Ορθοδόξη Εκκλησία και παπισμός

Συμμετοχή της Εκκλησίας μας εις τον διάλογον μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και παπισμού

 

Του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιεροθέου*


 ΤΟ ΘΕΜΑ της συμμετοχής της Εκκλησίας μας στον διάλογο μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και «Ρωμαιοκαθολικής», αλλά κυρίως του τρόπου με τον οποίον συμμετέχει είναι μεγάλο, όμως εδώ θα αρκεσθώ να παρουσιάσω συνοπτικά μερικές απόψεις.

1. Ο διάλογος είναι αναγκαίος να γίνεται, αλλά με τις αναγκαίες θεολογικές, εκκλησιολογικές και κανονικές προϋποθέσεις. Δηλαδή, η Εκκλησία δεν πρέπει εν ονόματι του διαλόγου να αρνείται την θεολογία της, την εκκλησιολογία της και το κανονικό της δίκαιο.

2. Καίτοι υπάρχουν εκκρεμή θέματα, όπως το θέμα της Ουνίας, καθώς επίσης και άλλα βασικά θεολογικά θέματα, όπως η διδασκαλία του actus purus, που σαφέστατα επηρεάζει την όλη θεολογία (filioque) και εκκλησιολογία του Παπισμού, εν τούτοις μπορεί να συζητηθή το θέμα της σχέσεως μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητος, δεδομένου ότι ήταν ένα βασικό θέμα, που απησχόλησε την πρώτη χιλιετία.

Θεωρώ ότι η σταδιακή απόσχιση της Παλαιάς Ρώμης από τα Πατριαρχεία της Ανατολής, άρχισε από το πρωτείο του Πάπα στην Εκκλησία, και αργότερα από τους Φράγκους επεβλήθη στην θεολογία της Παλαιάς Ρώμης το filioque. Δηλαδή, ο Πάπας ποτέ δεν μπόρεσε να συμβιβασθή με τα ίσα πρεσβεία τιμής, που απεδόθησαν από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στον Επίσκοπο της Νέας Ρώμης.

3. Καίτοι ο διάλογος για την σχέση μεταξύ συνοδικότητος και πρωτείου είναι σημαντικός και μέσα από το πρίσμα αυτό θεωρείται ότι θα προχωρήσουν και σε άλλα ζητήματα, εν τούτοις υφίστανται μερικά προβλήματα, τα οποία πρέπει να επισημανθούν.

Πρώτον. Ο τρόπος με τον οποίο συμμετέχει η Εκκλησία μας στον διάλογο δεν είναι ο κατάλληλος. Γίνεται με άκρα μυστικότητα. Τα κείμενα, που υπογράφονται από τις έως τώρα συναντήσεις (Μόναχο, Μπάρι, Νέο Βάλαμο, Ραβέννα) και από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας μας είναι προβληματικός. Ποτέ δεν έγινε συζήτηση στην Ιεραρχία, για το ποια πρέπει να είναι η στάση των εκπροσώπων μας στις συναντήσεις αυτές και ποτέ τα κείμενα δεν συζητήθηκαν στην Ιεραρχία μετά την υπογραφή τους. Οπότε, δεν λειτουργεί το Συνοδικό πολίτευμα στο σημείο αυτό. Οι Ιεράρχες, που είμαστε εκφραστές και θεματοφύλακες της πίστεως παραμένουμε στο περιθώριο, στο «σκοτάδι».


Δεύτερον. Οι δηλώσεις, που γίνονται από Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς εκπροσώπους δείχνουν την προβληματικότητα, γιατί φανερώνουν ότι υπάρχει μια προσπάθεια να επέλθη η «ένωση των Εκκλησιών» όχι με ξεκάθαρο τρόπο. Υπάρχουν αυτές οι δηλώσεις, οι οποίες αν χρειασθή μπορεί να μνημονευθούν.

Τρίτον. Στην Α/ χιλιετία αντιμετωπίσθηκε από πλευράς Ορθοδόξου Εκκλησίας το θέμα των πρεσβείων του Πάπα της Ρώμης.
 Αυτό έγινε στην Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου (879 – 880 μ.Χ.), η οποία από πολλούς Ορθοδόξους θεωρείται ως Η΄ Οικουμενική Σύνοδος. Στην Σύνοδο αυτή παρουσιάσθηκαν τα δύο είδη εκκλησιολογίας, ήτοι της Παπικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης Φώτιος ανεγνώριζε τα πρεσβεία τιμής στον Πάπα, αλλά μέσα σε ορθόδοξα εκκλησιολογικά πλαίσια, ότι ο Πάπας έχει μόνον τα πρεσβεία τιμής μέσα στην Εκκλησία και δεν μπορεί να τεθή υπεράνω της Εκκλησίας. Επομένως, στην συζήτηση, που γίνεται για το πρωτείο του Πάπα πρέπει να ληφθή σοβαρά υπ όψη η απόφαση της Συνόδου αυτής. Βέβαια, στην Σύνοδο αυτή μαζί με το πρωτείο συζητήθηκε και το filioque, οπότε όταν συζητούμε σήμερα το θέμα του πρωτείου, πρέπει να το δούμε μέσα από τα πρεσβεία τιμής, όπως και την αίρεση του filioque.

Τέταρτον. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία το σύστημα της διοικήσεώς της είναι Συνοδικό, στην «Ρωμαιοκαθολική» το σύστημα της διοικήσεως είναι «παποκεντρικό». Αυτό φαίνεται σαφέστατα στις αποφάσεις της Β΄ Βατικανείου Συνόδου και σε άλλα συνοδικά κείμενα, στα οποία υποστηρίζεται ότι ο Πάπας είναι «αρχηγός του συλλόγου των Επισκόπων», είναι «η πέτρα της Εκκλησίας», είναι «η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους, ως και το πλήθος των πιστών», είναι «αντιπρόσωπος του Χριστού και ως Ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπερτάτη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί». Επίσης πρέπει να υπογραμμισθή η εκκλησιολογία του Παπισμού ότι «δεν μπορεί να υπάρξη Οικουμενική Σύνοδος αν δεν επικυρωθεί, η τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή από το διάδοχο του Πέτρου».

Επομένως, η παποκεντρική αυτή αντίληψη και η υπεροχή του Πάπα και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους αίρει την συνοδικότητα και συνιστά μίαν άλλη εκκλησιολογία. Η άποψη των παπικών ότι οι Εκκλησίες, δηλαδή οι Ορθόδοξες, που δεν δέχονται ως αρχηγό τους τον Πάπα είναι ελλιπείς, δηλαδή έχουν ελλείψεις, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Πέμπτον. Στο σχέδιο του κειμένου, που πρόκειται να συζητηθή στην Κύπρο τον Οκτώβριο, καίτοι υπάρχουν πολλά σημαντικά σημεία, που δείχνουν το πως λειτουργούσε το πρωτείο του Πάπα στην πρώτη χιλιετία, εν τούτοις δεν θίγεται καθόλου η σχέση μεταξύ του πρωτείου του πάπα και των Οικουμενικών Συνόδων. Ένα κείμενο, που δεν έχει καθαρότητα σκέψεως δεν μπορεί να επικρατήση και να βοηθήση για την επανένταξη των αποσχισθέντων στην Καθολική Εκκλησία.

Έκτον. Είναι γεγονός ότι το βασικό πρόβλημα του Πάπα είναι ότι δεν αποδέχθηκε ουσιαστικά ποτέ τον 28ο Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που έδιδε ίσα πρεσβεία τιμής στην Εκκλησία της Νέας Ρώμης και το δικαίωμα να χειροτονή Επισκόπους στις βαρβαρικές χώρες. Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι σε καμμία Οικουμενική Σύνοδο δεν παρέστη ο Πάπας, παρά μόνον αντιπρόσωποί του.

Έβδομον. Όταν μελετήση κανείς προσεκτικά τα κείμενα των προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών διαπιστώνει ότι ναί μεν συμφωνούν για την συνέχιση του διαλόγου, αλλά θέτουν σαφείς προϋποθέσεις, όπως για παράδειγμα να καταδικασθή απεριφράστως η Ουνία και δια του πρωτείου να προχωρήση ο διάλογος και σε άλλα ουσιαστικά θεολογικά ζητήματα.


Όγδοον. Από την συνάντηση της Ραβέννας αποχώρησε το Πατριαρχείο Μόσχας με αφορμή την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Εσθονίας και επομένως δεν υπέγραψε το κείμενο, όπως δεν το υπέγραψε και το Πατριαρχείο Γεωργίας. Πρέπει να αναζητηθούν οι αποφάσεις των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών πάνω στο κείμενο της Ραβέννας.

Ύστερα απ όλα αυτά, προτείνω να δίδεται κατεύθυνση στους εκπροσώπους μας, μετά από συζήτηση και απόφαση στην Ιεραρχία, για το τι θα υποστηρίξουν κατά τον διάλογο και μετά την υπογραφή των κειμένων να γίνεται συζήτηση στην Ιεραρχία. Συγχρόνως να δηλωθή σαφέστατα ότι, εάν οι εκπρόσωποί μας υπογράψουν ένα κείμενο, που είναι έξω από τις κατευθυντήριες γραμμές, που θα τους δοθούν από την Εκκλησία, τότε αυτό το κείμενο δεν δεσμεύει την Εκκλησία μας.

 

* Παρέμβασις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου εις την Ιεραρχίαν της Εκκλησιας της Ελλάδος, που κατετέθη εις τα Πρακτικά της Συνόδου.

 

ΠΗΓΗ1: http://www.orthodoxostypos.gr/Photos/Pages/Page1.pdf

ΠροτάσειςΣυμβουλίου Πρωτ. Δευτ. Εκπ.-αξιολόγηση

Οι προτάσεις του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την αξιολόγηση

 

Των Χρήστου Κάτσικα – Κώστα Θεριανού 

 Πριν λίγες μέρες (20/11/2009) το ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΣΠΔΕ) παρέδωσε στο Υπουργείο Παιδείας τις ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ για την σχολική εκπαίδευση και το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ανάμεσα στις προτάσεις του υπάρχει και σχετικό εδάφιο για την αξιολόγηση:

 

Άξονας εκπαιδευτικής στρατηγικής η αξιολόγηση. Πρέπει να διέπει όλο το εκπαιδευτικό σύστημα, με συνεχείς διορθωτικές παρεμβάσεις για δραστική μείωση των προβλημάτων και για την εξασφάλιση  ποιότητας στην  εκπαίδευση.

–     Νέο νομοθετικό πλαίσιο με άλλη περιγραφή στόχων για την αξιολόγηση.

–     Έμφαση στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος και τού εκπαιδευτικού έργου κατά σχολικές μονάδες, νομό, περιφέρεια, πανελλαδικά.

–     Συνολική, σύνθετη, ενιαία εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση (όπως η πρόταση του Π.Ι.).

–     Ανεξάρτητος φορέας αξιολόγησης του συστήματος, στελεχωμένος από ειδικούς επιστήμονες και έμπειρους εκπαιδευτικούς.

–     Ανάγκη επιμόρφωσης εκπαιδευτικών πριν από κάθε αξιολόγηση.

–     Δοκιμαστική εφαρμογή συστήματος αξιολόγησης.

–     Δημιουργία παρατηρητηρίου στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για θέματα ποιότητας της εκπαίδευσης (αξιολόγηση, επιμόρφωση κ.ά.)

 

                Και ενώ αναφέρεται ότι η αξιολόγηση είναι «άξονας εκπαιδευτικής στρατηγικής» κ.λπ. πουθενά δεν αναφέρονται τα κριτήρια με τα οποία θα γίνεται η αξιολόγηση. Αντί αναφοράς κριτηρίων η πρόταση παραπέμπει σε άλλη πρόταση του Π.Ι., η οποία όμως ενώ είναι ένα κείμενο 20 περίπου σελίδων που αναφέρεται στην ανάγκη και στα «καλά» της αξιολόγησης, τελικά αποφεύγει πάλι να εκθέσει τους δείκτες και τα κριτήρια που θα χρησιμοποιηθούν συγκεκριμένα για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου.

                Δεν είναι λίγοι οι εκπαιδευτικοί που βουτηγμένοι στην εγκατάλειψη του δημόσιου σχολείου, τη μόνιμη υποχρηματοδότησή του, βλέπουν τους «ειδικούς επιστήμονες» και την «αξιολόγηση» σαν ένα διακόπτη που το πάτημά του μπορεί να φωτίσει το σκοτεινό τούνελ. Και νομίζουν ότι η «αξιολόγηση» από «ειδικούς» θα είναι μια «ουδέτερη διαδικασία» που θα τους ανταμείψει για τις προσπάθειες τους, ενώ θα βάλει τα της εκπαίδευσης σε τάξη.

                Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όπου έγινε αξιολόγηση (Αγγλία, Η.Π.Α., Βέλγιο, Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία) είχε ως απώτερο στόχο την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών. Το «κυνήγι των αναξίων» μεταβλήθηκε σε «κυνήγι των μαγισσών», καθώς οι μαθητές από τα λαϊκά στρώματα, που καθημερινά φτωχοποιούνται σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, δεν βελτίωσαν ουσιαστικά τις επιδόσεις τους. Οι εκπαιδευτικοί για να επιβιώσουν μεταβλήθηκαν σε «συμβολαιογράφους επιδόσεων» μανατζάροντας τους μαθητές τους για να γράψουν καλά στα σταθμισμένα τεστ και παραμερίζοντας τον ουσιαστικό παιδαγωγικό τους ρόλο που είναι η παιδεία και κριτική σκέψη.

                Δεν είναι λίγοι οι καλοπροαίρετοι εκπαιδευτικοί που πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει άλλη αξιολόγηση, μια εσωτερική αξιολόγηση που θα αναδεικνύει τα προβλήματα του σχολείου. Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από το τελευταίο έργο του John MacBeath (στον οποίο παραπέμπει η πρόταση του Π.Ι.) και των συνεργατών του στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα της αυτοαξιολόγησης, το οποίο έχει εκδοθεί και στη χώρα μας (John MacBeath κ.ά. Η αυτοαξιολόγηση στο ευρωπαϊκό σχολείο. Πως άλλαξαν όλα, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2005):  

 

«Η επίδοση των μαθητών στις εξετάσεις είναι κάτι που μπορεί να μετρηθεί και να συγκριθεί» (σ.110)

 

«Οι επιδόσεις σας στην ιστορία ή στη βιολογία εξαρτώνται από την αποτελεσματικότητα των καθηγητών σας» (σ.113)

 

«είναι εύκολο να κατηγορείς τα πάντα, τους κακούς μαθητές, τους αδιάφορους γονείς, την έλλειψη εξοπλισμού, την ανεπαρκή κρατική χρηματοδότηση» (σ.118), «η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι μια συνεχής διαδικασία, ενσωματωμένη στη σχολική ζωή» (σ.119)

 

«Από τη μια πλευρά να έχουμε μια ευρεία αξιολόγηση, που θα εξετάζει το σχολείο στο σύνολο του, κάτι σαν τις γενικές εξετάσεις που κάνουν οι άνθρωποι – πίεση, σφυγμό, χοληστερίνη, καταλαβαίνετε. Και από την άλλη μια εμβάθυνση με πιο ευαίσθητα εργαλεία, που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε επίπεδο τάξης και θα μας επιτρέπουν να εξετάζουμε σαν σε μικροσκόπιο, όλες τις μικρές λεπτομέρειες, τις μικρές ανακατατάξεις της καθημερινότητας» (σ.121)

 

Και για όλους όσους ακόμη πιστεύουν ότι επειδή εργάζονται με όλη τους την ψυχή και με μεράκι μέσα στο σχολείο αρκεί για την αυτοαξιολόγηση ο καλός λόγος των μαθητών τους και των συναδέρφων τους ο John MacBeath και οι συνεργάτες του διαλύουν και τις τελευταίες αυταπάτες τους:

 

«Οι μαθητές λένε ότι οι εκπαιδευτικοί είναι καλοί στη δουλειά τους, οι εκπαιδευτικοί λένε ότι το σχολείο έχει καλή φήμη. Σύμφωνοι, αυτή είναι απλώς η γνώμη τους…».

 

Πώς μπορεί κατά τους θεωρητικούς της αυτοαξιολόγησης να αποδειχθεί η εγκυρότητα της κρίσης όσων συμμετέχουν σε αυτήν; Ιδού η απάντηση:

 

«όταν οι μαθητές έλεγαν ότι οι καθηγητές ήταν αποτελεσματικοί, αυτό επιβεβαιώνονταν και από τη μέτρηση της προόδου των μαθητών» (σ.135).

 

Δηλαδή από την επίδοση των μαθητών στις εξετάσεις.

Να το πούμε για άλλη μια φορά: οι εκπαιδευτικοί θα αξιολογηθούν από την επίδοση των μαθητών στις εξετάσεις. Όχι όμως τις σημερινές ενδοσχολικές εξετάσεις που σύμφωνα με τους «τεχνικούς» της αξιολόγησης πάσχουν από έλλειψη εγκυρότητας. Από εξετάσεις εθνικές ή περιφερειακές, οι οποίες θα παράσχουν τα απαραίτητα στοιχεία για συγκρίσεις του ίδιου σχολείου μέσα στο χρόνο, διαφορετικών εκπαιδευτικών στο ίδιο σχολείο, σχολείων στην ίδια περιοχή, περιοχών μεταξύ τους κ.λπ. Οι προτάσεις Μπαμπινιώτη για τις εξετάσεις έρχονται και πιάνουν σαν γρανάζι πάνω σε αυτή την «αξιολογική μηχανή».       

            Συμπληρωματικά παραθέτουμε παρακάτω ένα κείμενο των Χρήστου Κάτσικα – Κώστα Θεριανού -Θανάση Τσιριγώτη – Γιώργου Καββαδία από το βιβλίο : Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ)

 

 

Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ


ΕΠΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ

Ποιος, ποιον και γιατί

 

              Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει δημόσια συζήτηση για τα προβλήματα του Ελληνικού σχολείου που να μην περιλαμβάνει στο «μενού» της ως κύριο, μάλιστα, «πιάτο» την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού.

              Μόνιμοι προσηλυτιστές της κοινής γνώμης, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, «παλατιανοί» συγγραφείς, τεχνοκράτες και «ειδικοί», συνδικαλιστές της αριστοκρατίας, χρόνια τώρα, με γλώσσα που αποκρύπτει αριστοτεχνικά την αλήθεια και τους κώδικες αποκρυπτογράφησής της, εγχαράσσουν στο «σκληρό δίσκο» της κοινής γνώμης, ως αυτονόητο, ότι «η κακοδαιμονία του Ελληνικού σχολείου είναι αποτέλεσμα της έλλειψης αξιολόγησης-ελέγχου των εκπαιδευτικών».

Το έδαφος, βεβαίως, είναι εύφορο για την υποδοχή του «αυτονόητου», κοντολογίς, για την άκριτη υιοθέτηση, ως φυσικής και εύλογης, της απαίτησης «να ξεκαθαρίσει επιτέλους το εκπαιδευτικό τοπίο από την κόπρο του Αυγεία». Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια των γονέων που αναγκάζονται να «τραυματίζουν» τους οικογενειακούς τους προϋπολογισμούς  πληρώνοντας ακριβά -σε καθεστώς «Δημόσιας και Δωρεάν εκπαίδευσης»- το κόστος του εισιτηρίου για την πολυπόθητη είσοδο των παιδιών τους στην Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη πτώση της αποδοτικότητας της «επένδυσης», πριμοδοτεί την οικοδόμηση πεποιθήσεων σύμφωνα με τις οποίες, αν ένας μαθητής δεν μαθαίνει γράμματα στο σχολείο, ή αναγκάζεται να πληρώνει φροντιστήριο ή το απολυτήριό του δεν του εξασφαλίζει μια θέση στην αγορά εργασίας, για όλα αυτά και γι΄ άλλα πολλά ευθύνεται ο εκπαιδευτικός, ο οποίος είναι «αναποτελεσματικός ή άπειρος ή τεμπέλης ή ανίκανος» τόσο όσο και ένας υδραυλικός που δεν μπορεί να επισκευάσει μια βρύση ή ένας γιατρός που δεν είναι ικανός να θεραπεύσει μια γρίπη !

Έτσι αν κανείς ανιχνεύσει το «σώμα» της εκπαιδευτικής «μεταρρύθμισης» (νομικό πλαίσιο 1997-1998 και ρυθμίσεις 1999 – 2002) η αξιολόγηση των μαθητών και η «αξιολόγηση-υπηρεσιακή κρίση» του εκπαιδευτικού προβάλλεται όχι ως πολιτική επιλογή ή ρυθμιστική παρέμβαση του ΥΠΕΠΘ αλλά ως παιδαγωγική-εκπαιδευτική αναγκαιότητα και στη βάση αυτή μεθοδεύεται η θεωρητική της τεκμηρίωση, σύμφωνα με την οποία «το σύστημα αξιολόγησης στοχεύει στην ανάπτυξη και εξειδίκευση των προσόντων των εκπαιδευτικών».

             

 

Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

 

Στα πλαίσια αυτά, οφείλουμε να επαναφέρουμε τη συζήτηση για τα ζητήματα της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού, ερχόμενοι σε ρήξη με την εικονική αναπαράσταση της πραγματικότητας, με τις «αρχάριες» αυταπάτες για την εκπαίδευση και τους βολικούς της μύθους.

Θεωρούμε ότι για να «μιλήσει» κανείς για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού πρέπει να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα που συνοψίζεται σε λίγες λέξεις: ποιος αξιολογεί, ποιον αξιολογεί, γιατί τον αξιολογεί;

Ας, δούμε, λοιπόν, επί της ουσίας  την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

 

  • 1. ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ

Οι περισσότερες θεωρητικές προσεγγίσεις αναφέρονται στην «αξιολόγηση» ως έννοια «καθ΄ εαυτή», πέρα και πάνω από ιστορικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς. «Οι πάντες αξιολογούν τους πάντες και τα πάντα» είναι η φράση που συμπυκνώνει ποικίλες ιδεαλιστικές προσεγγίσεις, που προβάλλουν την υπερ-κοινωνικότητα και την αιωνιότητα των αξιών.

Επιχειρώντας ένα πρώτο βασικό εννοιολογικό ξεκαθάρισμα επισημαίνουμε ότι, όταν αναφερόμαστε στην αξιολόγηση, «ανακαλύπτουμε» το σύνολο των κοινωνικών πράξεων και των νοητικών λειτουργιών που είναι απότοκός τους. Μπορούμε, δηλαδή, απονευρώνοντας κάθε επιχείρηση φυσιοποίησης του κοινωνικού, να συλλάβουμε την αξιολόγηση (ατομική – ομαδική – συλλογική), σε δύο πεδία:

α. στο πεδίο της φυσικής αναγκαιότητας που «πιστώνεται» στις πρωταρχικές αναγκαιότητες (φαγητό, στέγη κ.λπ.),

β. στο πεδίο της κοινωνίας, του κοινωνικού ανθρώπου ως «πολιτικού όντος»

Είναι φανερό ότι στο δεύτερο πεδίο η αξιολόγηση περιλαμβάνει στις προδιαγραφές της την κυρίαρχη δομή, τον καταμερισμό εργασίας και τις παραγωγικές σχέσεις, την ταξική διαίρεση και την ιδεολογία. 

 

2. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ (ΠΟΙΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΕΙ;)

 

Σε μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις δεν μπορούμε να  αντιληφθούμε τις έννοιες παρά μόνο μέσα από τις διαφορετικές οπτικές των βασικών αντίπαλων κοινωνικών τάξεων, των αναγκών και των συμφερόντων τους.

Έτσι οι «έννοιες» δίκαιο, ειρήνη, πόλεμος, παιδεία, οικονομία, διαφορετικά πράγματα σημαίνουν για τον εργαζόμενο και διαφορετικά για τον εργοδότη.

Μ΄ αυτό τον τρόπο οφείλουμε να «συλλάβουμε» τη φενάκη της θεωρίας της οικουμενικότητας που από μια «σύγχρονη» σκοπιά επιχειρεί να δώσει διαταξική, υπεριστορική και υπερχρονική διάσταση στα σημερινά προβλήματα.

Υποστηρίζοντας την αρχή του διχασμού των εννοιών «απογαλακτιζόμαστε» από τις «συγκλησιακές» ή θεολογικές απόψεις των «θαυματουργών» της κυρίαρχης ιδεολογίας, ακυρώνουμε την «καθολικότητα» της αστικής σκέψης, υπερβαίνουμε την τριάδα «θέση – αντίθεση – σύνθεση», και «ξαναβαφτίζουμε» την ανάλυσή μας στην «πίστα» της διαλεκτικής που υποστηρίζει την ενότητα των αντιθέτων.

Με αυτή την έννοια οριοθετούμε την ύπαρξη δύο τουλάχιστον αξιολογικών κρίσεων, την αξιολόγηση, που με πυλώνες τον έλεγχο, τη χειραγώγηση και την κατηγοριοποίηση – ιεράρχηση συντηρεί και αναπαράγει το αστικό σύστημα και από την άλλη την αξιολόγηση που στοχεύει στην κοινωνική ανατροπή. Η δεύτερη σχετίζει την κριτική και τα μεθοδολογικά της όπλα (διαλεκτική, ανάλυση, σύνθεση) με ότι αποσαθρώνει, ουδετεροποιεί, αποδιοργανώνει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα. 

 

3. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (ΓΙΑΤΙ ΑΞΙΟΛΟΓΕΙ;)

 

Λέγοντας «αυτόνομη» εννοούμε ότι ενώ έχει αρχή (που είναι η μέτρηση της ανθρώπινης πνευματικής εργασίας και των αποτελεσμάτων της) ουκ έσται τέλος! Το τέλος της -υποτίθεται- παιδαγωγικής της διάστασης χάνεται στους οικονομικούς και εργασιακούς λαβυρίνθους, κοντολογίς, ανταποκρίνεται πλήρως στο καταστατικό των απαιτήσεων της αγοράς εργασίας που αποτελούν τη σύγχρονη  ιδεολογική «γκαρνταρόμπα» του «σχολείου που άλλαξε αιώνα».

Π.χ. Σήμερα, που η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων είναι υπ΄ αριθμόν ένα στόχος η αξιολόγηση δένεται μ΄ αυτόν και άρα όταν αναφερόμαστε στην αξιολόγηση πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το κύριο είναι τα παρεπόμενά της και όχι καθαυτή  η λεγόμενη η παιδαγωγική της σημασία (η οικονομία είναι το κύριο!).

 

  • 4. ΓΙΑΤΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ; (ΠΟΙΟΝ;)

Δεν ισχυριζόμαστε ότι οι εκπαιδευτικοί είναι «άγγελοι». Ο εκπαιδευτικός δεν είναι ούτε «μοναδικός ένοχος» ούτε «ολοκληρωτικά αθώος» για όσα συμβαίνουν στη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Κανείς, όμως, σοβαρός μελετητής των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων δεν θεωρεί αποκλειστικές παραμέτρους στην εκπαίδευση τα ζωντανά της στοιχεία (μαθητές – εκπαιδευτικοί). Μια σειρά άλλοι όροι, όπως το αναλυτικό πρόγραμμα, η υποδομή, τα βιβλία, ο κοινωνικός περίγυρος, η τιμή του απολυτηρίου,  ο μισθός εργασίας, οι παιδαγωγικές μέθοδοι, είναι εξίσου σημαντικοί. Μια «σοβαρή» αξιολογητική προσπάθεια θα συμπεριλάμβανε, λοιπόν, τη μέτρηση – κατάταξη του συνόλου των όρων για το «επιθυμητό αποτέλεσμα». Εν τούτοις βλέπουμε ότι το επιλεκτικό κριτήριο υπερισχύει. Μόνο η ανθρώπινη προσπάθεια αξιολογείται και όχι τυχαία.

 

  • 5. ΘΥΤΕΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΑ Ή Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

(ΟΥΤΕ  ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ΑΘΩΟΙ ΟΥΤΕ ΜΟΝΑΔΙΚΟΙ ΕΝΟΧΟΙ !)

Αν θέλουμε να είμαστε τόσο επιστημονικά ακριβείς όσο και δίκαιοι οφείλουμε να «αναγνώσουμε» την σχολική πραγματικότητα από όλες τις πλευρές. Ο εκπαιδευτικός καλείται όχι μόνο να μεταδώσει γνώσεις (θεωρίες περί του λειτουργήματος) αλλά και να απορρίψει, να κατηγοριοποιήσει, να κατατάξει το μαθητικό δυναμικό. Χωρίς να είναι αποκλειστικός ένοχος για τους ταξικούς φραγμούς (κοινωνικοί όροι, οικογενειακή κατάσταση κ.λπ.) εν τούτοις αποτελεί το ενδιάμεσο αναγκαίο μεσολαβητικό στάδιο για την κοινωνική αναπαραγωγή των ανισοτήτων στο χώρο του σχολείου.

Ο κατανεμητικός και ιδεολογικός μηχανισμός της εκπαίδευσης χρησιμοποιεί τον εκπαιδευτικό στο σημείο – κλειδί της λειτουργίας του στην αξιολόγηση. Ο μικροαστικός οικονομισμός αρνείται να δει τον διπλό ρόλο του εκπαιδευτικού, ενώ ο μικροαστικός ρομαντισμός και οι οπαδοί της «κοινωνίας χωρίς σχολεία» περιορίζονται μόνο στην κριτική της μιας δράσης του. Η αλήθεια βρίσκεται στη διπλότητα του ρόλου των δασκάλων.

Ούτε «μοναδικοί ένοχοι» ούτε «ολοκληρωτικά αθώοι». Η συζήτηση – απάντηση για την αξιολόγηση είναι δίκαιη και ολοκληρωμένη όταν συμπεριλάβει και την αθέατη πλευρά της εκπαιδευτικής λειτουργίας απέναντι στους μαθητές.

 

ΔΕΙΚΤΕΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

 

εκπαιδευτικό ISO 9000

Τα τελευταία χρόνια καταρτίζονται νέα μέτρα συστηματικής αξιολόγησης του σχολείου σε πολλές χώρες, με τις ΗΠΑ να πρωτοστατούν σε αυτή την προσπάθεια και τις ευρωπαϊκές χώρες να ξεκινούν αντίστοιχες.

            Σχετικά πρόσφατα αποφασίστηκε ότι τα αμερικανικά σχολεία θα αξιολογούνται ως προς την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης που παρέχουν βάσει των επιδόσεων των μαθητών τους σε προτυποποιημένα "τεστ" (γραπτές δοκιμασίες) σε βασικά γνωστικά αντικείμενα. Μάλιστα, το επόμενο βήμα είναι η σύνδεση αξιολόγησης με την υπευθυνότητα του σχολείου ως δημόσιου οργανισμού ή διαφορετικά η επιβολή κυρώσεων στα σχολεία που παρουσιάζουν "κακά" αποτελέσματα και η επιβράβευση των σχολείων που παρουσιάζουν "καλά" αποτελέσματα ή σημαντική βελτίωση των αποτελεσμάτων τους από χρόνο σε χρόνο.

            Η σχολική αξιολόγηση, όμως, δεν αφορά μόνο τη δυτική πλευρά του Ατλαντικού. Είναι γνωστό ότι εδώ και κάμποσο καιρό στην Μ. Βρετανία το ποσοστό επιτυχίας των μαθητών στις εξετάσεις εκτιμάται στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών που μπορεί να τους κοστίσει μέχρι και την απόλυση. Χαρακτηριστικοί ήταν και πρωτοσέλιδοι τίτλοι ορισμένων εφημερίδων «Οι δάσκαλοι αντιμέτωποι με απόλυση όταν αποτυγχάνουν οι μαθητές τους» «Τα άσχημα αποτελέσματα θα κοστίζουν στους δασκάλους τη δουλειά τους»

 

ΟΙ «ΔΕΙΚΤΕΣ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

Στις αρχές του 2001 στην Έκθεση της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ με τίτλο «Οι συγκεκριμένοι μελλοντικοί στόχοι των εκπαιδευτικών συστημάτων» (Βρυξέλλες 31.1.2001) επισημαίνεται ότι «Ο συνδυασμός των πιο σφιχτών προϋπολογισμών για την εκπαίδευση και της μεγαλύτερης πίεσης για επιτυχία σημαίνει ότι οι πόροι πρέπει να στοχοθετηθούν εκεί όπου υπάρχουν πραγματικά ανάγκες. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να καταστεί δυνατό να κατανοήσουν ποια σχολεία λειτουργούν καλά, ποια λιγότερα καλά ή άσχημα και να διοχετεύσουν τους πόρους προς τις κατευθύνσεις που χρειάζεται. Συνεπώς οι αρχές χρειάζονται έναν εθνικά αναγνωρισμένο ορισμό του τρόπου με τον οποίο πρέπει να μετράται η επιτυχία (π.χ ένα δείκτη προόδου)».

Την ίδια περίοδο δόθηκε στη δημοσιότητα η «Ευρωπαϊκή Έκθεση για την ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης». Η Επιτροπή Εργασίας που συνέταξε την Έκθεση συγκροτήθηκε από εμπειρογνώμονες, διορισμένους από τους Υπουργούς Παιδείας των 26 χωρών (15 κρατών – μελών και 11 υποψηφίων) της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο να καταλήξει σε ένα σχετικά περιορισμένο αριθμό δεικτών ή συγκριτικών σημείων για τα σχολικά πρότυπα και την αξιολόγηση των συστημάτων σε εθνικό επίπεδο.

Το ΥΠΕΠΘ δεν καθυστέρησε καθόλου. Στο Νόμο "Οργάνωση των περιφερειακών υπηρεσιών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις" (Άρθρο 4) τονίζεται ότι «Το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας (Κ.Ε.Ε) αναλαμβάνει την ανάπτυξη και προτυποποίηση των δεικτών και κριτηρίων για τη δυναμική αποτύπωση της κατάστασης καθώς και τον έλεγχο της αξιοπιστίας του συστήματος αποτύπωσης και παρακολούθησης του εκπαιδευτικού έργου τόσο στο επίπεδο της σχολικής μονάδας και της περιφέρειας όσο και στο εθνικό επίπεδο».

Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Πρόεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Στ. Aλαχιώτη «η αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές προσεγγίζεται μέσα από το «αποτελεσματικό σχολείο». Το σχολείο αυτό πρέπει να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένους δείκτες κριτηρίων, όπως π.χ. αυτοί της αξιολόγησης, της επίδοσης των μαθητών, της παιδαγωγικής σχέσης εκπαιδευτικών-μαθητών, των υλικοτεχνικών υποδομών κ.ά. και να κατευθύνεται από αυτούς… Πρόκειται για μια ερευνητική προσπάθεια σύνταξης ενός «οδηγού αποτίμησης του σχεδιασμού του εκπαιδευτικού έργου στη σχολική μονάδα για την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση» (εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 18/ 5/2002).

 

 

ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΩΣ «ΜΗΧΑΝΗ» ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ !

 

Αναμφίβολα η έρευνα, συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων για την εκπαίδευση έχει πολύ μεγάλη σημασία, αφού μπορούν να αξιοποιηθούν για να φωτίσουν πολύπλευρες πτυχές των λειτουργιών της. Ωστόσο, εντονότατα και δικαιολογημένα αμφισβητείται και επιστημονικά η αξία προσδιορισμού μιας σειράς ποσοτικών δεικτών για έγκυρη αξιολόγηση των λειτουργιών της εκπαίδευσης.

Ο προσδιορισμός των «δεικτών ποιότητας» της «Ευρωπαϊκής Έκθεσης για την ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης» είναι προϊόν μιας τεχνοκρατικής και ακραίας οικονομίστικης αντίληψης για την εκπαίδευση. Κάτω από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού σχεδιάζεται και υλοποιείται μια εκπαιδευτική πολιτική σε πανευρωπαϊκό επίπεδο που επιδιώκει να «βιομηχανοποιήσει» το σχολείο προσδίδοντάς του τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης. Οι επιδόσεις των υποκειμένων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων χρησιμοποιούνται ως μονάδες μέτρησης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Η λογική αυτή οδηγεί στην εφαρμογή μοντέλων αξιολόγησης και ελέγχου με «πιστοποιητικά ποιότητας» σύμφωνα με τα πρότυπα της βιομηχανίας και του εμπορίου. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα ορισμένων σχολείων της Μ. Βρετανίας που χρησιμοποιούν το διεθνές εμποροβιομηχανικό πρότυπο ISO 9000 ως πιστοποιητικό ποιότητας για την ικανοποίηση των μαθητών και των γονέων που αντιμετωπίζονται ως «καταναλωτές», «πελάτες».

Στο νέο πλαίσιο, οι εκπαιδευτικοί "χρεώνονται" την επιτυχία ή αποτυχία των μαθητών τους σε προτυποποιημένα τεστ και η διοίκηση του σχολείου "χρεώνεται" με τη σειρά της την επιτυχία και την αποτυχία όλων. Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι από την επίσημη αξιολόγηση ουσιαστικά «αγνοούνται» ή καταγράφονται τυπικά οι αμέτρητοι κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί παράγοντες που επηρεάζουν και συνδιαμορφώνουν την εκπαιδευτική διαδικασία και το εκπαιδευτικό έργο. Κοινωνική προέλευση, οικογενειακή κατάσταση, συνθήκες διαβίωσης και κατοικίας, υλικοτεχνική υποδομή σχολείου, τύπος εξετάσεων, σχολικά βιβλία, εκπαιδευτικό κλίμα, παιδαγωγικές μέθοδοι, τα πάντα γίνονται καπνός. «Αγνοούνται» οι κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες που διαμορφώνουν αντίξοες συνθήκες για την εκπαίδευση των μαθητών από τα ασθενέστερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Παραλείπονται όλοι εκείνοι οι παράγοντες που οδηγούν στον Καιάδα της εγκατάλειψης του σχολείου και του αναλφαβητισμού.

Η αντίληψη αυτή «επιβλέπει» τη σχολική επιτυχία / αποτυχία μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της αίθουσας διδασκαλίας όπου, όλα εξαφανίζονται εκτός από το δάσκαλο και το μαθητή. Δεν είναι ωστόσο λίγοι αυτοί που κατανοούν ή διαισθάνονται ότι , η τολμηρή πρόταση του Θαλή,  δε μπορεί να χρησιμέψει για την κοινωνική μέτρηση της σχολικής πυραμίδας όσο, οι σκιές της σχολικής στατιστικής δεν φωτίζονται και με τη θεμελιώδη μεταβλητή της κοινωνικο-επαγγελματικής προέλευσης των μαθητών. Το σχολείο δεν είναι "θερμοκήπιο" όπου τα παιδιά αναπτύσσονται ομαλά και απρόσκοπτα με καλό πότισμα και συστηματική φροντίδα!

Με αυτό το σκεπτικό, θα αναρωτηθεί κανείς "τί αξιολογείται όταν αξιολογείται το σχολείο", όπως παλαιότερα αναρωτιόμαστε "τί αξιολογούμε όταν αξιολογούμε τον μαθητή: τις μορφωτικές ευκαιρίες που έχει, το οικογενειακό του περιβάλλον, την κοινωνικο-οικονομική του κατάσταση, το χαρακτήρα του, τις δυνατότητές του, τις προσπάθειες που καταβάλλει, την ικανότητα του δασκάλου του;". Και επειδή όλα τα σύνθετα προβλήματα της εκπαίδευσης δεν έχουν μόνο μία απάντηση ή μία μοναδική ερμηνεία, είναι καλό να αποφεύγουμε τέτοιες παγίδες.

Μέσα, λοιπόν, στη σημερινή πραγματικότητα, ο επίσημος λόγος περί επίδοσης  – απόδοσης, αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητας επιδιώκει να νομιμοποιήσει την εφαρμογή συστημάτων ελέγχου και μέτρησης της απόδοσης των εργαζομένων από το χώρο της βιομηχανίας και στο χώρο της εκπαίδευσης. Επιδιώκει να επικυρωθούν ως αντικειμενικά μετρήσιμα στοιχεία της προσωπικότητας και νοητικές λειτουργίες των υποκειμένων της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως η διδακτική ή μαθησιακή ικανότητα, η πνευματική και επιστημονική συγκρότηση, η ικανότητα επικοινωνίας και ο τρόπος συμπεριφοράς, οι ιδέες, η φαντασία, η πρωτοβουλία κ.α. Όμως αυτή η μέτρηση των ανθρώπινων διανοητικών λειτουργιών γίνεται με βάση τις αρχές και τους στόχους του σχολείου της αγοράς. Με άλλα λόγια η αγορά διεισδύει παντού: «γνώση που δεν πουλάει δεν είναι γνώση», «ικανότητες που δεν εμπορευματοποιούνται δεν είναι ικανότητες», κι αφού το σχολείο «παράγει» ικανότητες, μπορεί κι αυτό να αλωθεί από τους νόμους της αγοράς.

 

ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ «ΚΑΛΩΝ» ΚΑΙ «ΚΑΚΩΝ» ΣΧΟΛΕΙΩΝ

 

Πολύχρονες και πολυάριθμες έρευνες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αλλά και οι επίσημες κρατικές στατιστικές έχουν τεκμηριώσει με αδιάσειστα στοιχεία ότι στο «πατρόν» της σχολικής επιτυχίας / αποτυχίας παρεμβαίνουν μια σειρά εξωσχολικοί και εσωσχολικοί παραγόντες που δραστηριοποιούνται στο έδαφος των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η γνωστική αυτή κατάκτηση, που στοιχειοθετείται στο «δάσος» των πορισμάτων εκατοντάδων ερευνών, αίφνης, τα τελευταία χρόνια «ξεχνιέται» όλο και πιο συχνά. 

Έτσι στις αρχές του Αυγούστου 1999 με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση το ΥΠΕΠΘ, στην προσπάθειά του να αναδιατάξει και να ανασυνθέσει τους επικριτικούς λόγους που διατυπώθηκαν από παντού  για τον απρόβλεπτα μεγάλο αριθμό μετεξεταστέων, «εξαφανίζει» από τη δημόσια συζήτηση το θέμα της απόρριψης-παραπομπής περίπου του 30% του μαθητικού πληθυσμού της Β΄ Λυκείου και ανακοινώνει ότι το κύριο ζήτημα είναι η διαφοροποίηση της αποτυχίας που παρατηρείται μεταξύ Λυκείων της ίδιας περιοχής και ότι αυτό είναι «το πιο σημαντικό από τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την επεξεργασία των στοιχείων που έχει συγκεντρώσει».

Στα πλαίσια αυτά, δίνει στη δημοσιότητα Λύκεια γειτονικών περιοχών που εμφανίζουν μεγάλες αποκλίσεις στη …σχολική αποτυχία, «οπλίζοντας» με αριστοτεχνικό τρόπο το stock των πιο συνηθισμένων δοξασιών της κοινής γνώμης με τις αρχές μιας «ανακάλυψης» για την εκπαίδευση και μάλιστα με τη φιλοδοξία παγκοσμιότητας.

«Πως γίνεται, ρωτάει με επιτηδευμένη αφέλεια το ΥΠΕΠΘ, «Λύκεια που εδρεύουν στις ίδιες περιοχές, όπου δεν υπάρχει ούτε διαφορά στην κοινωνική προέλευση ούτε στη δυνατότητα φοίτησης σε φροντιστήρια να παρουσιάζουν τόσο τρομακτικές ανισότητες στην επίδοση των μαθητών τους;»

Παράλληλα το τελευταίο χρονικό διάστημα είδαν το φως της δημοσιότητας δυο έρευνες, μια του Βουλευτή Επικρατείας των Φιλελευθέρων και  πρώην ανώτερου στελέχους της Διεθνούς Τράπεζας και Συμβούλου του Ο.Ο.Σ.Α Γιώργου Ψαχαρόπουλου και μια του καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην ειδικού Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ Ιωάννη Πανάρετου, σχετικά με τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται στα σχολικά αποτελέσματα των Λυκείων της χώρας.

Και οι δυο έρευνες παρουσίασαν στοιχεία για τις επιδόσεις των μαθητών στις πανελλήνιου τύπου εξετάσεις των ενιαίων Λυκείων σύμφωνα με τα οποία :

α. τα ιδιωτικά σχολεία υπερτερούν των δημοσίων

β. ανάμεσα στα δημόσια σχολεία υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις επιδόσεις των μαθητών ( διαφορές ανάμεσα σε πρωινά και εσπερινά, ανάμεσα σε μικρά και μεγάλα, ανάμεσα σε σχολεία των αστικών κέντρων της επαρχίας και των νησιωτικών περιοχών.

  • Που οφείλονται οι διαφοροποιημένες σχολικές επιδόσεις των Λυκείων;

 

Η ΘΕΩΡΙΑ … ΤΗΣ  «ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑΣ»!

 

Το ερώτημα, γλαφυρό και ρητορικό, στεφανωμένο  με πιστοποιητικά εγκυρότητας, «μπόλικη στατιστική» και δημοφιλείς γενικεύσεις, επαναλαμβάνεται, με δομή ρωσικής μπάμπουσκα, από τους «μόνιμους προσηλυτιστές» της κοινής γνώμης με σκοπό την «κατασκευή» της συναίνεσης σε μια αυθαίρετη θεώρηση.

Με την ανάλυσή του ο Γιώργος Ψαχαρόπουλος δίνει με σαφήνεια και χωρίς ελιγμούς την απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα και παράλληλα προσφέρει το σπαθί για να κόψουμε το «γόρδιο δεσμό» της σχολικής αποτυχίας: Εφόσον, λέει, υπάρχουν οι ίδιες δημόσιες χρηματοδοτήσεις, το ίδιο πρόγραμμα και οι ίδιες πάνω κάτω μέθοδοι οι διαφορές ανάμεσα στα ιδιωτικά και στα δημόσια αλλά και ανάμεσα στα ίδια τα δημόσια (π.χ ανάμεσα στα ημερήσια και στα εσπερινά) οφείλονται στην έλλειψη αξιολόγησης των εκπαιδευτικών «γεγονός που σηματοδοτεί την ανάγκη για άμεση και αντικειμενική αξιολόγηση όλων των σχολείων στην Ελλάδα».

Το ΥΠΕΠΘ παράλληλα, με φραστικές «ατάκες», εξαφανίζει όλες τις κοινωνικές, οικονομικές και μορφωτικές παραμέτρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας και πανευτυχές που μπόρεσε να ξεσκονίσει το ρεφρέν του ενάντια στον «τεμπέλη εκπαιδευτικό» κλείνει το μάτι στους γονείς των μετεξεταστέων που, αλλόφρονες, αναζητούν τον υπαίτιο.

 

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΜΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

 

Η τολμηρή πρόταση του Θαλή δε μπορεί να χρησιμέψει για την κοινωνική μέτρηση της σχολικής πυραμίδας όσο, οι σκιές της σχολικής στατιστικής δεν φωτίζονται και με τη θεμελιώδη μεταβλητή της κοινωνικο-επαγγελματικής προέλευσης των μαθητών.

–  Αγνοούν το ΥΠΕΠΘ και οι «ειδικοί μας» ότι σε κάθε γεωγραφική περιοχή υπάρχει κοινωνική, οικονομική, μορφωτική, δηλαδή ταξική διαφοροποίηση; 

Αγνοούν ότι υπάρχουν σχολεία σε κάθε πόλη, ακόμη και στη μικροκλίμακα μιας περιοχής, που παραδοσιακά «στρατολογούν» και «στρατολογούνται» από παιδιά ευπόρων και μορφωμένων οικογενειών;

Ας πάρουμε π.χ. την Περιφέρεια Πρωτευούσης. Είναι γνωστή η διαίρεσή της σε περιοχές υψηλών εισοδημάτων και κοινωνικού γοήτρου (κυρίως Β.Α προάστια) και σε περιοχές που κατοικούν κυρίως τα εργατικά, μικροϋπαλληλικά στρώματα (κυρίως Δυτ. Αθήνα και μεγάλο τμήμα του Πειραιά). Αν ρίξει κάποιος μια ματιά μόνο στους «χάρτες» κατανομής των εισοδημάτων και των καταληκτικών εκπαιδευτικών επιπέδων θα διαπιστώσει εύκολα ότι η Αττική φαίνεται σαν να είναι κομμένη στα δύο.

Η παρουσίαση των ποσοστών των ανεξεταστέων στους Δήμους Περιστερίου, Αιγάλεω, Άνω Λιοσίων, Αγ. Βαρβάρας, Νίκαιας, Περάματος, Κερατσινίου, Δραπετσώνας, κ.α. από τη μια και Κηφισιάς, Ψυχικού, Εκάλης, Αμαρουσίου, Αγ. Παρασκευής, Βριλησσίων, Παπάγου, Γλυφάδας, Βούλας κ.α. από την άλλη οριοθετεί μια ανισοκατανομή που επιβεβαιώνει τη «γραμμή» των πορισμάτων της εκπαιδευτικής έρευνας, τα οποία συνοψίζονται στο ότι «η κοινωνική ανισότητα διευθύνει τη σχολική».

Αγνοούν το ΥΠΕΠΘ και οι «ειδικοί μας» τα πορίσματα των ερευνών της Γεωγραφίας του Αστικού χώρου (Θωμάς Μαλούτας, κ.α – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) που τεκμηριώνουν ότι οι Δήμοι διακρίνονται από σημαντικό βαθμό εσωτερικής ανισοκατανομής; π.χ. όσο κι αν φαίνεται παράξενο η Κηφισιά, η Νέα Ερυθραία και η Γλυφάδα χαρακτηρίζονται από έντονη εσωτερική ανισοκατανομή των υψηλών, των μεσαίων και των εργατικών κατηγοριών. Πρόκειται για Δήμους όπου, βεβαίως, κυριαρχούν οι υψηλές και μεσαίες κατηγορίες αλλά παράλληλα υπάρχει σημαντικό τμήμα εργατικών κατηγοριών. Επίσης άλλη μορφή εσωτερικής ανισοκατανομής εμφανίζουν π.χ. και οι δήμοι Αχαρνών, Ασπροπύργου και Ελευσίνας οι οποίοι ενώ έχουν κυρίως εργατική σύνθεση περιλαμβάνουν και υψηλές και μεσαίες κοινωνικό – επαγγελματικές κατηγορίες οι οποίες συγκεντρώνονται σε ορισμένες «ζώνες» των παραπάνω περιοχών. Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο αν οι μαθητές δύο σχολείων του ίδιου Δήμου, π.χ. της Βουλιαγμένης, παρουσιάζουν διαφορετικές σχολικές επιδόσεις καθώς εκεί συγκατοικούν σημαντικά τμήματα εργαζομένων των χαμηλών βαθμίδων του τριτογενούς τομέα και παράλληλα έχουμε και διευρυμένους θύλακες υψηλών κοινωνικό – επαγγελματικών κατηγοριών και εισοδημάτων.

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ : ΟΙ «ΑΠΟΔΙΟΠΟΜΠΑΙΟΙ ΤΡΑΓΟΙ» ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ !

 

Είναι προφανές ότι η πολιτική ηγεσία και οι τεχνοκράτες του ΥΠΕΠΘ γνωρίζουν πολύ καλά τις κοινωνικές παραμέτρους της σχολικής επίδοσης. Η στόχευση είναι αλλού και «φωτογραφίζει» κατευθείαν τον εκπαιδευτικό.

            Το ΥΠΕΠΘ θεώρησε κατάλληλο το χρόνο να προβάλλει συστηματικά μια έτσι κι αλλιώς διαδεδομένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία για ό,τι «καλό» ή «κακό» γίνεται στα σχολεία την ευθύνη την έχει ο εκπαιδευτικός.

            Αφού στην αρχή ερμήνευσε τη διευρυμένη σχολική αποτυχία με αναφορά στην ελλειμματικότητα των μαθητών και έφτασε στο σημείο να την παρουσιάσει ως ένα είδος «θυσίας» και εξιλασμού για το καλό του εκπαιδευτικού συστήματος περνάει τώρα στον εκπαιδευτικό : «το παν εξαρτάται από το δάσκαλο» αναφωνεί με Βικτοριανή υποκρισία.

Μια τέτοια αντίληψη όπως γίνεται φανερό, εναποθέτει μεγάλο φορτίο ευθύνης στους ώμους του δασκάλου και συνήθως, όταν τίθεται θέμα σχολικής αποτυχίας ή εκπαιδευτικής κρίσης, ο δάσκαλος είναι «αποδιοπομπαίος τράγος». Με αυτό τον τρόπο γίνεται ευκολότερη υπόθεση η επιβολή αυταρχικών μέτρων αξιολόγησης, εντατικοποίησης και διοικητικού ελέγχου.

 Είναι αλήθεια ότι ο εκπαιδευτικός αναδεικνύεται συχνά σε κεντρικό θέμα της «ημερήσιας διάταξης» για την εκπαίδευση. Το ερώτημα όμως που συνήθως δεν τίθεται είναι :

Που συναντιέται η ευθύνη των εκπαιδευτικών με την ευθύνη του κράτους και πως οριοθετείται το έργο των εκπαιδευτικών κάτω από συγκεκριμένες επιλογές που γίνονται κατά την άσκηση της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής;

            Δεν αμφισβητούμε, βεβαίως, σε καμιά περίπτωση ότι η παρέμβαση του εκπαιδευτικού μπορεί να έχει θετικές ή αρνητικές συνέπειες που μερικές φορές μάλιστα ξεπερνούν την παιδική και εφηβική ηλικία του μαθητικού πληθυσμού και προεκτείνονται σε ολόκληρη τη ζωή του.

            Όμως τα «συμβαλλόμενα «υποκείμενα» της σχολικής επίδοσης δεν εξαντλούνται σε καμιά περίπτωση στη «θέληση» του μαθητή, ή στο «ταλέντο» και την «αποδοτικότητα» του δασκάλου. Το «μαύρο κουτί» της αίθουσας διδασκαλίας περιλαμβάνει, όπως υπαινιχθήκαμε παραπάνω, αρκετούς «καταλύτες».

Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ούτε ολοκληρωτικά αθώοι ούτε μοναδικοί ένοχοι, όπως προσπαθεί να πείσει το ΥΠΕΠΘ.

Να το πούμε ξεκάθαρα : Ακόμη κι αν οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί, οι πιο καταρτισμένοι επιστημονικά και παιδαγωγικά μεταφέρονταν για διδασκαλία αποκλειστικά στα σχολεία των «υψηλών αποτυχιών», στο Καρπενήσι, τη Λευκάδα, τη Χαλκιδική την Σάμο ή την Κέρκυρα, το Πέραμα, το Κερατσίνι ή την Αγία Βαρβάρα ελάχιστα πράγματα θα μπορούσαν να αλλάξουν από μόνοι τους στον τομέα της σχολικής επιτυχίας / αποτυχίας.

 

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΟΡΟΣ…

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΟΡΟΣ…

 

Του Στάθη Σταυρόπουλου*

 

Κι όπως μας γράφει ο αναγνώστης μας, κ. Θ.Π.: «τα στελέχη της νέας κυβέρνησης ακολουθώντας πιστά την προτροπή του αρχηγού τους για «σκληρή δουλειά» από την πρώτη μέρα, ρίχτηκαν με τα μούτρα στο καθήκον! Ετσι πρωί – πρωί χθες (στις 8.30  η κυρία Χριστοφιλοπούλου και ο κ. Κουτρουμάνης πιάσανε πρώτο στασίδι πίστα στο Mega, «σήκωσαν τα μανίκια» κι άρχισαν την υπουργική τους θητεία». Καλορίζικοι!

Κι όμως ο δικομματισμός έχει αρχίσει να τραγουδάει το κύκνειο άσμα του. Η μία του πτέρυγα, η Ν.Δ. σμπαραλιάστηκε. Θα ανακάμψει δύσκολα. Διαφορετικά ιδεολογικά στίγματα (που έως τώρα συνυπήρχαν στο πλαίσιο του ενός κόμματος), όπως ο νεοφιλελευθερισμός ή η «λαϊκή» λεγόμενη δεξιά θα παλαίψουν μεταξύ τους, είτε για να κυριαρχήσουν στο κόμμα, είτε για να καταγραφούν, είτε για να ετοιμασθούν για νέα, άλλα σχήματα. Ταυτοχρόνως, η παράταξη αυτή θα υποστεί τον εισοδισμό (ίσως και τη λαφυραγώγηση) από τον ΛΑΟΣ. Με δύο λόγια δύσκολα και πιθανόν αργά η Ν.Δ. και ο ευρύτερος χώρος της κεντροδεξιάς – δεξιάς – ακροδεξιάς θα μπορέσει να επανεμφανισθεί ξανά ικανός να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη των Δυνατών (ότι μπορεί να διαχειριστεί το σύστημα) και την ψήφο του λαού για να το κάμει (με ένα, δύο ή περισσότερα κόμματα).

 Από την άλλη μεριά, η άλλη πτέρυγα του δικομματισμού, το ΠΑΣΟΚ, έλαβε από τον λαό εντολή παντοδυναμίας, μάλλον για τελευταία φορά, αν δεν καταφέρει να αντιμετωπίσει την κρίση. Με έναν ιδιότυπο τρόπο η νίκη του ΠΑΣΟΚ σε αυτές τις εκλογές είναι πύρρεια, ακριβώς διότι είναι πολύ μεγάλη.

Η αυτοδυναμία του δεν του επιτρέπει καμμιά δικαιολογία αδυναμίας μπροστά στους πολίτες. Αν λοιπόν το ΠΑΣΟΚ με τον τρόπο του κ. Γιώργου Παπανδρέου σύντομα (το πιθανότερο) ή αργότερα αποτύχει να αντιμετωπίσει την κρίση ή πολύ περισσότερο να ανασυντάξει παραγωγικά τη χώρα, ποια εναλλακτική λύση θα έχει ο δικομματισμός;

Δύσκολο να προβλέψει κανείς, χωρίς να μπει στο θολό τοπίο των σεναρίων. Βεβαίως, σενάρια η Νέα Τάξη για τις εξελίξεις στη χώρα μας έχει πολλά, το ενδιαφέρον θα ήταν όχι ποιο θα προκριθεί ή θα προκρίνεται κάθε φορά αναλόγως των εξελίξεων, αλλά πώς θα μπορούσαν να ανατραπούν.

http://s.enet.gr/resources/2009-10/10skitso1-4-thumb-small.jpg

 Φέρ' ειπείν, η μόνη δύναμη που θα μπορούσε να ασκήσει αυτήν τη στιγμή μιαν πίεση στο ΠΑΣΟΚ, την οποίαν θα έβλεπε με καλό μάτι ο λαός, ώστε η διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση να μην είναι (και πάλι) θανατηφόρα για τους πιο αδύνατους και καταστροφική για τη χώρα, είναι η Αριστερά.

Ποια Αριστερά όμως; Παρ' ότι με μια ευνοϊκή δυναμική, σε αυτήν τη συγκυρία η Αριστερά θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη ενός σεβαστού ποσοστού του λαού, ώστε με υπολογίσιμη ισχύ να μπορεί να υπερασπισθεί τα συμφέροντά του εντός κι εκτός Βουλής ή ακόμα περισσότερο με την παρέμβασή της στην κοινωνία να ανατρέψει το κλίμα παρακμής που μας διαλύει, παρ' όλα αυτά η Αριστερά βρίσκεται αγκιστρωμένη σε δύο αντικρυνά ψιλικατζήδικα, που δυσκολεύονται να πουν δημοσίως καλημέρα μεταξύ τους.

Δυσάρεστον, άχαρο, αντιπαραγωγικό. Οι πολίτες που προσβλέπουν στην Αριστερά (αλλά και πολλοί άλλοι που ενδιαφέρονται για την τύχη της πατρίδας) δεν αντέχουν (και πολλοί πλέον δεν ανέχονται) αυτήν την κατάσταση. Κανείς δεν ζητάει από τα κόμματα της Αριστεράς να ενωθούν. Ζητούν όμως πολλοί την ενότητα της Αριστεράς στη δράση για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα των ανθρώπων που κάθε μέρα γίνονται όλο και πιο απάνθρωπα.

Είναι παράδοξο και κάπως κωμικό τα στελέχη των αριστερών κομμάτων να μιλάνε μεταξύ τους ιδιωτικώς σαν άνθρωποι και δημοσίως να μη μιλιούνται ή να επικρίνουν ο ένας τον άλλον διαρκώς, λες και είναι δυνατόν ουδέν καλό να βλέπει η μια πλευρά στην άλλη.

Ο παραλογισμός αυτός όχι μόνον έχει κουράσει τους πολίτες (προκαλώντας ενίοτε απέχθεια ιδίως στους νέους), αλλά εν τέλει καταντάει το ίδιο επικίνδυνος με τον δικομματισμό, διότι απλούστατα δεν μπορεί να τον βλάψει.

Ας κρατήσουν τα κόμματα της Αριστεράς τις διαφορές τους για τον σοσιαλισμό πολύτιμο φυλαχτό. Τώρα όμως που ο καπιταλισμός γκρεμίζει και τις τελευταίες κατακτήσεις του εργατικού κινήματος, ολοκληρώνοντας το έρεβος, που θα μας χάψει όλους, μόνον σε ανεπαρκείς για τις περιστάσεις αξίζει η πολυτέλεια της αγριότατης μισαλλοδοξίας και της πλήρους ανικανότητας του διαλέγεσθαι. Όχι σε κόμματα της Αριστεράς. Είναι άλλο πράγμα η ιδεολογική πάλη μεταξύ τους (μάλιστα όσον πιο έντονη, ίσως και τόσον πιο παραγωγική) κι άλλο η αδυναμία να συμπαρατάσσονται χάριν του λαού – ο οποίος στο κάτω κάτω δεν τους χρωστάει τίποτα, του χρωστάνε…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 9.Χ.2009 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009,   http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=90356

 

Υστερόγραφο: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin

Ο «Καποδίστριας 2» θέλει να σαρώσει …

Ο «Καποδίστριας 2» θέλει να σαρώσει ό,τι απέμεινε από τον «Καποδίστρια 1»

 

Του Χριστόφορου Στεφανίδη*

 

Σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων, προωθείται με γοργούς ρυθμούς η διαμόρφωση του «Καποδίστρια 2» και αναμένεται να ψηφιστεί μέχρι το τέλος του έτους. Οπως γράφουν οι εφημερίδες, ο «Καποδίστριας 2» μειώνει τις περιφέρειες από 13 σε 6, τις νομαρχίες από 52 σε 16 και τους δήμους από 1.034 σε 400.

Για τη Χαλκιδική αυτό θα σημάνει ότι δεν θα έχουμε νομαρχία και θα υπαχθούμε στη Θεσσαλονίκη και ότι από τους σημερινούς 14 δήμους θα μείνουν μόνο 5 ή 6 και θα καταργηθούν οι υπόλοιποι 8 ή 9. Δηλαδή πιθανότατα θα μείνουν αυτοί που υπήρχαν πριν από τον «Καποδίστρια Ν° 1», ήτοι Πολυγύρου, Μουδανιών, Αρναίας, Ιερισσού, Κασσανδρείας και ίσως Καλλικράτειας και θα καταργηθούν Τρίγλιας, Παλλήνης, Τορώνης, Σιθωνίας, Ορμύλιας, Ανθεμούντα, Ζερβοχωρίων, Παναγίας.

 

Τι επιδιώκει η κυβέρνηση με τον «Καποδίστρια Ν° 2»;

 

Στο πρόγραμμα της Ν.Δ. διαβάζουμε "ο ρόλος του κράτους είναι επιτελικός, ρυθμιστικός και κατευθυντήριος. Επιδιώκουμε ένα κράτος λιγότερο δαπανηρό και ευέλικτο, θα το πετύχουμε με την εφαρμογή ενός εκτεταμένου προγράμματος αποσυγκέντρωσης και αποκρατικοποίησης".

Και ο δήμαρχος Αθήνας, Νικήτας Κακλαμάνης, γνώστης των σχεδίων της κυβέρνησης, ως στέλεχος της Ν.Δ. και ως υπουργός της κυβέρνησης πριν γίνει δήμαρχος, με υπόμνημα που κατέθεσε στον πρωθυπουργό ως πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ ζητάει να δοθούν στους νέους δήμους που θα προκύψουν από τον «Καποδίστρια 2» οι εξής αρμοδιότητες:

 

– Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. 

– Πρωτοβάθμια υγεία και προληπτική ιατρική. 

– Κοινωνική πρόνοια. 

– Τοπικές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις. 

–  Πυροσβεστική.

 

Σήμερα οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται ενιαία από το κράτος, αύριο θα διασπαστούν σε 400 κομμάτια και θα έχουμε σε κάθε δήμο ξεχωριστό καθεστώς. Οι δήμοι, άλλοι από οικονομική αδυναμία και άλλοι από ζήλο για «αναβάθμιση» αυτών των υπηρεσιών, θα απευθύνονται στους ιδιώτες επιχειρηματίες, που είναι πρόθυμοι και πανέτοιμοι να αναλάβουν «να σώσουν την κατάσταση», φυσικά με το αζημίωτο, χαρατσώνοντας τους δημότες, προωθώντας τα δικά τους επιχειρηματικά συμφέροντα και παριστάνοντας ταυτόχρονα τους ευεργέτες.

Αυτή την τύχη θα έχουν όλες οι νέες αρμοδιότητες που θα μεταφερθούν από το κράτος στους νέους δήμους, όμως και οι παλιές αρμοδιότητες που έχουν τώρα οι δήμοι, όπως ύδρευση, αποχέτευση, καθαριότητα κ.λπ., καθώς οι δήμοι θα μεγαλώσουν, ανοίγουν την όρεξη στο ιδιωτικό κεφάλαιο να τις αναλάβει εργολαβικά. Θα οδηγηθούμε λοιπόν με τον «Καποδίστρια 2» να έχουμε τις χειρότερες υπηρεσίες και να τις πληρώνουμε πανάκριβα.

 

Αυτό είναι το ένα, το μέγιστο κακό που μας περιμένει, μα δεν είναι το μόνο.

 

 Με τον πρώτο «Καποδίστρια» καταργήθηκε το δικαίωμα των ανθρώπων που ζουν σε έναν τόπο, σε ένα χωριό, να έχουν αυτοί αποφασιστικό λόγο για το τι θα γίνει στον τόπο τους, καταργήθηκε δηλαδή η Τοπική Αυτοδιοίκηση, όσο και αν επιμένουν να ονομάζουν τους «καποδιστριακούς δήμους»«Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης».

Με τον δεύτερο «Καποδίστρια» που έρχεται, οι δημοτικές αρχές θα απομακρυνθούν ακόμα περισσότερο από το λαό. Το νέο δήμαρχο θα τον βλέπουμε μόνο από την τηλεόραση. Στις εκλογές που θα γίνουν στους νέους δήμους, με 15-20 πρώην κοινότητες ο καθένας, θα μπορούν να κάνουν συνδυασμούς μόνο τα κόμματα και μάλιστα μόνο τα μεγάλα κόμματα και οι δημοτικές αρχές που θα αναδειχθούν, ενώ θα είναι τελείως ξέμακρες από το λαϊκό έλεγχο, θα είναι απόλυτα εξαρτημένες από τα μεγάλα κόμματα, που και τα δύο, ακολουθώντας πιστά τις κατευθύνσεις της Ε.Ε., προωθούν μαζί τον «Καποδίστρια Ν° 2» και ανοίγουν το δρόμο για να μπει το κεφάλαιο να διαχειριστεί τις παλιές και τις νέες αρμοδιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Γράφουν οι εφημερίδες ότι η κυβέρνηση, μόλις ολοκληρώσει το σχέδιο «Καπόδίστριας 2», θα ανοίξει «μακράς διαρκείας συζήτηση» πάνω σ' αυτό. Οπως όμως όλοι γνωρίζουμε, οι συζητήσεις αυτές γίνονται στα «θεσμικά όργανα», και στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θα γίνει στη Βουλή, στην ΕΝΑΕ και τις νομαρχίες, στην ΚΕΔΚΕ και στους δήμους και ίσως και στα τοπικά συμβούλια. Η Βουλή κυριαρχείται από τα κόμματα που είναι υπέρ του «Καποδίστρια». Στην ΕΝΑΕ και στις νομαρχίες, στην ΚΕΔΚΕ και στους δήμους θα υπάρχουν αντιρρήσεις κατά κανόνα μόνο από αυτούς που καταργούνται, καθώς όμως τα όργανα αυτά ελέγχονται σχεδόν στην ολότητά τους από τα ίδια κόμματα δεν θα υπάρχουν ξεσπαθώματα. Για τα τοπικά συμβούλια που εκπροσωπούν τις κοινότητες που κατήργησε ο πρώτος «Καποδίστριας» δεν έχει και πολλή σημασία που θα αλλάξουν αφεντικό και αντί να υπάγονται στον Α θα υπαχθούν στο Β δήμο.

Αν, δηλαδή, δεν απαντήσουμε στο ερώτημα τι σόι παιδεία και τι σόι υγεία και γενικά τι σόι υπηρεσίες θα έχουμε όταν σε καθέναν από τους 400 δήμους θα έχουμε ξεχωριστό καθεστώς γι' αυτές τις υπηρεσίες και όταν αμέσως μετά, με γέφυρα τους νέους δήμους, οι αρμοδιότητες αυτές θα περάσουν στον έλεγχο των ιδιωτικών επιχειρήσεων; Αν μείνουμε μόνο στο τοπικό, γεωγραφικό ζήτημα, στο ποιος καταργείται και ποιος μένει και γιγαντώνεται, τότε οι αντιδράσεις θα είναι μικρές και υποτονικές και κάποιες τουφεκιές θα ριχτούν μόνο για την τιμή των όπλων. Πρέπει η αντίδραση στον «Καποδίστρια» και στις τραγικές για τον κοσμάκη επιπτώσεις του να γίνει υπόθεση όλου του λαού, που πρέπει να απαιτήσει δημοψήφισμα με το οποίο θα κριθεί συνολικά και ο «Καποδίστριας 1» και ο «Καποδίστριας 2».

Αυτό εξάλλου υποσχέθηκε η Ν.Δ. ως αντιπολίτευση, μα τώρα ως κυβέρνηση κάνει το ανάποδο.

Μόνο σ' αυτή τη βάση,

1) να αποκρουστεί ο «Καποδίστριας» σαν μεθόδευση να ξεφορτωθεί το κράτος την ευθύνη για την παιδεία, την υγεία, την πρόνοια, την πυρόσβεση κ.λπ., να τη φορτώσει στους δήμους που με τη σειρά τους θα την παραδώσουν στο κεφάλαιο για εκμετάλλευση, και

2) να αποκρουστεί συνολικά ο «Καποδίστριας Ν° 1» και «Καποδίστριας Ν° 2». Μπορούν να αναπτυχθούν δυναμικές λαϊκές κινητοποιήσεις ικανές να πετάξουν τον «Καποδίστρια» στα άχρηστα και αζήτητα.

 

* Ο Χριστόφορος Στεφανίδης είναι πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ορμύλιας και πρώην κοινοτάρχης Ορμύλιας. Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Η Χαλκιδική σήμερα» στις 27/10/2007.

 

ΠΗΓΗ: http://www.kkeml.gr/enviroment/590_kapodistrias.htm

Ποια ιδεολογία στη … ΝΔ;

Ποια ιδεολογία;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Ψάχνονται και ψάχνουν κάποιοι, λεγόμενοι, δεξιοί, για να βρουν την ιδεολογική τους ταυτότητα. Αλλά πού να τη βρουν; Αφού πουθενά δεν υπάρχει! Όπως βέβαια και ποτέ δεν υπήρξε….

Και τώρα, που η εκλογική τους συντριβή αποκάλυψε την ιδεολογική τους γύμνια, οι δημοσιογράφοι, που επεσήμαναν τη χαίνουσα πληγή τους, τους κεντρίζουν διαρκώς, προκειμένου να προσδιορίσουν το ιδεολογικό τους στίγμα.

Με αποτέλεσμα οι ανακρινόμενοι, αφού δεν μπορούν να προσδιορίσουν το ανύπαρκτο ιδεολογικό τους στίγμα, παλεύουν να ξεφύγουν απ' την ιδεολογική τους αφασία, λέγοντας άλλα αντ' άλλων…

Γιατί πρώτα-πρώτα δεν ξέρουν πώς να διαφοροποιηθούν απ' τη, λεγόμενη σοσιαλδημοκρατία, που ουσιαστικά είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Δηλαδή καπιταλισμός με την κουκούλα του – δήθεν – σοσιαλισμού. Χωρίς, επίσης, ιδεολογία και ηθική δεοντολογία .

Κι έπειτα γιατί καμιά σχέση δεν μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στο μαμωνά και τις ιδέες. Αφού ο μαμωνάς είναι το χειρότερο είδος της ύλης. («Ουδέν οίον άργυρος έβλαστεν κακόν», λέει ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» του). Και, συνεπώς, δεν μπορεί να έχει καμιά απολύτως σχέση με κανένα ιδεολογικό στίγμα.

Αναμασούν, ακόμη, το περί πατριωτισμού ταλαιπωρημένο τροπάριο. Ενώ είναι πασίγνωστο πως η μόνη πατρίδα και ο μόνος θεός των καπιταλιστών είναι το συμφέρον. Στο βωμό του οποίου θυσιάζουν τα πάντα. Όπως, εδώ στον τόπο μας, όπου κατάφεραν τα οδυνηρότερα πλήγματα σε βάρος της εθνικής μας ακεραιότητας (Κύπρος, κλπ)…

Και βέβαια μιλούν και για κοινωνικό φιλελευθερισμό. Μια φόρμουλα, που αποτελεί καθαρή αντίφαση. Γιατί κοινωνικότητα – όπως και σοσιαλισμός – είναι ό, τι έχει σχέση με τη δικαιοσύνη. Ενώ φιλελευθερισμός – θεωρητικός είτε πρακτικός –  είναι το καθεστώς, που επιτρέπει στους λύκους να κατασπαράζουν τ' αρνάκια ελεύθερα …

Αλλά η τακτική αυτή – της εξαπάτησης – είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της εξουσίας. Προκειμένου ο παραλογισμός και ο αμοραλισμός του καπιταλισμού να γίνει νόμιμο καθεστώς.

Έτσι ώστε, όταν το κοπάδι του λαού, πέφτει στην παγίδα τους και τους ανεβάζει στην εξουσία και, εκ των υστέρων, διαπιστώνει τις απανωτές απάτες τους και διαμαρτύρεται για τις αδικίες τους και ζητά να βρει το δίκιο του, να του πετάνε κατάμουτρα:

Τι θέλετε; Δεν μας δώσατε την εξουσία; Ε, λοιπόν, αυτό είναι για μας το νόμιμο! Και καθίστε ήσυχα! Γιατί οι νόμοι μας, που προβλέπουν της δική μας ασυλία και ανευθυνότητα, προβλέπουν για σας ξυλοδαρμούς και φυλακές. Προς γνώσιν και συμμόρφωσιν…

Αλλά ο λαός – όπως φαίνεται – ποτέ δεν λέει να μάθει και να συμμορφωθεί. Γιατί, δυστυχώς, σκέφτεται, όπως οι οπαδοί των ποδοσφαιρικών ομάδων: Που κάποτε ήταν ελληνικές, ενώ σήμερα μπορεί να παίζουν με ελάχιστους – μπορεί και με κανέναν – Έλληνες ποδοσφαιριστές.

Κι όμως οι οπαδοί υποστηρίζουν τις ομάδες «τους». Και για χάρη τους αλληλοδέρνονται και αλληλοσκοτώνονται. Για ποιους; Για κάποιες επιχειρήσεις. Που εξυπηρετούν τα συμφέροντα κάποιων παραγόντων, ποδοσφαιριστών, προπονητών και λοιπών συμπαρατρεχάμενων….

Το ανάλογο ισχύει και για κάποια κόμματα. Που είναι διεθνείς επιχειρήσεις. Στην υπηρεσία των ντόπιων και διεθνών αντιλαϊκών συμφερόντων. Και που ωστόσο ο όχλος, παρότι βλέπουν την τερατώδη αδικία και την άγρια εκμετάλλευση σε βάρος τους, σύρονται εντούτοις ξωπίσω τους…

Και κάθε φορά, που η αρπακτικότητα στο βιλαέτι του Άννα φτάνει στο κατακόρυφο, ο όχλος μετακομίζει στο βιλαέτι του Καϊάφα. Κι όταν η εξαπάτηση των εσωκομματικών λαμογιών οργιάζει,στρέφονται προς τις εσωκομματικές λάμιες, για να βρουν τη «δικαίωση» τους….

Για να διαιωνίζεται, κάπως έτσι, στο όνομα της ανύπαρκτης ιδεολογίας τους, η σισύφεια τραγωδία μας…

 

Παπα-Ηλίας, 24-11-2009

 

http://papailiasyfantis.bogspot,com

http://papailiasyfantis.wordpress.com
E-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

Ήταν η αντίσταση εθνική;

Ήταν η αντίσταση εθνική; 

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Αφού, με τη μεταπολίτευση, φάνηκε να παρέρχεται η μετεμφυλιακή ψυχρότητα, η Πολιτεία αναγνώρισε την αντίσταση κατά των κατακτητών Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων ως εθνική και ως εθνική εορτάζεται κατ' έτος με επίσημη δοξολογία παρουσία των αρχών και των εκπροσώπων της αντίστασης, στην ουσία της Π.Ε.Α.Ε.Α., η οποία δεν αποκρύπτει το ιδεολογικό της στίγμα.

Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τους λόγους που οδήγησαν στην επιχείρηση λήθης του θέματος της αντιστάσεως. Οι περισσότεροι από εκείνους που πρωταγωνίστησαν κατ' αυτήν βρίσκονταν εκτός συνόρων μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Οι νικητές του πολέμου είχαν λόγους να σιωπήσουν. Όχι βέβαια επειδή ήσαν  απόντες κατά τον αγώνα επιβίωσης του λαού υπό το στυγνό καθεστώς δουλείας που επέβαλαν οι κατακτητές, αλλά επειδή, κυρίως, στον αγώνα που επιδόθηκαν για τη διατήρηση της εξουσίας, μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών, με αντιπάλους τους κομμουνιστές ζήτησαν τη βοήθεια όλων εκείνων, που κατά τη διάρκεια της φρικτής τραγωδίας του έθνους επέλεξαν να συμπορευθούν με τους κατακτητές! Έτσι προσέφεραν σχεδόν σε όλους αυτούς τους δοσιλόγους την παραγραφή του εγκλήματος της εσχάτης προδοσίας!

            Μόλις η γερμανική μπότα, συνεπικουρούμενη από το κοκορόφτερο, επέβαλε την εξουσία της στη χώρα μας, η θαυμαστή εκείνη ομοψυχία που κυριάρχησε στο μέτωπο εξαφανίστηκε με μιας. Υπό εξέταση είναι από τη σύγχρονη ιστοριογραφία, αν η συνθηκολόγηση που υπέγραψε ο Τσολάκογλου, συνεπικουρούμενος από τους διοικητές των άλλων δύο σωμάτων του ελληνικού στρατού, ήταν απόρροια των φιλογερμανικών αισθημάτων και μόνο ή απέρρεε από την αντικειμενική εκτίμηση του ματαίου να συνεχιστεί ο αγών. Βέβαια η Πολιτεία καταδίκασε τον συνθηκολογήσαντα μετά την απελευθέρωση. Πόσο όμως αντικειμενικά έκριναν τότε οι καταδικάσαντες, όταν η εξουσία της χώρας είχε περιέλθει ουσιαστικά στους Άγγλους, οι οποίοι δεν είχαν λόγους να συγχωρήσουν εκείνον που δεν έριξε και τον τελευταίο Έλληνα βορά στη σιδηρόφρακτη στρατιά των δυνάμεων του Άξονα; Αυτοί ήθελαν, προκειμένου να ετοιμάσουν την αντίσταση στην Αίγυπτο, να παραταθεί ο πόλεμος μέχρι εσχάτων, πράγμα που πέτυχαν στην αιματοποτισμένη Κρήτη.

Βέβαια τόσο ο Τσολάκογλου, όσο και οι λοιποί αξιωματικοί, θα είχαν περισώσει μέρος των δαφνών που απεκόμισαν κατά τον πόλεμο, αν απέφευγαν να συμμετάσχουν στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση. Τι τους παρέσυρε στο ολίσθημα αυτό; Η γερμανοφιλία τους, όπως και πολλών άλλων αξιωματικών, που καλλιεργήθηκε κατά τους χρόνους του διχασμού, με αποτέλεσμα την τραγωδία του μικρασιατικού ελληνισμού, και ανανεώθηκε κατά τους χρόνους της δικτατορίας του Μεταξά; Πιθανόν ναι. Θεωρήσαντες ότι εξεπλήρωσαν το χρέος τους προς την πατρίδα, εθεώρησαν στη συνέχεια χρέος να υπηρετήσουν και την ιδεολογία τους. Γιατί πρέπει να δεχθούμε ότι οι συμπάθειες περασμένων εποχών, που απέρρεαν από τις σπουδές, τις οικονομικές ή άλλες σχέσεις, είχαν από πολλών δεκαετιών υποκατασταθεί από ιδεολογικές συμπάθειες, καθώς η ευρωπαϊκή ήπειρος συγκλονιζόταν από πλείστα όσα ιδεολογικά ρεύματα. Έτσι ο λόγος του Μακρυγιάννη "άλλος το ήθελεν Αγγλικόν, άλλος Ρούσικον, άλλος Γαλλικόν", θα μπορούσε να υποκατασταθεί από τον ακόλουθο: "Άλλος (οι στρατιωτικοί κυρίως) το ήθελεν φασιστικόν, άλλος (οι πολιτικοί κυρίως) το ήθελαν αστικόν και άλλοι κομμουνστικόν"!

Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι αν όλοι οι εμφορούμενοι από φασιστική ιδεολογία, υπήρξαν και προδότες της πατρίδας μας. Οι αντίπαλοί τους σπεύσουν να τους καταδικάσουν συλλήβδην παραβλέποντας ότι σ' αυτούς οφείλεται η νικηφόρος έκβαση του στρατού μας κατά τον πόλεμο. Συνεπώς η κρίση δεν πρέπει να εστιαστεί στην ιδεολογία τους, αλλά στις συγκεκριμένες πράξεις η παραλείψεις τους κατά τη διάρκεια της κατοχής. Είναι άλλο πράγμα να ιδιωτεύσουν (και να κατηγορούν μετέπειτα τους κομμουνιστές για την πρωτοβουλία που ανέλαβαν), άλλο πράγμα να συνεργαστούν με τις αρχές κατοχής και να προσπαθήσουν να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν και άλλο, τέλος, να στηρίξουν με ενθουσιασμό το φρικτό όραμα του Χίτλερ για μια νέα τάξη πραγμάτων. Για ποιά πατρίδα πολέμησαν αυτοί οι τελευταίοι, όταν, αποδεχόμενοι τον εθνικοσοσιαλιστικό διεθνισμό, στήριξαν τους κατακτητές και αντιπαρατάχθηκαν προς τους υποσηρίζοντες τον κομμουνιστικό διεθνισμό;

Για ποιά πατρίδα πολέμησαν και οι κομμουνιστές, οι υποστηρίζοντες κατά καιρούς ότι το προλεταριάτο δεν έχει πατρίδα; Βέβαια ο αγώνας των κομμουνιστών σε μεγάλο βαθμό φαινόταν δίκαιος, γιατί στα μάτια του απονήρευτου λαού, που έσπευσε να συμπολεμήσει μαζί τους, φάνταζε αγώνας κατά των κατακτητών, ο άλλος όμως των συνεργατών των κατακτητών αποτελεί αιώνιο όνειδος, διότι στο όνομα της ιδεολογίας προσέφεραν υπηρεσίες στον κατακτητή και εκμεταλλεύτηκαν ή σκότωσαν συμπατριώτες τους καυχώμενοι ότι αγωνίζονταν για την πατρίδα. Εδώ όμως μπορεί να τεθεί το καίριο ερώτημα: Αν η χώρα μας δεχόταν επίθεση από τη Σοβιετική Ένωση, δεν θα υπήρχαν Έλληνες κομμουνιστές που θα προσέφεραν στον εισβολέα τις υπηρεσίες τους; Η τυφλή υποταγή πολλών ηγητόρων του κόμματος μας οδηγεί να απαντήσουμε καταφατικά, όχι όμως και να δεχθούμε ότι όλοι οι κομμουνιστές, κατά την ταραγμένη εκείνη περίοδο υπήρξαν τυφλωμένοι από την διεθνιστική ιδεολογία τους. Και με τη στάση του κόμματος για το ζήτημα της Μακεδονίας πολλοί διαφώνησαν και κατά την κατοχή ο κατ' εξοχήν πολέμαρχος, ο Άρης Βελουχιώτης, έδειξε ότι πολέμησε για μια πατρίδα ελεύθερη από ξένες κηδεμονίες.

Αφήσαμε τελευταίους τους αστούς πολιτικούς, οι οποίοι έσερναν ξοπίσω τους τη μεγάλη πλειονοψηφία του ελληνικού λαού. Όχι πως ο λαός μας ήταν ευχαριστημένος από αυτούς, αλλά απλώς αυτοί γνώριζαν πολύ καλά το παιχνίδι της μικροπολιτικής σε βάρος του λαού και υπέρ των ξένων "προστατών". Γι' αυτό και οι πανούργοι Άγγλοι έσπευσαν να χρίσουν δικό τους αρχηγό της εθνικής αντίστασης τον Ναπολέοντα Ζέρβα, απότακτο αξιωματικό και αντιβασιλικών φρονημάτων. Αρκετοί αστοί πολιτικοί συνόδευσαν τον βασιλιά Γεώργιο στην Αίγυπτο, ενώ άλλοι μετακινήθηκαν εκεί αργότερα. Γνώριζαν ότι, με τη λήξη του πολέμου, τον οποίο ανέμεναν νικηφόρο, όπως και οι κομμουνιστές, για το αντίπαλο προς τον Άξονα στρατόπεδο, η νομή της εξουσίας θα γινόταν στο Κάιρο, όπως και έγινε. Οι αστικές αλεπούδες γνωρίζουν άριστα ότι οι πόλεμοι κερδίζονται στις αίθουσες των διπλωματικών διαβουλίων και όχι στα βουνά.

Οι κομμουνιστές αγωνίστηκαν, με την υποστήριξη της μεγάλης πλειονοψηφίας του ανύποπτου για τα άθλια παιχνίδια του παρασκηνίου λαού και έχασαν. Ο Στάλιν δεν είχε τη δύναμη να απαιτήσει και την Ελλάδα, την παραχώρηση της οποίας στη Δύση αναγκάστηκε να αποδεχθεί κατά τη συμφωνία της Μόσχας (Οκτώβριος του 1944). Οι Άγγλοι, σε συνεργασία προς εμπαθείς αντικομμουνιστές, πολλοί από τους οποίους είχαν υπηρετήσει τους κατακτητές, και αστούς που έτρεμαν στη σκέψη να μετατραπεί η χώρα μας σε λαϊκή δημοκρατία, οργάνωσαν την εμφύλια σύγκρουση που ακολούθησε! Οι κομμουνιστές θεωρήσαντες εαυτούς προδομένους (από ποιούς άραγε; την κομματική τους ηγεσία; τον Στάλιν; Όχι βέβαια από τους Άγγλους που έπαιξαν το σύνηθες παιχνίδι τους μέσω των φασιστών και αστών) σαν το λαβωμένο θηρίο επιχείρησαν στην Αθήνα τη μάχη των εντυπώσεων, όταν πλέον όλα έδειχναν ότι γι' αυτούς ήταν πολύ αργά! Ακολούθησε ο εμφύλιος με την καλοστημένο σχέδιο των νέων κατακτητών, των Άγγλων, σχέδιο έντασης του διχασμού με τη συνεχή πρόκληση των οργάνων τους όχι μόνο προς τους κομμουνιστές, αλλά και προς όλους γενικά εκείνους που συναγωνίστηκαν μ' αυτούς εναντίον των κατακτητών!

Η ξενοκρατία ζει και βασιλεύει στη χώρα μας και εκείνοι που καπηλεύτηκαν επί δεκαετίες την έννοια της πατρίδας, εμφορούμενοι από την ιδεολογία του κοσμοπολίτικου αστικού διεθνισμού, έχουν μετατραπεί, μετά την κατάρρευση του αντιπάλου δέους του κομμουνισμού, σε εθνομηδενιστές και αποδομούν συστηματικά κάθε εθνική παράδοση, λοιδωρούν την πατρίδα, βδελύσσονται κάθε τι το εθνικό και επιχειρούν την τερατώδη επανεγγραφή της ιστορίας σύμφωνα με τις υποδείξεις της Νέας τάξης, όχι του Χίτλερ αυτή τη φορά! Πότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι αρκετά "παιχνίδια" παίξαμε σε βάρος της πατρίδας και του έθνους μας;

Πάντως όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν με ηρωικό φρόνημα κατά των κατακτητών, βασιλικοί, αντιβασιλικοί ή κομμουνιστές, δηλαδή ο άδολος λαός, που δεν κατανοούσε τις ιδεολογίες και τα άθλια παιχνίδια σε βάρος του, όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν όχι για να προετοιμάσουν το έδαφος προς την εξουσία σε κάποιους, αλλά να δουν την πατρίδα ελεύθερη δικαιώνουν τον αγώνα ως εθνικό. Και πιστεύουμε ότι αυτοί ήσαν οι περισσότεροι.

                                                "ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 22-11-2009          

Καποδίστριας: Προσαρμογή στα σχέδια της Ε. Ε.

Καποδίστριας: Προσαρμογή στα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ενωσης

 

Του Στέλιου Αγκούτογλου*

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που ελληνικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να μεταρρυθμίσουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση (Τ.Α.) στον τόπο μας. Αυτή τη φορά όμως φαίνεται πιο έντονα και η σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία πασχίζει να φτιάξει τον Ευρωπαϊκό Χάρτη της Αυτοδιοίκησης.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ενιαίες καπιταλιστικά χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι πολλαπλά και όχι μικρά. Όταν αυτά συνδυάζονται με τη μόνιμη κρίση που αντιμετωπίζουν σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, της οικονομίας και του πολιτικού γίγνεσθαι τόσο στον ευρωπαϊκό χώρο όσο και διεθνώς, τότε μπορούμε να καταλάβουμε πόσα ζητήματα ανοίγουν.

Επιθυμούν, λοιπόν, οι εκάστοτε κυβερνήσεις, οι άρχουσες τάξεις αυτών των χωρών και γενικότερα το καπιταλιστικό σύστημα να αντιμετωπίσει την πολυκύμαντη κρίση που το διαπερνά με θέσφατες λύσεις. Για παράδειγμα, ν' αποκεντρώσει την εξουσία συγκεντρώνοντάς τες και να απαλλαγεί ευθυνών και υποχρεώσεων μετατοπίζοντας αυτές στους «γυμνούς άρχοντες» της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Για όλα αυτά επιστρατεύεται και πάλι ο δόλιος ο Ι. Καποδίστριας, ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας μας, που ανήκε στο διπλωματικό σώμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και καταγόταν από το Capo d' Istria (το σημερινό λιμάνι Coper της Σλοβενίας), εξ ού και Καποδίστριας, τότε, τώρα όμως τι να σημαίνει άραγε και πάλι ο… νέος Καποδίστριας;

Σημαίνει ότι η Τ.Α. στον ευρωπαϊκό χώρο, ως πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια αλλά και τριτοβάθμια, πρέπει να μικραίνει μεγαλώνοντας ή να μεγαλώσει μικραίνοντας, δηλαδή από 89.250 οντότητες στον ευρωπαϊκό χώρο να γίνουν λιγότερες.
Στη χώρα μας, οι δήμοι και οι κοινότητες με τον Καποδίστρια Νο 1 από 6.000 έγιναν 1.033, σήμερα, δέκα χρόνια μετά, θέλουν να τις μειώσουν σε 400 με 500 οντότητες. Το ίδιο βέβαια θα συμβεί και με τις νομαρχίες, όπως και με τις περιφέρειες, που θα γίνουν αιρετές και οι οποίες θα λειτουργούν ως τοπικές «κυβερνήσεις»!

Υπάρχει επίσης και η πρόταση δημιουργίας μητροπολιτικών δήμων για τα πολεοδομικά συγκροτήματα των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, που ενδεχομένως να συμπεριλάβουν και ευρύτερες περιοχές από τα σημερινά τους όρια.
Πολλά σχεδιάζονται, πολλά προτείνονται, σε πολλά στοχεύουν. Η συζήτηση ωστόσο επίσημα δεν ξεκίνησε και η κυβέρνηση δεν άνοιξε τα χαρτιά της, μεθοδεύοντας όσο μπορεί καλύτερα την όλη ιστορία. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η κεντρική εξουσία επιδιώκει να μείνει όσο γίνεται στο απυρόβλητο και να μετακυλίσει τα αναμενόμενα ξεσπάσματα του λαού σε «αυτοδιοικούμενες» τοπικές κοινωνίες.

Στην πρόσφατη σύσκεψη της ΚΕΔΚΕ, που έγινε στην Κυλλήνη Ηλείας κι όχι στη Θεσσαλονίκη, όπως είχε προγραμματιστεί αρχικά, και πριν από τις καταστροφικές φωτιές στην Πελοπόννησο, δήλωσε με έμφαση ο πρόεδρός της Νικ. Κακλαμάνης, δήμαρχος Αθηναίων, τα παρακάτω προς τους συνέδρους: «Διεκδικούμε και θέλουμε να πάρουμε κρατικές αρμοδιότητες που δεν τις έχουμε και χρήματα προκειμένου να μπορέσουμε να στηρίξουμε αυτές τις αρμοδιότητες. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Δεν μπαίνει σε κουβέντα με καμία κυβέρνηση και με κανέναν υπουργό».

Με όλα αυτά επιδιώκουν, λοιπόν, να καταστήσουν τους ΟΤΑ φοροεισπράκτορες της «μεγάλης πύλης», της ΕΕ, και να εισπράττουν οι ΔΗΜΟΙ τα παράπονα του πολίτη, εφαρμόζοντας με συνέπεια τη ρήση που λέει «τα παράπονα στο δήμαρχο». Υπάρχουν φυσικά πολλά εισπραχθέντα τρισεκατομμύρια ευρώ από την κεντρική εξουσία για λογαριασμό των δήμων και των κοινοτήτων και αυτά δεν έχουν αποδοθεί ΠΟΤΕ! Ετσι, πολλοί ΔΗΜΟΙ βρίσκονται καταχρεωμένοι κι αδύναμοι να αντεπεξέλθουν ακόμα και σ' αυτά που όφειλαν ν' ανταποδώσουν στους πολίτες.

Το… πολύ κράτος από την άλλη, που έλεγε ο Κ. Μητσοτάκης ότι πρέπει να πάψει και στον τόπο μας, καλά εισακούεται στα κυβερνητικά ώτα, καθώς επίσης κι από περιφερειακές, νομαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές ορέξεις αδηφάγων «γυμνών βασιλιάδων» που θέλουν ιδιωτικοποιημένους ΟΤΑ.

Οι ιδιωτικοποιήσεις, εξάλλου, σ' όλους τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας καλά κρατούν κι έχουν φτάσει στο σημείο να λειτουργούν πιο αυστηρά απ' ό,τι οι αρπαχτικές εταιρείες του ιδιωτικού τομέα. Ετσι λέμε το νερό νεράκι – και τι νεράκι, το φως, ποιο φως, ποια ΔΕΗ-ληστής, τον ΟΤΕ εάν ακούς ή ποιος να σ' ακούσει, όμως την υγεία, τα νοσοκομεία, αυτές τις εμπορικές επιχειρήσεις, που στήνονται παντού, την παιδεία που είναι περισσότερο παρα-παιδεία κι όχι τίποτα άλλο, το περιβάλλον, ποιο Κιότο και ποιο Μπαλί, που περιβάλλεται από οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτά που η φύση ορίζει, η κοινωνική αλληλεγγύη ποιας κοινωνίας και ποιων ανθρώπων, που καταλήγει να γίνεται το μεγάλο ζητούμενο, κι ο κατάλογος τελειωμό να μην έχει.

Μπροστά σ' όλα αυτά, αρχίζει σιγά σιγά να αφυπνίζεται μια υπολανθάνουσα κοινωνική συνείδηση που σε πολλά μέρη του πλανήτη αλλά και στη χώρα μας αρχίζει να δίνει κάποια ελπιδοφόρα μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις, τονίζοντας ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι κι ούτε πρόκειται να μείνουν έτσι όπως τα βρήκαμε. Μέσα από την ιδιωτική μανία θα προκύψει ακόμα πιο ανάγλυφα η αναγκαιότητα της κοινωνίας να κοινωνικοποιηθεί πραγματικά και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Σ' εκείνη τη θέση «περί ου ο άνθρωπος ετάχθη», κι ας απαιτηθεί όσος καιρός χρειάζεται για να γενούν τα σκοτάδια φως και άλλος ήλιος να βγει.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, συνεπώς, όπως επίσης τόσες και τόσες συλλογικότητες, αποτελούν και πάλι τα εναύσματα για ένα νέο ξεκίνημα, για μια νέα πορεία στον ουρανό, με μεγαλύτερη γνώση, με καλύτερη προετοιμασία και περισσότερη σοφία, γι' αυτό το περίεργο, ξεχωριστό, διαφορετικό ον του πλανήτη Γη που λέγεται Άνθρωπος και κοινωνία αυτού.

Έτσι και οι κοινότητες των ανθρώπων θα γίνουν κοινοί-βίοι αυτών, δίχως πολέμους, δίχως κοινωνικές ανισότητες, δίχως εκμετάλλευση και καταπίεση. Σ' αυτή την προοπτική μπορούν να αναγεννηθούν και να συμμετέχουν οι νέες κοινότητες των Ελλήνων, κι έχουν παρόν και μέλλον.

 

* Ο Στέλιος Αγκούτογλου είναι πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ευκαρπίας.

 

ΠΗΓΗ: http://www.kkeml.gr/enviroment/590_kapodistrias.htm

Ο σοσιαλισμός μετά το 1989

Ο σοσιαλισμός μετά το 1989

                  Του Μάρτιν Τζέικς

 

Κολ - Γκορμπατσόφ - Γκένσερ - Σεβαρντνάντζε συνάντηση για την ενοποίηση της Γερμανία

 Κολ-Γκορμπατσόφ-Σεβαρνάτζε για την ενοποίηση της Γερμανίας

Το περιοδικό «Marxism Today» ήταν η επίσημη μηνιαία επιθεώρ η ση του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οποιος ξεφύλλιζε ωστόσο τις σελίδες του διαπίστωνε με έκπληξη ότι το περιοδικό αυτό, με την τολμηρή και πρωτότυπη θεματολογία του, με τις «αιρετικές» θεωρητικές του αναζητήσεις και με την εικονοκλαστική πολιτική γραμμή του, ξεχώριζε και διέφερε από τα περισσότερα αντίστοιχα έντυπα που εξέδιδαν τα διάφορα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα.

Διόλου τυχαία άλλωστε, η διανοητική και πολιτική επιρροή του υπερέβαινε κατά πολύ τον κύκλο των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε αυτή την επιτυχία του «Marxism Today» καθοριστική ήταν η συμβολή του Μάρτιν Τζέικς (Martin Jacques), ο οποίος υπήρξε ο διευθυντής του περιοδικού από το 1977 μέχρι τον τερματισμό της έκδοσής του, το 1991. Το κείμενο του Μάρτιν Τζέικς, που παρουσιάζουμε εδώ, γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1990, στον απόηχο των μεγάλων «σεισμικών» δονήσεων και των ιστορικών αλλαγών που έφερε το 1989.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι τα γεγονότα του 1989 αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στιγμή στην ιστορία του σοσιαλισμού. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Κατέρρευσαν σχεδόν ταυτόχρονα όλα τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης που διακήρυσσαν ότι είναι σοσιαλιστικά και που εμπνέονταν επίσημα από τη μαρξιστική παράδοση. Και στην περίπτωση που θα υπήρχε ακόμα κάποια αμφιβολία, αρκεί να θυμηθούμε τα γεγονότα που αντιπροσωπεύουν το άνοιγμα μιας εξαιρετικής χρονιάς. Αναφέρομαι φυσικά στα γεγονότα της πλατείας Τιανανμέν, που έγιναν σε μια χώρα όπου, διαφορετικά από την Ανατολική Ευρώπη, το κομμουνιστικό καθεστώς διέθετε ιστορικά μεγάλο εθνικό κύρος. Ακόμα και στην Κίνα υπάρχουν επιγραφές πάνω στους τοίχους που σηματοδοτούν το τέλος του παλαιού καθεστώτος.

Και έπειτα, φυσικά, υπάρχει η Σοβιετική Ενωση. Με μιαν ορισμένη έννοια, όλα άρχισαν σε αυτή τη χώρα με την εκλογή του Γκορμπατσόφ ως γενικού γραμματέα του ΚΚΣΕ το 1985. Στην αρχή φαινόταν ότι αυτός θα μπορούσε να μεταρρυθμίσει με επιτυχία τη χώρα του, αλλά τώρα τα πράγματα φαίνεται να άλλαξαν. Ο Γκορμπατσόφ θα περάσει πιθανόν στην Ιστορία ως μία από εκείνες τις μορφές που προκάλεσαν τη ρήξη ενός παλαιού συστήματος μάλλον, παρά συνέβαλαν στη δημιουργία ενός νέου. Ο παλαιός κόσμος πεθαίνει ακόμα και στη Σοβιετική Ενωση, την έδρα και τον γενέθλιο τόπο του κομμουνιστικού συστήματος. Αυτό που παρατηρούμε είναι αναμφίβολα το τέλος μιας εποχής, το τέλος της εποχής του 1917, της ρωσικής επανάστασης, η οποία συνέβαλε τόσο πολύ στη διαμόρφωση της πολιτικής και της κουλτούρας μας στον εικοστό αιώνα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη σοσιαλιστική παράδοση; Πρώτα απ' όλα διαφαίνεται το τέλος της γεωγραφικής διαίρεσης της Αριστεράς.

Στο μεγαλύτερο μέρος τους η Αριστερά της Δύσης και η Αριστερά της Ανατολής έχουν πολύ λίγα κοινά στοιχεία. Η κατά το μεγαλύτερο μέρος της σοσιαλδημοκρατική Αριστερά της Δυτικής Ευρώπης έχει μιαν όψη βαθιά διαφορετική από τα κομμουνιστικά κόμματα που κυριαρχούσαν στην Ανατολή. Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μιαν εντελώς διαφορετική γλώσσα. Τώρα παρακολουθούμε όμως την επανενοποίηση της Αριστεράς στη Δύση και στην Ανατολή. Για πρώτη φορά αρχίζει να εμφανίζεται μια νέα γλώσσα, το λεξιλόγιο της οποίας περιλαμβάνει λέξεις όπως δημοκρατία, κοινωνία πολιτών, δικαιώματα του πολίτη, αγορά, κοινωνική δικαιοσύνη και οικολογία.

Δεν θα 'πρεπε να υποτιμήσουμε τη σημασία όλων αυτών. Για πάνω από 70 χρόνια, και ιδιαίτερα από το 1945, η δυτική Αριστερά έζησε στη σκιά της υποθήκης της Ανατολής, όπου ο σοσιαλισμός και η δημοκρατία ήταν ξένες μεταξύ τους έννοιες. Αυτό το διαζύγιο φτάνει τώρα στο τέλος του.

 

Κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες

 

Η διαίρεση της Αριστεράς ωστόσο δεν ήταν μόνο γεωγραφικό ζήτημα, αλλά ήταν και πολιτικό. Η Οκτωβριανή Επανάσταση γέννησε τα κομμουνιστικά κόμματα σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και εκείνες της Δυτικής Ευρώπης. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και έπειτα το 1917 συνέβαλαν στη διαίρεση της Δεύτερης Διεθνούς και των σοσιαλιστικών της κομμάτων. Από εκείνη την περίοδο κι έπειτα, σε πολλές χώρες υπήρχε τόσο ένα σοσιαλιστικό κόμμα όσο και ένα κομμουνιστικό κόμμα. Και για πολύ καιρό -σίγουρα για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου του Μεσοπολέμου- υπήρξε μια οξεία ιδεολογική ρήξη ανάμεσα στις δύο παραδόσεις. Αυτό που άρχισε να επικρατεί στην ευρωπαϊκή σκηνή στη δεκαετία του 1970 (και ακόμα νωρίτερα στην περίπτωση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) με τη γέννηση του ευρωκομμουνισμού, δυνητικά είχε ήδη καταργήσει τις θεμελιώδεις ιστορικές διαφορές μεταξύ κομμουνισμού και σοσιαλδημοκρατίας: ο σκοπός της επανάστασης αντικαταστάθηκε από εκείνον της μεταρρύθμισης, η δυτική δημοκρατία προτιμήθηκε από το σοβιετικό σύστημα, στη δημοκρατία αποδόθηκε υπερήφανα η προτεραιότητα σε σχέση με την ταξική λογική.

Το 1989 σηματοδοτεί το τέλος της πολιτικής διαίρεσης της Αριστεράς που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Είναι το τέλος της εποχής των κομμουνιστικών κομμάτων. Δεν υπάρχει τώρα κανένας θεμελιώδης ιστορικός λόγος για την ύπαρξή τους. Ισως σε ορισμένες χώρες αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για ειδικούς εθνικούς ή συγκυριακούς λόγους, αλλά θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να μεταμορφωθούν σε κάτι αρκετά διαφορετικό. Γενικά επομένως θα συμβούν δύο πράγματα: ή αυτά θα σοσιαλδημοκρατικοποιηθούν (η περίπτωση του ιταλικού Κ.Κ. είναι η πιο φανερή: στην πραγματικότητα, από πολλές απόψεις, αυτό είναι ήδη ένα σοδιαλδημοκρατικό κόμμα) ή προορίζονται να χαθούν (όπως, για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γερμανία).

Ισως όμως το πιο σημαντικό γεγονός είναι ότι το 1989 αντιπροσωπεύει το τέλος μιας ορισμένης αντίληψης του σοσιαλισμού και του τρόπου με τον οποίο αυτός μπορεί να επιτευχθεί.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση βασιζόταν στην πεποίθηση ότι τα στάδια της ανάπτυξης μπορούσαν να υπερπηδηθούν, ότι η Ιστορία μπορούσε να επιταχυνθεί μέσα από σύντομους δρόμους, ότι αν η εργατική τάξη -δηλαδή ο παράγοντας της αλλαγής- ήταν πολύ αδύναμη, αυτή θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το κράτος και η υστέρηση θα μπορούσε να εξαλειφθεί με αναγκαστική εκβιομηχάνιση. Το κόστος που προέκυψε ήταν τρομερό.

Η επανάσταση βασιζόταν και στην ιδέα του βολονταρισμού. Ενα επαναστατικό κόμμα, που κατέχει τους νόμους της Ιστορίας, ήταν εξουσιοδοτημένο να κάνει στην πράξη ό,τι ήθελε. Ηταν η αλαζονεία της παντογνωσίας. Ολα ήταν δυνατά, κανένα οχυρό δεν θα μπορούσε να μείνει απόρθητο.

Η επανάσταση βασιζόταν και στην έννοια της ουτοπίας, στην ιδέα ότι θα μπορούσε να καταστραφεί η παλιά κοινωνία, για να οικοδομηθεί στη θέση της κάτι εντελώς διαφορετικό. Ηταν η κοινωνική μηχανική σε μαζική κλίμακα. Υπήρχε και η πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να οικοδομηθεί σε μία μόνο χώρα, αν και μόνο με τον Στάλιν αυτό έγινε ρητή δέσμευση. Και τονίζοντας την έννοια του σοσιαλισμού σε μια χώρα και συνεπώς σε ένα συνασπισμό χωρών, δημιουργήθηκε η ιδέα ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε να είναι ένα είδος απελευθερωμένης περιοχής, που υπάρχει σε μια περισσότερο ή λιγότερο λαμπρή απομόνωση, έξω από τον εχθρικό καπιταλιστικό κόσμο, σε ανταγωνισμό προς αυτόν ώς το σημείο να τον κάνει να υποχωρεί σιγά σιγά. Ηταν ο κόσμος των αντιθέτων, των ασυμφιλίωτων αξιών, της αυτάρκειας που αντιπαρατίθεται στην αλληλεξάρτηση. Η υπερπήδηση των σταδίων, ο βολονταρισμός, η ιδέα της ολικής ουτοπίας έχασαν την αξιοπιστία τους εξαιτίας της αποτυχίας του 1917. Αυτές οι ιδέες αναμφίβολα συνδέθηκαν κυρίως με την κομμουνιστική παράδοση, αλλά αυτές διατηρούν μιαν ορισμένη αξία ακόμα και σε άλλα ρεύματα της σοσιαλιστικής παράδοσης, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας.

Ισως όμως, πέρα από αυτά, η πιο σημαντική ιδεολογική συνέπεια που πρέπει να αντληθεί στρέφεται γύρω από την ιδέα του σοσιαλισμού ως διαχωρισμένου συστήματος, που βρίσκεται σε αντίθεση προς τον καπιταλισμό. Η κατάρρευση της μπολσεβίκικης παράδοσης σηματοδοτεί το τέλος της σοσιαλιστικής ουτοπίας ως εναλλακτικής λύσης. Η έμφαση τώρα θα δίνεται στην αλληλεξάρτηση μάλλον παρά στην αυτάρκεια, σε έναν κόσμο με όρια, στον οποίο η κοινωνική πρόοδος σε μια χώρα θα εξαρτάται πάντα από το επίπεδο της προόδου σε άλλες χώρες. Ο βολονταρισμός παλαιού τύπου θα αντικατασταθεί από την αλληλεξάρτηση και την αμοιβαία επίδραση. Ωστόσο η ιδέα του σοσιαλισμού ως ριζικής αντίθεσης στον καπιταλισμό και ως ουσιωδώς εθνικού μορφώματος εκτείνεται πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Το θυμίζω αυτό για να δείξω πόσο η ιδεολογική κατάρρευση του 1989 και όλα όσα ακολουθούν προχωρούν πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι η σοσιαλδημοκρατία και ο κομμουνισμός είναι όμοια. Αντιπροσωπεύουν πολύ διαφορετικές παραδόσεις, αλλά περιέχουν και κοινές ιδέες και επιρροές.

 

Το μέλλον του μαρξισμού

 

Ισως σε αυτό το σημείο μπορεί να είναι χρήσιμο να πούμε κάτι για την απόκλιση ανάμεσα στο 1989 και στη μαρξιστική παράδοση. Θα ήταν λάθος να υπαινισσόμαστε, όπως έκαναν ορισμένοι, ότι το γκουλάγκ ενυπήρχε ήδη στον Μαρξ.

Φυσικά είναι δυνατό να διακρίνουμε στα γραφτά του Μαρξ ένα συνδυασμό βολονταρισμού και ντετερμινισμού, που καταλήγει τελικά σε ελιτισμό και αυταρχισμό. Αυτά τα γραφτά ωστόσο σκιαγραφούν έναν ορισμένο αριθμό πιθανών πολιτικών διαδρομών. Τα κυριότερα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, χωρίς εξαιρέσεις, θεωρούσαν πάντοτε τον Μαρξ το θεμέλιο της έμπνευσής τους. Στην εποχή της ιστορικής ρήξης μέσα στη Δεύτερη Διεθνή, όλοι οι κύριοι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης δήλωναν ότι είναι μαρξιστές. Οι μενσεβίκοι στη Ρωσία ήταν εξίσου μαρξιστές όσο και οι μπολσεβίκοι. Ο Λένιν, ο Κάουτσκι, ο Πλεχάνοφ και ο Μπερνστάιν, όλοι τους θεωρούσαν τους εαυτούς τους μαρξιστές. Αλλά μετά τη ρωσική επανάσταση, η λενινιστική παράδοση οικειοποιήθηκε τη μαρξιστική παράδοση.

 

Τα κομμουνιστικά κόμματα έγιναν οι θεματοφύλακες του μαρξισμού ως πολιτικής θεωρίας.

 

Ακόμα και μετά το 1956 (όταν μαρξισμός και κομμουνιστικά κόμματα έπαψαν να είναι συνώνυμα), εκείνοι που αυτοπροσδιορίζονταν μαρξιστές κατέληξαν να προσχωρούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην παράδοση του 1917. Μιλώ φυσικά για τη Δύση. Στις κομμουνιστικές χώρες ο μαρξισμός – ή ο μαρξισμός-λενινισμός, όπως καθιερώθηκε – έγινε απλώς η επίσημη ιδεολογία του κράτους και επομένως έχασε τη διανοητική του ενέργεια και τη δύναμή του. Επρόκειτο μόνο για προπαγάνδα διατυπωμένη με μια ψευδοθεωρητική γλώσσα.

Το 1989 έκοψε τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τον μαρξισμό με το 1917. Ξαφνικά η μαρξιστική παράδοση απελευθερώθηκε από την παρατεταμένη σύνδεσή της με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Αυτό, ωστόσο, συνεπαγόταν και μιαν άλλη επίπτωση. Αν και ο μαρξισμός στη Δύση εκφράζεται για πολλά χρόνια με πολλαπλά ρεύματα σκέψης (με το 1956 ως αφετηρία), αυτός φέρνει ακόμα τα σημάδια του παρελθόντος του, ως κάτι που έγινε μυθολογικό και τοποθετήθηκε πάνω σε ένα βάθρο. Ενώ η αυθεντική σκέψη του Μαρξ αναπτύχθηκε παράλληλα και σε αλληλεπίδραση με τη σκέψη άλλων στοχαστών, η λενινιστική παράδοση και ιδιαίτερα η σταλινική συνέβαλαν στην πραγματικότητα στην απομόνωση του μαρξισμού από άλλα συστήματα σκέψης.

Κατά συνέπεια, παρά την εποχή του πλουραλισμού, μια ορισμένη θρησκευτικότητα παρέμεινε συνδεδεμένη με τη μαρξιστική παράδοση. Αυτή η συνθήκη εμφανίζεται τώρα σίγουρα αποδυναμωμένη και ένα από τα αποτελέσματα θα μπορούσε να είναι μια απομάκρυνση από τη μαρξιστική ιδέα, ακριβώς ως αντίδραση στις ιδέες του Μαρξ, του Γκράμσι ή άλλων. Υπάρχει όμως και μια ακόμα περιπλοκή. Αν η Οκτωβριανή Επανάσταση έχασε τη σχέση αποκλειστικότητας που είχε με τη μαρξιστική παράδοση, τότε και οι ιδέες αυτής της παράδοσης δεν «ανήκουν» πλέον στην κομμουνιστική παράδοση. Δεν ανήκουν πλέον με την έννοια εκείνη που τους απέδιδαν προηγούμενα. Από δω προκύπτει το ότι ο Μαρξ μπορεί να επανενταχθεί στο κύριο ρεύμα της σοσιαλιστικής παράδοσης ως μία από τις τόσες επιδράσεις και πηγές ιδεών.

 

Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία

 

Αν εξετάσουμε την ιστορία του σοσιαλισμού στον εικοστό αιώνα, δεν υπάρχουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας θριάμβευσε επί εκείνης του κομμουνισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σοσιαλδημοκρατία, ως κυρίαρχη τώρα παράδοση του σοσιαλισμού, δεν έχει προβλήματα. Αντίθετα, και αυτή περνάει μιαν ορισμένη κρίση, αν και όχι όμοια με το ιστορικό δράμα και το τέλος του κομμουνισμού. Η λαμπρή περίοδος της σοσιαλδημοκρατίας υπήρξε αναμφίβολα η περίοδος ανάμεσα στο 1945 και στη δεκαετία 1970. Η κοινωνική της συνιστώσα, που εστιαζόταν στη βιομηχανική εργατική τάξη, ήταν πολύ σαφής, ακέραιη και, για μεγάλο μέρος εκείνης της περιόδου, ακόμα αναπτυσσόμενη. Παρουσίαζε μια πολιτική προοπτική που αναδείχτηκε ηγεμονική, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στις περισσότερες δημοκρατίες των άλλων αναπτυγμένων χωρών. Η κεϊνσιανή κοινωνία της κοινωνικής ευημερίας αποτελούσε σίγουρα το πιο ριζοσπαστικό και επιτυχημένο μοντέλο που γέννησε ποτέ η σοσιαλδημοκρατία. Η χρήση του κράτους ως εργαλείου για την εξασφάλιση της επίτευξης των στόχων της – πλήρης απασχόληση, κράτος της ευημερίας, αναδιανομή, σχεδιοποίηση κ.ο.κ. – λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό.

Αυτή η κατάσταση άρχισε φανερά να εξαντλείται στα τέλη της δεκαετίας 1970, όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε άλλες αναπτυγμένες δημοκρατίες. Εκείνη την εποχή, η παλιά κοινωνική βάση της σοσιαλδημοκρατίας φαινόταν καθαρά ότι παρακμάζει. Η βιομηχανική εργατική τάξη μειωνόταν αριθμητικά και έχανε τη συνοχή της. Ταυτόχρονα, το παλιό μοντέλο του 1945 άρχισε να αποδιαρθρώνεται, απειλούμενο από ένα συνδυασμό δημοσιονομικής κρίσης, διεθνοποίησης της οικονομίας, μεταβαλλόμενων προσδοκιών και επιθέσεων της νεοσυντηρητικής Δεξιάς.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κατέκτησαν σημαντικές κυβερνητικές θέσεις σε πολλές χώρες στη δεκαετία 1980, αλλά, με εξαίρεση τη Σουηδία, όπου το μοντέλο της συνεργατικής ευημερίας επιβίωσε, αυτά δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Στην οικονομική τους πολιτική, αυτά έδρασαν συχνά πάνω στις ίδιες βάσεις της νεοσυντηρητικής Δεξιάς, ακολουθώντας μια λιγότερο ή περισσότερο θατσερική στρατηγική. Ενώ στην περίοδο από το 1945 ώς τα μέσα της δεκαετίας 1970 η σοσιαλδημοκρατία ήταν ηγεμονική, προσδιορίζοντας το ευρύτερο πλαίσιο και τις προτεραιότητες της πολιτικής, ακόμα και όταν δεν βρισκόταν στην κυβέρνηση, στη δεκαετία του 1980 συνέβαινε το αντίθετο. Η νεοσυντηρητική Δεξιά ήταν εκείνη που καθόριζε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την πολιτική ατζέντα (…).

Τέλος εποχής

Τι μπορούμε να πούμε σχετικά με την κατάσταση του σοσιαλισμού; Πρώτα απ' όλα η ιδέα ότι αυτός αντιπροσωπεύει μια σφαιρική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό έχει ήδη ξεπεραστεί, τουλάχιστον για το προβλέψιμο μέλλον.

Το τμήμα του κόσμου που είχε παραμείνει έξω από το σύστημα της αγοράς προχωράει τώρα, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα, ανάλογα με την περίπτωση, για να ενσωματωθεί στη διεθνή οικονομία (δηλαδή στη δυτική οικονομία).

Δεύτερον, η σοσιαλδημοκρατική παράδοση δεν έχει πλέον ένα σαφές πολιτικό σχέδιο, ούτε εκφράζει πλέον τις προσδοκίες της κοινωνίας με τον τρόπο που το έκανε στους καιρούς των παχιών αγελάδων, από το 1945 ώς τη δεκαετία 1970. Γενικότερα επιβεβαιώθηκε μια προφανής υποχώρηση ορισμένων από τους θεσμούς και από τις πολιτικές που συνδέονταν με τον σοσιαλισμό.

Η πιο φανερή έκφραση αυτού του πράγματος είναι η υποχώρηση του κράτους απέναντι στην αγορά.

Αναδύονται επομένως με τρόπο επίμονο πολλά ερωτήματα. Πού βαδίζει ο σοσιαλισμός στα τέλη του εικοστού αιώνα και, ίσως πιο θεμελιακά, τι σημαίνει σοσιαλισμός; Υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι η σοσιαλιστική παράδοση βρίσκεται κοντά στο να ανανεώσει το οικονομικό της πρόγραμμα. Αντίθετα μάλιστα ακριβώς σε αυτό το πεδίο αυτή στερείται σήμερα αξιοπιστίας και πρωτοτυπίας. Ο κομμουνιστικός κόσμος απομακρύνεται πολύ γρήγορα από τις παλιές του αρχές, που απέτυχαν δραματικά, ενώ οι δυτικές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δεκαετία του 1980 υιοθέτησαν μια νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία. Στις ρίζες της παρακμής του παλιού κεϊνσιανού μοντέλου, κατά την άποψή μου, βρίσκεται η διεθνοποίηση των εθνικών οικονομιών. Οι παλιές ρυθμιστικές δομές σαρώθηκαν από τη διαδικασία της διεθνοποίησης.

Στην πραγματικότητα, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που υπονόμευσε το σοσιαλδημοκρατικό οικονομικό πρόγραμμα δεν ήταν ο θατσερισμός ή ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά η υλική μεταβολή της οικονομίας.

Αν είναι αλήθεια ότι ζούμε κάποια μορφή αλλαγής εποχής, με τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, από τον οργανωμένο καπιταλισμό στον απορρυθμισμένο, από μια κοινωνία των συλλογικών ενώσεων σε μιαν ευέλικτη κοινωνία, τότε προκειμένου η σοσιαλιστική παράδοση να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή τη μετάβαση με επιτυχία, θα πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές (…).

 

 

Το … γενεαλογικό δέντρο των πρωθυπουργών

Το …  γενεαλογικό δέντρο των πρωθυπουργών

 Περίπου 40% από όσους έγιναν πρόεδροι κυβερνήσεων συνδέονταν συγγενικά με κάποιον πρώην στο ίδιο αξίωμα

 

Του Τάκη Κατσιμάρδου

 

O Γιώργος Παπανδρέου είναι ο έβδομος γιος πρωθυπουργού στη νεοελληνική ιστορία που αναδεικνύεται ο ίδιος πρωθυπουργός. Μάλλον πρόκειται για παγκόσμιο ρεκόρ στην ιστορία των σύγχρονων κρατών, με κάθε είδος αντιπροσωπευτικό σύστημα. Pεκόρ πρέπει να συνιστά και το γεγονός ότι είναι ο δεύτερος στην ίδια κατηγορία, που είχε επιπλέον και παππού πρωθυπουργό.

Aν μάλιστα συνυπολογιστεί και η προκαποδιστριακή εποχή ως ο τρίτος που παραλαμβάνει την πρωθυπουργική σκυτάλη με παρόμοιο τρόπο. Δηλαδή από παππού σε εγγονό…  Οπωσδήποτε , όμως , είναι χωρίς προηγούμενο η πολιορκία και η εκπόρθηση από στενούς συγγενείς πρώην ηγετών της χώρας του πρωθυπουργικού γραφείου τα τελευταία τριάντα χρόνια. Aπό το 1980 μέχρι σήμερα, οι πέντε από τους έξι εκλεγμένους πρωθυπουργούς ήταν συγγενείς πρώην προέδρων ελληνικών κυβερνήσεων…

Tο φαινόμενο προσφέρεται για πολλαπλές αναλύσεις. Aν συνδυαστεί και με το γεγονός ότι στα ελληνικά κοινοβουλευτικά χρονικά κι άλλοι, ακόμη περισσότεροι, συγγενείς, εξ αίματος ή αγχιστείας, πρωθυπουργών έχουν, επίσης, γίνει πρωθυπουργοί, αποκτά ευρύτερες διαστάσεις.

 

Συνωστισμός

 

Aν, ακόμη, ιδωθεί το ίδιο φαινόμενο με φόντο το νεοελληνικό πολιτικό ορίζοντα διαφορετικών εποχών, όπου συνήθως παρατηρείται συνωστισμός απογόνων υπουργών και βουλευτών σε υπουργικά γραφεία και τα έδρανα της Bουλής, αρχίζει η αμφιβολία για την ποιότητα του αντιπροσωπευτικού συστήματος.

O καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου K. Xρυσόγονος σε μια πρόσφατη προσέγγιση του φαινομένου (« H Iδιωτική δημοκρατία», από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία»), συμπεραίνει σχετικά: «Πολιτικές ‘δυναστείες' υπήρχαν στην Eλλάδα από το 19ο αιώνα και εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα σε όλα τα επίπεδα. Έτσι από τους 93 πρωθυπουργούς που θήτευσαν από το 1828 έως το 2007 (συνυπολογίζοντας και τις κυβερνήσεις δοσιλόγων κατά τη διάρκεια της Kατοχής), τουλάχιστον 21, δηλ. ποσοστό 22,5%, συνδέονταν μεταξύ τους με στενή συγγενική σχέση, σε ευθεία (πατέρας και γιος και σε μια περίπτωση και εγγονός) ή σε πλάγια γραμμή (θείος και ανιψιός ή εξάδελφοι)».

Tο σχετικά μεγάλο ποσοστό, το οποίο τεκμηριώνει με την αναφορά ηγετικών τζακιών, δεν είναι πλήρες. Aπό μια πιο εξαντλητική έρευνα της οικογενειακής κατάστασης όλων των νεοελλήνων πρωθυπουργών, κάποιου είδους συγγενικές σχέσεις με προηγούμενους αρχηγούς κυβερνήσεων, προκύπτει ότι έχει πολύ μεγαλύτερος αριθμός (37 πρωθυπουργοί και ποσοστό που πλησιάζει το 40%)!

H «κληρονομική» διαδοχή σε αιρετά αξιώματα δεν είναι ασφαλώς αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Aλλά η συχνότητά της στα καθ΄ ημάς αποτελεί μια διεθνή πρωτοτυπία.

 

Ερμηνείες

 

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν έγκυρες αναλυτικές μελέτες με ερμηνείες του φαινομένου. Mε λίγες εξαιρέσεις οι σχετικές αναφορές εξαντλούνται σε μάλλον συγκυριακές – επιφανειακές αναλύσεις του τύπου «οικογενειοκρατία», «πολιτικά τζάκια», «δυναστείες» και τα συναφή. Συνήθως γίνεται επίκληση της ισχύος, του πραγματικού ή μεταφορικού πλούτου, τις πελατειακές σχέσεις κι άλλα παρόμοια μέσα, που διαθέτουν τα οικογενειακά πολιτικά δίκτυα.

Aσφαλώς, τα περισσότερα απ΄ αυτά ή και όλα μαζί είναι υπαρκτά. Πλην, όμως, πρόκειται για πιο πολυδρομικές επικοινωνίες μεταξύ θεσμών και προσώπων, με τον πολιτικό πολισμό μας, το πολιτικό και κομματικό σύστημα, όπως εμφανίστηκε, εξελίχτηκε και λειτουργεί. Eρωτήματα του τύπου γιατί η κληρονομική διαδοχή και οι δυναστείες εξακολουθούν όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά να ενισχύονται κατά καιρούς και να εγκρίνονται με τη λαϊκή ψήφο απαιτούν σύνθετες απαντήσεις.

 

Oι «διαδοχές» σ' ευθεία είτε πλάγια γραμμή

 

Φυσικά, εκτός από τους γιους υπάρχουν και οι άλλοι περισσότερο ή λιγότερο στενοί συγγενείς πρωθυπουργών που γίνονται πρωθυπουργοί. Aνάμεσά τους βρίσκονται: 

Aδέλφια, όπως ο Zηνόβιος Bάλβης δυο φορές το 1863 – 1864 και ο αδελφός του Δημήτριος το 1886.

Ξαδέλφια, όπως ο Θεόδωρος Δηληγιάννης πέντε φορές το 1885, 1890, 1895, 1902, 1904 και Nικόλαος το 1895.

Γαμπροί, όπως ο Mπενιζέλος Pούφος του Γ. Kουντουριώτη

H πιο συνηθισμένη, όμως, διαδοχή είναι μεταξύ θείου και ανιψιού:

Kυριακούλης και Στυλιανός Mαυρομιχάλης το 1909 και 1963 αντιστοίχως.

Παναγής και Kωνσταντίνος Tσαλδάρης. O θείος έγινε δυο φορές πρωθυπουργός (1932 και 1933), ο ανιψιός τρεις (1946 και 1947).

Δημήτριος Γούναρης και Παναγιώτης Kανελλόπουλος. O πρώτος το 1915 και 1917, ο δεύτερος το 1945 και 1967.

Eλευθέριος Bενιζέλος και Kωνσταντίνος Mητσοτάκης (ο επίτιμος είχε συγγένεια με τον εθνάρχη).

Kωνσταντίνος Kαραμανλής και Kώστας Kαραμανλής. 

 

Συγγενικές σχέσεις είχαν μεταξύ τους κι άλλοι πρωθυπουργοί. Aνάμεσά τους:

 

O Aλέξανδρος Mαυροκορδάτος με τον Σπυρίδωνα Tρικούπη

O Aλ. Kορυζής, με τον Aλ. Kουμουνδούρο.

Oι Πέτρος Bούλγαρης και Aντώνης Kριεζής με τον Δημήτριο Bούλγαρη.

O Aνδρέας Mεταξάς με τον Iωάννη Mεταξά.

O Σπυρίδων Λάμπρου με τον Παναγή Tσαλδάρη.

 

Συγγένειες πρώτου βαθμού

A) Aπό παππού σε γιο και εγγονό 

 

O Δημήτριος Pάλλης (1844-1921) πέντε φορές πρωθυπουργός (1897, 1903, 1905, 1909 και 1920-21). O γιος του Iωάννης (1878-1946) μια φορά (κατοχικός 1943-44). Γιος και εγγονός ήταν ο Γεώργιος (1918-2006) μια φορά πρωθυπουργός ( 1980-81). Aξίζει να σημειωθεί ότι Γ. Pάλλης ήταν και εγγονός πρωθυπουργού από τη μητέρα του (κόρη του Γ. Θεοτόκη).

O Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968) τέσσερις φορές πρωθυπουργός (1944, 1944-1945, 1963 και 1964-65 ). O Aνδρέας Παπανδρέου (1919-1996) τρεις (1981-85, 1985- 89 και 1993-96). O εγγονός και γιος Γιώργος μόλις άρχισε την πρώτη θητεία.

O Διομήδης Kυριακός (1811-69) κατέκτησε το αξίωμα μια φορά (1863). Tο ίδιο και ογδόντα χρόνια αργότερα (1949) ο εγγονός του Aλέξανδρος Διομήδης – Kυριακός (1875-1951) 

Στην ίδια κατηγορία θα μπορούσε να προστεθεί άλλη μια περίπτωση. Πρόκειται για τον Γεώργιο Kουντουριώτη (1782-1858) , που κάθισε στην καρέκλα μια φορά (1848) και ο εγγονός του Παύλος (1855-1935) έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924-1929).

B) Aπό πατέρα σε γιο

 

O Σπυρίδων Tρικούπης (1788-1873) υπήρξε ο πρόεδρος (πρωθυπουργός) του πρώτου νεοελληνικού υπουργικού συμβουλίου (1833). O γιος του Xαρίλαος (1832-1896) διατέλεσε εφτά φορές πρωθυπουργός ((1875, 1878, 1880, 1882-85, 1886-90, 1892-3 και 1893-1895).

O Θρασύβουλος Zαΐμης (1825-1889) δυο φορές πρωθυπουργός (1869-70 και 1871). O γιος του Aλέξανδρος οχτώ φορές πρωθυπουργός (1897, 1901, 1915, 1916, 1917, 1926, 1927 και 1928) και Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1929-1935). Aς προστεθεί ότι ο Aνδρέας πατέρας του πρώτου και παππούς του δεύτερου είχε διατελέσει πριν την έλευση του Kαποδίστρια και μετά τη δολοφονία του πρόεδρος της «Διοικητικής Eπιτροπής Eλλάδος» (αξίωμα ανάλογο του πρωθυπουργού).

O Eλευθέριος Bενιζέλος (1864-1936) εννιά φορές πρωθυπουργός (1910-15, 1915, 1917-20, 1924, 1928-29, 1929-32, 1932, 1932-33, 1933) . O γιος του Σοφοκλής ορκίστηκε πέντε φορές (1944 και κατά διαστήματα το 1950-51).

O Γεώργιος Θεοτόκης (1844-1916) τέσσερις φορές (1899-1901, 1903 και 1903-05) . O γιος του Iωάννης (1880-1961) μια (1950).

ΠΗΓΗ: ΗΜΕΡΗΣΙΑ,  "Η" 10/10/2009,  http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12476&subid=2&pubid=18151190

 

Δυσλεξία: Αντιμετωπίστε την!

Δυσλεξία: Αντιμετωπίστε την!

 

Της Ιωάννας Σουφλέρη*

 

Πολλοί γονείς θα βρεθούν και αυτή τη χρονιά αντιμέτωποι με τη διαπίστωση «το παιδί σας είναι δυσλεξικό». Πρέπει να γνωρίζουν ότι η δυσλεξία δεν είναι ασθένεια αλλά μια δυσκολία που μπορεί να ξεπεραστεί. Διαβάστε πώς «Υπάρχει λαίλαπα δυσλεξίας ή είναι ιδέα μου;»ρωτούσε προσφάτως μητέρα σε σχολική συνάντηση. Βλέπετε, κάθε χρόνο με την έναρξη της σχολικής χρονιάς ένας σημαντικός αριθμός γονέων καλείται να διαχειριστεί μια πληροφορία που ακούγεται εξαιρετικά δυσοίωνη: «Το παιδί σας είναι δυσλεξικό»! Πλήθος τα ερωτήματα που γεννώνται έπειτα από αυτό:

Τι σημαίνει «είναι δυσλεξικό»; Πρόκειται για ασθένεια ή όχι; Τι πρέπει να κάνω; Υπάρχει ελπίδα; Η ειδικευμένη στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ των ΗΠΑ, διευθύντρια της Μονάδας Δυσλεξίας και Διαταραχών του Λόγου στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, κυρία Μαρία Σαββάκη έχει απαντήσει πολλές φορές σε τέτοια ερωτήματα. Της ζητήσαμε να το κάνει και πάλι και να δώσει κατευθυντήριες γραμμές στους γονείς-αναγνώστες του «ΒΗΜΑScience».

 

Και αν δυσκολεύεται να μάθει να διαβάζει, η μικρούλα της φωτογραφίας δεν είναι μόνη. Μαζί της έχει έναν πλούτο βοηθημάτων και επιστημονικής εμπειρίας που θα τη συνδράμουν στην κατάκτηση του γραπτού λόγου.  «Οι γονείς που θα λάβουν μια τέτοια πληροφορία στο νηπιαγωγείο ή στις πρώτες τάξεις του δημοτικού μπορούν να θεωρούν τους εαυτούς τους τυχερούς»λέει η κυρία Σαββάκη, προσθέτοντας ότι«είναι συνηθισμένο η δυσλεξία να μην εντοπίζεται έγκαιρα,πράγμα που σημαίνει πολύ περισσότερο κοπιώδη παρέμβαση από εμάς και πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από τα παιδιά».Η ελληνίδα γιατρός, εκπαιδευτικός και ψυχογλωσσολόγος δεν χρησιμοποιεί τυχαία τη λέξη «εντοπίζεται», την οποία προτιμά από τη λέξη «διαγιγνώσκεται». «Δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνη η ιατρικοποίηση της δυσλεξίας. Πρόκειται για μια μαθησιακή δυσκολία που απαιτεί παρέμβαση και όχι για ασθένεια που απαιτεί θεραπεία» λέει χαρακτηριστικά.


Πώς εντοπίζεται

 


Ανεξαρτήτως χαρακτηρισμού της δυσλεξίας, πάντως, φαίνεται ότι υπάρχει μια ασάφεια σχετικά με το πώς θα εντοπίσουμε τα παιδιά που χρήζουν παρέμβασης. Με δεδομένο δε ότι, όπως έδειξε το ρεπορτάζ που κάναμε, μπορεί ένα παιδί να περιμένει και δύο χρόνια για να εξετασθεί από τους αρμόδιους φορείς (ΚΔΑΥ, ιατροπαιδαγωγικούς σταθμούς), το βάρος της πρώιμης αναγνώρισης αυτής της μαθησιακής δυσκολίας εμπίπτει στους γονείς και στους νηπιαγωγούς και δασκάλους. Τι θα πρέπει λοιπόν να υποψιάσει τους γονείς; «Αναμένουμε από ένα παιδί ηλικίας νηπιαγωγείου να έχει κατακτήσει τις βασικές γλωσσικές δομές: την άρθρωση,τη σύνταξη, τη γραμματικότητα, τη σημαντική και την προσωδία» λέει η κυρία Σαββάκη.

Με άλλα λόγια, ένα πεντάχρονο παιδί οφείλει να αρθρώνει σωστά τις λέξεις, να τις βάζει στη σωστή σειρά, με τις σωστές πτώσεις, εγκλίσεις, γένη, να γνωρίζει τη σημασία των λέξεων και να τις εκφέρει με την αρμόζουσα μουσικότητα. Αν κάτι από τα παραπάνω δεν συμβαίνει, οι γονείς θα πρέπει να κινητοποιηθούν και να ζητήσουν τη βοήθεια ειδικών. Το ίδιο πρέπει να γίνει αν ως το τέλος της τρίτης δημοτικού το παιδί δεν είναι σε θέση να διαβάσει απρόσκοπτα.
Στην αντιμετώπιση της δυσλεξίας όμως εμπλέκονται πολλές ειδικότητες και δεν είναι ξεκάθαρο πού ακριβώς πρέπει να προστρέξουν οι γονείς. Προφανώς η αξιολόγηση των ειδικών ξεφεύγει από τους σκοπούς του παρόντος άρθρου. Ρωτήσαμε ωστόσο την κυρία Σαββάκη τι θα πρέπει να αναμένει ο γονέας από τον ειδικό στον οποίο προστρέχει. «Ο ειδικός θα πρέπει να είναι σε θέση να του δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης και της παρέμβασης που θα χρησιμοποιηθεί. Θα πρέπει, δηλαδή, ο γονέας να πληροφορηθεί από τον ειδικό τι ακριβώς συμβαίνει, γιατί ακριβώς συμβαίνει, πώς ακριβώς θα διορθωθεί αυτό που συμβαίνει και πότε» λέει η ελληνίδα γιατρός, συμπληρώνοντας ότι«με τη σωστή παρέμβασητα αποτελέσματα είναι θεαματικά».

Ο ρόλος της τηλεόρασης


Σύμφωνα με όλα τα ερευνητικά ευρήματα, η δυσλεξία έχει νευροβιολογική και γενετική βάση. Υπάρχουν όμως παράμετροι τις οποίες θα πρέπει να προσέξουν οι γονείς ώστε να θωρακίσουν κατά το δυνατόν τα παιδιά τους; «Φυσικά και υπάρχουν και μάλιστα δεν πρόκειται για μαγικές συνταγές, αλλά για στάσεις ζωής που θα υπαγόρευε η κοινή λογική» λέει η κυρία Σαββάκη και εξηγεί: «Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτελεί η τηλεθέαση. Έχει βρεθεί ότι η τηλεθέαση μπορεί να καθηλώσει γλωσσικά τα παιδιά και ο λόγος είναι πολύ συγκεκριμένος: για να εξαγάγει ο εγκέφαλος ένα έλλογο μήνυμα από μια εικόνα απαιτούνται 15 δευτερόλεπτα, ενώ στην τελεόραση οι εικόνες αλλάζουν ανά τρία δευτερόλεπτα. Με δεδομένο ότι η τηλεόραση αποτελεί μια πολιτιστική παράμετρο την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, η κοινή λογική υπαγορεύει να γνωρίζουμε ποιοπαιδί παρακολουθείπόση και τι είδους τηλεόραση. Διότι ένα ντοκυμαντέρ για την τίγρη με αργές σκηνές δεν είναι το ίδιο με ένα πολεμικού θέματος φασαριόζικο κινούμενο σχέδιο. Ξέρετε πόσα τετράχρονα, πεντάχρονα και επτάχρονα παιδιά που αναμφίβολα διασκέδασαν παρακολουθώντας κάτι στην τηλεόραση δεν είναι μετά σε θέση να περιγράψουν με λόγια αυτό που είδαν;».

Στην παρατήρησή μας ότι για την τηλεόραση που βρίθει εικόνων φαίνεται να μην ισχύει το ρητό «μια εικόνα, χίλιες λέξεις» η ελληνίδα γιατρός υπήρξε κάθετη: «Φυσικά και ισχύει. Μια εικόνα, τηλεοπτική ή όχι, μπορεί να ισούται με χίλιες και περισσότερες λέξεις, αρκεί να έχει μάθει κανείς να τις λέει!».

 

Η διγλωσσία


Υπάρχουν άραγε άλλες παράμετροι της καθημερινότητας ενός παιδιού που μπορούν να εμποδίσουν την ανάπτυξη του λόγου; Και πως εμπλέκεται η ελειμματική προσοχή στην δυσλεξία; «Η ελειμματική προσοχή αποτελεί μια άλλη νέα λαίλαπα, αλλά πρόκειται για τεράστιο θέμα που καλό θα ήταν να εξεταστεί ξεχωριστά. Εστιάζοντας στη δυσλεξία, έχει αποδειχθεί ότι η διγλωσσία αναστέλλει την άρτια εκμάθηση της γλώσσας. Και ξέρουμε ότι σήμερα δεν είναι λίγα τα παιδιά που μεγαλώνουν με ξενόγλωσσες νταντάδες»λέει η κυρία Σαββάκη. Και η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι πρέπει τα παιδιά να διδάσκονται νωρίς τις ξένες γλώσσες;

«Ένα βασικό αξίωμα της ψυχογλωσσολογίας είναι πως δεν αποκτά κανείς μια ξένη γλώσσα αν δεν διαθέτει μια πρώτη, τη μητρική του» λέει η ελληνίδα ειδικός και εξηγεί πως η κατάλληλη ηλικία για εκμάθηση ξένης γλώσσας είναι μετά τη συμπλήρωση του εβδόμου έτους της ηλικίας των παιδιών.

Απαντώντας δε στο ερώτημά μας αν μετά τα επτά δεν δυσκολεύει η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας η κυρία Σαββάκη λέει:

 

«Αν έχει κατακτήσει κανείς τη μητρική του γλώσσα, είναι πολύ πιο εύκολο να μάθει άρτια μια δεύτερη στα επτά παρά να έχει αρχίσει δύο γλώσσες στην ηλικία του ενός, δύο ή τριών ετών και να μην έχει μάθει καμία ολοκληρωμένα. Εξάλλου ως την ηλικία των τριών η γλώσσα δεν συνιστά απαραιτήτως επικοινωνία. Θα έχετε προσέξει στις παραλίες το καλοκαίρι πόσο αρμονικά παίζουν τα δίχρονα και τρίχρονα ελληνόπουλα με παιδιά τουριστών αντίστοιχης ηλικίας. Ενα παιδί τεσσάρων χρόνων όμως που προσπαθεί να παίξει με ένα ξενόγλωσσο παιδί θα πάει στη μαμά του και θα δηλώσει "δεν καταλαβαίνω τι λέει!"».


Σεβασμό στο «πάλι!»

 


Αν και τα παραπάνω ακούγονται εφαρμόσιμα, η κυρία Σαββάκη δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι σημερινοί γονείς: «Η πολύχρονη εμπειρία μου μού έχει δείξει ότι στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες αυτά που ζητούμε από τους γονείς είναι πολύ δύσκολα ακριβώς επειδή απαιτούν αλλαγές στον τρόπο της ζωής τους. Μια μητέρα που γυρίζει στις 8 το βράδυ από τη δουλειά δεν είναι εύκολο να αλλάξει αυτό το δεδομένο» λέει χαρακτηριστικά. Τι μπορεί όμως να κάνει ο γονέας του δυσλεξικού παιδιού που θέλει να ενισχύσει την προσπάθεια του παιδιού του;

«Να δείξει ψυχραιμία και να αξιοποιήσει την κοινή λογική. Π.χ., είναι θέμα κοινής λογικής να αντιληφθούμε ότι τα 40 λεπτά με τον ειδικό δεν αρκούν και πως τα μεγάλα οφέλη από τις επισκέψεις στον ειδικό είναι η επανάληψη στο σπίτι. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα δίχρονα και τρίχρονα τρελαίνουν τις μαμάδες τους με το "πάλι" και "πάλι". Η επανάληψη κάνει θαύματα στην εγκατάσταση της γλώσσας. Να θυμίσουμε επίσης ότι η μάθηση και η διασκέδαση πάνε μαζί, το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Μαθαίνουμε καλύτερα όταν χαιρόμαστε και χαιρόμαστε πολύ περισσότερο όταν η μητέρα και ο πατέρας παίζουν μαζί μας».


* soufleri@dolnet.gr

 

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009, http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=33&artId=276951&dt=18/10/2009