Αγορά και κοινωνία – Περιεκτική Δημ.

Αγορά και κοινωνία

 

Εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η «περιεκτική δημοκρατία» και οι πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές πλευρές της


Του Τάκη Νικολόπουλου *

 

Το βιβλίο του Τάκη Φωτόπουλου Περιεκτική Δημοκρατία, που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά, χαρακτηρίζεται από αυτό που λείπει από όλα σχεδόν τα ομοειδή βιβλία και άρθρα τα οποία ασχολούνται με την καταγραφή και ανάλυση της παγκόσμιας (κυρίως οικονομικής αλλά όχι μόνο) κρίσης: δηλαδή μία συνολική πρόταση για το ξεπέρασμα της κρίσης, ένα εφικτό, κατά τον συγγραφέα, απελευθερωτικό πρόταγμα για μία αληθινή δημοκρατία, η οποία θα ξεπερνά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική και οικολογική κρίση.

Πράγματι, ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς και αναλυτές της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης μένουν κυρίως στη διάγνωση και τα αίτια αυτής, ο Φωτόπουλος, εκτός του ότι αναλύει την κρίση αυτή και τα αίτιά της μέσα από την ιστορική της κυρίως εξέλιξη όπως αποτυπώθηκε στις διάφορες εκφάνσεις της αγοράς, «τολμά» να προτείνει ένα εναλλακτικό σχέδιο (το οποίο, όπως ο ίδιος λέει, δεν είναι μαγική συνταγή) με βάση αφενός ενός την κλασική αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία επεκτείνει και εμπλουτίζει, και αφετέρου τη σύνθεση και υπέρβαση των κορυφαίων κοινωνικών κινημάτων του αιώνα (δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, ριζοσπαστικού, οικολογικού αλλά και φεμινιστικού και ελευθεριακού).

Η περιεκτική αυτή δημοκρατία θα βασίζεται, τεχνικά και διαδικαστικά, στον συνομοσπονδιακό κοινοτισμό, ενώ ηθικά και φιλοσοφικά σε έναν νέο «δημοκρατικό ορθολογισμό».

Πρέπει να σημειωθεί ότι τις σκέψεις και τις θέσεις του ο συγγραφέας τις έχει κατά καιρούς παρουσιάσει και αναπτύξει τόσο στο περιοδικό «Δημοκρατία και Φύση» (το οποίο διευθύνει) όσο και στο περιοδικό «Κοινωνία και Φύση» (παλαιότερα).


Βασική αιτία της κρίσης, κατά τον Φωτόπουλο, είναι η φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς, η οποία «συστηματοποιήθηκε» ως τέτοια πριν από δύο μόλις αιώνες, όταν άρχισε η διαδικασία αγοραιοποίησης και έφθασε σήμερα στη νεοφιλελεύθερη «διεθνοποιημένη» (όσον αφορά ιδίως την κινητικότητα των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων) φάση της, την, κατά τον συγγραφέα, «διεθνοποιημένη», όρο που ο Φωτόπουλος προκρίνει έναντι του ευρύτατα χρησιμοποιούμενου όρου παγκοσμιοποίηση (ο οποίος θα πρέπει, όπως υποστηρίζει, να χαρακτηρίζει την παραγωγή αγαθών). Οι οικονομίες, έτσι, από κοινωνικά ελεγχόμενες, έγιναν σήμερα αυτόνομες αγορές.

Η οικονομία της αγοράς βασιζόμενη στον ατομικισμό και στον ανταγωνισμό οδήγησε σε υπερσυγκέντρωση και άνιση κατανομή οικονομικής και πολιτικής δύναμης, χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία.

Το πρότυπο αυτό και οι οικονομικές νοοτροπίες που παράγει έχει διεισδύσει πλέον και σε χώρες όπως η Ελλάδα, στις οποίες η οικονομία και η κοινωνία βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε κοινοτικές αξίες, όπως ο συνεργατισμός, η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη.

Κατά τον συγγραφέα όμως και οι αξίες αυτές στις οποίες μπορεί να στηρίζονται σήμερα, σε πολλά κράτη της Δύσης, απόπειρες εγκαθίδρυσης της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας, λίγες ελπίδες έχουν «από μόνες τους» επιβίωσης και ακόμη λιγότερο σύστασης μίας ολοκληρωμένης πρότασης διεξόδου από την κρίση, αφού τελικά απορροφώνται και ενσωματώνονται στην κυρίαρχη οικονομία.


Παρ' όλα αυτά ο Φωτόπουλος θεωρεί ότι «εκ των κάτω» μπορεί να ξεκινήσει η υπέρβαση της οικονομίας της αγοράς αλλά και του κεντρικού σχεδιασμού ικανοποίησης των αναγκών και η μετάβαση σε αυτό που αποκαλεί, εναρμονιζόμενος προς τις απόψεις του Μ. Bookchin, συνομοσπονδιακή περιεκτική δημοκρατία, ένα νέο είδος δηλαδή πολιτικής οργάνωσης που θα βασίζεται στη γεωγραφικά καθορισμένη κοινότητα. Η περιεκτική δημοκρατία θα εμπεριέχει την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική και την οικολογική δημοκρατία και, τέλος, θα διαμορφώνει μια νέα ιδιότητα του πολίτη ως μέλους μίας πραγματικά ανοικτής κοινωνίας, κοινωνίας δηλαδή αληθινών συνειδητοποιημένων πολιτών.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως υποστήριξε πρόσφατα σε συνέδριο του ΤΕΙ Μεσολογγίου με θέμα «Παγκοσμιοποίηση και Κοινωνική Οικονομία», η τελευταία αλλά και γενικότερα η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να συστήσει μία επιτυχή αντίσταση στην πρώτη. Ο συγγραφέας, «ιδιαίτερα προσεκτικά», απορρίπτει την κοινωνία των πολιτών στα πλαίσια μιας «ριζοσπαστικής» δημοκρατίας, διότι η προσέγγιση αυτή είναι ανιστορική και αρνητικά ουτοπική.

Ανιστορική, επειδή οι ενώσεις αυτές των πολιτών ευνουχίστηκαν από το κράτος στα πλαίσια των δομικών αλλαγών που οδήγησαν στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και ουτοπική επειδή στο παραπάνω πλαίσιο το οποίο, όπως και το κράτος, θεωρούν δεδομένο οι υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών (βλέπε και την τελευταία έκθεση του ΟΗΕ για την ανθρώπινη ανάπτυξη), η ενίσχυση και η ενδυνάμωση τέτοιων αυτόνομων θεσμών και ενώσεων είναι δυνατή μόνο στον βαθμό που δεν αντιτίθεται στη λογική και τη δυναμική της οικονομίας της αγοράς.

Από κάπου δεν θα πρέπει όμως να γίνει η αρχή; Η σημερινή κοινωνία των πολιτών, δηλαδή οι ίδιοι οι πολίτες δεν θα είναι αυτοί που θα αποτελέσουν τη βάση των τοπικών και αργότερα συνομοσπονδιοποιημένων κοινοτήτων; Αυτά τα ειδικότερα κινήματα των πολιτών δεν θα αποτελέσουν τα οργανικά «συστημικά» τμήματα ενός γενικότερου κινήματος για ριζική αλλαγή με στόχο την περιεκτική και αυθεντική δημοκρατία; Με την υπάρχουσα αγορά δεν θα πρέπει να αντιπαλέψουν; Επ' αυτού ο συγγραφέας προτείνει τη δημιουργία, σε ένα μεταβατικό στάδιο, τεχνητών αγορών για την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών της κοινότητας της αγοράς (π.χ. συνεταιρισμοί κτλ.).

Μπορεί κάποιοι να σταθούν επιφυλακτικά απέναντι στην πρόταση της περιεκτικής δημοκρατίας, επειδή πλέον έχουν κουραστεί να πιστεύουν και έχουν ταυτιστεί με την «πραγματικότητα», αποδεχόμενοι το τέλος της Ιστορίας. Δεν μπορούν όμως να μείνουν αδιάφοροι στην έξοχη και παραδειγματική ανάλυση του σημερινού συστήματος και των αιτιών της πολυδιάστατης κρίσης του που κάνει ο συγγραφέας, μία ανάλυση που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί ευρύτερα, οπωσδήποτε όμως από τους φοιτητές των οικονομικών σχολών.

Το βιβλίο του Φωτόπουλου ενέχει την ουτοπία, αλλά με τη θετική έννοια του όρου. Δεν αναφέρεται σε μία ιδεαλιστικού τύπου ιδεατή κοινωνία, αλλά λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πραγματικότητα. Πρόκειται για μία ρεαλιστική ουτοπία. Στο κάτω κάτω, «οι ουτοπίες μπορεί να πέθαναν, η ουτοπία παραμένει». 

 

TO BHMA (16 Ιανουαρίου 2000)

 

 * Ο κ. Τάκης Νικολόπουλος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΤΕΙ Μεσολογγίου και επιστημονικός  συνεργάτης του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol1/vol1_no2_nikolopoulos_greek.htm

 

Ο Κήπος – Αγ. Γρηγόριος θεολόγος

Ο Κήπος

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Είναι, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, ο Χριστιανισμός μια παρωχημένη υπόθεση; Ή μήπως είναι απλά ξεχασμένος, ακόμη κι απ' αυτούς, που πιστεύουν και διατείνονται ότι είναι χριστιανοί!…

Προκειμένου να το καταλάβουμε αυτό, θα αναφερθούμε σε μια προσωπικότητα, που παρότι έζησε πριν από 1600 και περισσότερα χρόνια, εντούτοις ο βίος και η πολιτεία του μας κάνουν να πιστέψουμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο, που έρχεται απ' το μακρινό μέλλον. Και βέβαια πρόκειται για το Γρηγόριο το Θεολόγο, που στις 25 Ιανουαρίου γιορτάζουμε τη μνήμη του.

Πιστεύεται γενικά ότι η εποχή, κατά την οποία έζησε ο Γρηγόριος (4ος μ. Χ. αιώνας) ήταν μια ειδυλλιακή για την Εκκλησία εποχή. Δεδομένου ότι χαρακτηρίζεται ως «ο χρυσός αιώνας» της Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα όμως, πέρα απ' την εκκλησιαστική γραμματεία και τα έξοχα παραδείγματα κάποιων κληρικών και γενικότερα χριστιανών, πρόκειται για μια τρικυμιώδη και πολυτάραχη εποχή.

Πώς και από πού προέκυψε η ταραχή και η τρικυμία; Προέκυψε απ' το γεγονός ότι ευθύς μετά την κατάπαυση των διωγμών, ανοίχτηκε για την Εκκλησία το μέτωπο διαπάλης της με τη φιλοσοφία. Στην οποία διαπάλη πήραν από δω κι από κει μέρος κάποιοι, με θέσεις ακραίες και απροκάλυπτα εχθρικές. Τόσο μάλιστα, ώστε να καταλήγουν ακόμη και σε εγκλήματα.

Όπως ήταν απ' την πλευρά των χριστιανών, για παράδειγμα, το λιντσάρισμα της περίφημης φιλοσόφου Υπατίας (γύρω στα 415 μ. Χ). Ενώ απ' το άλλο μέρος έχουμε την περίπτωση του Ιουλιανού, που έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει στους χριστιανούς τη σπουδή της αρχαίας ελληνικής σκέψης:

«Σε μας, έλεγε ειρωνευόμενος τους χριστιανούς, ανήκουν η ευγλωττία και οι τέχνες της Ελλάδος, καθώς και των θεών της η λατρεία. Δικός σας κλήρος είναι η αμάθεια και η σκαιότητα (=η χωριατιά), που είναι η δική σας η σοφία».

 Ανάμεσα, λοιπόν, στις συμπληγάδες αυτών των δυο μετώπων στάθηκε ο Γρηγόριος. Που όχι μόνο δεν καταφρόνεσε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, αλλά ρίχτηκε με όλη τη ζέση της μεγαλοφυΐας του να αποθησαυρίσει, όσο γινόταν μεγαλύτερο πνευματικό πλούτο. Ξεκινώντας απ' την ιδιαίτερη πατρίδα του τη Ναζιανζό και συνεχίζοντας τις σπουδές του στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, και την άλλη Καισάρεια της Παλαιστίνης κι ύστερα την Αλεξάνδρεια. Για να καταλήξει στην Αθήνα, όπου για μια ολόκληρη εξαετία ρούφηξε μέχρι σταγόνας το ελληνικό πνεύμα. Και όπου, συν τοις άλλοις, ήταν συμφοιτητές με το Βασίλειο και για ένα εξάμηνο και με τον Ιουλιανό. Και, επειδή, όπως είναι ευνόητο, υπήρχαν πάμπολλοι, που δυσανασχετούσαν ακόμη και στο άκουσμα της λέξης φιλοσοφία, αναγκαζόταν να λέγει:

«Πιστεύω πως απ' όλους τους μυαλωμένους ανθρώπους είναι παραδεκτό πως το μεγαλύτερο αγαθό μας είναι η μόρφωση. Και δεν εννοώ μόνο τη χριστιανική, εννοώ και την εθνική, που πολλοί απ' τους χριστιανούς, κακώς σκεπτόμενοι, την απορρίπτουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνη και λαθεμένη και απομακρύνει από το Θεό. Εμείς αντίθετα αποδεχόμαστε των εθνικών σοφών την έρευνα και τη θεωρία, εκτός από εκείνα, που οδηγούν στην πλάνη και την απώλεια».

Μεταξύ των άλλων παρενεργειών, που προκάλεσε η φιλοσοφία, ήταν, σε μεγάλο βαθμό, και οι αιρέσεις, που δημιουργήθηκαν στην προσπάθεια των χριστιανών να δώσουν λογική εξήγηση σε θέματα της πίστης. Και, μεταξύ αυτών, η αίρεση, που προκάλεσε τα μεγαλύτερα παλιρροϊκά κύματα, ήταν εκείνη του Αρείου. Ιδιαίτερα, γιατί εκτός απ' το λαϊκό έρεισμα, είχε και ισχυρούς προστάτες και μάλιστα μεταξύ των αυτοκρατόρων:

Όπως, για παράδειγμα, το γιο του Μεγάλου Κων/νου, Κωστάντιο. Ό οποίος, παίρνοντας την εξουσία στα χέρια του, φρόντισε να αποκεφαλίσει όλο του το συγγενολόι, μεταξύ των οποίων και τον πατέρα και τον αδερφό του Ιουλιανού. Μακελειό για το οποίο ηθικός αυτουργός λέγεται πως ήταν και ο επίσκοπος της Νικομηδείας Ευσέβιος. Γεγονός που εξηγεί, ως ένα βαθμό, και την καταφορά του Ιουλιανού εναντίον των χριστιανών.

Οι αρειανοί, εξάλλου, με την υποστήριξη του επίσης αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη είχαν κυριαρχήσει στην Κωνσταντινούπολη. Και οι ορθόδοξοι, προκειμένου να αναχαιτίσουν την πλημμυρίδα αυτή των αρειανών, αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη συνδρομή του Γρηγορίου. Ο οποίος, σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατόρθωσε, με τη ρητορική του δεινότητα και τη φιλοσοφική του εμβρίθεια, να φέρει «τ' απάνω κάτω». Με αποτέλεσμα οι αρειανοί, προκειμένου να εκδικηθούν, να λιθοβολήσουν τους ορθόδοξους και να τραυματίσουν το Γρηγόριο, κατά την ώρα της τέλεσης της θ. λειτουργίας του Πάσχα (379).

Συνέβη όμως την ίδια χρονιά να πεθάνει ο Ουάλης και να πάρει την εξουσία ο υποστηρικτής των ορθοδόξων, Θεοδόσιος. Με αποτέλεσμα να υποστούν απ' τους ορθόδοξους τώρα τα ίδια αντίποινα οι αρειανοί. Και όχι μόνο. Γιατί μαζί με τους αρειανούς διώχτηκαν και οι εθνικοί. Για να συμβούν τότε πολλές απ' τις μεγάλες καταστροφές σε βάρος των πνευματικών και καλλιτεχνικών θησαυρών των Ελλήνων. Που συνοδεύονταν με απαγόρευση της λατρείας των εθνικών, δήμευση περιουσιών και θανατικές ακόμη εκτελέσεις.
Ο Γρηγόριος, που στο μεταξύ, με την υποστήριξη του Θεοδοσίου και απόφαση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου είχε ανακηρυχτεί πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διαφώνησε με τους διωγμούς αυτούς.

Και προκάλεσε την κατακραυγή των φανατικών και των καιροσκόπων. Οι οποίοι, όταν εκείνος θηριομαχούσε με τους αρειανούς, που με την υποστήριξη του Ουάλεντα, «είχαν το πάνω χέρι», οι κατήγοροί του, σαν τα σαλιγκάρια, είχαν λουφάξει μέσα στο κέλυφος της θρασυδειλίας. Και τώρα βρήκαν να κατηγορήσουν το Γρηγόριο ακόμη και για τη φτώχεια, μέσα στην οποία, σύμφωνα με το χριστιανικό ιδεώδες, ζούσε. Ιδιαίτερα μάλιστα, επειδή καταδίκαζε την πολυτελή ζωή των αυλικών και των άλλων, κοσμικών και εκκλησιαστικών, μεγιστάνων…

Αλλά πολύ περισσότερο τον κατηγόρησαν για την επιείκεια, που έδειχνε απέναντι στους αιρετικούς:

«Είναι αισχρό, έλεγε, και τελείως αταίριαστο για χριστιανούς, ενώ μιλάμε για ειρήνη στους άλλους, οι ίδιοι να βρισκόμαστε σε διαμάχη μεταξύ μας. Κι ακόμη χειρότερο να πιστεύουμε ότι θα σωθούμε με την τρομοκρατία σε βάρος των αντιπάλων μας»!

Και, επειδή δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τη δίψα για εκδίκηση, αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του:

«Εάν αμάρτησα, που δεν μπορώ να συμμεριστώ τη νοοτροπία σας και τη συμπεριφορά σας, τους είπε, επιτρέψτε μου να ξαναγυρίσω στην ήσυχη και ερημική αγροτική ζωή».

Κι έτσι ξαναγύρισε στο χωριουδάκι του την Αριανζό, όπου μέχρι το τέλος της ζωής του (γύρω στα 390 μ. Χ.) καλλιεργούσε έναν μικρό κηπάκο…

Αλήθεια, αυτοί, που, αντί για τους ανόητους και ολέθριους φανατισμούς και αλληλοσπαραγμούς, προτιμούν, όπως ο Γρηγόριος, να καλλιεργούν τον κήπο τους, ανήκουν στο παρωχημένο παρελθόν ή σε κάποιο μακρινό μέλλον;…

 

Παπα-Ηλίας, 25-01-2010

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

 

Το εθνικόν και το αληθές στην … Αυγή!

Το εθνικόν και το αληθές

(Αυγή)

 

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου 

 

Ποια είναι η ποσόστωση πατριωτισμού και διεθνισμού που αναλογεί σε έναν αριστερό; Δηλαδή, εντάξει, οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Αλλά πού τέμνεται η ταξική τους συνείδηση με την εθνική τους; Η αφορμή των ερωτημάτων είναι προφανής: η συζήτηση που φούντωσε για το βιβλίο «Τι είναι η πατρίδα μας;» των κ. Δραγώνα και Φραγκουδάκη και ο παράδοξος, οριζόντιος διαχωρισμός πολιτικών κομμάτων και ακαδημαϊκής κοινότητας σε υπερασπιστές τους και σφοδρούς επικριτές τους. Η συζήτηση και η τροπή της αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τη μάλλον επιδερμική (και τελικά διχοτομημένη) σχέση της αριστεράς με τις έννοιες έθνος και εθνικό.

Ακολουθώντας το μότο του Σολωμού πως «Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό», μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής:

1) Είναι αληθές και αυτονόητο ότι η αριστερά δεν μπορεί να επιτρέψει να προπηλακίζονται η επιστημονική έρευνα και η ακαδημαϊκή ελευθερία. Οφείλει να τις υπερασπίζεται από σκοταδιστικές επιθέσεις.

2) Είναι αληθές (σε βαθμό κοινοτοπίας) ότι η γέννηση των σύγχρονων εθνών είναι ένα φαινόμενο ιστορικό, συνδεδεμένο με το κοινωνικό πλαίσιο κάθε εποχής. Και μιλώντας ιδιαίτερα για τα ευρωπαϊκά έθνη είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τη διαμόρφωσή τους από τις εθνικές αγορές και τα εθνικά κράτη που αναδύθηκαν δια πυρός, σιδήρου και επαναστάσεων τους τρεις τελευταίους αιώνες. Εξ ου και κανείς δεν μιλά σήμερα για έθνη Ρωμαίων, Γότθων, Τευτόνων, Σαξόνων ή Φράγκων, που για μια χιλιετία κατασπάραζαν το κουφάρι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

3) Είναι ακόμη αληθές ότι, πέρα από την εθνική αγορά και το εθνικό κράτος, τα εθνικά νομίσματα, τα εθνικά μέτρα και σταθμά, την εθνική έννομη τάξη, κάθε σύγχρονη εθνική ταυτότητα στηρίχθηκε στην κατασκευή μιας εθνικής μυθολογίας στην οποία διασταυρώνονται και συνυπάρχουν πραγματικά και φαντασιακά δεδομένα. Και είναι επίσης αληθές ότι στην κατασκευή του εθνικού μύθου, στον οποίο χωνεύονται όλες οι αντιθέσεις μιας «εθνικής» κοινωνίας, συνέβαλαν τα εθνοκεντρικά εκπαιδευτικά συστήματα, προσκολλημένα για δεκαετίες στην αλαζονεία, την καχυποψία, ακόμη και την εχθρότητα, για τους «άλλους».

4) Είναι, όμως, επίσης αληθές ότι η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, πριν γίνει συμπαγής εθνική ταυτότητα, είναι μια διεργασία πολύ πιο σύνθετη και μακρόχρονη και υπερβαίνει το πλαίσιο μιας από καθέδρας εκπορευόμενης ιδεολογικής κατασκευής. Ότι σε κάθε ατομική εθνική συνείδηση επιβιώνει συλλογική μνήμη αιώνων, αποτυπωμένη στη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις, τη διαδοχή των πολιτισμών, έστω κι αν ο ένας οικοδομείται στα ερείπια του άλλου.

5) Είναι επίσης αληθές ότι στις εθνικές συνειδήσεις επιβιώνουν στοιχεία και μνήμες που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και τα θεμελιώδη ιδεολογήματα των κυρίαρχων τάξεων. Επιβιώνει και μια ματιά στην ιστορία από τη σκοπιά των υποτελών. Τι σημαίνουν, για παράδειγμα, το «προδομένο ʼ21», η «προδομένη εθνική αντίσταση», η ταξικών διαστάσεων σύγκρουση για το γλωσσικό στην Ελλάδα; Και τι σημαίνει, αντίστροφα, η συλλογική σιωπή των Γερμανών για τη «μαύρη τρύπα» της ιστορίας τους; Είναι, δηλαδή, αληθές ότι η εθνική μνήμη ποτέ δεν είναι ενιαία και είναι αδύνατο να αποκρύψει κανείς ότι σε κάθε έθνος υπάρχουν δύο (τουλάχιστον) έθνη, δύο ιστορίες. Ότι σε κάθε μεγάλο «εθνικό πόλεμο» υπάρχει κι ένας μικρός ή μεγάλος εμφύλιος που η αποτίμησή του γίνεται πάντα από τη σκοπιά των νικητών.

6) Είναι αληθές ότι εκτός από τον διεθνισμό της αριστεράς, υπάρχει ο διεθνισμός της «Συντηρητικής Διεθνούς», ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου, που βρίσκει συχνά στις εθνικές ιδιαιτερότητες τα εμπόδια που άλλοτε συναντούσε στα σύνορα των αγορών. Τα σύνορα έχουν καταρρεύσει, αλλά αυτό που λείπει από την «αυτοκρατορία των αγορών» είναι ένας πολίτης χωρίς σύνορα, χωρίς ταξική, ιδεολογική, εθνική ή φυλετική ταυτότητα. Ένας καταναλωτής – παραγωγός, που, αν είναι δυνατόν, έχει μια γλώσσα, μια θρησκεία, ένα στυλ, ένα πολιτισμικό DNA συμβατό με τα brand names των προϊόντων που κατακλύζουν το σπίτι του. Εξ ου και οι οικονομικές ολοκληρώσεις της εποχής μας, με κορυφαία την ευρωπαϊκή, αναζητούν εναγωνίως να αντικαταστήσουν τις δεκάδες εθνικές ταυτότητες με μια ευρωπαϊκή. Ή μια ευρωατλαντική.

Το παράδοξο είναι ότι η προσπάθειά τους έχει μάλλον τα αντίστροφα αποτελέσματα. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και η γεωπολιτική του χάους που επαναχαράσσει τα σύνορα του πλανήτη όχι μόνο ενισχύει εθνισμούς και εθνικισμούς, αλλά προκαλεί και ένα νέο κύμα εθνογενέσεων στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική. Αυτή η αναζωπύρωση του εθνισμού δεν είναι φυσικά μονοσήμαντη. Ο ριζοσπαστισμός της μπορεί να τροφοδοτήσει σκοταδισμό, ρατσισμό, πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς, φασίζοντα καθεστώτα.

Ή, αντίστροφα, να λειτουργήσει ως απελευθερωτική δύναμη για τον κόσμο της εργασίας και τις καταπιεζόμενες τάξεις. Έχουμε αναλογιστεί, για παράδειγμα, τι είδους «εθνικά ανακλαστικά» ερεθίζει η αλητεία ανηλεών επιθέσεων στην «εθνική οικονομία» της Ελλάδας; Αλλά και πόσο βαθύ, ταξικό περιεχόμενο μπορούν να αποκτήσουν αυτά τα ανακλαστικά όταν ανακαλύψουν εντός του «απειλούμενου έθνους» δεν υπάρχει καμιά ενότητα συμφερόντων; Ή όταν έλθουν σε ρήξη με κεντρικές επιλογές της οικονομικής και πολιτικής ελίτ την τελευταία τριακονταετία, όπως ο ευρωπαϊσμός και η «ορθοδοξία» της ΟΝΕ;

Επομένως, όλοι οι εθνικισμοί και οι αντι-εθνικισμοί δεν είναι ίδιοι. Ούτε το συντηρητικό περιεχόμενο των πρώτων είναι δεδομένο ούτε η προοδευτικότητα των δεύτερων αυταπόδεικτη. Και επομένως, ο διεθνισμός της αριστεράς περιέχει αναγκαστικά και μια ποσόστωση «εθνισμού» που έχει ένα ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό περιεχόμενο, στο βαθμό που αποκαλύπτει τη βασική αντίθεση της εποχής μας: την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, περίτεχνα καμουφλαρισμένη κάτω από δεκάδες άλλες αντιθέσεις. Το θέμα είναι ποιος έχει τα κότσια να σκίσει το καμουφλάζ.

 

ΠΗΓΗ: Η ΑΥΓΗ  24/01/2010,  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519432

 

Υ. Γ: Ευχαριστώ το φίλο Γ. Μ. για την προσφορά της αλίευσης…

Παγκοσμιοποίηση – εκδυτικισμός παραδ. θρησκειών

Η παγκοσμιοποίηση ως εκδυτικισμός των παραδοσιακών θρησκειών 

 

Του π. Νικολάου Λουδοβίκου*


Ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι ἀρρήκτως δεμένη μέ τό παλιό φιλοσοφικό ὄνειρο τοῦ τέλους τῆς ἱστορίας. Πρόκειται γιά ἕνα εὐρωπαϊκό ὄνειρο τό ὁποῖο εἶναι βεβαίως ἀρρήκτως ἐπίσης συνδεδεμένο μέ τίς χριστιανικές καί ρωμαϊκές καταβολές τῆς Δύσης, στήν ἐκκοσμικευμένη τους φυσικά ἐκδοχή. Τό φιλοσοφικό ὄνειρο αὐτό ἔλαβε τήν εὐκρινέστερη θεωρητική μορφή του στή φιλοσοφία τοῦ Χέγκελ. Πρόκειται γιά θεμελιώδη εὐρωπαϊκή οὐτοπία: τό τέλος τῆς ἱστορίας, γιά τόν Χέγκελ, εἶναι ἡ βαθμιαία διαλεκτική ἀνύψωσή της ὡς τήν εὐτυχῆ ἐκείνη κατάσταση τήν ὁποία ὁ φιλόσοφος προ-γνωρίζει ὡς πλήρη αὐτοσυνειδησία τῆς ἐλευθερίας.

Ἄς τό ἐξηγήσουμε καλύτερα. Γιά τόν Χέγκελ ὁ Θεός δέν εἶναι μιά ὀντότητα πέρα ἀπ' τόν κόσμο, ἀλλά ἡ ἰδέα πού πραγματοποιεῖται μέσα στήν (καί ὡς) ἱστορία. Πρόνοια δέν εἶναι κάποιο εἶδος «ἐξωτερικοῦ τέλους», ἕνα ὑπερφυσικό σχέδιο τοποθετημένο ἀπό τόν Θεό στήν φύση, ἀλλά ἕνα «ἐσωτερικό τέλος», ὁ ἔσχατος σκοπός τῆς ἴδιας τῆς ἱστορίας. Καί ἡ ἀθανασία δέν εἶναι κάποια ζωή στόν οὐρανό, ἀλλά ἡ διαρκής μνήμη τοῦ ρόλου μας στήν ἱστορία. Σκοπός τῆς ἱστορίας λοιπόν εἶναι ἡ αὐτο-συνειδησία κάθε ἔθνους, ἤ ἀκριβέστερα, ἡ διαλεκτική μέσω τῆς ὁποία αὐτό φθάνει στήν αὐτο-συνειδησία του αὐτή.

 Ἡ αὐτοσυνειδησία αὐτή, ὡς συλλογικό γεγονός, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου, πού, γιά τόν Χέγκελ, εἶναι ἡ ἐλευθερία. Αὐτό σημαίνει πώς σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, τέλος του, εἶναι ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς. Ἐπειδή ὅμως αὐτό εἶναι περισσότερο κάτι πού αὐτός πρέπει νά κατορθώσει παρά κάτι πού τοῦ ἔχει ἤδη δοθεῖ, ἡ πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ ἀπαιτεῖ τήν ἀνθρώπινη δραστηριότητα, μ' ἄλλα λόγια μπορεῖ νά κατορθωθεῖ, μᾶς λέγει ὁ Χέγκελ, μόνο μέσα στήν ἱστορία. Καί μάλιστα, μόνο σ' ἕνα συγκεκριμένο ἱστορικό «τέλειο» κράτος. Τό ὑποτιθέμενο αὐτό κράτος εἶναι ἡ ἀπόλυτη πραγμάτωση τοῦ πνεύματος (τοῦ Θεοῦ δηλαδή) μέσα στήν ἱστορία, ὡς μιά θαυμαστή κοινότητα ἴσων καί ἐλεύθερων ἀτομικοτήτων οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ν' ἀποδείξουν ἀληθινή καί πραγματική τήν ἀφηρημένη διϋποκειμενική αὐτοσυνειδησία πού ὑποτίθεται πώς ἀποτελεῖ τήν οὐσία τοῦ Πνεύματος. Μέσα ἀπό πανουργίες καί διαλεκτικές μεταμφιέσεις ὁ Λόγος πραγματώνεται καί τά ἰδεώδη τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης τελειώνουν τότε τήν παγκόσμια ἰστορία, σ' ἕναν διαλεκτικῶς ἀναπόφευκτο παράδεισο. Ἡ παγκοσμιοποίηση, στή Δύση, εἶναι βαθειά συνημμένη μέ τό παρεφθαρμένο ὄραμα αὐτοῦ τοῦ παραδείσου.

Φυσικά ὁ Χέγκελ θά εἶχε λόγους νά φοβᾶται, ἀκόμη κι αὐτός, τήν παγκοσμιοποίηση αὐτή. Διότι, παρά τίς ἀντιφάσεις του, ὁ φιλόσοφος τοῦ «Παγκοσμίου Πνεύματος» γνώριζε πώς, αἴφνης, δέν καταλαβαίνουμε γιά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες «περισσότερα ἀπ' ὅσα σκέφτεται ἕνας σκύλος» – ἡ βαθειά διαφορά μεταξύ τῶν πολιτισμῶν καθιστᾶ δύσκολη ἕως ἀφελῆ τήν προσπάθεια νά προσδιορισθεῖ ἡ πορεία τους πρός τήν «αὐτοσυνειδησία». Πόσο μᾶλλον ἡ κοινή τους πορεία πρός αὐτήν. Ἀλλά, τότε, τί εἶναι ἡ παγκοσμιοποίηση; Πῶς εἶναι δυνατόν νά πραγματωθεῖ τό Παγκόσμιο Πνεῦμα, μέσα μάλιστα στήν πλήρη ἐπίγνωση ὅλων πώς ἐδῶ καί τώρα πραγματώνεται;

Δέν εἶναι ἄραγε πολύ σοφότερο νά θεωροῦμε μαζί μέ τόν Jacques Le Goff πώς, στήν πραγματικότητα, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ παγκοσμιοποίηση εἶναι, περισσότερο ἀπό κάθε τί ἄλλο, ἕνας κδυτικισμός, μιά ἀναγωγή ὅλου τοῦ ὑπόλοιπου κόσμου σ' ἕνα κλασσικό δυτικό ὄραμα ἱστορικῆς τελειοποίησης, δεμένο μάλιστα πιό στενότατα μέ τό δόγμα, σήμερα, τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ;

Στήν πράξη αὐτά ὅλα σημαίνουν πώς, στό βαθμό πού ἕνας οἱοσδήποτε λαός τοῦ πλανήτη μας σήμερα ἐπιθυμεῖ νά συμμετάσχει στό δυτικό ἐκσυγχρονιστικό ὄραμα τῆς αὐτοσυνείδητης καί αὐτοεκπληρωνόμενης ἱστορίας εἰσέρχεται ἀναπόφευκτα στήν τροχιά τῆς παγκοσμιοποίησης. Ὄχι μάλιστα τῆς οἰκονομικῆς παγκοσμιοποίησης ἁπλῶς, ἀλλά καί τῆς πολιτιστικῆς, εἰς τρόπον ὥστε ὄχι μόνον ἡ οἰκονομία, ἀλλά καί ἡ συγκεκριμένη ἀνθρώπινη κοινωνία νά μεταβάλλει τούς παραδοσιακούς της στόχους προσκτώμενη τούς καινούργιους στόχους τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐνδοϊστορικῆς αὐτοπραγμάτωσης.

Ὅλα τά παραδοσιακά καί πολιτιστικά σχήματα τείνουν νά ἐπαναπροσδιορισθοῦν, μέ βάση τίς νέες ἀπαιτήσεις αὐτές˙ ἔτσι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ φαίνεται νά διέρχεται ἀναπόφευκτα ἀπό τήν παγκοσμιοποίηση ὡς «ἐκδυτικισμό» ἀκριβῶς τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ζωῆς καί σκέψης. Φυσικά οἱ θρησκεῖες, ὡς θεμελιώδεις τέτοιες μορφές, βρίσκονται ἀμέσως στήν τροχιά ἑνός τέτοιου «ἐκδυτικισμοῦ», βρίσκονται δέσμιες δηλαδή στήν ἀνάγκη νά ἀποδείξουν πώς μποροῦν νά «συνεισφέρουν» στόν νέο αὐτό τύπο ἀνθρώπου καί κράτους πού ἀπαιτεῖ ὁ παγκοσμιοποιημένος αὐτός ἐκσυγχρονιστικός ἐκδυτικισμός.

Αὐτό σημβαίνει τόσο μέ θρησκεῖες ὅπως τό Ἰσλάμ ἤ ὁ Βουδισμός, ὅσο καί μέ ἱστορικά μή δυτικές χριστιανικές ὁμολογίες, ὅπως ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλες αὐτές οἱ θρησκεῖες ἀναγκάζονται νά ἀπαντήσουν ἤ νά θεραπεύσουν συγκεκριμένα προβλήματα τῶν δυτικῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί κοινωνιῶν, δημιουργούμενα στήν δική τους ἱστορική πορεία πρός τούς «παγκόσμιους» στόχους πού θέτει σήμερα ὁ δυτικός κόσμος. Ἄς δοκιμάσουμε νά τό ἐξηγήσουμε αὐτό καλύτερα, ξεκινώντας ἀπό τό παράδειγμα τοῦ Ἰσλάμ. Τό ὁποῖο ὀφείλει, ἄν εἶναι νά ἐπιβιώσουν οἱ λαοί πού τό ἀσπάζονται, νά ἐκσυγχρονιστεῖ (υἱοθετώντας ἕνα σημαντικό μέρος τῶν τεχνικῶν καί τῶν ἱστορικῶν τάσεων τῆς Δύσης) καί ὁ ἐκσυγχρονισμός αὐτός, πού ἤδη ἔχει ἀρχίσει, ὀνομάζεται στήν περίπτωση αὐτή ἀπό τόν J. Le Goff, «συγκρουσιακός» -ὑπό τήν ἔννοια πώς ἀφορᾶ στήν ἄρχουσα κυρίως τάξη καί προχωρεῖ συγκρουόμενος μέ τήν ἰσλαμική παράδοση. Ἡ δύναμη πού προωθεῖ τόν συγκρουσιακό αὐτό ἐκσυγχρονισμό εἶναι, ὅπως ἔλεγε ὁ F. Braudel, ὁ ἐθνικισμός ἤ καλύτερα ἡ «ἐθνικιστική περηφάνεια» τῶν λαῶν αὐτῶν, πού ὁδηγεῖ ἐν τέλει, παρά τίς ἰσχυρές ἀντιστάσεις τῆς παραδόσεως, στό ἄνοιγμα, ἀργά ἀλλά σταθερά, πρός τόν «ἐκδυτικισμό». Σέ πνευματικό ἄλλωστε ἐπίπεδο, ἡ εἴσοδος τοῦ Ἰσλάμ ὡς θρησκείας πλέον στή Δύση δέν εἶναι ἐπίσης ἄσχετη μέ τόν ἐκδυτικισμό του. Μέ δεδομένη τήν μακρά παράδοση ἰδεαλισμοῦ καί νεοπλατωνισμοῦ πού φιλοξενεῖ στά σπλάγχνα του ὁ δυτικός χριστιανισμός, καίριο σημεῖο ἕλξης τοῦ Ἰσλάμ γιά τούς Εὐρωπαίους καί Ἀμερικανούς προσηλύτους του ὑπῆρξε ἀκριβῶς ἡ μή σαφής διάκριση ἐδῶ, μεταξύ ἐγκοσμίου καί πνευματικοῦ στοιχείου, καθώς καί ἡ βιβλικῆς προέλευσης «ὑλική» ἐσχατολογία του. Στά πλαίσια τῆς ὁποίας, ἡ καταξίωση τοῦ ὑλικοῦ-σωματικοῦ στοιχείου ἀναδίδει, γιά τόν κουρασμένο ἀπό ἠθικιστικές καί ἰδεαλιστικές ὑπερθέσεις εὐρωπαῖο, τήν ἐλπίδα μιᾶς καταξίωσης τῆς ψυχοσωματικῆς του ὁλότητας καί ταυτόχρονα τῆς βασανισμένης ἀπό τήν ἀπόλυτη ἐκκοσμίκευση ἐγκόσμιας καθημερινότητάς του. Εἶναι φυσικά σαφές πώς ὅλα αὐτά συνιστοῦν μιάν ἀφαίρεση σέ σχέση μέ τήν θεωρητική πληρότητα τοῦ Ἰσλάμ.

Παρεμφερή μποροῦν νά θεωρηθοῦν τά συμβαίνοντα μέ τόν Βουδισμό. Στήν ἐκδοχή τῆς διείσδυσής του στή Δύση εἶναι ὅπως παρατηρεῖ ὁ P. Bruckner, στήν κυριολεξία ἀγνώριστος, ἔχει καταφανῶς «ἐκδυτικισθεῖ». Δέν δίνει βαρύτητα στά δόγματά του, ἔρχεται ὅμως νά ἐγκατασταθεῖ στό κενό ἀκριβῶς πού δημιουργεῖ ἡ διάσταση μεταξύ θεωρίας καί πράξης στή Δύση. Δέν ἀντιμάχεται τόν χριστιανισμό ἀλλά μιμεῖται θεμελιώδη καί ξεχασμένα, ἔνεκα τῶν λόγων πού περιγράψαμε πιό πάνω, χαρακτηριστικά του: διδάσκει λοιπόν τόν μετριασμό τῶν παθῶν, τήν ἐφημερότητα τοῦ βίου, τήν ἀνάγκη γιά ἀσκητική ἁπλότητα καί λιτότητα, τήν φρόνηση καί τόν σεβασμό ἐνώπιον τῆς δημιουργίας. «Μιμεῖται» αὐτές τίς διδασκαλίες, διότι ἡ χριστιανική θεολογία ἔχει προσδώσει ἄλλο περιεχόμενο καί διαφορετικό ὁρίζοντα σ' αὐτές, ἐντελῶς διάφορα ἀπ' ὅ,τι ἡ ὀντολογική ἐφημερότητα τοῦ κόσμου καί τοῦ προσώπου στόν Βουδισμό ὑπαγορεύει. Ὅλα αὐτά ἐνῶ, ὅπως εἶναι γνωστό, ὅλες οἱ παραδοσιακές βουδιστικές ἤ ἰνδουϊστικές χῶρες προσβλέπουν ταυτόχρονα μέ λαχτάρα στόν δικό τους ἐκδυτικισμό, χωρίς ὅμως ἀκόμη νά ἔχει διενεργηθεῖ ὁ βαθύς διάλογος μεταξύ τῶν διαφορετικῶν παραδόσεων πού θά καθιστοῦσε κάτι τέτοιο λιγότερο συγκρουσιακό ἤ βίαιο.

ς λθουμε τώρα, δι' λίγων, στήν ρθοδοξία. Καί ἐδῶ ἡ σαφέστατη τάση τῆς ἐθνικῆς ἤ κάποτε ἐθνικιστικῆς ὑπερηφάνειας τῶν λαῶν ὑπαγορεύει τόν ἐκδυτικισμό, ἐνῶ ἡ παράδοση ἀνθίσταται. Δύο φαινόμενα, δυτικοῦ μάλιστα τύπου, ἀναφαίνονται ταυτόχρονα. Ἀπό τήν μιά ὁ φονταμενταλισμός, ὡς ἀγχώδης καί ἐν πολλοῖς ἄκριτη εἰδωλοποίηση τοῦ γράμματος τῆς παράδοσης, μέ παράλληλη ἀδιαφορία ἤ ἀδυναμία διαλόγου μέ τήν νεωτερικότητα˙ ἀπό τήν ἄλλη, ἕνας ἐπιθετικός, συγκρουσιακός, διαφωτιστικοῦ τύπου ἐκσυγχρονισμός πού στήν πραγματικότητα ἀπεμπολεῖ καί ἀπορρίπτει τήν παράδοση ἤ τήν χρησιμοποιεῖ μέ μίαν αὐθαίρετη ἐπιλεκτικότητα. Ἡ σύγκρουση τῶν δύο τάσεων αὐτῶν εἶναι βαθειά καί παραμένει ἀνοικτή καί ἀπρόβλεπτη.

Τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε γιά τό μέλλον; Σ'ὅλες τίς παραπάνω περιπτώσεις αὐτό πού ὑπάρχει κοινό εἶναι ἡ βαθειά τάση τῶν παραδοσιακῶν πολιτισμῶν πρός τό Δυτικό «τέλος τῆς Ἱστορίας», τήν διαλεκτικῶς ἐκπληρωμένη ἱστορικότητα, τήν παγκοσμιοποιημένη παραδείσια δυνατότητα συλλογικῆς αὐτοπραγμάτωσης τοῦ ἀνθρώπου, καί τοῦτο παρά τίς συσσωρευμένες καί καταστροφικές ἀντιφάσεις τοῦ δυτικοῦ καπιταλισμοῦ. Κύριος μοχλός τῶν ὁποίων ὑπῆρξε, ὅπως παρατηροῦσε ὁ Daniel Bell, ἡ ἔλλειψη «ὁρίων παράβασης», ἡ καταστροφή κάθε «ἱεροῦ» ἤ παραδοσιακοῦ (ὅπως π.χ. ἡ προτεσταντική ἠθική) μεγέθους ἀπό τήν κτητικότητα καί τήν αὐθαιρεσία μιᾶς ξέφρενης ἀνάπτυξης. Ἡ ὁποία, πάλι μέ ἑγελειανό τρόπο, φαίνεται νά ἔχει ἀποβεῖ ὀντολογικό στοιχεῖο τῆς δυτικῆς νεωτερικότητας, δίνοντας στήν νεώτερη δυτική ἀντίληψη περί ἱστορίας μιά τάση ἐκ-στατικῆς, ὑπέρ-βουλητικῆς καί κυριαρχικῆς ὑπερβατικότητας. Ἡ πραγματική ὅμως ἱστορικότητα εἶναι νηφάλιος διάλογος μεταξύ πραγματικῶν λαῶν ἤ προσώπων καί ὄχι παγκοσμιοποιημένος πολιτιστικός συγκρητισμός. Οἱ παραδόσεις καί οἱ θρησκεῖες, εὐρισκόμενες σήμερα στήν προοπτική τοῦ ἴδιου πλέον παγκόσμιου ἐκδυτικισμοῦ, θά πρέπει νά συνειδητοποιήσουν τήν μεγάλη ἀλλαγή ἱστορικῆς προοπτικῆς καί νά ἐργασθοῦν διαλεγόμενες μ' αὐτήν.

Δέν εἶναι ὅλες οἱ θρησκεῖες ὅμοιες οὔτε ὅλες ἔχουν ἴδιο μέρος ἀλήθειας, ὅπως στά πλαίσια αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ συγκρητισμοῦ συχνά λέγεται. Ἡ ἐκδυτικιστική παγκοσμιοποίηση μπορεῖ νά γίνει ἔναυσμα γιά ἕναν οὐσιαστικό διάλογο πού θά ἀναδείξει τό μέγα βάθος τῶν πνευματικῶν αἰτημάτων πού γέννησαν πολιτισμούς καί θρησκεῖες, παιδαγωγώντας ταυτόχρονα τήν βιασύνη της. Συνάμα θά δημιουργήσει ὀρίζοντες γιά ἐσωτερική αὐτοκριτική τῶν θρησκειῶν καί, πιθανῶς, γιά τήν μελλοντική ἀνάδειξη ὄχι μιᾶς παγκόσμιας θρησκείας, ἀλλά τῆς αὐθεντικῆς αὐτοαποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, πού γιά μᾶς βέβαια τούς χριστιανούς ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ καί εἶναι ὁ Χριστός. Τό Χριστολογικό ὅμως μυστήριο ἐνεργεῖται ἀρρήτως καί  πολλαχῶς σ' ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας…

 

* Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι Καθηγητής Δογματικῆς καί Φιλοσοφίας  στήν  Ἀνωτάτη Ἐκκλ.  Ἀκαδημία Θεσ/νίκης καί στό Ὀρθόδοξο Ἰνστιτοῦτo τoῦ  Cambridge.

 

ΠΗΓΗ: http://www.imado.gr/monastery/index.php?option=com_content&task=view&id=118&Itemid=180

Πιστοί στην ποίηση … κληρικοί ορθόδοξοι

  Πιστοί στην ποίηση

 

της Σταυρούλας Παπασπύρου

 

«Το μοναστήρι του νησιού/ επισκέφτηκαν οι τουρίστες.

Με τα σορτσάκια τους δοκίμασαν/ τα πεπαλαιωμένα στασίδια.

Δείχνοντας τις ξεθωριασμένες τοιχογραφίες /πιστοποίησαν την υπεροχή των νυχιών τους./

Εν γένει επεκράτησε άνεση/ και φιλοπερίεργη ζωηρότητα./

Αλλωστε η ποσότητα του αντηλιακού/ εγγυάτο ότι δεν κινδύνευαν/ από τον Ηλιο της Δικαιοσύνης».

(«Daily Excursions», του π. Βασίλειου Θερμού)

Τα μοναστήρια των νησιών, όπως και οι εκκλησίες των πόλεων, θα δεχτούν αυτές τις μέρες πολλούς «τουρίστες», πιθανότατα λιγότερο ζωηρούς. Τη Μεγάλη Βδομάδα, πολλοί από εκείνους που δεν ανήκουν στον κλειστό πυρήνα των θρησκευόμενων χριστιανών, ανοίγουν παραπάνω την ψυχή τους. Κι ίσως αυτοί ν' αποτελούν το ιδανικό κοινό για ιερωμένους που δεν εκφράζουν την αγάπη τους προς το Θεό μόνο με την προσευχή, αλλά και με την ποίησή τους.

Παρά την καχυποψία της χριστιανικής παράδοσης απέναντι στη φαντασία και τον ευμετάβλητο κόσμο του συναισθήματος, κάποιοι – μετρημένοι στα δάχτυλα – κληρικοί, επιχειρούν να στήσουν ένα προσωπικό ποιητικό σύμπαν.

Η κληρονομιά της βυζ αντινής ποίησης βαραίνει βέβαια στους ώμους τους. Όμως, η συναναστροφή μέσα από το λειτούργημά τους με τον Ρωμανό τον Μελωδό, τον Στέφανο τον Αγιοπολίτη ή την Κασσιανή, δεν παύει ν' αποτελεί γερό θεμέλιο για τα γραπτά τους.

* Η επίσημη Εκκλησία μάλλον τους αγνοεί. Όπως λέει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, «η ενασχόληση με την ποίηση αντιμετωπίζεται είτε ως παραγέμισμα του ελεύθερου χρόνου κάποιων λογίων ρασοφόρων, είτε ως αγαθή, με την κακή όμως έννοια, παρέκκλιση από τα "ισορροπημένα" γνωστά μας. Καμιά φορά, δε, και ως έκφανση διαταραγμένων -τουλάχιστον!- προσωπικοτήτων που αποβλέπουν στο περιθώριο μάλλον, παρά στο επίκεντρο, της κοινωνικής δραστηριότητας»…

 

 

Κληρικός από το '83, ο 40χρονος Παν. Καποδίστριας έχει δημοσιεύσει πέντε ποιητικές συλλογές (ανάμεσά τους, «Δήθεν υαλογραφία», εκδ. «Περίπλους» και «Ενύπνιο μετά τρούλλου», εκδ. «Μπάστας»), έχει αποσπάσει θετικά σχόλια από τον ίδιο τον Ελύτη, κι είναι από τους στυλοβάτες της πνευματικής ζωής της Ζακύνθου, στη Μητρόπολη της οποίας υπηρετεί ως γενικός αρχιερατικός επίσκοπος.

«Στο χαρτί ζωντάνεψα /τη Λευκή Πολιτεία./ Αστόχησε μια μελανιά/ και τη μαύρισα ολάκερη» («Σφάλμα», 1979).

Γράφοντας ποίηση ο Π. Καποδίστριας αναπνέει, αναζωογονείται, οπλίζεται με νέες αντοχές. «Μητέρα των μαχών μου», όπως λέε

ι, «η εσωτερική μου άβυσσος». Ποιητικά του πρότυπα, τόσο οι Κανόνες, που έλκουν την καταγωγή από τον βυζαντινό 8ο αιώνα, όσο και τα ιαπωνικά χάι-κου με την πυκνή τους λιτότητα. Και στο έργο του, «ο λόγος πάντα

αλογόκριτος, τζάμι» ισχυρίζεται, καθώς «ο Θεός ουδέποτε υπήρξε σεμνότυφος ή υποκριτής».

Οι «απ' έξω», βέβαια, απορούν. «Δυσκολεύομαι να καταλάβω τους ποιητές που είναι πιστοί, θρήσκοι», δήλωνε τις προάλλες η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.


* «Μου φαίνεται οξύμωρο. Γιατί να γράφεις, όταν έχεις την εξήγηση του κόσμου; Ποιος είπε, όμως, ότι ο πιστός δεν βασανίζεται από ερωτηματικά»; «Η πίστη» ισχυρίζεται ο π. Βασίλειος Θερμός,είναι μια προσωπική σχέση με το Θεό, όπου έχεις συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν θα πάρεις όλες τις απαντήσεις. Μια σχέση με ρίσκο, που δεν εξαντλείται σε διανοητικές διατυπώσεις. Γι' αυτό ακριβώς σηκώνει πολλή ποίηση!».
«

Απόφοιτος της Θεολογικής αλλά και της Ιατρικής Αθηνών, με ειδίκευση στην παιδο-ψυχιατρική, ο 45χρονος Β. Θερμός κατέφυγε στην ποίηση ενήλικος κι αφού είχε ήδη χειροτονηθεί κληρικός. Η συλλογή «Φωνήεντες στεναγμοί» (εκδ. «Αρμός»), ένα είδος ποιητικοποιημένης θεολογίας, ήρθε να προστεθεί σε μια πλειάδα έργων του γύρω από τη θρησκεία, την εκπαίδευση και τις οικογενειακές σχέσεις.

Ομολογημένο μέλημά του είναι να διακρίνει «τη σφραγίδα του Θεού μέσα από τις κοσμικές συμπεριφορές και ν' αναδείξει "την ομορφιά που κρύβεται πίσω από κάθε προσωπείο"». Υπάρχουν άραγε θέματα που δεν τολμά ν' αγγίξει; «Πολύ σπάνια δίστασα. Κι όχι επειδή υπήρχε μια άνωθεν απαγόρευση, αλλά επειδή νοιάζομαι να μην προκαλέσω κάποιους ανθρώπους. Δεν θα ήθελα να τους σοκάρω».

* Ο κοσμικότερος μάλλον των ιερωμένων ποιητών, δεν είναι άλλος από τον αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό.

«Όσο γερνώ το αισθάνομαι βαθύτερα/

πως η γραφή δεν είναι τέχνη/

είναι λειτουργία ερωτική./

Η δίψα της αφής δεν ικανοποιείται/

αν δεν αγκαλιάσω κατάσαρκα/

τη λευκή σελίδα/

γι' αυτό ό,τι δεν γράψω με το χέρι/

μου φαίνεται σχεδόν σαν ψευδεπίγραφο»

διαβάζουμε στην τελευταία -30ή τον αριθμό!- συλλογή του «Ο βαθμός της εκπλήξεως» (εκδ. Καστανιώτη).

 

«Δεν γράφουμε για να εξηγήσουμε τον κόσμο» λέει. «Αυτό θα ήταν πιο πολύ από θρασύ. Θα ήταν βλάσφημο! Ο κόσμος είναι, ώς το τελευταίο μόριο κονιορτού, μυστήριο. Η επιστήμη φιλοδοξεί να τον εξηγήσει. Ο ποιητής προσπαθεί να τον αναδείξει και να τον σεβαστεί. Η ποίηση είναι εξ ορισμού ιερή λειτουργία. Όποιος αρνείται την προτεραιότητα του θείου που μας καλεί υπό μορφήν εμ-πνεύσεως, θα πει ότι δεν υπήρξε ποτέ "ένθεος", δηλαδή "ένθους". Ο ενθουσιασμός, όμως, ακόμη και σε περιστάσεις που το κυρίαρχο αίσθημα είναι η απογοήτευση, δεν λησμονεί ποτέ την "γοήτευση" που προηγήθηκε».

Προσωπικότητα εκρηκτική κι από τους σημαντικότερους ορθόδοξους θεολόγους, ο Στυλιανός Χαρκιανάκης, γράφει με τους ρυθμούς ενός Ρίτσου – ποιητή που, μαζί με τους Σεφέρη, Ελύτη, Λειβαδίτη και Πεντζίκη, αγαπάει πολύ. Το αξίωμά του όχι μόνο δεν τον εμπόδισε να εκφραστεί ελεύθερα. Αντίθετα «στάθηκε πάντοτε το βαθύτερο ερέθισμα και η ευγενέστερη προϋπόθεση για να προσκυνήσω στο θαύμα της ζωής», λέει με ειλικρίνια.

Η θεματική του γκάμα εκτείνεται από τις οικολογικές του ανησυχίες μέχρι τα προβλήματα των μεταναστών. Και οι αναφορές στη μητέρα του, τη γενέτειρά του Κρήτη ή τον απόδημο ελληνισμό, διαδέχονται εκείνες για τους «Δολοφόνους» που «μισούν όσους πιστεύουν στο φως» (το ομώνυμο ποίημα είναι αφιερωμένο στον Π. Μπακογιάννη) ή τις «τεχνητές πλειοψηφίες» που «κατόρθωσαν να οδηγήσουν σε παραίτηση έναν Μιχαήλ Γκορμπατσόφ» (βλ. «Η εποχή των Νάνων»).

 

«Είναι ο καϋμός μου αρσενικός/ 

και θηλυκιά η καρδιά μου/ 

βοήθα, Θεέ μου, να κρατήσω ασάλευτα/

τα λογικά μου»

γράφει στη «Δέηση». Ενώ ανακαλώντας την πατρίδα, σημειώνει: «

Ελλάδα δεν είναι ο Ολυμπος/

μήτε ο Παρθενώνας/

μήτε ακόμη κι η Αγιά Σοφιά./

Είναι ο τρόπος που πίνεις κρασί/

κι ακόμη ακριβέστερα/

 το πώς παραμιλάς στο μεθύσι».

 

Για τον ίδιο, δεν υπάρχουν θέματα-ταμπού: «Μόνο σχήματα και προσχήματα που είναι ξένα προς το κλίμα της "κατανύξεως"».

Ακόμα και την οδική κυκλοφορία προσφ έρεται να υμνήσει βλέποντάς την σαν «την πιο συγκινητική εκδήλωση απέραντης εμπιστοσύνης για συνεργασία με αγνώστους, και με όλα τα δεδομένα απρόβλεπτα κι αστάθμητα. Μέχρι και να μη γυρίσεις στο σπίτι ζωντανός!». Το μόνο εμπόδιο που αναγνωρίζει ο κ. Στυλιανός στην ποίηση ενός κληρικού, είναι το λεξιλόγιο. Εμπόδιο, αλλά ταυτόχρονα και προνόμιο. Γιατί «με την ιερωσύνη του ως θώρακα, ο κληρικός δύσκολα παρασύρεται σε χυδαιολογίες και ματαιολογίες ώστε να θεωρηθεί μοντέρνος και τολμηρός».

Η ποίηση, ωστόσο, ανθεί και  στο Αγιον Ορος. Απόδειξη, τα «Αθωνικά ποιήματα» του Μωυσή του Αγιορείτη (εκδ. Αρμός), ο οποίος υπερασπίζεται τα «Χιλιόχρονα στασίδια» και παρακαλεί:

 «Αφήστε μας να κλάψουμε για τον τόπο/ και μη μας ταράζετε της μοναξιάς τη χάρη/ μη μας πολιορκείτε μ' ερωτήσεις/ πηγαίνετε στους ποδοσφαιριστές και στους μεγάλους/ αφήστε αλώβητη την αθωνική ησυχία / που χίλια χρόνια αγρυπνεί στα ίδια στασίδια/ και βρίσκει φως μέσ' στα σκοτάδια/ που διώχνει νέφη, ραγισματιές, πληγές κι ερωτήσεις». Στο πιο «απάνθρωπο» και ταυτόχρονα πιο φιλόξενο μέρος του κόσμου, κατέφυγε κι ο περουβιανής καταγωγής Συμεών, ένας εστέτ που καλλιέργησε συνειδητά την πειθαρχία, πεπεισμένος ότι κι η τέχνη γεννιέται μέσα από τους περιορισμούς. Ήδη οι εκδόσεις Αγρα περιμένουν μια ακόμη ποιητική του συλλογή μετά το «Συμεών μνήμα» και το «Με ιμάτιον μέλαν».

 

* Ο Νικόδημος, πάντως, («Το χρώμα των αιώνων», «Επειδή εγώ», εκδ. Λιβάνη) έπειτα από 19 χρόνια «καλλιέργειας μιας ερωτικής σχέσης με το Θεό», το 1990 επέστρεψε στα εγκόσμια.

«Πάρε θέματα από την Καινή Διαθήκη», τον συμβούλευαν οι άλλοι μοναχοί, αμήχανοι μπροστά σε τέτοιες εκμυστηρεύσεις: «Εσύ πρώτη το μήλο δάγκωσες/ για να εξουσιάζεις/ της πεσμένης μου φύσης/ την έρημη πλεύση./ Σειρήνα,/ έταξες το καράβι μου/ άρμεξες όλο τον κάματο του μυαλού μου,/ όσο πάλευα με το φίδι μέσα μου».

«Εμένα με κέρδισε η τέχνη», λέει, «επειδή γράφοντας ή ζωγραφίζοντας αισθάνομαι πιο ελεύθερος απ' ό,τι μέσα στο θρησκευτικό δόγμα. Αυτό ενδιαφέρει τους θεολόγους, όχι τον σημερινό άνθρωπο». Και σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος από τους παραπάνω ομοτέχνους του, παραδέχεται: «Υπάρχει πάντα η ανάγκη να παραμείνεις πιστός, αλλά αυτή η πίστη, μέσα σ' ένα σκηνικό που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, διασπάται πια σε χιλιάδες κομμάτια. Η θρησκεία χρειάζεται και λίγο νερό στο κρασί της… Κι η Εκκλησία θα έπρεπε ν' ανοιχτεί ακόμα περισσότερο, ώστε να επιτρέψει σ' εκείνους που αδιαφορούν γι' αυτήν να την κρίνουν. Εκεί θα δοκιμαστεί η αντοχή της. Το μήνυμά της πρέπει να εκπέμπεται προς τα έξω, όχι να κάνει κύκλους μέσα στον ίδιο χώρο».

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, 7 – 28/04/2002, http://archive.enet.gr/online/online_p1_text.jsp?c=113&id=1541316

Το Συμβάν: Κεφ 13ο – 15ο

Το Συμβάν:  Κεφ 13ο, 14ο, 15ο

 

(προδημοσίευση μυθιστορήματος)

 

Της Βασιλικής Νευροκοπλή

 

 

 

Κεφ. 13ο

 

13.

 «Έζησα κάποιες μέρες. Ίσως, όχι μέρες ολόκληρες. Στιγμές των ημερών. Έτσι μετρώ την ηλικία μου τώρα που ο νους μου επιστρέφει στο παρελθόν. Ίσως έτσι μετριέται και η ηλικία όλων των ανθρώπων. Με τις στιγμές που έζησαν. Αυτές που μπορεί να ανακαλέσει η μνήμη. Γιατί έζησα ό, τι θυμάμαι και ό, τι δεν θυμάμαι δεν υπάρχει. Δεν το έζησα μέχρι να το θυμηθώ και να το ξαναζήσω. Να υπάρξει πάλι απ' την αρχή σαν ένα κομμάτι της πραγματικότητας κι ένα της φαντασίας. Ένα μέρος του πόθου κι ένα του φόβου. Η σχέση ανάμεσά τους.

Κι ακόμα, έζησα σαν κάποιοι άλλοι. Αυτοί που αγάπησα. Οι κάποιοι άλλοι που με αγάπησαν έζησαν σαν εγώ και χωρίς να το ξέρουν, σαν όλοι αυτοί που ταυτόχρονα ήμουν, όλοι αυτοί που αγάπησα και με διαμόρφωσαν κι ας μην τους γνώρισαν ποτέ. Κι εγώ, αντιστοίχως πάλι έζησα σαν όλους αυτούς που ο καθένας από τους άλλους αγάπησε.

Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος στην ερώτηση «τι ηλικία έχεις», να απαντά: «έχω την ηλικία τριών στιγμών ή εφτά ανθρώπων» ή ακόμα καλύτερα: «την ηλικία τριών στιγμών και εφτά ανθρώπων», ή ακόμα πιο ολοκληρωμένα: «εφτά ανθρώπων, τριών στιγμών και είκοσι δύο τόπων», γιατί και οι τόποι συχνά μας καθορίζουν. Θα μπορούσε να απαντά αρκετά διαφορετικά, όπως για παράδειγμα: «είμαι το άθροισμα από τριάντα τρεις χαρές και δεκαέξι λύπες». Ή ίσως: «είμαι έντεκα τραγουδιών, οχτώ έργων ζωγραφικής και τριών ποιημάτων». Τίποτε απ' αυτά γενικό και αφηρημένο, ούτε απλώς αριθμητικό. Όλα όσα έγιναν δικά μας και γίναμε δικοί τους.

  Οπωσδήποτε θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως έχει την ηλικία της θάλασσας, του χώματος και τ' ουρανού, αλλά αυτόν θα τον περνούσαν οι αφηρημένοι για τρελό, οι ευκολόπιστοι για Θεό ή προφήτη και οι πλέον ευφυείς για αφελή. Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθεί πως αυτός που τολμά να εκστομίσει μια τέτοια φράση, ενδέχεται να είναι ποιητής;

Πότε όμως κάποιος αρχίζει και αναρωτιέται πραγματικά για την ηλικία του; Για την ηλικία του την πραγματική; Μα, από τη στιγμή του Συμβάντος.

 Κάθε ηλικία ορίζεται πραγματικά από τη στιγμή που θα χωριστεί η πραγματικότητα σε δύο χρόνους: στον πριν και στον μετά του Συμβάντος. Όσοι δεν έμαθαν ποτέ την ηλικία τους είναι αυτοί που στη ζωή τους δεν ήρθε το Συμβάν. Γι' αυτούς δεν υπάρχει ούτε πριν ούτε μετά. Απουσιάζει η διαχωριστική γραμμή που θα δημιουργήσει τον πραγματικό χρόνο. Αν ο χρόνος είναι παρελθόν και μέλλον, αυτές του οι διαστάσεις ορίζονται από το Συμβάν: Μια γέννηση, έναν θάνατο, μια συνάντηση, έναν έρωτα. Έναν έρωτα που δε θα μοιάζει με κανέναν από όλους τους έρωτες που ο άνθρωπος έζησε, έναν θάνατο που διαφοροποιείται από όλους τους θανάτους, μια συνάντηση με πρόσωπο, λέξη, χρώμα, κίνηση, χειρονομία, μυρωδιά, που τον καθόρισε ολοκληρωτικά, αντιστρέφοντας πλήρως αυτό που ήταν μέχρι τότε. Όλο το νόημα της ζωής του.

Ο κόσμος, για παράδειγμα, γνώρισε την ηλικία του με τρόπο οριστικό και αμετάκλητο από τη στιγμή που γεννήθηκε ο Χριστός. Η συνάντηση του κόσμου με το πρόσωπο του Χριστού δημιούργησε την ιστορία του κόσμου, τον χρόνο του, την ηλικία του. Όλα, όποτε και να συμβαίνουν, όποτε και να έχουν συμβεί και όποτε κι αν συμβούν θα είναι αδύνατον να ξεφύγουν από το Συμβάν της έλευσης του Μεσσία. Όλα θα είναι προ Χριστού ή μετά Χριστόν. Τρίτη περίπτωση δεν υπάρχει.

Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε πως ο χρόνος, η ζωή, η ηλικία, υπάρχουν από τη στιγμή της διχοτόμησής τους σε όσα έγιναν πριν και όσα ακολούθησαν το Συμβάν. Κι ακόμα, πως η ζωή, η ηλικία, ο χρόνος, αποκτούν νόημα αμέσως μετά από αυτή τη διχοτόμηση και μάλιστα ίσως ακριβώς την ώρα που αρχίζει η προσπάθεια για συμφιλίωση, επανένωση των προηγούμενων και επόμενων.

Τίποτα δεν μπορεί να αφαιρέσει τη διαχωριστική γραμμή. Υπάρχει όμως τρόπος να μετατραπεί αυτή σε ουδέτερη ζώνη και ίσως κάποτε, -αυτό είναι όλο το ζητούμενο- σε ίχνος μιας προσφιλούς ανάμνησης χάριν της οποίας αποκτήσαμε κάποτε ηλικία και κερδίσαμε την ενότητα όλου του διχασμένου παρελθόντος μας στο παρόν. Το απόλυτο παρόν: η πλήρης αποδοχή χωρίς πόνο, φόβο και ενοχή, αυτού που υπήρξαμε πριν και μετά το Συμβάν.

Το Συμβάν που αλλάζει ολωσδιόλου αντίστροφα την ρότα της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι αδιάφορο από αυτό που σηματοδοτεί η συνάντηση του κόσμου με το πρόσωπο του Χριστού. Είναι μία και κοινή η αλλοίωση που υφίσταται κόσμος και άνθρωπος, ίδια η αντιστροφή της πορείας τους, η αναζήτηση νέου νοήματος προσανατολισμένου στην συμφιλίωση, είτε το συνειδητοποιούν οι άνθρωποι είτε όχι. Είναι η στιγμή της μεγάλης αποκάλυψης μετά το ισχυρό σοκ.

Ο τρόπος της αποκάλυψης είναι άσχετος με την ουσία της. Συχνά πραγματοποιείται μέσω ενός μεγάλου πόνου, – συμβάντος τραγικού και επώδυνου – ή μέσω ενός πάθους παράφορου, – συμβάντος γοητευτικού, ανεξέλεγκτου και ακατανόητου -. Σημασία δεν έχει το πώς θα εκφραστεί το Συμβάν και τι τρόπο θα διαλέξει για να έρθει στη ζωή σου. Σημασία έχει πώς θα το χειριστείς και αν θα επιτρέψεις στη διαχωριστική γραμμή που σ' έκοψε στα δύο, δημιουργώντας μέσα σου χρόνο, -εσένα τον ίδιο δηλαδή-, να παραμείνει τέτοια, αφήνοντάς σε απλώς ένα νεογέννητο, ή να γίνει η αιτία που θα κερδίσεις ενωμένο το είναι σου σε μια ηλικία νέα.

Για να φτάσεις σ' αυτήν την συμφιλίωση απαιτείται η διάθεσή σου γι' αυτήν. Αν έχεις μια τέτοια διάθεση τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα ακολουθήσουν και άλλα μικρότερης εμβέλειας συμβάντα που θα συντείνουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι, βήμα βήμα θα φτάσεις να βιώνεις κάθε στιγμή ως συμβάν που σε οδηγεί με τρόπο αποκαλυπτικό και μυστικό ταυτόχρονα, στην ανάπτυξη του είναι σου: σε μια αδιάρρηκτη ενότητα τού είναι σου με τη ζωή, τον θάνατο, τη ζωή μετά τον θάνατο. Με τους ανθρώπους όλους, ζωντανούς και πεθαμένους, είτε τους γνωρίζεις είτε όχι. Θα πάσχεις με τους πάσχοντες, θα υγιαίνεις με τους υγιείς, με τους ερωτευμένους θα ερωτεύεσαι, με τους ετοιμοθάνατους θα πεθαίνεις, θα γεννιέσαι με τα νεογέννητα. Θα ξημερώνεις και θα βραδιάζεις με τη μέρα και τη νύχτα αντίστοιχα. Θα ζεις πολλές ζωές σε μία και μία σε πολλά επίπεδα. Ώσπου να φτάσεις στην αδιάλειπτη ευχή: να εύχεσαι για όλους και για όλα το καλύτερο, το ομορφότερο, το ευγενικότερο, το τρυφερότερο. Αυτό είναι το προτελευταίο στάδιο που θα διανύσεις. Η γέφυρα που ακολουθεί ώστε μέσα από το θάνατο να οδηγηθείς στην φωτεινή αντίπερα όχθη είναι πέρασμα μυστικό.

Τα μικρότερα συμβάντα θα έρθουν στη ζωή σου χωρίς να σε ρωτήσουν, ακριβώς όπως ήρθε και το μεγάλο Συμβάν. Αν όμως δεν προτίθεσαι να τα εκμεταλλευτείς συνενωτικά, ή θα περάσουν απαρατήρητα ή θα τα χρησιμοποιήσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση: αυτήν που θα μεγαλώσει το ρήγμα, το χάσμα που δημιούργησε το μεγάλο και καίριο Συμβάν. Η ηλικία σου τότε θα αρχίσει να γλιστρά μέσα από τα χέρια σου. Θα γίνεται μια σκιά που μάταια θα κυνηγάς. Ο χρόνος θα μετατραπεί σε ερινύα που θα σε καταδιώκει. Η ζωή θα σου γυρίσει την πλάτη και δεν θα δεις ποτέ το ωραίο της πρόσωπο. Θα πορεύεσαι στην ανυπαρξία. Δηλαδή στην απουσία από τον ίδιο σου τον εαυτό που μόνος σου επέλεξες να μην ζήσει, δηλαδή, να μην ενηλικιωθεί».

Ποιος μου δίνει αυτές τις σκέψεις τώρα που ζω μέσα στον τρόμο; Δεν είναι δικές μου. Είμαι παντελώς ανίκανος να τις συλλάβω και να τις κατανοήσω. Όμως γαλήνεψαν την φοβισμένη μου καρδιά, και σαν χέρι αγγέλου τη χάιδεψαν. Τόσες μέρες μετά που τις γράφω είναι παράξενο πως τα θυμάμαι όλα λέξη λέξη σαν να χαράκτηκαν μέσα μου. Ακούω το χερούλι της πόρτας. Κάποιος μπαίνει στο δωμάτιο.

 

Κεφ. 14ο

14.

-Πώς είναι ο νεαρός μου φίλος, ρωτά η νοσοκόμα που μπαινοβγαίνει πολλές φορές τη μέρα στο δωμάτιο τις τελευταίες είκοσι μέρες.

-Νιώθω λίγο παράξενα, αλλά είμαι καλά. Σαν να αιωρούμαι…

-Μπράβο παλικάρι μου. Λες να άρχισες να πετάς; είπε χαμογελώντας καθώς μου έπιασε απαλά το χέρι. Σήμερα βγαίνεις. Θα έρθει τώρα η μαμά να σε πάρει να πάτε σπίτι. Άντε, γιατί σας περιμένει κι ο παππούς, θα 'χει σκάσει ο δόλιος…

-Δεν θα βγάλουμε πρώτα τους επιδέσμους;

-Όχι ακόμα. Έχουμε συνεννοηθεί με το νοσοκομείο της Χίου. Θα τους βγάλεις εκεί αγόρι μου, μη νοιάζεσαι.

-Και μετά; Πείτε μου την αλήθεια, τι θα γίνει μετά;

Έσκυψε και με φίλησε απαλά στο μάγουλο.

-Έχουμε δρόμο ακόμα. Η ιατρική όμως σήμερα κάνει θαύματα. Όλα θα πάνε καλά. Εντάξει; Θέλει λιγάκι υπομονή, χαρά μου. Τώρα σε χαιρετώ. Έρχεται η μανούλα σου. Να προσέχεις και να αγαπάς τον εαυτό σου. Είσαι πολύ γλυκό παιδί… Αντίο, Ισίδωρε …

-Αντίο… ευχαριστώ…

Δεν είδα ούτε μια στιγμή το πρόσωπο αυτής της τόσο τρυφερής νοσοκόμας. Από τη φωνή, τα λόγια και το άγγιγμα, την φαντάστηκα ψηλή, πολύ αδύνατη, αραχνοϋφαντη σχεδόν, με ίσια μαλλιά καστανά μέχρι το σβέρκο, μάτια σκιστά και χείλια σαν ροδαλή λεπτή γραμμή ορίζοντα.

  Την ώρα που έκλεινε πίσω της την πόρτα αναρωτήθηκα: «το δικό μου Συμβάν, είναι το ατύχημα ή μήπως αυτή η νοσοκόμα που μου στάθηκε με τόσο αγάπη ώστε μέσα σε λίγες μέρες να νιώθω πως την αγαπώ»; Αμέσως πρόβαλε μέσα μου το πρόσωπο της Ελισώς και ταράχτηκα. Κατάλαβα πως ήταν εντελώς ανόητο το δίλημμά μου. Και αναρωτήθηκα απ' την αρχή: «το δικό μου Συμβάν είναι το ατύχημα ή η Ελισώ;» Η απάντηση ήρθε από άγνωστη κατεύθυνση, αλλά απολύτως σαφής: «το ατύχημα».

 Μέχρι να φτάσω να ονομάσω το Συμβάν της ζωής μου «ατύχημα», ταλανίστηκα πολύ. Όλες αυτές τις μέρες στο νοσοκομείο δύο ζητήματα με απασχολούσαν νυχθημερόν: «με πυροβόλησε επίτηδες ή κατά λάθος ο Γιώργης», και το δεύτερο, «άραγε θα ξαναδώ»; Στο δεύτερο δεν ήμουν εγώ ο αρμόδιος να απαντήσω και γι' αυτό η αγωνία δεν μ' άφηνε να κοιμηθώ τις νύχτες, αλλά στο πρώτο αποφάσισα πως ακόμα κι αν είχε πράγματι σκοπό να με πυροβολήσει μέσα στην επήρεια ενός παιδικού θυμού, ο Γιώργης, σίγουρα δεν είχε συναίσθηση τού τι έκανε. Άρα, ήταν ατύχημα. Για μένα τέτοιο ήταν. Δεν μπορούσε η καρδιά μου να υποφέρει άλλη σκέψη, αν και ώρες ώρες αυτήν την ίδια καρδιά την κυρίευε ένας τρομερός θυμός και πότε πότε μια άγρια διάθεση εκδίκησης. Όταν όμως περνούσε ο θυμός ευχόμουν και για τον ίδιο, ατύχημα να ήταν. Ειδάλλως θα υποφέρει για μια ολόκληρη ζωή. Κι όμως είναι αλήθεια πως όταν μ' έπιανε τρέλα, ευχόμουν μέσα μου ολόψυχα, στιγμή ησυχίας να μη βρίσκει. Να τρελαίνεται από τις τύψεις. Πόσο ντρεπόμουν όμως αργότερα…

Άνοιξε δεύτερη φορά η πόρτα και μπήκε η μάνα μου. Με φίλησε στο μέτωπο, αλλά το έκανε τόσο νευρικά και απότομα που τρόμαξα. Κατάλαβα πως ακόμα και το φιλί της μάνας σου μπορεί να έρθει σαν χαστούκι, όταν δε το βλέπεις να πλησιάζει και σε βρίσκει απροετοίμαστο. Μου είπε πως θα μαζέψει τα πράγματα να φύγουμε. Όση ώρα συμμάζευε τα πράγματα μιλούσε διαρκώς, λέγοντας ένα σωρό άσχετα πράγματα που δεν με αφορούσαν καθόλου εκείνη την ώρα. Ήταν φανερό πως δεν άντεχε να μένει στη σιωπή ή φοβόταν πως εγώ δεν το άντεχα. Στο σκοτάδι και ταυτόχρονα στη σιωπή, ίσως να σκέφτηκε πως δεν θα ήταν εύκολο. Και δεν είχε άδικο. Δεν την πρόσεχα, αλλά μου άρεσε που άκουγα την φωνή της.

Ο δικός μου νους έτρεχε στον παππού. Ήξερα πως θα στεναχωριόταν πολύ που δεν είχα γίνει ακόμα καλά. Που θα μ' έβλεπε με τους επιδέσμους στα μάτια και στο μέτωπο που είχε γεμίσει θρύψαλα από τα σκάγια και που όσο κι αν προσπάθησαν να τα αφαιρέσουν οι γιατροί, αρκετά απ' αυτά είχαν μείνει ακόμα μέσα. Περισσότερο για κείνον ήθελα να βγάλω τους επιδέσμους. Θα τον έβλεπα άραγε μετά που θα τους έβγαζα; Τα σκαφτά γαλανά του μάτια που χώρεσαν όλου του κόσμου τις θάλασσες, εγώ θα μπορούσα να τα ξαναδώ;

Με πήρε αγκαζέ η μάνα μου και βγήκαμε από το δωμάτιο. Ο καπετάν Θόδωρος μας περίμενε στο ισόγειο για να μας πάει στον Πειραιά κι από κει να πάρουμε το βαπόρι για το νησί. Περπατούσαμε στους διαδρόμους του νοσοκομείου, κατεβαίναμε σκάλες, μου λέει κάποια στιγμή: «μη πέφτεις πάνω μου παιδί μου. Προσπάθησε να περπατάς πιο ίσια». Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Νόμιζα πως περπατώ ίσια όπως πάντα και καθόλου δεν κατάλαβα πως γέρνω πάνω της. Δεν μίλησα. Ένιωσα μόνο να σπάει η καρδιά μου. Ήταν ολοφάνερο πως έμπαινα σ' έναν καινούριο κόσμο με δικούς του κώδικες, άλλους κανόνες, άγνωστό μου παντελώς. Σκοτεινό και ανοίκειο. Δεν ήξερα ακόμα για πόσο καιρό θα τον κατοικήσω. Κατάλαβα όμως πως μπαίνω σ' αυτόν τελείως μόνος. Και αυτό με τρόμαξε πολύ. Κόπηκαν τα πόδια μου τη στιγμή που το συνειδητοποίησα, όταν ένιωσα την μεγάλη αγκαλιά του θείου μου. Κόντεψαν να με πάρουν τα κλάματα, αλλά επιβλήθηκα στον εαυτό μου. Όχι από ντροπή, αλλά γιατί οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί. Δεν έπρεπε με τίποτα να κλάψω. Ο θείος μ' έβαλε με προσοχή στο πίσω κάθισμα του ταξί, φτάσαμε στον Πειραιά, μπήκαμε στο βαπόρι κι ανεβήκαμε στο κατάστρωμα.

Με το που ξεκίνησε το καράβι πήρα μια βαθιά ανάσα καθώς με χτύπησε ο θαλασσινός αέρας. Τον αέρα, λοιπόν, εξακολουθούσα να τον νιώθω το ίδιο όπως και πριν. Ίσως και περισσότερο Το άρωμα της θάλασσας επίσης. Μεγάλη ανακούφιση. Αν την έβλεπα και μια στάλα…

 

Κεφ. 15ο

 

15.

Δεξιά μου κάθισε ο θείος, αριστερά η μάνα μου κι εγώ στη μέση σαν ένας εσταυρωμένος που όμως αντί για ληστές είχε την τύχη να έχει δεξιά κι αριστερά του δυο αγγέλους. Δεν είχα διάθεση για ερωτήσεις και μάλλον το κατάλαβαν και άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους για το νησί, τις δουλειές, το περιβόλι, τα ψαρέματα.

Ένας κύριος ήρθε και κάθισε δίπλα στον θείο μου και πιάσανε την κουβέντα. Ρωτούσε πληροφορίες για τη Χίο που επισκεπτόταν πρώτη φορά. Τον ενδιέφεραν τα μαστιχοχώρια επειδή ήθελε να γράψει για τη μαστίχα σ' ένα βιβλίο του. Μόλις είπε πως ήτανε συγγραφέας γύρισα άθελα το κεφάλι μου να τον δω. Δεν τον είδα όμως. Μόνο την φωνή του άκουγα και ήταν φωνή ευγενικού ανθρώπου, ήπια και μαλακή. Αντιλήφθηκε αμέσως το ενδιαφέρον μου.

-Πώς σε λένε παλικάρι; με ρώτησε.

-Ισίδωρο, κύριε. Εσάς;

-Ιωάννη. Αγαπάς τα βιβλία;

-Μάλιστα, πολύ… όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω…, κόμπιασα και σταμάτησα μετανιωμένος γι' αυτό που πήγα να εκστομίσω. Μόνο στον παππού είχα εξομολογηθεί την επιθυμία μου να γίνω ποιητής. Ο κύριος Ιωάννης όμως δεν χρειαζόταν επιπλέον εξηγήσεις.

-Στο εύχομαι, παιδί μου, ολόψυχα. Γυρνάς τον κόσμο ολόκληρο γράφοντας, ταξιδεύεις μέρες και νύχτες, γνωρίζεις τόπους και ανθρώπους χωρίς πολλές φορές να έχεις βγει από το σπίτι σου. Είναι μαγευτικό…

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Να σφυρηλατεί τα μηνίγγια. Σαν να ξύπνησα από έναν βαθύ ύπνο τόσων ημερών που είχα βυθιστεί άυπνος στα λιμνάζοντα νερά της αγωνίας μου. Ενεργοποιήθηκε όλο μου το είναι.

-Έχετε γράψει πολλά βιβλία χωρίς να ταξιδέψετε;

-Ταξίδεψα κιόλας, αλλά τους ωραιότερους τόπους τούς είδα να γράφονται από το χέρι μου χωρίς να τους έχω επισκεφτεί ποτέ ή επισκεπτόμενος έναν τόπο, έγραψα για όλα εκείνα που υπάρχουν σ' αυτόν αλλά δεν φαίνονται. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, σαν να παίρνεις μια πραγματικότητα και την προεκτείνεις σ' ένα παραμύθι που στο τέλος γίνεται πιο πραγματικό κι απ' την ίδια.

-Μπορείτε να μου πείτε ένα παράδειγμα; Να μου μιλήσετε ας πούμε… για τον πιο ωραίο τόπο;

-Και βέβαια μπορώ. Λοιπόν…

Τότε ο κύριος Ιωάννης, αφού πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκανε μια μεγάλη παύση, άρχισε να μου μιλά όπως δεν άκουσα ποτέ κανέναν να μιλάει. Αν κάτι είχα ευχηθεί βγαίνοντας από το νοσοκομείο ήταν να μου διηγηθεί κάποιος μια ωραία ιστορία, λίγο να ξεχαστώ. Κι εγώ πίστευα στις ευχές. Πίστευα πως δεν πάνε χαμένες. Κάποιος από κάπου τις ακούει και ανταποκρίνεται. Κάτι παράδοξο γίνεται και πραγματοποιούνται. Είναι σα μικρό θαύμα. Ή και μεγάλο. Δεν ξέρω.

-Είναι ένας τόπος που ο Θεός δεν του στέρησε τίποτα. Υπάρχει κι ας μη σου φανεί απίστευτο. Του χάρισε τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται όποτε θέλει σε άλλον τόπο. Άλλοτε υψώνει το ανάστημά του στον ουρανό, άλλοτε βυθίζεται στο νερό. Ζει όλες τις πιθανές ζωές σε μια ζωή. Άλλοτε είναι ο καθρέφτης του κόσμου και μέσα στο κέντρο του καθρεφτίζεται ό, τι πιο όμορφο υπάρχει και το αντανακλά στον κόσμο ομορφαίνοντάς τον, και άλλοτε γίνεται η κορνίζα του καθρέφτη που παρακολουθεί σαν θεατής άλλους κόσμους που μέσα του καθρεφτίζονται.

Γύρω γύρω, σε μήκος πάρα πολλών χιλιομέτρων, έχει τεράστια βουνά που αγκαλιάζουνε νερό. Δεν είσαι σίγουρος αν πρόκειται για θάλασσα, λίμνη ή σύννεφα. Άλλοι ισχυρίζονται πως το νερό είναι μια λίμνη σε σχήμα ανάποδου κεφαλαίου ύψιλον. Μερικοί διαφωνούν υποστηρίζοντας πως είναι μικρό κανονικό λάμδα. Άλλοι λένε πως είναι μια θάλασσα που ακόμα κι αν φαίνεται περικυκλωμένη από βουνά και θα έπρεπε να την ονομάσουν λίμνη, δεν είναι, γιατί τα νερά της είναι καταγάλανα και μέσα από ρυάκια που διασχίζουν τα βουνά δεν έπαψε ποτέ να επικοινωνεί με τη μεγάλη θάλασσα και να είναι γνήσιο παιδί της.

Εγώ που τη γύρισα απ' άκρη σ' άκρη όλη και πέρασα τις ώρες μιας ολόκληρης νύχτας πάνω απ' τους χάρτες της, λέω πως ούτε λίμνη είναι, ούτε θάλασσα. Πως το σχήμα της δεν είναι αυτό που συχνά οι περιηγητές και οι άλλοι ταξιδιώτες περιγράφουν: σχήμα δαιδαλώδες σαν λαβύρινθος, ελικοειδές σαν τον μίτο της Αριάδνης, οδοντωτό σαν το στόμα ενός κροκόδειλου. Για μένα είναι ένα άφυλο ξωτικό με φτερά στα πόδια που όλο τρέχει. Τα σπαστά ακατάστατα μαλλιά του κυματίζουν πίσω απ' το περήφανο κεφάλι του που το βλέμμα του κοιτά πάντα προς τη δύση θέλοντας να φτάσει κάποτε στην ανατολή. Τρέχει πατώντας στις μύτες των ποδιών του και στο δεξί του χέρι κρατά κάτι σαν νερένια απόχη, σαν κρυστάλλινο ρευστό μεγεθυντικό φακό που μεγεθύνει τα θαύματα, ή κορδόνι μεταξένιο και γαλάζιο που το εκτινάσσει για να αδράξει το Αόρατο. Στο σημείο που ενώνονται τα σκέλια του ξωτικού αυτού και που όλοι -εκτός από μένα- ονομάζουν λίμνη ή θάλασσα, είναι το καταπράσινο βουνό πάνω στο οποίο είναι χτισμένη μια πόλη, σαν να πρόκειται για το σημείο όπου θα υπήρχε το φύλο του ξωτικού, αν είχε φύλο. Έτσι μπροστά στην πόλη εκτείνονται τα δυο υδάτινα πόδια του ξωτικού και πίσω της το σώμα και το κεφάλι, το δεξί του χέρι, όλα καμωμένα από νερό.

Δεν είναι τόπος περίκλειστος ούτε όμως και ολότελα ανοιχτός. Είναι ξωτικό με σώμα παιχνιδιάρικο πλασμένο από αέρα, χώμα και νερό: Κρύβεται, φανερώνεται, σε εξαπατά και σε ξαφνιάζει. Ρούχο του σε ατέλειωτες πτυχώσεις -που ωστόσο δεν κρύβουν τίποτα απ' το ολόγυμνο σώμα του, αλλά μόνο το προστατεύουν αδιόρατα και διακριτικά από τα φιλήδονα βλέμματα των περαστικών-, οροσειρές βουνών, η κάθε μια πίσω, μέσα, δίπλα, μπροστά από την άλλη, σαν αναρίθμητες κουίντες μιας μεγάλης γαλάζιας σκηνής. Σκηνής ενός μεγάλου θεάτρου που προετοιμάζεται για να ανεβάσει πολλά έργα και οφείλει να έχει αμέτρητες εισόδους και εξόδους για τα πλήθη των κομπάρσων, των πρωταγωνιστών και των ρόλων τους. Όλα για την προστασία αυτού του πλάσματος, αυτού του ξωτικού που όμοιό του δεν φτιάχτηκε στον κόσμο.

 

Όταν τα παράθυρα και οι πόρτες των σπιτιών της πόλης είναι ανοιχτά, το νερό των ποδιών του ξωτικού βλέπει το νερό όλου του υπόλοιπου σώματος. Όταν συμβαίνει αυτό οι κάτοικοι μοιάζει να ζουν πάνω σε πλωτό σκάφος. Όλη η πλαγιά του βουνού είναι σκαμμένη απ' άκρη σ' άκρη ώστε τεράστιες σήραγγες να επιτρέπουν τη θέα, -στην ουσία, την επικοινωνία και διατήρηση της ενότητας όλου του σώματος του ξωτικού. Τα σπίτια δεν έχουν φράχτες ούτε μαντρότοιχους. Κολλητά το ένα στο άλλο, κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλιά κι από ώχρα βαθιά και ζεστή, τα ενώνουν συνεχόμενες γλάστρες από μπαλκόνι σε μπαλκόνι γεμάτες γεράνια που φτιάχνουν ένα πολύχρωμο στεφάνι γύρω από τη μέση της πόλης αυτής, όπως θα ήταν γύρω από τη μέση μιας νέας όμορφης και τρισευτυχισμένης κοπέλας. Η μια του άκρη δένει στο πιο ψηλό δέντρο της κορφής του βουνού και η άλλη στον πιο χοντρό πάσαλο του λιμανιού της.

Στενά δρομάκια, φτιαγμένα από κάτασπρα βότσαλα και σκαλάκια ύψους μιας παλάμης, οδηγούν τους ανθρώπους από το λιμάνι στο βουνό. Εκεί ζει και βασιλεύει το Αιωνόβιο Δάσος. Ένα δάσος από αρχαία δέντρα που σχηματίζουν, πλεγμένα σαν να τα έπλεξαν χέρια γιγάντων, ένα παλάτι αχανές από φύλλα, κορμούς και κλαδιά.

Τις Κυριακές όλα τα παιδιά της πόλης ανεβαίνουν στο παλάτι και παίζουν με τις ώρες κρυφτό. Τότε, αν έχεις λίγο εκπαιδευμένο αφτί, ακούς κάποια δέντρα μαρτυριάρικα να αποκαλύπτουν τις κρυψώνες των παιδιών κι ύστερα βλέπεις τα υπόλοιπα δέντρα να θυμώνουν και οργισμένα να κουνάνε τα κλαδιά τους, ρίχνοντας βροχή τα φύλλα τους. Τα βλέπουν αυτά τα παιδιά και γελούν. Γελούν τόσο πολύ αυτά τα παιδιά με την καρδιά τους που αστράφτει όλος ο τόπος από ένα φως που μεταμορφώνεται σε κορδέλες πολύχρωμες και κατεβαίνει, τυλίγει όλα τα σπίτια και όλους τους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους απ' την κορφή του βουνού ίσα με το λιμάνι. Βγαίνουν τότε όλοι στους δρόμους, κατεβαίνουν και τα παιδιά από το μαγικό βουνό ροβολώντας την πλαγιά του και πιασμένοι όλοι μαζί χέρι χέρι, μεγάλοι και μικροί, τραγουδούν και χορεύουν μέσα σ' ένα πέλαγος χρωμάτων από κορδέλες φωτός. Κι έτσι κυλά η ζωή σ' αυτόν τον τόπο, που τον ονομάζουνε: Καρδιά».

Δεν κατάλαβα για πότε έγειρα στην αγκαλιά της μάνας μου. Η ιστορία του κυρίου Ιωάννη νανούρισε την αγωνία μου. Ξεχάστηκα τόσο που νόμιζα πως ζούσα κι εγώ σ' αυτήν την ονειρεμένη πόλη. Κάποια στιγμή μάλιστα έγινα εγώ το ξωτικό. Ταυτίστηκα μαζί του, ίσως γιατί με τη νερένια του απόχη προσπαθούσε να πιάσει το αόρατο, όπως έκανα κι εγώ με την απόχη των ματιών μου. Αγάπησα αυτήν την πόλη γιατί μέσα στο μυαλό μου δεν ήταν μόνο γεμάτη ομορφιά αλλά και ανθρώπους που δεν θα έκαναν ποτέ κακό ο ένας στον άλλο κι έτσι όπως ήταν κυκλωμένη από νερό ένιωσα πως ολοένα βαφτιζόταν και εξαγνιζόταν με αποτέλεσμα η χαρά να μην την εγκαταλείπει. Αυτή η ιστορία ήταν γεμάτη συμβολισμούς που προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω.

 

-Γιατί αυτόν τον τόπο τον έλεγαν Καρδιά, κύριε Ιωάννη;

-Ίσως, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαν να τον πουν….

-Αν μείνετε μέρες, γιε μου, μας διέκοψε η μάνα μου, περάστε από το σπιτικό μας. θα χαρούμε πολύ. Ο Ισίδωρος αγαπά πολύ τα βιβλία και τις ιστορίες. Είναι πρώτος μαθητής στο σχολείο.

-Πολύ ευχαρίστως. Θα χαιρόμουν να σας ξαναδώ όλους και περισσότερο απ' όλους τον Ισίδωρο.

Μου έσφιξε το χέρι και σηκώθηκε. Κάτι είπε που δεν το άκουσα καθαρά και κατέβηκε στην καμπίνα του να ξεκουραστεί.

Έγειρα πάλι στην ποδιά της μάνας μου απ' την οποία είχα ανασηκωθεί για να χαιρετίσω τον κύριο Ιωάννη. Είχα τουλάχιστον δυο τρία χρόνια να αφεθώ έτσι στην αγκαλιά της. Ένιωσα τόσο μικρός ξαφνικά. Τόσο αδύναμος και φοβισμένος. Πλησιάζαμε στο νησί. Ένα νησί που δεν θα ήταν πια το ίδιο για μένα. Το ήξερα όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ. «Ο Ισίδωρος είναι πρώτος μαθητής στο σχολείο», είχε πει η μάνα μου πριν από λίγο. Τι θα γινόταν με το σχολείο αν δεν ξανάβλεπα; Κάθε σκέψη για το μέλλον μ' έκανε να συστρέφομαι στην αγκαλιά της σα λαβωμένο πουλί που θέλει να κρυφτεί απ' τον κόσμο, απ' τα βλέμματα, να κουρνιάσει εκεί που κανείς δεν θα το ενοχλήσει, ούτε μια σκέψη κακή δεν θα καταφέρει να το ταράξει.

Θυμήθηκα για μια ακόμη φορά εκείνον τον απροσδιόριστο φόβο που είχα λίγο πριν συμβούν όλα. Τελικά ήταν ένα έντονο προαίσθημα. Κάτι σαν μακρινός απόηχος μιας εχθρικής πολεμικής κραυγής που είχε φτάσει στην ψυχή μου, πως, το κακό πλησιάζει, για να προετοιμαστώ να το υποδεχτώ όσο μπορούσα καλύτερα. Τι είδους προετοιμασία μπορούσα άραγε να κάνω; Μπορούσα να κάνω κάτι που δεν το έκανα; Θα μπορούσα έστω και μ' έναν τρόπο να το αποφύγω;

Θυμήθηκα την ιστορία του Ευαγγελίου με τον λιθοβολισμό της πόρνης. Τη στιγμή που ο όχλος λιθοβόλησε την πόρνη και τους σταμάτησε ο Χριστός λέγοντας στους τιμωρούς να συνεχίσει μόνον όποιος είναι αναμάρτητος. Καθώς τα λέει αυτά ο Χριστός είναι σκυμμένος στο χώμα και κάτι σχεδιάζει. Άλλοι έχουν πει πως απλώς ζωγραφίζει, άλλοι πως γράφει ανάστροφα, ώστε να τις διαβάσουν, τις αμαρτίες όλων αυτών που τον έχουν κυκλώσει συμμετέχοντας στην αποτρόπαια επίθεση κατά της γυναίκας. Αν σταμάτησε όμως ο λιθοβολισμός, σταμάτησε επειδή ο Χριστός τους μίλησε έτσι σκυμμένος εκεί στο χώμα και δεν τους κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Γιατί αν τους κοιτούσε, μέσα στο παντελώς αθώο του βλέμμα θα καθρεφτιζόταν η αγριότητα και ο θυμός τους, όλο τους το μίσος, και τότε θα μεγεθύνονταν. Θα πολλαπλασιάζονταν τα άγρια πάθη τους και θα συνέχιζαν τον λιθοβολισμό πιο εξαγριωμένοι και πιθανότατα θα σκότωναν και τον ίδιο τον Χριστό. Αυτά μας τα είχε εξηγήσει ο θεολόγος μας στην αρχή της χρονιάς και μου είχαν προκαλέσει βαθιά εντύπωση. Ίσως, σκεφτόμουν, αν δεν κοιτούσα τον Γιώργη στα μάτια, ίσως αν έσκυβα κι εγώ και κάτι έκανα στο χώμα, να είχα αποφύγει τον μοιραίο πυροβολισμό ανάμεσα στα φρύδια μου. Όλο αυτό το κακό.

Θυμήθηκα τέλος τα γράμματα του παππού στο ντουλάπι μου. Πόσο θα ήθελα να τα διάβαζα τώρα. Αλλά δεν μπορώ. Και ποιον να εμπιστευτώ να μου τα διαβάσει; Προς το παρόν κανέναν. Κι ενώ σκεφτόμουν και σκεφτόμουν όλα αυτά με φόντο την διήγηση του κυρίου Ιωάννη, με πήρε ο ύπνος μετά από τόσες αξημέρωτες νύχτες στην ζεστή αγκαλιά της μάνας μου, ενώ εκείνη αμίλητη μου χάιδευε στοργικά τα σπαστά, μαύρα μου μαλλιά…

 

 

ΠΗΓΗ 1: Κεφ. 13ο,   Monday, January 4, 2010,  http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/13.html

 

ΠΗΓΗ 2: Κεφ. 14ο,  Wednesday, January 6, 2010,  http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/14.html

 

ΠΗΓΗ 3: Κεφ. 15ο,  Thursday, January 7, 2010,  http://animusanimus.blogspot.com/2010/01/15.html

Γκρεμίζοντας το «κράτος – πρόνοιας»

Γκρεμίζοντας το «κράτος – πρόνοιας»

 

«ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ»

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία*

Το 2010 με βάση τις κυβερνητικές εξαγγελίες θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χρονιά «επιθετικών μεταρρυθμίσεων». Όσοι αυτό το βλέπουν θετικά, ας κρατήσουν μικρό καλάθι, αφού η μανία όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών να βαπτίζουν την πολιτική τους ως «μεταρρυθμίσεις» με χίλια δυο επίθετα, όπως «διαρθρωτικές», «επιθετικές» και τόσα άλλα δε μας βγήκε σε καλό.

Στην ουσία πρόκειται για ανατροπές κατακτήσεων και σάρωμα δικαιωμάτων των εργαζομένων προς όφελος των κοινωνικά δυνατών. Και παρά την εντεινόμενη τρομοκρατία περί ελλειμμάτων και οικονομικής κρίσης που στοχεύει να καμφθούν οι αντιστάσεις των εργαζομένων και να υποταχθούν στην πολιτική της κυβέρνησης ή καλύτερα των Βρυξελλών και των διεθνών οργανισμών, το πρόβλημα δεν είναι τωρινό.

Μετά την μεταπολίτευση, από το 1974, η πολιτική λιτότητας κυριαρχεί, με οριακές παρενθέσεις, είναι διαρκείας και χωρίς ημερομηνία λήξης. Συνδυάζεται ουσιαστικά με την αποδόμηση, το γκρέμισμα του «κράτους πρόνοιας», όπως οικοδομήθηκε στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70. Τότε που το κράτος αναγκάζεται να κατοχυρώσει μια σειρά δικαιώματα των εργαζομένων και είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων και της επίδρασης των ιδεών του σοσιαλισμού. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 αρχίζει η κρίση του «κράτους – πρόνοιας» και βασική αιτία είναι ότι θεωρείται για τις κυρίαρχες τάξεις πολύ δαπανηρό. Από τότε η επικρατούσα νέο- ή σοσιαλ- φιλελεύθερη πολιτική επιχειρεί να μειώσει το κόστος της εργατικής δύναμης μειώνοντας μισθούς και συντάξεις και περιορίζοντας τις κοινωνικές παροχές μέσω της περικοπής των δημοσίων, ιδιαιτέρως των κοινωνικών δαπανών.

Η πολυετής πολιτική λιτότητας σε όλη την Ευρώπη οδηγεί σε μια ασταμάτητη μεταφορά εισοδήματος από τους μισθωτούς προς τις κυρίαρχες τάξεις. Επίπτωση είναι η σαφής μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και το φάντασμα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού είναι εδώ. Στην Ευρώπη η φτώχεια έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις.

Άλλωστε το 2010 έχει ανακηρυχτεί ευρωπαϊκό έτος κατά της φτώχειας: περίπου 80 εκατομμύρια άτομα – δηλ. το 16% του πληθυσμού της ΕΕ – ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και συναντούν σοβαρά εμπόδια όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην εκπαίδευση, στη στέγαση, καθώς και στις κοινωνικές και χρηματοδοτικές υπηρεσίες. Στην Ελλάδα το 1/3 των Ελλήνων ζουν με λιγότερα από 470 ευρώ μηνιαίως, ενώ το 20% των παιδιών ζουν επίσης κάτω από τα όρια της φτώχειας. Το 60% των Ελλήνων ζουν με το φόβο ότι μία ημέρα μπορούν να ξυπνήσουν φτωχοί.

Την ίδια ώρα το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών διευρύνθηκε. Την ίδια ώρα οι πλούσιοι πλουσιότεροι! 40% αυξήθηκαν τα προ φόρων κέρδη επιχειρήσεων και τραπεζών τη χρυσή πενταετία(2003 -2007) (Στοιχεία ICAP).

 Τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξήθηκαν το 2006 κατά 60% περίπου, με ρυθμό τετραπλάσιο απ' αυτόν της αύξησης του τζίρου. Οι φτωχοί φτωχότεροι, γιατί σε συνθήκες κρίσης αυτοί θυσιάζονται για να φυσήξει ούρειος άνεμος προκειμένου να λειτουργήσει η αγορά με βάση τον νόμο του αλόγιστου και ανεξέλεγκτου πλουτισμού των λίγων. Παράλληλα η νεοφιλελεύθερη πολιτική οδηγεί στην διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων, την αύξηση της φτώχειας, της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις όσον αφορά την ανισότητα στην κατανομή εισοδήματος. Συγκεκριμένα ο δείκτης του εισοδήματος του20% των πλουσιότερων νοικοκυριών σε σύγκριση με το εισόδημα του 20% των φτωχότερων ανέρχεται σε 6,1 έναντι 4,7 που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε. των «15».

Όχι μόνο σήμερα, αλλά με ιδιαίτερη ένταση την τελευταία δεκαετία η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε πολιτικές που χειροτέρεψαν τη θέση των εργαζομένων κάνοντας σκόνη και θρύψαλα δικαιώματα και κατακτήσεις. Άλλωστε από τα τέλη της δεκαετίας του '80¨κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ευθύνη της κρατικής παροχής υπηρεσιών για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών πρέπει να μετατεθεί στο άτομο. Αυτός είναι ο πυρήνας του νέο – φιλελευθερισμού οποιασδήποτε απόχρωσης. Η αντίληψη αυτή προδιαγράφει μια προοπτική εξατομίκευσης της παροχής υπηρεσιών και όχι για την κοινωνία.

Έτσι οδηγούμαστε στη μετατροπή των κοινωνικών δικαιωμάτων και αγαθών (Παιδεία, Υγεία, Ασφάλιση, κ.α.) σε αγορά προϊόντων και υπηρεσιών. Στα πλαίσια ενός ελεγχόμενου ανταγωνισμού και στο όνομα ενός «προνοιακού πλουραλισμού» διευκολύνεται η ανάπτυξη της ιδιωτικής κερδοσκοπικής δραστηριότητας. Πρόκειται με άλλα λόγια για τη μετάβαση από το «κράτος – πρόνοιας» στην «αγορά πρόνοιας» ή από την «κοινωνική οικονομία της αγοράς» στην ασυδοσία της αγοράς.

Η αποδόμηση του «κράτους – πρόνοιας» συμβαδίζει με την κατάργηση της καθολικότητας στην παροχή υπηρεσιών που οδηγεί στην επιλεκτικότητα των παροχών σε ελάχιστη βάση. Παρά τις αντιθέσεις στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ισχυρών του κόσμου (G 20),στο μόνο που ομοφωνούν είναι πώς να μετακυλήσουν τα βάρη της κρίσης «στα μόνιμα υποζύγια», στις πλάτες των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων, με την εβδομάδα 3 – 4 ημερών και των 65 ωρών, την επέκταση της μερικής απασχόλησης, τις μειώσεις μισθών, τη συρρίκνωση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, των δαπανών για την υγεία, παιδεία, πρόνοια, με τις ιδιωτικοποιήσεις κ.λ.π.

Ταυτόχρονα οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στο ασφαλιστικό δείχνουν το αποκρουστικό πρόσωπο της «μεταρρύθμισης». Δικαιώματα και κατακτήσεις γίνονται σκόνη και θρύψαλα. Η επιμονή των «σοφών» στα μέτρα σοκ που πρέπει να ληφθούν επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση ότι ο ανεμοστρόβιλος της ριζικής αντιδραστικής τομής στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα θα περιλαμβάνει όχι απλά κάποιες διορθωτικές παρεμβάσεις αλλά την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που συνάγεται τη μετάβαση από το «κράτος πρόνοιας» στην «αγορά πρόνοιας».

Με βάση τις ντιρεκτίβες του ΔΝΤ θα προωθηθεί ακόμα μια «μεταρρύθμιση» του ασφαλιστικού. Αφού λεηλατήθηκαν η περιουσία και τα αποθεματικά των ταμείων με αποτέλεσμα το έλλειμμά τους να ξεπερνά τα 11δις ευρώ, έχουμε φτάσει στο σημείο το ασφαλιστικό σύστημα να μην μπορεί να δώσει αξιοπρεπείς συντάξεις και ποιοτικές υπηρεσίες. 7 στους 10 συνταξιούχους λαμβάνουν συντάξεις κάτω των 750 ευρώ, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα μας έχει το υψηλότερο ποσοστό ιδιωτικών δαπανών υγείας που φτάνει το 57,1%.

Μετά από πέντε χρόνια «ήπιας προσαρμογής» επί κυβέρνησης της Ν.Δ. με το «Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάκαμψης (2008 – 2011), η κυβέρνηση του ΠΑ. ΣΟ. Κ. συνεχίζει με ένα ακόμα «Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης» μέχρι το 2013. Ουσιαστικά μισθοί, συντάξεις και άλλες κοινωνικές δαπάνες παραμένουν στο .τούνελ της λιτότητας, ενώ εργασιακά δικαιώματα και κατακτήσεις θυσιάζονται στο βωμό των ελαστικών σχέσεων εργασίας και της αγοράς. Αυτές οι συνθήκες διαμορφώνουν τον «καπιταλισμό του κόκκινου αίματος», της συσσώρευσης που επιτυγχάνεται μέσα από το βάθεμα των κοινωνικών ανισοτήτων. Δίπλα στους άνεργους – φτωχούς πολλαπλασιάζονται οι εργαζόμενοι – φτωχοί με γρήγορους ρυθμούς. Ταυτόχρονα επιδιώκεται να πειθαναγκαστούν οι εργαζόμενοι να αποδεχτούν μορφές κατανομής της φτώχειας και της ανεργίας που μας γυρίζουν σ' έναν εργασιακό και κοινωνικό μεσαίωνα. Με άλλα λόγια, όσο θριαμβεύει η «οικονομία της αγοράς», τόσο περισσότερο εξαπλώνονται η αταξία, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός.

Όμως πάνω στα συντρίμμια του «κράτους – πρόνοιας», η αριστερά της ανατροπής δεν μπορεί να αρχίσει το μοιρολόι. Οφείλει να υπερασπιστεί τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις δεκαετιών. Οφείλει να παλέψει αποφασιστικά για την ικανοποίηση των αναγκών των εργαζομένων εντάσσοντας τους επιμέρους αγώνες και αιτήματα στην προοπτική της εγκαθίδρυσης μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στο πλαίσιο της οποίας «η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη όλων». (Κ. Μαρξ).

 

*  Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι  εκπαιδευτικός – ερευνητής.

Ο Καποδίστριας ΙΙ απειλεί τα σχολεία

Ο Καποδίστριας ΙΙ απειλεί τα σχολεία  (Σ. admin: Μετονομάστηκε σε … Καλλικράτης)

 

Μεγάλες ανατροπές με την αποκέντρωση/περιφερειοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος

 

Παρεμβάσεις  στην Εκπαίδευση*

 

Σταθερός στόχος της νέας ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας παραμένει η λεγόμενη αποκέντρωση/περιφερειοποίηση της σχολικής εκπαίδευσης, με λίγα λόγια το πέρασμα των σχολείων στους δήμους. Το τελευταίο χρονικό διάστημα πληθαίνουν οι πρωτοβουλίες της νέας πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας που έρχονται ακριβώς να εξυπηρετήσουν αυτό το στόχο.

Έτσι στις 5/11/2009 μετά τη συνάντηση με την ΚΕΔΚΕ η Αννα Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι υπάρχουν "μείζονα ζητήματα που αφορούν το ρόλο των δημάρχων στη χωροθέτηση των σχολείων, στη σχολική στέγη, στη λειτουργία του σχολείου. Αυτά αφορούν τη μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση της χώρας στην οποία η αυτοδιοίκηση και στο χώρο της εκπαίδευσης θα πρέπει να παίξει ένα πολύ σημαντικό ρόλο".

Στο Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς 2007 – 2013 (ΕΣΠΑ – Δ΄ ΚΠΑ) στον τομέα εκπαίδευση στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση" ο 1ος στρατηγικός στόχος περιλαμβάνει την "αναμόρφωση, εκσυγχρονισμό και αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος".

Το Σεπτέμβριο του 2005 το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει τα "Συμπεράσματα Πολιτικού Συμβουλίου – Συζήτηση για την Παιδεία". Το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για πέντε βασικούς άμεσους στόχους της εκπαιδευτικής του πολιτικής "Οι πέντε βασικοί άμεσοι στόχοι της πολιτικής μας:

Πρώτος στόχος: Να θέσουμε τέλος στο κρατικιστικό συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα, που στηρίζεται στο δόγμα: Η Μητροπόλεως αποφασίζει και οι εκπαιδευτικές μονάδες εκτελούν. Στα πλαίσια αυτά:

– Το κράτος διατηρεί μόνο το γενικό πλαίσιο εκπαιδευτικής πολιτικής. Αποφασίζει για τον κορμό του προγράμματος διδασκαλίας αναμορφώνοντας τη διδακτέα ύλη, αφαιρώντας περιττά θέματα και επαναλήψε.

– Η περιφέρεια στηρίζει τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την κοινωνία, την οικονομία και την απασχόληση. Καθορίζει ειδικές εκπαιδευτικές ζώνες (μετανάστες, τσιγγάνοι, μεγάλη μαθητική διαρροή, ειδικές κατηγορίες). Οργανώνει (σε συνεργασία με Πανεπιστήμια, ΤΕΙ) επιμόρφωση ενηλίκων και εκπαιδευτικών. Προσλαμβάνει τους εκπαιδευτικούς. Για όλα αυτά συγκροτεί Ειδικά Εκπαιδευτικά Συμβούλια που απαρτίζονται από εκπαιδευτικούς, εκλεγμένους με καθολική ψηφοφορία, εκπροσώπους των γονέων και των μαθητών (οι τελευταίοι μόνο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), εκλεγμένους εκπροσώπους των παραγωγικών και κοινωνικών φορέων, εκπροσώπου του Υπουργείου.

Τα Ειδικά Εκπαιδευτικά Συμβούλια μετά από κοινωνική διαβούλευση καθορίζουν μέρος του προγράμματος σπουδών, επιλέγουν και αξιολογούν το εκπαιδευτικό υλικό. Είναι υπεύθυνα για την ανάπτυξη των διαδικασιών κοινωνικής λογοδοσίας.

– Το σχολικό συμβούλιο επιλέγει βοηθητικό διδακτικό και διοικητικό προσωπικό. Χρηματοδοτεί τη σχολική ζωή με εξασφάλιση και πρόσθετων πόρωv".

 

Μ Ι Α    Α Ν Α Δ Ρ Ο Μ Η

 

Από τη δεκαετία του ΄90 στα επίσημα κείμενα των δυο μεγάλων κόμματων αρχίζει να γίνεται λόγος για τον "συγκεντρωτικό, άκαμπτο και γραφειοκρατικό χαρακτήρα" του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Αίφνης ανακαλύπτονται τα "καταθλιπτικά γραφειοκρατικά σχήματα του κρατικού συγκεντρωτισμού, η ταύτιση της κρατικής μηχανής με την Παιδεία που πνίγει πρωτοβουλίες, ορίζοντες, δυνατότητες…"

Σύμφωνα, λοιπόν, με την κυρίαρχη εκδοχή, η χρόνια κρίση του εκπαιδευτικού

συστήματος οφείλεται στον συγκεντρωτισμό συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία, σε τελευταία ανάλυση, στο "σφιχτό εναγκαλισμό της παιδείας από το άκαμπτο κράτος" με αποτέλεσμα "το σχολείο να παραμένει ξεκομμένο από τη ζώσα πραγματικότητα και τα προβλήματα της κοινωνίας… να πνίγεται η ατομικότητα και η πρωτοβουλία των δασκάλων… να μην προσαρμόζεται (το σχολείο) στις αναζητήσεις του μαθητή και αυτός να μην εμπνέεται από το σχολείο". Η μαγική λέξη για την υπέρβαση της κρίσης; ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ!

Την περίοδο εκείνη, είτε εξαιτίας των μεγάλων αντιδράσεων του εκπαιδευτικού κόσμου, είτε εξαιτίας αδυναμιών της κεντρικής διοίκησης, οι εξαγγελίες για αποκέντρωση του σχολικού συστήματος έμειναν "στα χαρτιά" και μετά από λίγο εξαφανίστηκαν από τον κυβερνητικό λόγο.

Στη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας ο στόχος "αποκέντρωσης της εκπαίδευσης" βρίσκεται πλέον σε όλα τα επίσημα κείμενα για την παιδεία και των δυο κομμάτων, στα προγράμματά τους και στις διακηρύξεις τους. Άμεσος στόχος, που αποκρύπτεται επιμελώς, είναι η εξεύρεση πόρων για την εκπαίδευση έξω από τον προϋπολογισμό του κράτους.

Είναι φανερό, ότι κάτω από το βάρος των λειτουργικών εξόδων, που βέβαια και σήμερα υπάρχουν, οι διάφοροι "τοπικοί παράγοντες" θα οδηγήσουν ένα μεγάλο αριθμό σχολικών μονάδων σε αφανισμό.

Θα επιχειρείται η συγκέντρωση των μαθητών σε όσο το δυνατό πιο μεγάλα τμήματα, ενώ σε κάποια φάση – όταν ο κίνδυνος του κλεισίματος των σχολείων αυτών θα είναι εμφανής – θα επιβάλλονται και τα λεγόμενα ανταποδοτικά τέλη, σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία τους.

Μακροπρόθεσμα τα' αποτελέσματα θα είναι ο μαρασμός και το κλείσιμο πολλών σχολείων, κυρίως, των αγροτικών περιοχών, αφού οι μικρότεροι δήμοι δε θα μπορούν ν' ανταπεξέλθουν στα έξοδα λειτουργίας τους, την ώρα που οι ποικιλώνυμοι "τοπικοί παράγοντες" θα ενδιαφέρονται για τη βιτρίνα τους, τα "καλά" σχολεία της περιοχής. Ανάλογα προβλήματα θ΄ αντιμετωπίσουν και πολλά σχολεία των αστικών κέντρων, ιδιαίτερα των υποβαθμισμένων τους περιοχών, που θα εξελιχθούν σε σχολεία αλλοδαπών – μεταναστών και φτωχών ελλήνων, κατά τα πρότυπα των Η.Π.Α. ή της Αγγλίας.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, σε κάποιες αναβαθμισμένες περιοχές θα δημιουργηθούν σχολεία που θα απευθύνονται σε ορισμένα μόνο κοινωνικά στρώματα και που φυσικά θα είναι απρόσιτα για τα φτωχότερα στρώματα.

 

Β Η Μ Α – Β Η Μ Α

 

Το πρώτο βήμα της πολιτικής της αποκέντρωσης/περιφερειοποίησης της εκπαίδευσης ήταν η παράδοση των παιδικών σταθμών στους δήμους. Αποτέλεσμα; Οι περισσότεροι δήμοι επιβάρυναν τους εργαζομένους με τη χρηματοδότηση των παιδικών σταθμών, με αυξήσεις στα δίδακτρα ή τροφεία και άλλες έκτακτες εισφορές. Επιπλέον, οι παιδικοί σταθμοί μετατράπηκαν σε πεδία εφαρμογής των ελαστικών μορφών εργασίας, αφού οι περισσότεροι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και έργου έτσι ώστε να βρίσκονται σε κατάσταση εργασιακής ομηρίας.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο Δήμο Αθηναίων οι 450 από τους 1.500, περίπου το 1/3, είναι συμβασιούχοι. Τα τροφεία το 2009 φτάνουν τα 200 για κάθε παιδί το μήνα, ενώ στο Φάληρο προσεγγίζουν τα 280.

Είναι φανερό ότι μέσα από την επιχείρηση "αποκέντρωση της εκπαίδευσης"

προωθείται η ιδιωτικοποίηση και δοκιμάζεται συνολικά το μοντέλο του ευέλικτου, "αποκεντρωμένου" σχολείου της αγοράς. Συγκεκριμένα επιδιώκεται:

1) Η καθήλωση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση και τη μετάθεση του κόστους λειτουργίας των σχολικών μονάδων στους δήμους και ουσιαστικά στους εργαζόμενους, με την επιβολή τοπικής φορολογίας. Με άλλα λόγια, η χρηματοδότηση κάθε σχολικής μονάδας θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις οικονομικές δυνατότητες κάθε δήμου. Οι δήμοι με τη σειρά τους θα μεταθέτουν την οικονομική επιβάρυνση στους πολίτες είτε επιβάλλοντας δίδακτρα είτε άλλες εισφορές ή φόρους. Αν δεν μπορούν να ανταποκριθούν, τότε τα σχολεία θα υπολειτουργούν ή θα αναγκαστούν να δεχτούν τις "ευεργεσίες" των "χορηγών".

Στα πλαίσια της αποκέντρωσης είναι προφανές ότι ο εκπαιδευτικός καλείται

να έχει ένα νέο ρόλο και κυρίως αυτοί που ασκούν διοίκηση. Στην ουσία θα μετατραπούν σε μάνατζερ – διαχειριστές που θα είναι υποχρεωμένοι ν΄ αναζητούν πηγές χρηματοδότησης για τη λειτουργία του σχολείου.

Μακροπρόθεσμα το αποτελέσματα θα είναι ο μαρασμός και το κλείσιμο πολλών σχολείων, κυρίως των αγροτικών περιοχών, αφού οι κοινότητες και οι μικρότεροι δήμοι δε θα μπορούν ν' ανταπεξέλθουν στα έξοδα λειτουργίας τους, την ώρα που οι ποικιλώνυμοι "τοπικοί παράγοντες" θα ενδιαφέρονται για τη βιτρίνα τους, τα "καλά" σχολεία της περιοχής.

Ανάλογα προβλήματα θ' αντιμετωπίσουν και πολλά σχολεία των αστικών κέντρων, ιδιαίτερα των υποβαθμισμένων περιοχών, που θα εξελιχθούν σε σχολεία αλλοδαπών, μεταναστών και φτωχών Ελλήνων, κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ ή της Αγγλίας. Στον ανελέητο ανταγωνισμό που θα ξεσπάσει μεταξύ των σχολείων, οι μαθητές, με πρόσχημα το δικαίωμα επιλογής του σχολείου που θα φοιτήσουν, αντιμετωπίζονται ως πελάτες και παραγόμενα εμπορεύματα αφού θα προετοιμάζονται έτσι ώστε να κυκλοφορήσουν στην αγορά με καλύτερους όρους.

2) Στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών αναδιαρθρώσεων, όπως καθορίζεται από τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλάζουν τη φυσιογνωμία του νηπιαγωγείου και επιδιώκουν τη "σχολειοποίηση", μεταφέροντας γνωστικά αντικείμενα και διδακτέα ύλη του δημοτικού σχολείου. Η "προσχολική αγωγή" ακόμα και ως έννοια παύει να υπάρχει και αντικαθίσταται από την "προσχολική εκπαίδευση".

3) H ανάθεση μεγάλου μέρους της ευθύνης για τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τους προσανατολισμούς κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος στο εκπαιδευτικό προσωπικό, τους εκπαιδευόμενους, τους γονείς, την "τοπική κοινωνία" και τους "παραγωγικούς φορείς" (δηλαδή τις επιχειρήσεις), είναι φανερό ότι καλλιεργεί την τάση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των "πελατών", αφού η συντήρηση ή η ανάπτυξή τους εξαρτώνται άμεσα από τη "ζήτηση" των εκπαιδευτικών "προϊόντων" τους.

Τα "αποκεντρωμένα" σχολεία, για παράδειγμα, θα παραμερίζουν, πιο εύκολα τη γενική μόρφωση σε όφελος των δεξιοτήτων που ζητά η αγορά, για να γίνονται πιο προσφιλή στις επιχειρήσεις εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση.

Η παιδαγωγική και η διδακτική, οφείλουν να υποταχθούν σε μια νέα αντίληψη που έχει σχέση περισσότερο με την επιχειρηματική λογική, αφού το σχολείο θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και να προσαρμόζει τη λειτουργία του σ΄ αυτή την προοπτική.

 

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΙΙ

 

Πριν από 10 χρόνια, το 1998, εφαρμόστηκε το πρώτο σχέδιο "Καποδίστριας" και οι 6.000 δήμοι και κοινότητες της χώρας έφτασαν τους 1.033. Το προχώρημα της πολιτικής της αποκέντρωσης της εκπαίδευσης συνδέεται άμεσα με την επικείμενη "διοικητική μεταρρύθμιση" "Καποδίστριας 2" που προωθεί το υπουργείο Εσωτερικών. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι 52 νομοί περιορίζονται σε 16 περιφέρειες και οι 1.033 δήμοι συγχωνεύονται σε 350.

Στόχος είναι οι δήμοι και οι νομαρχίες να μειωθούν και να μετεξελιχθούν σε μικρά ευέλικτα σχήματα, στα πρότυπα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, με αυξημένη επιχειρησιακή ικανότητα, λειτουργική και οι οικονομική αυτοδυναμία.

Ήδη με τις θεσμικές αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, επιφυλάσσεται για την "Τ.Α." ένας διαμεσολαβητικός ρόλος ανάμεσα στο κράτος και τις επιχειρήσεις, που θα ελέγχουν και θα ρυθμίζουν την εκπαίδευση σύμφωνα με τις επιδιώξεις τους, περιορίζοντας έτσι την ελευθερία των άλλων φορέων της εκπαίδευσης και των άλλων δυνάμεων της "τοπικής κοινωνίας", με σκοπό την πλήρη υποταγή της εκπαίδευσης στους νόμους της αγοράς.

 

* ΠΗΓΗ: ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ στην Εκπαίδευση,  ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2009-2010, ΑΤΑΚΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, σελ. 5.

Ο αγκιτάτορας…

Ο αγκιτάτορας…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Ο φίλος Θύμιος Παπανικολάου, εκδότης του πολύ αξιόλογου περιοδικού Ρεσάλτο, έγραψε στο ομώνυμο με το περιοδικό μπλογκ του (Resalto) για κάποιον κληρικό το παρακάτω σχόλιο:

«Ο κληρικός αυτός θα ήταν ένας ακαταμάχητος πολιτικός αγκιτάτορας. Έχει το ταλέντο να εκλαϊκεύει, χωρίς να εκχυδαΐζει, σύνθετες ιδέες. Με τις αλληγορίες του δίνει πολύ παραστατικά και κατανοητά το ΟΥΣΙΩΔΕΣ των πραγμάτων…».

Που σημαίνει ότι, σύμφωνα με τους λεξικογράφους, θα ήταν «ικανός να προκαλέσει αναβρασμό, ζύμωση, διέγερση στις μάζες και να τις παρακινήσει να κινητοποιηθούν για την επίτευξη άμεσων πρακτικών σκοπών».

Μακάρι αυτά, που λέει ο κ. Παπανικολάου να ίσχυαν όχι μόνο για το συγκεκριμένο, αλλά και για όλους τους κληρικούς. Αλλά και για όλους τους, λεγόμενους, χριστιανούς. Γιατί στην περίπτωση αυτή θα σήμαινε ότι οι κληρικοί και το εκκλησιαστικό πλήρωμα θα είχαν ως σημείο του πνευματικού τους προσανατολισμού το Ευαγγέλιο. Χωρίς το οποίο δεν είμαστε, παρά κύμβαλα αλαλάζοντα!

Το Ευαγγέλιο, που είναι ο μόνος αληθινά ακαταμάχητος αγκιτάτορας. Που δίνει λύσεις και απαντήσεις σε όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. Και γενικότερα στο καθολικό πρόβλημα του ανθρώπου. Που περιλαμβάνει όλες τις διαστάσεις και παραμέτρους της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης. Απ' την επίγεια πραγματικότητα, μέχρι την αιωνιότητα. Αλλά και εμπνέει τη διάθεση για αδιάκοπο αγώνα. Όπως και την πίστη για την αίσια έκβασή του. Κάτω απ' τις οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις.

Και γι' αυτό ακριβώς εκείνοι, που αληθινά το αντιπροσώπευαν αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου. Και γι' αυτό διώχτηκε με τόσο αδυσώπητο μίσος. Και διώκεται και σήμερα. Άλλοτε απροκάλυπτα και άλλοτε συγκεκαλυμμένα. Απ' τους εξωτερικούς, αλλά και-προπάντων- τους εσωτερικούς του εχθρούς.

Και γι' αυτό φρόντισαν και φροντίζουν με κάθε τρόπο οι σαλτιμπάγκοι της πολιτικής και της οικονομικής άρχουσας αναρχίας (ντόπιας και διεθνούς) να το κατασυκοφαντήσουν και να το περιθωριοποιήσουν. Και μιλούν για διακριτούς ρόλους. Και αποφασίζουν ή μελετούν να κατεβάσουν τα θρησκευτικά σύμβολα απ' τις αίθουσες των σχολείων ή των δικαστηρίων. Γιατί φοβούνται και τρέμουν την ακαταμάχητη και καταλυτική δύναμή του.

Και είναι εξαιρετικά περίεργο το γεγονός ότι, ενώ οι εχθροί του γνωρίζουν τη δύναμή του και το πολεμούν ανύπνωτα, οι «φίλοι» του δεν κάνουν τίποτε, για να ενεργοποιήσουν τη δύναμή του. Και να πάρουν στο κυνηγητό τους εχθρούς του Ευαγγελίου. Που στο εντόπιο πολιτικό επίπεδο αντιπροσωπεύονται απ' το καθεστώς της λαμογιοκρατίας και της χρεοκοπημένης σε όλα τα επίπεδα φαυλοκρατίας.

Που ανάλογα με τις περιστάσεις μεταμφιέζεται, για να μπορεί συστηματικά να λεηλατεί την τσέπη του λαού, άλλοτε με το δεξί και άλλοτε με το «σοσια-ληστρικό», αριστερό, δήθεν, χέρι του. Και να αποθηκεύει τον ιδρώτα και το μόχθο του λαού πάντα στην ίδια τσέπη, την τσέπη του πολύμορφου και αλληλοδιαπλεκόμενου ληστοκαθεστώτος.

Του οποίου ληστοκαθεστώτος το θράσος και η αφιλοτιμία έχει φτάσει σε τέτοιο παροξυσμό, ώστε – όπως αποκαλύφθηκε τελευταία – να μην ντρέπονται παίρνουν, στο όνομα της φαυλεπίφαυλης νομιμότητάς τους, απ' τα άδεια ταμεία του δημοσίου – την τσέπη, δηλαδή, του φτωχού λαού – σεβαστά ποσά. για κάποια, λέει, «ιδρύματα». Που έχουν, λέει, σκοπό να αποθανατίσουν την αποκρουστική και φαύλη τους ιστορία.

Και τι κάνουν οι θεωρούμενοι «φίλοι» του Ευαγγελίου;

Όχι μόνο δεν ενεργοποιούν τη δύναμή του, αλλά φροντίζουν με κάθε τρόπο να «θέτουν υπό το μόδιον» το επαναστατικό μήνυμά του. Και από εγερτήριο σάλπισμα να το μεταβάλλουν σε θανάσιμο υπνωτικό. Για τους λαούς και τους πολίτες. Έτσι ώστε να μπορούν οι πάσης φύσεως ηλίθιοι και κακούργοι εξουσιαστές να τους δολοφονούν άλλοτε με την πείνα και άλλοτε με τον πόλεμο…

Που σε τελική ανάλυση σημαίνει ότι οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «φίλοι» του Ευαγγελίου είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί του. Και κατ' επέκταση οι μεγαλύτεροι εχθροί των λαών. Γιατί, πέρα από μια «ευσεβή» φλυαρία, είναι, όπως προαναφέραμε το ναρκωτικό των συνειδήσεων, με το οποίο ναρκοθετούν κι υπονομεύουν την ακαταμάχητη δύναμή του, έτσι ώστε να την καθιστούν αναποτελεσματική.

Και αυτοί οι παρουσιαζόμενοι ως «φίλοι» του Ευαγγελίου δεν είναι κάποια αόριστη και συγκεχυμένη μάζα ανθρώπων. Αλλά πολύ συγκεκριμένη. Που αποτελεί μάλιστα συγκεκριμένο καθεστώς, το οποίο λειτουργεί ως ένα είδος κουστωδίας πραιτωριανών. Ωσάν εκείνη που η ρωμαϊκή εξουσία είχε, σύμφωνα με απαίτηση του εβραϊκού συνεδρίου, τοποθετήσει στον τάφο του Χριστού. Για να μην κλέψουν οι μαθητές του το σώμα του και ύστερα ισχυριστούν ότι αναστήθηκε…

Το καθεστώς αυτό, που, ούτε πολύ ούτε λίγο, έχει ανατρέψει και απονευρώσει και απονεκρώσει τις ζωτικές δυνάμεις του Ευαγγελίου ακούει στο, κατά κόσμον, αποκρουστικό όνομα της δεσποτοκρατίας. Του τυραννικού, δηλαδή, εκείνου καθεστώτος, που, πέρα από κάθε λογική και ηθική, έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο για τα ζητήματα της Εκκλησίας και του χριστιανισμού. Όταν δεν θα 'πρεπε να έχει ούτε καν τον τελευταίο.

Γιατί ο Χριστός, προβλέποντας ότι, μετά την αναχώρησή του από τον κόσμο, θα έπεφταν λύκοι βαρείς να κατασπαράξουν το ποίμνιό του, καταδίκασε απερίφραστα κάθε μορφή, όχι μόνο τυραννίας, αλλά και εξουσίας. Και προσδιόρισε τις συντεταγμένες της δικής του κοινωνίας, της Εκκλησίας, δηλαδή, που είναι η ελευθερία των προσώπων και οι σχέσεις δικαιοσύνης ανάμεσά τους.

Και όσο αφορά σ' εκείνους, που θα είχαν την ευγενή φιλοδοξία να αγωνιστούν για το λαό, απόκλεισε ο Χριστός κάθε μορφή εξουσίας και καθόρισε ως μονόδρομο την υπηρεσία και μόνο την υπηρεσία των συνανθρώπων τους Τόσο μάλιστα πολύ, ώστε η προσφορά υπέρ των άλλων να φτάνει μέχρι και την αυτοθυσία.

Γιατί, όπως είπε, και ο ίδιος δεν ήρθε, για να γίνει αφέντης και τύραννος, αλλά υπηρέτης του λαού. Και η υπηρεσία του και η προσφορά του να φτάσει μέχρι το σημείο, ώστε να προσφέρει για το λαό ακόμη και το αίμα του. Και όχι βέβαια με τα λόγια, αλλά στην πράξη…

Που σημαίνει ότι δεν ισχύει το «θα ήμασταν αγκιτάτορες». Αλλά ότι μπορούμε και έχουμε υποχρέωση να είμαστε.

Ή μάλλον πιο σωστά ο μοναδικός και αληθινός αγκιτάτορας είναι το Ευαγγέλιο και μόνο το Ευαγγέλιο. Που προσφέρει τα ακαταμάχητα όπλα, για να αντιμετωπίσουμε τις αρχές και εξουσίες και τους κοσμοκράτορες του κόσμου τούτου.

Και είναι λάθος να περνάμε μια ολόκληρη ζωή αυτοσχεδιάζοντας μετέωρες δικές μας σκέψεις και θέσεις και απόψεις και να μην ξεκλειδώνουμε το οπλοστάσιο του Ευαγγελίου, που η κουστωδία της δεσποτοκρατίας το κρατάει εφτασφράγιστο…


Παπα-Ηλίας, 21-01-2010

 

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

e-mail: papailiasyfantis@gmail.com

 

Η βυζαντινή μουσική και η σημασία της

Η βυζαντινή μουσική και η σημασία της: Ιστορική Αναδρομή και προεκτάσεις της στο παρόν

Της Αμαλία Κ. Ηλιάδη *

 

 Η φροντίδα για θεοσέβεια, η ευπρέπεια, η επιμέλεια και η μουσική καλλιέργεια των Ελλήνων και Ελληνοφώνων βυζαντινών, μεταβυζαντινών και άλλων επιγόνων και η τιμή που περιποιούσαν όλοι αυτοί στους Αγίους, δημιούργησαν έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς πολιτισμούς της οικουμένης: τον βυζαντινό και μεταβυζαντινό, που είναι κι ο μακροβιότερος ανάμεσα στους γνωστούς μουσικούς πολιτισμούς, όσο αφορά στην ομοιογενή γραπτή παράδοσή του.

Συνέχεια