Η ΥΠΕΡΦΙΑΛΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

Η ΥΠΕΡΦΙΑΛΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ:

Δυστυχώς, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν είναι κυρίως οικονομικά, ενώ ένοχος για τα δεινά της δεν είναι μόνο η ανεπάρκεια ή/και η ανικανότητα των πολιτικών της – αφού η χώρα μας υπέφερε ανέκαθεν από ξενομανείς, αδύναμους «Δούρειους Ίππους» στο εσωτερικό της

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


"Τον τελευταίο αιώνα το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών χωρών του πλανήτη βυθίστηκε τέσσερις συνολικά φορές σε σοβαρότατες οικονομικές υφέσεις μεγάλης διάρκειας, οι οποίες διακρίνονταν από μία αυξανόμενη, δύσκολα διαχειρίσιμη ανεργία: οι Η.Π.Α. τη δεκαετία του 1930, η δυτική ανεπτυγμένη Ευρώπη το ίδιο χρονικό διάστημα, η δυτική Ευρώπη ξανά τη δεκαετία του 1980 και, τέλος, η Ιαπωνία μετά το 1990. Δύο από τις οικονομικές καταρρεύσεις, αυτή της Ευρώπης το 1980 και της Ιαπωνίας το 1990, σκέπασαν εκ των προτέρων, με τη μακρόχρονη και οδυνηρή σκιά τους, τη μελλοντική ανάπτυξη της οικονομίας – εμποδίζοντας την ομαλή διαδικασία εξυγίανσης.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις διαπιστώνεται πως όταν η Ευρώπη ή η Ιαπωνία επιστρέφουν σε πορεία ανάπτυξης, ανάλογη της επικρατούσας πριν από την εκάστοτε ύφεση, το επιτυγχάνουν μετά από αρκετές δεκαετίες – εάν φυσικά τα καταφέρουν. Η βασική αιτία αυτής της «συμπεριφοράς» είναι οι «παρεμβάσεις» στην ελεύθερη αγορά, με τις οποίες εμποδίζεται η «δημιουργική καταστροφή» – η ολοκληρωτική κατάρρευση δηλαδή του παλαιού, έτσι ώστε να λειτουργήσει το νέο σε καινούργιες βάσεις.      

Όσον αφορά την Ιαπωνία το 1990, δεν κατάφερε ακόμη να επιστρέψει στην ομαλότητα, αφού δεν ξέφυγε από τη βαθιά ύφεση. Στην περίπτωση δε της Ευρώπης, στο τέλος της δεκαετίας του 1930, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα επακολουθούσε, εάν η οικονομική κρίση δεν είχε τοποθετηθεί στο περιθώριο, από την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία και τη μετατροπή της ηπείρου σε ένα αιματηρό πεδίο μάχης".             

Ανάλυση

Η Ευρώπη ευρίσκεται αντιμέτωπη, αφενός με το μονοπωλιακό καπιταλισμό των Η.Π.Α., ο οποίος έχει στη διάθεση του πανίσχυρα «επιθετικά όπλα» (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, εταιρείες αξιολόγησης, ΜΜΕ, Wall Street, hedge funds κλπ.), αφετέρου με τον απολυταρχικό καπιταλισμό, ο οποίος επικρατεί σε πολλές από τις παραγωγικά ισχυρές, «ασύμμετρα» αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη (Κίνα κλπ.).

«Ελλοχεύει» δε ένας επί πλέον κίνδυνος στο εσωτερικό της, προερχόμενος από τις επεκτατικές βλέψεις της Γερμανίας, η οποία συμπεριφέρεται ηγεμονικά – ενώ κερδίζει «βασιλικά» από την Ελληνική κρίση, τόσο από την υποτίμηση του ευρώ, όσο και από τόκους (δανείζεται με το χαμηλότερο επιτόκιο της ιστορίας της, αποκομίζοντας παράλληλα τεράστιους τόκους από τα δάνεια της προς την Ελλάδα, ενώ απολαμβάνει «τη μερίδα του λέοντος» από τους επενδυτές).

Το νεωτεριστικό ευρωπαϊκό «κοινωνικό οικοδόμημα» τώρα, η Ευρωζώνη δηλαδή, ένα σύνολο από πλούσιες, δημοκρατικές, πολιτισμένες και ανεξάρτητες μεταξύ τους χώρες, απειλείται από πάρα πολλές πλευρές – αποτελώντας μεταφορικά το «χρυσόμαλλο δέρας». Η σημερινή κρίση χρέους δε απέδειξε ακόμη μία φορά ότι, μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, εάν δεν εξελιχθεί σε μία οικονομική και πολιτική ένωση.

Ειδικότερα, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, οι οικονομίες των κρατών της Ευρωζώνης ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις – με κάποιες από αυτές (Γερμανία, Ολλανδία, Φιλανδία) να κερδίζουν σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα, εις βάρος ή σε σύγκριση με κάποιες άλλες (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα κλπ.).

Πριν τη νομισματική ένωση, οι ελλειμματικές χώρες είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τις οικονομίες τους, υποτιμώντας συνήθως τα νομίσματα τους – ενώ «ειδοποιούνταν» από τις αγορές για τα λάθη τους, μέσω των επιτοκίων δανεισμού τους, τα οποία αυξάνονταν. 

Σήμερα, επειδή το κοινό νόμισμα δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενέργειες, ενώ δεν υπήρξε τα δέκα τελευταία χρόνια μηχανισμός προειδοποίησης, τα δημόσια χρέη έφτασαν σε ανεξέλεγκτα υψηλά επίπεδα (εκτός Ευρωζώνης θα ήταν αδύνατη η επιβίωση με δημόσιο χρέος υψηλότερο του 80% του ΑΕΠ), με αποτέλεσμα κάποια κράτη να υποχρεώνονται σε καταστροφικά για την κοινωνική συνοχή προγράμματα λιτότητας – χωρίς να είναι βέβαια ότι θα αποδώσουν έστω τα ελάχιστα αναμενόμενα.

Σε κάθε περίπτωση η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, η μη συμμετρική δηλαδή κατανομή ελλειμμάτων και πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών στον πλανήτη (Πίνακας Ι), σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή ασυμμετρία (μη ισορροπημένη κατανομή ελλειμμάτων και πλεονασμάτων εντός της Ευρωζώνης), συνιστούν τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Κυριότερες πλεονασματικές – ελλειμματικές χώρες σε δις $ το 2010

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

 

 

 

 

 

 

1

Κίνα

272,5

1

Η.Π.Α.

-561,1

2

Ιαπωνία

166,5

2

Ισπανία

-66,7

3

Γερμανία

162,3

3

Ιταλία

-62,0

4

Ρωσία

68,8

4

*Τουρκία

-56,4

5

Νορβηγία

60,2

5

Γαλλία

-53,3

* Το έλλειμμα στο ισοζύγιο της χώρας, αποτέλεσμα της λεηλασίας της εκ μέρους του ΔΝΤ, υπολογίζεται στα 79,2 δις $ – ένα εξαιρετικά ανησυχητικό σημάδι, σε συνδυασμό με τη φούσκα ακινήτων. 

Πηγή: The World Factbook. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος     

 Όπως φαίνεται λοιπόν από τον Πίνακα Ι, οι πλεονασματικές οικονομίες (αριστερά), οι οποίες αναπτύσσονται ουσιαστικά εις βάρος των ελλειμματικών (δεξιά), είναι αυτές οι οποίες απειλούν σήμερα τον πλανήτη – όπως επίσης η Γερμανία την Ευρωζώνη.         

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ Η.Π.Α.

Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, θεωρούμε πως είναι αδύνατον να ξεφύγει από την κρίση, εάν δεν ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση – εάν δεν ενωθεί δηλαδή δημοσιονομικά, οικονομικά και πολιτικά, κατά το παράδειγμα των Η.Π.Α. Χωρίς να επεκταθούμε στις δυνατότητες ή μη ενός τέτοιου ενδεχομένου, αφού δεν είναι σε καμία περίπτωση «μονοσήμαντες» (οφείλουν να εξετασθούν όχι μόνο οικονομικά, αλλά εθνολογικά κλπ.), θεωρούμε σκόπιμη την παράθεση δύο διαφορετικών στρατηγικών, με τις οποίες οι Η.Π.Α. αντιμετώπισαν το πρόβλημα της υπερχρέωσης των Πολιτειών τους, στο δρόμο για την πλήρη ενοποίηση τους.

(α) Ο A.Hamilton, το 1789 (υπουργός οικονομικών του πρώτου προέδρου των Η.Π.Α. G.Washington, στον οποίο πιστώνεται επίσης η οικοδόμηση του τραπεζικού συστήματος):

Πριν από περίπου 220 χρόνια, το 1789, υπήρξε η πρώτη και η τελευταία διάσωση δεκατριών Πολιτειών των Η.Π.Α., από την τότε ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η Washington ανέλαβε τα δημόσια χρέη των παραπάνω Πολιτειών, τα οποία είχαν δημιουργηθεί για να καλύψουν το κόστος του πολέμου ανεξαρτησίας εναντίον της Μ. Βρετανίας.

Έναντι αυτών, η ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση απαίτησε και έλαβε, με το καινούργιο Σύνταγμα, το αποκλειστικό δικαίωμα στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών – οι οποίοι, εκείνη την εποχή, αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες πηγές δημοσίων εσόδων. Τα μισά περίπου από τα έσοδα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση των χρεών των δεκατριών Πολιτειών – με αποτέλεσμα να εξυγιανθούν και να διασωθούν.

Ο Hamilton λειτούργησε με αυτόν τον δραστικό τρόπο, επειδή δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στην εικόνα (image) των Η.Π.Α. και στην εμπιστοσύνη του υπόλοιπου πλανήτη απέναντι στο νέο κράτος. Στα πλαίσια αυτά, ήθελε να αποφύγει με κάθε τρόπο να ζημιώσει τους ιδιώτες δανειστές. Κατά την άποψη του, όταν πληρώνονται τα χρέη, τότε απολαμβάνει ο οφειλέτης μελλοντικά καλύτερες συνθήκες χρηματοδότησης από τους δανειστές του.

Το γεγονός αυτό αυξάνει τη δημοσιονομική ευελιξία μίας χώρας, λειτουργεί θετικά στην είσπραξη των φόρων (όταν δεν πληρώνει το κράτος, δεν πληρώνεται και από τους Πολίτες του), ενώ πολλαπλασιάζει τις πηγές εσόδων της – με αποτέλεσμα να μπορεί να καλύπτει μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες, επενδύοντας προς όφελος των πολιτών της. 

(β)  Η δεκαετία του 1830: Μεταξύ των ετών 1820 και 1830 υπερχρεώθηκαν αρκετές Πολιτείες των Η.Π.Α. – αυτή τη φορά για τη χρηματοδότηση των μεγάλων έργων υποδομής, τα οποία είχαν θεωρηθεί απαραίτητα. Οι δανειστές τους τώρα, ενθυμούμενες τις ενέργειες του Hamilton, ζήτησαν να εξοφληθούν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση – όπου όμως το Κογκρέσο αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη των Πολιτειών.

Εκτός αυτού, με απώτερο στόχο να διασφαλιστούν οι Πολιτείες μελλοντικά από την υπερχρέωση, ψηφίσθηκε ένας νόμος στις Η.Π.Α., ο οποίος υποχρέωνε τις Πολιτείες να απαγορεύσουν συνταγματικά τη δημιουργία ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς τους (κάτι ανάλογο με το σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας που προωθείται σήμερα στην Ευρώπη). Η κυβέρνηση είχε λοιπόν τότε «διαφυλάξει το κύρος της» της, αναγκάζοντας τις Πολιτείες να καταλάβουν ότι, δεν θα συνέχιζε να διευκολύνει ή να στηρίζει τον τρόπο, με τον οποίο διαχειρίζονταν τα οικονομικά τους.

Με κριτήριο τις παραπάνω εμπειρίες των Η.Π.Α. συμπεραίνουμε ότι, η πορεία προς την ενοποίηση μίας ηπείρου, προς τη δημιουργία δηλαδή ενός ομοσπονδιακού κράτους, αποτελούμενου από ανεξάρτητες Πολιτείες, χαρακτηρίζεται από δύο διαδοχικά βήματα: Κατ' αρχήν εξασφαλίζεται η διάσωση των επί μέρους κρατών από ένα κοινό ταμείο, έτσι ώστε να μην δημιουργηθούν προβλήματα και εθνικές διαμάχες – ενώ στη συνέχεια τα κράτη υποχρεώνονται να διαχειριστούν μόνα τους τα οικονομικά τους, χωρίς να υπολογίζουν σε μία δεύτερη διάσωση τους από το κοινό ταμείο.

Στην περίπτωση της Ευρωζώνης όμως και της Ελλάδας, η οποία «απαίτησε» πρώτη τη διάσωση της από το κοινό ταμείο, τα πράγματα λειτούργησαν διαφορετικά – γεγονός που μας κάνει να αμφιβάλλουμε, σε σχέση με τις προοπτικές μίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Σε ένα πρώτο στάδιο και με πολλές δυσκολίες, αποφασίσθηκε η δανειοδότηση της χώρας μας από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ – το οποίο δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να συμμετέχει. Έναντι της δανειοδότησης αυτής δεν απαίτησε τότε η Κομισιόν από την Ελλάδα την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, μέσω της εκχώρησης κάποιων φόρων, αλλά ζητήθηκε απλά η αναδιάρθρωση της οικονομίας της, κατά τα πρότυπα της διαχείρισης των κρίσεων των αναπτυσσομένων οικονομιών από το ΔΝΤ – ένα κρίσιμο σφάλμα.

Επίσης, δεν δόθηκε η δυνατότητα στην Ελλάδα να εξοφλήσει το δάνειο με εφικτές ετήσιες δόσεις (χρεολύσια) και με χαμηλό επιτόκιο – οπότε δεν εξασφαλίσθηκε η εμπιστοσύνη στη διαχείριση ή/και στη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους ούτε από τις αγορές, ούτε από τους Ευρωπαίους εταίρους, ούτε από τους ίδιους τους Έλληνες. 

Στη συνέχεια, όταν το πρώτο πρόγραμμα δεν λειτούργησε, η Ελλάδα δεν υποχρεώθηκε να αναλάβει μόνη της τις ευθύνες της, όπως συνέβη σε δεύτερο στάδιο στις Η.Π.Α., αλλά να υποθηκεύσει τη δημόσια περιουσία της και να «δημεύσει» την ιδιωτική, έναντι ενός δεύτερου δανείου – να μετατραπεί δηλαδή σε προτεκτοράτο της Ευρωζώνης, με την εγκατάσταση μίας σκιώδους διακυβέρνησης (Τρόικα) και όχι σε μία ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Πολιτεία.

Το αποτέλεσμα ήταν (είναι) φυσικά να δημιουργηθούν μεγάλες εχθρότητες και αντιπαλότητες, μεταξύ των κύριων συντελεστών της όλης διαδικασίας: της Γερμανίας από τη μία πλευρά, η οποία θεωρεί ότι αναλαμβάνει το κύριο μέρος της ελληνικής χρηματοδότησης και της Ελλάδας από την άλλη πλευρά, η οποία έχει την άποψη ότι οδηγήθηκε σκόπιμα στη χρεοκοπία, με στόχο, μεταξύ άλλων, να αποτελέσει το «παράδειγμα προς αποφυγή» για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να «ηγεμονεύσει» της ένωσης η Γερμανία.

Παράλληλα, η Ευρωζώνη ανάγκασε τους ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας να αποδεχθούν τη διαγραφή μέρους των οφειλών της, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το ρίσκο των επενδύσεων σε ομόλογα δημοσίου – γεγονός που έχει οδηγήσει πολλές άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ σε μεγάλα προβλήματα, τα οποία πολύ δύσκολα θα επιλυθούν (εάν απαιτήσουν να παραμείνουν ελεύθερες, μη αποδεχόμενες την ηγεμονία της Γερμανίας).

Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι αυτή τη στιγμή η Γερμανία απολαμβάνει ιδανικές συνθήκες δανεισμού της οικονομίας της, προσελκύοντας τη μερίδα του λέοντος των επενδυτών τόσο στα ομόλογα, όσο και στις επιχειρήσεις της, ο κίνδυνος να χάσει πάρα πολλά χρήματα (απαιτήσεις 500 δις € της Bundesbank από την ΕΚΤ, συμμετοχή σε ένα διαρκώς αυξανόμενο κοινό ταμείο διάσωσης όπως το EFSF, πιστώσεις των γερμανικών επιχειρήσεων στον ευρωπαϊκό νότο κλπ.), καθώς επίσης να διαλυθεί η Ευρωζώνη, γίνεται καθημερινά όλο και πιο μεγάλος. 

Η ΕΛΛΑΔΑ

Η χώρα μας είναι μία από τις λίγες εναπομείναντες μικτές οικονομίες παγκοσμίως – όπου μικτή θεωρείται μία οικονομία, στην οποία το δημόσιο διαθέτει σημαντικές δικές του επιχειρήσεις, ιδίως τις κοινωφελείς (ύδρευσης, ηλεκτρισμού κλπ.), τις μονοπωλιακές κερδοφόρες (τυχερά παιχνίδια κοκ.) και τις στρατηγικές (λιμάνια κα.), παράλληλα με τους ιδιώτες, οι οποίοι κατέχουν όλες τις υπόλοιπες.

Αφενός μεν λοιπόν αποτελεί στόχο των μεγάλων πολυεθνικών, στα πλαίσια των επεκτατικών τους εξαγορών (ιδιωτικοποιήσεων), αφετέρου των Η.Π.Α. – οι οποίες τη χρησιμοποίησαν για την απόβαση τους στην Ευρωζώνη, με τη βοήθεια του ΔΝΤ. Επίσης της Γερμανίας, η οποία ανέκαθεν αναζητούσε το ιδανικό υποψήφιο θύμα, για τον παραδειγματισμό των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης – έτσι ώστε να υποκύψουν στις επεκτατικές της βλέψεις φοβούμενες ότι, σε περίπτωση άρνησης τους να υποταχθούν, θα υπέφεραν τα δεινά της Ελλάδας. 

Περαιτέρω, το πρόβλημα της Ελλάδας (της Ιταλίας επίσης) είναι το υψηλό δημόσιο χρέος της, σε αντίθεση με όλες τις άλλες «δυτικές» χώρες, στις οποίες υποφέρει ο ιδιωτικός τομέας. Το χρέος αυτό οφείλεται στη κακοδιαχείριση εκ μέρους των τελευταίων κυβερνήσεων της, στα μεγάλα έργα υποδομής, ιδιαίτερα σε αυτά που έγιναν για τους Ολυμπιακούς αγώνες, στα εξοπλιστικά της προγράμματα, στη λαθρομετανάστευση, στις αυξημένες δαπάνες και στα μειωμένα έσοδα του δημοσίου – σαν αποτέλεσμα κυρίως της δραστηριοποίησης των εμπορικών πολυεθνικών, οι οποίες καταστρέφουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μειώνουν τη φορολογική βάση των χωρών που τοποθετούνται, με τη βοήθεια της φοροαποφυγής.

Το δημόσιο χρέος βέβαια είναι πιο εύκολο στην επίλυση του από το ιδιωτικό – αφού απαιτείται απλά και μόνο αύξηση των εσόδων και μείωση των δαπανών. Δυστυχώς όμως, η τελευταία ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε την είσοδο του ΔΝΤ στη χώρα – με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί σε μία εγκληματική υφεσιακή πολιτική η οποία, αντί να μειώσει το δημόσιο χρέος της σε σχέση με το ΑΕΠ, το αύξησε από 115% το 2008 στα περίπου 160% τέλη του έτους, μετά την περιβόητη διαγραφή (με την οποία πυροβολήσαμε τα πόδια μας). 

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ τόσο το δημόσιο χρέος, όσο ο ανέκαθεν ασθενής ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της – ειδικά οι εξαιρετικά χαμηλές εξαγωγές της (Πίνακας ΙΙ), οι οποίες έπαψαν ουσιαστικά να αυξάνονται, όταν άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός. 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Μεγέθη 2011 (εκτιμήσεις) σε δολάρια

Μεγέθη

Ελλάδα

Ολλανδία

Αυστρία

 

 

 

 

Εργαζόμενοι

4.972.000

7.785.000

3.663.000

ΑΕΠ (ονομαστικό) σε δις $

312,00

858,30

351,40

Κατά κεφαλή εισόδημα

27.600

42.300

41.700

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ*

165,40%

64,40%

72,10%

Εξαγωγές σε δις $

26,64

575,90

180,70

Εισαγωγές σε δις $

65,79

514,10

183,10

Εμπορικό Ισοζύγιο

-39,15

81,80

-2,40

Εξωτερικό χρέος

583,3

2.655,0

883,50

Πηγή: World Factbook. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, στον οποίο συγκρίνεται η Ελλάδα με χώρες σχετικού μεγέθους, εάν το ΑΕΠ της ήταν αντίστοιχο της Ολλανδίας, με κριτήριο τον αριθμό των εργαζομένων, τότε το ύψος του θα διαμορφωνόταν στο 550 δις $ – οπότε το δημόσιο χρέος των 480 δις $ (πριν τη διαγραφή), θα αποτελούσε το 87% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές της δε, πάντα σε σχέση με την Ολλανδία, θα έπρεπε να ήταν στα 367 δις $ – από το αμελητέο σημερινό μέγεθος των 26,64 δις $.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, διαπιστώνουμε από τον ίδιο Πίνακα ΙΙ, το πολύ χαμηλό συγκριτικά εξωτερικό χρέος της Ελλάδας – σχεδόν πέντε φορές χαμηλότερο από αυτό της Ολλανδίας και μιάμιση φορά από αυτό της μικρότερης σε πληθυσμό Αυστρίας (στο 187% του ΑΕΠ, όταν της Ολλανδίας είναι στο 310% και της Αυστρίας στο 252%).        

Εάν λοιπόν η Ελλάδα καταφέρει να αλλάξει την πολιτική που της επιβλήθηκε από το ΔΝΤ και τη Γερμανία, επιλέγοντας μία ικανή πολιτική ηγεσία, το μικρό ιδιωτικό χρέος της, σε συνδυασμό με τη μεγάλη δημόσια περιουσία της (επιχειρήσεις, ακίνητα, οικόπεδα κλπ.), καθώς επίσης με τον ανεκμετάλλευτο υπόγειο πλούτο και τις πολεμικές επανορθώσεις που της οφείλει η Γερμανία (υπολογίζονται μεταξύ 165 δις € από την κεντρική της τράπεζα και 560 δις € από Γάλλους οικονομολόγους), θα μπορούσε να την οδηγήσει με σχετική ευκολία στην έξοδο από την κρίση.

Ολοκληρώνοντας, το πλεονέκτημα των χωρών με χαμηλό συνολικό χρέος, όπως η Ελλάδα, είναι η δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να χρεωθεί – μεταξύ άλλων για να δανείσει (τράπεζες), για να επενδύσει (επιχειρήσεις) και για να καταναλώσει (νοικοκυριά). Φυσικά απαραίτητη προϋπόθεση είναι η δημιουργία ενός σωστού φορολογικού-επενδυτικού περιβάλλοντος, η εγκατάσταση ενός Κράτους Δικαίου, καθώς επίσης η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των Πολιτών στην Πολιτεία – μέσα από την εύρεση και την παραδειγματική τιμωρία όλων αυτών, οι οποίοι οδήγησαν την πατρίδα μας στα νύχια του ΔΝΤ και στη χρεοκοπία.   

Στα πλαίσια αυτά, εάν για παράδειγμα χρεωνόταν (δανειζόταν) ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας (167% του ΑΕΠ χρέος), κατά 100%, φτάνοντας στο ύψος του ιταλικού ιδιωτικού χρέους (257%), τότε θα μειωνόταν μακροπρόθεσμα, με τις κατάλληλες κινήσεις (επενδύοντας στις επιχειρήσεις και τα ακίνητα του δημοσίου, για παράδειγμα), το δημόσιο χρέος στα 67% – με το συνολικό να παραμένει ως έχει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δυστυχώς, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν είναι κυρίως οικονομικά – ενώ «ένοχος» για την κατάσταση της δεν είναι μόνο η πολιτική ανικανότητα, η ανεπάρκεια και η διαφθορά των δημοσίων «λειτουργών» της. Μεταξύ άλλων, η Ελλάδα υπέφερε ανέκαθεν από ξενομανείς, αδύναμους Δούρειους Ίππους στο εσωτερικό της – σε σημείο που πολύ συχνά να μην μπορούμε να κατηγορήσουμε τρίτους για τα δεινά της, αλλά ορισμένους από τους ίδιους τους Πολίτες της.

Σε σχέση με τα παραπάνω, η «πρωτοβουλία» ενός Έλληνα να εκδώσει σήμερα ένα πολύ παλαιό βιβλίο του στα γερμανικά (γράφτηκε πριν από περίπου 37 χρόνια), με τον τίτλο «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας», παρέχοντας ταυτόχρονα συνεντεύξεις σε έντυπα της ηγετικής δύναμης της Ευρωζώνης, μάλλον εξευτελιστικές για την Ελλάδα, είναι πολύ δύσκολο να χαρακτηρισθεί – εάν δεν θέλει κανείς να τον κατηγορήσει άδικα για ανοησία και για πνευματική ανεπάρκεια (πόσο μάλλον για προσπάθεια απόκτησης δόξας ή/και χρημάτων, εις βάρος της πατρίδας του – ειδικά όταν ο ίδιος αναφέρει ότι, πάντοτε πληρωνόταν για τις «υπηρεσίες» του, ακόμη και αν τις παρείχε για ευχαρίστηση του).

«Το βιβλίο είναι οδυνηρό για έναν Έλληνα», αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, τον οποίο ευχόμαστε να (εκ)τιμήσουν οι Έλληνες, στον επίλογο της γερμανικής έκδοσης. «Ισχύει», θριαμβολογεί το γερμανικό έντυπο "Die Presse", αφού κατά τον συγγραφέα «Ο Έλληνας δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, ζει δύο φορές πάνω από τις δυνατότητες του (εδώ απορεί κανείς, γνωρίζοντας ότι το ιδιωτικό χρέος των Ελλήνων είναι το χαμηλότερο στη Δύση), υπόσχεται τα τριπλά από αυτά που μπορεί να κρατήσει, γνωρίζει τέσσερις φορές περισσότερα, από αυτά που έχει σπουδάσει, παριστάνει δηλαδή τον παντογνώστη κλπ. κλπ.».

Ο συμπατριώτης μας γράφει περαιτέρω ότι, οι Έλληνες πάσχουν από ένα εθνικό σύμπλεγμα κατωτερότητας, το οποίο προέρχεται αφενός μεν από τους μύθους και το ένδοξο παρελθόν της χώρας τους, αφετέρου από τη σύγκρισή της με την Ευρώπη – μία σύγκριση η οποία, κατά τον ίδιο, είναι οδυνηρή για την Ελλάδα. «Ποτέ δεν θέλησαν οι νεοέλληνες να αναλάβουν τις ευθύνες τους», συνεχίζει απτόητος, «Πάντοτε κάποιος άλλος ήταν ο ένοχος: η CIA, το ΝΑΤΟ…» – σήμερα η Γερμανία και η Ευρωζώνη, συμπληρώνει το έντυπο.

Αν και δεν μπορούμε να μην συγχαρούμε τη χώρα-πατρίδα του Goebbels για την ευρηματικότητα της να εκδώσει αυτό το βιβλίο σήμερα και να πείσει αυτό το συγγραφέα να δώσει συνεντεύξεις για τους «συμπλεγματικούς» Έλληνες, καθώς επίσης για την ικανότητα της να εκβιάζει (υπενθυμίζουμε τους φακέλους Siemens με τους πολιτικούς «άνδρες» και με τα κόμματα που χρηματίσθηκαν, με αποτέλεσμα να είναι «εκβιαστέα», την πρόσφατη απόφαση Ελληνικού δικαστηρίου να αθωώσει το Focus με την προσβλητική φωτογραφία της Αφροδίτης, την τοποθέτηση της γερμανικής κυβέρνησης για τις πολεμικές επανορθώσεις, οι οποίες ποτέ δεν απαιτήθηκαν επίσημα από την Ελλάδα κλπ.), έχουμε την άποψη ότι, δεν θα είναι τελικά προς όφελος της – γεγονός που θα αποδειχθεί στο απώτερο μέλλον.

Ειδικότερα, μέχρι στιγμής οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην Ευρωζώνη έχουν ταχθεί υπέρ του Ευρώ, εξετάζοντας το «θέμα» από οικονομικής πλευράς. Εάν όμως αρχίσει να εξετάζεται από άλλες πλευρές, όπου αυτόματα θα συνδεθεί με τις ηγεμονικές βλέψεις, με τον εθνικισμό και με την απίστευτη αλαζονεία της (πρωσικής) Γερμανίας, η διάλυση της Ευρωζώνης, η (ελεγχόμενη ευχόμαστε) «συλλογική επιστροφή» στα εθνικά νομίσματα και η (ακόμη μία φορά) απομόνωση της χώρας του Goethe, δεν είναι απίθανο να συμβεί. 

Κλείνοντας, συντασσόμενοι με την άποψη ενός άλλου Έλληνα, ο οποίος δεν ανήκει στο χώρο της «υπερφίαλης διανόησης», θα θέλαμε να τονίσουμε με τη σειρά μας ότι, δεν μας εκπροσωπούν αυτοί οι πολιτικοί και αυτοί οι συμπλεγματικοί δήθεν διανοούμενοι – όπως συμβαίνει και με τους σημερινούς Γερμανούς που έχουν «αποκηρύξει» τους ναζί (την τότε πολιτική ηγεσία τους δηλαδή), οι οποίοι τους «ανάγκασαν» να στείλουν στα κρεματόρια εκατομμύρια αθώους, καθώς επίσης να αιματοκυλίσουν μία ολόκληρη ήπειρο (λαμβάνοντας ως «ανταμοιβή» από όλους εμάς τους Ευρωπαίους τη διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών τους, την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων με χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης με δόσεις, συνδεδεμένες με την ανάπτυξη των εξαγωγών τους!).

Επίσης ότι, κάποια στιγμή θα καταφέρουμε, όπως και οι Γερμανοί, να απελευθερωθούμε από τους δικούς μας ναζί, οι οποίοι μας εξευτελίζουν διεθνώς, λεηλατούν την πατρίδα μας, δεν μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε την αξιοπρέπεια μας και μας κρατούν δέσμιους, για πάνω από τριάντα χρόνια – ελπίζοντας ότι μέχρι τότε δεν θα αιματοκυλήσουν την Ελλάδα, όπως οι τότε «πολιτικοί ηγέτες» των Γερμανών αιματοκύλησαν τον πλανήτη. Σύμφωνα δε με αυτά που έγραψε ένας άλλος Έλληνας, 

"Με ονειρικές υποθέσεις ή χωρίς, είναι εξωφρενικός παραλογισμός, είναι αυτοκτονία να αναθέτουμε στους αυτουργούς της καταστροφής να μας σώσουν από την καταστροφή. Η στοιχειώδης λογική αυτοάμυνας σήμερα επιβάλλει να παραμεριστεί το υπάρχον πολιτικό προσωπικό της χώρας, να εξαφανιστεί από το δημόσιο βίο. Όλοι, χωρίς εξαίρεση.

Γιατί και οι θεωρούμενοι ως καλοί, ως αδιάφθοροι, συνεργάστηκαν. Ανέχθηκαν, δεν κατήγγειλαν……Στερούμαστε την οποιαδήποτε θεσμική δυνατότητα να αποκαταστήσουμε ένα δημοκρατικό, λειτουργικό, έντιμο κράτος. Δεν ζητάμε οίκτο, ούτε να μας υποκαταστήσουν άλλοι στις ευθύνες μας. Ζητάμε απλώς να πληροφορηθούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας ότι, το 91% του λαού μας απορρίπτει αυτούς που οι ηγέτες της ΕΕ συναντούν σαν «εκπροσώπους» μας".

Κάποια στιγμή λοιπόν οι Έλληνες θα πάψουν να φοβούνται, θα σταματήσουν να ελπίζουν στον «από μηχανής Θεό», θα αποκτήσουν τις θεσμικές δυνατότητες και θα ανακτήσουν την ελευθερία τους, υπερασπιζόμενοι την πάμπλουτη, πολλαπλά προικισμένη πατρίδα τους, από τους πάσης φύσεως «σφετεριστές» της – ειδικά από εκείνους τους «συμπατριώτες» τους, οι οποίοι την διασύρουν, αδικαιολόγητα και ανερυθρίαστα, στη διεθνή κοινότητα. Άλλωστε, όπως είπε ο Αριστοτέλης, «το κύριο γνώρισμα του Πολίτη, είναι η συμμετοχή του στην απονομή δικαιοσύνης και στην άσκηση εξουσίας» – γεγονός που οφείλει να επιδιωχθεί άμεσα, από όλους εμάς τους Έλληνες Πολίτες. 

ΥΓ: Καλό Πάσχα σε όλους, με αισιοδοξία για το μέλλον, με υγεία και με ευτυχία, ευχόμενοι να επιτύχουμε τη «διακομματική» ένωση και την αλληλεγγύη όλων των Ελλήνων, κάτω από τους κοινούς εθνικούς στόχους της λειτουργίας ενός Κράτους Δικαίου με ικανή διοίκηση, της απελευθέρωσης, της ανεξαρτησίας και της ανάπτυξης της οικονομίας μας, με τις δικές μας δυνάμεις.       

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 08. Απριλίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ: Πως;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ: ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ, ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ

 

Του Παναγιώτη Σπυρόπουλου*

                                                                                 

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα (δραχμή, μνα, οβολό, όπως θέλετε πες τε το), οι πανεπιστημιακοί κύκλοι και ιδιαίτερα οι οικονομολόγοι έχουν διαλέξει στρατόπεδα, μέχρι και «απειλή» δημοψηφίσματος προέκυψε σ' αυτό το έκτρωμα δημοκρατίας που βιώνουμε, με αυτό το θέμα. Συνετό θα ήταν από δική μας σκοπιά, να βάλουμε κάποια πράγματα σε μια σειρά, απαντώντας σε διάφορα ερωτήματα, σχετικά με το ζήτημα αυτό, επιχειρώντας να διαλύσουμε τη λασπολογία που προσπαθούν με δόλιο τρόπο  να ρίξουν τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης και οι εκπρόσωποι τους (περισπούδαστοι «μαϊντανοί», ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, μέχρι εκπαιδευμένα παπαγαλάκια «δήθεν» οικονομικοί συντάκτες και οικονομολογούντες) σχετικά με το ζήτημα της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, με απλά λόγια.

Είναι απαραίτητη η Μετάβαση σε Εθνικό Νόμισμα;

Η άσκηση της Οικονομικής Πολιτικής, σε μια ανεξάρτητη χώρα – σ' ένα αυθύπαρκτο κράτος, έχει ως βασικά εργαλεία τη Νομισματική Πολιτική (έλεγχος κυκλοφορίας χρήματος, επιτόκιο) και τη Δημοσιονομική Πολιτική (Φόροι, Δημόσιες Δαπάνες, Δημόσιος Δανεισμός). Τα 2 αυτά μακροοικονομικά εργαλεία είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, οργανικά δεμένα, αφού η ύπαρξη του ενός προϋποθέτει και συνεπικουρεί τη λειτουργία του άλλου. Σε περιόδους χαμηλής ζήτησης, ύφεσης ή στασιμότητας της οικονομίας, η κράτος χρηματοδοτεί τις δημόσιες επενδύσεις ΌΧΙ από την αύξηση των φόρων, αλλά από την αύξηση της ποσότητας χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία μέσω έκδοσης νέου χρήματος (εσωτερικός δανεισμός), με απώτερο στόχο να αναζωογονηθεί και να αναταθεί η εγχώρια οικονομία. Χρηματοδοτεί δηλαδή τα όποια ελλείμματα και παράλληλα μειώνονται τα επιτόκια δανεισμού, γεγονός που δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για επενδύσεις και περεταίρω ανάπτυξη.

Με την εισαγωγή στο Ευρώ όμως, ως εθνικό κράτος απωλέσαμε τη δυνατότητα της Νομισματικής Πολιτικής, αφού η ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί (έτερο)καθορίζεται από την ΕΚΤ και τα κράτη – μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να «χρηματοδοτήσουν» τα όποια ελλείμματά τους, παρά μόνο με το εναπομείναν «εργαλείο» αυτό της Δημοσιονομικής Πολιτικής, δηλαδή με την αύξηση των Φόρων, τη μείωση των Δημοσίων Δαπανών (κατακερματισμός κοινωνικού κράτους) και τον εξωτερικό δανεισμό. Αποκορύφωμα τέτοιων πολιτικών, οι οποίες οδήγησαν στη παρούσα κατάσταση, ήταν η δεκαετία του ευρώ που η Ελλάδα δανείστηκε περίπου 490δις ευρώ από τις «φιλεύσπλαχνες» αγορές, για να αποπληρώσει κυρίως τα εξωτερικά της ελλείμματα – χρέη (υποχρεώσεις σε τόκους, τοκοχρεολύσια), αφού επί των κυβερνήσεων Σημίτη και την είσοδό μας στην ΟΝΕ, το εσωτερικό χρέος της χώρας [1] μετατράπηκε σε εξωτερικό.

Χωρίς δηλαδή το μέσο που ονομάζεται Νομισματική Πολιτική, ένα κράτος είναι πραγματικά ακρωτηριασμένο, αφού καλείται σε ένα διεθνές (κι ενοποιημένο) ανταγωνιστικό περιβάλλον  να ανταγωνιστεί «αρτιμελή» μεγαθήρια! Επιπλέον η νομισματική διαχείριση της ποσότητας χρήματος που εκδίδεται από την ΕΚΤ, ενισχύει περισσότερο τα ελλείμματα που παρουσιάζουν στο κυκλοφορούν ενεργητικό τους οι ιδιωτικές τράπεζες και δε διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία, αφού η στρόφιγγα των δανειοδοτήσεων έχει κλείσει από αυτές. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο σε 5 μήνες η ΕΚΤ έχει ενισχύσει με περίπου 1,5 τρις ευρώ τη ρευστότητα του ευρωπαϊκού ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ τραπεζικού συστήματος.

Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κράτη που έχουν δικό τους νόμισμα και οι κυβερνήσεις τους έκαναν γενναίες προσπάθειες να απαλλαχτούν από μνημόνια (συμφωνίες με ΔΝΤ), μη αναγνωρίζοντας ολόκληρο ή ένα μέρος του χρέους τους, ορθοπόδησαν επειδή ακριβώς είχαν εθνικό νόμισμα και μπόρεσαν να επανεκκινήσουν την οικονομία τους πολύ γρήγορα (όπως η Αργεντινή και σαφώς η Ισλανδία), αφού ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα οι συντάξεις, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και γενικότερα οι πιο απαραίτητες δημόσιες δαπάνες «χρηματοδοτήθηκαν» αποκλειστικά από την έκδοση νέου χρήματος, χωρίς η «ένεση» αυτή στην οικονομία να επιφέρει πληθωριστικές πιέσεις!

Έξοδος από την Ο.Ν.Ε. σημαίνει «εσωστρέφεια», αποκλεισμό και μαρασμό της ελληνικής οικονομίας;

Σε καμία περίπτωση. Το να μπορεί ένα κράτος να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα του κι ιδιαίτερα τα εσωτερικά, μη στηριζόμενο σε εξωτερικούς τρόπους δανεισμού, όπως τις «αγορές», γιατί να αποτελεί εσωστρέφεια; Το να είμαστε στην Ε.Ε. με ενιαίο νόμισμα, η οποία δε διαχειρίζεται το χρέος όλων των λαών μέσα στους κόλπους της, ως θα όφειλε, αλλά τους δημιουργεί μεγαλύτερες δανειακές ανάγκες, σε τι ωφελεί;

Το γεγονός ότι θα έχουμε ένα υποτιμημένο, αρκετά μάλιστα υποτιμημένο νόμισμα σε σχέση με το δολάριο ή το μάρκο ακόμα και με το ευρώ γιατί να μας τρομάζει;

Η «αίγλη» του ισχυρού ευρώ σε μια ακρωτηριασμένη παραγωγικά χώρα, η οποία λόγω του «σκληρού» αυτού νομίσματος, εξοστράκισε πρωτογενή, δευτερογενή παραγωγή – μεταποίηση, αλλά και τον τομέα των υπηρεσιών, με συρρίκνωση των εξαγωγών, ικανοποίηση της εγχώριας κατανάλωσης σχεδόν αποκλειστικά από τις εισαγωγές και έντονες πληθωριστικές πιέσεις από την αρχή εμφάνισης του ευρώ, σε τι τελικά θα ωφελήσει την οικονομία μας μελλοντικά, για πιο λόγο, δηλαδή, να συνεχίσουμε να είμαστε εντός ενός χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος που μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε περεταίρω κοινωνικο – οικονομική εξαθλίωση;

Η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, ελεγχόμενο από μια Κρατική Ελληνική Τράπεζα (κι όχι από την ΙΔΙΩΤΙΚΗ Τράπεζα της Ελλάδος), σημαίνει παράλληλα θωράκιση και (χρησιμοποιώντας έναν αδόκιμα οικονομικό όρο) «εξωστρέφεια» στην ελληνική οικονομία, παρά εσωστρέφεια, όπως ισχυρίζονται οι αδαείς οικονομολούντες ή τα παπαγαλάκια – υπάλληλοι της τρόικα, θέτοντας έτσι ψευτοδιλήμματα και αυταπάτες στον απλό κόσμο. Ένα ευέλικτο και σε γενικές γραμμές υποτιμημένο εθνικό νόμισμα, με φορολογική πολιτική που να δίνει κίνητρα σε μικρές επιχειρήσεις, όπου η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα (γεωργία, αλιεία, τουρισμός, βυρσοδεψία κλπ) κι ιδιαίτερα σε μικρές επιχειρήσεις, με ένα δίκαιο πρόγραμμα επιχορηγήσεων, θα είχαμε σε πρώτο επίπεδο τη δυνατότητα να ανατάξουμε την οικονομία μας και εν συνεχεία με ένα πλαίσιο ισχυρών αντικινήτρων για εισαγωγές (δασμοί κλπ) να εξάγουμε με απόλυτη επιτυχία! Δε θα πρέπει να φοβίζεει η λέξη δασμός! Άλλωστε, στην αρχαία Ελλάδα όταν ο Σόλωνας πραγματοποίησε τη «Σεισάχθεια», πρώτο του μέλημα ήταν η ανάταξη της εγχώριας οικονομίας βάζοντας μεγάλους δασμούς στις εισαγωγές (ως αντικίνητρο), με παράλληλη υποτίμηση του Αθηναϊκού νομίσματος.

Ενδεικτικό είναι ότι ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικ. Σαρκοζί, στα πλαίσια της προεκλογικής του εκστρατείας  (αλλά μόνο υπό τέτοιες περιστάσεις λέγονται κι ορισμένες αλήθειες) προ ‘λίγων ημερών, είπε χαρακτηριστικά ότι θα έπρεπε η ΕΚΤ να προχωρήσει σε υποτίμηση του ευρώ, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της γαλλικής οικονομίας και να αυξηθούν οι εξαγωγές της.

Σε γενικές γραμμές, η φιλολογία που δημιουργείται περί εσωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας  και μαρασμού της, δεν είναι τίποτε άλλο από στυγνή προπαγάνδα των εντολοδόχων της τρόικας, του ΔΝΤ και των τραπεζικών συμφερόντων, που βλέπουν ότι το τραπεζικό σύστημα έχει φτάσει σε αδιέξοδο και θέλουν να κεφαλαιοποιήσουν τις ζημιές και τα μη ρευστοποιήσιμα κέρδη τους, υφαρπάζοντας και μετοχοποιώντας κράτη, τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές και το ανθρώπινο κεφάλαιο τους, μετατρέποντας τα σε σύγχρονες δουλοπαροικίες τοκογλυφικών χρεών. Η ίδια ακριβώς προπαγάνδα αναπτύχθηκε και σε άλλα κράτη, όπου πέρασε το ΔΝΤ, όμως εδώ έχει μπει ένα επιπλέον δίλλημα στο λαό (που δεν υπήρχε σε άλλα κράτη), αυτό του εθνικού νομίσματος (όπου στην περίπτωση της Αργεντινής υπήρχε το πέσο που ήταν συνδεδεμένο με το δολάριο, δηλ έπαιζε αντίστοιχο ρόλο με το «σκληρό» ευρώ, αλλά υπήρχε τουλάχιστον σε μετέπειτα περίοδο δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής).

Μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα το υπάρχον χρέος, υιοθετώντας εθνικό νόμισμα;

Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Ο ρυθμός που αυξάνεται το ελληνικό χρέος είναι φρενήρης και το μέγεθός του είναι τεράστιο, σύμφωνα με τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και κάτω από οποιεσδήποτε νομισματικές συνθήκες (ευρώ ή δραχμή) δε μπορεί να καταστεί ελέγξιμο και διαχειρίσιμο. Σε περίπτωση που, αν επιστρέψουμε σε εθνικό νόμισμα με τις υπάρχουσες τοκογλυφικές δανειακές απαιτήσεις (ήδη κυκλοφορεί ως σενάριο σε πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους), το πιο βέβαιο είναι το νόμισμα αυτό να καταστεί πληθωριστικό πέραν του δέοντος, όπως η δραχμή του Ράλλη, η τουρκική υπερπληθωριστική λίρα επί ΔΝΤ, το αργεντίνικο πέσο (όπου οι τιμές μετά τη χρεοκοπία άλλαζαν 2 φορές μέχρι να φτάσεις από το ράφι στο σούπερ μάρκετ), τα νομίσματα αφρικανικών χωρών που είναι βέβαια αποικίες των «μεγάλων δυνάμεων» του κεφαλαίου κλπ.

Υποχρέωση μιας τίμιας και γενναίας ελληνικής κυβέρνησης «του αύριο» και του λαού είναι, πέρα από την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, αλλά και η μονομερής διαγραφή του παράνομου χρέους. Η διαγραφή του χρέους είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να περάσουμε σε εθνικό νόμισμα, αλλά και το αντίστροφο.

Σε περίπτωση δηλαδή που διαγραφεί το ελληνικό χρέος, αλλά παραμείνουμε στο ευρώ, η ελληνική οικονομία, μη ελέγχοντας τη κυκλοφορία χρήματος, προσδιορίζοντας η ίδια τις νομισματικές τις ανάγκες κι έχοντας ως γενικό δερβέναγα την ΕΚΤ, να τυπώνει όσο θέλει και να το διοχετεύει κυρίως στις τράπεζες, όπως κάνει μέχρι σήμερα, αλλά και συνάμα μια Ε.Ε. που να κατευθύνει την παραγωγική δραστηριότητα σε κάθε κράτος μέλος κατά το δοκούν, πάλι θα διολισθήσουμε στο φαύλο κύκλο δανεισμού, όπως έγινε τις 2 προηγούμενες δεκαετίες και θα βρεθούμε σε παρόμοια κατάσταση σε λίγα χρόνια πάλι.

Επομένως, για να προβούμε σε υιοθέτηση εγχώριου νομίσματος, θα πρέπει να προβούμε σε: ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα θα επιφέρει την απόλυτη χρεωκοπία και τον αποκλεισμό της χώρας;

Η άποψη αυτή κι αν είναι αποκύημα προπαγάνδας, από τους «δήθεν» ειδικούς που θέλουν να μας σώσουν μέσω της ευρωπαϊκής συνταγής. Μέσα στο ευρώ και με το χρέος να τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, ο λαός χρεοκοπεί, εξαθλιώνεται και χάνει κάθε ελπίδα για ανάκαμψη σε βάθος 20ετίας τουλάχιστον! Η ίδια η τρόικα στις προβλέψεις ισχυρίζεται ότι το 2020 η ελληνική οικονομία, αν τηρηθούν όλες οι δεσμεύσεις ξεπουλήματος και διάλυσης της κοινωνίας, το χρέος θα πέσει στο 120% του ΑΕΠ.

Το ότι θα υπάρξει μια μεταβατική περίοδος (περίπου 6 μήνες), όπου θα χρειαστεί να ανασυνταχθεί η οικονομία, να κοπεί νέο νόμισμα και να δημιουργηθούν οι βάσης για την ενεργοποίηση του συστήματος, αυτό θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο, όπως και οι αντικειμενικές αρχικές δυσκολίες αυτής της μεταβατικής περιόδου, όπως την παροχή κάποιων αγαθών με δελτίο (πχ η βενζίνη). Μέτα όμως από αυτό το μικρό χρονικό διάστημα τα πράγματα θα γίνουν σαφώς καλύτερα και η κατάσταση θα ομαλοποιηθεί, αφού θα επέλθουν διακρατικές συμφωνίες σε όλα τα επίπεδα.

Όμως, μπροστά στη δημιουργία νέων ελπιδοφόρων δεδομένων, ένα 6μηνο δεν λογίζεται ως μεγάλη περίοδος προσαρμογής, αν λάβουμε υπόψη μας ότι μέσα στην ευρωζώνη και με τέτοιο χρέος που έχουν φορτώσει στις πλάτες τους λαού οι τραπεζίτες και οι ντόπιοι δοσίλογοι πολιτικοί, η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει ήδη και από όλες τις απόψεις:

– Οι αγορές έχουν εκλάβει το κούρεμα ως ελεγχόμενη χρεοκοπία.

– Η κοινωνία μαραζώνει, εξαθλιώνεται και πτωχαίνει μέρα με τη μέρα,με τη διαιώνιση για πολλά χρόνια αυτής της άρρωστης κατάστασης, σε αυτό το αφιλόξενο ευρωπαϊκό περιβάλλον των τραπεζών.

Το μόνο που μένει είναι να τραβήξουν «την πρίζα» της ασύντακτης χρεοκοπίας, δηλώνοντας αδυναμία και παύση πληρωμών, όταν θα δουν ότι η λαϊκή οργή έχει φτάσει στα όρια της, με σκοπό να μας εξαθλιώσουν πλήρως[2] και να ξεπουλήσουν τα «ασημικά» του τόπου σε χρόνο dt [3] (το σχέδιο «αξιοποίησης» – ξεπουλήματος είναι ήδη έτοιμο).

Τι  είδους ασφάλεια μας παρέχει το ευρώ;

Μάλλον ότι πτωχεύουμε ή πτωχεύσαμε έτσι κι αλλιώς με το ευρώ, από ότι έχει δείξει η μέχρι τώρα πορεία των πραγμάτων. Τι θα μπορούσαμε να πούμε στους πολιτικάντηδες που κινδυνολογούν, σπέρνοντας το φόβο στο κόσμο σχετικά με ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή;; Ότι είναι καλύτερα να πτωχεύσω και να ζητιανεύω ευρώ στο δρόμο, παρά να ζω λιτά, με 5 δραχμές στη τσέπη, που λέει ο λόγος, αλλά αξιοπρεπώς σε μια χώρα ελεύθερη κι ειρηνική; Γιατί να τους πιστέψουμε τώρα ότι θα μας σώσουν με το ευρώ, αφού είναι οι ίδιοι που μας κατέστρεψαν, επίσης με ευρώ;

Επομένως, δεν υπάρχει δίλλημα ευρώ – δραχμή. Η ανατροπή του σάπιου πολιτικού συστήματος για τον όποιο νοήμονα και σκεπτόμενο άνθρωπο – πολίτη και όχι υπήκοο κάποιου προτεκτοράτου του νότου, θα πρέπει να είναι αυτοσκοπός, με όραμα ένα καλύτερο αύριο σε μια ελεύθερη κι ανεξάρτητη Ελλάδα, η οποία θα οικοδομεί σχέσεις φιλίας με τους λαούς και όχι με τους διεθνείς τοκογλύφους – τραπεζίτες και η μονομερής διαγραφή του χρέους με ταυτόχρονη διαδικασία υιοθέτησης εθνικού νομίσματος, βασικό πρωταγμα του αγώνα του.

Όποιος οικονομολόγος, θεωρεί μονόδρομο την Ε.Ε. και χρήζεται υπέρμαχος του ενιαίου νομίσματος, τότε θα πρέπει να ξεκινήσει τη μελέτη της οικονομικής θεωρίας (η οποία είναι κοινωνική επιστήμη κι όχι επιστήμη των αριθμών, των μοντέλων και των αριστοποιήσεων) από άλλη βάση, σε αντίθετη περίπτωση, μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί το λιγότερο ύποπτος. Η ιστορία ας κρίνει βέβαια… μέχρι στιγμής όμως το ευρώ και η λογική του ως νόμισμα, δεν είναι παρά ένα σαθρό οικοδόμημα με απώτερο στόχο να οδηγήσει τους λαούς της Γηραιάς Ηπείρου στην απόλυτη εξαθλίωση και χειραγώγηση, δέσμιους ανύπαρκτων χρεών.

 

* Ο Παναγιώτης Σπυρόπουλος είναι Οικονομολόγος, MSc., Μέλος ΕΛ.Λ.Α.Σ. (http://eleutheriellada.wordpress.com/), pan.spyropoulos@gmail.com

 

[1] Ήταν χρήματα που χρωστούσαμε εμείς σε εμάς και που το κράτος έλεγχε τυπώνοντας σιγά σιγά όλο και περισσότερο χρήμα, δημιουργώντας μεν πληθωρισμό, αλλά σταδιακά η αγορά μπορούσε να προσαρμοστεί. Αυτή ήταν η γνωστή τότε και ως "διολίσθηση" της δραχμής)

[2] η Αργεντινή βίωσε τη χρεοκοπία από το αντίστοιχο προδοτικό, διορισμένο από το ΔΝΤ καθεστώς της, για 18 μήνες, δηλαδή την απόλυτη εξαθλίωση, μέχρι να αναλάβει την εξουσία ο Κίρχνερ

[3] στην Αργεντινή την περίοδο της άτακτης χρεοκοπίας, που ξεπουλήθηκαν οι πετρελαιοπηγές και η εθνική αεροπλοΐα για μερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια!!!

 

ΠΗΓΗ: Απριλίου 20, 2012,  http://seisaxthia.wordpress.com/2012/04/20/….83/

ΚΟΜΜΑΤΑ Α.Ε. ΜΕ ΠΑΧΥΛΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

ΚΟΜΜΑΤΑ Α.Ε. ΜΕ ΠΑΧΥΛΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία*


 

ΚΑΤΑ 10% Ή 5,7 ΕΚΑΤ. ΕΥΡΩ ΑΥΞΗΘΗΚΕ Η ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟ 2011!

Όλη η ιστορία της χρηματοδότησης των κομμάτων δείχνει με τον πιο έκδηλο τρόπο την απαξίωσή τους, κυρίως, των κομμάτων εξουσίας, αφού παρά τις παχυλές, κρατικές και άλλες χρηματοδοτήσεις φανερές και κρυφές, βρίσκονται στα όρια της χρεοκοπίας με τα χρέη τους να υπερβαίνουν τα 253 εκατομμύρια ευρώ (132,4  Ν.Δ. και 120,7 ΠΑ.ΣΟ.Κ.). Άλλα και τα 10,9 εκαττ. Ευρώ το ΚΚΕ και τα 8,2 του Συνασπισμού δεν είναι αμελητέα.  

Η πρόσφατη (Μ. Δευτέρα)  ν-τροπολογία για το ξεπάγωμα της καταβολής τριών δόσεων που θα πήγαιναν στις τράπεζες για την εξόφληση του χρέους τους, είναι απλά μια πράξη του έργου «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει από το πορτοφόλι του ελληνικού λαού».  Πρόσφατα ΠAΣOK και NΔ επιχείρησαν να διαγράψουν τους ανεξόφλητους τόκους των κομματικών δανείων τους από τις τράπεζες και να μειώσουν το επιτόκιό τους από το 8% στο 4%!

Παρά την οικονομική κρίση που εξαθλιώνει μαζικά τους εργαζόμενους, η κρατική χρηματοδότηση στα κοινοβουλευτικά και τα κόμματα της ευρωβουλής στην Ελλάδα είναι από τις υψηλότερες μεταξύ των 27 κρατών της Ε.Ε.. Η υψηλότερη είναι στο Λουξεμβούργο και στην τέταρτη θέση η Ελλάδα. Από τα επίσημα στοιχεία προκύπτει ότι για το 2010 ο δείκτης χρηματοδότησης ανά κάτοικο στη χώρα μας έφτασε τα 4,52 ευρώ με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στα 48, 8 εκατομμύρια ευρώ. Με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα η χρεοκοπημένη Ελλάδα δαπανά για τα κόμματα δυσανάλογα ποσά συγκριτικά με άλλες χώρες με πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και μέχρι οκτώ φορές μεγαλύτερα από άλλες χώρες με τον ίδιο πληθυσμό, όπως η Πορτογαλία, το Βέλγιο και η Ουγγαρία!

Το 2010 τα έξι κόμματα επιχορηγήθηκαν με το προκλητικό ποσό των 48,8 εκατομμυρίων ευρώ. Το 2011 ενίσχυσαν τα κομματικά τους ταμεία με 5,7 εκατ. ευρώ περισσότερα, αύξηση κατά 10% και πλέον, με αποτέλεσμα να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμού κατά 54.018.624 ευρώ!  Η μερίδα του λέοντος ανήκει σε ΠΑ.ΣΟ.Κ και Ν.Δ. που λαμβάνουν τα 38,8 εκατ. ευρώ (21,8 εκ. και 17 εκ. ευρώ αντιστοίχως), ενώ το ΚΚΕ 5,2 εκατ. ευρώ, ο ΛΑΟΣ 4,4 εκατ. ευρώ, ο ΣΥΡΙΖΑ 3,9 εκατ. ευρώ και οι Οικολόγοι Πράσινοι 1,8 εκατ. ευρώ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι εκτός από τις τακτικές παχυλές χρηματοδοτήσεις τα κόμματα δικαιούνται και έκτακτες επιχορηγήσεις σε περιόδους εκλογών, αλλά και επιχορηγήσεις για ερευνητικούς σκοπούς. Αλήθεια ποιο ερευνητικό έργο έχουν να παρουσιάσουν τα κόμματα, κυρίως, της εξουσίας που δαπανούν πακτωλό χρημάτων, όταν ασκούν εξουσία για χίλιες δυο μελέτες, αρκετές εντελώς άχρηστες, για να βολεύονται τα δικά τους golden boys και επιχειρήσεις;

 

ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΤΙ ΣΠΑΤΑΛΗΣ – ΚΟΜΜΑΤΑ Α.Ε.

 

Για να γίνει κατανοητό το διακομματικό πάρτι σπατάλης, αξίζει να θυμηθούμε ότι στα πέντε χρόνια της «σεμνοταπεινής» διακυβέρνησης είχαν συναινέσει στην αύξηση των κρατικών επιχορηγήσεων τους κατά 47%. Από την χωρίς αντιδράσεις ψήφιση του νόμου 3023 το 2002 περί χρηματοδότησης των κομμάτων έως το 2009 η ροή του δημοσίου χρήματος στα κομματικά ταμεία αυξήθηκε κατά 64,8%! Ήταν η «χρυσή περίοδος» που είχαν αποφασίσει να υπολογίζεται το ύψος της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων ανάλογα με το ύψος των τακτικών εσόδων του κράτους με αποτέλεσμα η συνολική κρατική ενίσχυση προς τα κόμματα το 2009 να ανέλθει στο ποσό των 68,2 εκ. ευρώ!

Οι διαπρύσιοι κήρυκες της κρατικής χρηματοδότησης στην υποστηρικτική επιχειρηματολογία τους τονίζουν ότι έτσι περιορίζεται η εξάρτηση των κομμάτων και κατ' επέκταση της πολιτικής από κάθε είδους ιδιωτικά συμφέροντα και ενισχύεται η ποιοτική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα κόμματα εξουσίας μετατρέπονται σε επιχειρήσεις. Οι όροι χρηματοδότησης των κομμάτων είναι ένα από τα «νόμιμα» σκάνδαλα. Οι κρατικές διαφημίσεις σε κομματικά έντυπα όλου του πολιτικού φάσματος είναι άλλη μια κρυφή πλευρά που συνδέεται με τον ρόλο των Μ.Μ.Ε. που εργολαβικά προβάλλουν τα κόμματα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος πνίγοντας κάθε άλλη φωνή και λειτουργώντας ως βασικοί προπαγανδιστικοί μηχανισμοί του συστήματος. Τα ίδια τα κόμματα εξουσίας λειτουργούν ως φυτώρια διαφθοράς. Το κράτος της μίζας, της ρεμούλας, του ρουσφετιού και της συναλλαγής κτίζεται πάνω στα ερείπια του «κράτους – πρόνοιας». Η διαπλοκή κομμάτων και βουλευτών με την οικονομική ελίτ σε ρόλο φανερού ή κρυφού χορηγού  διασφαλίζει τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, διευρύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες, και αυξάνοντας την κοινωνική αδικία και εξαθλίωση.

Η διακίνηση του μαύρου πολιτικού χρήματος, η «χορηγία» από πολυεθνικές, τύπου Siemens  ή αλλιώς οι πολιτικοοικονομικές παρτούζες βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Ποικίλες οι χρηματοδοτήσεις ακόμα και σε είδος και οι χρηματοδότες ως αντιπαροχή για τις παροχές όλων των κυβερνήσεων απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Η δίψα για εξουσία, η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και περιουσίας, η απληστία στη συσσώρευση ακινήτων, ο ανεξέλεγκτος πλουτισμός και ο νεποτισμός, δηλαδή το βόλεμα των δικών τους παιδιών και συγγενών, το ρουσφέτι και η υπεράσπιση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης με νύχια και δόντια είναι δομικάχαρακτηριστικά των κομμάτων εξουσίας.

Τα άλλα κόματα και, κυρίως, της Αριστεράς δεν είναι αθώα, όσο ανέχονται ή και στηρίζουν το σάπιο καθεστώς των κρατικών χρηματοδοτήσεων. Οφείλουν να έχουν ξεκάθαρη στάση αντλώντας δύναμη από τον κόσμο της εργασίας και της βιοπάλης να απεγκλωβιστούν από την μαγεία της κρατικής χρηματοδότησης και να στηριχθούν στις  δυνάμεις του λαού και όχι σε ξένα δεκανίκια και «διευκολύνσεις» του ταξικού αντίπαλου.

Φυσιολογική και αναγκαία η απαξίωση της κυρίαρχης πολιτικής και των επαγγελματιών της πολιτικής. Ό,τι σπέρνουν, θερίζουν. Αλλά μαζί με τα νερά να μην πετάξουμε και το παιδί, δηλαδή την πολιτική. Φυσικά μια άλλη πολιτική υπεράσπισης των δικαιωμάτων και ικανοποίησης των αναγκών του λαού. Η ενεργή συμμετοχή στους καθημερινούς αγώνες, για τα μικρά και μεγάλα προβλήματα του λαού και του τόπου, η σύνδεση με το οργανωμένο κίνημα, την προοπτική της κοινωνικής ανατροπής και την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας με κέντρο τα δικαιώματα και τις ανάγκες των ανθρώπων είναι βασικά στοιχεία μιας αναγκαίας πολιτικοποίησης.

 

21-4-2012

ΟΧΙ λάσπη στο ΟΧΙ!….

ΟΧΙ λάσπη στο ΟΧΙ!….

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Είναι ασύλληπτο το όργιο της λάσπης, που τώρα προεκλογικά εκσφενδονίζεται απ' τους εγκάθετους της φαυλοκρατίας και της εφιαλτοκρατίας, σε βάρος των νέων κομμάτων και των υποψηφίων τους.

Είναι δε τόσο αχαλίνωτος ο οίστρος της διαστροφής, ώστε έφτασαν στο κατάντημα να «παντρέψουν» κομματικά ακόμη και τον Πάνο Καμένο με την κ. Ρεπούση.

Κάνοντας, μάλιστα, τον αδιανόητο συσχετισμό ανάμεσα στο επώνυμο του Γιάννη Δημαρά, που προσχώρησε στους «Ανεξάρτητους Έλληνες», με τη ΔΗΜΑΡ του κ. Κουβέλη, στην οποία ανήκει, όπως λέγεται, η κ. Ρεπούση. Και βέβαια δεν παρέλειψαν να τον ράνουν με τους λεμονανθούς των απαξιωτικών και ειρωνικών χαρακτηρισμών τους…

Για να συμβεί το ίδιο και σχετικά με τη σύμπραξη του «ακροδεξιού» Στέλιου Παπαθεμελή με το «σταλινικό»-όπως τους έχουν «βαφτίσει»-Δημήτρη Καζάκη, στο ΟΧΙ! Το νεοσύστατο, δηλαδή, κόμμα τους.

Και βέβαια τα περί ακροδεξιάς ιδεολογίας και πρακτικής του κ. Παπαθεμελή είναι χονδροειδείς ανοησίες και κακοηθέστατες συκοφαντίες. Γιατί σε όλη τη μακρόχρονη πολιτική του διαδρομή, ο Νέστορας αυτός του ελληνικού κοινοβουλίου ουδέποτε συμβιβάστηκε με το καθεστώς της φαυλοκρατίας και εφιαλτοκρατίας.

Γι' αυτό και βρέθηκε έξω απ' το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και του Γιωργάκη. Και, μετά την εκλογική του συνεργασία με τη ΝΔ, αποστασιοποιήθηκε, δημιουργώντας τη Δημοκρατική αναγέννηση.

Κι όσο για το θρησκευτικό προσανατολισμό του; Σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά ακροδεξιά παρέκκλιση! Το τελείως αντίθετο μάλιστα. Η αληθινή χριστιανική θρησκευτικότητα συνιστά τον δημοκρατικότερο προσανατολισμό!

Γιατί, αξιότιμοι εγκάθετοι, το Ευαγγέλιο είναι το αληθινό και μοναδικό Σύνταγμα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Και όχι τα παμπόνηρα κατασκευάσματα, που χαλκεύουν οι αρχιτέκτονες της καλπονοθείας και της υπουργικής ασυλίας και πάσης άλλης νομικίστικης αλητείας.

Άλλωστε αυτά που είπε ο Μαρξ, στο κομμουνιστικό μανιφέστο του, το 18ο αιώνα, για κοινοκτημοσύνη και δικαιοσύνη, τα είπε το Ευαγγέλιο δεκαοχτώ αιώνες πρωτύτερα. Κι ακόμη πολύ παλιότερα οι προφήτες!

Κι όσο για τον κ. Καζάκη;

Ήταν ο μόνος, που, όταν το καθεστώς της φαυλοκρατίας και εφιαλτοκρατίας έσπερνε τη σύγχυση και την τρομοκρατία, είπε τα πράγματα με τ' όνομά τους. Και «έβαλε τα γυαλιά» στους αερολόγους δημοσιογράφους και τους παρλαπίπες πολιτικάντηδες, που δεν ήξεραν τι έλεγαν και τι έκαναν.

Για να μας δώσει να καταλάβουμε σε ποιο φαύλο κύκλο και ποιο αυτοκτονικό αδιέξοδο μας οδηγούσαν και μας οδηγούν οι αδηφάγοι τοκογλύφοι και οι ντόπιοι εφιάλτες.

Και, αφού λεηλάτησαν τη σοφή του επιστημοσύνη και την πεντακάθαρη σκέψη του, τώρα δεν τον ξέρουν. Και δεν τον καλούν στα διάφορα πάνελ!

Προφανώς, γιατί φοβούνται μήπως αποκαλυφθεί πόση παχυλή άγνοια, εκτός απ' την λωποδυσία και προδοσία, κουβαλούν, κάποιοι βαρύγδουποι τενεκέδες, που φιλοδοξούν να μας κυβερνήσουν.

Κι όσο για το ποιοι είναι οι αληθινοί Έλληνες, που τόσο απασχολεί κάποιους;

Αυτό το είπε ο Ισοκράτης, πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Αλλά και ο πρωτομάρτυρας της λευτεριάς Ρήγας. Ο οποίος απηύθυνε το, ενάντια στην τουρκική βαρβαρότητα, εγερτήριο σάλπισμά του, σε όλους τους βαλκάνιους.

Και βέβαια Έλληνες είναι όλοι εκείνοι, που αγαπούν την Ελλάδα και εργάζονται ο καθένας με τον τρόπο του για το καλό της. Και φυσικά σε καμιά περίπτωση οι αποικιοκράτες τοκογλύφοι και οι δοσίλογοι πολιτικοί απατεώνες, που την ξεπουλάνε…

Ή μήπως Έλληνες και σούπερ-Έλληνες είναι, ακριβώς, οι εκπρόσωποι, της μνημονιακής εφιαλτοκρατίας!

Που, προκλητικά, προβάλλονται απ' τα εξωνημένα ΜΜΕ! Προκειμένου για μια ακόμη φορά να εξαπατήσουν το λαό, για να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν το προδοτικό και καταστροφικό, για την πατρίδα, έργο τους.

Ή μήπως είναι Έλληνες οι ασυνείδητοι και αναίσθητοι ψηφοφόροι, που ακολουθούν των τοκογλύφων τους σωτήρες και της πατρίδας τους ολετήρες! Ή μήπως οι εγκάθετοι του «μαύρου μετώπου», που λασπολογούν ασυστόλως.

Προκειμένου ο λαός να μείνει εγκλωβισμένος στο κρεματόριο, που έχουν χαλκεύσει για την Ελλάδα και τους Έλληνες οι νεοφασίστες και οι νεοναζί της Μέρκελ και του Σαρκοζί!…


παπα-Ηλίας,  Posted Απριλίου 20, 2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/20/…oxi-laspi-sto-oxi….B9/

Το ευρώ ως γραμμή Μαζινό της ολιγαρχίας

Το ευρώ ως γραμμή Μαζινό της ολιγαρχίας

 

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

 

Oι κυρίαρχες δυνάμεις του δικομματισμού και οι τροϊκανοί επικυρίαρχοι σύρθηκαν σε εκλογές με το φόβο του τερματοφύλακα πριν από τα πέναλτι. Αντιλαμβάνονται ότι η προσωρινή άπνοια του λαϊκού κινήματος είναι μόνο η σιωπή πριν από την επόμενη θύελλα. Τα λαϊκά στρώματα υπολογίζουν, όχι αβάσιμα, ότι σ' αυτές τις εκλογές η ψήφος μπορεί να γίνει φονική σαν σφαίρα, κάτι που συμβαίνει μια φορά στα πενήντα χρόνια σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού.

Μια σιωπηλή εξέγερση της κάλπης, που θα οδηγήσει σε πολιτικό λιντσάρισμα του μνημονιακού πολιτικού κόσμου, δεν μπορεί βέβαια, σ' αυτή τη φάση, να λύσει το θέμα της διακυβέρνησης προς όφελος του λαού. Μπορεί όμως να αποδιοργανώσει το αστικό πολιτικό σύστημα, να προκαλέσει παραλυτική όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό των ελληνικών και ευρωπαϊκών κέντρων, να ισχυροποιήσει σοβαρά τον λαϊκό παράγοντα και την Αριστερά. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενισχύσει την πιθανότητα πραγματικών, και όχι κάλπικων, εξεγέρσεων από τον Ιούνιο και μετά, όταν αρχίσει ο καταιγιστικός βομβαρδισμός της Εφορίας και των νέων, βάρβαρων μέτρων που έχουν ήδη προαναγγελθεί.

Ωστόσο οι λογικές ως ένα βαθμό προσδοκίες δεν δικαιολογούν άγνοια κινδύνου – άλλωστε, τα θηρία γίνονται δέκα φορές πιο επικίνδυνα όταν τραυματίζονται και εγκλωβίζονται. Η τεχνητή δημιουργία κλίματος ανωμαλίας, χάους και ιδεολογικής τρομοκρατίας βρίσκεται πάντα στην ημερήσια διάταξη, έστω κι αν οι μηχανορράφοι κινδυνεύουν να καούν οι ίδιοι από την πυρκαγιά που ετοιμάζουν. Ίσως μάλιστα παρόμοια σενάρια να είχαν ήδη δρομολογηθεί αν η αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα και η παρ'ολίγον δολοφονία του Μάριου Λώλου δεν είχαν προκαλέσει τόση συγκίνηση, καταδικάζοντας σε αποτυχία και τις απόπειρες εκτροπής της λαϊκής οργής στους συνήθεις αποδιοπομπαίους τράγους, μετανάστες και απεργούς. Εν αναμονή καλύτερων ιδεών και ευκαιριών, οι κυρίαρχες δυνάμεις επιχειρούν να ανασυνταχθούν στη «γραμμή Μαζινό» του αστισμού, τον ευρωπαϊσμό, θέτοντας ως καθοριστικό διακύβευμα των εκλογών το δίλημμα: Ευρώ ή χάος.

Όπως είναι γνωστό, στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί κατάφεραν να τσακίσουν τους Γάλλους μέσα σε ενάμιση μήνα χωρίς να δώσουν καμία μάχη πάνω στη φοβερή και τρομερή γραμμή Μαζινό- την παρέκαμψαν μέσω Ολλανδίας, Βελγίου και δάσους των Αρδεννών. Σήμερα, η μαχόμενη Αριστερά δεν διαθέτει την πολυτέλεια της παράκαμψης γιατί το θέμα του ευρώ ορθώνεται αναγκαστικά μπροστά μας όχι από κάποια αντιιμπεριαλιστική ή εθνικιστική ιδεοληψία, αλλά από την ίδια την πραγματικότητα της κρίσης στην ευρωζώνη. Από την άλλη πλευρά, η ριζοσπαστική και κομμουνιστική Αριστερά δεν έχουν κανένα λόγο να συγκεντρώσουν όλη τη δύναμη πυρός πάνω στο πιο ευνοϊκό για τον αντίπαλο πεδίο. Οφείλουν να δώσουν τη μάχη του ευρώ με τον αστισμό στο πλαίσιο μιας συνολικής πρότασης για την αντιμετώπιση της κρίσης, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη δημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας προς όφελος των εργαζομένων, στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να τονισθεί είναι ότι ο «κίνδυνος» να φύγουμε από το ευρώ λόγω «εκλογικού ατυχήματος» αποτελεί εκφοβιστικό τρικ του δικομματισμού, αντάξιο πολιτικών παπατζήδων. Από τη μία πλευρά, οι δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη- ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής, Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, μικρότερες αριστερές οργανώσεις- απέχουν πολύ από το να διεκδικούν την κυβερνητική και πολύ περισσότερο την πραγματική εξουσία, έστω κι αν το ποσοστό του κόσμου που υποστηρίζει την απαλλαγή από τον ευρωζουρλομανδύα ξεπερνά κατά πολύ την εκλογική τους βάση. Από την άλλη, οι κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ ουδεμία θεσμική δυνατότητα διαθέτουν να εξοστρακίσουν από την ευρωζώνη μια χώρα αν η ίδια δεν έχει αποφασίσει να αποχωρήσει. Μπορούν βεβαίως να αλλάξουν δικτατορικά το θεσμικό πλαίσιο, αλλά αυτό θα προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, θα κλιμακώσει ανεξέλεγκτα τη σοβούσα κρίση του ευρώ και πιθανότατα θα προκαλέσει διάσπαση της ίδιας της Ένωσης. Η Ελλάδα θα φύγει από το ευρώ μόνο με δική της κυρίαρχη απόφαση, είτε όταν η ηγεμονική μερίδα του κεφαλαίου βρεθεί σε αδιέξοδο, είτε (όπως θα θέλαμε εμείς) όταν η λαϊκή πλειοψηφία πεισθεί από την ίδια της την πείρα για την αναγκαιότητα της ρήξης.

Μια επαναστατική Αριστερά, αντάξια των σκοπών και του μέλλοντός της δεν μπορεί να αισθάνεται ερωτευμένη ούτε με το ευρώ, ούτε με τη δραχμή. Ιστορικός της ορίζοντας είναι ένα σύστημα οργανωμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης, που θα μειώνει το ρόλο των εμπορευματικών- χρηματικών σχέσεων μέχρι την πλήρη εξάλειψή τους. Φυσικά, πρόκειται για μακροπρόθεσμο στρατηγικό στόχο, που δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη, αλλά αυτό δεν τον καθιστά θρησκευτικό «εικόνισμα». Αντίθετα, νοηματοδοτεί άμεσες, τακτικές επιδιώξεις που πρέπει να βρουν τη θέση τους σε ένα αριστερό, αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της κρίσης με πυρήνα την προστασία και διεύρυνση του δημόσιου αγαθού. Για παράδειγμα: Δωρεάν μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς για τον εργατικό πληθυσμό, τους ανέργους και τους φοιτητές, δωρεάν, καθολική πρόσβαση στο Ίνερνετ, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, εθνικοποίηση στον τομέα του φαρμάκου, διατίμηση και επιδότηση βασικών ειδών διατροφής κ.α.

Μεσοπρόθεσμα, στην κλίμακα μιας μεταβατικής, εργατικής – λαϊκής εξουσίας, μια διεθνιστική Αριστερά δεν νομιμοποιείται να επενδύσει προνομιακά στο εθνικό νόμισμα υπό το πρίσμα της απόσυρσης από το διεθνή καταμερισμό εργασίας στο ιγκλού της "αυτοδύναμης ανάπτυξης" και του εμπορικού πολέμου με τις άλλες χώρες. Ειδικά για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, η προοπτική του σοσιαλισμού θα γινόταν αφάνταστα πιο εύκολη στο πλαίσιο μιας ισότιμης ένωσης εθνών, με μεταβιβάσεις πόρων προς τις φτωχότερες περιοχές, μεταφορά τεχνογνωσίας και εξειδίκευση στη βάση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Το να περιμένει, όμως, κανείς να μεταβληθεί το σημερινό ευρωσφαγείο των μισθωτών σε παραδεισένια Ένωση ισότιμων εθνών χωρίς επαναστατικές ανατροπές είναι μεγαλύτερη αφέλεια από το να περιμένει τον Άγιο Βασίλη. Για να ενωθούμε, πρέπει πρώτα να χωρίσουμε γιατί αυτό επιβάλλει όχι η ιδεολογική καθαρότητα κάποιας σέχτας, αλλά η ανάγκη επιβίωσης του ελληνικού λαού. Εδώ η αντίφαση των αριστερών ευρωπαϊστών είναι αξεπέραστη: Λένε όχι στο Μνημόνιο, ναι στη στάση πληρωμών- αλλά επιμένουν ότι όλα αυτά μπορεί να γίνουν στο πλαίσιο του ευρώ και της ΕΕ. Πιστεύουν αλήθεια ότι η  Μέρκελ, ο Σαρκοζί (ή ο Ολάντ) και ο Ντράγκι θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να τους φεσώσει χωρίς κυρώσεις- π.χ χωρίς να κόψουν τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα προγράμματα στήριξης, χωρίς να δεσμεύσουν τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, χωρίς να διώξουν την Ελλάδα από όλα τα όργανα αποφάσεων της Ένωσης, χωρίς μ' άλλα λόγια να πυροδοτήσουν μια συνολική ρήξη που αναγκαστικά θα οδηγήσει τη χώρα εκτός ευρωζώνης και εκτός ΕΕ; Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε μία στο εκατομμύριο πιθανότητα να γίνει κάτι τέτοιο, η παραμονή στο ευρώ θα ακύρωνε με μεμιάς όλα σχεδόν τα πλεονεκτήματα της στάσης πληρωμών: Τη δυνατότητα να κόβουμε χρήμα στο Εθνικό Νομισματοκοπείο για να καλύψουμε, στη δύσκολη μεταβατική περίοδο, το πρωτογενές έλλειμμα και την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος για την ανόρθωση της παραγωγικής βάσης, του τουρισμού και των κατασκευών.

Εν κατακλείδι: Η έξοδος από την ευρωζώνη (μαζί με τη στάση πληρωμών, την εθνικοποίηση των τραπεζών και την αναδιανομή του πλούτου) αποτελεί κόκκινη γραμμή για μια μαχόμενη αριστερή απάντηση στην κρίση όχι γιατί μας παρασύρουν ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος και τα αστικά συγκροτήματα, αλλά γιατί μας επιβάλλεται από την ίδια την πραγματικότητα. Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς που συγκλίνουν, έστω και από διαφορετικές στρατηγικές αφετηρίες, σε ένα τέτοιο πρόγραμμα οφείλουν να συμπαραταχθούν σε ενιαίο μέτωπο, στις εκλογές και κυρίως μετά από αυτές, δίνοντας πολιτική προοπτική και αυτοπεποίθηση στα λαϊκά στρώματα που αγωνιούν και υποφέρουν. Ιδιαίτερα οι δυνάμεις που βρέθηκαν στα ίδια χαρακώματα από το Δεκέμβρη του 2008 και μετά (και υπέστησαν γι αυτό πολιτικό λιντσάρισμα από το κατεστημένο) δεν έχουν καμμία δικαιολογία να συνεχίσουν να βαδίζουν χωριστά. Η τρομερή συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου σ' αυτή την τόσο σκληρή εποχή δεν μας αφήνει την πολυτέλεια να επιλέγουμε τελικά το σωστό, μόνο αφού έχουμε εξαντλήσει όλη τη γκάμα των λανθασμένων επιλογών.

 

* ΠΗΓΗ: το ΠΡΙΝ στις 8-4-2012. Το είδα: http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=7443:2012-04-15-07-48-28&catid=72:dr-ekdilosis&Itemid=279

Το δίκαιο θα δεσπόζει οσονούπω

Το δίκαιο θα δεσπόζει οσονούπω

 

Της Στεφανίας Λυγερού

 

Μέχρι χθες το άδικο, το ευτελές, το χυδαίο, δέσποζε. Και το αστείο είναι ότι ενώ σε κανέναν δεν άρεσε αυτή η κατάσταση, ενώ κανείς δεν συμφωνούσε, ενώ κραύγαζε ότι ήταν λάθος, την τρώγαμε στη μάπα αδιαμαρτύρητα (κι ως εκ τούτου τη συντηρούσαμε) ως κάτι το θέσφατο! Σαν να μην μπορούσε να εφαρμοστεί το σωστό, σαν το σωστό να ήταν ουτοπία..

Ευτυχώς το άδικο μάς έπνιξε για να μας κάνει να μην μπορούμε να συμβιβαστούμε με κατιτίς λιγότερο από το απολύτως δίκαιο, κατιτίς λιγότερο από το απόλυτα σωστό.

Πώς επικράτησε η καφρίλα; Τέθηκε!

Πώς θα επικρατήσει το δίκαιο; (Το δίκαιο έχει μεγαλύτερη δύναμη από το άδικο. Για να περάσεις ως κανόνα το άδικο πρέπει να καταβάλλεις μεγάλες -μουλωχτές- προσπάθειες. Για να επιβάλλεις το δίκαιο αρκεί να το…) φανερώσεις!

Παράδειγμα.. Η οικογένεια του αείμνηστου Μητροπάνου αρνήθηκε κηδεία δημοσία δαπάνη…

Το σωστό ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ… ποιος θα τολμήσει από τούδε και στο εξής να απαιτήσει (και/για να διατηρήσει) το (μπαστακωμένο ως σωστό) λάθος;

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ούννοι ξαφνικά θα αποκτήσουν ήθος, όχι, οι ούννοι ούννοι θα παραμείνουν, απλώς δεν θα τους παίρνει.. Δεν θα αποτολμήσει ουδείς ξανά να απαιτήσει (πρωτίστως να ζήσει κι ως επακόλουθο αυτού) να κηδευτεί δημοσία δαπάνη.

Ο δίκαιος άνθρωπος, που μέχρι χθες ήταν απομονωμένος γιατί δεν μπορούσε να αντέξει το κακώς καμωμένο σύστημα, σήμερα θα βγει μπρος!! Αυτός θα φαίνεται και μαζί μ' αυτόν θα αναδεικνύεται/φανερώνεται και το σωστό.

Έτσι θα έρθουν τα πάνω κάτω και το δίκαιο θα δεσπόζει οσονούπω.

Κι όταν το δίκαιο δεσπόζει θα προκαλεί όνειδος, θα επισύρει την κατακραυγή, αυτός που δεν θα το τηρεί ευλαβικά. (Ο κάφρος θα αναγκαστεί να πράττει το σωστό ειδαλλιώς θα εξευτελίζεται, θα στιγματίζεται ώσπου να παραγκωνιστεί. Η σειρά του να μπει στην απομόνωση.)

 

Ας μιλήσουμε «συνολικά» με αφορμή τις εκλογές

Ας μιλήσουμε «συνολικά» με αφορμή τις εκλογές στις 6 Μάη 2012

 

Των Αντώνη Ναξάκη και Παναγιώτη Μπούρδαλα

 

Το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται εδώ και 30 χρόνια σε μια βαθιά κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης. Αδυναμίας δηλαδή των κεφαλαίων να επενδυθούν παραγωγικά και κερδοφόρα στην παραγωγή προϊόντων (υλικών και άϋλων).

Η κρίση αυτή εμφανίζεται ως κρίση χρέους και πήρε οξυμμένη μορφή μέχρι τώρα στη περιφέρεια του «παγκομιοποιημένου» καπιταλισμού (Ασία, πρώην Σοβιετική Ένωση, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική, κ.λ.π.). Σήμερα ξέσπασε με βιαιότητα μέσα στον πυρήνα των δυτικών χωρών (ΗΠΑ, Ευρωζώνη).

Βαθύτερη αιτία αυτής της κρίσης είναι η εξάντληση της κερδοφορίας του κεφαλαίου με βάση το παραγωγικό καπιταλιστικό παράδειγμα που αναδύθηκε στα μέσα του  20ου αιώνα. Η εμφάνιση αυτού του παραδείγματος στηρίχτηκε:

– Στην παγκόσμια χρήση των επιστημονικών αποτελεσμάτων της 2ης βιομηχανικής επανάστασης (ηλεκτρισμός, μηχανές εσωτερικής καύσης, χημική βιομηχανία, σταθερή τηλεφωνία, κ.λ.π.).

– Στις καταστροφές παραγωγικών μέσων, εργατικής δύναμης και υποδομών που πραγματοποίησαν οι δύο ιμπεριαλιστικοί παγκόσμιοι πόλεμοι του προηγούμενου αιώνα.

– Στην εμφάνιση ενός νέου τρόπου παραγωγής που ονομάστηκε τεηλορ-φορτντισμός (εργαλειομηχανές εν σειρά), μέθοδος που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 απογείωσε την παραγωγικότητα της εργασίας και την κερδοφορία του κεφαλαίου.

– Στο κοινωνικό συμβόλαιο (κευνσιανισμός) που αναγκάστηκε το κεφάλαιο (λόγω της ταξικής πάλης) να παραχωρήσει στις δυνάμεις της εργασίας, μέσω του οποίου αναπτύχτηκαν τα δημόσια συστήματα (παιδείας, υγείας, ασφάλισης, σύνταξης, κ.λ.π.) και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Το προηγούμενο λοιπόν καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικής ηγεμονίας λειτούργησε «καλά» για 30 χρόνια μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 το μοντέλο αυτό άρχισε να μπαίνει σε κρίση. Η καπιταλιστική απάντηση δεν άργησε. Αρχές της δεκαετίας του 1980 το καπιταλιστικό σύστημα διαμόρφωσε και συστηματοποίησε την αντίδρασή του. Σκοπός του ήταν η πλήρης ξεθεμελίωση του προηγούμενου μοντέλου και η έλευση ενός νέου που θα αποκαθιστούσε την «απρόσκοπτη» κερδοφορία του κεφαλαίου και όχι μόνο. Για τον σκοπό αυτό επιλέχτηκαν τα παρακάτω μέσα:

– Πλήρης και ανεμπόδιστη κυκλοφορία των κεφαλαίων χωρίς κανένα περιορισμό από εθνικά ή άλλα σύνορα. Η πορεία αυτής της κίνησης είναι που δημιούργησε την συνεχόμενη παγκόσμια κερδοσκοπική φούσκα και οδηγεί σήμερα τις κρίσεις χρέους.

– Κατάργηση των προστατευτικών δασμών στην κυκλοφορία κάθε είδους προϊόντων. Μέσω αυτού οι μικρές παραγωγές υλικών και άϋλων προϊόντων συντρίφτηκαν, όπως και οι χώρες βάσει των οποίων η μικρή παραγωγή συγκροτούνταν.

– Πλήρης απελευθέρωση του εμπορεύματος εργασία από κάθε προστασία. Για το σκοπό αυτό σπρώχτηκαν μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα φτηνής εργατικής δύναμης προς τη δύση, οδήγησαν και οδηγούν το εργατικό δίκαιο στις ατομικές συμβάσεις εργασίας (νομικό καθεστώς δουλοπαροικίας), και σπρώχνουν στην μετανάστευση την υψηλού επιπέδου εργασία (δέστε μετανάστευση πτυχιούχων από τη χώρα μας και απ' όλο τον  ευρωπαϊκό νότο).

– Πλήρης εμπορευματοποίηση όλων των μέχρι σήμερα δημόσιων υπηρεσιών, είτε είναι δωρεάν, είτε όχι: Παιδεία, Υγεία, Ασφάλιση, Σύνταξη, Ενέργεια, Νερό, Λιμάνια, Δρόμοι, κλπ. Με την έννοια «πλήρης εμπορευματοποίηση» εννοούμε την μετατροπή τους σε καπιταλιστικά προϊόντα που τίθενται σε παγκόσμια εμπορευματική κυκλοφορία.

Η υλοποίηση των παραπάνω πολιτικών, που εκπορεύεται από μια υπερεθνική ελίτ, χρειάζεται τα αντίστοιχα παγκόσμια όργανα (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΠΟΥ, Διεθνείς Οίκοι αξιολόγησης, ΕΕ, κ.λ.π.) για την συστηματοποίηση και επιβολή της. Έτσι το εθνικό κράτος, που σε μια άλλη φάση αποτελούσε όργανο ανάπτυξης του καπιταλισμού, σήμερα αποτελεί εμπόδιό της. Γι' αυτό τα εθνικά κράτη αποδυναμώνονται και μετατρέπονται σε αστυνομικά όργανα υλοποίησης των παραπάνω πολιτικών. Είναι φανερό πως σήμερα η απαίτηση για οικονομική και πολική αυτονομία σε επίπεδο εθνικού κράτους συναντάει και συμπληρώνει το παλιό αίτημα για άμεση δημοκρατία σε επίπεδο περιφέρειας, δήμου, κλπ. Με άλλα λόγια εάν δεν έχεις σχετική αλλά ουσιαστική αυτονομία, πολιτική και οικονομική, σε επίπεδο εθνικού κράτους, πως θα έχεις στα άλλα επίπεδα;

Το καπιταλιστικό σύστημα είναι φύσει επαναστατικό. Επαναστατικοποιεί συνεχώς και αδιαλείπτως τις παραγωγικές δυνάμεις με δύο στόχους:

α) Μετατρέπει στο διάβα του τα πάντα σε εμπορεύματα (υλικά και άϋλα). Με άλλα λόγια μετατρέπει όλες τις σχέσεις ανθρώπου με άνθρωπο και φύσης – ανθρώπου σε καπιταλιστικά εμπορεύματα που θα κυκλοφορούν ελεύθερα.

β) Δημιουργεί στην πορεία αυτή τέτοιες προϋποθέσεις, ώστε να μη μπορεί να συγκροτηθεί η εργασία ως συλλογικός αντίπαλός του (έτσι εννοούν το τέλος της ιστορίας).

Που στηρίζει όμως τις ελπίδες του το καπιταλιστικό σύστημα πως οι παραπάνω πολιτικές θα μπορέσουν τελικά να υλοποιηθούν παρά τις αντιδράσεις των δυνάμεων της εργασίας παγκόσμια; Όχι μόνο βέβαια στο γεγονός ότι οι κρίσεις-οξύνσεις εμφανίζονται ως ιός που σήμερα χτυπάει την Ευρώπη και πριν διαδοχικά Ασία, Λατινική Αμερική, Ανατολικές Χώρες, Βαλκάνια, κ.λ.π..

Η ελπίδα τους κρύβεται σε γρήγορη εφαρμογή σε βάθος και πλάτος (παγκόσμια) των αποτελεσμάτων της λεγόμενης τρίτης βιομηχανικής επανάστασης. Πληροφορική τεχνολογία, βιοτεχνολογία, νανομηχανική, νέοι τρόποι παραγωγής ενέργειας, κ.λ.π., καλούνται να δώσουν παραγωγική διέξοδο στα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια, συνεπικουρούμενα βέβαια με το σύνολο αναδιαρθρωτικών πολιτικών που πριν περιγράψαμε. Όλα τα παραπάνω, στο βαθμό που δεν επαρκούν, συνοδεύονται από τοπικούς (Ιράκ, Αφγανιστάν), περιφερειακούς (Βαλκάνια, Βόρεια Αφρική) πολέμους,  και σε τελευταία ανάλυση αν χρειαστεί, θα ενισχυθούν με ευρύτερο πόλεμο.

Βρισκόμαστε λοιπόν εν μέσω μιας παγκόσμιας αναδιάρθρωσης (αλλαγής παραδείγματος παραγωγής, κατανάλωσης και διαχείρισης του ανθρώπινου χρόνου) του καπιταλιστικού συστήματος, που στο διάβα της καταστρέφει τις δυνάμεις της εργασίας, κράτη, πολιτισμικές ταυτότητες και τεράστια τμήματα του ίδιου του κεφαλαίου.

Βεβαίως σ' αυτή την πορεία (πριν, σήμερα και αύριο) αναπτύσσεται έντονος ανταγωνισμός διάφορων ισχυρών  ιμπεριαλιστικών «μπλόκ». Αλλά ο ανταγωνισμός δεν αφορά την πορεία αλλαγής υποδείγματος του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά την κατάκτηση καλύτερων θέσεων για την επόμενη μέρα.

Είναι φανερό πως:

– Η ζωντανή εργασία δεν έχει κανένα συμφέρον να καταργηθεί ως συλλογικός αντίπαλος κανενός κοινωνικού συστήματος, πολύ δε περισσότερο έναντι ταξικών εκμεταλλευτικών συστημάτων.

– Οι λαοί δεν έχουν κανένα συμφέρον να απαλλοτριώσουν τις πολιτισμικές τους ταυτότητες έναντι οιουδήποτε τρόπου κοινωνικής οργάνωσης.

– Οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν έχουν κανένα συμφέρον να απεμπολήσουν το δικαίωμά τους να αυτοκαθορίζονται σε επίπεδο εθνικού κράτους, περιφέρειας, δήμου, κοινότητας, ομάδας πολιτών, κλπ.

Είναι φανερό πως η χώρα επιλέχτηκε μέσα από το στενό κύκλο χωρών της ΕΕ ως πειραματόζωο εφαρμογής του νέου καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Ολόκληρος ο δημόσιος και ιδιωτικός πλούτος, αγαθά και υπηρεσίες, εμπορευματοποιούνται και τίθενται ως εμπορεύματα προς χρήση – ιδιοκτησία στον παγκόσμιο χώρο εμπορευματικής κυκλοφορίας. Η εργασία επίσης, χωρίς καμιά προστασία και στη βάση ατομικών συμβάσεων, αποκτά καθεστώς δουλοπαροικίας, όχι στα πλαίσια του φεουδαρχικού τιμαρίου, αλλά στα πλαίσια του παγκόσμιου φεουδαρχικού χωριού. Νέου τύπου επιστάτες και προαγωγοί των φεουδαρχών αναπτύσσονται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Εταιρείες ενοικίασης εργαζομένων, είσπραξης φόρων, σύλληψης παραβατών, κατασχέσεων, κ.λ.π., είναι το νέο φρούτο που ενδημεί παντού. Αλλά και τα συναισθήματα, οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις, ακόμα και τα όνειρα πωλούνται και αγοράζονται με τον ίδιο τρόπο.

Το παραπάνω μοντέλο υποβοηθούμενο αποφασιστικά από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα παράγει και αναπαράγει συνεχώς διακριτά ατομικά προσόντα και δεξιότητες (προεπαγγελματικά και μεταεπαγγελματικά), που πιστοποιούνται διαρκώς και εκ των υστέρων, πράγματι μπορεί να επιφέρει αποφασιστικά χτυπήματα στη συλλογική εργατική δύναμη, τη μόνη αντίπαλο του καπιταλισμού (πλην των αντιφάσεών του).

Η αντιμετώπιση της παραπάνω εφιαλτικής εικόνας προφανώς δεν είναι κάτι εύκολο. Εξάλλου αυτό καταγράφεται στη σύγχυση, στον κατακερματισμό, στην αδυναμία και στην ανυποληψία των πολιτικών δυνάμεων (ιδιαίτερα της αριστεράς), αλλά και του συνόλου των εργαζομένων που θέλουν να την αντιπαλέψουν.

Με άλλα λόγια η δυνατότητα του καπιταλιστικού συστήματος στο να εξαπολύει μιας τέτοιας έκτασης και βάθους επίθεση ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας, στον άνθρωπο και γενικότερα τη φύση, δείχνει αντίστοιχη αδυναμία των αντιπάλων του. Επομένως όσοι προσπαθούν να εκφέρουν «λόγω και έργω» για την αντιμετώπιση της κατάστασης από την πλευρά των αντιπάλων του καπιταλισμού, πρέπει αφ' ενός να αισθάνονται την μικρότητά τους και αφ' ετέρου να αντιλαμβάνονται ότι χρειαζόμαστε τα στοιχειώδη (τα ελάχιστα), που όμως είναι αναγκαία και ικανά να βάλουν την ελληνική κοινωνία σε άλλο δρόμο, χωρίς να απαιτούν την επίλυση όλων των πιθανών προβλημάτων του άλλου δρόμου εκ των προτέρων.

Η αλλαγή της καθημερινότητας μέσω μιας ριζικής αλλαγής του τρόπου παραγωγής, κατανάλωσης και διαχείρισης του χρόνου είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους τους λαούς. Επομένως η κρίση ανεξάρτητα από τις οξύνσεις της ή τις υφέσεις της θα είναι στην ημερήσια διάταξη των ευρωπαϊκών (και όχι μόνο) κοινωνιών, ώστε να ολοκληρωθεί το νέο καπιταλιστικό παράδειγμα.

Καθήκον των πληττόμενων στρωμάτων κάθε χώρας είναι η ανατροπή των επιδιωκόμενων αλλαγών στην χώρα τους. Όπως το καπιταλιστικό σχέδιο αναπτύσσεται χρησιμοποιώντας λαούς ως πειραματόζωα και παραδείγματα για τους άλλους, έτσι και οι λαοί που δέχονται πρώτοι την επίθεση, με την αντίστασή τους, θα αποτελέσουν παράδειγμα για τους υπόλοιπους. Αντίσταση για τον ελληνικό λαό σήμερα και παράδειγμα για τους άλλους λαούς είναι να τσακίσει τα βασικά όπλα εξάπλωσης της καπιταλιστικής πολιτικής, δηλαδή να διαγράψει μονομερώς το κατασκευασμένο χρέος, να αποκτήσει κυριαρχία στο νόμισμα συναλλαγών του (έξοδος από την ΟΝΕ), να φρενάρει τη δυνατότητα του ΠΟΕ (Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου), της Παγκόσμιας Τράπεζας, κ.λ.π., να επιβάλλουν πολιτικές για τη χώρα.

Η αναγκαιότητα ενός παλλαϊκού μετώπου για να γίνει κάτι τέτοιο είναι πασίδηλη. Γιατί βεβαίως το να διαγράψεις το χρέος, να αποκτήσεις εθνικό νόμισμα, να εθνικοποιήσεις τις τράπεζες, να κάνεις ανακατανομή του πλούτου και δημόσιες επενδύσεις, δεν αποτελούν πολιτικές σοσιαλιστικού χαραχτήρα, πολύ δε περισσότερο πολιτικές ριζικής αλλαγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι πολιτικές που επιτρέπουν σε ένα λαό στοιχειωδώς να υπερασπίσει την ύπαρξή του.

– Στο κοινωνικό επίπεδο συμφέρον σήμερα για μια τέτοια πολιτική έχουν όλα τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις, πλην της απολύτως εξαρτημένης και κατά κύριο λόγο «μεταπρατικής» αστικής τάξης της χώρας και των οργάνων της (ΜΜΕ, πολιτικό σύστημα, κ.λ.π.).

– Στο πολιτικό επίπεδο είναι απολύτως απαραίτητη η ενότητα των πολιτικών δυνάμεων που μέσα από τους δικούς τους ξεχωριστούς δρόμους κατέληξαν στην ίδια αναγκαία και ικανή συνθήκη για να αλλάξει δρόμο η χώρα.

Άρα η ενότητα αφορά αυτούς που αποδέχονται το «ελάχιστα αναγκαίο και ικανό» και όχι την ψευδεπίγραφη και θολή «ενότητα της αριστεράς».  

Σε αυτό το σημείο πρέπει να παρατηρήσουμε πως η ελληνική πολιτική και κοινωνική σκηνή, εμφανίζει όλη της την τραγικότητα. Πολιτικά, σχηματισμοί όπως ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής, Αριστερό ρεύμα ΣΥΡΙΖΑ, ΕΠΑΜ, και χιλιάδες ανένταχτοι έχουν καταλήξει στα ίδια ελάχιστα προαπαιτούμενα, αλλά αδυνατούν να συγκροτήσουν Μέτωπο ακόμα και μεταξύ τους! Κοινωνικά, ο λαός αρνείται όλα τα μέτρα της καπιταλιστικής μετάλλαξης, αλλά θέλει το Ευρώ!

Είναι φανερό πως και σε επίπεδο πολιτικών υποκειμένων και σε επίπεδο λαού κινδυνεύουμε να γίνουμε μοιραίοι τριών χιλιάδων χρόνων ιστορίας. Με το τελευταίο εννοούμε πως, αν ο ελληνικός λαός αποδεχτεί τελικά την πορεία αλλοτρίωσής εντός μιας ΕΕ, όπου το ιμπεριαλιστικό κέντρο του Βορρά θα ελέγχει τις εξαθλιωμένες μάζες της Νότιας Ευρώπης, μεγάλου τμήματος της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, τότε κινδυνεύει με εξαφάνιση ο διαχρονικός πολιτισμός της Ανατολικής Μεσογείου, που έχει πολλά να δώσει ακόμα στην πορεία απελευθέρωσης του ανθρώπου.

Στο ερώτημα βέβαια όλων μας για το τι πρέπει να κάνουμε ώστε να απελευθερωθούμε από την θηλιά που μας έχουν φορέσει, έχουν εκφραστεί άλλες τρεις απόψεις, εκτός απ' αυτή που πριν αναλύσαμε.

– Η πρώτη είναι αυτή που εφαρμόζεται δύο χρόνια τώρα και στηρίζεται στο δόγμα της πιστής εφαρμογής των απαιτήσεων των δανειστών. Η άποψη αυτή πιστεύει πως κάποτε θα φτάσουμε τον «πάτο του πηγαδιού» και από εκεί και πέρα θα αρχίσει μια σταδιακή βελτίωση. Βέβαια η άποψη αυτή πιστεύει και  στηρίζει με κάθε τρόπο τις μέχρι τώρα συμμαχίες της χώρας με την ιμπεριαλιστική δύση.

– Η δεύτερη πιστεύει πως πρέπει να διατηρήσουμε την συμμαχία με την δύση σε όλα τα επίπεδα (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΠΟΕ, ΠΟΥ, ΔΝΤ, κ.τ.λ.), αλλά επειδή η Δύση και ιδιαίτερα η ΕΕ δεν μπορεί να μας εγκαταλείψει γιατί θα καταρρεύσει η ίδια, είναι δυνατόν να την εκβιάσουμε για μια βιώσιμη συμφωνία. Η άποψη αυτή θέλει την κατάργηση των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων και προτείνει στάση πληρωμών προς τους δανειστές για 3-5 χρόνια, και μετά την ανάκαμψη της χώρας, νέα διαπραγμάτευση μαζί τους. Πιστεύει μάλιστα ότι αυτά μπορούν να γίνουν εντός της ΟΝΕ και της ΕΕ. Η άποψη όμως αυτή αδυνατεί να απαντήσει ξεκάθαρα στο «τι πρέπει να κάνουμε» εάν οι δανειστές δεν υποχωρήσουν, αλλά αντίθετα περάσουν σε άμεσο εκβιασμό με όλα τα μέσα που διαθέτουν.

– Η τρίτη άποψη πιστεύει πως εδώ και τώρα πρέπει να φύγουμε από όλες τις συμμαχίες που έχουμε ως χώρα με την Δύση. Να διαγράψουμε το χρέος. Να κρατικοποιήσουμε τα μονοπώλια. Το κράτος να αναλάβει την παραγωγή και το μοίρασμα του πλούτου. Ένα σύστημα δηλαδή σχεδιοποιημένης κρατικής οικονομίας όπως στην πρώην Σοβ. Έν.. Η άποψη αυτή δεν παίρνει υπόψη της ότι το μοντέλο αυτό κατέρρευσε όπου εφαρμόστηκε, χωρίς να υπάρξει έως τώρα κριτική απάντηση, ούτε ένα νέο πειστικό όραμα για την αντικατάστασή του.

Η άποψη που εμείς αναπτύξαμε, θεωρεί πως η διαγραφή του χρέους, η έξοδος από την ΟΝΕ, η εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών, των βασικών τομέων της οικονομίας και η αναδιανομή του πλούτου, είναι τα απολύτως αναγκαία και ικανά για πορεία ανατροπής της «νέας κατοχής».

Μια τέτοια πολιτική θα απελευθερώσει τον δανεισμό της χώρας και τους τρόπους δανεισμού. Θα δώσει την δυνατότητα ανάπτυξης του πρωτογενή (αλλά και του δευτερογενή) τομέα, των εξαγωγών, αλλά και της εσωτερικής αγοράς. Έτσι θα αποκτηθεί στοιχειώδης οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία, απαραίτητος όρος ύπαρξής μας ως κρατική οντότητα. Απαντάει επίσης στο ερώτημα τι πρέπει να είναι η ΕΕ, ομοσπονδία ή συνομοσπονδία, με προφανή απάντηση υπέρ της συνομοσπονδίας.

Κατανοούμε βεβαίως πως το άνοιγμα του παραπάνω δρόμου θα μας φέρει σε σύγκρουση, όχι μόνο με την ΟΝΕ, αλλά και με την ΕΕ. Ξέρουμε όμως πως αυτό που γίνεται σήμερα στην ΕΕ δεν αφορά μόνο εμάς, αλλά είναι μια πορεία αποικειοποίησης των περισσοτέρων χωρών από το βόρειο ιμπεριαλιστικό κέντρο. Είναι σίγουρες λοιπόν οι γενικευμένες αντιδράσεις σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο.

Η μη προβολή της άμεσης διάλυσης αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχει να κάνει με έλλειψη κατανόησης για την αναγκαιότητα σύγκρουσής μας με αυτήν, αλλά με ζητήματα ανάπτυξης ευρύτερων συμμαχιών.

Είναι επίσης φανερό πως η άποψή μας δεν προβάλλει την εδώ και τώρα ανατροπή του καπιταλισμού. Αυτό είναι ένα ζήτημα ανοικτό εντός του δρόμου που προτείνουμε. Γιατί σήμερα δεν έχουν καν  αναγνωριστεί τα αίτια αποτυχίας στην προηγούμενη προσπάθεια (Σοβ.Έν. και αλλού), αλλά ούτε έχει διαμορφωθεί ένα νέο πειστικό όραμα για μια άλλη κοινωνία, ριζικά διαφορετική από την καπιταλιστική.

Μπαίνει τώρα ένα τελευταίο ερώτημα: Πως πρέπει να συμπεριφερθεί πολιτικά ο καθένας μας στις ερχόμενες εκλογές, ώστε να υπηρετηθεί ο στόχος ανοίγματος ενός νέου δρόμου για τη χώρα, διαφορετικού από εκείνου των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων;

Είναι φανερό πως η πρότασή μας για παλλαϊκό Μέτωπο με βάση τη διαγραφή του χρέους, την έξοδο από την ΟΝΕ, κλπ, δεν υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό πως ούτε καν οι οργανώσεις που προβάλλουν αυτή την άποψη δεν κατάφεραν να μορφοποιήσουν ένα τέτοιο μετωπικό σχήμα. Μιλάμε εδώ για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το Αριστερό Ρεύμα – ΣΥΡΙΖΑ, το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής, το ΕΠΑΜ, τους ανένταχτους. Είναι λοιπόν φανερό πως η επιλογή μας σ' αυτή τη συγκυρία είναι επιλογή συμμετοχής στις εκλογές με κριτήριο ενίσχυσης των προϋποθέσεων για να ανοίξει μετά απ' αυτές ο δρόμος που περιγράψαμε και θεωρούμε δρόμο απόλυτα αναγκαίο, για να μπει φρένο  στη μετατροπή του κόσμου της εργασίας σε δουλοπάροικους και στην αποικιοποίηση της χώρας.

Σ' αυτό το σημείο οφείλουμε μια σημαντική επισήμανση για τη σημασία πλευρών που σ' αυτό το κείμενο δεν αναπτύχθηκαν. Ο ρόλος που επιφυλάσσει ο ελληνικός λαός για τον εαυτό του στη νέα μεγάλη σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τη μια, με τις δυνάμεις της εκμετάλλευσης και του σκοταδισμού από την άλλη, έχει τεράστια πανευρωπαϊκή και παγκόσμια σημασία. Ο λόγος είναι η σπουδαία γεωστρατηγική θέση της χώρας (σταυροδρόμι τριών Ηπείρων), ο μεγάλος γεωοικονομικός της ρόλος (π.χ. κοιτάσματα υδρογονανθράκων και δρόμοι διακίνησής τους) και ο σημαντικός πολιτικός – πολιτισμικός της ρόλος (χώρος πολιτισμών στην ανατολική και όχι μόνο λεκάνη της Μεσογείου).  

 

19-04-2012

Ευπιστία ή αναισθησία;

Ευπιστία ή αναισθησία;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Αφήσαμε πίσω μας τη Μεγάλη Βδομάδα. Τη βδομάδα, που επέλεξε η κάλπικη κυβέρνηση του δικομματισμού, για να προσδιορίσει την ημερομηνία των κάλπικων εκλογών της 6ης Μαΐου. Και ποιο είναι το κουτοπόνηρο υπόβαθρο της επιλογής τους αυτής;

Ασφαλώς να καπηλευτούν την ιερότητα και ημερότητα των ημερών, για ν' αποφύγουν τις αντιδράσεις του λαού. Έτσι, λοιπόν, εμφανιζόμενοι στις διάφορες ακολουθίες, όχι μόνο ν' αποφύγουν τις αποδοκιμασίες, αλλά να βρουν και την ευκαιρία, για να κάμουν και τις βλακώδεις τους, ως συνήθως, δηλώσεις.

 Όπως κάποιο παχύδερμο, που πήρε μέρος στην περιφορά του Επιταφίου με τον Παναγιώτατο Θεσσαλονίκης. Και βρήκε την ευκαιρία, να μας ξεφουρνίσει, για μια ακόμη φορά, και τα άρρητα ρήματα της ακατάσχετης και ανούσιας λογοδιάρροιάς του.

Πράγμα που ασφαλώς θα έπραξαν και τόσοι άλλοι, που δεν είχα τη δυστυχία να τους ακούσω. Δεδομένης της αποστροφής μου προς τα Μ. Μ. Εξαπατήσεως. Που, όπως και άλλοτε έχουμε πει, χρησιμεύουν ως βρώμικα πλυντήρια για το ξέπλυμα των βρώμικων πολιτικών. Και από το άλλο μέρος ως χαλκεία κατατρομοκράτησης, αποπροσανατολισμού και παραπλάνησης του λαού….

Ήδη διερχόμαστε της Διακαινήσιμη Εβδομάδα και οδεύουμε προς την Κυριακή του Θωμά. Του δύσπιστου ή και άπιστου, όπως συνήθως αρεσκόμαστε να τον αποκαλούμε. Όμως…

Όπως φαίνεται, ο Θωμάς ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος, που πολύ αγαπούσε το Χριστό. Και δεν χωρούσε το στενόχωρο μυαλό του ότι θα μπορούσε να συμβούν, σε βάρος του, όλα εκείνα τα φοβερά και αδιανόητα, που συνέβησαν. Γι' αυτό και η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη.

Κι ακόμη θα ήθελε τόσο πολύ η ανάσταση του δασκάλου του να ήταν αληθινή, ώστε του ήταν δύσκολο να την πιστέψει. Και γι' αυτό είπε εκείνα τα τόσο ενδεικτικά για τη δυσπιστία του και τόσο ενοχλητικά για το δάσκαλό του λόγια.

Με αποτέλεσμα η δυσπιστία του ή η απιστία του, αν προτιμάτε, για την ανάσταση να καταντήσει παροιμιώδης. Γιατί βέβαια είχε ακούσει τη διδασκαλία του. Είχε δει τα απειράριθμα θαύματά του. Ακόμη και αναστάσεις νεκρών. Αλλά, ωστόσο, η λύπη του για την τραγωδία των Παθών, όπως προαναφέραμε, έκαμε την ευαισθησία του να μετεξελιχθεί σε βαριά απαισιοδοξία.

Που βέβαια ο Χριστός τη γιάτρεψε. Και με την ευκαιρία, που έδωσε η δυσπιστία του Θωμά, θέλησε να γιατρέψει και την απαισιοδοξία όλων εκείνων, οι οποίοι δεν θα είχαν τη δυνατότητα να θέσουν, όπως ο Θωμάς το δάχτυλό τους «επί των τύπον των ήλων»…

Επισημαίνοντας ότι η αληθινή πίστη δεν έχει ανάγκη από εξωτερικές αποδείξεις, αλλά από την εσωτερική επικοινωνία και σχέση με το Θεό. Με τις εξωτερικές αποδείξεις καταγίνονται, συνήθως, οι αιρετικοί. Και όλοι εκείνοι, που αγωνίζονται να ενσπείρουν στις καρδιές των ανθρώπων την αμφιβολία και τη δυσπιστία.

Όπως συμβαίνει με κάποια τηλεοπτικά βρωμοκάναλα. Που, ενώ όλη τη Μ. Βδομάδα έπλεναν και ξέπλεναν τους βρώμικους πολιτικούς, προσπαθούσαν, από το άλλο μέρος, να βρωμίσουν με τη σατανιστική σιωνιστική προπαγάνδα τους την πίστη των χριστιανών.

Καλότυχοι, είπε στο Θωμά ο Χριστός, αυτοί, που δεν θα ζητήσουν εξωτερικές αποδείξεις, για να πιστέψουν, αλλά θα αρκεστούν στην εσωτερική βιωματική τους εμπειρία. Γιατί αυτόν, που με τα μάτια της ψυχής του έχει δει μέσα στα άγια των αγίων της καρδιάς του τον αναστημένο Θεό, καμιά προπαγάνδα δεν μπορεί να τον εξαπατήσει. Αλλά…

Ας αφήσουμε το Θωμά και τους δύσπιστους Θωμάδες όλων των εποχών. Και ας έρθουμε στους ανίατα «εύπιστους», όπως συνήθως λέγεται, οπαδούς της συμμορίας του δικομματισμού. Οι οποίοι όχι μια και δυο και τρεις και πέντε, αλλά άπειρες φορές αφήνονται να εξαπατώνται και αρέσκονται να αυταπατώνται.

Και σαν τα σκυλιά, που γλείφουν τα χέρια, που τα πετροβολούν και τα χτυπούν, επιμένουν ν' ακολουθούν τους κυνικούς και αδίστακτους απατεώνες. Ενώ βλέπουν πώς, πέρα από κάθε λογική και συνείδηση, βουλιάζουν την πατρίδα και γδύνουν και γδέρνουν τους συνανθρώπους τους…

Η δυσπιστία ή και η απιστία του Θωμά μπορεί, όπως προαναφέραμε, να ερμηνευτεί με βάση τον ευαίσθητο και απαισιόδοξο χαρακτήρα του. Όμως η «ευπιστία» των κοπαδιών του δικομματισμού, ύστερα από τέτοιο όργιο ληστείας και προδοσίας σε βάρος της πατρίδας, παραμένει απελπιστικά ανεξήγητη.

Ύστερα μάλιστα από το πανταχόθεν διαφαινόμενο τσουνάμι των μετεκλογικά επερχόμενων ακόμη δεινότερων δεινών… Και η μόνη εξήγηση είναι, πώς, στην περίπτωσή τους, δεν υφίσταται καν θέμα ευπιστίας. Αλλά, όπως και οι αρχαίοι έλεγαν, «δυοίν θάτερον» (ένα, δηλαδή, από τα δυό):

Ή ανίατης ηλιθιότητας ή κτηνώδους διαστροφής και αναισθησίας!…

 

παπα-Ηλίας,  Απριλίου 19, 2012, http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/19/… efpistia-or-anas8isia…B1/

Τα τρία κομμάτια του ΠΑΣΟΚ

Τα τρία κομμάτια του ΠΑΣΟΚ

 

Από τον Herr K.

 

Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ που θέλουν να μείνουν πιστοί στις αξίες τους έχουν το λιγότερο τρεις επιλογές: το Κίνημα θα εκφράζεται πλέον από τρία βασικά κομμάτια: το διεκπεραιωτικό, το ιδεολογικό και το ένοπλο.

 

Το μεγαλύτερο κομμάτι, που προσωρινά κρατά και τον τίτλο, θα είναι ο διεκπεραιωτικός μηχανισμός διευκολύνσεων προς τους κάτω (ψηφοφόρους) και προς τους πάνω (τους ισχυρότερους πελάτες). Ο μηχανισμός θα τρέφεται με ρουσφέτια και θα (ανα)παράγει εξάρτηση και παρασιτικό καπιταλισμό, διαιωνίζοντας έτσι τις βασικές λειτουργίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και προσφέροντας απτά οφέλη στα μέλη του. Η απορύθμιση της κοινωνίας λογικά θα αυξήσει τις ανάγκες για ευνοϊκή μεταχείριση, τις οποίες ο εν λόγω μηχανισμός θα σπεύσει να καλύψει. Ετσι, αντίθετα με τη ρητορική των νεοφιλελεύθερων, θα παραχθεί περισσότερη διαφθορά.

Το κομμάτι αυτό του ΠΑΣΟΚ έχει τις περισσότερες προοπτικής επιβίωσης – εφόσον φυσικά ο κατήφορος της ελληνικής κοινωνίας συνεχιστεί ή μετριαστεί όσο χρειάζεται για να μην υπάρξει στάση. Στις εκλογές θα το προτιμήσουν όσοι (ελπίζουν ότι) διατηρούν ακόμα προσβάσεις στη νομή της πίτας και όσοι φοβούνται τις ποινικές διώξεις.

Το σκίτσο είνι του "Νικόλα".

Το δεύτερο κομμάτι θα είναι αυτό που θα συνεχίσει να παρέχει στελέχη προς το κράτος, ή ό,τι μείνει από αυτό (κάποιες λειτουργίες πρέπει να εξακολουθήσουν να επιτελούνται). Ταυτόχρονα θα συνεχίσει να παρέχει, όπως κάνει εδώ και δύο δεκαετίες τουλάχιστον, θεωρητική κάλυψη στο καθεστώς: θα καλλιεργεί ενοχές για την καθυστερημένη Ελλάδα και θα επιρρίπτει ευθύνες στους καθυστερημένους Ελληνες – περισσότερες από όσες τους αναλογούν. Ισως χρειαστεί να το πράττει κάπως πιο εκλεπτυσμένα, πάντως το έργο του δεν θα είναι εύκολο. Ούτε όμως και οι απαιτήσεις: ο ρόλος του θα περιορίζεται στη διατήρηση μιας μικρής εκλογικής επιρροής, επιβοηθητικής για το πρώτο κομμάτι. Ο λόγος φυσικά για τη "Δημοκρατική Αριστερά". Στις εκλογές θα προτιμηθεί από τους προνομιούχους, αν και ελαφρά δυσαρεστημένους, του ΠΑΣΟΚ. Θα ψηφιστεί και από Πασόκους με ενοχές.

Για τους ριγμένους οπαδούς του Κινήματος που εξεγείρονται κατά της εξουσίας και ταυτόχρονα την επιθυμούν διακαώς, υπάρχει ένα τρίτο λιμάνι: η "Χρυσή Αυγή". Η έξοδός της από το περιθώριο οφείλεται στο κοινωνικό έργο που όντως επιτελεί στις περιοχές υψηλής εγκληματικότητας. Η άνοδός της συνδέεται με τις δολοφονικές επιθέσεις κατά μεταναστών – καλοδεχούμενες από ορισμένους, σε μία χώρα που έχει μεταβληθεί σε χωματερή ανθρώπων. Η ΧΑ είναι ο ιδεολογικός διάδοχος του αυριανισμού, του φασιστικού δηλαδή ρεύματος της ελληνικής κοινωνίας το οποίο εξέθρεψε ο Α. Παπανδρέου. (Σημειωτέον ότι ο δημοσιογραφικός φασισμός εξακολουθεί να επιζεί ως αντι-μνημονιακός λαϊκισμός). Το ένοπλο αυτό σκέλος του καθεστωτος ΠΑΣΟΚ αποτελεί ημιεπίσημη προέκταση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Ταυτόχρονα προσφέρει άλλοθι δημοκρατικότητας για κόμματα εξίσου αντιδημοκρατικά μεν με πιο προσεκτική ρητορική δε. Εσχάτως λειτουργεί  και ως εκλογική βαλβίδα ασφαλείας. Σε τελευταία ανάλυση, ακριβώς επειδή αποτελεί ζωντανή δυσφήμιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της επαναστατικότητας, είναι χρησιμότερη στο καθεστώς από τους "διεθνιστές" θεωρητικούς.

Είναι δυνατόν τα δύο τελευταία κομμάτια να αυτονομηθούν από το βασικό κορμό τους; Μάλλον δύσκολο για τη ΔΗΜΑΡ, αποκλειστικός λόγος ύπαρξης της οποίας είναι οι υπηρεσίες που προσφέρει στο ετοιμόρροπο αλλά ανθεκτικό πανελλήνιο σοσιαλιστικό κίνημα. Ευκολότερο για τη ΧΑ η οποία είναι πολιτικά αυτόφωτη. Παρόλο που και οι δύο αναπτύχθηκαν υπό την προστασία των κρατικών ή παρακρατικών μηχανισμών. Εναντίον της ΧΑ συνηγορεί η έλλειψη αξιόλογης φασιστικής παράδοσης στην Ελλάδα. Υπέρ της δουλεύει η συνεχιζόμενη εξαθλίωση. Ο διακηρυγμένος ναζισμός της δεν φαίνεται πάντως να αποτελεί πρόβλημα για όσους την προτιμούν εκλογικά. Οι ψηφοφόροι της υποστηρίζουν έτσι έναν βασικό πυλώνα του συστήματος πιστεύοντας παράλληλα ότι το σύστημα θα ενοχληθεί σφόδρα γι' αυτήν την υποστήριξη.

 Είναι δυνατόν το πρώτο και το τρίτο κομμάτι να ενωθούν και πάλι; [Η "ανανεωτική αριστερά", δεν συστεγαζόνταν ποτέ με το ΠΑΣΟΚ, αν και το τροφοδοτούσε διαρκώς]. Δεν αποκλείεται, αν τα πράγματα λάβουν τέτοια τροπή που να απειληθεί η ζωή ή – ακόμα χειρότερα – η περιουσία των Ελλήνων σοσιαλιστών. Επί του παρόντος, πάντως, μακριά κι αγαπημένοι. Προς το κοινό συμφέρον των δύο πλευρών.

 

ΠΗΓΗ: 18-04-2012, http://herrkstories.wordpress.com/2012/04/18/pasok-3/Το είδα και: http://ardin-rixi.gr/archives/5145

Έχουμε τους λιγότερους δημόσιους υπαλλήλους!

Κι όμως, έχουμε τους λιγότερους δημόσιους υπαλλήλους!

 

Του Διονύση Ελευθεράτου

 

Τα στοιχεία του Δ. Ρέππα, οι διεθνείς έρευνες και όσα δεν (θέλουν να) ξέρουν οι .. λάτρεις στερεοτύπων! Πόσο «υπερτροφικός» και «πνιγμένος» από … στρατιές πλεονάζοντος προσωπικού είναι τελικά ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα; Ας επανεξετάσουμε τα πράγματα, υπό το φως (και) των στοιχείων που ανακοίνωσε προσφάτως ο Δημήτρης Ρέππας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, σήμερα απασχολούνται στο Δημόσιο 712.000 υπάλληλοι, εκ των οποίων οι μόνιμοι είναι 636.000. Ο συνολικός αριθμός τους έχει μειωθεί κατά 50.000 την τελευταία διετία.

Η περίφημη απογραφή του 2010, εκείνη που υποτίθεται ότι θα φανέρωνε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο δημοσίους υπαλλήλους (ή οποιοδήποτε μεγαλύτερο νούμερο «τραβούσε» η … ψυχή και η διάθεση αυτοσχεδιασμού καθενός), δεν κατάφερε να καταγράψει περισσότερα από 768.009 άτομα- συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών και των σωμάτων ασφαλείας.

Γιατί λέμε «δεν κατάφερε»; Διότι, απλούστατα, ήταν τόσο έκδηλη η πρόθεση της κυβέρνησης του ΓΑΠ να «φουσκωθεί» ο συνολικός αριθμός, ώστε απογράφηκαν ως δημόσιοι υπάλληλοι κάμποσοι … φαρμακοποιοί, μηχανικοί, αγρότες, μαγαζάτορες και εν γένει επαγγελματίες που διέθεταν την ιδιότητα του δημοτικού συμβούλου!

Αυτό συνέβη επειδή η απογραφή «έπιανε» όσους είχαν λάβει κρατικό χρήμα, έστω κι αν πρόκειται για τα 30 ή 60 ευρώ που δίνονται ως έξοδα παράστασης στους συνέδρους των δημοτικών συμβουλίων. Κάπως έτσι, με την απογραφή έγινε και … παραγραφή της επαγγελματικής ιδιότητας μερικών χιλιάδων ανθρώπων. Απογράφηκαν ακόμη και ιδιώτες γιατροί που ήταν συμβεβλημένοι με κάποιο δημόσιο ταμείο.

Ήταν «κεραυνός εν αιθρία» τα ευρήματα της απογραφής του 2010; Κάθε άλλο. Επί της ουσίας επιβεβαίωσαν τα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών για το τελευταίο τρίμηνο του 2009. Τα πράγματα, λοιπόν, ήταν σε αδρές γραμμές γνωστά.


Ο Παυλόπουλος, ο Ραγκούσης και τα κλειστά αφτιά.

 


Συνεχίζοντας για λίγο το «μακροβούτι» στο χρόνο, θα «αλιεύσουμε» ορισμένες αξιοπρόσεκτες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών- ειδικά ως προς τους συμβασιούχους. Λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές του 2009, στις 8 Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος δήλωνε στη «Real News» με κατηγορηματικότητα «Ο αριθμός των συμβασιούχων συνεχώς μειώνεται». Μερικούς μήνες αργότερα, ο διάδοχός του Γιάννης Ραγκούσης διαβεβαίωνε: «Οι θέσεις συμβασιούχων είναι μειωμένες κατά 35%» («Το Βήμα», 21 Μαρτίου 2010).

Ο,τι κι αν έλεγαν οι υπουργοί, ο κόσμος βομβαρδιζόταν με τερατώδεις «εκτιμήσεις». Ο αριθμός των συμβασιούχων στα χείλη καθενός γινόταν … λάστιχο, ενώ ακόμη και οι ωρομίσθιοι συνυπολογίζονταν ως «κανονικοί» απασχολούμενοι στο Δημόσιο.

Στη συνέχεια, διάφοροι «παντογνώστες» (στελεχών του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένων), μόνο που δεν … στοιχημάτιζαν για το εάν η απογραφή θα αποκάλυπτε την ύπαρξη ενός ή 1,5 εκατομμυρίου δημοσίων υπαλλήλων. Μόλις ανακοινώθηκαν τα πορίσματά της, άκρα του τάφου σιωπή! Όχι για πολύ όμως. Οι εξωφρενικοί αριθμοί άρχισαν πάλι να ακούγονται στις τηλεοράσεις, αλλά και στη Βουλή – με αβάσταχτη ελαφρότητα. Πιθανότατα το ίδιο θα συνεχιστεί, μόλις ξεχαστούν και οι πρόσφατες ανακοινώσεις του κ. Ρέππα.

Εν πάση περιπτώσει, οι «φρέσκες» στατιστικές καταδεικνύουν σημαντική μείωση του αριθμού των υπαλλήλων, ενώ επίκεινται απολύσει. Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί, ενστερνιζόμενος τη «λογική» της τρόικα – κι όχι μόνον αυτής: «Επιτέλους, φθάνουμε, πλησιάζουμε στα επίπεδα της υπόλοιπης Ευρώπης;». Το ερώτημα το καθιστά λογικό η … περιρρέουσα φιλολογία και άτοπο η πραγματικότητα!

Πολύ πριν γνωστοποιηθεί αυτό το πρόσφατο «μείον 50 χιλιάδες», στις μελέτες που εκπονούσαν διεθνείς φορείς η Ελλάδα φιγουράριζε από …τη μέση και κάτω των σχετικών καταλόγων. Εκείνων με τα ποσοστά απασχολούμενων στο Δημόσιο, επί του συνόλου των εργαζομένων της αντίστοιχης χώρας. Τα αποτελέσματα των ερευνών δεν συμπίπτουν απολύτως (διαφέρουν άλλωστε και οι μεθοδολογικές – αναλυτικές προσεγγίσεις), αλλά συγκλίνουν.

Δείγμα πρώτο: Μελέτη που διενεργήθηκε ως τμήμα της Εκθεσης Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκ μέρους ερευνητών του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών και των Πανεπιστημίων Στρασβούργου και Μαγδεμβούργου.

Στην έρευνα αυτή εξετάζονται – και μάλιστα σε βάθος χρόνου τριών δεκαετιών – 17 ευρωπαϊκά κράτη. Η Ελλάδα κατατάσσεται 14η , με ποσοστό υπαλλήλων 11,4%, ελάχιστα πάνω από την Ιρλανδία (11%), την Ολλανδία (10,7%) και τη Γερμανία (10,2%). Πολύ περισσότερους δημόσιους υπάλληλους διαθέτει αναλογικά η Γαλλία (21,2%), αλλά και Αγγλία (17,8%). Πρώτη είναι η Σουηδία (30%) και δεύτερη η Δανία (29%), δηλαδή – αν αυτό έχει κάποια σημασία- η χώρα την οποία θεωρεί ως πρότυπο ο προηγούμενος πρωθυπουργός μας…

Στην ίδια έρευνα πιστοποιείται ότι οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, ήταν μικρότερες από τις αντίστοιχες των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.


Χωρίς τους ένστολους, κάτω κι από Γερμανία!

 


Δείγμα δεύτερο: Στοιχεία από τη βάση δεδομένων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας Laborsta. Σύμφωνα με αυτά, το ελληνικό ποσοστό των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα επί του συνόλου της απασχόλησης ανέρχεται σε 16% – μεγαλύτερο παρουσιάζουν οι ΗΠΑ και ο Καναδάς. Το αντίστοιχο γαλλικό είναι 26%, το βελγικό 22,5%, το βρετανικό 18.9%. Οι Σκανδιναβοί σταθερά γύρω στο 30%. Βάσει του συγκεκριμένου δείγματος, εάν η σύγκριση περιοριστεί στη δημόσια διοίκηση και εξαιρεθούν από αυτήν οι ένστολοι, τότε το ελληνικό ποσοστό θα υστερεί έναντι του γερμανικού.

Δείγμα τρίτο – εγχώριο: Η μελέτη των εταιρειών Icap Group και Hay Group, η οποία παραδόθηκε την άνοιξη του 2011 στα υπουργεία Οικονομικών και Εσωτερικών που την είχαν παραγγείλει. Στη μελέτη τονιζόταν: «Το μέγεθος της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα συμβαδίζει με το αντίστοιχο μέγεθος των ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών, ειδικά της ΕΕ».

Το πόρισμα των δυο εταιρειών επεκτεινόταν και στο μισθολογικό, αφενός επισημαίνοντας ανισότητες ανάμεσα σε διάφορους τομείς του Δημοσίου, αφετέρου κάνοντας σύγκριση με τα της Ευρώπης: «Η μέση αμοιβή των απασχολούμενων στον Ελληνικό Δημόσιο τομέα είναι χαμηλότερη σε σχέση με τα μέσα ευρωπαϊκά μεγέθη»

Συγκεκριμένα, οι Icap Group και Hay Group γνωστοποίησαν πως στο ελληνικό δημόσιο το 50% του προσωπικού είχε απολαβές μέχρι 1.639 ευρώ μεικτά, καθώς και ότι περιοριζόταν στο 10% το τμήμα των υπαλλήλων που αμείβονταν με περισσότερα από 2.418 ευρώ μεικτά. Όσοι λάμβαναν πάνω από 5.856 ευρώ καταμετρήθηκαν στο 0,4%.

Όλα αυτά, επαναλαμβάνουμε, πριν από ένα χρόνο – αργότερα έγιναν κι άλλες μισθολογικές περικοπές. Στο 2012 το ελληνικό κράτος θα έχει πληρώσει σε μισθούς δημοσίων υπαλλήλων το 5,76% του ΑΕΠ και σε τόκους το 7.39% του ΑΕΠ. Το 2015 τα αντίστοιχα ποσοστά προβλέπονται 4,83% και 9,28%.

Ας επανέλθουμε όμως στο βασικό μας θέμα- τους μύθους για τα ποσοτικά μεγέθη της απασχόλησης στο δημόσιο. Επισημαίνουμε ότι οι προαναφερθείσες έρευνες – συγκρίσεις με τα της Ευρώπης δεν έχουν «προλάβει» ολόκληρα τα κύματα φυγής από τη δημόσια διοίκηση, όσα δηλαδή έχουν παρατηρηθεί έως τώρα.

Τα συμπεράσματα προκύπτουν αβίαστα. Ήδη έχουμε λιγότερους δημόσιους υπαλλήλους από την υπόλοιπη Ευρώπη- κι ας αφήνει άφωνους πολλούς … λάτρεις στερεοτύπων η εν λόγω διαπίστωση!


Λες και μιλάμε για φέτα…

 


«Μα εδώ τίθεται και θέμα ποιότητας, όχι μόνο ποσότητας», θα παρατηρήσει δικαιολογημένα κάποιος. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: Τρόικα και κυβερνώντες αντιμετωπίζουν το Δημόσιο όπως θα μιλούσαν για … τυρί ή σαλάμι σε κάποιο μίνι μάρκετ ο πωλητής κι ο πελάτης. «Δυο εξακόσια βγήκε – να το αφήσω;»…

Οι παθογένειες της δημόσιας διοίκησης είναι πολλές, αλλά δεν αφορούν κανένα δυσανάλογα μεγάλο συνολικό αριθμό υπαλλήλων (παρακαλώ, η έμφαση στο «συνολικό»). Τα περί του αντιθέτου τυρβάζοντα κλισέ είναι απλουστευτικά, παραμορφωτικά και εν τέλει λαϊκίστικα.

Βολικά, πάντως. Πολλαπλώς βολικά για τις πολιτικές ελίτ και τα κόμματα που έχουν ασκήσει έως τώρα εξουσία. Γιατί …βολεύονται;

Πρώτον, διότι έτσι δεν χρειάζεται να απολογούνται για τα – περισσότερα ή λιγότερα, κατά τομέα, περίπτωση ή εποχή- φαινόμενα ελλιπούς οργάνωσης, αναποτελεσματικότητας, κακών ιεραρχήσεων αναγκών, ακόμη και ανεπάρκειας τεχνολογικού εξοπλισμού.

Γιατί να δίνουν εξηγήσεις για το πώς και με ποιο προσανατολισμό κινήθηκαν οι κυβερνήσεις τους; Τα ρίχνουν όλα στους υπαλλήλους οι οποίοι, ακόμη κι αν δεν αφορίζονται συλλήβδην ως τεμπέληδες, αργόμισθοι και διεφθαρμένοι, σίγουρα είναι «υπεράριθμοι». Έτσι τα κόμματα εξουσίας ξεμπερδεύουν με μία εύκολη αυτοκριτική, επειδή διόρισαν. Έφταιγε η … καλή τους η καρδιά, άντε και λίγη ψηφοθηρία. Ψεκάσαμε, σκουπίσαμε, τελειώσαμε…

Παντού «υπεράριθμοι»… Ακόμη κι εκεί (πχ ΕΑΒ) που όταν φεύγει κόσμος οι διοικήσεις κάνουν συμβάσεις λίγων μηνών σε συνταξιούχους, μπας και βγει δουλειά!…

Δεύτερον: Ζούμε στην εποχή της απόλυτης διαστροφής των εννοιών. Αφορίζεται ο «κρατισμός» για να καθαγιάζεται η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, της οποίας οι μεγαλύτεροι … αστέρες εκτός των άλλων έχουν κάνει τη φοροδιαφυγή αγαπημένο χόμπι.

Σηκώνονται όπλα εναντίον του πελατειακού κράτους και τα σκάγια πετυχαίνουν τα υπολείμματα του κοινωνικού κράτους. Με αυτά που ακούμε ως κριτική για το παρελθόν, σε λίγο θα πιστέψουμε ότι πριν από μερικά χρόνια είχαμε κοινωνική προστασία Γερμανίας του Μπραντ ή Σουηδίας του Πάλμε, διαθέτοντας εθνικό πλούτο … Ζιμπάμπουε. Κι όμως στην περίοδο 1998 -2007 που περικλείει την «ισχυρή Ελλάδα» των εξωφρενικά δαπανηρών Ολυμπιακών Αγώνων και του υψηλού ΑΕΠ, είχαμε για κοινωνική μέριμνα κατά κεφαλήν – και κατά μέσο όρο- 3.530 ευρώ, έναντι 6.252 της ευρωζώνης.

Σε λίγο θα θεωρείται … τεκμήριο «σπατάλης» ακόμη και η στοιχειώδης λειτουργία – εάν και όπου θα επιτυγχάνεται – σχολείων, νοσοκομείων, βρεφονηπιακών σταθμών, μέσων μαζικής μεταφοράς. Κάπου «πρέπει» να εκτονωθεί η οργή του κόσμου. Πάνω σε κάτι που θα συμβολίζει το πλήρως καταρρακωμένο δημόσιο, το ανήμπορο να διεκπεραιώσει κοινωφελείς λειτουργίες. Οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο είναι η «λογικότερη» και «καλύτερη» λύση. Κάτι σαν «σωσίες» των … πιο πάνω.

Τρίτον: Το «κυνήγι μαγισσών» φιλοδοξεί να πουλήσει χαιρεκακία, αλλά και αυταπάτες. «Αν τσακίσουν τους δημόσιους, ίσως να μη χρειαστεί να πάρουν κι άλλα από εμάς, τους υπόλοιπους». Τις περικοπές στο Δημόσιο τις συνόδευαν ποταμοί κροκοδείλιων δακρύων για το πόσο αδικημένοι είναι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Τελικά σε αυτά τα κροκοδείλια … ποτάμια πνίγηκε το βιοτικό επίπεδο όλων…