λόγους, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες σε σπάνια παρέμβαση. «Οργανωτής» του κόσμου μας, με τρόπο που επαληθεύει εκπληκτικά έναν άλλο «προφήτη», τον Μαρξ του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και των Γκρούντρισσε, η «Αυτοκρατορία του Χρήματος» κερδίζει από τις καταστροφές, τις χρεωκοπίες χωρών και κοινωνιών, τους πολέμους που εξαπολύει. Κι αφού κερδίζει, προκαλεί τέτοια φαινόμενα.

Αν η οικονομική κρίση απέδειξε ξανά την αδυναμία «αυτορρύθμισης» της αγοράς, στην οποία θεμελιώνεται ο «φιλελευθερισμός», η πυρηνική καταστροφή αποδεικνύει την αδυναμία «αυτορρύθμισης», σε συνθήκες μάλιστα «καπιταλισμού της καταστροφής», μακράν του κοινωνικού ελέγχου, της «τεχνόσφαιρας». Ορισμένα μάλιστα είδη τεχνολογίας, όπως η πυρηνική, είναι γενικά αδύνατο να ρυθμισθούν και πρέπει να καταργηθούν, εκτός ίσως μερικών πολύ περιορισμένων χρήσεων. Ούτε υπάρχει, ούτε πρόκειται να βρεθεί τεχνολογία (γιατί προσκρούει σε νόμους της φύσης, θα ήταν «λυδία λίθος») που να επιτρέπει την ασφαλή αποθήκευση πυρηνικών αποβλήτων για χιλιάδες ή εκατομμύρια χρόνια! Ακόμα και το πιο ασφαλές σύστημα αργά ή γρήγορα θα υποστεί σφάλμα ή «ατύχημα», οι συνέπειες όμως ακόμα και μιας πυρηνικής καταστροφής υπερβαίνουν κατά πολύ το οποιοδήποτε «όφελος».

Το ίδιο ισχύει και πολύ ευρύτερα, για την ίδια την έννοια της «ανάπτυξης», όπως τουλάχιστο ορίζεται από το σύστημά μας. ‘Όχι μόνο είναι όλο και πιο εμφανείς οι αρνητικές πτυχές της (π.χ. τι νόημα έχει να μετράμε ως αύξηση του ΑΕΠ το άθροισμα της ρυπαίνουσας και της αντιρρυπαντικής βιομηχανίας;), αλλά είναι και προφανές ότι φτάσαμε στα όρια που θέτουν οι φυσικές παράμετροι του πλανήτη. Το παγκόσμιο κλίμα είναι «ευαίσθητη», «ασταθής» ισορροπία, γεγονός που μας στερεί και από τη δυνατότητα πειραματισμού. Σχετικά περιορισμένη μετακίνηση από το σημείο ισορροπίας, μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες ανεπίστρεπτες μεταβολές που θα καταστήσουν ακατοίκητο τον πλανήτη. ‘Αλλωστε, η ανθρωπότητα ανέπτυξε τον τελευταίο μισό αιώνα, τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζεται για μια «καλή ζωή» τουλάχιστο 12 δισεκατομμυρίων πάνω στη Γη, υπό τον όρο ότι θα αλλάξει ο τρόπος παραγωγής και διανομής και ένα μουρλό καταναλωτικό πρότυπο. Είναι ο τρόπος οργάνωσης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που εμποδίζει την αξιοποίησή αυτών των παραγωγικών δυνάμεων ή τις στρέφει σε καταστροφικές διεξόδους.

Είναι ευκολότερο να διασπάσεις το άτομο, παρά μια προκατάληψη, έλεγε αστειευόμενος (;) ο ‘Αλμπερτ Αϊνστάιν. Οι φυσικοί του 20ού αιώνα ήταν ο Προμηθέας της εποχής μας. Μας έδωσαν τη φωτιά της αποκάλυψης, όχι όμως τη σοφία που χρειάζεται για τη χρήση της. Δεν είναι μόνο η ατομική ενέργεια, είναι επίσης η βιοχημεία που επεμβαίνει βάναυσα στις βαθύτερες διαδικασίες της ζωής, η πληροφορική που μας απειλεί με νέο ολοκληρωτισμό, ο αυτοματισμός που θα μας απειλήσει ίσως με «δικτατορία των ρομπότ» και πολλά άλλα. Οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες δημιουργούν στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση ότι γίνονται Θεοί. Στην πραγματικότητα τους αποβλακώνουν, γιατί αλλάζουν δραματικά το περιβάλλον τους και αυξάνουν κατακόρυφα τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το είδος, χωρίς να συνοδεύονται από συνακόλουθη διανοητική και, κυρίως, ηθικοσυναισθηματική ωρίμανση. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ ήταν μια χαρά προσαρμοσμένος στο περιβάλλον του γι’ αυτό και μπόρεσε να γίνει Σάπιενς, Προμηθέας, Αϊνστάιν. Τώρα όμως, ο Νεάντερνταλ ή Σάπιενς, που βασικά είμαστε ακόμα, μοιάζει με επικίνδυνο ηλίθιο αντιμέτωπος με τα κατασκευάσματά του.

Αν είναι τρομερά επικίνδυνη η ραδιενέργεια της Φουκοσίμα, ακόμα πιο επικίνδυνες είναι οι τεράστιες ποσότητες ηλιθιότητας που διασπείρουν αυτές τις μέρες οι πολιτικοί μας και η κοινωνική αδράνεια. Δέστε την αλαζονεία, την απίστευτη ανοησία του αρχοντοχωριάτη γείτονα Ερντογάν, που υποστηρίζει στα σοβαρά ότι η χώρα του, η Τουρκία, θα φτιάξει ασφαλέστερους αντιδραστήρες από την Ιαπωνία και συγκρίνει πυρηνική ενέργεια και υγραέριο της κουζίνας! Τα ίδια λένε Κινέζοι και Ρώσοι, ακόμα και ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών που πήγε στους βιομηχάνους και τους είπε ότι μόνο για λόγους προεκλογικής σκοπιμότητας πάρθηκαν τα τελευταία μέτρα Μέρκελ.

Προ ετών συνάντησα κάπου τον Σταύρο Δήμα, τότε Ευρωπαίο Επίτροπο Περιβάλλοντος, καταχαρούμενο γιατί έβαλε στην ατζέντα φιλόδοξους στόχους για τις εκπομπές αερίων. Τούπα εντάξει, αλλά χρειαζόμαστε αποτέλεσμα, όχι μόνο διακηρύξεις. Αν οι Αμερικανοί δεν δέχονται, δεν πρέπει να βάλουμε δασμούς στα προϊόντα τους; Μα τι λες, απάντησε κατάπληκτος, σημαίνει εμπορικό πόλεμο. Για το σύστημα, οι «κίνδυνοι» εμπορικού πολέμου είναι μεγαλύτεροι από αυτούς επιβίωσης της ανθρωπότητας.

Χρειαζόμαστε ρύθμιση οικονομίας, κοινωνίας και τεχνολογίας και μάλιστα επειγόντως. Απελπισμένος για το δρόμο που τραβάει το έθνος του, ένας Ισραηλινός συγγραφέας αναζήτησε παρηγοριά στη σκέψη ότι οι λαοί, όπως και τα άτομα μπορούν να δράσουν λογικά. Αφού όμως πρώτα δοκιμάσουν όλους τους άλλους τρόπους. Το δυσάρεστο στην περίπτωση που εξετάζουμε είναι ότι οι απειλούσες καταστροφές μπορεί νάναι ανεπίστρεπτες.

Παραδόξως, η ιαπωνική καταστροφή προσφέρει σπάνια συνηγορία υπέρ της δημοκρατίας, της οποίας η αξία ή δυνατότητα αμφισβητούνται στις μέρες μας. Δεν εννοούμε ασφαλώς την κοινοβουλευτική ολιγαρχία, στα πλαίσια της οποίας, οι πολιτικοί που είναι αρμόδιοι για την επίβλεψη των πυρηνικών εργοστασίων, προσλαμβάνονται από τις πυρηνικές βιομηχανίες μετά το τέλος της πολιτικής τους καριέρας. Εννοούμε μια πολύ βαθύτερη δημοκρατία ενεργών πολιτών, που διαχειρίζονται οι ίδιοι την κοινωνία τους σε κάθε επίπεδο.

Μερικοί, έστω κι αν ντρέπονται να το βροντοφωνάξουν, πιστεύουν ότι μια παγκόσμια δικτατορία, ένας νέος ολοκληρωτισμός, είναι απαραίτητα για τη διαχείριση τέτοιων κινδύνων. Αν το 1789, οι Γάλλοι έκοψαν το κεφάλι του βασιλιά τους για να θεμελιώσουν τη δημοκρατία, οι σύγχρονοι Αυτοκράτορες του Χρήματος, οι Ρότσιλντ, οι Ροκφέλλερ, οι Γκόλντμαν Σαχς και οι πολιτικοί-υπάλληλοί τους επιδιώκουν να κόψουν το κεφάλι των κοινωνιών, αποτρέποντας την εμφάνιση ιδεών και προσώπων που θα εκφράσουν τις ανάγκες τους. Από τους Μεδίκους έως τους Σαϊεντολόγους, η άρχουσα τάξη του κόσμου μας έκανε στροφή 180 μοιρών περί τον άξονά της. ‘Εχει δίκηο όπως την περιγράφει, ως δύναμη σκοτεινής αποσύνθεσης, χωρίς αίσθηση ιστορικής αποστολής, ένας άλλος «προφήτης», ο Στάνλει Κιούμπρικ, στα «Μάτια ερμητικά κλειστά».

Το σοβιετικό σύστημα όμως ήταν στρατιωτικά οργανωμένο, όπως και η παγκόσμια πυρηνική βιομηχανία. Η Ιαπωνία είναι η πιο «πειθαρχική» κοινωνία του κόσμου. Είναι άραγε τυχαίο ότι εκεί συνέβησαν οι δύο σημαντικότερες πυρηνικές καταστροφές; ‘Ισως, μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία αυτοδιαχειριζόμενων ατόμων αποδεικνυόταν μια πιο ασφαλής, η μόνη ασφαλής λύση.

Ο ‘Ερικ Χομπσμπάουμ έκανε λόγο για τον «αιώνα των άκρων», των πολέμων και των επαναστάσεων, περιγράφοντας τον «μικρό» (1914-1991) εικοστό αιώνα. Ο μέλλων Χομπσμπάουμ θα χρειαστεί, γράφοντας για τον 21ο αιώνα, να μιλήσει για «αιώνα των καταστροφών». Ακριβέστερα, δεν θα υπάρχει Χομπσμπάουμ. Οι καταστροφές που προμηνύονται και ήδη συμβαίνουν, μπροστά στα μικροσκοπικά, από έκπληξη, πανικό, ιδιοτέλεια, ματάκια μας, έχουν μεγάλη διαφορά συγκρινόμενες με τις καταστροφές του παρελθόντος, περιλαμβανομένων των παγκοσμίων πολέμων. Δεν θέτουν σε κίνδυνο μόνο τον πολιτισμό, αλλά την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου γένους.

Μόνο συνείδηση της επερχόμενης καταστροφής ίσως προκαλέσει το θαύμα που χρειάζεται. Η ιστορία μετακινεί τώρα το ζήτημα της επιβίωσης των ανθρώπων από τη σφαίρα της θρησκείας, της μεταφυσικής, της μελλοντολογίας στη σφαίρα του πολιτικού. Αν όχι εμείς, τα παιδιά ή τα εγγόνια μας, θα προλάβουν να δουν αν ο 21ος θα είναι πρώτος ή τελευταίος αιώνας του ανθρώπινου γένους.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 3 Απριλίου 2011, http://konstantakopoulos.blogspot.com/2011/04/blog-post.html

Για την ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα

ΤO ΜΕΓΑ  ΖΗΤOΥΜΕΝO: Η ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα

 

Του Hλία Φιλιππίδη

 

 

1. Από το Ελλαδικό πρόβλημα στο μέγα ζητούμενο.

 Από το 2007, δηλαδή προτού ξεσπάσει η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και όταν ακόμη το πρόβλημα περιοριζόταν στην ποιότητα του πολιτικού μας συστήματος, έθετα ως αφετηρία των σκέψεών μου, σε άρθρα και ομιλίες, τις παρακάτω διαπιστώσεις: α. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακολουθία σκανδάλων ή μια γενικότερη κυβερνητική κρίση, που μπορεί να ξεπερασθεί με την αντικατάσταση μερικών μελών της Κυβερνήσεως ή έστω με την άνοδο στην εξουσία ενός άλλου κόμματος, αλλά πρόκειται για μια συνολική ποιοτική κατάρρευση του πολιτικού μας συστήματος. Πρόκειται για μια παρακμή του πολιτικού μας συστήματος.

β. Αναζητώντας τις αιτίες αυτής της παρακμής, προκύπτει το ερώτημα πόσο πίσω πρέπει να πάει ο αναλυτής, για να εντοπίσει τις ρίζες του κακού.

γ. Το πρώτο γενικό ερώτημα, που άρχισε να τίθεται από το 2008 και μετά, είναι αν πρόκειται για το τέλος της Μεταπολιτεύσεως. Υπήρχε γενικώς η αίσθηση ότι (όπως έγραψα), «κάτι τελειώνει, αλλά το νέο δεν έχει έλθει ακόμη».

δ. Βεβαίως και ζούμε την κατάρρευση του καθεστώτος της Μεταπολιτεύσεως. Όμως, το πελατειακό σύστημα δεν καθιερώθηκε για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση. Στη συνέχεια, μπορούμε να θέσουμε σε αμφισβήτηση το συνολικό αναπτυξιακό πρότυπο της Μεταπολεμικής περιόδου, το οποίο στηρίχθηκε στο μοναδικό όραμα της «ευημερίας» και σε υπανάπτυκτα μικροαστικά ψευδοδιλήμματα μεταξύ πόλεως και υπαίθρου, παραδόσεως και αναπτύξεως. Ήταν μια σκόπιμη πρόταση πρακτικής συγκλίσεως μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, η οποία πρόταση διατηρούσε το πλεονέκτημα της νίκης για τους νικητές και καλούσε όλους τους Έλληνες να συναντηθούν στο επίπεδο του πλέον χαμηλού και αντιπνευματικού ιδεολογικού κοινού παρονομαστή της μικροαστικής και εγωκεντρικής ιδιοτέλειας.

Αυτή η πολιτική τελειοποιήθηκε στην «Αλλαγή». Ως κοινός εχθρός Δεξιών και Αριστερών υποδείχθηκε η παράδοση, το μέλλον και η αξιοκρατία. Ως κοινός θεός αναδείχθηκε το βόλεμα, η ήσσων προσπάθεια, η αυθαιρεσία και τέλος η αρπαχτή. Γενικώς, θεοποιήθηκαν το παρόν και το ατομικό συμφέρον. Έτσι, τέθηκαν στο περιθώριο ή έφυγαν στην εξορία της μεταναστεύσεως και οι τρεις μεγάλες κινητήριες δυνάμεις του Ελληνισμού: το ελληνικό πνεύμα, το ελληνικό δαιμόνιο και το ελληνικό κοινοτικό πνεύμα. Oι Έλληνες έμαθαν να ζουν χωρίς την ποιότητα, χωρίς την έφεση της δημιουργίας, χωρίς πνευματική ανάταση, χωρίς κοινωνική ευθύνη και χωρίς αναφορά στο μέλλον. Γι’ αυτό, και όταν ήλθε το μέλλον μας, εκδικήθηκε σκληρά. Δεξιά και Αριστερά συμφώνησαν ότι το πνεύμα της κοινότητας θα πρέπει να αντικατασταθεί από την κομματική ταυτότητα και ο διαχρονικός ενωτικός θεσμός του καφενείου θα πρέπει να διχοτομηθεί σε «πράσινα» και «μπλε» καφενεία. Αυτή ήταν η «επιμήκυνση» του Εμφυλίου.

Τα τελικά μας συμπεράσματα είναι:

α. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα αποτελούν ένα μπερδεμένο κουβάρι χωρίς αρχή και τέλος. Βεβαίως, οι κορυφές των προβλημάτων προβάλλουν μέσα από το πολιτικό μας σύστημα. Όμως, οι ρίζες τους βρίσκονται μέσα στην κοινωνία μας και ο κορμός τους διαπερνά ολόκληρο το ελλαδικό μόρφωμα. Προτείνουμε αυτόν τον όρο, για να χαρακτηρίσουμε ολόκληρο το κοινωνικό, θεσμικό και πολιτικό οικοδόμημα που θεμελιώθηκε από τον Καποδίστρια και έφθασε αγκομαχώντας μέχρι τις ημέρες μας, ως άλλος μαραθωνοδρόμος, για να μας φέρει όχι το μήνυμα της νίκης, αλλά να επαναλάβει τη ρήση του Χαριλάου Τρικούπη: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Η γνώμη μας ήταν και είναι ότι στις ημέρες μας καταρρέει ολόκληρο το Ελλαδικό μόρφωμα, αυτό που με τόσες ελπίδες και τόσες θυσίες άρχισαν να κτίζουν οι πρόγονοί μας το 1828, με πρώτο αρχιτέκτονα τον Καποδίστρια.

β. Η πορεία του Ελληνισμού από το 1821 μέχρι σήμερα έχει δύο πλευρές: μία θετική και μία αρνητική. O απολογισμός της αρνητικής πλευράς περικλείεται σε μία και μόνο διαπίστωση: αποτύχαμε να δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο αστικό κράτος και αυτή μας η αποτυχία υπονομεύει το μέλλον της συνολικής μας ιστορικής υποστάσεως.

γ. Δεν αρκεί να ξεπεράσουμε αυτήν την κρίση, για να εξασφαλίσουμε το μέλλον του Ελληνισμού. Εξ άλλου, δεν θα μπορέσουμε να την ξεπεράσουμε, εάν δεν διεισδύσουμε βαθύτερα στο Ελλαδικό πρόβλημα και δεν ανοίξουμε τα δύο μεγαλύτερα μέτωπα, που είναι η ανασύνταξη (και όχι επανίδρυση) του Ελλαδικού κράτους και η ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα.

 

2. Η ανθρωπολογική ανάταξη του Έλληνα.

 

Νομίζω ότι αρχίζει να γίνεται κατανοητό ότι ο Έλληνας, ο μέσος Έλληνας, ο απλός Έλληνας δεν είναι μόνο ο τελικός αποδέκτης όλων των προβλημάτων του Ελλαδικού μορφώματος αλλά, όπως φαίνεται, και η βαθύτερη αιτία τους. Η πρώτη διάγνωση μας λέει ότι ο Έλληνας είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, αρκεί την ευθύνη γι’ αυτό και τη χώρα του να την έχουν άλλοι… Γιατί αυτό; Δεν είναι έξυπνος ο Έλληνας; Δεν το καταλαβαίνει; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, πολύ απλή:

O Έλληνας είναι ένα πανέξυπνο ον, αλλά διαθέτει ένα υπερτροφικό «εγώ» και δεν σκέπτεται ούτε συλλογικά, ούτε το μέλλον. O Χρήστος Γιανναράς βλέπει το πρόβλημα στην πολιτική και κοινωνική του διάσταση και εντοπίζει την αιτία στο έλλειμμα της «κατά κεφαλήν καλλιέργειας» (πολύ πετυχημένος όρος!) των σημερινών Ελλήνων, τους οποίους επικριτικά και υποτιμητικά χαρακτηρίζει ως «Νεοέλληνες» και το κράτος τους ως «ελλαδικό κρατίδιο». Προχωρεί μία βαθμίδα βαθύτερα και αποδίδει αυτό το ποιοτικό έλλειμμα και την όλη ελλαδική μιζέρια στην αποτυχία μας να δημιουργήσουμε μια κοινωνία «κοινότητας», όπου η κοινότητα δεν νοείται μόνο κοινωνιολογικά, αλλά και μεταφυσικά, ως μέθεξη αξιών και κυρίως ουσίας, με αναφορά στο ανθρώπινο πρόσωπο. O Γιανναράς αναγνωρίζει ότι η μοίρα του Έλληνα είναι δύσκολη, μέχρι και τραγική. Δεν υπάρχει μέσος όρος για τον Έλληνα. Το βάρος του ελληνο-ορθόδοξου πολιτισμού του τον υποχρεώνει ή να ίπταται ή να σέρνεται. Η πεζότητα τον γελοιοποιεί. O ελληνικός τρόπος ζωής πρέπει να είναι ταυτόχρονα και οικουμενική πρόταση για την καταξίωση του ανθρώπου. O Στέλιος Ράμφος προσεγγίζει το πρόβλημα φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά. Μη έχοντας εγκαταλείψει τις πλατωνικές του ρίζες, ανοίγει έναν δρόμο στην ελληνική σκέψη, που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε «κριτικό εγκόσμιο ιδεαλισμό». O ιδεαλισμός του Ράμφου δεν είναι μεταφυσικός, αλλά εγκόσμιος, διότι δεν είναι απόλυτος, αλλά σχετικός. Ακολουθεί έναν δρόμο που είναι γνωστός ως ιστορία των ιδεών. Αυτή η μέθοδος συνδυάζει την ιστορική εξέλιξη του πολιτισμού με την εννοιοκρατία. Έτσι, με αναφορά στην έννοια του χρόνου, ο Ράμφος αντιπαραβάλλει δύο πολιτισμούς: τον βυζαντινό και τον δυτικο-ευρωπαϊκό.

Είναι αλήθεια ότι ο Έλληνας έχει πρόβλημα επαφής με την πραγματικότητα και αυτό το πρόβλημα ο Ράμφος το αποδίδει στον εσχατολογικό προσανατολισμό του βυζαντινού πολιτισμού. Όμως, η σκέψη του Ράμφου έχει, κατά τη γνώμη μας, δύο προκλητικές ελλείψεις: η μία αφορά την ιστορική διάσπαση της σκέψεώς του και εντοπίζεται στο ότι βλέπει το Ελλαδικό πρόβλημα σε δύο μόνο διαστάσεις, δηλαδή αυτή του Νεώτερου Ελληνισμού και του Βυζαντίου. Ενώ, στην πραγματικότητα, είναι ένα πρόβλημα τριών διαστάσεων: περιλαμβάνει και την αρχαία Ελλάδα. Η άλλη έλλειψη αφορά τη σχετικοποίηση του ιδεαλισμού του και την ταύτισή του με τον Δυτικό πολιτισμό. Λείπει από τη σκέψη του Ράμφου η αναζήτηση του «παστώ», δηλαδή η ανθρωποκεντρική εκτίμηση της Ιστορίας όχι ως έσχατου, αλλά ως «τέλους».

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει: πού πάει ο κόσμος;

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 01 Απρίλιος 2011, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/842/to-mega-zetoumeno-anthropologike-anataxe-tou-ellena-tou-hlia-philippide.html