Εκλογές: Το πραγματικό & κρίσιμο διακύβευμα

Το πραγματικό (και κρίσιμο) διακύβευμα των εκλογών

 

Του Τάκη Φωτόπουλου


Οι επικείμενες εκλογές δεν είναι απλά οι πιο κρίσιμες στην μεταπολίτευση, αλλά, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί, και για όλη τη μεταπολεμική Ιστορία της Χώρας. Ο βαθμός όμως κρισιμότητας των εκλογών είναι απόλυτη συνάρτηση του ποιο θεωρούμε ότι είναι το διακύβευμά τους. Και αυτό, κάθε άλλο παρά σαφές είναι, εφόσον άλλο σχεδόν είναι το διακύβευμα αυτό για κάθε εκλογική παράταξη – αν περιοριστούμε μόνο σε αυτές αρχικά και δεν αναφερθούμε και στις παρατάξεις που δεν μετέχουν στις εκλογές και συνιστούν αποχή.

Φυσικά, το ποιο είναι το διακύβευμα για τον λαό είναι βασικά ταξικό θέμα και, στην πραγματικότητα το διακύβευμα που υιοθετεί η κάθε παράταξη είναι επίσης ταξικό, έστω και αν επιμελώς το αποκρύβει τόσο η παράταξη όσο και τα ΜΜΕ που την στηρίζουν, ώστε να παρασύρουν και τμήματα του εκλογικού σώματος να στηρίξουν παρατάξεις που δεν εκπροσωπούν το ταξικό τους συμφέρον. Αυτή άλλωστε είναι η πεμπτουσία της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» όπου, ενώ υπάρχουν σαφείς ταξικές διαιρέσεις στη κοινωνία, οι διαιρέσεις αυτές αγνοούνται για χάρη δήθεν ενός ‘γενικού συμφέροντος' που στην πραγματικότητα όμως,  και ιδιαίτερα σε μια κρίση καταστροφική σαν τη σημερινή, είναι απλά προϊόν φαντασίας ή θα έλεγα μέσο εξαπάτησης για την υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου, εφόσον βέβαια η ύπαρξη ταξικών συμφερόντων δεν επιτρέπει την οποιαδήποτε αναγωγή σε γενικό συμφέρον, τουλάχιστον  για θέματα που αφορούν την οικονομική σφαίρα. Γι' αυτό άλλωστε και μια πραγματική δημοκρατία, όπως η Περιεκτική Δημοκρατία (ΠΔ) που υποστηρίζουμε, δεν αρκεί να είναι άμεση δημοκρατία, όπως εκ του πονηρού υποστηρίζουν διάφοροι «ελευθεριακοί». Άμεση δημοκρατία χωρίς οικονομική δημοκρατία με την έννοια της εξασφάλισης της οικονομικής ισότητας μεταξύ όλων των πολιτών, δηλαδή χωρίς τη κατάργηση των ταξικών διαιρέσεων, που αποτελεί το θεμέλιο μιας πραγματικής δημοκρατίας, είναι μια απλή απάτη.

Για τα κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), που προφανώς αποτελούν τους κύριους εκφραστές όχι μόνο της εγχώριας οικονομικής ελίτ αλλά και της υπερεθνικής ελίτ (μέσω της τρόικας η οποία εκπροσωπεί τόσο το Ευρωπαϊκό τμήμα της όσο και το υπερατλαντικό) το διακύβευμα, είτε το λένε ρητά είτε όχι, είναι: «Ευρώ ή δραχμή». Με άλλα λόγια, παίρνοντας δεδομένες τις δανειακές συμβάσεις και μνημόνια, για τα οποία έχουν δεσμευτεί οι ηγεσίες τους ακόμη και εγγράφως, το δίλημμα που θέτουν, κυρίως στους νοικοκυραίους μικροαστούς που αποτελούν σήμερα – μετά τη δραστική συρρίκνωση της μεσαίας αστικής τάξης που θα δούμε στη συνέχεια – την κύρια εκλογική πελατεία τους, είναι: συνέχιση της σταθερότητας, έστω μέσα στην αυξανόμενη φτωχοποίησή τους, ή «το χάος που (υποτίθεται) θα φέρει η δραχμή.»  Φυσικά,  η εγχώρια ελίτ και τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης, των οποίων τα συμφέροντα υποστηρίζουν πραγματικά τα κόμματα εξουσίας, όχι μόνο δεν έχουν υποστεί την παραμικρή ζημιά από την καταστροφική κρίση αλλά αντίθετα ωφελούνται από αυτή, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου η φοροδιαφυγή των προνομιούχων στρωμάτων είναι πολύ σημαντικότερη από αυτή των αντίστοιχων στρωμάτων σε χώρες του καπιταλιστικού κέντρου. Αρκεί μια βόλτα στα βόρεια προάστια της Αθήνας καθώς και στις αυξανόμενες γεωμετρικά φτωχογειτονιές της για να δει κανείς από κοντά τους «δύο κόσμους» στη σημερινή Ελλάδα[1].

Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι για τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα και τις εγχώριες ελίτ το Ευρώ αποτελεί μονόδρομο. Όμως, για τις Ευρωπαϊκές ελίτ η Ελλάδα ήδη θεωρείται «βαρίδι» μέσα στην Ευρωζώνη, και ενώ βέβαια δεν διανοούνται τη χώρα έξω από την ΕΕ, ώστε να είναι εξασφαλισμένη η ενσωμάτωσή της στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς που συνεπάγεται την  προσφορά φθηνού εργατικού δυναμικού και προπαντός του κοινωνικού της πλούτου σε τιμή ευκαιρίας, εντούτοις, μέσο-μακροπρόθεσμα την προτιμούν έξω από το Ευρώ, ώστε να αποφευχθούν τα συνεχή προβλήματα στη σταθερότητα του νομίσματος που δημιουργεί η παραμονή της σε αυτό, όπως άλλωστε και άλλων περιφερειακών χωρών της Ευρώπης (Πορτογαλία, Ισπανία κ.ά.). Απλά, δηλαδή, βραχυπρόθεσμα συμπίπτουν τα συμφέροντα ντόπιων και ξένων ελίτ στην παραμονή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του πληθυσμού της.

Όμως, αν αυτό είναι το διακύβευμα των εκλογών για τις ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, αυτό δεν ισχύει πια για την ιδιότυπη Ελληνική μεσαία τάξη. Ιδιότυπη, γιατί η μεσαία τάξη στην Ελλάδα είχε την ιδιαιτερότητα (όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες χώρες της περιφέρειας και ημιπεριφέρειας) ότι ανήκει βασικά στον δημόσιο τομέα. Και αυτό, διότι η στρεβλή ανάπτυξη μιας χώρας στην περιφέρεια που ανοίγει και απελευθερώνει τις αγορές της, όπως υποχρεώθηκε να κάνει η Ελλάδα από τη στιγμή που εντάχθηκε στην ΕΕ, οδηγεί στην αποδιάρθρωση μιας κατά κανόνα δασμοβίωτης βιομηχανίας και μιας μη ανταγωνιστικής γεωργίας. Γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί τους νέους που αδυνατούν να  απορροφηθούν από τον ιδιωτικό τομέα είτε στη μετανάστευση (όπως έγινε μαζικά τη δεκαετία του 60), είτε στο δημόσιο τομέα. Δηλαδή, η ραγδαία μεγέθυνση του δημοσίου τομέα στη μεταπολίτευση ήταν αναγκαία συνέπεια της εισαγωγής ενός εξωστρεφούς οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης σε μια μη ανταγωνιστική παραγωγική δομή –  μολονότι βέβαια τα θεμέλια γι' αυτή την εξαρτημένη ανάπτυξη είχαν τεθεί από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου.[2] Η διαδικασία όμως αυτή χρησιμοποιήθηκε φυσικά από τα κόμματα εξουσίας για να παράγουν και αναπαράγουν την εκλογική πελατεία τους, με αντίστοιχη επέκταση του δανεισμού,  εφόσον  τα δημόσια έσοδα λόγω της πελώριας φοροδιαφυγής και παραοικονομίας ήταν πάντα εντελώς ανεπαρκή σε σχέση με τις δημόσιες δαπάνες – γεγονός που τελικά οδήγησε στη σημερινή κρίση. Από τη στιγμή όμως που η κρίση λόγω της έκρηξης του δημοσίου Χρέους (που ήταν βέβαια μόνο το σύμπτωμα και όχι η αιτία της κρίσης) οδήγησε στη σημερινή μετατροπή της Ελλάδος  σε τυπικό σχεδόν προτεκτοράτο της ΕΕ,[3] η απόφαση για παραμονή στην Ευρωζώνη αναπόφευκτα συνεπαγόταν τον σημερινό «μονόδρομο» και τη συνακόλουθη καταστροφή της κρατικοδίαιτης μεσαίας τάξης.

Είναι όμως ακριβώς αυτή η διάσπαση του «ταξικού μετώπου εξουσίας», που στήριζε σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο τα κόμματα εξουσίας, το γεγονός που οδηγεί σε πιθανή μόνιμη πολιτική αστάθεια. Και αυτό, γιατί  όσο καιρό τα κόμματα αυτά συγκέντρωναν, εκτός από τις ψήφους των προνομιούχων στρωμάτων (που δεν ξεπερνούν το 20% του εκλογικού σώματος) και τις ψήφους της μεσαίας τάξης, μαζί με αυτές των μικροαστών, μπορούσαν και επιτύγχαναν συντριπτική πλειοψηφία που ξεπερνούσε συνήθως το 75% του συνόλου. Δεδομένου όμως ότι τα προνομιούχα κοινωνικά  στρώματα ελέγχουν απόλυτα τα επίσημα ΜΜΕ, και έμμεσα ακόμη και κάποια από τα εναλλακτικά, έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την εκλογική ατζέντα και να αποπροσανατολίζουν ακόμη και κοινωνικά στρώματα από εκείνα που ιδιαίτερα υποφέρουν σήμερα, και είναι σίγουρο ότι θα υποστούν για δεκαετίες, ακόμη χειρότερες συνέπειες από την Βουλγαροποίηση των εισοδημάτων και την Κινεζοποίηση των εργασιακών σχέσεων, καθώς και το ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας που επιβάλλει η τρόικα. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποπροσανατολίσουν τα λαϊκά στρώματα προσελκύοντας πάλι ψήφους από τους  μικροαστούς, τους αυτο-απασχολούμενους κ.λπ.: από την ανάδειξη της μετανάστευσης στην Ελλάδα ως βασικής αιτίας της κρίσης, καλλιεργώντας στη διαδικασία και ρατσιστικές τάσεις, μέχρι την ανακήρυξη της διαφθοράς ως του κύριου στοιχείου της κρίσης, που υποτίθεται θα πατάξει τώρα η ελίτ με τη δίωξη παροπλισμένων πολιτικών τύπου Τσοχατζόπουλου ή κάποιων παρόμοιων ακίνδυνων πολιτικάντηδων στο μέλλον!

Είναι φανερό επομένως ότι ακόμη και αν το διακύβευμα των εκλογών ήταν μόνο «Ευρώ ή δραχμή», όπως το παρουσιάζουν τα κόμματα εξουσίας, τα ΜΜΕ κ.λπ. πάλι θα ήταν σημαντικές οι εκλογές αυτές, για τους λόγους που ανέπτυξα. Όμως οι εκλογές είναι κρίσιμες (από τη μεριά πάντα των ελίτ) και για ένα άλλο βασικό λόγο: ότι μόνο εάν σχηματιστεί κυβέρνηση που θα συνεχίσει τις πολιτικές του μονόδρομου, έστω και με κάποιες επουσιώδεις τροποποιήσεις των δανειακών συμβάσεων για να στηρίξουν τη νέα δανειακή κυβέρνηση και τα δεκανίκια του συστήματος στην Αριστερά (ΔΗΜΑΡ, Κοινωνική Συμμαχία, Οικολόγοι-Πράσινοι κ.λπ.) και στην δεξιά (ΛΑΟΣ κ.ά.) θα νομιμοποιηθεί τουλάχιστον εκ των υστέρων το συστημικό έγκλημα που διαπράχθηκε με τις δανειακές συμβάσεις, οι οποίες όχι μόνο οδηγούν στη μόνιμη φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του λαού και στην κατάργηση κάθε εθνικής και οικονομικής κυριαρχίας, αλλά και στο ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας. Και είναι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο που όσοι προτείνουν αποχή ειδικά για αυτές τις εκλογές λειτουργούν αντικειμενικά σαν συστημικά όργανα. Είναι δηλαδή ένα πράγμα να μην μετέχεις γενικά στις κοινοβουλευτικές εκλογές γιατί δεν δέχεσαι την κοινοβουλευτική «δημοκρατία», όπως είναι άλλωστε και η θέση της ΠΔ, και εντελώς άλλο να μην μετέχεις ειδικά στις συγκεκριμένες εκλογές, ακόμη και αν το διακύβευμα τους ήταν μόνο αυτό που περιέγραψα, εφόσον η συγκεκριμένη αποχή, στη πράξη, σημαίνει τη «νομιμοποίηση» του συστημικού εγκλήματος. Φυσικά, δεν μπορεί κανένας να ισχυριστεί ότι αυτοί που δεν ψηφίζουν ποτέ για λόγους αρχής θα λειτουργήσουν αντικειμενικά σαν συστημικά όργανα αν απόσχουν πάλι, και απόκειται στη συνείδηση τους η απόφαση για το εάν η κρισιμότητα των επικείμενων εκλογών δικαιολογεί την παραβίαση των αρχών τους ή όχι.

Όμως, το διακύβευμα των εκλογών αυτών είναι ακόμη κρισιμότερο από τη μεριά του Λαού. Στην πραγματικότητα, το διακύβευμα δεν είναι καν απλά, «Ευρώ ή δραχμή», αλλά «ΕΕ ή αυτοδύναμη οικονομία». Και η διαφορά μεταξύ των δύο είναι καθοριστική. Και αυτό, διότι το πρώτο, για τα λαϊκά στρώματα, είναι ένα ψευτοδίλημμα εφόσον είτε παραμείνουμε στην Ευρωζώνη είτε όχι, από τη στιγμή που συνεχίσουμε να παραμένουμε στην ΕΕ, όλες οι αιτίες που δημιούργησαν το Χρέος και την κρίση εξακολουθούν να παραμένουν και μάλιστα σε απείρως χειρότερες συνθήκες για τα λαϊκά στρώματα. Ακόμη και όλο το Χρέος να μας χάριζαν οι ελίτ, σε μερικά χρόνια θα είχαμε νέο δυσβάστακτο χρέος όσο η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει μη ανταγωνιστική. Και η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται απλά από το επίπεδο τιμών και μισθών, όπως βολεύει να λένε οι ελίτ και τα ΜΜΕ που ελέγχουν, αλλά και από την παραγωγικότητα, δηλαδή από τις επενδύσεις στην παραγωγική δομή. Όμως, το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ποτέ δεν πραγματοποίησε τις απαιτούμενες παραγωγικές επενδύσεις στη μεταπολεμική περίοδο[4] και φυσικά δεν πρόκειται να το κάνει ούτε στο μέλλον, ακόμη και αν Κινεζοποιηθεί όλο το εργατικό δυναμικό μας  (από άποψη εργασιακών συνθηκών), εφόσον η Ελλάδα δεν έχει τη παραγωγική υποδομή που είχε δημιουργήσει στη Κίνα η κομουνιστική επανάσταση. Με άλλα λόγια, στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς οι χώρες στην περιφέρεια/ ημιπεριφέρεια είναι καταδικασμένες να χάσουν κάθε ίχνος οικονομικής και εθνικής κυριαρχίας και οι λαοί τους, πέρα από τις ελίτ και κάποια προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, είναι καταδικασμένοι στη φτώχεια, τον εργασιακό Μεσαίωνα και την περιστασιακή ή μερική απασχόληση, ή εναλλακτικά τη μετανάστευση, όταν ανακάμψουν οι χώρες του κέντρου. Η συνθήκη άλλωστε του Μάαστριχτ και αυτές που την ακολούθησαν ακριβώς θεσμοποίησαν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία αυτών των συνθηκών.

Αυτό σημαίνει ότι αν δεν δημιουργηθούν οι δυνάμεις για ένα Μέτωπο[5] με στόχο την άμεση μονομερή έξοδο από την ΕΕ και την οικονομική αυτοδυναμία που θα θέσει και τις βάσεις για μια οικονομία πραγματικά ελεγχόμενη από τον Λαό και όχι από τις ελίτ, με μορφή την οποία θα αποφασίσει ο λαός σε ένα δεύτερο στάδιο, τότε η οριστική οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων που θα σημάνει η νομιμοποίηση του συστημικού εγκλήματος θα είναι μη αναστρέψιμη. Επομένως δεν αρκεί να καταψηφιστούν τα κόμματα εξουσίας και τα δεκανίκια τους.

Όμως, εδώ θα πρέπει να κάνουμε τη σημαντική διάκριση μεταξύ συστημικών και μη συστημικών κομμάτων και παρατάξεων, μια θεμελιακή διάκριση  που είναι ιδιαίτερα σημαντική στις εκλογές αυτές, όπου, σε σημαντικό βαθμό, κρίνεται η μακροπρόθεσμη επιβίωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στον τόπο μας, και όχι απλά το αν θα επικρατήσουν μνημονιακές ή αντιμνημονιακές δυνάμεις όπως ισχυρίζεται η ρεφορμιστική «Αριστερά»   – επιλογή που αποτελεί άλλη μια φενάκη. Και αυτό, διότι στην πραγματικότητα κανένα κόμμα δεν μπορεί να εφαρμόσει στην εξουσία πραγματικά διαφορετικές πολιτικές από αυτές που δεσμεύθηκαν να εφαρμόσουν τα κόμματα εξουσίας, εφόσον δεν επιτύχει πρώτα την μονομερή έξοδο, όχι απλά από την Ευρωζώνη, όπως παραπλανητικά υποστηρίζει ένα τμήμα της δήθεν αντισυστημικής Αριστεράς  (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΛΕ κ.λπ.), αλλά από την ίδια την ΕΕ, και ό,τι αυτό συνεπάγεται από άποψη συμπληρωματικών πολιτικών[6]. Άλλωστε έξω από την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθούμε έτσι και αλλιώς σύντομα χάρη σε απόφαση των ελίτ, όπως ανέφερα παραπάνω, όπως άλλωστε είχαμε και «κούρεμα του Χρέους» από τις ίδιες ελίτ (άλλο παλαιότερο αίτημα της ίδιας Αριστεράς!). Και τα ίδια βέβαια ισχύουν και για την «πατριωτική» Αριστερά (ΕΠΑΜ κ.λπ.) που επίσης δεν θέτει θέμα εξόδου από την ΕΕ. Και, φυσικά, έξοδος από την ΕΕ δεν σημαίνει έξοδο από την Ευρώπη, όπως υποστηρίζουν οι λακέδες του κεφαλαίου επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά απλά έξοδο από την Ευρώπη των ελίτ, για μια νέα Ευρώπη των Λαών.

Είναι δηλαδή η θέση ενός κόμματος ή οργάνωσης απέναντι στην ίδια την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, (που είναι το κύριο μέσο για την ενσωμάτωσή της στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς), αυτό που καθορίζει αποφασιστικά την ενσωμάτωση ενός κόμματος ή οργάνωσης στις συστημικές δυνάμεις ή όχι. Η μη θέση επομένως θέματος άμεσης εξόδου από την ΕΕ, με στόχο τη δημιουργία των βάσεων οικονομικής αυτοδυναμίας (που είναι ο μόνος τρόπος απεμπλοκής μας από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση), τη στιγμή που βλέπουμε να συντελείται  μπροστά στα μάτια μας η εντεινόμενη εξαθλίωση της πλειοψηφίας του λαού και η μετατροπή της χώρας σε μόνιμο προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, είναι αυτόχρημα εγκληματική, και έτσι θα κριθεί από την Ιστορία.-

 

Σημείωση: Το άρθρο αυτό αποτελεί προδημοσίευση του υπό έκδοση ειδικού τεύχους του περιοδικού Περιεκτική Δημοκρατία (κυκλοφορεί τέλος Απριλίου)

 

[1] Rupert Neate, "Crisis, what crisis? In Greece's Chelsea they are still enjoying a life of luxury", The Observer, 11/3/2012

[2] βλ. Τάκης Φωτόπουλος, Εξαρτημένη Ανάπτυξη: η Ελληνική περίπτωση, (Εξάντας, 1987)

[3] Τάκης Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, (Γόρδιος, Νοέμβρης 2010)

[4] Εξαρτημένη Ανάπτυξη, ο.π. κεφ. Γ3

[5] Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία, Έκκληση για ένα νεο Μέτωπο Κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης, (Νοέμβρης 2011) http://www.inclusivedemocracy.org/brochures/2011.11.13__neo_ethniko_koinoniko_metopo_extented.html

[6] στο ίδιο

 

ΠΗΓΗ: Περιεκτική Δημοκρατία, Ειδικό Τεύχος (Άνοιξη 2012) [υπό έκδοση], Tρίτη, 17 Απρίλη 2012, http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2012/2012_04_17.html

 

Ας έχουμε πολύ δρόμο ακόμα του Γιάννη Ποτ.

Ας έχουμε πολύ δρόμο ακόμα

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


Η Πόλις εάλω

          γέμισαν ρωγμές τα κάστρα

Η αδικία εδραιώθηκε

Όταν στ' αστέρι του βοριά

                   λοξοδρόμησε ο καιρός

Έτσι το άδικο γιγαντώνεται  

              μες τον καθρεπτισμό του

Όταν λογχίζεται η απόγνωση

       στους μιναρέδες της Ανατολής

Όταν ματώνει το μισο – φεγγάρι

                                     στις οάσεις

Ας τραγουδάει ο μουεζίνης

                                        νοσταλγία

Τότε είναι που φέρνει ο Λίβας

                        μυρουδιά πολέμου

να ξεσκαλώνει το γρανάζι της

                                         η Ιστορία

Αφού για να γυρίσει ο τροχός

                                 σε αισιοδοξία

πρέπει να βυζάξουμε

             της απόγνωσης

                                      την ομορφιά

 

Ας βγούμε επιτέλους απ' το λιμάνι,

                                          στ' ανοιχτά

ας αναπνεύσουμε την τρικυμία

Με κομμάτια μοναξιάς δεμένο

ας πετάξουμε τον χαρταετό μας

να δούμε από ψηλά,

όσα κρύβει ο ορίζοντας

       απ' την κοντόθωρη ματιά μας

 

Κι' ας έχουμε πολύ δρόμο ακόμα

Μόνο έτσι

   ανεμοπόδαροι θα διαβούμε

                                      την ερήμωση

 

                            25 Δεκεμβρίου 2011, Γιάννης Ποταμιάνος

Υπερκαταναλωτισμός: ανώτατη ωνιομανία…

Υπερκαταναλωτισμός το ανώτατο στάδιο της ωνιομανίας

 

Του Βασίλη Μακρή

 

Η αφορμή για να γραφούν οι παρακάτω γραμμές, πάρθηκε από ένα άρθρο σε κυριακάτικη εφημερίδα υπό τον τίτλο  «Έσπασε όλα τα ρεκόρ η κινητή τηλεφωνία στην Ελλάδα». Μέσα λοιπόν στo άρθρο αυτό μεταξύ των άλλων, τονίζονταν επί λέξει τα εξής  «Παρ' ότι έχει φθάσει στα ανώτερα επίπεδα ωρίμανσης, η αγορά της κινητής τηλεφωνίας συνεχίζει να αναπτύσσεται και να αποσπά κομμάτια της αγοράς σταθερής τηλεφωνίας. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν στη χώρα μας όσον αφορά τη διάδοση της κινητής τηλεφωνίας είναι εντυπωσιακά, καθώς όπως δείχνουν τα στοιχεία οι Έλληνες έχουν σπάσει όλα τα ρεκόρ διαθέτοντας πάνω από 17 εκατομμύρια συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας. Ο συνολικός αριθμός των γραμμών που εξυπηρετούσαν οι τρεις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας στο τέλος Ιουνίου άγγιξε τα 17,3 εκατομμύρια με αποτέλεσμα το ονομαστικό ποσοστό διείσδυσης στη χώρα μας να φθάνει στο 157,7% ».

Είναι όντως εντυπωσιακά στοιχεία, αδιάψευστα, παραστατικά και αποτυπώνοντας μιαν αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: ότι οι νεοέλληνες έχουν προσφέρει τον εαυτό τους δέσμιο στην μέγγενη του υπερκατανατωλωτισμού. Πρόκειται για ένα φαινόμενο (όχι μόνο κοινωνικό), που έχει κυρίως πνευματικές αφετηρίες.

Είναι φανερό ότι κατά την διάρκεια  της τελευταίας τριακονταετίας και η χώρα μας έχει εισέλθει στην φάση του μαζικού καταναλωτισμού. Όλα έχουν γίνει πλέον μαζικά: Η παιδεία, η συγκοινωνία, οι μεταφορές, η κουλτούρα, η ενημέρωση και τόσοι άλλοι τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας χαρακτηρίζονται από τη μαζικότητα.. Μάλιστα πολλοί μιλούν και για μαζικούς χώρους. Βρισκόμαστε σε μια όξυνση αυτού του φαινομένου, αφού πια δεν υπάρχει τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας στον οποίον να μην υπεισέρχεται (υπό την έννοια του δέκτη)  η μαζική κοινωνία. Αυτά αναφέρονται ως περιγραφή του φαινομένου αυτού και δεν κρίνεται σκόπιμο να δοθεί έκταση σ' αυτό μια και άλλος είναι ο στόχος της παρέμβασης αυτής.

Οι άνθρωποι προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους σε βασικά αγαθά, κάνουν ένα στοιχειώδη σχεδιασμό και προβαίνουν σε αγορά των προς αναπλήρωση προϊόντων. Πολλές φορές όμως η προμήθεια και αγορά των απαραίτητων υλικών για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών εξαλλοιώνεται σε έμμονη ιδέα, με αποτέλεσμα να αυτονομείται η ίδια η διαδικασία της απόκτησης αγαθών, από το πραγματικό ερώτημα: το έχει ανάγκη ο καταναλωτής το προϊόν αυτό; Όταν αυτή διαδικασία λαμβάνει χώρα κατ' εξακολούθηση και δεν καθίσταται δυνατή η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε πιο πάνω, τότε είναι φανερό και πασίδηλο ότι από μια κάλυψη και ικανοποίηση βασικών και στοιχειωδών αναγκών, έχουμε μετάπτωση σε υποσυνείδητη ενέργεια αναπλήρωσης ανικανοποίητων ψυχικών κενών με υλικά αγαθά, που υπέχουν συμβολική σημασία και όχι μόνον. Το αγοραζόμενο προϊόν δίνει μια αίσθηση πληρότητας, εισάγει σε μια νέα «ανακαινίζουσα» ατμόσφαιρα συμβολικών παραστάσεων,  προσδίδει μια αίσθηση μοναδικότητας στον κάτοχό του και όλα αυτά με μια προσωρινή χρονική εμβέλεια. Ο κύκλος γρήγορα περατώνεται, τόσο λόγω της φθοροποιού παλαίωσης του προϊόντος που αγοράστηκε, αλλά και επειδή δύσκολα η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να βρει ανάπαυση σε τέτοιες ψευδεπίγραφες υποσχέσεις χαράς και ευχαρίστησης.

Σήμερα όλο και πιο πολλοί άνθρωποι νιώθουν μιαν ακατανίκητη επιθυμία να αγοράσουν έναντι οιουδήποτε τιμήματος ο,τιδήποτε κεντρίζει το εξαγορασμένο ενδιαφέρον τους, έστω και εάν το επιθυμούμενο προϊόν δεν τους είναι απαραίτητο. Δεν πρόκειται εδώ για μια πράξη αγοράς ενός αντικειμένου που μπορεί να έχει αισθητική, συναισθηματική αξία. Αυτό είναι κατανοητό και μάλιστα δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προαναφερθέντων. Πρόκειται για μια νέου τύπου καταναλωτική συμπεριφορά που υποκύπτει σε «ασυμπίεστες» αγοραστικές ροπές και «ακατανίκητες» καταναλωτικές επιθυμίες. Ο υπερκαταναλωτισμός καθιστά έρμαιο της φθοροποιού κλειστότητάς του, τον αγοραστή και τον εξαλλοιώνει σε τυφλό όργανο του διαφημιστικού βομβαρδισμού. Ο υπερκαταναλωτής αλλοτριωμένος από τις ψευδεπίγραφες υποσχέσεις που κομίζουν νεωτερισμό, ανακαίνιση, πληρότητα, μοναδικότητα, υπεροχή έναντι των άλλων (γιατί όχι και εκμηδενισμό τους;….), ασμένως σπεύδει στους σύγχρονους «ναούς» της υπερκατανάλωσης (τα μεγάλα εμπορικά κέντρα), συνωστίζεται, και «ευτυχισμένος» αγοράζει το ποθούμενο. Μπορεί να πει κανείς διακινδυνεύοντας μιαν υπερβολή, ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αγοράζει τα προϊόντα της καταναλωτικής του βουλιμίας, αλλά το αντίθετο: Τα προϊόντα τον «έχουν»  ή μάλλον τον «κατέχουν» και φθάνει να γίνει ό,τι αγοράζει. Σήμερα ο άνθρωπος των δυτικών κυρίως κοινωνιών «τρέπεται» σε αυτά που με αδήριτη βουλιμία υπερκαταναλώνει.

Είναι φανερό ότι όλο και περισσότερα άτομα καταφεύγουν στην υπερκατανάλωση όχι για να διακονήσουν κάποιες βασικές ανάγκες τους, αλλά για να βρουν «ανακούφιση» και «παρηγοριά» στα ακανθώδη προσωπικά τους προβλήματα. Χρησιμοποιούν την  «αγοραθεραπεία» (shopping therapy) ως καταπραϋντικό της όξυνσης των προβλημάτων τους και ως αναισθητικό για να ξεχάσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζει η κενότητα του εαυτού τους. Χρησιμοποιούν το shopping therapy σαν μέσο υπέρβασης καταθλιπτικών αισθημάτων. Η κατάθλιψη, η μοναξιά, η έλλειψη αυτοεκτίμησης, είναι το «εύφλεκτο» υλικό για το προσάναμμα  της καταναλωτικής βουλιμίας. Η αγορά και των πιο άχρηστων προϊόντων προσδίδει προσωρινή χαρά και πληρότητα. Ο μοντέρνος άνθρωπος εξατομικευμένος στη σύγχρονη αλλοτρίωσή του, γίνεται βορά της διαφημιστικής θήρας και υποκύπτει στη καταναλωτική εξάρτηση. Με άλλα λόγια ο μοντέρνος υπερκαταναλωτής πάσχει τα ώνια, και υποφέρει τρόπον τινά από την ωνιοπάθεια και την ωνιομανία. Ο ωνιομανής και ωνιοπαθής άνθρωπος υποφέρει και δεν αναπαύεται σχεδόν ποτέ, αφού ποτέ δεν μπορεί να απαλλαγεί από το καταναλωτικό του σύνδρομο. Όταν μάλιστα δεν καθίσταται δυνατόν να ικανοποιηθούν οι καταναλωτικές ορέξεις τους αισθάνεται άσχημα και αυτό εκδηλώνεται με νευρικότητα, πονοκεφάλους, ναυτία κ.λπ.

Μια άλλη βασική αιτία για την εξήγηση του φαινομένου αυτού είναι ότι ο σύγχρονος άνθρωπος όντας ευάλωτος και ανεπαρκής, έχει την τάση και την ροπή να υποκαθιστά την ουσιαστική ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και ανθρώπινη επικοινωνία, με υλικά αντικείμενα, αφού αυτά ούτε τον στενοχωρούν, ούτε τον δυσαρεστούν, αλλά ούτε και τον απογοητεύουν. (όπως συνήθως συμβαίνει στις ανθρώπινες «σχέσεις»).

Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία ιδίως η εμφάνιση των γιγάντιων εμπορικών κέντρων έχει πολλαπλασιαστεί. Σαν μανιτάρια πια ορθώνονται (και συνήθως με μια τρομακτική ακαλαισθησία) όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της πατρίδας μας. Μάλιστα οργανώνονται και ειδικές εκδρομές πρόσχαρων αγοραστών από την επαρχία, με προορισμό γνωστότατο «ναό» υπερκατανάλωσης. Φθάσαμε μάλιστα στο σημείο να γίνονται σχολικές εκδρομές στο προαναφερθέν  εμπορικό κέντρο με …. βασικό σκοπό να ξεσαλώσουν τα παιδιά και «διαπαιδαγωγηθούν» στην λαμπερή ατμόσφαιρά του. Και όλα αυτά μάλιστα τη στιγμή κατά την οποία η παιδεία που προσφέρεται στα παιδιά μας και ολίγιστη είναι και πενιχρή είναι και ανεπαρκέστατη, αφού νεοπαγής στόχος είναι «να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για να περνούν καλά».

Πόσο μακριά νυχτωμένοι είμαστε αλήθεια για το τι πραγματικά μας συμβαίνει και για το τι τεράστιο μέγεθος ευθύνης έχουμε για αυτή μας την άγνοια. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα φθάνει στο σημείο «να εκπλήσσεται από την επίνοια των περιττών αναγκών»  (Προς τους πλουτούντας). Δεν υπάρχει πιο ριζική τοποθέτηση και πρόταση ΖΩΗΣ από αυτή που επαγγέλλεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσω του Ευαγγελίου και του Χριστού. Η πρόταση της Εκκλησίας είναι ανοικτή και έγκειται σε μας να καταλάβουμε ότι θέλει να μας δώσει εφόδια, ώθηση και δύναμη να απεξαρτηθούμε πρώτα από τον κοσμοποιημένο και αλλοτριωμένο εαυτό μας αλλά και από αυτόν τον κόσμο που μας περιβάλλει και κατά βάση να μας σώσει από τις ψευδεπίγραφες εξαγγελίες του. Αλήθεια μόνο στην Ευρώπη και στην Αμερική πλήττουν οι άνθρωποι και σπεύδουν περιχαρείς στην καταναλωτική φρενίτιδα κατά την διάρκεια της Χριστουγεννιάτικης περιόδου και όχι μόνον; Νομίζω ότι και στην πατρίδα μας εδώ και κάποια χρόνια έχουμε ασπαστεί και εμείς στον μιμητικό κακέκτυπό τους.

 

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 07 Απρίλιος 2012, Αντίφωνο

 

Η κρίση του ανθρωπισμού

Η κρίση του ανθρωπισμού

 

Nικολάου Μπερντιά(γι)εφ*

 

 

Ἡ κατάφαση τῆς ἀνθρώπινης ἀτομικότητας προϋποθέτει τήν συνείδηση τοῦ δεσμοῦ πού συνδέει τόν ἄνθρωπο μέ  μία ἀνώτερη θεϊκή ἀρχή. Καί ἀφοῦ τό πρόσωπο  δέν θέλει νά ἀναγνωρίσει τίποτε ἔξω ἀπό αὐτήν, κονιορτοποιεῖται κατά κάποιο τρόπο καί ὑποκύπτει στήν ὁρμητικότητα τῶν κατώτερων στοιχείων τῶν ὁποίων αὐτό ἔχει γίνει βορά. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, παύει νά αἰσθάνεται ὅτι ζεῖ, ἐφόσον δέν ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη τοῦ μή-ἐγώ του καί ἀρνεῖται αὐτό πού εἶναι ἀναγκαῖο γιά νά παραμείνει μία ἀτομικότητα, τήν πραγματικότητα ὄχι μόνον τῶν ἄλλων προσώπων, ἀλλά καί τοῦ θεϊκοῦ ὄντος.

Πράγματι ἡ αὐτοκατάφαση πού δέν γνωρίζει ὅρια καί δέν ἀποδέχεται τίποτε πάνω ἀπό τήν ἴδια καί ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἐμπόδιο στόν ἀνθρωπισμό, ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν καταστροφή, διότι αὐτός, ἀρνούμενος ὅλες τίς ἀρχές, παύει νά ἔχει αὐτογνωσία καί εἶναι ὑποχρεωμένος νά ὑποτάσσεται σέ ὑπάνθρωπες καί ὄχι ὑπεράνθρωπες ἀρχές. Σ' αὐτό τό ἀποτέλεσμα ἔχουν φθάσει, ὕστερα ἀπό μία μακρά πορεία, ὁ ἀνθρωπισμός καί ἡ σύγχρονη ἱστορία. Ἕνας ἀτομικισμός, πού δέν γνωρίζει ὅρια καί πού δέν ὑποτάσσεται σε τίποτε, κλονίζει τήν ἀτομικότητα καί προξενεῖ τήν καταστροφή

Ἡ πρόσφατη περίοδος τῆς σύγχρονης ἱστορίας παρουσιάζει τήν μυστηριώδη τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης μοίρας. Ἀπό τήν μιά, βλέπουμε τήν ἐμφάνιση τῆς ἔννοιας τῆς ἀτομικότητας πού εἰσάγει στόν πολιτισμό τοῦ ἀνθρώπου ἕνα ἄγνωστο στοιχεῖο τῆς προηγούμενης ἐποχῆς ἀλλά, ἀπό τήν ἄλλη, διαπιστώνουμε ἕναν κλονισμό τῆς ἀτομικότητας σέ πρωτόγνωρο βαθμό. Αὐτό, λοιπόν, εἶναι τό πραγματικό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀνθρωπιστικοῦprocessusτῆς ἱστορίας ὁ ἀνθρωπισμός μεταμορφώνεται σέ ἀντιανθρωπισμό.

Γιά νά δώσουμε μιά πιό συγκεκριμένη ἰδέα αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς θά μιλήσουμε γιά δύο διανοητές τοῦ 19ου αἰ., ἀνθρώπους ἀντικρουόμενης ἰδιοφυΐας, ἐκπροσώπους δύο διαφορετικῶν πνευματικῶν ρευμάτων, σχεδόν ἐχθρικῶν, ἀλλά τῶν ὁποίων ἡ ἐπίδραση ἦταν μεγάλη στήν ἐξέλιξη τῆς μοίρας τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ πρῶτος ὑπερτόνισε τήν ἔννοια τῆς ἀτομικότητας στό πλαίσιο τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ, ἐνῶ ὁ δεύτερος ἐπέδρασε στίς ἀνθρώπινες μάζες, στό κοινωνικό περιβάλλον. Ἀναφέρομαι στόν Fr. Nietzsche καί στόν K. Marx. Αὐτά τά δύο πνεύματα, πού δέν συναντήθηκαν ποτέ, δείχνουν τό πέρασμα στόν ἀντιανθρωπισμό. Καί στούς δύο ἡ ἀνθρώπινη αὐτοκατάφαση καθίσταται ἡ ἄρνηση τῆς εἰκόνας τοῦ ἀνθρώπου. Ὡστόσο, μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο διαμετρικῶς ἀντίθετων ρευμάτων ὑπάρχει μία τυπική ὁμοιότητα: τό καθένα ἀντιπροσωπεύει τό τέλος μιᾶς περιόδου ἀνανεώσεως τῆς ἱστορίας. Ἔχουμε ἐνώπιόν μας δύο τρόπους μετασχηματισμοῦ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ σέ ἀντιανθρωπισμό, δύο μορφές αὐτοκαταστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου.

 

* (Η μετάφραση έγινε από τον Δημήτρη Μπαλτά και είχε δημοσιευθεί στην ''Ευθύνη'', τχ 421, 2007).

 

ΠΗΓΗ: Aντίφωνο

Τι είναι η [οικονομική] κρίση; Και πως …

Τι είναι η [οικονομική] κρίση; Και πως γλυτώνουμε;

 

Του Δ. Καλιαμπάκου

 

 

«Το κεφάλαιο τρομάζει όταν έλθει αντιμέτωπο με την ανυπαρξία κερδών, όπως ακριβώς τρομάζει η Φύση μπροστά στο κενό. Με την προοπτική κάποιων κερδών ξυπνάει από το λήθαργό του, με κέρδος 20% ζωντανεύει, με 50% γίνεται θετικά παράτολμο, με 100% λειώνει κάτω από το πόδι του όλους τους ανθρώπινους νόμους και με 300% δεν υπάρχει εγκληματική ενέργεια που να μην ρισκάρει – ακόμη και με τον κίνδυνο να οδηγηθεί στην γκιλοτίνα

Κ. Μάρξ – «Κεφάλαιο»

Δεν είναι άδικα ένα από τα πλέον δημοφιλή «τσιτάτα» του Μαρξ. Περιγράφει με εξαιρετική σαφήνεια  τη συμπεριφορά του κεφαλαίου. Αυτό που είναι πράγματι θαυμαστό είναι η διαχρονική του αξία. Σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια μετά, ακόμα και τα ποσοστά που αναφέρονται είναι πολύ κοντά στη σημερινή πραγματικότητα. Το απόσπασμα αυτό είναι πολύ χρήσιμο για να υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχουν όρια (θεσμικά ή ακόμη και ηθικά) που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τη δράση του κεφαλαίου εντός «κάποιων εύλογων πλαισίων». Αλλά στο άρθρο αυτό θα μιλήσουμε πιο αναλυτικά για την πρώτη πρόταση του αποσπάσματος.  Την κρίση, τον πανικό που προκαλεί, τις συνέπειες που έχει.

Θα προσπαθήσω να περιγράψω τις αιτίες τις κρίσεις με τρόπο απλό, χωρίς υπερβολικές πληροφορίες  που αντί να φωτίζουν μπερδεύουν τα πράγματα. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

Η τυφλή παραγωγή

 

Όλες οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν ένα θεμελιώδες οικονομικό πρόβλημα. Οι ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν είναι πολύ περισσότερες από τα μέσα που υπάρχουν για την ικανοποίησή τους. Και μη σας φαίνεται υπερβολικό, έχοντας στο μυαλό σας τις χιλιάδες άχρηστες και καλλιεργημένες ανάγκες από ένα ανούσιο και κενό περιεχομένου καταναλωτικό πρότυπο ζωής. Αρκεί να πούμε αν σήμερα ο παγκόσμιος πλούτος μοιράζονταν ισόποσα στους κατοίκους του πλανήτη, δύσκολα θα πιάναμε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Το κατά κεφαλήν εισόδημα θα ήταν κοντά στις 9.000 $, σαν αυτό του Μεξικού, ας πούμε. Απλά σήμερα δισεκατομμύρια ζουν  κυριολεκτικά σε κτηνώδεις συνθήκες (η «κραταιά» Κίνα, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, έχει μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της κάτω από 4000 $ το χρόνο)  για να ζει ένα μικρό ποσοστό καλύτερα, και το 1% σαν βασιλιάδες. «Απλά»…

Οι οικονομολόγοι λένε ότι αυτό το θεμελιώδες ερώτημα σπάει σε τρία άλλα ισοδύναμα ερωτήματα, που κάθε κοινωνικοοικονομικό σύστημα απαντάει με διαφορετικό τρόπο: «Τι θα παραχθεί», «πως θα παραχθεί» και «πως θα μοιραστεί αυτό που θα παραχθεί».

Ο καπιταλισμός παράγει με ανεξέλεγκτο τρόπο ότι ζητιέται, ότι «μυρίζει» κέρδος.  Έτσι, για παράδειγμα, αν μια αγορά (ας πούμε μια χώρα)  έχει ζήτηση για 100.000 σπίτια, εν ριπή οφθαλμού θα πέσουν πάνω στη ζήτηση αυτή διάφορες μερίδες του κεφαλαίου προσπαθώντας να αποσπάσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι. Ξέρουν το όριο των 100.000, αλλά είναι αδύνατον να συνεννοηθούν να το μοιράσουν, θα προσπαθήσουν να αποσπάσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι, ο καθένας για τον εαυτό του. Αποτέλεσμα αυτού είναι να κατασκευαστούν πολύ περισσότερα σπίτια από αυτά που μπορούν να πουληθούν. Ε, και τι έγινε. Μικρό το κακό.  Σταματάνε να ασχολούνται με τις κατασκευές, απολύουν κόσμο (γι αυτούς είναι αναλώσιμοι εξάλλου) και πέφτουν με τα μούτρα σε άλλο κλάδο, που  μοιάζει να υπόσχεται κέρδη. Αλλά αργά ή γρήγορα συμβαίνει πάλι το ίδιο. Και σιγά σιγά συμβαίνει κάτι χειρότερο. Επειδή το συνολικό ποσό των χρημάτων που έχουν στη διάθεσή τους οι εργαζόμενοι (ή καταναλωτές, αν προτιμάτε, εν προκειμένω), αρχίζει να εξαντλείται,  ολοένα και γρηγορότερα στερεύει η δυνατότητα επέκτασης σε άλλους τομείς που να συντηρεί και να επαυξάνει τα κέρδη. Και αρχίζουν να υπάρχουν πολλά εμπορεύματα απούλητα και τα ποσοστά κέρδους αρχίζουν να βυθίζονται. Και τότε η λέξη κρίση αρχίζει να σκιάζει τα πάντα. Αλλά  το κεφάλαιο είναι σαν το ποδήλατο. Αν δεν κινείται πέφτει.

 

Τα τρία άλματα

 

Το κεφάλαιο έχει τρεις, βασικά, δυνατότητες αντίδρασης. Η πρώτη αφορά στην επέκτασή του σε όλο τον κόσμο. Παγκοσμιοποίηση. Σκεφτείτε τη λαιμαργία που θα ένοιωσαν, για παράδειγμα, οι βασικοί μέτοχοι της Coca Cola ή της Pepsi Cola, όταν άνοιξε γι αυτούς η αγορά της Κίνας. Πάνω από 1 δις πιθανοί νέοι καταναλωτές! Είναι μετά, να μην ακουμπήσεις χρυσάφι στα πόδια του Γιάο Μιν, του κινέζου μπασκετμπολίστα του NBA, προκειμένου να εκμαυλίσεις την απέραντη κινεζική πιτσιρικαρία; Τι κι αν στη διατροφή τους δεν υπήρχε καν αναψυκτικό με ζάχαρη και τώρα θερίζονται από τη βίαιη αυτή αλλαγή στις διατροφικές τους συνήθειες;

Η δεύτερη έχει να κάνει με την επέκταση προς το μέλλον. Αφού εξαντλήθηκε η αγοραστική δύναμη του παρόντος, «ας φάμε» από το μέλλον. Δανεισμός, λοιπόν. Έτσι, για παράδειγμα, για να μπορέσει η Γερμανική αυτοβιομηχανία να συντηρεί και να αυξάνει τα κέρδη της, έπρεπε η Ελλάδα δανειζόμενη να περάσει από την εποχή του Yugo και του Ibiza, στην εποχή του AUDI και στην BMV.  Για να συντηρούνται και να μεγεθύνονται οι κατασκευαστικές  εταιρείες έπρεπε ο κόσμος να «αγοράζει» σπίτια με δάνειο, έχοντας την  ψευδαίσθηση ότι έχει δικό του σπίτι, ενώ στην πράξη ζούσε μια ζωή με προπληρωμένο νοίκι στην τράπεζα.

Υπάρχει και μια τρίτη μορφή ανακούφισης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Πιο βαθειάς, πιο έντονης. Αλλά όπως και με τα «σκληρά», με βαθύτερες συνέπειες. Είναι οι τεχνολογικές επαναστάσεις. Αυτές κάνουν την ανθρώπινη εργασία εξαιρετικά πιο παραγωγική και επομένως φτιάχνονται προϊόντα με χαμηλότερο κόστος και υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Για παράδειγμα, για μας που ζήσαμε την προ- ηλεκτρονική εποχή (όχι βαθειά στο παρελθόν αλλά ας πούμε στη δεκαετία του 80) ένα ρολόι που «πάει καλά», που βεβαίως έχανε ένα λεπτό την ημέρα, ήταν είδος πολυτελείας (παρεμπιπτόντως, οι μεγαλύτεροι θυμάστε τα περίφημα SFIKO, τις «μαϊμούδες» των SEIKO;). Σήμερα, ένα quartz ρολόι που δεν χάνει δευτερόλεπτο σε μια χρονιά το βρίσκεις στα γαριδάκια. Ήταν αποτέλεσμα μιας τεχνολογικής επανάστασης.  Ή, συγκρίνετε τι προσφέρει ένα αυτοκίνητο που μπορεί να αγοραστεί, ας πούμε με τους μισθούς ενός χρόνου, σήμερα (160 km/h τελική, κλιματισμό, αερόσακους κλπ.) . Περισσότερα από όσα ένα αυτοκίνητο που κόστιζε όσο ένα σπίτι στη δεκαετία του 70. Αλλά και αυτή η «ανακούφιση» είχε ως αποτέλεσμα να πέσουν στην αγορά εκατομμύρια προϊόντα που αδυνατούν να βρουν αγοραστές. Όλα αυτά μαζί τα λέμε «κρίση υπερσυσσώρευσης». Το σχήμα που παρουσιάζεται είναι απλουστευτικό. Στην πραγματικότητα οι διαδικασίες δεν είναι διαδοχικές στο χρόνο, συμπλέκονται, η παγκοσμιοποίηση εξυπηρετεί και τη μείωση του κόστους εκτός της επέκτασης των αγορών, η ταξική πάλη παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του φαινομένου κλπ. Αλλά η φύση του φαινομένου είναι αυτή που περιγράφτηκε.

 

Το μεγάλο σεισμικό γεγονός

 

Τέτοιες κρίσεις ο καπιταλισμός είναι αδύνατον να αποφύγει. Είναι εγγεγραμμένες στο DNA του. Και είναι σαν του σεισμούς, σε μια περιοχή που ξέρουμε ότι είναι σεισμογενής. Όσο περισσότερο καθυστερεί, τόσο περισσότερο σεισμική ενέργεια συσσωρεύεται, τόσο πιο δυνατός είναι ο επερχόμενος σεισμός. Καμιά φορά  μικρότεροι σεισμοί (μικρότερες κρίσεις) δίνουν παράταση χρόνου, εκτονώνουν ένα κομμάτι της ενέργειας που συσσωρεύεται αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το «μεγάλο σεισμικό γεγονός».

Εκεί βρισκόμαστε σήμερα. Η μεγάλη κρίση του 2008- 9 στην καρδιά του καπιταλισμού, στην Αμερική, έδειξε σε όλους ότι αυτό το «μεγάλο σεισμικό γεγονός» είναι εξαιρετικά κοντά, και κατά πάσα πιθανότητα, είναι αναπόφευκτο. Και όλοι προετοιμάζονται γι αυτό. Τα τρία μεγάλα άλματα: στο χώρο, στο χρόνο και στην ποιότητα (αυτό το λέμε και στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου) έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους, η παγκόσμια καπιταλιστική μηχανή αρχίζει να «μπουκώνει» ξανά, όλοι αρχίζουν να σκέφτονται να πάνε στο ταμείο για να κατοχυρώσουν τα κέρδη από το «πάρτυ», αλλά ξέρουν ότι αυτό είναι ήδη η αρχή του τέλους. Το «ταμείο» δεν επαρκεί για να ξεπληρώσει τις απίθανα μεγάλες «αξίες» που έχουν δημιουργηθεί. Έρχεται η ώρα η φούσκα να σκάσει.

Πως ξεπερνάει ο καπιταλισμός αυτές τις κρίσεις του; Δυστυχώς, με μια τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Πρέπει τα περιττά να «καούν», έτσι ώστε να γίνει επανεκκίνηση με ότι περισσεύει. Αλλά,  πρώτα απ΄ όλα, καίγεται η βασική παραγωγική δύναμη, η ανθρώπινη εργασία. Άνθρωποι πετιούνται στα αζήτητα της ανεργίας, όπως τα πορτοκάλια στις χωματερές αν είναι να συντηρηθούν τα επίπεδα κερδοφορίας. Είναι πραγματικά τραγικό, αν σκεφτεί κανείς πως  το πλεόνασμα αγαθών που θα μπορούσε να καλύψει κοινωνικές ανάγκες και να κάνει τον κόσμο κατά τι καλύτερο είναι η αιτία που τον σπρώχνει βαθειά στην καταστροφή. Η οποία μπορεί να πάρει ακόμη και την απεχθέστερη μορφή, τον πόλεμο. Σήμερα, πολλοί συμφωνούν ότι η κρίση του 29-30 δεν ξεπεράστηκε οριστικά, παρά μέσω του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά, με ρίγος κανείς συλλογίζεται τι σύστημα είναι αυτό που το «γιατρικό» μιας οικονομικής του κρίση απαιτεί τη «ανθρωποθυσία» δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων; Ακούγεται εφιαλτικό, αλλά ο στρουθοκαμηλισμός ποτέ δεν είναι λύση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε τρεις σημαντικές επισημάνσεις για την κρίση.

 

Η τρίτη έχει και τις σημαντικότερες συνέπειες.

 

Η κρίση δεν καταστρέφει ισόποσα μεγάλους και μικρούς. Δεν χάνουν όλοι και δεν χάνουν αναλογικά με το τι έχουν. Αντίθετα, ο μεγάλος πόλεμος γίνεται για το πώς θα κατανεμηθούν τα αποτελέσματά της. Και πρόκειται κυριολεκτικά για αμείλικτο πόλεμο. Αυτοί που έχουν βγάλει τα εκατομμύριά τους έξω, αυτοί που έχουν εξασφαλίσει του δικούς τους κάμποσων γενεών, είναι αυτοί που παίρνουν αποφάσεις  που μειώνουν τον μισθό από 600 Ευρώ στα 500. Και από κει, με κρύο αίμα, ακόμα πιο χαμηλά.

Δεύτερον, η κρίση είναι μια μεγάλη ευκαιρία ανακατανομής του πλούτου. Στην κατοχή, για δυο τενεκέδες λάδι ο κόσμος έχανε το σπίτι του ή το χωράφι του. Αυτοί που βρέθηκαν στην κρίση με λεφτά είχαν  μια  χρυσή ευκαιρία να τα πολλαπλασιάσουν εξαφανίζοντας τους αδύναμους ή ακόμη και τους λιγότερο δυνατούς.

 

Η ΕΕ θεμελιώδης αιτία της κρίσης

 

Αλλά, φυσιολογικά κανείς θα αναρωτηθεί. Που είναι αυτή τεράστια κρίση σε όλο τον κόσμο; Δεν τη βλέπουμε. Αυτό που βλέπουμε να καταρρέει είναι η Ελλάδα. Εδώ είναι ο ειδικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η κρίση οξύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των  τριών μεγάλων καπιταλιστικών πόλων (ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα). Η άρχουσα τάξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση βλέποντας το τσουνάμι της κρίσης να πλησιάζει έχει αποφασίσει ότι δεν μπορεί να αντέξει τον ανταγωνισμό αν διατηρηθεί το επίπεδο ζωής που έχουν κατακτήσει οι εργαζόμενοί της. Και επιχειρεί μια ιστορική ανατροπή: την «κινεζοποίηση» της Ευρώπης. Και εκτελεί στην Ελλάδα ένα πείραμα: πόσο χαμηλά μπορεί να συμπιεσθεί το επίπεδο ζωής εντός της Ευρώπης. Το αποτέλεσμα ήδη έχει ανακοινωθεί ότι θα αποτελέσει τον οδηγό για ολόκληρη την Ευρώπη.

Έτσι, λοιπόν, δυο είναι οι βασικοί παράγοντες που χτύπησαν την Ελλάδα. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που κάθε άλλο παρά απομακρύνθηκε. Απεναντίας, τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στην Ελλάδα ακριβώς γιατί παίζει το ρόλο του «καναρινιού στο μεταλλείο» (αν πεθάνει σημαίνει ότι το περιβάλλον είναι τοξικό για όλους, ανεξάρτητα αν το νοιώθουν). Και, δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Ένωση που ξεκίνησε ένα ξεκλήρισμα δικαιωμάτων και κατακτήσεων ενός αιώνα. Αυτός, μάλιστα, ο παράγοντας είναι πιο ορατός και άμεσος.

 

Και τώρα τι κάνουμε; (Τι είναι αυτό που λείπει…)

 

Είναι θέμα πολιτικού ρεαλισμού να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια καπιταλιστική κρίση που το ξεπέρασμά της προς όφελος των πολλών απαιτεί αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ο στρουθοκαμηλισμός, όπως είπαμε, δε βοηθά. Έγκαιρα πρέπει να καταλάβουμε ποια είναι η ουσία του προβλήματος και να προετοιμαστούμε κατάλληλα. Δεν είναι θέμα πως θα το ονομάσουμε εμείς, το θέμα είναι τι πραγματικά είναι. Αν, για παράδειγμα, ταρακουνιέται συθέμελα το σύστημα και απειλεί να μας παρασύρει στα τάρταρα της κοινωνικής αδικίας ή ακόμα, χειρότερα, του πολέμου, μόνο η έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων αλλά και των ευκαιριών που γεννώνται και, κυρίως, ο έγκαιρος εντοπισμός των ευάλωτων σημείων της απέναντι πλευράς μας σώζει. 

Αυτό δε σημαίνει πληθωρισμός αντικαπιταλιστικής φρασεολογίας ή ακόμη χειρότερα συνθηματολογική πλειοδοσία. Ούτε τοποθέτηση «προαπαιτούμενων». Απεναντίας, όποιος είναι βαθειά πεισμένος ότι η τρέχουσα σύγκρουση οδηγεί προς τα όρια του συστήματος, κάνει ότι μπορεί για να πείσει και τους υπόλοιπους έγκαιρα γι αυτό  αλλά ξέρει και να εμπιστεύεται την ταχύτατη πολιτική εμπειρία που κατακτά ο αγωνιζόμενος κόσμος στις στιγμές της οξύτατης πολιτικής πάλης.

Πάμε τώρα στο θέμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προσωπικά, πιστεύω πως για να έχει πιθανότητες επιτυχίας ένα πείραμα μιας άλλου τύπου συγκρότησης  της κοινωνίας θα πρέπει να γίνει σε περιφερειακό επίπεδο. Τουλάχιστον. Και με συναρπάζει η ιδέα μιας κοινής απόπειρας με άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, ειδικά της Νότιας Ευρώπης. Η  πολιτική τους εμπειρία, οι εγγεγραμμένες στη συλλογική τους συνείδηση απόπειρες στο παρελθόν, η κάποια πολιτική και ιδεολογική κινητικότητα και φρεσκάδα που τους διακρίνει (αν και κάποιοι θα επιμείνουν στη μακρά και βαθειά διαδικασία αφομοίωσης και ενσωμάτωσής τους στο σύστημα) τους κάνει ελκυστικούς συνοδοιπόρους σε μια πορεία προς τα μπρος.

Αλλά είναι δυνατόν μια τέτοια πρόθεση να μπερδεύεται με τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση; Η Ευρωπαϊκή Ένωση φτιάχτηκε για να εξασφαλίσει βασικά στην γερμανική άρχουσα τάξη (ως επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων) το μέγεθος που χρειάζονταν για να αναδειχθεί σε παγκόσμιο πόλο, θα διαρκέσει όσο εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν τον στόχο και θα διαλυθεί πολύ πριν εξυπηρετήσει οποιαδήποτε κίνηση αμφισβήτησης της ηγεμονίας της, οποιαδήποτε κίνηση εξυπηρετεί την αντίθετη κατεύθυνση. Εδώ κινδυνεύει να διαλυθεί για ήσσονος σημασίας λόγους και να δώσει τη θέση της σε εθνικισμούς παλιού τύπου, στη βάση της λογικής «ο σώζων  εαυτόν σωθήτω», και περιμένουμε εμείς να διαβρωθεί ακίνητη μέχρι να εξυπηρετήσει ακριβώς το αντίθετο για το οποίο φτιάχτηκε; Αλλά και πάλι, ας υποθέσουμε ότι ορισμένοι ποντάρουν ακόμη σε αυτή την πιθανότητα: Εδώ η ίδια η ΕΕ έχει σχεδιάσει δεκάδες σενάρια για την αποπομπή μας, εμείς θα συνεχίζουμε να εξετάζουμε σενάρια μόνο στο εσωτερικό της;

Αλλά δεν πιστεύω, και το λέω για μια ακόμη φορά, ότι οι μεγάλες διαφορές στις αντιλήψεις μας, που και βέβαια υπάρχουν, ευθύνονται για την εξοργιστική αφασία και την πολιτική ακινησία που μας διακρίνει. Η αριστερά μοιάζει με «τον άνθρωπο που έβλεπε τα τρένα να περνούν». Φοβάμαι, ότι η αιτία είναι πιο βαθιά.  Η κατανόηση ιδιαίτερα στην αριστερά, ακόμη και ενστικτωδώς, ότι η υπόθεση μοιάζει με «πάρτα όλα» ή «χάστα όλα», κάνει τα πόδια όλων να λυγίζουν.

Ας ελπίσουμε μια ορμητική είσοδος φρέσκων κοινωνικών δυνάμεων αποφασισμένων  να υπερασπιστούν με κάθε τρόπο τη ζωή που μας κλέβουν να δώσει και στην αριστερά (της οποίας ο ρόλος είναι ζωτικός)  την αυτοπεποίθηση που της λείπει.

 

ΠΗΓΗ: Submitted by aristeroblog on Sun, 2012-04-15, http://aristeroblog.gr/node/679

Εκλογές ανάστασης ή αυτοκτονίας;

Eκλογές ανάστασης ή αυτοκτονίας;

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου»! ακούσαμε στη χθεσινοβραδινή ακολουθία των Παθών του Χριστού. Ποια όμως σχέση μπορεί να έχει το «σήμερον» αυτό με τα γεγονότα, που συνέβησαν εδώ και δυο, περίπου, χιλιάδες χρόνια;

Την απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος Χριστός, που μας λέει πως το «σήμερον» αυτό έχει διαχρονική επικαιρότητα. Αφού και σήμερα, όπως και σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, σταυρώνονται οι «ελάχιστοι αδελφοί» του:

Τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που δεινοπαθούν και πεθαίνουν απ' τη σκλαβιά, τη φτώχεια, την αρρώστια, τους πολέμους, την πείνα… Και, βέβαια, όχι επειδή οι χώρες τους είναι φτωχές και οι ίδιοι τεμπέληδες και διεφθαρμένοι, όπως οι σταυρωτές και τα φερέφωνά τους διατυμπανίζουν και στη δική μας περίπτωση.  Αλλά επειδή οι ξένοι άρπαγες και οι ντόπιοι πολιτικοί απατεώνες κλέβουν και ξεπουλάνε τον πλούτο της χώρας τους και τον ιδρώτα του προσώπου τους.

Και ποιοι είναι οι σταυρωτές; Όχι, βέβαια, οι λήσταρχοι και οι αναρχικοί και οι ταραξίες. Και οι πάσης φύσεως δακτυλοδεικτούμενοι και αποδιοπομπαίοι. Που είναι κλεισμένοι απ' τους νομιμόφρονες φαρισαίους σε φυλακές ύψιστης ασφάλειας ή ζουν σε τόπους εξορίας. Όχι αυτοί!

Αλλά οι κακουργότεροι μεταξύ των κακούργων: Η αφρόκρεμα του, όπως συνήθως λέγεται, «καλού κόσμου»! Ή, μάλλον, όπως θα ταίριαζε καλύτερα στην περίπτωσή τους, του …«καλού υπόκοσμου»! Οι μεγαλύτεροι, δηλαδή, συνένοχοι-σε όλους τους τόπους και όλες τις εποχές- για τη σταύρωση λαών και αθώων…  Που, κατά κανόνα και σε κάθε, σχεδόν, περίπτωση, είναι κάποιοι μεγάτιμοι εκπρόσωποι της πολιτικής, της θρησκείας, του μαμωνά και του νόμου…

Αλλά το πλέον αποκαρδιωτικό είναι πως για τη σταύρωση του Χριστού και των «ελάχιστων αδελφών» του δεν είναι αμέτοχος και, ο δήθεν, ανεύθυνος, όχλος. Όπου, στην περίπτωση του «κακοποιού» Χριστού τον ακούμε να φωνάζει το «άρον-άρον». Καθώς τον καθοδηγούσαν και του κανοναρχούσαν οι νομιμόφρονες αρχιερείς και οι φαρισαίοι. Ενώ σήμερα τον βλέπουμε και τον ακούμε να χειροκροτεί και να ζητωκραυγάζει και να ψηφίζει τους σταυρωτές του λαού. Καθώς του κανοναρχούν τα πολιτικά κομματόσκυλα, οι απατεώνες των ΜΜΕ και οι λήσταρχοι του οικονομικού κατεστημένου…

Και η αποκρουστική αυτή πραγματικότητα γίνεται ακόμη αποκρουστικότερη, όταν οι όχλοι αυτοί, που χειροκροτούν και ψηφίζουν την καταλήστευση και τον θάνατο των «ελαχίστων αδελφών» του Χριστού, φιγουράρουν και ως σούπερ-χριστιανοί. Οι οποίοι μπορεί να νηστεύουν ακόμη και το λαδάκι, αλλά – χωρίς ντροπή και συνείδηση – κατασπαράζουν και κατακρεουργούν τους φτωχούς συνανθρώπους τους.

Όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη δική μας περίπτωση. Όπου ο λαός καλείται στις ερχόμενες εκλογές να επικυρώσει τις καταχθόνιες αποφάσεις, που υπαγόρευσαν σε βάρος μας η τρόικα των κακούργων Γερμανών, των σατανιστών σιωνιστών και των κανιβάλων τοκογλύφων. Και που ανέλαβε να θεσμοθετήσει και να υλοποιήσει ο δικομματισμός της λεηλασίας και της προδοσίας με τους συνοδοιπόρους του!

Θα πρέπει όμως κάποιοι να κατανοήσουν, κάποτε, ότι οι εκλογές της 6ης Μαΐου δεν είναι για το αν θα πάρουν την εξουσία και θα ολοκληρώσουν το προδοτικό και ολέθριο έργο τους οι απατεώνες της γαλάζιας ή της πράσινης απόχρωσης.

Όπως το είχαν καταστρώσει και χαλκεύσει στα προηγούμενα χρόνια… Αλλά, για να επιλέξουμε, για τελευταία, πλέον, φορά, εμείς, ως Έλληνες και χριστιανοί, ανάμεσα στους σταυρωτές ή τους σταυρωμένους.

Με σαφή επίγνωση ότι ο δρόμος των σταυρωτών τοκογλύφων και εφιαλτών οδηγεί, αναπόφευκτα, στη δική μας αυτοκτονία και στη δολοφονία της πατρίδας μας και των επόμενων γενεών.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, αυτούς, που στις εκκλησιές δίνουν το φιλί του Ιούδα στο σταυρωμένο Χριστό και στις κάλπες προσφέρουν τους «σταυρούς προτιμήσεως» στου σταυρωτές των «ελάχιστων αδελφών» του.

Ενώ ο δρόμος των σταυρωμένων, που ακολούθησε ο Χριστός, οδηγεί στην Ανάσταση. Την καθολική. Που δίνει απαντήσεις και λύσεις σε όλα τα ανθρώπινα προβλήματα: Από τα γήινα μέχρι τα αιώνια…

Κι εμείς, σαν τον Ηρακλή στο σταυροδρόμι της αρετής και της κακίας, καλούμαστε να κάνουμε την αποφασιστική επιλογή μας: Ανάμεσα στο νεκροταφείο της εθνικής μας αυτοκτονίας και το δρόμο της εθνικής μας ανάστασης!… Και ν' αποδείξουμε, για ύστατη φορά, πόσο Έλληνες ή γραικύλοι είμαστε….


παπα-Ηλίας,  Posted Απριλίου 13, 2012,  http://papailiasyfantis.wordpress.com/2012/04/13/… Ekloges-anastasis-h-autoktonias…82/ 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Ο Ιησούς Χριστός αναμφισβήτητα είναι το πλέον συζητημένο και συνάμα αμφιλεγόμενο πρόσωπο της ανθρώπινης ιστορίας. Κανένα ιστορικό πρόσωπο δεν καταφέρνει να συγκινεί αιώνες μετά τον θάνατό του ανθρώπους, ώστε αυτοί να θυσιάζουν τα πάντα για την αγάπη του, ακόμη και τη ζωή τους. Κανένα επίσης δεν βλασφημείται μόλις λίγα έτη μετά τον θάνατό του.

Το μαρτύριο στο όνομα θρησκευτικής πίστης ή ιδεολογίας δεν είναι αποκλειστικά χριστιανικό. Στον ισλαμικό κόσμο έχουμε το μαρτύριο (αυτοκτονία) στα πλαίσια μιας ερμηνείας του ιερού πολέμου (τζιχάντ). Στον κομμουνιστικό κόσμο έχουμε το μαρτύριο μετά από άρνηση καταδίκης της ιδεολογίας. Μάλιστα κάποιοι ισχυρίζονται ότι το τελευταίο μαρτύριο είναι ανώτερης μορφής, καθώς ο μάρτυρας, ως υλιστής, δεν αποβλέπει σε αμοιβή.

Στο μαρτύριο του χριστιανού το πρωτεύον στοιχείο είναι η αγάπη του μάρτυρα προς το πρόσωπο του Ιησού και, μέσω αυτού, η αγάπη προς τον συνάνθρωπό του, τον οποίο βλέπει ως εικόνα Θεού. Μαρτυρεί, επειδή ο διώκτης, υπό τη μορφή του οπαδού κάποιας εξουσίας, θρησκείας ή υλιστικής ιδεολογίας, στους νεότερους χρόνους, απαιτεί από τον πιστό να αρνηθεί τη πίστη του στον αναστημένο Ιησού.

Η πρώτη που κίνησε διωγμό κατά της χριστιανικής πίστης ήταν η ρωμαϊκή εξουσία, η άκρως ανεκτική έναντι του πλήθους των θρησκευτικών δοξασιών της εποχής. Πόσο ικανοποιητική είναι άραγε η εξήγηση ότι οι αυτοκράτορες θεωρούσαν προσβλητική την εκ μέρους των χριστιανών άρνηση της θεότητάς τους. Και οι Ιουδαίοι την αρνούνταν επί αιώνες χωρίς την παραμικρή επίπτωση. Η αγριότητα του διωγμού άφησε παντελώς ασυγκίνητους τους αναλυτές του πνεύματος του «διαφωτισμού». Θεώρησαν αυτοί πιο βολικό για την ιδεολογία τους να ασχοληθούν με τις αδυναμίες διαχρονικά των αυτοαποκαλουμένων πιστών στον Χριστό και να παραβλέψουν ή να διαστρεβλώσουν το ευαγγελικό κήρυγμα, αλλά και να αγνοήσουν παντελώς τους μάρτυρες της πίστεως. Και έπλασαν, για να αντικρούσουν τον «μύθο» της Αναστάσεως του Χριστού, μύθους επί μύθων στο όνομα της λογικής, αυτής της θεραπαινίδας της φιλοσοφίας τους, της λογικής, που την έκοψαν και την έραψαν στα μέτρα τους. Σπάνια επιχειρούν κριτική της διδασκαλίας του Ευαγγελίου. Αρέσκονται να διαστρεβλώνουν την ιστορία προβάλλοντας ως μάρτυρες τις στρατιές των δούλων, οι οποίοι εύρισκαν παρηγοριά με την ελπίδα ζωής πέραν του τάφου. Δεν πρόσεξαν ότι σύντομα αποδέχθηκαν τη νέα πίστη οικιακοί του Καίσαρα, φιλόσοφοι (ομολογουμένως όχι πολλοί, εξ αιτίας της έπαρσης που διαχρονικά τους χαρακτηρίζει), πλούσιοι επιχειρηματίες, μίμοι, ληστές, πόρνες ακόμη και δήμιοι. Και όλοι αυτοί δεν γόγγυσαν κατά των διωκτών τους, διότι θα τους εγκατέλειπε η χάρη του Θεού. Υπέμειναν φρικτά βασανιστήρια για την αγάπη Εκείνου, στην άρνηση του οποίου, πλην εξαιρέσεων, τίποτε δεν στάθηκε ικανό να τους οδηγήσει. Πέθαιναν επαναλαμβάνοντας τους λόγους του Χριστού και του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, ζητώντας δηλαδή από τον Θεό να συγχωρήσει τους δημίους τους! Και αυτό το όντως υπέροχο και ανεπανάληπτο φρόνημα προβάλλεται από τους υλιστές ως πνεύμα ηττοπάθειας και δειλίας. Γιατί, η χριστιανική πίστη εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα, ώστε οι πιστοί να αποτελούν την πλειονότητα των πολιτών της αυτοκρατορίας στις αρχές του 4ου αιώνα, δεν τους απασχολεί. Ξεκινώντας από τη χρονική στιγμή, κατά την οποία ο Καίσαρας έπαψε τους διωγμούς, περνούν στην επίθεση επικεντρώνοντας την προσοχή των οπαδών των ιδεολογιών τους στις μικρότητες και αθλιότητες των χριστιανών, σαν να είναι γι' αυτές υπεύθυνοι ο Χριστός, οι μάρτυρες, οι άγιοι.

Ιδιαίτερη είναι η ικανοποίηση που εκφράζεται εκ του ότι την Εκκλησία συγκλόνισαν κατά τους πρώτους αιώνες ποικίλες αιρέσεις. Αποτελούν αυτές πρώτης τάξεως αφορμή για επίθεση κατά του δόγματος, κατά του οποίου πικρόχολα σχόλια γράφηκαν. Το δόγμα ως φιλοσοφική έννοια έχει ταυτιστεί με την κατάσταση της πλήρους ανελευθερίας της σκέψεως. Έτσι στους νεότερους χρόνους ο ελευθερωτής του ανθρωπίνου γένους από την φθορά εκ της αμαρτίας και τον επακόλουθο θάνατο προβάλλεται ως ο κατ' εξοχήν κήρυκας της ανελευθερίας. Το δόγμα καλλιεργεί ήθος και είναι αυτό τρομακτικά διαφορετικό στην ορθόδοξη κοινωνία (όχι βέβαια αυτή που αντικρίζουμε σήμερα) από τις κοινωνίες των αιρετικών της Δύσης, τις οποίες και μόνο γνωρίζουν τόσο οι δυτικοί στοχαστές, όσο και οι δίκην πιθήκου μιμούμενοι αυτούς εγχώριοι αρνητές της παράδοσης του λαού μας.

Η νέα πίστη δεν εξαπλώθηκε πέραν του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η Περσία, παρά το νέφος των μαρτύρων, παρέμεινε προσηλωμένη στη λατρεία του ηλίου. Τόσο αυτή όσο και οι περιοχές της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, στις οποίες οι λαοί είχαν ασπασθεί κατά πλειονότητα διάφορες αιρέσεις σαρώθηκαν από το κατακτητικό Ισλάμ. Το Ισλάμ εξαπλώθηκε όχι προσφέροντας ως θυσία στον Θεό το αίμα των πιστών του Μωάμεθ, αλλά το αίμα των εχθρών της πίστης, των απίστων. Ο «ιερός πόλεμος» των μουσουλμάνων βρίσκεται στον αντίποδα της θυσιαστικής αγάπης των πιστών του Ιησού Χριστού. Οι σύγχρονοι μάρτυρες του Ισλάμ αποφασίζουν να πεθάνουν κυριαρχούμενοι από το μίσος κατά των εχθρών τους σιωνιστών και «χριστιανών» της Δύσης, μίσος που επιτείνουν οι διαρκείς προκλήσεις και αδικίες των ισχυρών του πλανήτη. Και βέβαια, σε αντίθεση με το Ευαγγέλιο της αγάπης του Χριστού, το Κοράνι δεν αναγράφει ότι το μίσος μπορεί να στερήσει από τον πιστό τις υλικές απολαύσεις του άκρως υλιστικού ισλαμικού παραδείσου. Είναι θλιβερό το ότι ακόμη και δικοί μας αναλυτές δεν κατενόησαν την άκρως διαφορετική στάση των μουσουλμάνων έναντι των ορθοδόξων χριστιανών της Ανατολής σε σχέση προς τους χριστιανούς της Δύσης. Αυτό οφείλεται στο πνεύμα ελευθερίας, που χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο, και στο άλλο της ανεξιθρησκείας. Ο ορθόδοξος συμβίωσε ως υπόδουλος με τον μουσουλμάνο και υπέστη διωγμούς επί αιώνες. Δεν έσπευσε όμως να συμπράξει με τους τυχοδιώκτες σταυροφόρους δήθεν απελευθερωτές των Αγίων Τόπων. Στο μέτρο που εκδυτικοζόμαστε εισερχόμαστε στη χωρία των λαών που προκαλούν το Ισλάμ. Ας μην απορούμε στο εγγύς μέλλον, αν καταστούμε στόχοι επιθέσεων των πιστών του Τζιχάντ.

Το Ισλάμ απειλεί σοβαρά πλέον τη μεταχριστιανική Ευρώπη. Οι ισχυροί πρώην αποικιοκράτες (στο όνομα του Χριστού;) στην αλαζονεία τους πίστευαν ότι οι μετανάστες ακόμη και οι μουσουλμάνοι θα υπέκυπταν στην ανωτερότητα του ανερμάτιστου πολιτισμού τους, για τον οποίο ερίζουν περί του αν έχει ή όχι χριστιανικές ρίζες «χριστιανοί»και «άθεοι». Και φυσικά ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, στην ουσία ο μη πολιτισμός, δεν έχει χριστιανικές ρίζες, αφού δεν έχει καν ρίζες! Η διάλυση του κοινωνικού ιστού, η κατάρρευση της οικογένειας, ο αφανισμός του προσώπου και ο υποβιβασμός αυτού σε αριθμό μητρώου, ο οποίος ανάγεται, με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας, σε πεμπτουσία του κατακερματισμένου ατόμου, το οποίο εκλαμβάνεται ως οικονομική μονάδα και μόνο, αναλώσιμη εις το έπακρο, προς χάρη των απλήστων για κέρδη ισχυρών, οι οποίοι διαφεντεύουν τους λαούς μέσω δοτών και συνάμα εκλεγμένων κυβερνήσεων μόνο πολιτισμό δεν φανερώνουν. Δεν είναι συνεπώς ανεξήγητο το ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στη μεταχριστιανική Δύση καταφεύγουν στο Ισλάμ, για να βρουν νόημα και να πληρώσουν το υπαρξιακό τους κενό. Οι μεικτοί γάμοι μεταξύ πιστών μουσουλμάνων και αθρήσκων ποικίλων ιδεολογιών θα πληθαίνουν με την πάροδο του χρόνου. Και εκείνοι που αισθάνονται έντονη την απέχθεια προς τον σταυρό του Χριστού θα βλέπουν τις κόρες τους να φορούν μαντήλα. Κάποιοι δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν, αν και πρόσφατα είναι τα συμβάντα του πλήθους των μαρτύρων στη Σοβιετική Ένωση, ότι το μαρτύριο δεν δικαιώνεται, όταν πρώτιστο κίνητρο είναι το ταξικό μίσος (υπήρξαν ασφαλώς και εξαιρέσεις θαυμασίων ιδεολόγων).

Τον κόσμο θα τον αλλάξει μόνο η αγάπη. Η αγάπη που είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος, η αγάπη που βλέπει τον άλλο ως εικόνα Θεού, ότι και αν πιστεύει, όπως και αν ενεργεί. Κατανοώ τα μειδιάματα που προκαλεί ο λόγος στον εμφορούμενο από το υλιστικό δυτικό πνεύμα. Αρκεί σε πρώτη φάση να αναρωτηθεί: Μήπως ο δυτικός κόσμος καταρρέει λόγω έλλειψης νοήματος. Ο Αναστημένος Χριστός δεν θα πάψει να κρούει τη θύρα μας. Ίσως κάποτε αισθανθούμε πως δεν στραγγαλίζουμε την ελευθερία μας, αν τον ανοίξουμε. Απλώς θα δραπετεύσουμε από το κελί της φυλακής του αυτοεγκλεισμού μας.

 

                                                                        «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 15-4-2012 

Διακαινίσιμα αιτήματα Λόγου και Φωτός

Διακαινίσιμα αιτήματα Λόγου και Φωτός

 

Από το Μανιτάρι του Βουνού

 

 

Ως περιφερειακό – πια – κρατίδιο της χωρίς τη Ρωσία Ευρώπης, της καπιταλιστικής  Ε. Ε. με ακρίβεια, βιώνουμε την αρχή μιας βαθιάς «εσωτερικής» κρίσης και μιας διεθνούς «εθνικής» προτεκτορατοποίησης στους καλβινιστές. Η κρίση αυτή βεβαίως αποτελεί και επιλεγμένη επίθεση για πολλούς λόγους. Αλλά καμιά επιλεγμένη επίθεση δεν γίνεται με … κλήρωση. Αποτελεί το επιστέγασμα μιας  αποτυχημένης ή έστω ημιτελούς εθνικής και πολιτισμικής επανάστασης κατά τών Οθωμανών, ενός αποτυχημένου ιδεολογικού κράματος, ήτοι του «ελληνορθόδοξου» πολιτισμού, και μιας επικρατούσας θρησκείας – κυρίως μέσω των στιβαρών βραχιόνων ενός ακραίου κρατισμού. Αποτελεί  ναι μεν εγκόλπωση ενός περιρρέοντος πασχαλινού πολιτισμού, αλλά και μια αποτυχία στη βίωση της Ανάστασης του Ιησού.

Η σάρκωση, ο τρόπος βίου και πολιτείας και η ανάσταση του Θεού Λόγου δεν αποτελούσε για τα 200 περίπου χρόνια, ούτε στο καθαρά εκκλησιαστικό επίπεδο, την κυρίαρχη τάση, παρά την … επικρατούσα εντύπωση για το αντίθετο. Το ίδιο βεβαίως συνέβη και με το πλημμυρίζων Φως της Αναστάσεως. Όχι μόνο στο κρατικό, αλλά κυρίως στο εκκλησιαστικό γεγονός τόσο ο αναστάσιμος Λόγος, όσο και το Φως του κενού Τάφου αποτελούσαν απλά τις εξαιρέσεις που αναδείκνυαν δεκάδες νεοέλληνες μεν αγίες και αγίους, μα ξεγελούσαν τις πολυπληθείς συνειδήσεις. Το μόνο που επέβαλαν ήταν ένα περιρρέον ορθόδοξο περιβάλλον  με αρκετές αλλοιώσεις.

Ο Λόγος αποτελεί για τους πάρα πολλούς ένα ορθόδοξο μνημείο του ευαγγελίου της λειτουργίας του ορθόδοξου Πάσχα και το Φως ένα μνημείο που τιμάται ως «αρχηγός κράτους», ανάβει τις γήινες λαμπάδες, αλλά δεν φαίνεται να αποτελεί πλημμυρίδα θείου Φωτός στις συνειδήσεις των θρησκευόμενων.

Η εβδομάδα, που διανύουμε λατρευτικά, βεβαίως αποτελεί ως «δια-καινίσιμος» συμβολικά μια θεολογική ημέρα, που ανοίγει με το «Εν αρχή ήν ο Λόγος και θεός ήν ο Λόγος» και το «ήν το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» του πασχαλινού λειτουργικού ευαγγελίου. Όμως μπορεί να φωτίζει βαπτισμένους και μη, πιστούς και αμυήτους, να ήλθε στα «ίδια», δηλαδή στα κτίσματά Του, αλλά «οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον».

Η «παραλαβή» αυτή επομένως δεν αποτελεί πολιτισμικό ή θρησκευτικό κληρονόμημα ή κληροδότημα. Αποτελεί κάθε φορά και ένα θείο δώρο,  παράλληλα με  ένα άθλημα πέρα από το ατομικό μας τέλμα και επομένως μια δια ελεύθερης άσκησης προετοιμασία στα άδυτα των αναγκών των άλλων, οικείων ή ξένων. Ένα δείγμα μιας τέτοιας προετοιμασίας δείξαμε με τα δικά μας έξι προηγούμενα φτωχά σχόλια στο βαθύ περιεχόμενο των ημερών της Μεγάλης εβδομάδας.

Οι νεοέλληνες, θρησκευόμενοι ή «απελευθερωμένοι», φαίνεται ότι δεν έχουμε κατανοήσει βαθιά την προϋπόθεση οικείωσης του θεού Λόγου και του Φωτός του παναγίου τάφου: «όσοι δε έλαβον αυτόν, … οί ουκ εξ αιμάτων, … αλλά εκ Θεού εγεννήθησαν».

Η οικείωση λοιπόν αυτή δεν αποτελεί βιολογικό, οικογενειακό, φυλετικό, πολιτισμικό, πολιτικό ή θρησκευτικό γεγονός. Αποτελεί εν τέλει ένα θείο δώρο, μιαν απάντηση στο πολυποίκιλο άθλημα βίωσης της Μεγάλης εβδομάδας καθόλη τη διάρκεια του συνολικού ετήσιου κύκλου ζωής. Έτσι η Διακαινίσιμη εβδομάδα γίνεται  τέτοια, εάν όντως εμείς υπάρξουμε ωςμπολιασμένοι τόσο από τους χυμούς των θείων ενεργειών του «πλήρους χάριτος και αληθείας» Λόγου, όσο και από τις συχνότητες του άκτιστου Φωτός του Τάφου.

Ζήτησα λοιπόν από φίλες και φίλους μια ζωηφόρο ευχή, με δυο παραλλαγές (πριν και μετά την αναστάσιμη πασχαλινή λειτουργία):  «Ας γευτούμε το αδιανόητο της Ανάστασης, την ανατροπή του φαίνεσθαι, ώστε να νικηθεί το δήθεν απόρθητο των ισχυρών. Καλή ανάσταση – Χριστός ανέστη!»

Οι απαντήσεις – ανταποδόσεις ευχών που έλαβα φανερώνουν ακριβώς αυτό που διαισθανόμαστε για τα επίπεδα «της πολιτισμικής νεοελληνικής ορθοδοξίας», τόσο στη θεσμική της επιβίωση, όσο και στην κοινωνική της ώσμωση.

Οι αποστροφές επομένως του μικρού κηρύγματος που έφτασαν στ' αυτιά μας λίγο πριν το «Χριστός ανέστη» στο φιλόξενο χώρο της περιοχής του Ρίου, φαίνεται ότι βρίσκονται ακόμα δέσμιες αυτού του νεκρού ιδεολογήματος του «ελληνοχριστιανισμού», του νόθου κράματος «πίστης και εξουσίας». Φαίνεται ακόμα ότι όχι μόνο οι εκφωνητές αυτών των αποστροφών δεν μπορούν να κατανοήσουν το ποιο τελικά είναι « το δώρο της Αναστάσεως», αλλά δεν κατανοούν ακόμα ότι το υπέδαφος του «ελληνοχριστιανισμού» έχει υποχωρήσει και στο τέλος θα χαθεί μαζί και το ναΐδριο…

Η σιωπή μας σ' αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί την αναγκαία αφετηρία για την ελληνορθόδοξη μετάνοιά μας.  Κάπου σε ένα φίλο συμπλήρωσα, πριν ανάψουμε τις αναστάσιμε λαμπάδες μας, και το δεύτερο, νομίζω, αναγκαίο βήμα: «Αν πάψουμε να είμαστε φοβικοί στα άδυτα του κάθε άλλου, τότε ελπίζω ότι θα γευτούμε την Ανάσταση».

Ζητείται επειγόντως λοιπόν ο όντως  δρόμος για τη συνάντηση και με το Λόγο και με το Φως…. Με σιωπή και τόλμη.

 

ΠΗΓΗ: Posted on Απριλίου 6, 2010 by manitaritoubounou | http://manitaritoubounou.wordpress.com/2010/04/06/diakainisima-aitimata-l-f/

 

► Άλλη μία ψηλάφηση του Πάσχα: Κυριακή του Πάσχα: Από τον πολύπλευρο θάνατο στην όντως Ζωή. Posted on Απριλίου 27, 2008 by manitaritoubounou |

Μ. Σάββατο: Κυοφορία στο χωροχρόνο των εν Άδη

Μεγάλο Σάββατο: Κυοφορία στο χωροχρόνο των εν Άδη συνειδήσεων

 

Από το Μανιτάρι του Βουνού

 

 

Στο βαθμό που συμπεριφερόμαστε ως δήθεν, είναι αδύνατο να μας αγγίξει το μυστήριο του Πανάγιου τάφου. Και δεν εννοώ το γεγονός της φύσης του αγίου φωτός – που αποτελεί ένα σημαντικό "αντιλεγόμενο σημείο" της σημερινής φιλοσοφικής και υπαρξιακής συγκυρίας -, αλλά το τί συνέβη με την «είσοδο» του Ιησού στο «χωροχρόνο» του Άδη. Αλλά τι είναι ο Άδης;

Ο Άδης έχει κατ' αρχάς μια μυθολογική διάσταση, η οποία και προσλαμβάνεται από την χριστιανική θεολογία. Ο Άδης δεν είναι όμως μόνο ο «χωρόχρονος» των βιολογικά νεκρών ανθρώπων. Είναι ο χωρόχρονος της νεκρής ζωής μας σε όλα τα επίπεδα. Η ενσάρκωση του Λόγου δε θα μπορούσε παρά να προσλάβει την όλη ζωή.

 

«Το απρόσληπτον και αθεράπευτον» κατά το Γρηγόριο Θεολόγο.

 

Η κλήση δεν έγινε μόνο τότε προς τους βιολογικά νεκρούς ώστε να γίνουν πνευματικά ζώντες, γίνεται πάντα και προς τους βιολογικά ζωντανούς, που αντί να τείνουμε να γίνουμε πνευματικά ζώντες, να «συναναστηθούμε», συχνά παραμένουμε "εν ζωή", πνευματικά νεκροί.

Ο εορτασμός της «θεόσωμης ταφής και της εις άδου καθόδου» του Χριστού λατρευτικά, όπως όλες οι εορτές, συγκεφαλαιώνουν σε όλο το χρόνο όλες τις πτυχές παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Όλα γίνονται «σήμερον». Βεβαίως και ο βιολογικά νεκρός Ιησούς «κατήλθε μέχρις Άδου ταμείων».

 

Ποια είναι όμως τα «ταμεία του Άδη» "σήμερον";

 

α) βιολογικά: «Παρουσιάζεται εξαρχής μια θεότητα με απόλυτα καθορισμένο βασίλειο. Το βασίλειο αυτό είναι του σκοταδιού, η διαμονή των νεκρών. Κι ο Άδης είναι σκοτεινή και τρομερή μορφή, που και τ' όνομα του ακόμα εμπνέει φρίκη…».

Μια άλλη παραπλήσια εκδοχή από την ευρύτερη μυθολογία θεωρεί: «Ο Άδης (ελληνικά: ᾍδης ή Ἅιδης) ("αόρατος") σημαίνει και το μέρος των νεκρών για τους Αρχαίους Έλληνες και τον θεό αυτού του κάτω κόσμου. Η λέξη αρχικά αναφερόταν αποκλειστικά στον θεό. Η γενική πτώση της λέξης (Ἅιδου), ήταν συντόμευση της φράσης "σπίτι του Άδη", αλλά τελικά και η ονομαστική της λέξης άρχισε να περιγράφει την κατοικία των νεκρών. (Η αντίστοιχη Εβραϊκή λέξη είναι Σιεόλ, αφορά τον τόπο των νεκρών και σημαίνει κυριολεκτικά "αόρατος" ή "εκείνος που ζητάει".) Ο αντίστοιχος Ρωμαϊκός θεός ήταν ο Πλούτο (από τον Ελληνικό Πλούτωνα), Ντις Πάτερ ή Όρκους. Ο αντίστοιχος Ετρουσκικός θεός ήταν ο Άιτα».

β) ψυχολογικά: «… η ανθρώπινη μνήμη άμεσα σχετίζεται με αυτό που αποκαλούμε ασυνείδητο, υποσυνείδητο και συνειδητό. Πράγμα που σημαίνει πως πολλά πράγματα, ακόμη και στην ιστορία, θάβονται σε ένα μάλλον σκοτεινό ασυνείδητο, ένα γκρί υποσυνείδητο και είναι κάποια που τελικά εντάσσονται σε ένα φωτεινό συνειδητό. Αναλογικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι πολλά γεγονότα στην ιστορία της ανθρωπότητας παραμένουν στο ασυνείδητο χωρίς ποτέ να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε την πραγματική αξία τους ή συχνά τα παρερμηνεύουμε σε μια θεώρηση βραχυπρόθεσμη της στιγμής…».

γ) κοινωνικά: «Ο κοινωνικός αποκλεισμός καταδεικνύει περίτρανα την αντίφαση της αφηρημένης/απατηλής κοινωνίας, η οποία δεν δίνει τα μέσα πραγμάτωσης σε όλα τα μέλη της». Ο ίδιος πιστεύει (Σ.Σ., Γ. Πανούσης) ότι «το στερημένο της εργασίας άτομο βιώνει μια ιδιόρρυθμη κοινωνική περιθωριοποίηση, μια ανενεργή υποδούλωση, μια ανομική κατάσταση που δεν διαφέρει πολύ από τον "κοινωνικό θάνατο"».

δ) οικονομικά: «Η δομή του συστήματος ευνοούσε και ευνοεί, υπέθαλπε και υποθάλπει τον κοινωνικό δαρβινισμό, την επιβίωση του καταλληλότερου και τον οικονομικό θάνατο του πιο αδύναμου. Απλά η εποχή μας ξεσκέπασε την υποκρισία, τράβηξε το βέλο της «δέουσας συμπεριφοράς» από την ολότελα διαφορετική κατάσταση της υπαρκτής πραγματικότητας…».

ε) οικολογικά: «…Η "κοινότητα του γήινου πεπρωμένου" μας εμφανίζεται λοιπόν σε όλο της το βάθος, το εύρος, την επικαιρότητα. Όλοι οι άνθρωποι μετέχουν στο πεπρωμένο της απώλειας. Όλοι οι άνθρωποι ζουν στον κοινό κήπο της ζωής, κατοικούν στο κοινό σπίτι της ανθρωπότητας. Όλοι οι άνθρωποι περιπλέκονται στην κοινή περιπέτεια της πλανητικής εποχής. Όλοι οι άνθρωποι απειλούνται από τον πυρηνικό θάνατο και τον οικολογικό θάνατο…».

στ) εθνικά: «…Τι μπορεί να γίνει, όσο κυριαρχεί ένα σύστημα α-παιδείας, όσο πολλοί κάτοικοι αυτής της χώρας εμφορούνται από αντιλήψεις καταναλωτικού ατομικισμού, όσο επικρατούν εθνομηδενισμός, αποξένωση από το λαϊκό πολιτισμό και «πολυπολιτισμικές» κενολογίες, ιστορική άγνοια ή/και διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας, πνεύμα υποτέλειας στην εξωτερική πολιτική, και διάφορα αγοραία, «νεοταξίτικα» ιδεολογήματα;».

ζ) πολιτικά: «Ο όρος "πολιτικός θάνατος" που χρησιμοποίησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα ανθρώπινα δικαιώματα όταν η Τουρκία δικάστηκε για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των αντιρρησιών συνείδησης, δεν περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση για τους αντιρρησίες συνείδησης στην Τουρκία…».

Μπορεί «ο κύριος του Άδη, (να) κυβερνά το υποσυνείδητο, τα κρυμμένα πράγματα… να επηρεάζει την πιο κρυφή ανθρώπινη λειτουργία, την πιο μυστική, ακόμα και την πιο ανομολόγητη πολλές φορές…», αλλά η Εκκλησία βοά κατά το τέλος της ακολουθίας του όρθρου: «Ο συνέχων τα πέρατα, τάφω συσχεθήναι κατεδέξω Χριστέ, ίνα του άδου καταπόσεως, ζωώσεις ημάς ως Θεός αθάνατος».

Παραλλάσσοντας την έκφραση του μεγάλου ορθόδοξου διανοητή του 20ου αιώνα, Παύλου Ευδοκίμωφ, μπορούμε στην εποχή μας να πούμε: «Δεν είναι πια η αιωνιότητα την οποία ο αμαρτωλός τεμάχισε χρονικά, είναι η καθολική ζωή μας η οποία τεμαχίστηκε σε μηδενικά. Ο Άδης είναι ένα κομμάτιασμα του υποκειμενικού χωροχρόνου, του εκτεινόμενου και καρφωμένου στην αιωνιότητα, ένα όνειρο χωρίς ονειρευτή, το ύστατο καταφύγιο του ανύπαρκτου».

Έτσι οι εξουσιαστές στην αντίπερα όχθη αποφάσισαν[1]: «..εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν, έτι ζων: Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι. Κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας… Και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης.. Έφη αυτοίς ο Πιλάτος. Έχτε κουστωδίαν… Οι δε, πορευθέντες, ησφαλίσατο τον λίθον μετά της κουστωδίας.».

Οι κρότοι όμως που ακούγονται συμβολικά κατά τον εσπερινό της Ανάστασης, εντός και εκτός των ναών και το άγιο φως – (δείτε προσεχτικά το σχετικό βίντεο μισής ώρας με συγκλονιστικά στοιχεία) -, φανερώνουν πως «ο θάνατος ουκέτι κυριεύει».

Κατά τον μεγάλο άγιο της 2ης χιλιετίας Χριστού Γρηγόριο Παλαμά[2] η αφετηρία μιας αντίστροφης πορείας από τον πνευματικό θάνατο γίνεται συνεχώς στο χωροχρόνο της καρδιάς των χριστιανών, χωρίς να παραμείνουμε με μια ιδεολογικού τύπου χαρά για την επικείμενη Ανάσταση του Χριστού:

«… Αν πάλι, γνωρίζοντας την ακαθαρσία της καρδιάς του, δεν υπερηφανευθή στη μικρή εκείνη καθαρότητα, αλλά με τη βοήθειά της βλέπει καλύτερα την ακαθαρσία και των άλλων ψυχικών δυνάμεων, τότε προοδεύει στην ταπείνωση, προσθέτει κι άλλο πένθος και στη συνέχεια χρησιμοποιεί κατάλληλα μέσα θεραπείας για κάθε δύναμη της ψυχής. Κι έτσι θεραπεύει το πρακτικό της ψυχής με πρακτικά μέσα, το γνωστικό με γνωστικά και το θεωρητικό της ψυχής το καθαρίζει με την προσευχή..».

 

[1] Ευαγγέλιο Όρθρου Μ. Σαββάτου, Ματθαίου κζ΄, 62-66).

[2] Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄, σελ. 132-133.

► Μια ακόμη επέκταση στο νόημα του Μ. Σαββάτου: Μεγάλο Σάββατο: «Και ζωήν εγείρας εξ ύπνου και της φθοράς», Posted on Απριλίου 3, 2010 by manitaritoubounou |

 

ΠΗΓΗ: Posted on Απριλίου 26, 2008 by manitaritoubounou | http://manitaritoubounou.wordpress.com/2008/04/26/msabbato-kyoforia-syneidisewn/

Ἡ μάνα τοὺ Χριστοὺ – του Κ. Βάρναλη

μάνα το Χριστοὺ

Του Κώστα Βάρναλη

 

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο αυξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στ ὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!